© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η Δραπετσώνα, ο Μακάριος και η απαγωγή της Μικρασιάτισσας γιαγιάς από έναν αγά: αναμνήσεις και βιώματα από τη δεκαετία του 1950 μέχρι την εισβολή στην Κύπρο

Istorima Code
14367
Story URL
Speaker
Νικόλαος Τρέχας (Ν.Τ.)
Interview Date
10/10/2020
Researcher
Αριστείδης-Δημήτριος Νικάκης (Α.Ν.)
Α.Ν.:

[00:00:00]Ξεκινάω. Γεια σας!

Ν.Τ.:

Γεια χαρά σου!

Α.Ν.:

Θα μας πείτε το όνομά σας;

Ν.Τ.:

Λέγομαι Τρέχας Νίκος.

Α.Ν.:

Είναι Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2020, είμαι με τον Νίκο Τρέχα, βρισκόμαστε στη Νέα Σμύρνη, εγώ ονομάζομαι Άρης Νικάκης, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Λοιπόν, Νίκο, μιλάμε στον ενικό, έτσι;

Ν.Τ.:

Αυτό έλειπε! Ίδια ηλικία έχουμε!

Α.Ν.:

Ωραία. Θα ’θελα να μου πεις κάποια πράγματα για σένα, να γνωριστούμε λίγο: πού γεννήθηκες, πού μεγάλωσες...

Ν.Τ.:

Γεννήθηκα στον Πειραιά, στη Δραπετσώνα. Μεγάλωσα εκεί και, μετά το δημοτικό, φοίτησα στον Πειραιά, στο 1ο Ειδικό Σχολείο που υπήρχε τότε. Ιωνίδειος λεγότανε. Τώρα δεν λέγεται έτσι. Τέλος πάντων. Αυτά. Και μετά δουλειά. Ξεκίνησα σπουδές στην Αγγλία –Ναυτιλιακά– αλλά, στο μεσαίο διάστημα, πέθανε ο πατέρας μου και αναγκάστηκα και γύρισα πίσω στους έξι μήνες.

Α.Ν.:

Πώς ήταν αυτή η κατάσταση;

Ν.Τ.:

17 χρονών χωρίς πατέρα. Η μάνα με δύο παιδιά –φαντάρος τότε– και 3.000 σύνταξη. 3.000 δραχμές!

Α.Ν.:

Για ποια εποχή μιλάμε τώρα;

Ν.Τ.:

1971, ’72, ’73.

Α.Ν.:

Θα μπορούσες να μου περιγράψεις λίγο πώς ήταν η Δραπετσώνα των παιδικών σου, εφηβικών σου χρόνων σε σχέση με σήμερα;

Ν.Τ.:

Καμία σχέση με σήμερα. Λείπουνε σχεδόν όλοι οι πρόσφυγες της εποχής εκείνης. Και λόγω ηλικίας αλλά και τα παιδιά δεν μείναμε εκεί. Πολύ λίγοι έχουνε μείνει. Εγώ γνωρίζω τη Δραπετσώνα από τότε με τις παράγκες τις προσφυγικές. Τις έζησα. Ζούσε μέσα όλο μου το σόι, στις παράγκες. Μόνο η μητέρα μου και οι γονείς της ήτανε πέντε στενά πιο πάνω, το πατρικό τους. Και μέναμε εκεί, μεγαλώσαμε εκεί. Αλλά καθημερινή μας βόλτα ήταν οι παράγκες, τα παιχνίδια, αμπάριζα, μήλα, τσιγκάκια στα πεζοδρόμια, ποδόσφαιρο... Αυτά.

Α.Ν.:

Για πες μας λίγο παραπάνω πληροφορίες για τα τσιγκάκια και την αμπάριζα.

Ν.Τ.:

Η αμπάριζα ήτανε... Τα φυλάγαμε σε ένα δέντρο ή μια κολώνα επάνω –ένας– και οι άλλοι ήταν οι κρυμμένοι. Και έπρεπε αυτός που ήτανε στην κολώνα επάνω να βρει τους άλλους. Σε ένα χρονικό διάστημα το οποίο το μετράγαμε. Μέχρι το 10, μέχρι το 20.

Α.Ν.:

Τα τσιγκάκια;

Ν.Τ.:

Τα τσιγκάκια ήτανε καπάκια από μπουκάλια τσίγκινα και, στο πεζούλι από το πεζοδρόμιο, το βάζαμε πάνω και έπρεπε να περάσεις όλο το πεζοδρόμιο χωρίς να πέσει το τσιγκάκι κάτω.

Α.Ν.:

Πολύ ωραία.

Ν.Τ.:

Τα μήλα είναι τα γνωστά τα μήλα. Πιστεύω να τα ξέρεις.

Α.Ν.:

Θέλω να μου περιγράψεις λίγο πώς ήτανε τα κτίρια, πώς ήτανε η περιοχή γενικότερα. Τι θυμάσαι;

Ν.Τ.:

Μόνο παράγκες. Την εποχή εκείνη! Παιχνίδια πάρα πολλά μετά το σχολείο. Δεν υπήρχαν τότε ούτε φροντιστήρια ούτε ηλεκτρονικά για να κάτσουμε στο laptop επάνω και να χαζέψουμε. Και, στο τέλος της ημέρας, μία μάνα απ’ όλη την παρέα έβγαινε στη γωνία και φώναζε: «Ελάτε σπίτι». Χωρίς να βγει δεύτερη κουβέντα, όλοι μαζευόμασταν σπίτια μας. Αυτό ήταν κι ένα είδος σεβασμού που υπήρχε τότε απ’ τα παιδιά για τους μεγαλύτερους, τους γονείς, κτλ. κτλ.

