© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η ιστορία ενός αθλητή και δασκάλου πολεμικών τεχνών

Istorima Code
14158
Story URL
Speaker
Κωνσταντίνος Χατζηστεργίου (Κ.Χ.)
Interview Date
15/08/2021
Researcher
Νίκος Βουγιούκας (Ν.Β.)
Ν.Β.:

[00:00:00]Καλησπέρα. Σήμερα έχουμε 16 Αυγούστου του 2021, βρίσκομαι με τον Χατζηστεργίου Κωνσταντίνο στην Καβάλα, εγώ ονομάζομαι Νίκος Βουγιούκας, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Κώστα, να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Θα ήθελα να μάθω κάποια πράγματα για τα παιδικά σας χρόνια.

Κ.Χ.:

Ναι. Εγώ είμαι γεννημένος το 1981, από μία οικογένεια τριών παιδιών. Ο πατέρας μου οικοδόμος, η μητέρα μου ήταν εργάτρια σε ρούχα δερμάτινα βασικά. Μεγαλώνοντας, σε μία πολύ ήσυχη οικογένεια, πολύ ωραία παιδικά χρόνια τη δεκαετία του ’80, θυμάμαι ότι η πρώτη μου επαφή που είχα με τις πολεμικές τέχνες είναι όταν ο πατέρας μου το, νομίζω, αν θυμάμαι καλά, το 1987 είχε πάρει τα πρώτα VCR τα βίντεο, τα VHS, αν θυμάμαι καλά πώς τα λέγαμε, και έπαιρνε τέτοιες ταινίες western κτλ. Και μία μέρα έφερε μία ταινία του Bruce Lee. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι την πρώτη φορά που τον είδα κεραυνοβολήθηκα, ήταν αυτό που ήθελα να κάνω. Με μάγεψε όλο αυτό το πράγμα, ίσως επειδή ήταν και κάτι κόντρα από τον χαρακτήρα μου. Ήμουν ένα παιδί πολύ ήσυχο, πολύ συνεσταλμένο, κολλημένος με τη μαμά πάρα πολύ, χαϊδεμένος. Και δέχτηκα αρκετό bullying, και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Δεν ντρέπομαι ποτέ να το πω αυτό το πράγμα. Και, όταν είδα τον Bruce Lee στις ταινίες, αυτόν τον δυναμισμό που έβγαζε, που πάντοτε, ας πούμε, αντιμετώπιζε την αδικία κτλ., ήθελα κι εγώ να μάθω κάτι τέτοιο, για να αποκτήσω αυτοπεποίθηση. Χωρίς βέβαια να έχω καμία διάθεση για αγώνες ακόμα. Από το 1988 που παρακαλούσα τον πατέρα μου, δεν με πήγαινε στη σχολή να με γράψει, και γιατί φοβόταν να μην χτυπήσω εγώ ή να μην μαλώνω έξω, αλλά και για λόγους οικονομικούς. Ήταν δύσκολα χρόνια τότε. Ο πατέρας μου έχανε πολλές φορές μεροκάματο λόγω καιρού, όταν έβρεχε, ας πούμε, δεν είχε δουλειά κτλ., και ήτανε πολύ δύσκολα. Τελικά, το 1991 πήρε την απόφαση, αφού τον είχα ζαλίσει κάθε μέρα να του το θυμίζω, και με πήγε στη σχολή του αείμνηστου δασκάλου Σίμου Ζαχόπουλου, για να με γράψει. Θυμάμαι ότι ήταν ημέρα Παρασκευή κιόλας και μου το έκανε και έκπληξη, γιατί μου λέει: «Έλα να πάμε κάπου». Και