© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η εμπειρία της μετανάστευσης σε Αυστραλία και Αμερική τις δεκαετίες του ’60 και του ’70

Istorima Code
14202
Story URL
Speaker
Νικόλαος Παπαχριστόπουλος (Ν.Π.)
Interview Date
02/08/2021
Researcher
Κωνσταντίνα Χριστοπούλου (Κ.Χ.)
Κ.Χ.:

[00:00:00]Γεια σας, είμαι η Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, ερευνήτρια του Istorima και βρίσκομαι στην Αιγείρα Αχαΐας με τον κύριο Νίκο Παπαχριστόπουλο, σήμερα 3 Αυγούστου του 2021. Γεια σας κύριε Νίκο.

Ν.Π.:

Γεια σας, τι κάνετε;

Κ.Χ.:

Μια χαρά.

Ν.Π.:

Καλά, μπράβο.

Κ.Χ.:

Θέλετε να μου πείτε δυο λόγια για εσάς;

Ν.Π.:

Ναι, ονομάζομαι Παπαχριστόπουλος Νίκος, είμαι 75 χρονών, γεννηθείς το 1946 και μένω τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια εδώ στην Ελλάδα. Ζούσα στο εξωτερικό τα προηγούμενα χρόνια, κάπου είκοσι τέσσερα χρόνια πρέπει να είναι γύρω, σε δύο κράτη. Μερικά χρόνια δούλεψα, εφτά-οχτώ, μάλλον εφτά χρόνια στην Αυστραλία και τα υπόλοιπα δεκαεφτά στην Αμερική, γύρω στα είκοσι τέσσερα χρόνια. Και τον υπόλοιπο χρόνο και μετά από αυτό έμεινα εδώ στην Ελλάδα, τα υπόλοιπα χρόνια, όσα… Από το ’87 και μετά ήρθα εδώ στην Αιγείρα κι έμεινα και παντρεύτηκα και έκανα οικογένεια με δύο παιδιά. Αυτά, τα συνηθισμένα. Τι άλλο θέλεις να με…;

Κ.Χ.:

Εσείς θυμάστε ποια ημερομηνία φύγατε από την…;

Ν.Π.:

Ναι, ναι. Από δω έφυγα, ήμουνα 17 χρονών τότε, έφυγα στις 21 Μαΐου του 1963, ήταν ημέρα Δευτέρα που έφυγε το πλοίο. Και πήγαμε στον Πειραιά, πήραμε το πλοίο. Το πλοίο ονομαζότανε «Orcades», ένα εγγλέζικο πλοίο, το οποίο ερχόταν από το Λονδίνο, έπεσε Πειραιά κι από Πειραιά φύγαμε και πήγαμε Αυστραλία. Στην Αυστραλία έπιασε σε τρία μέρη, δύο-τρία μέρη, δεν θυμάμαι… Το ένα ήταν η Μελβούρνη και μετά το τελευταίο ήταν στο Σύδνεϋ, στο οποίο εκεί πήγα εγώ κι έμεινα, στο Σύδνεϋ. Είχε πιάσει και το Περθ, δεν θυμάμαι τι άλλο, άλλο ένα ήταν στην Αυστραλία. Τα τρία… Ε, η διαδρομή ήτανε μεγάλη, είκοσι μία ημέρες. Φύγαμε από δω και πήγαμε, περάσαμε απ’ το Σουέζ Κανάλ, το κανάλι του Σουέζ, πέρα, κατεβήκαμε κάτω… Πώς λεγόταν; Ινδικός Ωκεανός λέγεται; Ναι. Περάσαμε από κει, σταμάτησε το πλοίο σε δύο-τρία μέρη και κατόπιν έφυγε από το τελευταίο που έπιασε, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς λεγόταν το τελευταίο το λιμάνι, και πήγε Αυστραλία. Εκεί κάναμε από εφτά ημέρες σε κάθε διακοπή του πλοίου. Πήγαινε το πλοίο έπιανε λιμάνι, για εφτά ημέρες ήμαστε μες στη θάλασσα, μετά έπιανε λιμάνι, μετά άλλες εφτά ημέρες, μετά εφτά ημέρες και φθάσαμε στο Σύδνεϋ, στη Μελβούρνη. Αυτά. Μες στο πλοίο ήμαστε πολλοί, πολλές φυλές, οι πιο πολλοί ήμαστε Έλληνες. Το μόνο που θυμάμαι εγώ τότε στο πλοίο μέσα, βέβαια προτού φύγω από εδώ, από την Ελλάδα, εμένα με πείραζε πολύ το τρένο, το λεωφορείο, τα οποία δεν ήσαν… ήσαν λιγοστά, και πήρα χάπια για το ταξίδι μου, για να μη με πιάσει το αυτό. Εντωμεταξύ, είχε κακοκαιρία μες στη θάλασσα τρομερή, αλλά εμένα δεν με πείραξε τίποτα. Και το μόνο που θυμάμαι εκεί πέρα ήταν ότι μας αλλάξαν τα χρήματα μέσα στο πλοίο, όταν πήγαμε, από δραχμές μας τα έκαναν εγγλέζικα, ξες, τα δικά τους νομίσματα. Και μας φτιάξαν και μια φασολάδα! Αφού ήμαστε Έλληνες. Αλλά από όλο το ταξίδι, όλο κι όλ’ αυτά, μας φτιάξαν κι ένα ελληνικό φαγητό. Στο Σύδνεϋ που πήγα-, στη Μελβούρνη που πήγαμε είχα ’γω και μια αδελφή, η οποία ήρθε και με είδε που σταμάτησε το πλοίο και κατόπιν, μετά από μερικές ημέρες, πήγαμε στο Σύδνεϋ, που κατεβήκαμε. Εκεί στο Σύδνεϋ είχα τα αδέλφια μου εκεί πέρα, επήγα, έμεινα μαζί τους για ένα διάστημα, για λίγο βέβαια, και μετά από μια βδομάδα έπιασα εργασία. Κατευθείαν. Εκεί δεν υπήρχε, δουλεύαμε πολύ σκληρά. Από το πρωί από τις 9 η ώρα μέχρι τις 11 το βράδυ, έξι μέρες. Τα χρήματα ήσαν λιγοστά εκείνης της εποχής, λιγοστά βέβαια ως προς τα σημερινά, για κείνη την εποχή ήσαν κανονικά. Θέλεις να σου πω και τα χρήματα που έπαιρνα, δεν με πειράζει. Ήσαν… Τότε η Αυστραλία είχε λίρες, παίρναμε εννιά λίρες τη βδομάδα για έξι ημέρες εργασία. Δεκαπέντε ώρες την ημέρα δουλεύαμε, δεν υπήρχανε οκτάωρα. Η δυσκολία μας ήταν ότι δεν ξέραμε τη γλώσσα. Εγώ, όταν έφυγα από δω, όπως σας είχα πει και προηγουμένως, ήξερα δύο λέξεις αγγλικά μόνο: το «slow», που σημαίνει αργά, που είχαμε εδώ στη γέφυρα εδώ που ήτανε στενή, και το «shortcut», το οποίο μου το είχε πει ο πατέρας μου, κάποτε που είχε πάει Αμερική κι αυτός, και μου λέει: «Θα κόψουμε δρόμο, το shortcut». Αυτά τα δύο. Εκεί που πήγαμε στην Αυστραλία, επιάσαμε δουλειά, αγγλικά δεν ξέραμε, προσπαθούσαμε απάνω στη δουλειά να μάθουμε τα αγγλικά. Μάθαμε. Σιγά σιγά τα μάθαμε. Μάθαμε τα προϊόντα που πουλούσαμε, της δουλειάς απάνω. Κανονική γλώσσα δεν μάθαμε. Και δεν πήγαμε ούτε σε σχολεία ούτε πουθενά, για να μάθουμε τη σωστή γλώσσα. Ό,τι ακούγαμε από τους πελάτες, από τις συναναστροφές που κάναμε. Γιατί εκεί εμέναμε με Έλληνες και μιλάγαμε στο σπίτι ελληνικά. Δεν ήταν ότι μιλάγαμε αγγλικά για να μάθουμε την αγγλική γλώσσα. Εμείς ήμαστε Έλληνες, πολλοί εκείνη την εποχή. Αυτό που κάναμε, βγαίναμε έξω παρέα, όταν είχαμε μια ημέρα το off που λέγαμε, που καθόμασταν[00:05:00], πηγαίναμε, βγαίναμε, Έλληνες ήμαστε, πάλι ελληνικά, αγγλικά γιοκ, τίποτα. Ε και προσπαθούσαμε να μάθουμε πάνω στη δουλειά. Περάσαμε πολλές εργασίες, εγώ ιδιαίτερα πέρασα πολλά στάδια εργασίας. Και κατόπιν ένα διάστημα ήρθε κάποια εποχή, όπως μας έδωσε το κράτος… Βέβαια έγινα Αυστραλός υπήκοος μέσα στα πρώτα πέντε χρόνια. Εντωμεταξύ, εμείς είχαμε το δικαίωμα να γίνουμε, όσοι θέλαμε, Αυστραλοί υπήκοοι, το οποίο γίνηκαμε. Λοιπόν…

Ν.Π.:

Ναι. Εντάξει; Λοιπόν, που είχαμε μείνει, στο...;

Κ.Χ.:

Για την υπηκοότητα λέγαμε.