Α.Ν.:

Πολύ ωραία. Θέλω λίγο να θυμηθείς, να μου περιγράψεις πώς ήταν οι σχέσεις σας με τους γείτονες, με την περιοχή εκεί που μένατε. Οι ανθρώπινες σχέσεις.

Ν.Τ.:

Ήτανε σίγουρο ότι, αν δεν μ’ άρεσε το φαΐ της μάνας μου, σε οποιοδήποτε σπίτι να πήγαινα, θα ’τρωγα. Σε οποιοδήποτε της γειτονιάς. Μετά απ’ τον μεσημεριανό ύπνο και τον οποιοδήποτε χρόνο για το διάβασμα του σχολείου, σε κάποιο απ’ τα σπίτια μαζευόντουσαν κάτω στο πεζοδρόμιο και ή λέγαμε ανέκδοτα ή παίζαμε ή διάφορα.

Α.Ν.:

Πολύ ωραία. Αν σου ζητούσα να θυμηθείς ένα περιστατικό –από, ξέρω ’γω, τη δεκαετία του ’50, του ’60, του ’70– που σ’ έχει σημαδέψει είτε θετικά είτε αρνητικά, τι θα μπορούσες να μου πεις;

Ν.Τ.:

Προσωπικό, ε;

Α.Ν.:

Ή κοινωνικό, πολιτικό... Που σε επηρέασε.

Ν.Τ.:

Α, μ’ έχει επηρεάσει πάρα πολύ η Χούντα! Ζούσε ακόμα ο πατέρας μου και θυμάμαι, τον έχω εικόνα τώρα, πηγαίναμε προς το σπίτι... Κατ’ αρχήν, εγώ πήγαινα γυμνάσιο.

Α.Ν.:

Ποια χρονιά περίπου;

Ν.Τ.:

Εγώ πήγα γυμνάσιο... 53 + 12; ’65. Το ’67, που έγινε το γεγονός, μας μάζεψε ο διευθυντής του σχολείου στην ταράτσα και μας ανακοίνωσε ότι κάποιοι καλοί άνθρωποι θελήσαν να κάνουν [00:05:00]καλύτερη την Ελλάδα. Αυτά. Και μετά είδαμε τα αποτελέσματα κτλ. Το θέμα είναι με το... Αυτό που θυμάμαι με τον πατέρα μου είναι ότι σε μια συζήτηση... Γιατί καθόμαστε και συζητάγαμε πολύ όλα τα παιδιά με τον πατέρα μου. Περισσότερο εγώ, γιατί μ’ άρεσε αυτή η επαφή με τους μεγαλύτερους. Τι έχουνε ζήσει; Τι έχουνε περάσει; Τι έχουνε... Τέλος πάντων. Τι προσπάθειες έχουνε κάνει; Θυμάμαι τα λόγια του πατέρα μου, ότι κάποιος είπε εκείνη την ώρα –φίλος του– ότι: «Α, σε πέντε-έξι μέρες θα φύγουνε». Και πετάγεται ο πατέρας μου και λέει: «Έξι χρόνια και βάλε!». Και μετά το βρήκα εγώ μπροστά μου γιατί υπηρέτησα στο Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου. Μάλιστα! Και τον έζησα κι από κοντά, και εκείνα τα γεγονότα και το ’74, κι είναι καταγεγραμμένα και επάνω στο σώμα μου.

Α.Ν.:

Πες μας λοιπόν την εμπειρία σου, άμα θες.

Ν.Τ.:

Από κει; Δύσκολα, πολύ δύσκολα. Το πόσο δύσκολα ήτανε, να φανταστείς ότι έκανα να πάω στην Κύπρο δέκα χρόνια μετά που απολύθηκα. Δύο φορές είχαμε ξεκινήσει με τη γυναίκα μου να πάμε και στο αεροδρόμιο άλλαξα γνώμη. Ήτανε πάρα πολύ δύσκολα τα πράγματα. Η απογοήτευση πάρα πολύ μεγάλη.

Α.Ν.:

Μας μιλάς τώρα για την τουρκική εισβολή;

Ν.Τ.:

Ναι. Πάρα πολύ μεγάλη απογοήτευση, γιατί άλλα περιμέναμε κι άλλα είδαμε.

Α.Ν.:

Θες να μας πεις πώς το βίωσες εκείνη την εποχή; Τι θυμάσαι; Πώς ξεκίνησαν τα πράγματα;

Ν.Τ.:

Τα πράγματα είχανε ξεκινήσει πολύ πριν. Δεν ξεκίνησαν το ’74, που έγινε η εισβολή. Aπ’ ό,τι ξέρω εγώ τουλάχιστον κι απ’ ό,τι έχω ζήσει εκεί. Είχε προηγηθεί κατά του Μακάριου από τον Γεωργιάδη, ΕΟΚΑ Β΄ κτλ. κτλ. Εγώ αυτά που έζησα καλά ήταν η επιστράτευση εκεί, γιατί ήρθανε πολλά παιδιά κάτω τα οποία δεν ξέραμε τι να τα κάνουμε. Πού να πάνε και τι να κάνουνε. Μετά ήρθανε άλλα. Ήρθανε... Τι να πω τώρα... Και σκοτωμοί ήρθανε... Μπροστά μου... Και...

Α.Ν.:

Για βάλ’ τα μας σε μια σειρά. Σαν να μας το λες σε μια ιστορία.