όταν φτάνουμε κάτω από τη σχολή και την είδα, γιατί ήξερα που βρισκόταν η σχολή του Ζαχόπουλου, έπαθα σοκ. Ανεβαίνουμε πάνω, εκείνη την ώρα είχαν εξετάσεις οι μαύρες ζώνες. Όταν μιλάω μαύρες ζώνες, η εκτέλεση που κάνουν ήταν φωνές, τσιρίδες, αυτά. Εγώ κόλλησα πάνω στο τζάμι που ήτανε οι θεατές και κοιτούσα με τα μάτια μου να γυαλίζουνε. Τέλος πάντων, μετά από αυτό τελείωσε το μάθημα, βγήκε ο δάσκαλος ο Σίμος, πρώτα μίλησε με τον πατέρα μου. Δεν ξέρω τι είπανε. Μάλλον ο πατέρας μου του είπε και με φώναξε στο γραφείο και μου λέει: «Σ’ αρέσει το καράτε;». Λέω: «Πάρα πολύ». Μου λέει: «Θα γραφτείς, αλλά δεν θα μάθω δύο πράγματα: ότι μαλώνεις έξω και ότι στο σχολείο δεν διαβάζεις». Φυσικά το τήρησα κατά γράμμα. Έτσι; Τόσο πολύ το αγαπούσα που δεν ήθελα να το χάσω και, επειδή τρία χρόνια τον παρακαλούσα τον πατέρα μου πάρα πολύ να με πάει, όταν με πήγε, το θεώρησα ότι ήτανε δώρο. Και εκεί μου δίνει την τσάντα μου, την πρώτη τσάντα με τη στολή μου μέσα, και φύγαμε, πήγαμε στο σπίτι. Εκείνο το Σαββατοκύριακο δεν περνούσε με τίποτα, δηλαδή κοιμόμουν αγκαλιά με την τσάντα, πότε θα έρθει η Δευτέρα να πάω στην πρώτη μέρα στη σχολή. Και μάλιστα, κάτι που ξέχασα να αναφέρω είναι ότι, πριν με γράψει ο πατέρας μου στη σχολή, κάνα χρόνο πιο πριν, ένας συμμαθητής μου μού είχε δώσει ένα βιβλίο καράτε που είχε στο σπίτι του και δεν το ήθελε, που έδειχνε βασικές κινήσεις, δηλαδή αποκρούσεις, χτυπήματα. Και θυμάμαι ότι το έπαιρνα είτε σε ένα παρκάκι απέναντι από το σπίτι μου είτε μέσα στο δωμάτιό μου και, βλέποντας το βιβλίο και διαβάζοντάς το, τα δούλευα. Και θυμάμαι, όταν πήγα και εγώ στο γυμναστήριο την πρώτη μέρα, αυτά που με βάλαν να κάνω, να μου δείξουνε, ήταν ακριβώς τα ίδια που είχα κάνει στο βιβλίο, με πολύ μικρές διαφορές. Κι εγώ τα ήξερα. Και ο δάσκαλος του φάνηκε περίεργο που και καλά δεν είχα επαφή. Αλλά ήταν τόσο μεγάλος ο ζήλος μου εγώ, που ακόμα και από βιβλίο θα μάθαινα. Θυμάμαι ότι ήτανε μία από τις πιο ωραίες εμπειρίες της ζωής μου την ημέρα που πήγε να με γράψει. Και δεν τον έβγαλα τον πατέρα μου ποτέ, να το πω έτσι, να το μετανιώσει γι’ αυτό το πράγμα που έκανε. Χωρίς έτσι να μπλέξω με ναρκωτικά, ούτε με τσιγάρο, ούτε να μαλώσω, σεβόμενος και το δάσκαλό μου, σεβόμενος όμως και τον πατέρα μου.[00:05:00] Και δεύτερον, επειδή εγώ του το ζήτησα, ήθελα να του δείξω ότι, ναι, πήγα εκεί, όχι για να μαλώνω, γιατί θέλω να κάνω κάτι που εγώ αγαπάω.

