Age Restricted Interview
This interview is only available to users who are eighteen years old or over.
Πρόσφυγας στον τόπο της για 48 χρόνια - οι άσβηστες μνήμες της γιαγιάς Γεωργίας από το Μαραθόβουνο Αμμοχώστου
Segment 1
Πρώτη εισβολή στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου 1974
00:00:00 - 00:04:28
Partial Transcript
Σήμερα, λοιπόν είναι 23 Σεπτεμβρίου 2022, είμαι η Γεωργία Ζερβογιάννη. Είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Είμαι με τη Γεωργία Στρατή, κάνουμε …πειδή είχαμε δικά μας σπίτι μας, αλεύρι δικό μας αλεύρι που το αλέθαμε στο μύλο, είχαμεν αλεύρι και κάναμεν τες δουλειές μας, τα ψωμιά μας.
Lead to transcriptSegment 2
Φεύγοντας από το σπίτι. Οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό
00:04:28 - 00:13:24
Partial Transcript
Επεράσαν οι δεκατέσσερις ημέρες… Ήρταν οι δεκατέσσερις ημέρες του Αυγούστου. Κι αμέσως οι Τούρκοι επέσαν στο χωριό μας. Επερνούσαν από πάνω …λίας, ο άντρας μου να φύουμεν απ’ εκεί. Ξέρεις τι μου είπε; Μου είπεν: «Εσύ είσαι η αιτία να φύουμε τζαι που δαμέ». Από το σπίτιν εκείνον.
Lead to transcriptSegment 3
Ζώντας μέσα στα αντίσκηνα για έναν χρόνο
00:13:24 - 00:23:33
Partial Transcript
Ενύχτωσεν ύστερα. Επήαμεν, εφκήκαμεν, επήαμεν στο Φρέναρος στη συννύφισα μου με τα παιθκιά της. Στο Φρενάρος επήαμεν με μια ξαδέρφην του άντ…ύλια. Με ξύλα μιαν ισσκιάν που την λέμε. Επεράσαμεν έτσι ένα χρόνο. Έδωσαν… Εφέραν σεντόνια εδώσαν μας, εφέραν μπατανιές, εδώσαν μας. Αυτά.
Lead to transcriptSegment 4
Χτίζοντας ένα καινούριο σπίτι σε μία νέα πατρίδα
00:23:33 - 00:27:11
Partial Transcript
Ο Ερυθρός Σταυρός βοήθησε; Ναι βοήθησεν πολλά ο Ερυθρός Σταυρός, πάρα πολλά. Εφέρναν τα ρούχα… Εφέρναν ρούχα τζαι βάλλανε μέσα στις τσαντίρ…ό μας, μες σε τζείνην τη φτώχια μας όλη, εμπορέσαν ετελειώσαν το Δημοτικό, επήαν Γυμνάσιο, επήαν Λύκειο τζαι εμπορέσαν τζαι εύραν δουλειές.
Lead to transcriptSegment 5
Οι στιγμές του ξεριζωμού
00:27:11 - 00:32:29
Partial Transcript
Θα σε πάρω ξανά πίσω. Εκεί στην εισβολή. Μου περιέγραψες το πώς έφυγες από το σπίτι σου. Μπορείς να μου περιγράψεις τη γειτονιά σου και τους… νερό, εθωρούσαν τους. Γιατί ήταν εις τζείνη την γειτονιά προς το Κιάδος τα σπίθκια που ήταν. Τζαι αυτός ο άθρωπος είναι αγνοούμενος ακόμα.
Lead to transcriptSegment 6
Τα μαρτύρια όσων έμειναν πίσω
00:32:29 - 00:38:42
Partial Transcript
Εσύ έχεις κάποιον αγνοούμενο στην οικογένεια; Με τον πατέρα σου τι έγινε που έμεινε στο χωριό; Ο πατέρας μου έμεινε στο χωριό Μουσουλίτα. Ο… κουζινού. Τζαι εκεί επηαίναμεν και βλέπαμεν τους τακτικά. Τι ήταν να κάμουμε; Έπρεπε να πάμε να τους δούμε τους γέρους, ήταν ηλικιωμένοι.
Lead to transcriptSegment 7
Ζώντας με τη λησμονιά
00:38:42 - 00:41:26
Partial Transcript
Όταν φεύγατε από το χωριό τότε 14 Αυγούστου, τι σκέψεις έκανες; Νόμιζες ότι θα φύγεις και θα γυρίσεις ξανά πίσω; Βέβαια. Εκαρτερούσαμεν να …ν. ‘Εν εν όπως την γειτονιά που γεννηθήκαμεν κι εμεγαλώσαμεν μαζί, επαντρευτήκαμεν, εκάμαμε τα σπίθκια μας, τα παιδιά μας. Όλη η γειτονιά.
Lead to transcriptSegment 8
Τι κάναμε για ένα καρβέλι ψωμί
00:41:26 - 00:44:29
Partial Transcript
Πριν τις 14 Αυγούστου που φύγατε από τα σπίτια σας, είχε προηγηθεί η πρώτη εισβολή στις 20 Ιουλίου. Δεν είχατε κάποια ενημέρωση για το τι θα…ι με τα αδέρφια του». Για να γίνουν τα ψωμιά μας δύο. Μεγάλη ιστορία και αυτή. Εγώ λέω καλά που εζήσαμεν. Δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός.
Lead to transcriptSegment 9
Η εικόνα της Παναγίας και το θαύμα
00:44:29 - 00:52:34
Partial Transcript
Εγιώ το μόνο που έχασα τζαι κλαίω πιο πολλά από το καθετί. Στο σπίτι, οι πάπποι μου είχασιν μιαν εικόνα της Παναγίας της Κυκκώτισσας. Τζαι ά…ίπα ότι η Παναγία προστατεύει μας εμάς, ‘εν να πάμεν στα χωράφκια τζαι εν να στραφούμεν. Εν να στραφούμεν κόμα τζαι έχασα την Παναγία μου.
Lead to transcriptSegment 10
48 χρόνια προσφυγιάς
00:52:34 - 00:57:18
Partial Transcript
Τζαι είναι ένας μεγάλος καημός, μεγάλος αυτός για μένα. Όπως εν η γη μου, εν η ζωή μου. Διότι εμείς είχαμεν χωράφια. Μεγαλώσαμεν ελιές εμείς… Σ’ ευχαριστώ! Κι εγώ ευχαριστώ που είπα τα πάθη μου της πατρίδας μου. Να μη γίνεται ποτέ πόλεμος. Πουθενά. Ούτε σε εχθρούς ούτε σε φίλους.
Lead to transcript[00:00:00]Σήμερα, λοιπόν είναι 23 Σεπτεμβρίου 2022, είμαι η Γεωργία Ζερβογιάννη. Είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Είμαι με τη Γεωργία Στρατή, κάνουμε συνέντευξη μέσω Skype. Πες μου το όνομά σου, γιαγιά μου.
Γεωργία Στρατή – Λιασή.
Ωραία. Θα πάμε μαζί σου πίσω σε εκείνες τις μέρες της εισβολής στην Κύπρο το 1974. Μίλησε μου για εκείνο το καλοκαίρι. Πώς ξεκίνησαν όλα;
Εκείνον το καλοκαίρι ήταν το χειρότερο για εμένα, μέχρι σήμερα και τώρα που μιλώ. Εξημέρωσεν του Προφήτη Ηλία, 20 Ιουλίου. Και εγώ στο χωριό μου η εκκλησία μας ήταν αφιερωμένη στον Προφήτην Ηλία. Το πρωί σηκώστηκα πολύ πρωί, άναψα τον φούρνο με ξύλα, για να βάλω το φαγητό μου να ψηθεί και να πάω στην εκκλησία. Τζαι ακούσαμεν αεροπλάνα, ακούσαμεν να βομβαρδίζουν μακριά και σκεφτούμαστεν τι είναι. Ύστερα, το ράδιον είπεν ότι εισέβαλλαν οι Τούρκοι στην Κύπρο. Από την Κερύνεια. Εγώ έσβησα το φούρνο με τα ξύλα με το νερό, γιατί τι ήταν να κάμω το φαγητό; Επροχωρήσαν, εβομβαρδίζαν οι Τούρκοι. Τα αεροπλάνα συνέχεια εβομβαρδίζαν μας. Η Κερύνεια είναι παραθαλάσσιο μέρος στην Κύπρο. Το χωριό μου είναι ο Μαραθόβουνος. Εκεί γεννήθηκα 3 Νοεμβρίου το 1942. Και η δουλειά μας ήταν η γεωργία. Σιτάριν… Αυτά είχαμε… εσπέρναμε στη γη. Τζαι εγώ με έμαθεν ο πατέρας μου από έντεκα χρόνων να σπέρνω το χωράφι με το χέρι μου. Τζαι ερχόταν ούλλο που εβλαστούσε, ούλλον το ίδιο. Τα αεροπλάνα που την Κερύνεια έρκουνταν και πηγαίναν ως τον Απόστολο Ανδρέα και εβομβαρδίζαν μας. Επήαμεν ως τις 14 του Αυγούστου. Τζαι είμαστεν σπίτι μας. Αλλά, τα αεροπλάνα συνέχεια ‘εν τζαι ‘φήναν μας ήσυχους.
Πώς περάσανε εκείνες οι μέρες από την πρώτη εισβολή δηλαδή στις 20 Ιουλίου;
Ναι. Δύσκολα επεράσαμεν αγάπη μου, δύσκολα. Πολλά δύσκολα. Αναγκαστήκαμε να βγάλουμε, όταν επροχωρούσαν οι Τούρκοι από τον Πενταδάχτυλον και έρκουνταν προς τη Μεσαορία και τα αεροπλάνα πιο πολλά, εβγάλαμε στην αυλή μας έναν καταφύγιο. Με τα χέρια μας. Το στεγάσαμε, αν τύχει να μπορέσουμεν να κατεβούμε μέσα, να γλιτώσουμε που τα αεροπλάνα.