Ν.Π.:

Ναι, ναι, ναι. Το κράτος τότε της Αυστραλίας, επειδή ήμαστε νέοι κάτω από 25 χρονών, μας έδινε ένα εισιτήριο πολύ φθηνό να ’ρθουμε να δούμε τους γονείς μας. Λοιπόν, και πολλοί το εκμεταλλευτήκανε, πολλά παιδιά, κι εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς. Εγώ έτυχε, μου είπε το γραφείο που πήγα να βγάλω το εισιτήριο, μου είπε αυτός ότι: «Μπορείς», μου λέει, «να βάλεις πενήντα δολάρια παραπάνω του εισιτηρίου έξτρα να πας μέσω Αμερικής, όχι μέσω Ασίας», από δω μεριά που ήτανε. Ε και για πενήντα δολάρια εγώ λέω: «Καλύτερα να πάω να δω και την Αμερική». Μου λέει: «Πήγαινε να δεις και την Αμερική πώς είναι». Εγώ άλλο που δεν ήθελα. «Και θα βγεις», λέει, «Λονδίνο κι απ’ το Λονδίνο θα κατέβεις κάτω θα πας Αθήνα». «Έγινε», του λέω, «εντάξει όλα». Ήρθε η ώρα, πήγαμε στην Αμερική, κατεβήκαμε στην Αμερική, εκεί πέρα που πήγα στην Αμερική άλλη χώρα. Εντωμεταξύ, προτού φτάσουμε στην Αμερική, εδώ στην Ελλάδα εκείνη την εποχή δεν υπήρχανε μέσα μαζικής μεταφοράς, δεν υπήρχανε. Η Εθνική Οδός εδώ, η παλιά που είχαμε, πέρναγαν δύο-τρία αυτοκίνητα, τέσσερα την ημέρα. Η Αιγείρα εδώ, το χωριό μας, δεν είχανε αυτοκίνητα. Ένα αυτοκινητάκι το οποίο πήγαινε απάνω στα χωριά, που έκανε μεταφορές, κι αυτά ήταν όλα. Λοιπόν, όταν πήγαμε στην Αυστραλία, βέβαια πήγαμε σε πόλη, δεν πήγαμε σε… όπως είναι η Αθήνα, μεγάλη, είχε κίνηση, εντάξει, είχε. Λοιπόν, αλλά όταν έφτασα από Αυστραλία και πήγα Αμερική, όταν πήγα στην Αμερική, ήταν άλλο, η διαφορά ήταν πολύ πιο μεγάλη. Όπως ήταν η Ελλάδα-Αυστραλία, έτσι και η Αυστραλία-Αμερική. Πολύ πιο αναπτυγμένη η Αμερική, με πολλά. Ιδιαίτερα το Λος Άντζελες που πήγα εγώ εκεί, γιατί πήγα μέσω απ’ τη Χαβάη στο Λος Άντζελες και κατέβηκα εκεί. Και κατέβηκα, κάθισα ένα λίγο διάστημα και γνώρισα μερικούς ανθρώπους εκεί πέρα, γνωστούς οι οποίοι ήτανε. Και έμεινα ένα διάστημα για τρεις μήνες, τέσσερις, όσο ήτανε να καθίσω, και μου λένε: «Έλα εδώ να καθίσεις, να πιάσεις και δουλειά, όλα». Του λέω: «Δεν είναι τόσο εύκολο, εγώ έφυγα από ένα μέρος, για να πάω για διακοπές, δεν ήρθα για…». Τέλος πάντων, να το κάνουμε λίγο πιο…, με καταφέρανε με διάφορους τρόπους και έμεινα στην Αμερική. Εντωμεταξύ, όταν έμενα στην Αμερική, σε διαστήματα που έμεινα δεκαεφτά χρόνια, τα πρώτα χρόνια ήρθα και στην Ελλάδα μια φορά, τη δεκαετία του ’70, το ’73, ’74, για τρεις μήνες, για διακοπές να δω τους γονείς μου. Εφόσον είχα τακτοποιηθεί στην Αμερική και είχα επιχειρήσεις μαζί με συνεταίρους άλλους, κάναμε αυτή τη διαδρομή. Και κατόπιν καθίσαμε στην Αμερική, δουλέψαμε σκληρά, είχαμε μάθει βέβαια και τα αγγλικά πιο καλά, γιατί ήμαστε τόσα χρόνια, έξι χρόνια, εφτά, στην Αυστραλία και μάθαμε πιο πολλά. Στην Αμερική μάθαμε πιο πολλά, γιατί είχαμε την επιχείρηση, γιατί δουλέψαμε σε πιτσαρίες, με μαγαζιά, μετά αποκτήσαμε δικά μας, μετά από μερικά χρόνια, μαγαζιά, και δουλέψαμε. Εκεί ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα και δουλεύαμε πολύ πιο βαριά από ότι στην Αυστραλία, γιατί είχαμε δικές μας επιχειρήσεις. Είχαμε εφτά ημέρες εργασία, δεν είχαμε αυτό το πέντε, έξι μέρες, να ξεκουραστείς η μια μέρα-δύο, ή να δουλέψεις οκτάωρο, εκεί είχαμε εφτά. Σηκωνόμασταν το πρωί, μέχρι το βράδυ είχαμε στο μαγαζί. Περάσαν τα χρόνια, αλλάξαμε επιχειρήσεις κάνα δυο φορές, εγώ ιδιαίτερα. Και στο τέλος, μετά από μερικά χρόνια, αποφασίσαμε να φύγουμε από την Αμερική, να ’ρθουμε να μείνουμε στην Ελλάδα, μετά από δεκαεφτά χρόνια που ήμουνα στην Αμερική. Τώρα εμπειρίες πολλές και δυσκολίες πάρα πολλές. Kαι στην Αυστραλία μεν, στην Αυστραλία ήταν λιγότερες, γιατί είχαμε τα αδέλφια μας και μιλάγαμε, ενώ Αμερική εγώ δεν ήξερα, ένα-δυο γνωστά ονόματα ήξερα, τα οποία πήγα και τα γνώρισα και με σύστησαν σε άλλους Ελληνοαμερικανούς γεννημένους εκεί πέρα, οι οποίοι σιγά σιγά… Εντάξει, δεν με εκμεταλλεύτηκε κανένας, ήταν πολύ καλοί και μας μεταχειριστήκανε πιο καλά. Θέλω να σου πω, οι Αμερικανοί παρά οι Αυστραλέζοι… Τέλος πάντων, και στην Αυστραλία δεν είχα παράπονο. Και σιγά σιγά ήμουνα καλός στη δουλειά μου, με αγαπήσανε εκεί πέρα το αφεντικό μου που ήταν και μου λέει: «Έλα να κάνουμε μαζί επιχείρηση, να κάνουμε μαζί, συνεταιρικά», αφού με είδε ότι ήμουνα καλός σε όλα αυτά και έμπιστος. Κι έτσι ξεκίνησα, συνεταιρικά. Καθίσαμε ένα διάστημα τρία χρόνια, τέσσερα, ε μετά χωρίσαμε για διάφορους λόγους, σταματήσαμε, χωρίσαμε. Μετά έκανα δική μου επιχείρηση πλέον, αφού ήξερα, είχα την πείρα, είχα μερικά χρήματα μαζέψει[00:10:00]. Γιατί δεν είχαμε και χρήματα, δανεικά χρήματα, από τράπεζες, από αυτά, έτσι ξεκινήσαμε, δεν είναι... Και μετά ξεκινήσαμε, σιγά σιγά απόκτησα τη δική μου επιχείρηση, μικρή βέβαια, όχι από τις μεγάλες, αλλά δουλέψαμε. Και μετά από τρεισήμισι-τέσσερα χρόνια την έδωσα την επιχείρηση και κάθισα να ξεκουραστώ λιγάκι, γιατί δούλευα τρεισήμισι χρόνια κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν ήταν τόσο εύκολο, δυσκολίες στην επιχείρηση μέσα με τους εργαζόμενους, διάφορα αυτά, όπως συμβαίνουν σε όλα τα μέρη του κόσμου, όταν έχεις επιχείρηση. Και κατόπιν, αφού ξεκουράστηκα και είχα αυτά και πήγα, ξαναμπήκα πάλι στο ίδιο λούκι, να πάρω κι άλλη, πιο καλή επιχείρηση, πιο μεγάλη. Βρήκα, την πλήρωσα, κι ακριβά μάλιστα, ήταν καλή επιχείρηση. Και κάθισα εκεί πέρα άλλα τρεισήμισι χρόνια, γιατί