Ν.Τ.:

Την εποχή εκείνη, πριν πάω για φαντάρος, ήμουν αθλητής 100 μέτρων. Και λόγω διάπλασης, λόγω το ’να, λόγω τ’ άλλο, πήγα σε κάτι σχολεία εδώ στρατού. Πολύ δύσκολα και αυτά. Να φανταστείς ότι πήγαμε γύρω στα 120 άτομα και αποφοιτήσαμε 15. Και οι 15 αυτοί, όλοι μαζί, πήγαμε στην Κύπρο. Μετά από εκεί ήρθανε τα δυσάρεστα. Στην Κύπρο πήγα το ’73 τον Νοέμβρη. Αφού παρουσιάστηκα εδώ στον Κανελλόπουλο, πήγα σχολεία, πήγα σχολεία στρατιωτικά –αλεξιπτωτιστές, υποβρύχια, ειδικές αγωγές και τέτοια και τέτοια– και πήγα στην Κύπρο. Εκεί, χωρίς να θέλω να ευνοηθώ, πήγε το όνομά μου στον Πρόεδρο –λόγω κατάστασης αυτών που ήρθανε– και με φώναξε πάνω και μου έδωσε ένα χαστούκι!

Α.Ν.:

Ο Μακάριος;

Ν.Τ.:

Ο Μακάριος.

Α.Ν.:

Γιατί;

Ν.Τ.:

Γιατί δεν πήγα να τονε βρω! Ήξερε τον πατέρα μου προσωπικά. Και από κει και έπειτα μου λέει: «Δεν θα φύγεις από δίπλα μου».

Α.Ν.:

Πολύ ωραία. Οπότε βρίσκεσαι στην Κύπρο... Και τώρα θέλω να μου πεις ποια ήταν η κατάσταση λίγο πριν εκδηλωθεί η τουρκική εισβολή. Τι κλίμα επικρατούσε; Πώς το βίωσες αυτό;

Ν.Τ.:

Όσοι ξέρανε πράγματα και... ήτανε πολύ ανήσυχοι. Γινόντουσαν επικοινωνίες με Αθήνα. Καμία ανταπόκριση! Έχω ακούσει, εγώ προσωπικά, άτομα με αξιώματα να φωνάζουν στην Αθήνα ότι «Είσαστε -είναι βρισιά- μαλάκες!». Ο Πρόεδρος! Πολλοί δεν γυρίσανε... Τέλος πάντων. Πολλοί αγνοηθήκανε ή είναι αγνοούμενοι... Δύσκολα, πολύ δύσκολα τα πράγματα.

Α.Ν.:

Οπότε εσύ ήσουν στη Λευκωσία όταν ξεκίνησε η εισβολή, να υποθέσω...

Ν.Τ.:

Στο Προεδρικό Μέγαρο, το παλιό Προεδρικό Μέγαρο.

Α.Ν.:

Αν θες, μπορείς να μας πεις τι θυμάσαι απ’ τη μέρα: πώς ξεκίνησε, πώς εκτυλίχθηκε η κατάσταση...

Ν.Τ.:

Καμιά βδομάδα πριν είχανε δοθεί τα σήματα ότι θα γίνει κάτι. Κάτι. Το Ναυτικό το δικό μας ήτανε σχεδόν σε επιφυλακή και, απ’ ό,τι μου λέγανε μετά, σπάζοντας, κόβοντας τους κάβους από τον ναύσταθμο της Σαλαμίνας –που ήτανε–, προσπαθήσαν να βρεθούνε κάτω το γρηγορότερο δυνατό. Στον δρόμο, γυρίσανε πίσω. Από κει και έπειτα ακολούθησε ό,τι ακολούθησε. Πολλές προβοκάτσιες να τον βγάλουνε προδότη τον πάτερ... Άλλες πέτυχαν, άλλες απέτυχαν... Η ιστορία γράφει τα δικά της. Αυτό που μου είπε τελευταία στιγμή είναι ότι... «Ένα ευχαριστώ και ελπίζω να τα ξαναπούμε», αλλά δεν τα ’παμε. Δύσκολα, πολύ δύσκολα.

Α.Ν.:

Οπότε, όλο το διάστημα που διεξάγονταν οι μάχες, ήσουν στο νησί εσύ.

Ν.Τ.:

[00:10:00]Ναι. Ποιο διάστημα; Ποιες μάχες; Εμείς δεν βαράγαμε! Οι άλλοι βαράγανε! Πολύ λίγη αντίσταση. Ήταν όλα προκαθορισμένα, ήταν όλα... Σχεδόν με το ζόρι τονε κρατάγαμε μέσα για να μην κάνει του κεφαλιού του, που θα ’βγαινε και σε κακό... Δύσκολα.

Α.Ν.:

Οπότε γίνεται η πρώτη φάση της εισβολής–

Ν.Τ.:

Και μετά από μια βδομάδα, με άλλες υποσχέσεις απ’ την Αθήνα, γίνεται η ολοκληρωτική η φάση.

Α.Ν.:

Οπότε, τότε υπήρξε αντίσταση;

Ν.Τ.:

Από ποιους;

Α.Ν.:

Από εμάς.

Ν.Τ.:

Με τι; Με σφεντόνες; Με τι; Δεν υπήρχε τίποτα. Από οπλισμό κτλ. ήτανε κατώτερο του μηδενός για την περίσταση. Ήταν όλα προγραμματισμένα. Είχανε διαβρωθεί ό,τι μπορείς να φανταστείς και να μη φανταστείς. Αυτά.

Α.Ν.:

Ωραία. Και με το που τελειώνει η εισβολή, εσύ τι κάνεις;

Ν.Τ.:

Εγώ έφυγα από κάτω το ’75.