Τι καταφύγιο ήταν αυτό;
Όπως το κρησφύγετον - πώς να το πω - κάτω στη γη το φκάλαμε. Και στεγάσαμεν το που πάνω. Εφήκαμεν του δύο πόρτες, η μία να βγαίνει και η άλλη να μπαίνεις. Γιατί άμα κλείσει η μια η πόρτα, ‘εν να μείνουμεν μέσα. Εγώ είχα και τρία παιδιά. Είχα τρία παιδιά, η Μαρία η μεγάλη μου πήαινεν Δ Δημοτικού, η Κωνσταντία μου επήαινε Β' Δημοτικού - τον Σεπτέμβριο που είσιεν να πάσιν- τζαι η Σοφία μου επήαινε Α' τάξη που ήταν να ανοίξουν τα σχολεία μας. Επερνούσαν τα αεροπλάνα, εβομβαρδίζαν μας. Που τα χωρκά εφήαν κάποιοι που κάποια χωρκά και ήρταν σπίτι μας. Σε ούλλα τα σπίθκια. Εγυρνούσεν κάποιος κύριος χωρκανός μας και μάζευε ρούχα για να δώσει… Να πάρουν εις τους πρόσφυγες που φύαν από την Κερύνεια, που τα χωριά όλα εκείνα, τα πλούσια τα χωρκά. Πάνω κάτω επερνούσαμεν κι εμείς. Ψωμιά, επειδή είχαμε δικά μας σπίτι μας, αλεύρι δικό μας αλεύρι που το αλέθαμε στο μύλο, είχαμεν αλεύρι και κάναμεν τες δουλειές μας, τα ψωμιά μας.
Επεράσαν οι δεκατέσσερις ημέρες… Ήρταν οι δεκατέσσερις ημέρες του Αυγούστου. Κι αμέσως οι Τούρκοι επέσαν στο χωριό μας. Επερνούσαν από πάνω που το σπίτι μας οι όλμοι τους. Και πέφταν εις την άκραν του χωριού. Κι επαίρναν τα σπερμένα [00:05:00]φωτιά. Σε μια στιγμή που ήρταν τόσον κοντά μας, εκατεβήκαμεν στο πρόχωμα, σε τούτον πρόχωμα, στο καταφύγιο. Ήταν και η πεθερά μου σπίτι μας, ο πεθερός μου και δύο αγγόνια τους που ήταν ορφανά. Κι εκατεβήκαμεν όλοι μέσα εκεί. Έβαλα Καινή Διαθήκη τζει μέσα, έβαλα ψωμιά, χαλλούμια, νερόν. Είχαμεν τα έτοιμα τούτα. Μόλις εμπήκαμεν μέσ’ στο καταφύγιο… Πριν να μπούμε στο καταφύγιο, εγώ έλεγα στους υπόλοιπους να φύουμεν που το χωρκό. Αλλά, ‘εν ήθελαν να φύουμε. Ούτε ο άντρας μου, ούτε τα πεθερικά μου, πού να πάμε. Στην πολλήν ώραν άμαν, εμπήκαμεν στο καταφύγιο. Περνάει ένας χωριανός μας από το δρόμο δίπλα μας και φώναζε: «Εφκάτε, χωρκανοί, έξω να φύουμεν 'που το χωρκό, γιατί οι Τούρκοι επέσαν μες στο χωρκό μας, εκατεβήκαν μες στο χωριό μας». Σημείωσε ότι εμείς εις τους πρόποδας του Πενταδακτύλου, δηλαδή τρία χιλιόμετρα πιο κει που το χωρκό μας, είχαμε χωρκά τούρκικα. Μόνον Τούρκοι. Το Τζιάδος, ο Κορνόκηπος. Είχαμε τζαι άλλα δυτικά μας, πιο μακριά. Άμαν ακούσαμεν τον άνθρωπον αυτόν να φωνάζει να φύουμε που το χωρκό. Ήταν που άλλην γειτονιά που ρτεν και επαίρναν να φύει. Γιατί εμείς εκαθούμαστεν στη γειτονιά του Μαραθοβούνου στον Νότο. Που δαμέ εφέφκαν κείνοι που ήταν να φύουν, προς τον Νότο. Μόλις ακούσαμε αυτή τη φωνή συνέχεια να μας φωνάζει – τζαι επήαινε με το τρακτέρ του αυτός και εφώναζε συνέχεια - εβγήκαμεν από το καταφύγιον, αγάπη μου, για να πάμεν κάπου έξω από το χωριό μακριά σε έναν τόπον που είχεν δέντρα, ευκαλύπτους, σ’ έναν ποταμό, για να κάτσουμεν στη σκιά, ώσπου να δούμεν τι θα γίνει. Εγώ είχα δύο βαλίτσες γεμάτες ρούχα. Η μια ήταν τα πρόχειρα μας και η άλλη ήταν τα καλά μας. Αλλά, επειδή εφώναξεν ο άθρωπος, τόσο γρήγορα πρέπει να φύουμε, έπια μόνο τη μιαν βαλίτσα. Εν εμπόρουν να πιάω και δεύτερη, να στραφώ, να μπω στο σπίτι ξανά και να ξαναπάω στο αυτοκίνητο. Επιάσαμεν κείνην την βαλίτσα. Είχαμε ένα βάζο χαλλούμια που τα φέραμε λίες ημέρες πριν και είχα τα στην τζαμαρία. Η κουζίνα μου είχεν τζαμαρία έξω τζαι είχαμεν τα τζαμέ. Ήταν Τετάρτη ημέρα. Την Τρίτην, εγώ εζύμωσα ψωμιά και εφούρνισα τα στο φούρνο μου με τα ξύλα. ‘Εν τζαι αγοράζαμεν ψωμιά. Και τα είχα πάνω στους τσέστους, για να κρυάνουν ως το πρωί. Άμα μας εφώναξεν ο άθρωπος τούτος ότι πρέπει να φύουμε κι επήα εγώ τζαι κατάφερα με τα χέρια μου τζαι έπια τρία ψωμιά. Έπιασα τα χαλλούμια, τα τρία ψωμιά, μια βαλιτσού ρούχα τα πρόχειρα μας, δηλαδή ό’ι πολλά ρούχα, για να αλλάξουμε. Όμως, ετοίμασα τζαι μια τσέντα με τα χρυσαφικά μου. Γιατί ήρτεν μια αρφότεκνη της γειτόνισσας από το Καϊμακλί και είπεν της: «Θεία μου μάζεψε τα χρυσαφικά σου, γιατί οι Τούρκοι θα μπουν στο Μαραθόβουνο». Τζαι επικοινωνήσαν τζαι μαζί μου τζαι είπαν μου τζαι έβαλα τα σε μιαν τσέντα. Βραχιόλια, λίρες χρυσές, καπνιστομέρεχα. Αυτά. Και εμπήκαμε μέσα στο αυτοκίνητό μας όλοι εμείς. Ήρτεν τζαι μια γειτόνισσα η διπλανή μου με το μωρό της, με το αγγονάκιν της. ‘Εν μας εφώρεν το αυτοκίνητο και ο πεθερός μου εκατέβηκε. Και λέω του: «Πήαινε, κατέβα στο καταφύγιον κάτω. Έσχιειν ψωμί, έσχιει χαλλούμι, έσχιει ράδιον εκεί μέσα». Και επήαμεν να πάμεν εις τον ποταμόν που τα δέντρα. Το αυτοκίνητο μας – ήμασταν πόσοι ήμαστεν -εμείς πέντε, η πεθερά μου έξι, τ’ αγγόνια της οχτώ τζαι έμπην τζαι η γειτόνισσα με το μωρό. Το αυτοκίνητο μας πόσους είσχιεν να χωρεί; Εκαθόμασταν ο ένας πάνω στον άλλον. Σημείωσε ότι εμείς την Τρίτη νύχταν εδώκαμεν κλιθάριν εις την κυβέρνησην, την Συνεργατική. Και επήεν ο Αντρίκκος στη Συνεργατική την Τρίτη το δείλι τέλεια τη νύχτα και επληρώθηκεν. Έφερεν εφτακόσιες λίρες. Το πρωίν εμείς ‘εν εμπορέσαμεν μες τζειν’ τον φόον ούλλον να συννενοηθούμε τα [00:10:00]λεφτά πού είναι. Εφόρεν τα τζαι είσχιεν τα μες στην πούγκα του στο παντελόνιν του. Αλλά, όταν είπαμε εν να φύουμε εν να πάμεν στα χωράφια, έφκαλεν το παντελόνι τζαι έβαλεν το στην κρεμάστρα και εφόρεσεν άλλο και τα λεφτά εμείναν εκεί μέσα. Εφύαμεν χωρίς λεφτά. Πηγαίνοντας εις τον δρόμον – με χωματόδρομον εφκαίναμεν να φύουμεν - ήβραμεν τη μητέραν μου να κρατεί τα παπούτσια της εις το χέρι και να τρέχει. Εσταματήσαμε, έμπηκε μέσα στο αυτοκίνητο μας, αλλά δε μας αναγνώρισε ποιοι είμαστεν. Έμπηκε μες στο αυτοκίνητον, όμως. Ο άντρας μου, αντί να μας πάρει εις τον ποταμόν που ‘τα δέντρα για να κάτσουμεν στη σκιάν, επήαμεν σε ένα γειτονικό χωριόν μικρό. Εμπήκαμεν μες στο χωριό, δεν είχεν ούτε πουλιά να πετούν. Έφυεν ο κόσμος. Εφύαμεν από εκεί. Προχωρούμεν προς την Αμμόχωστον, γιατί είμαστεν επαρχία Αμμοχώστου το χωριό μας. Μεσαορία. Μπαίνουμεν σε άλλο χωριό. Τίποτε ανθρώπους να δεις. Εξεκινήσαμεν και επιάμεν το δρόμον και επήαμεν να πάμε προς την Αμμόχωστο. Εφτάσαμεν στην Αμμόχωστο. Σημείωσε ότι με το αυτοκίνητο μας εμάς έφκην τζαι ο γείτος μου με γεμάτον αυτοκίνητον και οδήγαν το ο εγγονός της πεθεράς μου. Ήταν δεκαέξι χρονών. Αλλά, ήξερεν τζαι οδήγαν τζαι έπιαεν το, για να τους φκάλει τζειν’ την οικογένειαν εκείνη έξω. Μπαίνουμεν και στο δεύτερον χωριόν, τίποτε. Πού να πάμεν; Θα πάμεν στην Αμμόχωστον. Ξεκινούμεν, πάμεν στην Αμμόχωστον. Ο άντρας μου είχεν αδερφόν εκεί παντρεμένο τζαι πήαμεν στο σπίτι τους. Αλλά, ο αδερφός του ήταν εις τον στρατό. Ήταν μόνον η γυναίκα του με τα τρία παιδιά της. Η γυναίκα, μόλις μας είδε που πήαμεν τόσα άτομα, έβαλεν την κατσαρόλαν πάνω να κάμει φαΐν να φάμεν. Αλλά μόλις εκατεβήκαμεν που το αυτοκίνητον εμείς τζαι εμπήκαμεν σπίτι της, ένας άντρας που την παρέα μας που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο μας τζαι ο άντρας μου, ‘εν εφτάσαν να ρτουν να μπουν μες στο σπίτι του κουνιάδου μου. Εκόψαν στο αυτοκίνητο που κοντά στα κυπαρίσσια. ‘Εν εφτάσασιν τζαι πέσαν τζαμέ χαμαί τζείνοι οι δύο. Εμείς εμπήκαμεν σπίτι τζαι εμπήκαμεν άλλοι που κάτω στα κρεββάθκια άλλοι που κάτω στα τραπέζια, γιατί αρκέψαν τζαι εβομβαρδίζαν μ’ αεροπλάνα. Ήρτεν κάποια ησυχία ύστερα, αλλά τηλεφωνούσαν της γυναίκας του κουνιάδου μου, γιατί ήταν στην Αμμόχωστο που κάθουνταν εξέραν τους ο κόσμος. Της έλεγαν: «Μα ακόμα ‘εν επήες, Φωτεινή; Ακόμα είσαι σπίτι, Φωτεινή; Πιάσε τα μωρά σου τζαι φύε, Φωτεινή». Μετά δυσκολίας, ο άντρας μου να φύουμεν απ’ εκεί. Ξέρεις τι μου είπε; Μου είπεν: «Εσύ είσαι η αιτία να φύουμε τζαι που δαμέ». Από το σπίτιν εκείνον.