έτσι δούλευα, τρεισήμισι χρόνια και ξεκουραζόμουνα, γιατί δεν μπορούσα παραπάνω. Και μετά από αυτή την επιχείρηση, ήταν πιο καλή βέβαια από τις άλλες, αποκτήσαμε μερικά χρήματα, λέμε: «Να πάω να ξεκουραστώ», δεν μπορούσα άλλο, είχα κουραστεί πάρα πολύ. Και λέω: «Να πάω, να ’ρθω στην Ελλάδα, να καθίσω». Και αυτό έκανα. Τώρα τι άλλο να σου πω από αυτά; Τις δυσκολίες σ’ τις είπα, δεν μπορώ να σ’ τις πω τώρα λεπτομέρειες, δεν τις θυμάμαι και όλες, γιατί δεν είναι και τόσο εύκολο μετά από… Τώρα λείπω από την Αμερική, η τελευταία, από το ’87, γύρω στα τριάντα χρόνια, τριάντα-τριάντα ένα χρόνια. Πόσα είναι; Τριάντα τέσσερα χρόνια. Πόσο είναι; Από το ’87. Βέβαια, κάπου εκεί πρέπει να είναι. Αλλά υπήρχαν πολλές δυσκολίες σε όλα, ιδιαίτερα στη γλώσσα, να μάθεις τη γλώσσα, για να συνεννοείσαι, το κυριότερο πράγμα. Κατάλαβες; Η Αμερική εντάξει ήξερα πιο καλά, πήγαινα τα βράδια εγώ μια φορά τη βδομάδα στο σινεμά, στο ’χα πει κι αυτό κάποτε, για να μάθω την αγγλική γλώσσα, την προφορά της. Η Αμερική, σε διάφορα μέρη της Αμερικής… Η Αμερική είναι μια μεγάλη ήπειρος και σε κάθε πολιτεία, διάφορα μέρη, το ανατολικό μέρος, το δυτικό, το νότιο, που έχουν, η προφορά τους είναι διαφορετική, δεν είναι η ίδια. Αν πας στην ανατολική Αμερική που είναι η Βοστώνη, η Νέα Αγγλία, που λένε New England Area, που λέει, που πιάνει από το Βερμόντ, Μασαχουσέτη, Νέα Υόρκη, όλα, Πενσυλβάνια, όλη αυτή η… μέχρι το Μαϊάμι κάτω, αυτή λέγεται Νέα Αγγλία, αυτοί μιλάνε τα αγγλικά διαφορετικά απ’ ότι του Τέξας ή της Καλιφόρνιας ή του Σικάγου. Όλες διαφορετικές. Και λέω: «Η καλύτερη δουλειά, για να μάθω…». Γιατί εκεί είχαμε πελάτες από όλα τα μέρη που δουλεύαμε στις δουλειές μας εδώ. Ο καθένας, όπως το έλεγε. Εσύ έλεγες μια λέξη, την έλεγες στραβά, δεν την έλεγες σωστά ή με τη δική σου προφορά, έτσι τη μάθαινα κι εγώ και την έλεγα. Ήταν σωστή, δεν ήταν σωστή, αυτό. Η καλύτερη δουλειά μου ήταν να πηγαίνω μια φορά την εβδομάδα στο σινεμά το βραδάκι, όποτε άδειαζα, να μάθω από τους ηθοποιούς που μιλάγανε σωστή τη γλώσσα, καθαρή τη γλώσσα, όλοι αυτοί. Να μάθεις πέντε λέξεις, αφού δεν μπορούσαμε να πάμε στα σχολεία να μάθουμε τη γλώσσα. Χρόνο με το χρόνο όλο και κάτι μαθαίναμε, μαθαίναμε πιο πολλά, μιλάγαμε, κοιτάγαμε την τηλεόραση, τα νέα, το ένα τ’ άλλο, ήρθε, ήρθε η γλώσσα κι αμόλησε, μάθαμε πολλά, πιο πολλά. Και τα χρόνια πέρασαν αυτά. Κατά τ’ άλλα δουλειά, πολύ σκληρή δουλειά. Εκείνη την εποχή δουλεύαμε ώρες ολόκληρες, ατέλειωτες. Και κάθε μέρα. Δεν υπήρχε ημέρα να καθίσεις, να πεις ότι: «Σήμερα έχω day-off, θα καθίσω μια ημέρα να ξεκουραστώ», ποτέ, τίποτα. Εμείς, ως επιχείρηση. Οι άλλοι που δουλεύανε είχανε το Σαββατοκύριακό τους, ανάλογα με την εργασία που κάνανε ο καθένας τους. Εγώ στον τομέα που ήμουνα εγώ, στα φαγώσιμα… Και εκεί, το ογδόντα τοις εκατό των Ελλήνων είτε στην Αυστραλία είτε στην Αμερική ήμαστε στα φαγώσιμα, εκεί καταλήγαμε. Ξεκινάγαμε σ’ αυτή την κατηγορία. Άλλοι, όπως οι Ιταλοί, η βόρεια η Ευρώπη, όπως είναι η Ιρλανδία πάνω, η Σκωτία, εκείνα τα μέρη που είχαμε πολλούς στην Αμερική απ’ αυτούς, αυτοί ήταν σε άλλη κατηγορία, ήταν στο Real Estate αυτοί, στα μεσιτικά. Αγοράζανε γη, πουλάγανε γη, αγοράζανε σπίτια. Είχαν αυτή την αυτή, πιο κερδοφόρα και πιο ξεκούραστα. Εμείς είχαμε, επειδή δεν ξέραμε καλά τη γλώσσα, μπλέκαμε με τα μαγαζιά, τα οποία δουλεύαμε και ήσαν των προηγουμένων, με φαγώσιμα. Ε πέσαμε σ’ αυτή την κατηγορία και μας το έλεγε, θυμάμαι, γιατί είχα γνωρίσει έναν Ιρλανδό, και λέει: «Εσείς έχετε πάθει εκεί, με τα μαγαζιά, μικρές επιχειρησούλες, ενώ εμείς», λέει, «ανοίξαμε το αυτό», επειδή ξέρανε τα αγγλικά αυτοί. Γιατί η Βόρειος Ιρλανδία ή οι Σκωτσέζοι ή οι Εγγλέζοι, αυτοί ξέρανε τα αγγλικά τους. Πήγαν σε μια χώρα πλούσια, όπως ήταν η Αμερική, το μυαλό τους ήταν πιο, η γλώσσα τους μίλαγε πιο γρήγορη, καταλαβαίνανε πιο καλά τα αυτά. Ε κάνανε τις επιχειρήσεις αυτές, οι οποίες ήταν πιο πολύ κερδοφόρες απ’ ότι οι δικές μας. Εμείς ήμαστε λίγοι και στα χαμηλά, με τις επιχειρήσεις μας. Ναι μεν πολλοί κάνανε[00:15:00] και μεγάλες επιχειρήσεις ξεκινώντας από φαγώσιμα, δεν κάνανε μόνο μια επιχείρηση, κάναν και δεύτερη επιχείρηση και τρίτη και τέταρτη επιχείρηση και κάνανε αλυσίδα. Κι ο καθένας, όπως τη δύναμη που είχε και την αυτή, το οικονομικό του, ε κι αποκτήσανε όλοι σχεδόν, το ογδόντα τοις εκατό απ’ τους Έλληνες, είχανε τις επιχειρήσεις τους. Δηλαδή τους έλειπε αυτό το χρήμα. Φύγαμε από δω χωρίς μία δραχμή –γιατί τότε ήταν οι δραχμές, δεν ήταν τα ευρώ–, άδειες τσέπες. Πήγαμε εκεί πέρα να δουλέψουμε να αποκτήσουμε κάτι, γιατί οι γονείς μας εδώ, όπως σου είχα πει στην άλλη συζήτηση, είχανε μεγάλες οικογένειες όλοι. Η δική μου οικογένεια ήταν εφτά παιδιά. Τι να πρωτοταΐσει ο πατέρας και η μάνα; Με τι; Εδώ δεν είχαμε τίποτα. Δύο κτηματάκια μαζεύαμε, δεν έβγαιναν τα χρήματα, γι’ αυτό και μας διώξανε. Εμείς έτυχε και πήγαμε Αυστραλία. Η περιοχή η δική μας εδώ, όλα τα χωριά τα δικά μας, όλα, Αυστραλία. Εγώ κατ’ εξαίρεση μου έτυχε να πάω Αμερική μέσω Αυστραλίας. Άλλοι έχουν μείνει στην Αυστραλία, όπως τα αδέλφια μου που έχω στην Αυστραλία τώρα. Έχουν μείνει εκεί, έχουν παντρευτεί, έχουνε οικογένειες, έχουνε παιδιά, έχουνε επιχειρήσεις, έχουνε... Αυτά. Τώρα τι άλλο θέλεις να μου πεις; Πολύ ευχαρίστως.