Α.Ν.:

Τι κλίμα υπήρχε στην Κύπρο απ’ το ’74 μέχρι το ’75, που το ’ζησες;

Ν.Τ.:

Χάλια! Χάλια! Τι; Ούτε ο ΟΗΕ έπαιξε ρόλο για τους Τούρκους, ούτε τίποτα, ούτε τίποτα, τίποτα! Υπάρχουνε ψηφίσματα που λέει: «Φύγετε τώρα!». Και, όπως ξέρεις, έχουν φύγει ήδη απ’ την Κύπρο! Δεν υπάρχει Τούρκος στην Κύπρο! Το κυριότερο είναι αυτό. Και δεν πρόκειται να λυθεί ποτέ. Δεν πρόκειται να λυθεί ποτέ! Και όποιος μου πει ότι θα λυθεί το Κυπριακό, σαν το Μεσανατολικό θα γίνει. Και χειρότερο.

Α.Ν.:

Μάλιστα. Να αποφορτίσουμε λιγάκι το κλίμα.

Ν.Τ.:

Α, μπράβο! Καλά θα κάνεις.

Α.Ν.:

Λοιπόν... Ας σε γυρίσουμε πάλι εδώ πέρα στην Αθήνα, στη Δραπετσώνα–

Ν.Τ.:

Δεν λέγεται Δραπετσώνα! Τότε για μας λεγότανε «νέα πατρίδα». Οι πρώτοι πρόσφυγες που ήρθανε στη Δραπετσώνα ήτανε Πόντιοι. Κι όταν έγινε ο επαναπατρισμός των προσφύγων –απ’ τη Σμύρνη κυρίως, και γενικά απ’ την Τουρκία, αλλά περισσότερο απ’ τη Σμύρνη–, ’22-’23 ήρθαμε εμείς εδώ στον Πειραιά, στη θέση «Ρολόι». «Ρολόι» στον Πειραιά είναι εκεί που υπάρχει τώρα ο Άγιος Σπυρίδωνας, ακριβώς δίπλα. Υπήρχε ένα ρολόι τότε εκεί πέρα και η απόβαση γινόντουσαν εκεί. Και στον Άγιο Γεώργιο είναι ένα νησάκι μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνος. Πήγαν και εκεί. Τι να πούμε άλλο τώρα; Για τις κατασκευές στις παράγκες; Τσίγκο, ξύλο απ’ τη θάλασσα πισσόχαρτο –οποίος είχε– και τούβλα φτιαγμένα από την άμμο. Τους πλίνθους, που λέμε. Και τα ξύλα τα φέρναμε τότε... Τα φέρνανε, έτσι; Εγώ δεν έφερνα! Τα φέρνανε από τον λόφο του Αιγάλεω. Αυτά είναι πράγματα που μου τα ’χει πει και ο πατέρας μου και η νενέ. Η νενέ ήτανε η γιαγιά του πατέρα μου. Νενέ στα τούρκικα σημαίνει γιαγιά. Και το οξύμωρο, με τη γιαγιά αυτή, ήτανε ότι την είχε απαγάγει ένας πασάς. Την είχε βάλει στο χαρέμι του, πήγε ο άντρας της, την έκλεψε, σώθηκε εκείνη, σκοτώθηκε εκείνος. Και η νενέ, από τότε, έμεινε βέβαια ανύπαντρη –δεν ξαναπαντρεύτηκε– και ήτανε το σύμβολο... Της περιοχής; Των προσφύγων; Η νενέ Αθηνά. Το 1960 ο κύριος Κωνσταντίνος Καραμανλής αποφάσισε να δώσει κάτι εκτάσεις τότε. Για να χτιστούνε σπίτια στους πρόσφυγες. Αλλά τότε η θέληση η δικιά τους ήτανε να χτιστούνε εφταώροφα, οκταώροφα σπίτια για να μπούνε μέσα να τους ξεφορτωθούνε. Οι πρόσφυγες, όμως, οι οποίοι βέβαια δεν είχανε μείνει έτσι –μέχρι δήμαρχο είχανε βγάλει–, προσπαθήσανε –δεν το πετύχανε στο τέλος– για διώροφες κατοικίες. Σε κάθε όροφο μια οικογένεια. Και τότε δεν υπήρχε πρόβλημα η τάδε οικογένεια με την τάδε οικογένεια. Ήτανε ένα τραπέζι, ένα φαΐ. Δεν ευόδωσε αυτό, οπότε ο Κοσκινάς –αυτός ήτανε ο πρόσφυγας ο δήμαρχος– έκανε ό,τι μπορούσε αλλά δεν τα κατάφερε. Και τότε χτιστήκανε τετραώροφες, πενταώροφες... Χωρίς ασανσέρ, βέβαια! Παραχωρηθήκανε κάτι οικόπεδα τότε και στη Δραπετσώνα αλλά και στο Αιγάλεω, επί της Θηβών. Έχει κι εκεί προσφυγικές. Τι άλλο θέλεις;

Α.Ν.:

Λοιπόν, μου ’πες ότι η γιαγιά του μπαμπά σου ήταν απ’ τη Μικρά Ασία, έτσι;

Ν.Τ.:

Κι ο πατέρας μου.