Ενύχτωσεν ύστερα. Επήαμεν, εφκήκαμεν, επήαμεν στο Φρέναρος στη συννύφισα μου με τα παιθκιά της. Στο Φρενάρος επήαμεν με μια ξαδέρφην του άντρα μου, αλλά ήταν τα παιθκιά της, οι γιούδες της ήταν στρατιώτες. Έκλαιεν, εσκοτώνετουν. Εκάτσαμεν στην αυλήν της, επεράσαμεν την νύχτα μας. Το πρωί φωνάζουν εις το χωρκόν τούτον, το Φρέναρος, να φύουμεν όλοι έξω απου το χωριό μακριά στες βάσεις των Εγγλέζων. Είχαν βάσεις οι Εγγλέζοι έξω από την Αμμόχωστον. Εξεκινήσαμεν, επήαμεν σ’ ένα χωρκό που ονομαζόταν Ορμήδεια. Και ούλλος ο κόσμος επήεν εκεί. Εγεμώσαν τα χωράφκια. Όσα δέντρα είχεν, έκατσεν ο κόσμος που κάτω. Τζαι εκάτσαμεν τζαι εμείς κάτω που ένα δέντρο. Όλοι μαζί. Τζαι κάθοντα ετζοιμηθήκαμε, κάθοντα εφάαμεν λίο ψωμίν τζαι χαλλούμιν ‘πο κείνα που είχα. Ενύχτωσεν τζαι εξημέρωσεν η άλλην μέρα. Πάλαι έτσι μες στα χώματα εκαθούμαστεν που κάτω στα δεντρά. Τι να κάμουμεν τωρά; Η κόρη μου η μεγάλη, η Μαρία, σε μια στιγμή που καθούμαστεν κάτω που το δέντρον - εγιώνι έκλαια- το μωρόν επείναν τζαι έθελεν να τα φάει. Ελάλεν μου: «Μάμα πεινώ, πεινώ». Εθύμωσα της. Επήεν να φύει το μωρό που κοντά [00:15:00]μου – είπαμεν επήαινε Γ', είχεν να πάει Δ' τάξη - να φύει που κοντά μου όμως μες στο χώμα είχεν τέλλι που τούτον που τελλιάζουν γυρώ που έχει πάνω τζαι μπαίνουν σου... πώς το λένε δεν ξέρω.
Έχει αγκαθάκια-
Έπεσε το μωρό χαμαί τζαι έμπηκεν πα στο μερίν του τζείνον το σίδερο. Άτε το ράβουμε. Το μωρόν έπρεπε να πάει στο γιατρό. Εκεί κοντά μας… Εμείς εκαθήσαμεν στο γήπεδον της Ορμήδειας. Μες στο κέντρον του χωριού. Εκεί είχεν πολλές ροδιές που ήταν της εκκλησίας οι ροδιές εκείνα τα δέντρα που κάτσαμεν κάτω, από κάτω. Εκεί εκάμασιν δύο καμάρες τζαι είχεν γιατρό μέσα. Έτσι, πρόχειρα πράματα. Επήραμεν την Μαρίαν εις το γιατρό τζαι εκανόνισε μας την. Ήταν μεγάλη δυσκολία για τούτη τζαι για μας και για το μωρό. Εμείναμεν εκεί κάτω τρεις, τέσσερις, πέντε μέρες. Κάτω από τα δέντρα χαμαί. Εν τζαι είσχεν κανένα να μας ρωτήσει κανένας. Είμαστεν πολλοί. Κάθε τόπος τζαι μια οικογένεια. Τζαι που κάθε χωρκό. ‘Εν είμαστεν όλοι οι χωριανοί μαζί. Ήρτεν ο αδερφός μου, για να μας δει. Ο αδερφός μου εκάθετουν στη Λευκωσία. Τζαι ήρτεν. Ρωτώντας μας βρήκε τζαι έκατσεν πάνω σε μιαν πέτρα. Τζαι εκαθούμαστεν έτσι παν στο χώμα, πας στους όχτους που τους λέμε. Εγώ δεν τον κατάλαβα! Που το πολύν παράπονο που είχα δεν το κατάλαβα! Διότι ο αδερφός μου κάθε μέρα είμαστεν μαζί. Ερχόταν στο χωριό με την οικογένειαν. Τζαι είπα του: «Κύριε», λέω, «ποιος είσαι εσύ;». Τζαι μου είπε: «Γιωρκούλλα, ‘εν είμαι ο αδερφός σου ο Κυριάκος;». Επόλλυνεν το κλάμα μου τζαι το παράπονό μου τούτο. Μετά εστήσασιν τζαμαί που είμαστεν, ήρταν τζαι εφέραν κάτι τσαντίρκα ώρα 9:00, μικρά, τετράγωνα τζαι εδώκαν μας τον αριθμό 13. Τζαι να μπούμεν όλοι μες σε τζείνο το τσαντίρι να πέσουμε χαμαί. Κάθοντα είμαστε, ούτε τζαι κάθοντα ‘εν μας χωρούσε. Η πεθερά μου ύστερα με τα δυο της εγγόνια έφυγε που κοντά μας τζαι ήρτεν στη Λευκωσία, είχεν γιο. Εμείς εμείναμε στο αντίσκηνο μας με τα μωρά τζαι τη μάμα μου. Ο πατέρας μου, όμως, που δεν βρήκε τόπο να μπει στο αυτοκίνητον μας, ήρτεν κοντά μας τζαι μας έστελλε - έπρεπε να το πω που πριν τούτο - μας έστελλε να πάμε σ’ ένα χωριό διπλανό, το οποίο ήταν και Τούρκοι και χριστιανοί μαζί. Ευτυχώς, που δεν πήγαμε. Αν επηγαίναμε, θα μινίσκαμεν εκεί και θα μας πιάχουν οι Τούρκοι. Ετούτο έπρεπε να το πω πριν, αλλά ας είν’ και τώρα. Εμείναμε μες τζείνο το αντίσκηνο ένα χρόνο. Πολλά μικρό. Ήρταν, εφέραν μας δύο camber. Τζαι πέφταν πάνω τα μωρά μας. Εμείς επέφταμεν χαμαί. Τζαι είσχεν ένα χειμώνα πολλά βαρύν. Τα μωρά εκανονιστήκαν τζαι επήραν τα στο σχολείο σε τσαντίρκα πάλαι. Τα τρία μου μωρά είσχεν να ξυπνήσουν το πρωί, να πλυθούν, να νιφτούν τζαι να πάσιν εις το τσαντίρι. Τζαι ήταν τζαι μακριά τζαι επηαίναν περπατητά τα μωρά. Που δηλαδή που ένα τσαντίρι επηαίναν στο σχολείο σε άλλον τσαντίρι. Τα μωρά μου εφκάλαν αυτόν το χρόνο, ο’ι μόνον τα δικά μου, όλους τους πρόσφυγες που είμαστεν εκεί. Στον έναν χρόνο που ήταν να ανοίξουν τα σχολεία τώρα τον Σεπτέμβρη, έπρεπε να φύω τα μωρά μου. Ελυπούμουν τα. Έπρεπε να φύουμεν, να βρουμεν σπίτι να ενοικιάσουμεν.