Κ.Χ.:

Κύριε Νίκο, εσείς όταν ξεκινήσατε από εδώ, τι συνέβη; Ο μπαμπάς σας μια μέρα σας είπε: «Θα μπεις μέσα στο καράβι και θα πας στην Αυστραλία»;

Ν.Π.:

Ναι. Τότε, κοίταξε να δεις, αυτή την εποχή, όπως σου είπα, υπήρχε φτώχεια εδώ μεγάλη. Οι γονείς μου στείλανε προτού από μένα μια πενταετία, τόσο, κάπου εκεί στα πέντε, έξι, εφτά χρόνια, είχανε στείλει προτού από μένα τέσσερα παιδιά. Τα τέσσερα πρώτα παιδιά στην Αυστραλία. Είμαστε εφτά. Το ένα είχε παντρευτεί εδώ, είχε μείνει εδώ η μια αδελφή, οι άλλοι επήγανε Αυστραλία. Και αυτό μετά, αφού είδανε ότι δεν με σήκωνε εδώ πέρα, δεν είχαμε τίποτα, μας λέει να πάμε στην Αυστραλία. Τι να κάνουμε; Εμείς τότε μικρά παιδιά ήμαστε. Σάμπως ξέραμε και τι; Πάμε στην Αυστραλία στα τυφλά. Πού πάμε κι αυτό δεν ξέραμε, στην τύχη ήταν αυτά όλα. Ξέραμε ότι έχουμε τα αδέλφια μας εκεί πέρα, αυτό ναι. Και πήγαμε εκεί, είχαμε τα αδέλφια μας, είχαμε ανθρώπους. Δεν είπα ότι πήγαμε στα τυφλά, όπως πήγαινε ο πρώτος αδελφός απ’ τη δική μου οικογένεια, που επήγε στα τυφλά. Κάποιος του έκανε μια πρόσκληση νομίζω, δεν ξέρω πώς είχε γίνει και πήγε στα τυφλά στην Αυστραλία. Ε εκεί τον εκμεταλλευτήκανε. Και πιο πίσω από μας, τους πρώτους, τα αδέλφια μας, τους εκμεταλλεύτηκαν οι Έλληνες οι εκεί, πιο πολύ απ’ ότι μετά η δικιά μας η γενιά, που πήγε μετά. Εμείς πήγαμε έξι-εφτά χρόνια μετά και ήμαστε πιο καλά, γιατί ήδη είχανε αυτοί, όπως τα αδέλφια μου, είχανε κάνει τη δική τους επιχείρηση με τα έξι-εφτά χρόνια που δουλεύανε. Κι εγώ πήγα και δούλεψα και στον αδελφό μου, που δούλευα λιγάκι, για να τον βοηθήσω. Αλλά δούλευα και σε άλλους. Μάλιστα, θυμάμαι, εγώ δούλευα σε αυτά τα μαγαζάκια τα οποία τα λέγανε milk bar. Τα μαγαζάκια αυτά πουλάγανε… Δεν ξέρω αν το… τα milkshake, αν το ξέρετε εσείς εδώ τα αυτά, με το γάλα το χτυπημένο με τον αφρό, με τα αυτά όλα. Πορτοκαλάδες, λεμονάδες, τον ανανά, το pineapple που λέγανε, και πολλά άλλα. Δούλευα σε τέτοια μαγαζάκια, το οποία τα λέγανε εκεί milk bar. Και δουλεύαμε τόσο, δεκαπέντε ώρες την ημέρα, από τις 9 το πρωί μέχρι τις 11 το βράδυ μας είχανε. Και δούλευα σε έναν Τσιριγώτη εγώ. Ο Τσιριγώτης είναι από τα Κύθηρα, αυτούς τους λέγανε Τσιριγώτες εκεί πέρα, έτσι τους ονομάζανε αυτούς. Δούλευα σε έναν ο οποίος από το πρωί, από τις 9 η ώρα, πήγαινα, έπιανα δουλειά μέχρι τις 11 το βράδυ. Πού να πας; Έξι μέρες. Τότε ήταν δύσκολα. Κατάλαβες; Μετά άλλαξα με κάποιο χρονικό διάστημα, δεν ξέρω πόσο, πήγα, βρήκα άλλη δουλειά για πιο πολλά λεφτά, για πιο καλύτερη, για το ένα, τ’ άλλο. Τα συνηθισμένα που κάναμε στην Αυστραλία. Αυτά.

Κ.Χ.:

Οι πρώτες σας δουλειές δηλαδή ποιες ήταν;

Ν.Π.:

Ήταν αυτό το μαγαζάκι αυτού από το Τσιρίγο, ήταν αυτός... Τσιρίγο λεγότανε, απ’ τα Κύθηρα. Είχε αυτός ένα μαγαζάκι, το οποίο ήταν μικρό μαγαζί βέβαια, δεν είχε πολλά, δουλεύαμε τρία-τέσσερα άτομα, δεν ήταν πολλά. Αυτοί ήταν οικογενειακώς, εγώ και μια Αυστραλέζα που ήταν. Οι τέσσερίς μας, τέσσερις-πέντε. Και μένα με βάζανε μπροστά εκεί, να μάθω. Ήταν δύσκολη, γιατί ερχόσουν εσύ και μου έλεγες: «Φτιάξε μου αυτό το ποτό». Έπρεπε να το μάθω εγώ το ποτό. Τα μάθαμε σιγά σιγά. Ήθελαν να πάρουν τσιγάρα, ήθελαν να πάρουν σοκολάτες, ήθελαν να πάρουν κάτι άλλα πράγματα, τα οποία είχε το μαγαζί. Έπρεπε να τα μάθεις όλα στην αρχή. Αυτή ήταν η δυσκολία, που δεν ξέραμε τη γλώσσα. Τα άλλα δεν ήταν τίποτα. Η εργασία δεν ήταν τίποτα. Νέα παιδιά ήμαστε, 17 χρονών, πετάγαμε τότε. Από δουλειά δε μας κώλωνε τίποτα. Κατάλαβες; Δεν κουραζόμαστε. Τώρα για τις ώρες, αυτό ήταν το ωράριό τους, δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Δεν μπορούσες να κάνεις διαφορετικά[00:20:00]. Πού να πας; Εκεί που δουλεύαμε εμείς, σε αυτές τις επιχειρήσεις του φαγητού, ήσανε, ξες, από το πρωί μέχρι το βράδυ δουλεύανε. Ήταν μεγάλες οι ώρες. Όπως σου είπα, δεν ξέραμε να πάμε να δουλέψουμε σε γραφεία ή σε άλλα αυτά. Δεν ξέραμε τα αγγλικά μας, για να πάμε να πιάσουμε δουλειές που ήτανε οκτάωρα και να έχουμε Σαββατοκύριακο, αφού δεν ξέραμε τίποτα.