Α.Ν.:

Κι ο πατέρας σου. Οπότε, έχεις να μας πεις κάτι που σου ’χουν πει εκείνοι, που να το θυμάσαι; Κάποια ιστορία, κάποιο παιδικό τραγούδι, κάποιο–

Ν.Τ.:

Αυτή η ιστορία που θυμάμαι είναι ότι είχα πάει με τον παππού μου στη Σμύρνη... Τον παππού, τον πατέρα της μάνας μου. Τον παππού τον Κώστα. Ο οποίος, όταν ήταν η οικογένεια όλη στη Σμύρνη, ήτανε δάσκαλος με δικό του σχολείο. Και είχαμε πάει –εγώ ήμουνα 16;–, είχαμε πάει με τον παππού μου τον Κώστα, [00:15:00]βρήκαμε το σχολείο του –το οποίο έχει γίνει χασάπικο!–, ο παππούς λιποθύμησε, τονε γνωρίσανε γείτονες Τούρκοι, φερθήκανε με τον καλύτερο τρόπο σ’ εμάς –τα πάντα, να μας κεράσουνε και τέτοια– και το χαρακτηριστικό, το τι έχασε η Τουρκία από τους πρόσφυγες, είναι ότι το σχολείο του παππού μου είχε ταμπέλα που έλεγε: «Σχολείον». Ελληνικά: «Σχολείον». Όταν είχε γίνει το χασάπικο, είχανε βάλει ταμπέλα που έλεγε «Χασάπικο», αλλά από την ταμπέλα φαινότανε το «Σ» το ελληνικό και το «ν» το ελληνικό. Δεν είχανε μπει στον κόπο καν να βάψουνε όλη την ταμπέλα. Αυτό είναι ένα δείγμα το τι έχασε η Τουρκία απ’ τους πρόσφυγες και βέβαια τι ανάπτυξη κέρδισε η Ελλάδα απ’ τους πρόσφυγες. Μην τα ξεχνάμε αυτά! Σε οποιονδήποτε τομέα ανάπτυξη. Απ’ τη ναυτιλία; Πού; Απ’ τη μαγειρική; Πού; Σε οποιονδήποτε τομέα.Παρένθεση ότι, όταν δεν δεχτήκανε οι πρόσφυγες να κάνουν αυτά τα μεγαθήρια –για την εποχή εκείνη– κτίρια, αρχίσανε οι διωγμοί, αρχίσανε οι συλλήψεις, αρχίσανε οι εκδρομές στους τόπους εξορίας... Βέβαια. Και όλα αυτά τα γεγονότα τα κάνανε κάτι καλά παιδιά απ’ την Ασφάλεια... Κανονικά. Συντεταγμένα. Δεν κρυβότανε κανένας τότε.

Α.Ν.:

Τι εποχή τώρα μιλάμε; Ποια κυβέρνηση;

Ν.Τ.:

Καραμανλή. Το ’60. Όταν έγιναν οι απονομές στους πρόσφυγες τα σπίτια, γίνονταν με κλήρωση. Δηλαδή η τάδε οικογένεια, τόσα παιδιά, σ’ αυτό το διαμέρισμα, με κλήρο όμως. Ε, βέβαια, εκεί πέρα έγινε η μεγάλη λοβιτούρα. Ο καθένας έπαιρνε αυτό που είχε διαλέξει ο φίλος του, απέξω. Ένα άλλο... Δεν ξέρω αν... Εμένα ο νονός μου ήτανε ο Σπύρος ο Κόκκινος. Ο Σπύρος ο Κόκκινος ήταν ένας πάρα πολύ καλός ζωγράφος και υπάρχει έργο του και αυτή τη στιγμή στη Νέα Σμύρνη, στην Εστία. Θα άξιζε τον κόπο να πας να το δεις. Σπύρος Κόκκινος. Και τι είναι το έργο αυτό; Είναι ο διωγμός της Σμύρνης. Ένας τοίχος ολόκληρος, μπορεί και πιο μεγάλος απ’ αυτόνανε. Με φυσικό μέγεθος ανθρώπων. Δηλαδή ήτανε σε φυσικό μέγεθος όλο: η θάλασσα, οι βάρκες, οι άνθρωποι στη θάλασσα, τα πάντα. Αυτά. Κι όταν... Επειδή καθόμουνα κι εγώ και έκανα κάτι στα χαρτιά, με πήγε η μάνα μου να με τσεκάρει ο νονός μου. Και λέει: «Επειδή έχω μάθει ότι τα γούστα σου είναι ακριβά, παράτα το. Γιατί κι εγώ, μετά τον θάνατο, θα αποκτήσουνε λεφτά άλλοι». Αυτά. Ό,τι θέλεις, ρώτα με.

Α.Ν.:

Λοιπόν... Θέλω να μου πεις λίγο πώς ήτανε η κοινωνία στη Δραπετσώνα που μεγάλωσες. Δηλαδή τις σχέσεις μεταξύ σας, οι γείτονες–

Ν.Τ.:

Άριστες! Οι σχέσεις των γειτόνων ήταν άριστες! Ξεχωρίζαν κάτι... Όχι οικογένειες... Κάποιος μέσα από κάποιες οικογένειες, ο οποίος ήτανε... Υπάρχουν παντού πάντα αυτοί οι άνθρωποι... Ήτανε λίγο δωσίλογος, ήτανε λίγο βολεψιματίας, ήτανε λίγο... Είχανε βρει δηλαδή τον δούρειο ίππο μέσα στους κατοίκους της Δραπετσώνας, από κάποιους ανθρώπους.

Α.Ν.:

Κατάλαβα. Θέλω να μου πεις τώρα αν θυμάσαι –αν συζητάγατε στο σπίτι κι αν είχε επηρεάσει εσένα– τα γεγονότα του Εμφυλίου και της Κατοχής. Αν είχανε γίνει κάποια–

Ν.Τ.:

Όχι–

Α.Ν.:

Γεγονότα κοντά στην περιοχή σου.