Πριν φύγεις από εκεί, πες μου για εκείνες τις μέρες στα αντίσκηνα. Πώς ήταν εκεί η καθημερινότητα που μείνατε ένα χρόνο;
Έναν χρόνο; Εκάμαν κάτι παράγκες, εβάλαν βούρνες μέσα και ντους. Η βούρνα να πλινίσκουμε το πιάτο μας, τα πιρούνια μας που τρώαμε, που μας δώσαν κάτι. Τα ντους… Για τα ντους, [00:20:00]έπρεπε να πααίνεις τζαμαί με τους τόρους σου, να καρτεράς σειρά να κάμεις ένα ντους. Τζαι εβγάλασιν τζαι ένα ποταμόν, μεγάλον ποταμόν, εστεγάσαν τον όλο τον ποταμόν που πάνω τζαι εχωρίσαν το με σακούλες τζαι πόρτα σακούλα τζαι μπαίναμε για τουαλέτες. Αυτή ήταν η ζωή μας ένα χρόνο.
Εσύ τι έκανες εκεί; Πώς περνούσε η μέρα εκεί;
Πώς περνούσε; Με το κλάμα, με τούτα. Με τες κουβέντες με τους γειτόνους, με τα παράπονα. Όμως, αρχίσανε και μας έδιναν τρόφιμα τα λεγόμενα. Έπρεπε να πάεις να γραφτείς με τη σειρά τζαι που είσχεν να ανοίξουν να τα διούσιν να πάεις πάλαι να καρτεράς σειρά να φωνάξουν το όνομά σου. Να σου δώσουν φασόλια, ρύζι, ζάχαρη, τυρί. Ψωμίν, όμως, επιάναμεν από ένα που τον φούρνον. Η Ορμήδεια είχεν φούρνον. Τζαι έπιαχεν τον η κυβέρνηση τζαι φουρνίζαν ψωμιά τζαι πήαινες ετζεί τζαι εγράφεσουν. Αλλά, για κάθε νοικοκύρη έδιναν μόνον ένα ψωμί! Εμείς είχαμε μόνο τον άντρα μου. Είμαστεν τόσοι πολλοί. Ένα ψωμί! Τα τσαντίρκα μας το χειμώνα που φύσααν ο αέρας, εβγαίναν τα σχοινιά τους τζαι επέφταν πάνω μας. Τζαι έπρεπε να σηκωστεί ο άντρας μου με κείνο… μες το σχιόνι, μες στον αέρα, σκοτεινά να τα στερεώσει χαμαί στη γη. Όι μόνο ο άντρας μου, όλοι οι αθρώποι. Είχεν ένα μεγάλον αντίσκηνο, πολλά μεγάλο που μινίσκαν πολλές οικογένειες μέσα, λίον πιο κάτω που μας. Τζαι μια νύχτα που τα πολλά νερά που έκαμε, έπεσε το αντίσκηνο ολόκληρο. Τζαι μια γεναίκα ήταν έγκυος εννιά μηνών τζαι έπρεπε να βρει τσαντίρι να μπει μέσα. Ήρτεν εις το τσαντίρι μας, ‘εν τζαι έξερεν μας η γεναίκα. Τζαι εφώναξε. Το τσαντίρι είχε, όμως, πόρτα με πανί με φερμουάρ. Άνοιξα το φερμουάρ εγώ, ήταν η κυρία. Λαλεί μου: «Να με φιλοξενήσετε λίγο, γιατί έπεσε το αντίσκηνο μας το μεγάλο τζαι εμείναμεν ούλλοι τσιλλημένοι που κάτω», λαλεί μου. Εγιώνι δεν είχα τόπο να τη φιλοξενήσω, αφού ως την πόρτα εκείνη που ήταν το φερμουάρ, έπεφτα εγώ. Λέω της: «’Εν έχω τόπο να σε φιλοξενήσω. Έλα να σε πάρω να πάμε μαζί στο νοσοκομείο, τζείνον που κάμαν το νοσοκομείο». Τζαι επήρα την εις το νοσοκομείο τζαι έμεινε τζαμαί όλην τη νύχταν η καημένη η γυναίκα. Αυτές οι δυσκολίες ούλλες, πώς να σου πω; Εκάμαμεν μιαν ισσκιάν με ξύλα. Έδωκεν μου μια μαείρισσαν μια γεναίκα Ορμηθκιώτισσα τζαι κάμναμεν κανέναν φαΐ που τζείνα που μας εδιούσαν. Βράζαμε ρύζι, εβράζαμεν φασούλια. Με ξύλα μιαν ισσκιάν που την λέμε. Επεράσαμεν έτσι ένα χρόνο. Έδωσαν… Εφέραν σεντόνια εδώσαν μας, εφέραν μπατανιές, εδώσαν μας. Αυτά.
Ο Ερυθρός Σταυρός βοήθησε;
Ναι βοήθησεν πολλά ο Ερυθρός Σταυρός, πάρα πολλά. Εφέρναν τα ρούχα… Εφέρναν ρούχα τζαι βάλλανε μέσα στις τσαντίρες μεγάλες τζαι επηαίναμε να βρουμεν ρούχα που κάμναν των μωρών μας, που μας εκάμναν εμάς. Που έστελλε ο κόσμος τζαι από την Ελλάδαν ακόμα. Που την Ελλάδα ήρταν πολλά ρούχα. Πάρα πολλά. Τζαι κουβέρτες. Πολλά πράματα ήρταν από την Ελλάδα. Βοήθεια. Όταν ήρτεν ο Αύγουστος τζαι έπρεπε να πάνε τα μωρά μου στο σχολείον πάλε, έπρεπε να βρουμεν κάποιο σπίτι να πάμε να νοικιάσουμε. Δεν έβρισκες πουθενά σπίτι να νοικιάσεις. Με συγχωρείς ούτε στάβλο. Τελικά, ήβραμεν… ήβρεν μας ένας γνωστός ένα σπίτι στο χωριόν Κόρνος, επαρχία Λάρνακας. Δυο κάμαρες. Εκεί επήαμεν. Μείναμε ένα χρόνον εκεί. Τζαι τα μωρά μου επηαίναν εις το σχολείο τούτον του Κόρνου πολύ μακριά περπατητά τζαι έρκουνταν. Πάλαι βάσανα. Πάλαι κλάματα. Μετά που ένα χρόνο πάνε στην Ορμήδεια στο σχολείον τα μωρά μου, εδώσαν μας εις τα Λατσιά έναν οικόπεδο. [00:25:00]Αρχίζαν και χτίζαν συνοικισμούς μόνο με μπλοκ και ανοίαν οικόπεδα σε χωριά τζαι διούσαν σου έναν οικόπεδο τζαι οχτακόσιες λίρες να κάμεις το σπίτι σου. Εμείς δεν είμαστεν οι χτίστες, όμως, να ξέρουμε να το φτιάξουμε τζαι έτσι εστοίχισεν μας πολλή δυστυχία, για να το χτίσουμε. Διότι δεν είχαμεν λεφτά. Επληρώναμεν χτίστες, επληρώναμεν εργάτες τζαι χτίσαμεν ένα μικρό σπιτάκι στα Λατσιά. Τζαι πηγαίναν πάλι τα μωρά μου στα Λατσιά εις το σχολείο πολύ μακριά. ‘Εν είσχεν λεωφορεία να τα πάρει τα μωρά. ‘Εν το οργανώσαν, ‘εν εμπορέσαν να το οργανώσουν. Έπρεπε να γεμώσει ο συνοικισμός, αυτοστέγαση ονομάζεται. Συνοικισμός είναι αυτός που είχεν πολυκατοικίες, αυτοστέγαση ήταν που σου διούσαν έναν οικόπεδο, έναν κομμάτιν ναι… κομμάτιν οικόπεδο τζαι έχτιζες μέσα το σπιτάκι σου. Τζαι αναλόγως είσχεν σου με τρία υπνοδωμάτια ή με δυο υπνοδωμάτια. Εμείς, επειδή είχαμε μόνον κορίτσια, εχτίσαμεν με δυο υπνοδωμάτια, διότι μας έλεγαν ότι εν να πάμεν πίσω στα σπίτια μας. Και αυτόν το σπίτιν υπάρχει μέχρι τώρα με δύο υπνοδωμάτια. Τα μωρά μας εμπορέσαν τζαι κουραστήκαν, επολεμήσαν τζαι μάθαν γράμματα. Που το ένα τσαντίρι στο άλλο. Ύστερα στην κάμαρη, δυο κάμαρες. Η μιαν επέφταμεν όλοι τζαι στην μια εμαγειρεύαμεν. Τζαι ύστερα ετζεί που πήγαμεν ήταν τζαι οι τρεις σ’ ένα δωμάτιο. Τζαι εμπορέσαν, γιατί εδιαβάζαν τζαι εσπουδάσαν. Μες στον καημό μας, μες σε τζείνην τη φτώχια μας όλη, εμπορέσαν ετελειώσαν το Δημοτικό, επήαν Γυμνάσιο, επήαν Λύκειο τζαι εμπορέσαν τζαι εύραν δουλειές.