Κ.Χ.:

Σχολείο αγγλικό;

Ν.Π.:

Σχολείο αγγλικό υπήρχε το βραδινό. Λοιπόν, επήγα, ρώτησα εγώ μια φορά το αφεντικό μου, γιατί ήτανε Δευτέρα, Πέμπτη. Τη Δευτέρα εγώ δεν δούλευα, μπορούσα να πάω το βράδυ. Και του λέω του αφεντικού μου: «Αυτό κι αυτό, είναι το νυχτερινό σχολείο», το οποίο ήταν δωρεάν, στο έδινε το κράτος. Και μου λέει: «Πήγαινε», μου λέει, «μια φορά». Πήγα ένα βράδυ. Κι όταν έφυγα και γύρισα και έμεινα με τα αδέλφια μου, στα αδέλφια μου τους κακοφάνηκε, όχι τους κακοφάνηκε δηλαδή, γιατί παράτησα τη δουλειά μου, φοβηθήκανε μήπως με διώξει το αφεντικό. Και από τότε, αφού είδα έτσι, δεν επήγα ξανά αγγλικά να μάθω. Θα μάθαινα πέντε λέξεις παραπάνω μες στο σχολείο και τις σωστές λέξεις. Τη γραμματική και όλα αυτά, για να μπορώ την προφορά που θα μιλάω, να ξέρω πώς θα τις τοποθετήσω τις λέξεις. Γιατί λέξεις πολλές ξέραμε, ξέραμε πολλά, διάφορα, αλλά δεν ξέραμε να τα συνδέσουμε πολύ καλά, το συνδετικό τους, τη γραμματική τους, πώς το λένε αυτό. Εκεί ήταν η δυσκολία μας. Κατά τ’ άλλα, εντάξει, ταλαιπωρηθήκαμε. Και ποιος δεν ταλαιπωριέται, άμα είναι στην ξενιτιά;

Κ.Χ.:

Αισθανόσασταν ξένος;

Ν.Π.:

Όχι, όχι εγώ, γιατί σου είπα από τη στιγμή που είχαμε τα αδέλφια μας δεν υπήρχε, γυρνούσες σπίτι είχαμε τα αδέλφια, μιλάγαμε ελληνικά και ό,τι χρειαζόμαστε μας εξυπηρετούσαν τα αδέλφια. Αν θέλαμε καμιά δουλειά σε κάτι αυτό, ξέρανε αυτοί πιο πολύ τα αγγλικά, ξέρανε την πείρα που είχαν τόσα χρόνια στις δουλειές κι αυτά, ξέρανε τα πάντα όλα. Δεν ήταν δυσκολία. Και στην Αμερική που πήγα, που δεν είχα αδέλφια, αυτά, είχα πάλι την πείρα της Αυστραλίας, έξι-εφτά χρόνια, πόσο ήτανε. Ε και μετά το πήρα απόφαση ότι: «Ξες, πρέπει να κολυμπήσουμε μόνοι μας». Κατάλαβες; Και δουλέψαμε, που λες, εκεί πέρα στην Αμερική. Αυτά είναι. Δεν κωλώσαμε σε τίποτα, ας πούμε. Ο τρόπος για να δουλέψουμε και να βγάλουμε χρήματα, δεν κοιτάξαμε πίσω μας τίποτα. Δουλειά, δουλειά. Όσες ώρες κι αυτά. Ε και ανταμειφθήκαμε στο τέλος. Άμα έχεις επιμονή και υπομονή, όλα γίνονται. Κατάλαβες; Και να είσαι και σωστός. Όπως ήμουνα καλός στην Αμερική, με είδε κάποιος και μου πρόσφερε μερίδιο στο μαγαζί του, το πενήντα τοις εκατό. Το είχα γιατί ήμουν καλός, ήμουνα τίμιος και σωστός. Αν δεν ήμουνα δεν θα μου πρόσφερε. Κατόπιν, έκανα κάτι μόνος μου μετά. Αφού πέρασαν τρία-τέσσερα χρόνια που ήμαστε μαζί, ε αποφάσισα να κάνω και κάτι μόνος μου, αφού είχα τις δυνάμεις. Και έτσι έκανα. Είχα και τα χρήματα μαζέψει, γιατί στην αρχή δεν είχαμε τα χρήματα. Πήγαμε με τίποτα στην επιχείρηση, με δανεικά, δανεικά από τράπεζες, δανεικά από δω, από κει, για να πληρώσουμε την επιχείρηση, γιατί εκεί πέρα… Μετά αποκτήσαμε την εμπειρία. Το κυριότερο ήταν να μάθεις τον τρόπο εργασίας, πώς δουλεύουν εκεί τα μαγαζιά, το ένα το άλλο. Και χρήματα μαζέψαμε από εκεί που δεν είχαμε τίποτα, γιατί δουλεύαμε και δεν τα χαλούσαμε τα χρήματα, τίποτα. Ιδιαίτερα όταν είχαμε τις επιχειρήσεις, δεν είχαμε μια μέρα έξω να βγούμε. Ώρες, με τις ώρες. Κλέβαμε καμιά ώρα, μια ώρα, δύο να φύγουμε από μέσα, για να ξεκουραστούμε, να φύγουμε από της επιχείρησης τη δουλειά, γιατί αυτό μας επέβαλε η εργασία. Κατάλαβες; Αυτά τα… Τώρα τι άλλο ερωτήσεις, τι άλλο να σου πω;

Κ.Χ.:

Όταν είχατε την επιχείρησή σας, απασχολούσατε και ντόπιους;

Ν.Π.:

Ως επί το πλείστον είχα όλο Αμερικανούς υπήκοους, Αμερικανούς είχα εκεί, δεν είχα Έλληνες. Η περιοχή που ήμαστε εμείς δεν είχε πολύ Ελληνισμό. Πρώτα πρώτα δεν υπήρχανε Έλληνες για εργασία τέτοια εκεί, όπως στην Αυστραλία. Στην Αυστραλία ήταν άλλο. Ας μην το συζητάμε το ένα με τ’ άλλο. Και ως επί το πλείστον είχα ντόπιους που δουλεύανε, οι υπάλληλοί μου εκεί ήσαν όλοι της περιοχής. Κατάλαβες; Αυτοί… Τι άλλο θες να…;

Κ.Χ.:

Θέλω να πάω πάλι στην αρχή.

Ν.Π.:

Ναι.

Κ.Χ.:

Εσείς ήσασταν στην Αιγείρα, με τι μεταφορικό μέσο, για παράδειγμα, πήγατε στον Πειραιά, για να φύγετε;

Ν.Π.:

Τότε εδώ δεν υπήρχαν λεωφορεία, ΚΤΕΛ, υπήρχε το τρένο. Με το τρένο πήγαμε. Το τρένο το οποίο μας πήγε, όχι στον Πειραιά, μας πήγε στην Αθήνα και μετά δεν ξέρω πώς πήγαμε… Με ταξί; Πώς πήγαμε στον Πειραιά δεν θυμάμαι εκείνη την εποχή. Τότε ήμαστε με το τρένο, τρένο υπήρχε εκεί, δεν υπήρχαν ΚΤΕΛ, δεν υπήρχαν λεωφορεία τίποτα.

Κ.Χ.:

Οι γονείς σας σάς πήγαν;

Ν.Π.:

Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι.

Κ.Χ.:

Είχατε ξαναδεί πλοίο;

Ν.Π.:

Αν πέρναγε κανένα πλοίο εδώ στη θάλασσά μας, εδώ από μακριά.