Ν.Τ.:

Όχι! Όχι, γιατί, μετά τα γεγονότα της Δραπετσώνας, το ένα, το άλλο, τους διωγμούς από τις παράγκες, «Άντε βρες σπίτι», «Άντε κάνε», οι δικοί μου στρωθήκανε όλοι στη δουλειά. Δεν είχανε... Δηλαδή πολύ λίγες κουβέντες είχαμε κάνει για Εμφύλιους κλπ. Για την Κατοχή των Γερμανών, ναι, είχαμε κάνει. Η οικογένειά μου είχε καΐκια και κουβάλαγε τρόφιμα και διάφορα άλλα πράγματα για τους Γερμανούς. Και αυτά που κουβάλαγε τα κλέβαν τα μισά. Για να δώσουνε και στους άλλους. Στους γείτονες, στους συγγενείς, στους φίλους κτλ. Ναι. Αυτά.

Α.Ν.:

Πολύ ωραία. Θα ήθελα να ρωτήσω: θυμάσαι κάποια ιστορία, σαν παιδί, που να σου λέει γιαγιά σου, σαν παραμύθι, που να μην το συναντάμε τόσο–

Ν.Τ.:

Το κλέψιμο της γιαγιάς, της νενές, από τον αγά.

Α.Ν.:

Θα ήθελες να μας το πεις;

Ν.Τ.:

Χοντρικά δεν τα ξέρω όλα... Ε... Αναλυτικά δεν τα ξέρω όλα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι –σου είπα– την είχε κλέψει ο πασάς. Όχι, αγάς, συγγνώμη. Ήτανε πολύ όμορφη ακόμα και στα γεράματά της. Πέθανε –θα σου πω πώς– κι ήτανε πολύ όμορφη πάντα. Και όταν έφυγε η νενέ. Και μου είχε πει ότι είχανε στείλει πέντε άτομα, την πήρανε απ’ το σπίτι, την πήγανε στον πασά, ο άντρας της τρελάθηκε, έκανε μια συμμορία από καμιά εικοσαριά άτομα και πήγανε και την κλέψανε. Πάλι πίσω. Αλλά στην [00:20:00]επιστροφή σκοτώθηκε ο άντρας της από αυτούς που... Απ’ τον πασά, δηλαδή. Η νενέ η Αθήνα. Σύμβολο! Όταν πέθανε η νενέ η Αθηνά, ψάχναμε να βρούμε και τη ρωτάγαμε: «Ρε νενέ, πόσων χρονών είσαι;». Γιατί βλέπαμε ότι... «Δεν θυμάμαι -μου έλεγε- αγόρι μου. Το μόνο που θυμάμαι, ότι τότε... Σου έχω πει. Δεν σ’ το ’χω πει; Με είχε κλέψει ο πασάς ο τάδε». Και, από τα συμφραζόμενα των συγγενών και των γειτόνων, τη βάλαμε ότι πέθανε 114. Μπορεί να ’τανε και παραπάνω. Δεν ξέρει κανείς. Γιατί και αυτούς που ρωτάγαμε ήτανε στην ηλικία της. Η οποία έκανε δουλειές στο σπίτι μέχρι τα τελευταία της. Είχε τρία τουλπάνια. Τουλπάνι είναι αυτό που βάζανε για τις δουλειές, να κάνουνε. Είχε το άσπρο, που ’τανε για τον ύπνο, το μαύρο, που ’τανε για έξοδο, και το καφέ για τις δουλειές. Και, όταν γυρνάγαμε στο σπίτι, ερχότανε πάνω απ’ το κεφάλι μας και –δεν έβλεπε καλά– κι έλεγε «Αυτός είναι ο Μιχάλης, ο αδερφός μου», «Αυτή είναι η Μαριάνθη, η αδερφή μου», ερχότανε πάνω από μένα κι έλεγε «Αυτός είναι ο Νικολάκης μου». Γιατί όμως το ’χα κερδίσει αυτό; Γιατί την έβαζα κάτω και μου ’λεγε ιστορίες. Εγώ πολύ μ’ άρεσε αυτό. Και μικρός! «Έλα, νενέ. Πες μου». Έφτιαχνε τον καφέ της και καθότανε και μου ’λεγε, μου ’λεγε, μου ’λεγε... Για τη Σμύρνη, το τι δουλειές έκανε ο παππούς ο ένας, το άλλο...

Α.Ν.:

Θυμάσαι κάποια ιστορία που να ’χες ξεχωρίσει απ’ αυτές που σου ’λεγε η γιαγιά σου.

Ν.Τ.:

Τον τρόπο που φύγανε.

Α.Ν.:

Θες να το μοιραστείς μαζί μας;

Ν.Τ.:

Δύσκολο, αλλά θα προσπαθήσω. Κατεβάσαν τα καΐκια κάτω –γιατί είχε ήδη έρθει στο σημείο εκείνο– και οι περισσότεροι που μπήκαν μέσα στα καΐκια τα δικά μας ήτανε ξένοι. Δεν ήτανε οικογένεια . Μπήκε η οικογένεια όλη, αλλά ήτανε και περισσότεροι ξένοι. Και αυτό είχε στεναχωρήσει πολύ τον παππού μου. Γιατί κοντεύαν να πνιγούνε. Υπερφόρτωση, όπως καταλαβαίνεις. Κι αυτό που θυμάμαι επίσης ήτανε τέσσερα μπαούλα τα οποία ήτανε γεμάτα λεφτά, μου είχανε πει. Τα μπαούλα τα έχω, αλλά άδεια. Και τους είχανε πει ότι «Ό,τι λεφτά πάρετε μαζί σας, θα αλλάξουν στην Ελλάδα και θα είναι ισότιμα». Και όσο έγινε ο Πύργος του Άιφελ στην Αθήνα, έγινε και η ανταλλαγή του χρήματος. Και βρεθήκανε επί ξύλου κρεμάμενοι. Γι’ αυτό βρεθήκανε και οι δωσίλογοι μετά και προσπαθήσανε να βολευτούνε, ξέρεις... Βγήκε από μέσα τους η καλή πάστα του ανθρώπου. Εγώ αυτό που έχω κρατήσει –και πιστεύω πολλοί απ’ τη γενιά μου–, ήμασταν πολύ τυχεροί. Γιατί το πρώτο πράγμα που μας μάθανε όλοι, ήταν να μπορούμε να δουλέψουμε και να πρέπει να δουλέψουμε. Για μας τότε, όποιος δεν είχε δουλειά ήτανε τεμπέλης. Εγώ δουλεύω απ’ τα 16 μου, χωρίς να υπάρχει αιτία οικονομική του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήτανε καπετάνιος, στα βαπόρια μετά. Δεν υπήρχε λόγος. Κι όμως. Έπρεπε να δουλέψουμε. Όχι για να ζήσουμε. Να δουλέψουμε. Να μάθουμε να δουλεύουμε. Τέλειωνε το σχολείο και την άλλη μέρα ήμασταν στο βαπόρι του πατέρα μου. Κι από τότε, δουλειά.

Α.Ν.:

Πολύ ωραία. Λοιπόν... Υπάρχει κάποιο άλλο περιστατικό απ’ τη ζωή σου –απ’ τις δεκαετίες και του ’80 ακόμα, και του ’70 και του ’60–, είτε σε σχέση με τη Δραπετσώνα είτε σε σχέση με κάποια πολιτική αναταραχή είτε κάτι προσωπικό, που θες να μοιραστείς;

Ν.Τ.:

Προσωπικό, όχι. Προσωπικό, όχι. Το καλύτερο –γιατί «το καλύτερο» το λέμε τώρα– ήτανε αυτή η εμπειρία μου στην Κύπρο. Καλύτερο είναι τώρα. Γιατί αυτά που ’χω ζήσει πολύ λίγοι τα ’χουν ζήσει. Α! Εγώ είχα μαγαζί στην Πλάκα. Και είχα βγάλει στη γωνία του μαγαζιού ένα παγωτό που πούλαγα. Και έρχεται μια φορά, μια μέρα, ένας πελάτης με τη γυναίκα του. Παραγγέλνουνε. Απ’ την πρώτη παραγγελία που κάνανε –βγήκε η κοπέλα, η υπάλληλος που είχα, έξω να τους εξυπηρετήσει– εγώ άκουσα την ομιλία τους και βγήκα έξω. Γιατί κατάλαβα ότι ήτανε Κύπριοι. Τελικά ποιος ήτανε; Ο διοικητής μου στο Προεδρικό μέγαρο. Και, σε πέντε λεπτά μέσα, βλέπεις τρία άτομα να ’ναι αγκαλιασμένα και να κλαίνε. Ο διοικητής μου, εγώ και η γυναίκα του. Τέτοιο δέσιμο υπήρχε κάτω, γιατί όλα αυτά τα ’χαμε περάσει μαζί μ’ αυτόν τον άνθρωπο, δεν... Και, το κυριότερο απ’ όλα, δεν υπήρχε όνομα κάτω. Ήτανε όλα παρατσούκλια. Εγώ, λόγω εμφάνισης –λεπτός, στρωμένος, ψηλός–, το παρατσούκλι μου και η κυκλοφορία μου, ήτανε «Μικρός». «Ο μικρός». Αυτά.

Α.Ν.:

Λοιπόν... Λίγο πριν κλείσουμε, θυμάσαι μήπως στη Δραπετσώνα, που επειδή ήσασταν και προσφυγική οικογένεια, είχατε κάποιο ιδιαίτερο τοπικό –σαν έθιμο–, κάτι που το φέρατε από τη Μικρά Ασία και το μεταλαμπαδεύσατε στη Νέα Ελλάδα;

Ν.Τ.:

Το πεϊνιρλί! Στη Δραπετσώνα υπάρχει ακόμα... Υπάρχουν ακόμα τρία-τέσσερα πεϊνιρλάδικα. Όλη τη μαγειρική μας. Οι αθλητικές εκδηλώσεις που κάναμε... Τα πάντα, τα πάντα.

Α.Ν.:

Πάρα πολύ ωραία. Πάρα πολύ ωραία. Λοιπόν... Ζούσες λοιπόν κοντά στη Δραπετσώνα, στον Πειραιά–

Ν.Τ.:

Όχι κοντά στη Δραπετσώνα.

Α.Ν.:

[00:25:00]Στη Δραπετσώνα, λοιπόν. Στον Πειραιά. Το λιμάνι του Πειραιά πώς ήτανε; Πήγαινες;

Ν.Τ.:

Απ’ τα 17 μου. Γιατί πήγαινα: γιατί πήγαινα και έπαιρνα τον μισθό του πατέρα μου από το γραφείο που δούλευε. Γιατί ήτανε καπετάνιος, σου ’χω πει. Και πήγαινα κι έπαιρνα τον μισθό του. Τον ήξερα τον Πειραιά από πάνω κάτω, δεν...