Θα σε πάρω ξανά πίσω. Εκεί στην εισβολή. Μου περιέγραψες το πώς έφυγες από το σπίτι σου. Μπορείς να μου περιγράψεις τη γειτονιά σου και τους γείτονες εκείνες τις στιγμές; Εκείνη τη στιγμή που φεύγατε;
Άλλοι εφέφκαμε… Άλλοι εφέφκαν βουρητοί, περπατητοί τζαι εβουρούσαν έξω να φύουν να πάνε προς τον Νότο. Για να προχωρήσουμε προς την Αμμόχωστον. Πού ήταν να πάμε; Αλλά επίαμεν να πάμεν στα χωράφια έξω και να στραφούμεν τη νύχτα. Όμως, δεν έγινεν τούτο το πράμα. Αφού ‘εν ήβραμεν, επήαμεν στο ένα χωρκόν, ‘εν ήβραμε κανένα. Επίαμεν στο δεύτερο, κανένα. Επίαμεν προς την Αμμόχωστον. Ο κόσμος έτσι εβούραν. Όσοι εμείναν εις το χωρκόν, επιαστήκαν αιχμάλωτοι. Ο πεθερός μου εκατέβηκεν που το αυτοκίνητο μας που δεν είσχεν τόπον, όπως είπα, τζαι έμεινεν τζαι ετζείνος εις το σπίτιν του. Τζαι έμεινεν τζαι ο πατέρας μου στο σπίτι του. Ο πεθερός μου έμπηκεν εις το καταφύγιον, αλλά ύστερα έφκηκεν τζαι επήεν σπίτι του. Τζαι επιάαν τον οι Τούρκοι που το σπίτιν του. Τον πατέρα μου επιάαν τον οι Τούρκοι. Εμίνισκε σ’ ένα χωριό Μουσουλίτα που ήταν κοντά κοντά μας που πήαμεν τζαι ‘εν εβρήκαμεν κανέναν, επήεν εκεί τζαι επήαν τζαι άλλοι σ’ τούτο χωριόν τζαι εμείναν τζαι επήαν οι Τούρκοι τζαι συνάξαν τους όλους αιχμάλωτους. Επήραν τους εις τον Μαραθόβουνο τζαι εβάλαν τους σε σπίθκια. Όλους…. Σε διάφορα δωμάτια, αλλά πολλούς μαζί. Τζαι επροσέχαν τους με τα όπλα. Δεν τους εφήναν να κινηθούν. Πολλούς εχτυπούσαν τους. Σαν ένα χωριανό μας που ήταν σε άλλη γειτονιά… Κάποιοι γειτόνοι μου εμέναν εκεί, ‘εν εφύασιν, εμείναν σπίτι τους. Τζαι επιάχαν τους οι Τούρκοι όλους. Επιάαν τον πατέρα, την μητέραν, δυο κόρες με τους αντράδες τους. Τζαι επιάσαν τους και τους αντράδες επήραν τους εις ταν Τουρκία, επειδή ήταν νεαροί. Ήταν στρατιώτες τζαι επήαν σπίτι τους τζαι εμείναν με τις οικογένειες τους. Του πατέρα το σπίτι, του παππού που λέμε. Τζαι επιάαν τους ούλλους απ’ εκεί. Τζαι πιάαν τζαι άλλους κόμα απ’ εκεί που είμαστεν τέλλια γειτόνοι με αυτούς. Μια κυρία έλεγε, επήεν ο άντρα της τζαι είπεν της να φύει. «Να φύουμεν», λέει της, «Μαρία τζαι οι Τούρκοι εκατεβήκαν τζαι εν [00:30:00]να μας πιάσουν». Τζαι ετζείνη ‘εν έθελε να φύει. Του λέει: «Να φύουμεν και να μας κλέφτουν τα πράματά μας;». Έμεινε με τις κόρες της τζαι με τον γιο της τζαι ο άντρας της έφυε. Εγλίτωσε, αλλά ετζείνους επιάαν τους οι Τούρκοι. Τζαι βιάσαν τους τζιόλας. Τις κοπέλες. Πολλές, τζαι κοτσιάκαρες τζαι νέες. Τόσο βάρβαροι ήταν. Ένας χωριανός μας, ήταν έτσι ένας ασπρουλής, ήταν από ένα χωριό επαρχίαν Κερύνειας τζαι επαντρεύτην στο χωρκιό μας ο άθρωπος αυτός. Το όνομα του ήταν Χρυσόστομος, αλλά ήταν ένας πολύ πολύ καλός άθρωπος. Πάρα πολύ καλός, όπως το όνομάν του. Όταν τους είχαν μαζεμένους στα σπίθκια, επήαν κοντά του τζαι ερωτήσαν τον αν είναι Έλληνας, επειδή ήταν ασπρουλής, ψιλοκομμένος. Ελάλεν τους: «Όι, ‘εν είμαι Έλληνας». «Είσαι 'που τον Μαραθόβουνο;». «'Που τον Μαραθόβουνο». Εκάμναν τον πολλές ερωτήσεις έτσι συνέχεια. Δηλαδή τούτον μας το είπαν αθρώποι, γυναίκες που ήταν μαζί τους εις την ίδιαν κάμαρη. Σε μια στιγμήν που ήταν… όπως ήταν μαζεμένοι τζαι επιμέναν ότι ‘εν Έλληνας, επολοήθην ένας χωριανός τζαι είπεν τους: «Ο κύριος Χρυσόστομος εν που ένα χωρκό επαρχίας Κερύνειας – εν το θυμούμαι τωρά, Γεωργία, να σου το πω - τζαι επαντρεύτην στον Μαραθόβουνο, έκαμεν παιδιά, επάντρεψεν τζαι έχει εγγόνια». Τζαι επιάαν τον απ’ εκεί οι Τούρκοι, εφκάλαν τον εις τον δρόμο που πήαιενε στο Κιάδος εις το τούρκικον χωρκόν τζαι επιάναν τον που το πουκάμισον τζαι σύρναν τον εις τον άσφαλτο μπρούμυτα. Επιέναν τζαι ξαναπιάναν τον τζαι ξανασύρναν τον. Συνέχεια έτσι. Τζαι ποιος το είπε; Επιάναν άδεια να παν να φκουν έξω στες βρύσες να φέρουν νερό εις το σπίτι να πίνουσιν. Με άδεια είσχεν να φκουν έξω. Τζαι όσες εφκαίναν έξω να πάν να φέρουν νερό, εθωρούσαν τους. Γιατί ήταν εις τζείνη την γειτονιά προς το Κιάδος τα σπίθκια που ήταν. Τζαι αυτός ο άθρωπος είναι αγνοούμενος ακόμα.
Εσύ έχεις κάποιον αγνοούμενο στην οικογένεια; Με τον πατέρα σου τι έγινε που έμεινε στο χωριό;
Ο πατέρας μου έμεινε στο χωριό Μουσουλίτα. Ο πεθερός μου στο σπίτιν του. Ανακαλύψαν τον τζαι επήαν τζαι πιάαν τον πεθερό μου. Ο πεθερός μου, όμως, απέναντι που το σπίτιν του λίο πιο κάτω, είσχεν ένα γέρο τζαι έμεινεν τζαι ετζείνος σπίτι του. Τζαι επειδή έκαμνε, έψαλλε, ήταν γιος νιου γέρου ιερέα που πέθανε, ήταν τζαι αυτός μεγάλος, είσχεν μεγάλα αγγόνια αυτός, ο Νικόλας. Ελαλούσαν τον παπά-Νικόλα, γιατί έψαλλες εις την εκκλησίαν. Ήταν γέρος ο άθρωπος, πολλά γέρος. Εφύαν τα παιθκιά του, αλλά τούτος έμεινεν σπίτι. Είδεν τον ο πεθερός μου που την πόρταν του τζαι είπεν: «Εν τζαι ο παπά-Νικόλας έσσω, άειστους Τούρκους να φύουσιν, να ησυχάσει ο δρόμος, να πάω να τον έβρω να κάμνουμεν παρέα». Άμαν ησύχασε ο… εφύαν, επήαν αλλού τούτοι που ήταν στους δρόμους τζαι τα σπίθκια οι Τούρκοι, πήαν σε άλλες γειτονιές, εσηκώστηκεν ο πεθερός μου τζαι επήεν σ’ αυτόν το σπίτιν που ήταν ο παπά-Νικόλας. Κόμα είδεν τον που εφόρτωνε πάνω στο φορτηκόν… Είχε πρώτον και δεύτερον πάτωμα το σπίτιν της κόρης του και που το μπαλκόνι του που το δεύτερον πάτωμα αναγκάσαν τον τζαι έριφκε τα πράματα μες στο φορτηκό. Επιάαν τα τζαι εφύαν. Τζαι εσκοτώσαν τον εις το πρώτο πάτωμα τζαι φύαν τζαι φήκαν τον. Όταν επήεν ο πεθερός μου, ήβρεν τον σκοτωμένο μέσα στο σπίτιν τον άθρωπον. Έφυεν τζαι επήεν τζαι εκρύφτηκε μέσα σε ένα αχυρωνάρι. Δικόν του. Αχυρώνα ο πεθερός μου, δικόν του αχυρώνα. Επήαν τζαι ήβραν τον τζαι επιάαν τον που τζει μέσα τζαι είπε: «Άντε τωρά, να με σκοτώσουν τζαι μένα δαμέ». Όμως, επήραν τον εις την εκκλησία. Στην εκκλησία επήραν πολύν κόσμον του Προφήτη Ηλία. Τζαι άλλους εδέρναν τους, τζαι άλλους εξετιμάζαν τους. Επιάναν τους αγίους που την Αγίαν Τράπεζα, εκοπρούσαν πάνω. Τι να σου πω, πολλά εκάμναν είπαν μας τα πλάσματα που ήταν μέσα [00:35:00]στο τζαμαί. Τον πατέρα μου επήεν ο Ερυθρός Σταυρός εις τούντο χωρκούδι, το διπλανό. Επειδή δεν είσχεν πολλούς κατοίκους, ‘εν επήαν γλήορα να μπουν μέσα οι Τούρκοι. Επήαν τζαι ήβραν τους. Εβάλαν μια σίκλαν έξω τζαι εβάλαν τους γραμμήν όλους. Τζαι είπαν τους «Ό, τι κρατούν πάνω τους, να το ριφκουν μες τζείνη τη σίκλα». Αν δεν το ρίψουν, θα τους πυροβολούν. Τζαι βρουν τα πάνω τους ύστερα. Αλλά, ο πατέρας μου εν εκράτεν τίποτε. Τίποτε ‘εν εκράτεν. Αλλά, τη νύχταν ο πατέρας μου επήαινεν περπατητός εις το σπίτι του, είσχεν κτηνά τζαι τάιζεν τα. Τζαι πήαινεν τζαι σπίτι μου τζαι έχωνεν μου μες στην αυλή μου πράματα. Που κάτω σε μπάνια, σε βαρέλες που να πάμε να βρούμε, γιατί εσυννάαν τα με τα φορτηγά τζαι φέφκαν τα. Τζαι έκουσεν το αυτοκίνητο, το Land Rover, που σταμάτησε πόξω που την πόρτα μου, του σπιθκιού μου. Τζαι έφκην τζαι έφυεν που την πόρτα… η πόρτα μου εθώρεν στο βόρειο μέρος. Είχα τζαι πόρτα που πήγαινε και άνοιγεν στο νότον. Τζαι εξαπόλυσεν τα ούλλα τζαι έφυγεν τζαι πήεν τζαι κρύφτηκε σε μια θυμωνιά. Με πάλλες. Εκράτε με τα πόδια του τις πάλες και με τα χέρια του, για να μην φαίνεται. Τζαι πήαν τζαι ήβραν τον τζαμαί τζαι επιάσαν τον. Τζαι πήραν τον εις την εκκλησία, ύστερα στα σπίτια, όπως ήταν οι άλλοι μαζεμένοι. Εμείς εστέλλαμε με τον Ερυθρό Σταυρό επιστολές, γιατί ήταν διαβητικός τζαι ύστερα που κάμποσον καιρόν εφκάλαν τον. Που τους πρώτους που φκάλαν. Εφκάλαν τον.