Κ.Χ.:

Δεν είχατε κάνει ταξίδι ξανά;

Ν.Π.:

Όχι, όχι. Τι ταξίδι; Δεν είχαμε φύγει από την Αιγείρα εμείς, από την περιοχή μας εδώ. Δεν είχαμε πάει ποτέ Αθήνα, δεν ξέραμε πού[00:25:00] ήταν η Πάτρα, δεν ξέραμε τίποτα. Δεν υπήρχε μέσον για να πάμε εκείνη την εποχή που ήμαστε νέα παιδιά, 15, 16, 17 χρονών. Δεν ήταν όπως είναι αυτή την εποχή, που παίρνεις το λεωφορείο και πας Αθήνα, πας στην Πάτρα, πας στο Αίγιο. Δεν υπήρχαν μέσα μεταφοράς, μόνο το τρένο ήταν. Το τρένο που πήγαινες. Αλλά πού να πάμε εμείς, με τι χρήματα; Μ’ ένα πενηνταράκι που μας έδιναν οι γονείς το Σαββατοκύριακο; Πενήντα λεπτά μας έδιναν, να πάρουμε καραμέλες. Δεν μας δίναν λεφτά, δεν υπήρχαν χρήματα εκείνη την εποχή. Ένα πενηνταράκι μας δίνανε και πηγαίναμε παίρναμε δέκα καραμέλες και τρώγαμε, έτσι για το αυτό. Αυτό ήταν το μπουρμπουάρ, ο γονιός προς το παιδί, ένα πενηνταράκι. Αυτό ήταν. Δεν είχαμε πάει ποτέ πουθενά.

Κ.Χ.:

Στο πλοίο είχατε παρέα;

Ν.Π.:

Ναι, είχαμε. Μαζί με μένα είχε πάει κι ένας φιλαράκος μου από δω, ο Δημόπουλος, που σου είχα πει. Οι δυο μας ήμαστε μαζί μέσα στην καμπίνα. Μαζί μου νομίζω ήσαν κι άλλοι δύο, τέσσερα, η καμπίνα για τέσσερα άτομα νομίζω ήτανε. Αλλά μέσα στο πλοίο γνωριστήκαμε Έλληνες πολλοί, από όλα τα μέρη της Ελλάδος, που πηγαίναμε και... Ε γνωριστήκαμε. Μετά ο καθένας, μόλις βγήκαμε στην Αυστραλία, άλλος βγήκε στο Περθ, άλλος στη Μελβούρνη, άλλος στο Άντελαϊντ, άλλος στο Σύδνεϋ, σκορπιστήκανε, πάει, εξαφανιστήκανε, ούτε γνωρίσαμε κανέναν. Τους μόνους γνωστούς ήταν τα αδέλφια μας και τους συγγενείς βέβαια. Γιατί υπήρχαν πολλοί συγγενείς και όχι μόνο συγγενείς, υπήρχαν και από την περιοχή μας, εδώ από την Αιγείρα, από τα χωριά πάνω όλα, ήταν αποικία ολόκληρη το Σύδνεϋ με Έλληνες και γνωριστήκαμε τότε. Γι’ αυτό σου λέω, εκεί στην Αυστραλία δεν χαθήκαμε εύκολα, γιατί υπήρχε πολύ Ελληνισμός εκείνη την εποχή, τη δεκαετία του ’60, το ’63 μέχρι το ’70. Το ’70 εγώ έφυγα, πήγα στην Αμερική. Απ’ το ’70 μέχρι το ’87, δεκαεφτά χρόνια. Κατάλαβες; Αυτά τα… Τι άλλο να σου πω;

Κ.Χ.:

Πριν πάτε στην Αυστραλία, πώς την είχατε φανταστεί, τι είχατε στο μυαλό σας;

Ν.Π.:

Πρώτον πρώτον ακούγαμε ότι ήταν τ’ αδέλφια μας στην Αυστραλία. Δεν ξέραμε τίποτα. Τι να σκεφτούμε; Τίποτα, εμείς δεν είχαμε τίποτα. Τότε παιδιά εμείς, παίζαμε εδώ, μας είπανε πάμε στην Αυστραλία, πάμε στην Αυστραλία. Στα τυφλά, δεν μας κάνανε ότι: «Πρέπει να πάτε εκεί έτσι, έτσι». Μας είπαν: «Πηγαίνετε να ζήσετε πιο πλούσια από ότι είστε εδώ». Γιατί εκείνη την εποχή, το ’63, ήταν μετά τον πόλεμο, το ’45 τελείωσε ο πόλεμος, το ’47, –πότε;–. ’50 που τελείωσε ο πόλεμος, ήταν φτώχεια εδώ τελείως, δεν υπήρχανε τίποτα. Εδώ δουλεύανε οι γονείς μας να βγάλουνε κάτι για να ζήσουνε, να φάνε. Τα περβολικά, το στάρι που κάνανε, οι κότες, είχανε ζώα, είχαν μια γίδα, μια προβατίνα και σφάζανε το αρνί, το αυτό, το αυτό, για να φάνε να ζήσουνε, να φάνε, όχι να αγοράσουνε. Δεν υπήρχαν χρήματα να αγοράσεις. Στην περιοχή μας εδώ δεν υπήρχαν μαγαζιά, που τα βλέπεις τώρα γεμάτο. Τίποτα. Ο χασάπης για να σφάξει ένα αρνί, ένα αυτό, προτού το σφάξει, έλεγε στους πελάτες, να βρει τους πελάτες, για να το πουλήσει, γιατί δεν υπήρχαν τότε ψυγεία, το ’63. Δεν υπήρχαν να βάλεις τα κρέατα, για να αυτά. Και κάτι ψυγεία εμφανιστήκανε με πάγο. Δεν ξέρω, δεν τα θυμάσαι εσύ. Παίρναμε τον πάγο ένα κομμάτι, τον βάζαμε στο ψυγείο και ο πάγος αυτός έλιωνε και πάγωνε το ψυγείο ολόκληρο. Κι εκεί έτσι δουλεύαν στην αρχή μέχρι να ’ρθει το ρεύμα. Μετά ήρθε το ρεύμα και σιγά σιγά αλλάξανε τα ψυγεία από πάγο, τα κάνανε ηλεκτρικά. Αλλά ποιος είχε ψυγείο; Στα δέκα σπίτια ένας θα είχε ψυγείο, πού να τα βρει τα χρήματα; Κατάλαβες; Ήσανε… Αυτά.

Κ.Χ.:

Κι όταν φτάσατε στο λιμάνι στην Αυστραλία, θυμάστε την εικόνα, δηλαδή τι βλέπατε γύρω σας;

Ν.Π.:

Εκεί τότε στην Αυστραλία που πήγαμε, στο Σύδνεϋ, έξω που κοιτάγαμε, που βγήκαμε, που σταμάτησε το πλοίο, είχε πολύ Ελληνισμό. Όλοι οι Έλληνες που μας περιμένανε. Εγώ είχα τα αδέλφια μου, άλλοι είχαν άλλους. Ήταν γεμάτο, γεμάτο Έλληνες που μας περιμέναμε, για να μας πάρουνε. Μας πήρανε, μας βάλανε μες στο αυτοκίνητο, πού μας πήγανε εμείς δεν ξέραμε μες στην πόλη. Ήταν βέβαια μια πολιτεία, όπως είναι η Αθήνα, ήταν με κίνηση, με όλα αυτά, δεν ήτανε… Και μας πήγανε εκεί που ζούσαν αυτοί. Μακριά από το Σύδνεϋ; Κοντά στο Σύδνεϋ; Κοντά στο λιμάνι; Κοντά στο λιμάνι δεν ήτανε, πραγματικά. Μας πήρανε κι εμείς τότε χαζά ήμαστε τα παιδιά, φύγαμε από μια περιοχή εδώ που βλέπαμε δύο-τρία αυτοκίνητα να περνάνε μες στην Εθνική Οδό και εκεί πέρα να ’χει κοσμοπλημμύρα, να ’χει αυτοκίνητα, να ’χει κόσμο. Ε ήταν διαφορετικά. Όπως η Αθήνα, κι αυτή δεν ήταν όπως είναι η επαρχία εδώ, είχε τα αυτοκίνητά της, τα λιγοστά, αλλά είχε. Αυτά είναι. Αφού πήγαμε σε δικούς μας ανθρώπους, δεν είχαμε φοβία τίποτα ούτε άγχος ούτε τίποτα. Γιατί ξέραμε ότι θα πάμε, θα δούμε τα αδέλφια μας. Αυτοί μας καθοδηγήσανε, μας βρήκαν τις δουλειές. Δεν έψαξα. Εγώ πού να ψάξω, να κάνω τι; Ούτε ήξερα και τι δουλειά να κάνω[00:30:00]. Κι εκείνη τη δουλειά την ήξερα; Δεν την ήξερα, δεν την είχαμε εδώ, να πω ότι έχω μάθει να... Τη μάθαμε στην πορεία.