Α.Ν.:

Τι μπορείς να μας πεις; Πώς έχει αλλάξει στο πέρας των χρόνων;

Ν.Τ.:

Δεν είναι σοβινιστικό, αλλά τότε ήταν όλοι Έλληνες. Τώρα δεν είναι πια. Τώρα, αν θα πας στον Πειραιά και προσπαθήσεις να μιλήσεις με κάποιονα που κυκλοφορεί στην παραλία, πρέπει να ξέρεις τι μιλάει για να του μιλήσεις.

Α.Ν.:

Σαν περιοχή;

Ν.Τ.:

Σαν περιοχή... Όλο το εμπόριο του Πειραιά, δηλαδή η ναυτιλία όλη, ήτανε κάτω. Υπήρχανε πολλά παπουτσάδικα, βιβλιοπωλεία, ένα-δύο σινεμά καλά... Μαγαζιά, εστιατόρια και τέτοια δεν υπήρχαν τότε τόσα πολλά, βέβαια, όσα είναι τώρα. Υπήρχανε ταβέρνες. Υπήρχαν ταβέρνες οι πολύ οικείες. Τσιτσάνης και τέτοια. Βέβαια, Δραπετσωνίτης! Και τον είχαμε δει πολλές φορές.

Α.Ν.:

Πάρα πολύ ωραία. Αν θες να προσθέσεις κάτι άλλο που σου ’χει μείνει, που θες να καταγραφεί...

Ν.Τ.:

Όχι. Προς το παρόν, όχι. Ό,τι θέλεις, αν θέλεις κάτι εσύ, μπορείς να με ρωτήσεις.

Α.Ν.:

Εγώ θα κλείσω με μία ερώτηση. Θέλω να μου περιγράψεις λίγο πώς ήταν τα κτίρια στον Πειραιά σε σχέση με τώρα. Είναι το λιμάνι που βλέπω σήμερα;

Ν.Τ.:

Το πρώτο ναυτιλιακό μέγαρο που φτιάχτηκε ήτανε στην Ιάσονος 3, στο τέρμα του Αγίου Νικολάου στην παραλία, και λεγόταν τότε Μέγαρο Χαλκούση. Που έτυχε να δουλεύω κι εγώ σ’ αυτόνανε. Τα περισσότερα ναυτιλιακά γραφεία ήτανε στην Ακτή Ποσειδώνος, από τον Ηλεκτρικό Σταθμό μέχρι τη Δευτέρας Μεραρχίας. Μετά αρχίσανε και όλη η ναυτιλία πήγαινε προς τα κάτω μετά. Δηλαδή προς την παραλία, συνέχισε από κάτω και χτιζόντουσαν διάφορα. Ήτανε χαμηλά, βέβαια... Ήτανε και η οδός Νοταρά, που την επισκεπτόντουσαν πολλοί. Ήτανε τα πορνεία εκεί και είχε πολλή κίνηση.

Α.Ν.:

Πάρα πολύ ωραία. Λοιπόν... Αν δεν έχεις κάτι άλλο να προσθέσεις, θέλω να ευχαριστήσω πολύ τον Νίκο τον Τρέχα, που μας μοιράστηκε εδώ τις αναμνήσεις του.

Ν.Τ.:

Κι εγώ έχω να σ’ ευχαριστήσω γιατί μου τα θύμισες όλα αυτά και, αν μπορούσα, θα σ’ έδερνα γιατί με στεναχώρεσαν όλα αυτά. Μόνο που τα θυμήθηκα. Αλλά ήτανε... Μ’ αρέσει πάντα... Δηλαδή, μ’ αρέσει να τα συζητάω. Και με ανθρώπους που ξέρουνε και με ανθρώπους που δεν ξέρουνε. Αν ακούσεις συζήτηση με ανθρώπους που ξέρουνε για το προσφυγικό και για το ένα και για τ’ άλλο, θα τρελαθείς. Ένα περιστατικό που ξέχασα.

Α.Ν.:

Πες μας.

Ν.Τ.:

Υπήρχε ένα καφενείο στον Πειραιά, στην οδός Γούναρη, το οποίο λεγότανε –δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα– «Σαγκανά». Το καφενείο του Σαγκανά. Κι εκεί πηγαίνανε όλοι οι καϊκτζήδες και κάνανε μοιρασιά στα μεροκάματα. Ο παππούς μου, σαν μεγάλος σε ηλικία και καϊκτζής, μαζεύανε εκεί όλη την οικογένεια –γιατί στα καΐκια μέσα ήταν τότε ένα 99% συγγενείς– και μοιράζανε τα βδομαδιάτικα. Και –δεν το ’χω δει το περιστατικό, μου το ’χουνε πει, ο πατέρας μου μου το ’πε και είναι αλήθεια– ένας ξάδερφος του παππού μου τονε ρώτησε: «Γιατί είναι αυτά τα λεφτά για μένα μόνο;». Και ο παππούς μου τι έκανε; Επειδή τον έθιξε, έβγαλε το μαχαίρι απ’ τη ζώνη και χτύπησε τη γάμπα τη δικιά του. Ότι «Με έθιξες. Και για να μη σε χτυπήσω εσένα, τραυματίζομαι εγώ». Αυτό ήταν το φιλότιμο που κουβαλάγαν αυτοί οι άνθρωποι. Ένα χαρακτηριστικό του πρόσφυγα. Του Έλληνα του πρόσφυγα!

Α.Ν.:

Ευχαριστούμε πάρα πολύ.

Ν.Τ.:

Να ’σαι καλά.

Α.Ν.:

Καλή συνέχεια.

Ν.Τ.:

Ευχαριστώ πολύ.