Πώς επικοινωνούσατε μεταξύ σας; Εσείς οι πρόσφυγες που ήσασταν στα αντίσκηνα με τους ανθρώπους που είχαν μείνει πίσω στα χωριά πώς γινόταν η επικοινωνία;
Πώς γινόταν;
Πώς γινόταν η επικοινωνία;
Ερυθρός Σταυρός. Έκαμνες επιστολή τζαι έπαιρνες την εις τον σταθμόν τους τζαι επαίρναν τες. Τζαι στέλλαμε επιστολές με υπογραφές του γιατρού εμείς ότι είναι διαβητικός αυτός ο άθρωπος. Ύστερα πως ήταν να τους ελευθερώσουν σιγά σιγά τους εγκλωβισμένους, εφκάλαν τους. Σαν τον πατέρα μου εφκάλαν τον που τους πρώτους.
Με τον πατέρα σου τι έγινε;
Ελευθερώσαν τον τζαι τον φέραν τον εις το Λήδρα Πάλας στην Λευκωσία τζαι επήεν ο αδερφός μας τζαι έπιασεν τον απ’ εκεί. Αλλά δεν εκαταλάβαινε τίποτε τι του έλεγες. Έμεινεν κόκκαλα μόνον που την ταλαιπωρία. Αυτά. Έμεινεν εις το αντίσκηνον μαζί μας που ήμαστε. Ύστερα έδωκαν τους αντίσκηνο με τη μητέρα μου τζαι μινίσκαν μόνοι τους. Ύστερα, μας εδώκαν εμάς το οικόπεδο. Εμείς εφύαμεν τζαι πήαμεν στον Κόρνο στις δυο κάμαρες. Τζαι πηαίναμεν στα αντίσκηνα τζαι βλέπαμεν τους. Ύστερα ξεκινήσαν χτίσαν… χτίσαν συνοικισμούς με μπλοκ, μόνο με μπλοκ. Τζαι εδώκαν τους ένα σπίτι έξω που την Λάρνακα σ’ έναν συνοικισμό. Δυο κάμαρες τζαι μιαν κουζινού. Τζαι εκεί επηαίναμεν και βλέπαμεν τους τακτικά. Τι ήταν να κάμουμε; Έπρεπε να πάμε να τους δούμε τους γέρους, ήταν ηλικιωμένοι.
Όταν φεύγατε από το χωριό τότε 14 Αυγούστου, τι σκέψεις έκανες; Νόμιζες ότι θα φύγεις και θα γυρίσεις ξανά πίσω;
Βέβαια. Εκαρτερούσαμεν να φύουν οι Τούρκοι και να κάμει κάτι κάποιος να τους φύει τζαι να πάμεν σπίτι μας. Ακόμα τζαι στο σπίτι που κάτσαμεν στα Λατσιά στην αυτοστέγαση, όλοι οι Προέδροι μας έλεγαν: «Όλοι οι πρόσφυγες εις τα σπίθκια μας. Όλοι οι πρόσφυγες εις τα σπίθκια μας». Δεν πήγεν κανένας. Τωρά που ανοίξαν τα οδοφράγματα, έσχιει λία χρόνια, όμως, πάσιν πολλοί τζαι θωρούν τα σπίθκια τους, τους τόπους τους τζαι έρκουνται πίσω.
Το δικό σου σπίτι τι απέγινε;
Τα ισοπεδώσαν όλα εκεί. Όλα. Ισοπεδώσαν τα. Εφκερώσαν τα τζαι εκάμαν τα με τον χιοίρο όλα οικόπεδα. ‘Εν εφήκαν τίποτε. ‘Εν τζαι επήα εγώ. Επήαν, όμως, παιδιά μου τζαι είδαν τα, επήαν χωρκανοί τζαι είδαν τα τζαι είπαν μας το. Εγώ δεν μπορώ να πάω να το δω. Για να ζήσω ακόμα λία χρόνια. Γιατί μέχρι τώρα, [00:40:00]εγώ στο σπίτι που είμαι κλαίω. Κλαίω. Θυμούμαι πόσα βάσανα ετραβήσαν τα μωρά τζαι εμείς ως τώρα που είμαστεν μακριά που το σπίτι μας, που την γην μας. Εμείς σπίτι μας, επειδή είμαστεν Μεσαορία, ‘εν αγοράζαμεν. Είχαμεν το πουργούρι μας δικό μας, το αλεύρι μας δικό μας, τον τραχανά μας που τα ζώα μας. Εκάμναμε τον τραχανά μας. Νιώναμε τα κοτόπουλα, τις κότες μας, εμεγαλώναμεν γουρούνι τζαι σφάζαμέν το τα Χριστούγεννα με δικό μας αλεύρι που αλέθαμε στους μύλους που έκαμνε για τα γουρούνια. ‘Εν αγοράζαμεν ούτε αβγά, τίποτε. Περιστέρια. Τίποτε. Είχαμεν όλα αυτά στο σπίτι μας δικά μας. Όλοι.
Τι σου λείπει τόσο πολύ από το χωριό σου; Από το Μαραθόβουνο τι είναι αυτό που σου λείπει πολύ;
Μου λείπει η γη μου. Μου λείπουν οι γειτόνοι μου. Μου λείπει η ζωή μου όλη που έκατσα εκεί. Εδώ είναι όπως τους ξένους. Ναι, έχουμε γειτόνους, γειτονιά τζαι μας είναι καλοί. Αλλά, είμαστεν κάθε οικογένεια που έναν χωριόν. ‘Εν εν όπως την γειτονιά που γεννηθήκαμεν κι εμεγαλώσαμεν μαζί, επαντρευτήκαμεν, εκάμαμε τα σπίθκια μας, τα παιδιά μας. Όλη η γειτονιά.
Πριν τις 14 Αυγούστου που φύγατε από τα σπίτια σας, είχε προηγηθεί η πρώτη εισβολή στις 20 Ιουλίου. Δεν είχατε κάποια ενημέρωση για το τι θα γινόταν;
Την πρώτη εισβολή είμαστεν σπίτι μας. Μέχρι 14 του Αυγούστου. Και καλά που εφώναξεν εκείνος ο άθρωπος τζαι εφύαμεν. Αν δεν τον ακούαμε εμείς τζαι μεναμεν, είσχεν να πιάουν τζαι τα μωρά μου. Τζείνος ο άθρωπος, να ναι καλά ετζεί που είναι, με τη φωνήν του που φώναζε, εφύαμεν. Αφήκαμε τζαι τα λεφτά μας, αλλά ας μείνουν ευλοημένα. Τουλάχιστον εγλιτώσαμε τζαι ‘εν είδαμεν τους Τούρκους απέναντι μας. Ένας γείτος μου που ήταν στρατιώτης τζαι επιάσαν τον, τέλια γείτος μου, επήραν τους εις την Τουρκία. Ξέρεις τι μας λέει μέχρι… αν επικοινωνήσουμε και τώρα; «Ευτυχώς που φύατε τζαι ‘εν τους είδετε απέναντι σας».
Δεν τους είδες ποτέ εσύ τους Τούρκους από τόσο κοντά;
Όχι, όχι. Τους είδα, όμως, πριν λία χρόνια πόσα, πριν πολλά λία χρόνια εκεί στη γειτονιά μου να δουλεύουν σ’ ένα σπίτι δυο άντρες. Τζαι εγώ ήθελα μιαν βοήθειαν για τη στέγη του σπιθκιού μου. Έβαζε νερό. Εθώρουν τους εδουλεύκαν κάθε μέρα εκεί, κάθε μέρα εκεί. Μιαν μέρα είπα του άντρα μου, ήταν τέλια κοντά μας το σπίτι: «Σταμάτα αυτού να κατεβώ να τους πω τούτους αθρώπους», λέω του, «να έρτουν να δουν, αν έρτουν τζαι θωρούν την στέγη μας».
Πες μου.
Τι έλεγα;
Θέλω να μου πεις για εκείνη την ιστορία στο αντίσκηνο με το καρβέλι ψωμί.