Κ.Χ.:

Παιδί που ήσασταν τι σας είχε κάνει εντύπωση τότε απ’ την Αυστραλία, απ’ τη ζωή εκεί;

Ν.Π.:

Εντύπωση; Τι να σου πω, εντύπωση; Ήταν μια διαφορετική κουλτούρα η Αυστραλία, δεν είναι όπως είναι η Ελλάδα εδώ. Άλλος κόσμος. Οι Αγγλοσάξονες διαφορετικοί, δεν είχανε τα δικά μας αισθήματα, εκεί πέρα δεν υπήρχε το φιλότιμο το ελληνικό. Εκεί ο καθένας είχε τη δουλίτσα του, κοίταγε τη δουλειά του, αυτά, τίποτε παραπέρα. Το μόνο εκεί πέρα ήταν, εμάς ιδιαίτερα που ήμαστε νέα παιδιά, μας κοροϊδεύανε. Στο μαγαζί που δούλευα εγώ, παραδείγματος χάριν, στο milk bar, το απογευματάκι, 2 η ώρα που σχόλαγαν τα γυμνάσια, τα σχολεία όλα, ερχόντουσαν οι κοπέλες, τα παιδάκια όλα, να πάρουνε πραγματάκια διάφορα, ποτό, το ένα, τ’ άλλο. Ε μας ζητάγαν κάτι και, επειδή δεν ξέραμε καλά τα αγγλικά, μας ειρωνευόντουσαν, μας δουλεύανε λιγάκι οι κοπελιές. Ήμαστε νέα παιδιά κι εμείς, 17 χρονών, και αυτοί βέβαια της ίδιας ηλικίας… Με την καλή έννοια βέβαια, όχι... Και μάλιστα εγώ θυμάμαι ότι στο μαγαζί μέσα δούλευε μια Αυστραλέζα, μεγάλη στην ηλικία. Λοιπόν, αυτή καθόταν κάτω χαμηλά, εμένα με είχε βάλει μπροστά να δουλεύω εκεί, για να μάθω. Και τις απόπαιρνε τις κοπέλες. Άκουγε που κοιτάγανε να με ειρωνευτούν, να με δουλέψουνε, επειδή δεν ήξερα εγώ, μου λέγανε κι άλλα πράγματα, τα οποία εγώ δεν τα καταλάβαινα. Τι να απαντήσω; Κατάλαβες; Και γελάγανε. Αυτό ήταν το πιο, αυτό που... Ε ερχόταν αυτή, τους τακτοποιούσε, τους μίλαγε. Αυτά. Τι άλλο να…; Την ημέρα που καθόμαστε, πηγαίναμε πάλι με Έλληνες στο σπίτι, σ’ αυτά εκεί. Δεν είχαμε και κάτι έτσι να πω ότι… Εντάξει, πηγαίναμε και στην πόλη μέσα, στο Σύδνεϋ, παίρναμε το λεωφορείο, πηγαίναμε στην πόλη, τα μαθαίναμε αυτά σιγά σιγά. Ήταν διαφορετική η ζωή, δεν ήταν όπως στο χωριό εδώ. Μέρα με νύχτα, εδώ που τα λέμε.

Κ.Χ.:

Τι στερηθήκατε περισσότερο όλο αυτό το διάστημα;

Ν.Π.:

Στερηθήκαμε την ελευθερία. Την ελευθερία. Εδώ ήμαστε ελεύθερα πουλιά, γυρίζαμε. Εκεί επήγαμε, μας κλείσαν μέσα, απ’ τις 9 μέχρι τις 11 το βράδυ. Δεν μπορούσαμε! Αφού λέγαμε κάποτε με ένα φίλο μου τον Τζίμη, αν υπήρχε δρόμος να περπατήσουμε απ’ την Αυστραλία να έρθουμε στην Ελλάδα, θα ερχόμασταν. Τόσο πολύ. Μας κλείσανε μέσα, 17 χρονών παιδιά, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ να δουλεύουμε, δεκαπέντε ώρες την ημέρα. Όχι εκμεταλλευτήκανε, αυτό ήταν το ωράριο, αυτή ήταν η εργασία σ’ αυτόν τον τομέα που ήμασταν εμείς. Γιατί δεν ξέραμε και αναγκαστικά έπρεπε να πάμε σ’ αυτές τις εργασίες που κάνανε οι προγενέστεροι προτού από μας. Μας πήραν στα μαγαζιά τους, αυτοί μας μιλάγανε, αυτοί μας λέγανε πώς να δουλέψουμε, μας μάθαιναν τη δουλειά απάνω, έτσι αυτά όλα. Κι ο καθένας χρόνο με τον χρόνο, όπως κάναν και τα αδέλφια μας, όπως έκανα κι εγώ στην Αμερική, μάθανε τη γλώσσα πιο καλά, αποκτήσανε εμπειρία, αποκτήσανε χρήματα λίγα, κάνανε τις δικές τους επιχειρήσεις, μόνοι τους. Έτσι ξεκινήσαν όλοι, απ’ το μηδέν, τίποτα. Οι τσέπες μας ήταν άδειες. Εγώ τότε που έφυγα από δω, εδούλευα. Αυτό το σπίτι που είναι εδώ μέσα, ήτανε βερικοκιές. Εδούλευα, μάζευα βερίκοκα εγώ εδώ μέσα. Σαράντα δραχμές την ημέρα. Ναι, την ημέρα ήταν. Και πιο πέρα, εκεί που είναι το σπίτι του Λιβανέζου, είχε λεμονιές εκεί μέσα, ήτανε όλο λεμονιές αυτό. Εδουλεύαμε, μαζεύαμε λεμόνια, σαράντα δραχμές την ημέρα μεροκάματο. Αυτές τις δύο δουλειές. Είχα μαζέψει εφτακόσιες δραχμές εγώ μ’ αυτά τα μεροκάματα. Ήταν πολλά λεφτά για εκείνη την εποχή, για μας εδώ, οι εφτακόσιες δραχμές. Οι οποίες μετά είναι, αν αντιστοιχίσεις σήμερα, ούτε δύο ευρώ. Δύο ευρώ είναι με τριακόσιες σαράντα δραχμές το ευρώ. Κι όμως μ’ αυτά τα λεφτά εγώ ξεκίνησα, πήγα στην Αυστραλία. Μ’ αυτά τα λεφτά. Οι γονείς μου δεν μου ’δωσαν λεφτά, δεν είχαν. Είχα εφτακόσιες δραχμές, μ’ αυτά ξεκίνησα. Και θυμάμαι μάλιστα στην Αυστραλία, στην Μελβούρνη, που ήρθε η αδελφή μου και με είδε, εκεί δίνανε ένα μπουρμπουάρ πέντε λίρες. Μου ’δωσε πέντε λίρες ο γαμπρός μου, ήταν μαζί με την αδελφή μου. Και μόλις πήγα στο Σύδνεϋ πάλι, πάλι τα αδέλφια είχαν αυτό το σύστημα, όποιος πήγαινε του δίνανε πέντε λίρες, έτσι για το καλωσόρισες. Αυτό ήταν πάλι κάτι το αυτό. Κι είχα μαζέψει δέκα λίρες και ό,τι χρήματα μου είχαν μείνει από τις εφτακόσιες δραχμές. Οι οποίες εφτακόσιες δραχμές μες στο πλοίο μας τις χαλάσανε, τις κάναν εγγλέζικες, γιατί δεν περνάγανε τα ελληνικά. Κι ό,τι είχανε μείνει αυτά τα χρήματα, μ’ αυτά ξεκίνησα εγώ, με δέκα λίρες. Κι έπαιρνα εννιά λίρες τη βδομάδα, για δεκαπέντε ώρες την ημέρα επί έξι ημέρες. Ε μετά, αλλάξανε μετά τα χρόνια, γίνανε δολάρια. Παίρναμε πιο πολλά χρήματα τότε, αναβαθμιζόταν η ζωή στην Αυστραλία, πήγαινε προς το καλύτερο, όλο προς το καλύτερο. Κατάλαβες; Κατά τ’ άλλα, δεν θυμάμαι τίποτα έτσι το τρανταχτό να σου πω, δεν υποφέραμε σε τίποτε, για να πω ότι... Να ήμουνα μόνος μου, να πω ότι κάτι. Ήμαστε μες στα αδέλφια μας όλη την ημέρα, που δεν δουλεύαμε ήμαστε πάλι μες στα αδέλφια μας, μιλάγαμε ελληνικά[00:35:00], δεν μας έλειπε τίποτα. Οι συναναστροφές, αυτό ήταν το κυριότερο. Η Αμερική ήταν δύσκολη, πιο δύσκολη, γιατί δεν είχα δικούς μου ανθρώπους. Γνώρισα μετά Έλληνες εκεί πέρα, στις δουλειές πάλι, μερικές δουλειές που ήταν κάτι Έλληνες. Ξεκίνησα, αλλά μετά, χρόνο με τον χρόνο, χωριστήκαμε και ο καθένας πήγαινε. Εγώ έκανα την εργασία εδώ με το μαγαζί, ο άλλος από εκεί, εξαφανιστήκαμε. Δύο φίλους είχα μόνο στην Αμερική, οι οποίοι είχαν κι αυτοί επιχειρήσεις. Ο ένας έφυγε απ’ τη ζωή τώρα δέκα χρόνια, ο άλλος έχει έρθει στην Ελλάδα τώρα εδώ, πηγαινοέρχεται, πάει Αμερική-Ελλάδα. Αυτούς τους δύο φίλους είχα στην Αμερική, κανονικούς φίλους που μπορούσαμε να πούμε τα πράγματα μας. Κατάλαβες; Γνωστούς είχαμε πολλούς, αλλά εμπιστοσύνη δεν μπορούσες να έχεις σε όλους, δεν ξέρεις, ο ένας είναι από άλλο μέρος, δεν τους γνωρίζαμε. Αλλά λίγους φίλους και καλούς. Και ξεκινήσαμε, κάναμε την… Δουλέψαμε σκληρά και προχωρήσαμε. Εντάξει, δεν είχα παράπονο, καλά πήγαμε μέχρι τότε. Και μετά αποφασίσαμε και φύγαμε όλοι. Κι αυτοί οι φίλοι μου, που φύγανε, ήρθαν Ελλάδα, ξαναπήγαν Αμερική. Ανάλογα ο καθένας πώς στη ζωή τους τα φέρνει η τύχη.