Ναι. Ξέχασα το αυτό. Επηγαίναμεν στο φούρνον, για να γραφτούμεν, επιάναμεν γραμμή να πάρουμεν ένα ψωμίν. Για τον κάθε νοικοκύρην, δεν εβλέπαν πόσα άτομα είναι στο κάθε τσαντίρι. Ένα ψωμί. Μια γειτόνισσα μου ακριβώς διπλανή μου από το χωριό μας, εβρεθήκαμεν μαζί στην γραμμή. Τζαι εγώ είχα την Μαρίαν την κόρη μου την μεγάλην μαζί μου. Τζαι μόλις είδε την κόρην μου… Αυτή έξερε ότι ένα ψωμί θα μας δώσουν. Μόνο τον άντρα μου που είχαμεν νοικοκύρην. Μόλις είδεν την Μαρίαν την κόρη μου, διότι αφού είμαστεν γειτόνοι, επερνούσαμεν τόσον καλά, άρπαξεν το μωρό που κοντά μου τζαι έβαλεν το μπροστά της. Τζαι είπεν τους τζαμέ που γράφασιν: «Γράψετε μάνα μου τζαι τούτο το μωρό, να πιάχει ένα ψωμί, γιατι οι γονιοί του είναι χασιμιοί, να φάει με τα αδέρφια του». Για να γίνουν τα ψωμιά μας δύο. Μεγάλη ιστορία και αυτή. Εγώ λέω καλά που εζήσαμεν. Δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός.
Εγιώ το μόνο που έχασα τζαι κλαίω πιο πολλά από το καθετί. Στο σπίτι, οι πάπποι μου είχασιν μιαν εικόνα της Παναγίας της Κυκκώτισσας. Τζαι άφταν της καντήλα σπίτι τους. Οι παππούδες του παππού μου. Τζαι εμίνισκεν που γενεάν της γενεάς η Παναγία αυτή. Έρχονταν που τον Μαραθόβουνο που την κάθε [00:45:00]γειτονιά να ζητήσουν την βοήθειαν της τζαι εφέρναν λάδι και ανάβαν την καντήλαν της. Στο σπίτι την είχασιν. Επειδή έχτισα εγώ μέσα στο σπίτι του παππού που την εκράτεν, η Παναγία έμεινεν κοντά μου εμένα. Τζαι έρκουνταν εις το τζαμαί που ήταν η εικόνα, ανάβαν την, επροσκυνούσαν την τζαι εφέφκαν οι αθρώποι. Όμως, ένα χρόνο πριν να φύγουμεν από το σπίτι μας, ακριβώς ένα χρόνον, Τετάρτη ήταν βράδυ. Εγώ τα μωρά μου Τετάρτη, Παρασκευή δεν τα μίλλωνα. ‘Εν ετρώαμεν κρέας. Είχαμεν περιστέρια. Τζαι όταν ανάψαν τα φώτα τους δρόμους που λέμε με το ρεύμα, ο άντρας μου ήρτεν που την δουλειάν. Ήταν κουρασμένος, εξάπλωσεν τζαι ετζοιμήθηκε. Εις την τηλεόρασης εκάθετουν ένας γείτος μου σχεδόν δεκαοχτώ χρονών τζαι τα μωρά μου στην τηλεόραση. Εγώ εσηκώστηκα τζαι επήα να καθαρίσω τα πεζούνια πίσω στην αυλή, για να τα έχω έτοιμα την Πέμπτη το πρωί να κάμω το φαΐ των μωρών μου. Μόλις επέρασα από την πόρτα του σπιθκιού που ήταν μέσα η Παναγία τζαι ετζεί είσχεν μιαν πέτρα που ήταν ριζιμιά. Εκάμαμεν κουγκριά απ’ εκεί και από την άλλη μπάντα τζαι η πέτρα ήταν ετζεί, αφού ηταν ριζιμιά. Μόλις επάτησα το πόδι μου σε αυτήν την πέτρα το δεξί, ήρθεν ένας βουισμός πολλά δυνατός που την Ανατολή, εγέμισεν η αυλή μου φως. Και του αδελφού μου δίπλα. Εγώ επήα κάτω τζαι εξύπνησα τον άντρα μου αν επάθαν τα φώτα τίποτε. Επήα στον γείτονα μου που έβλεπεν τηλεόραση « Όι», λαλέ μου, «θεία, τίποτα ‘εν εγίνηκεν. Τα φώτα άφτουν όπως άφταν μια χαρά». «Βρε αυτό κι αυτόν έγινε». Εγώ ‘εν εξαναφκήκα μες στην αυλή, όμως. Ο πατέρας μου ήταν στον καφενέν του. Μια γειτόνισσα που εκάθετουν νοτίως του σπιτιού μου, που η πόρτα ποτζεί που είχα τζαι εφκαίναμεν που τον νότο, πάντα εκάθετουν ένας γέρος τζαι μια γριά. Τζαι θωρούσαν προς το σπίτι μου. Κάθε νύχτα έτσι ήταν να κάθουνται, στη δροσιά. Τζείνην την νύχτα είδαν τζαι αυτοί αυτό το πράγμα που είδα εγώ. Αλλά, αυτή η γιαγιά το είδε σειρές σειρές καντήλες αφτούμενες. Επερίμενεν τον πατέρα μου να περάσει να πάει σπιτιν του που τον καφενέ, γιατί έξερεν την ώρα που επέρναν. Εφώναξεν του. Όταν επηαίναν εις το Χατζάτος εμάς, ελαλούσαν τους Χατζήες.
Ένα λεπτό. Τους λέγανε Χατζήδες, λοιπόν.
Ναι. Λαλεί του: «Κωστή, έλα τζαι θέλω σε». Ήταν Κώστας ο πατέρας μου. «Ναι, Χατζίνα, τι με θέλεις;». Λαλεί του: «Τωρά που εκάθουμουν δαμέ, που εκαθούμαστε δαμέ έξω στο δρόμο στο ξεπώρτι μας, έφκην ένας πολλά δυνατός βουισμός που την Ανατολή τζαι ήρτεν που πάνω μας τζαι επέρασεν που την αυλή της Γιωρκούλλας τζαι του Στρατή του γιου σου», λαλεί του, «τζαι ήταν σειρές σειρές καντήλες αφτούμενες». Το πρωίν η μάνα μου, πριν να ξημερώσει που της το είπεν ο πατέρας μου, ήρτεν βουρητή στο σπίτι μου. Λέω της: «Ήντα που ήρτες έτσι πρωί, μάμα, στο σπίτι μου;». Λαλεί μου: «Να σου πω ίντα που είδεν η Χατζίνα τζαι ο Κυριάκος ο άντρας της». «Ίντα που είδαν;» λαλώ της. Λαλεί μου: «Ακούσαν ένα βουισμό πολλά δυνατόν τζαι εγέμωσεν η αυλή σου τζαι του Στρατή σειρές σειρές καντήλες αφτούμενες». Λαλώ της: «Αυτόν είδα το τζαι εγώ, γιατί επέρασα 'που το σπίτι που ήταν μέσα η Παναγία να πάω να καθαρίσω τα πεζούνια μου τζαι εγώ είδα μόνον φως», λαλώ της «Εγίνηκαν οι αυλάδες ολόφωτες. Μονον τούτον είδα». Τζαι την ημέρα που έφεφκα που σπίτι μου, εστάθηκα στην πόρτα του σπιθκιού που ήταν μέσα η Παναγία τζαι η Παναγία είπα προσέχει μας εμάς, ‘εν θέλει προσοχήν που μας. Τζαι έφυα τζαι έφηκαν την τζαι μέχρι σήμερα κλαίω. Μέχρι σήμερα. Γιατί ο παππούς που την είχε, ο παππούς εν ο πατέρας του πατέρα μου, Στρατής το όνομάν του, επέθανεν εκατό χρονών αυτός ο παππούς, την 1η του Γενάρη του ’64. Που ήταν οι φασαρίες με τους Τούρκους πάλε. Και δεν μας αφήναν να πάμε στο [00:50:00]κοιμητήριο να τον θάψουμε. Ήταν προς το Κιάδος το κοιμητήριο μας τζαι δεν μας αφήναν. Αλλά επίαμεν τζαι εθάψαμεν τον. Τζαι μου έλεεν: «Αυτή την εικόνα, ρα Γιωρκού, να την προσέχεις σαν τα μάθκια σου, να μην σου την πάρει κανένας, κανένας, κανένας. Γιατί είχαν την οι πάπποι μου εμένα».
Ένα λεπτό.
Είχεν παππού ο παππούς μου που ονομάζετουν Πρωτόπαπας. Τζαι έκαμνεν κρυφόν σχολειόν σε μιαν κάμαρη τζαμαί στο σπίτι μας που χτίσαμεν εμείς. Η κάμαρη εφύαμεν τζαι υπήρχεν εκεί. Τζαι το έλεαν όλοι οι γειτόνοι, τζαι τζείνοι που πεθάναν τζαι ακούαν το άλλοι άλλοι τζαι το λέαν τζαι αυτοί ότι έκαμνεν κρυφό σχολειόν αυτός ο παπάς εκεί. Και η εικόνα πρέπει να είναι αυτού του παπά. Διότι είχαμεν σπίτιν πολλά παλιόν, το οποίο μου έλεεν ο παππούς μέσα σε αυτόν το σπίτιν, το μισόν ήταν κάτω τζαι το μισόν είσχιεν ύψωμαν το πάτωμαν του. Τζαι είσχεν τζαι στον τοίχον μιαν αρσέρα που τη λέμεν εμείς, δηλαδή ένα κούφωμα μέσα στον τοίχο. Τζαι έλεεν μου ότι: «Στο κάτω εβάλαν τα χτηνά τους οι παππούδες μας, ρα Γιωρκού, τζαι στο πάνω επέφταν. Τζαι τζαμέ στον τοίχον», λαλεί μου, «είχαν την Παναγίαν μέσα». Ο πατέρας μου την Παναγίαν έναν χρόνον πριν να φύουμε, την επήρε εις τον Απόστολο Βαρνάβα στο μοναστήρι, για να του την συντηρήσουν, να μας τη συντηρήσουν. Και του είπαν: «Η εικόνα αυτή είναι τόσον αρχαία που δεν μπορεί να αγγίξει κανένας πάνω της. Να μας την φήκεις εδώ, να σου δώκουμεν εφτακόσιες λίρες και να σου κάμουμεν και μια Παναγίαν Κυκκώτισσα». Ο πατέρας μου, όμως, επειδή ήταν που τους πάππους του, ‘εν εμπόρεν να τη φήσει. Τζαι λέει τους: «Εν μπορώ να τη φήσω, γιατί είχαν την οι παππούδες, είχεν την ο πατέρας μου, είχα την εγώ τζαι τωρά είναι εις την κόρη μου. Τζαι ‘εν μπορώ να μην την πάρω πίσω». Τζαι έφερεν την πίσω. Τζαι, όταν έφυα που τζαμέ τζαι είπα ότι η Παναγία προστατεύει μας εμάς, ‘εν να πάμεν στα χωράφκια τζαι εν να στραφούμεν. Εν να στραφούμεν κόμα τζαι έχασα την Παναγία μου.
Τζαι είναι ένας μεγάλος καημός, μεγάλος αυτός για μένα. Όπως εν η γη μου, εν η ζωή μου. Διότι εμείς είχαμεν χωράφια. Μεγαλώσαμεν ελιές εμείς οι ίδιοι. Πέρναμε νερό με τα γαϊδούρια, με συγχωρείτε, τζαι εποτίζαμεν τες, για να μεγαλώσουν. Όλοι οι κόποι αυτοί εχαθήκαν. Τζαι εφύαμεν με τα ρούχα που φορούσαμεν.
Μετά από 50 χρόνια που ζεις την προσφυγιά σου μακριά από το σπίτι σου, τι είναι αυτό που σκέφτεσαι για τον πόλεμο; Για τον πόλεμο μεταξύ των ανθρώπων;
Να μη γίνεται πόλεμος ποτέ, να μη γίνεται κανένας πρόσφυγας από το σπίτιν του. Εγώ είμαι θυμωμένη, γιατί οι Μεγάλες Δυνάμεις έπρεπε να βοηθήσουν εμάς τους αδύνατους. Ήρτεν η Τουρκία τζαι έβαλεν στην Κύπρο τζαι έπιαεν μας τζαι εκατάρριψεν μας. Αλλά να σας πω κάτι; Το τελευταίον ίσως ‘εν εξεύρω. Αυτός ο παππούς ο Στρατής που πέθανε το ’64, εκατό χρονών, το ’59, το ‘59 επερνούσασιν που το δρόμον του σπιθκιού μας πρώτην του Απρίλη τζαι γιορτάζαν για την ελευθερία της Κύπρου. Το ’59 έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Ο παππούς εκάθετουν στην καρέκλα έξω στον δρόμον τζαι ήμουν τζαι εγώ μικρή δίπλα του. Μικρή; Ήμουν τζαι δεκαέξι χρονών - πόσον ήμουν - περίπου. Αλλά… Τζαι ακούτε τι μου είπε. Μου είπε: «Ρα Γιωρκού…» ερέξαν οι διαδηλώσεις με ταις σημαίες. «Ρα Γιωρκού», λαλεί μου «τούτοι πανηγυρίζουν ότι ελευθερώθην η Κύπρος. Η Κύπρος, κόρη μου, δεν ελευθερώθηκε«, λαλεί μου, «Εφήκαν σας την με τους Τούρκους πομισιάρικην, συνέταιρη δηλαδή. Τζαι ότι καιρός το φέρει, ρα Γιωρκού, οι Τούρκοι εν να μας πολεμήσουν. Τζαι οι Τούρκοι αν δεν ατιμήσουν τζαι εν ισφάξουν, δεν έχουν δύναμη με τα όπλα». [00:55:00]Τζαι άνοιξε τζαι το χέρι του μιαν αγκαλιά τζαι είπεν μου: «Τούντα χωράφκια που αγοράσαμεν που τους Τούρκους, εν να μας τα πιάουν πίσω μούχτιν» δωρεάν δηλαδή. Τζαι επιάαν μας τα. Όπως το είπεν έγινε. Αλλά εγώ ύστερα το… Άμαν έφυα τζαι εν εστρέφουμουν να πάω σπίτι μου, ελάλουν του παππού: «Έχει δρόμο να 'ρτω να σε βρω; Εν έχει». Αυτά. Εγώ είμαι αλλιωτική που πολλούς άλλους πρόσφυγες εγώ, γιατί είχαμεν πολλήν γην. Ήταν η δουλειά μας, ήταν η ζωή μας. Ακόμα μέχρι… Θα με πάρουν εις τον τάφο τζαι ακόμα θα κλαίει η ψυχούλα μου για την γη μου, για το χωριό μου. Δεν εφήκαν κοιμητήρια, δεν εφήκαν τίποτε. Γιατί έτσι; Και τώρα που γίνεται αυτός ο πόλεμος με τη Ρωσίαν, εγώ κλαίω. Γιατί να γίνουνται αυτοί οι σκοτωμοί όλοι; Εμείς έχουμεν αγνοούμενους ακόμα, που δεν τους ηύραν. Πολλούς αγνοούμενους έχουμεν. Άλλους τους πιάαν που τα σπίθκια τους τζαι άλλοι που ήταν στρατιώτες τζαι εσκοτωθήκαν. Τζαι εφκάλαν ποταμούς τζαι εβάλαν τους μέσα. Είναι μια δυστυχία ο πόλεμος, μάνα μου, μια δυστυχία. Πρέπει να βγει μια χώρα μεγάλη και να σταματήσει τους πολέμους. Δεν χρειάζονται. Μιας γυναίκας που έμεινε εγκλωβισμένη από το Παλαίκυθρο, εν κοντά μας αυτό το χωριό, κοντά στο χωριό μας. Έμεινε εγκλωβισμένη τζαι είχε μωρό πέντε-έξι χρονών τζαι αρρώστησεν το μωρόν της. Τζαι επιάαν το να της το πάρουν στο γιατρό. Τζαι ‘εν να της το φέρουν ακόμα. Τζαι δεν ξέρει πού είναι αυτό το παιδί της. Δεν ξέρει. Τζαι στον Ντεκτάς επήεν, έφυεν. Εγύρισεν παντού, αλλά δεν έμαθεν τίποτε.
Ευχαριστώ που μοιράστηκες μαζί μας τις θύμησές σου. Σ’ ευχαριστώ!
Κι εγώ ευχαριστώ που είπα τα πάθη μου της πατρίδας μου. Να μη γίνεται ποτέ πόλεμος. Πουθενά. Ούτε σε εχθρούς ούτε σε φίλους.
Photos

Ο παππούς Κωστής
Ο πατέρας της αφηγήτριας έξω από τα αντίσκ ...

Η Γεωργία Στρατή - Λιασή ...
Ο Στρατής, έφυγε κι αυτός πρόσφυγας από το ...

Κορνίζα κεντημένη με το ...
Κάδρο που δεσπόζει στο σαλόνι μέσα στο οπο ...

Γεωργία Στρατή-Λιασή
Η κυρία Γεωργία Στρατή - Λιασή σε νεότερη ...
Content available only for adults (+18)
Summary
Εκείνο το καλοκαίρι του 1974 μια νέα γυναίκα με την οικογένειά της θα έπαιρνε το δρόμο της προσφυγιάς. Έφυγε από το χωριό της, το Μαραθόβουνο της Αμμοχώστου, μέσα σε ένα αυτοκίνητο μαζί με άλλα δέκα άτομα. Έφυγε παίρνοντας μαζί της μόνο μια βαλίτσα ρούχα. Όλα τα υπόλοιπα έμειναν πίσω μαζί με την ψυχή της. Έζησε στα αντίσκηνα που στήθηκαν πρόχειρα για ένα ολόκληρο χρόνο, άκουγε τις ιστορίες εγκλωβισμένων, περίμενε και η ίδια τον πατέρα της που είχε μείνει πίσω αιχμάλωτος των Τούρκων. Πάντα ήλπιζε ότι θα γυρίσει πίσω. Είχε άλλωστε κλειδώσει το σπίτι της και κρατούσε τα κλειδιά καλά φυλαγμένα. Στο σπίτι της δεν έχει επιστρέψει μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε η ίδια, το σπίτι της λεηλατήθηκε και ισοπεδώθηκε από τους Τούρκους. Η γιαγιά Γεωργία αφηγείται τη ζωή της, μια ζωή γεμάτη λησμονιά για όσα έζησε και για όσα αποχωρίστηκε.
Narrators
Γεωργία Στρατή-Λιασή
Field Reporters
Γεωργία Ζερβογιάννη
Tags
Interview Date
22/09/2022
Duration
57'
Content available only for adults (+18)
Summary
Εκείνο το καλοκαίρι του 1974 μια νέα γυναίκα με την οικογένειά της θα έπαιρνε το δρόμο της προσφυγιάς. Έφυγε από το χωριό της, το Μαραθόβουνο της Αμμοχώστου, μέσα σε ένα αυτοκίνητο μαζί με άλλα δέκα άτομα. Έφυγε παίρνοντας μαζί της μόνο μια βαλίτσα ρούχα. Όλα τα υπόλοιπα έμειναν πίσω μαζί με την ψυχή της. Έζησε στα αντίσκηνα που στήθηκαν πρόχειρα για ένα ολόκληρο χρόνο, άκουγε τις ιστορίες εγκλωβισμένων, περίμενε και η ίδια τον πατέρα της που είχε μείνει πίσω αιχμάλωτος των Τούρκων. Πάντα ήλπιζε ότι θα γυρίσει πίσω. Είχε άλλωστε κλειδώσει το σπίτι της και κρατούσε τα κλειδιά καλά φυλαγμένα. Στο σπίτι της δεν έχει επιστρέψει μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε η ίδια, το σπίτι της λεηλατήθηκε και ισοπεδώθηκε από τους Τούρκους. Η γιαγιά Γεωργία αφηγείται τη ζωή της, μια ζωή γεμάτη λησμονιά για όσα έζησε και για όσα αποχωρίστηκε.
Narrators
Γεωργία Στρατή-Λιασή
Field Reporters
Γεωργία Ζερβογιάννη
Tags
Interview Date
22/09/2022
Duration
57'