Κ.Χ.:

Τώρα σας λείπει το εξωτερικό;

Ν.Π.:

Όχι τόσο πολύ, να σου πω. Να πάω έτσι για διακοπές, ναι. Να πάω για μια βδομάδα, έτσι να περάσω στα μέρη που πήγα. Τώρα εκεί έχουν αλλάξει τα μέρη, δεν είναι… Όπως εδώ, όπως αναβαθμίστηκε η Ελλάδα, που έγινε ωραία, πιο αυτά, έχουν αλλάξει εκεί πέρα αυτά. Αλλά όχι ότι με τρελαίνει κιόλας. Εδώ είμαστε μια χαρά. Για μας τους συνταξιούχους, που είμαστε τώρα, είμαστε μια χαρά. Έχουμε τον ωραίο μας τον καιρό, κάνουμε τα μπανάκια μας, τις δουλίτσες μας. Για μας η Ελλάδα είναι, για τους συνταξιούχους είναι ό,τι πρέπει η Ελλάδα. Τώρα να πας πέρα εκεί, να κλειστείς μέσα, να κάνεις επιχείρηση, δεν μπορείς. Είναι άλλοι νόμοι εκεί πέρα, επήρες τη σύνταξή σου, πάει τελείωσε, δεν σου δίνουνε άδεια εργασίας να δουλέψεις, όπως εδώ. Κι εδώ το ίδιο είναι βέβαια, αλλά εδώ κάνουν τα παιδιά τους, πας και δουλεύεις εσύ, τους βοηθάς, το ένα, τ’ άλλο. Αυτά. Τι άλλο;

Κ.Χ.:

Κύριε Νίκο, δεν ξέρω αν θέλετε να πείτε κάτι άλλο;

Ν.Π.:

Τι άλλο να πω; Απλώς η νεολαία, εσείς, έχετε άλλη εποχή τώρα. Δεν μπορούμε να τη συγκρίνουμε τη δεκαετία του 1960 και του ’70 και του ’80 τώρα με το 2020. Είναι μέρα με νύχτα, έχει διαφορά! Σου λέω δεν υπήρχε ένα αυτοκίνητο εδώ στην Αιγείρα το ’63 και τώρα δεν ξέρεις πού να παρκάρεις, ο ένας απάνω στον άλλον! Είναι μεγάλη η διαφορά! Τα παιδιά, εσείς οι νέοι, μόλις γίνετε 15 χρονών-16, ξέρετε τα αγγλικά απταίστως, μαθαίνετε. Εμείς πού ξέραμε, τίποτα. Έφυγα εγώ 17 χρονών, σου λέω δυο λέξεις ήξερα όλες κι όλες. Μ’ αυτές ξεκίνησα. Τι άλλο; Απλώς εμείς η μοίρα μας ήταν τέτοια που έπρεπε να πέσουμε με τα μούτρα να δουλέψουμε, να αποκτήσουμε κάτι. Γιατί μας το επέβαλε η ζωή. Κατάλαβες; Δεν μπορούσαμε, πώς θα ζήσουμε; Εκεί δεν έχει, στην Αυστραλία, στην Αμερική, από ό,τι είδα, δεν πα’ να είσαι με τους γονείς σου, οι γονείς εκεί πέρα στην Αμερική τα παιδιά τους 15 χρονών-16 τα διώχνουν απ’ το σπίτι. Και οι Αμερικανοί πολίτες. Σου λέει: «Πήγαινε ζήσε μόνος σου», 16, 17 χρονών, 18. Και θες να πας να μείνεις εκεί στην Αυστραλία; Θα πληρώσεις είτε μείνεις στην αδελφή σου ή σε αυτό, θα πληρώσεις, το ενοίκιο, το φαγητό. Σου λέει: «Πήγαινε δούλεψε, ζήσε. Εγώ δουλεύω και ζω». Δεν είναι όπως εδώ τώρα, οι γονείς τα παιδιά τα έχουνε, έχετε φτάσει εσείς 25-30 χρονών και καθόσαστε στους γονείς σας και σας βοηθάνε οι γονείς σας, το ένα, τ’ άλλο. Εκεί δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα. Σου λέει: «Πήγαινε δούλεψε, απόκτησε χρήματα και ζήσε τη ζωή σου». Αυτό μας πείσμωνε πιο πολύ και επέσαμε με τα μούτρα, που λέει η παροιμία, στη δουλειά και δεν λέγαμε τίποτα. Και να μας κακοφαινότανε, μας μεταχειριζόντουσαν λίγο άσχημα, εμείς το βλέπαμε μια χαρά, στο τέλος να μας πληρώνουν μόνο μας ενδιάφερε. Να έχουμε χρήματα, να αποκτήσουμε, να κάνουμε μερικά χρήματα στην τσέπη μας. Γιατί δεν είχαμε τίποτα. Αυτό ήταν το σημείο εκείνη την εποχή. Τώρα έχουν αλλάξει οι εποχές. Προς το καλύτερο; Προς το χειρότερο; Εσείς το ξέρετε, η νεολαία, τι δυσκολίες έχετε ζήσει στη ζωή σας. Πιστεύω, όμως, είναι πιο καλύτερα, γιατί επικοινωνείτε πιο εύκολα. Κατάλαβες; Εντάξει, μας πέσαν τα δύσκολα εδώ στην Ελλάδα με τη φτώχεια και με το αυτό, που έπεσε έξω το κράτος, η επιδημία τώρα, αλλά θα ’ρθουν τα πράγματα στη σειρά τους. Ένα-δύο χρόνια; Πόσο θα αντέξει αυτή η δουλειά; Θα βρείτε τον δρόμο.