Ν.Β.:

Μάλιστα. Πώς προχώρησε όλη αυτή η εμπειρία στη σχολή;

Κ.Χ.:

Μέχρι το ’94 περίπου συνέχισα το καράτε. Τελείως χόμπι. Μαθαίναμε στην ουσία αυτοάμυνα, παίρναμε κάποιες ζώνες. Θυμάμαι ότι κάπου στο ’94, όταν είχα φτάσει στην πράσινη ζώνη, έρχεται ο δάσκαλος… Γιατί το καράτε ο δάσκαλος το χρησιμοποιούσε σαν έναν προθάλαμο που εκεί έγραφε όλα τα παιδιά, αλλά μέσα από τις προπονήσεις έβλεπε ποια παιδιά έχουν κάποιο ταλέντο παραπάνω, ποια παιδιά έχουν έναν ζήλο, και από κει μετά αυτά τα παιδιά τα πλησίαζε και τα έφερνε προς το αγωνιστικό κομμάτι. Έτσι και εμένα μία μέρα με πλησίασε και με ρώτησε εάν θέλω να ασχοληθώ με το Kick Boxing. Δεν ήξερα καν τι είναι αυτό το Kick Boxing. Εγώ ήξερα πολεμικές τέχνες, καράτε, αυτό. Του λέω: «Δάσκαλε, δεν ξέρω τι είναι». Με έφερε τότε στο αγωνιστικό το τμήμα. Δύο φορές την εβδομάδα έκανα με το αγωνιστικό περίπου ενάμιση-δυο μήνες προπόνηση επάνω στο Kick Boxing, γιατί έχει αρκετές διαφορές απ’ το καράτε. Και μετά από δύο μήνες μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί είδα ότι, όταν μπαίνεις στον πρωταθλητισμό γενικά, δέθηκα με την ομάδα. Εγώ ήμουνα και πιο καινούργιος τότε απ’ τους άλλους, έβλεπα αυτούς τι κάνουν, που δεν κάπνιζαν, δεν πίνανε, που μιλούσανε για το πότε θα πάνε για τρέξιμο, και εμένα αυτό το πράγμα μου άρεσε, ήθελα και εγώ να ακολουθήσω αυτό το πράγμα, είχαμε κοινά ενδιαφέροντα δηλαδή. Και δέχτηκα να συνεχίσω το αγωνιστικό κομμάτι στην πράσινη ζώνη ακριβώς. Τότε βέβαια άργησα λίγο να παίξω, έπαιξα το ’95, λόγω του ότι συγχωρέθηκε η μητέρα μου από λευχαιμία. Ήμουν εγώ σε ηλικία 14 χρονών και για λίγο σταμάτησα αυτό το πράγμα. Συνέχισα να πηγαίνω προπόνηση, πιο πολύ έτσι για να ξεχνιέμαι, αλλά όχι για να ασχολούμαι με αγώνες. Λίγους μήνες μετά έρχεται ο δάσκαλος και μου ανακοινώνει ότι στην Ελευθερούπολη, εδώ στην Καβάλα, θα γινότανε Πανελλήνιοι Αγώνες Kick Boxing και με ρώτησε αν θέλω να παίξω. Θα ήταν και η πρώτη μου φορά. Για να πω την αλήθεια, έκανα πολύ μεγάλο διάλογο μέσα μου για το αν θα πάω, δεν είχα και πολύ κέφι ψυχολογικά και, όσοι ξέρουν από αθλητισμό, ένα μεγάλο μέρος του πρωταθλητισμού είναι η ψυχολογία. Εάν δεν έχεις καλή ψυχολογία, δεν μπορείς να κάνεις ούτε προπόνηση ούτε αγώνα. Τελικά, δέχτηκα να πάω και, όταν φτάσαμε, θυμάμαι, στο γήπεδο, δεν είχα καθόλου άγχος, γιατί δεν ήξερα πρώτον τι θα συναντήσω, επειδή ήταν η πρώτη μου φορά, δεύτερον το μυαλό μου… εγώ είπα ότι θα πάω πιο πολύ έτσι τυπικά, για τον δάσκαλο, να μην του χαλάσω το χατίρι, γιατί το μυαλό μου ήταν, όπως σου είπα, στη μητέρα μου. Αλλά, όσο περνούσε η ώρα μέσα στο γήπεδο και έβλεπα τους αγώνες, και άγχος άρχισε σιγά σιγά να με κυριεύει, άρχισα λίγο να ξεχνάω, ας πούμε, και το θέμα της μητέρας, γιατί αφοσιωνόμουν σε αυτό το πράγμα που έπρεπε να κάνω. Κοιτούσα πάνω στο ρινγκ να δω τι γίνεται, πώς γίνονται οι αγώνες, πώς παίρνω βαθμούς, αν έχει ξύλο, αν πονάει ή όχι. Γενικά να δω τι συμβαίνει. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή, όταν μου ανακοινώνει ο δάσκαλος, με φωνάζει και μου λέει: «Είναι η σειρά σου να παίξεις», τα πόδια μου καρφώθηκαν στο πάτωμα, βγάλανε νύχια, πάγωσα. Και την ώρα που φτάσαμε κάτω από το ρινγκ, για να ανεβούμε τα σκαλάκια, και μου έβαζε την κάσκα στο κεφάλι, θυμάμαι, γυρνάω, κοιτάω στην κερκίδα τον πατέρα μου, ο οποίος με κοιτούσε αγχωμένος. Γιατί κι αυτός ήταν απ’ τη μητέρα μου λίγο έτσι ζαλισμένος, τώρα βλέπει και το παιδί του να πάει να παίξει κάτι το οποίο έχει να κάνει με ξύλο, είχε δει και τους προηγούμενους αγώνες, που κάποιοι έπαιξαν πολύ δυνατά παιχνίδια και κάποιοι τραυματίστηκαν κιόλας, και του δημιούργησε ένα έξτρα άγχος. Και ξαφνικά, δεν ξέρω για ποιο λόγο, με το που τον είδα, ρε παιδί μου, είπα: «Θα μπω και θα το κάνω και θα τα δώσω όλα». Πρώτα απ’ όλα για να μην με δει ότι φοβάμαι, ότι έχασα, ότι χτύπησα και τον τρομάξω. Και δεύτερον το έκανα για τη μητέρα μου. Και μπήκα, όντως έπαιξα και τους τρεις γύρους, δεν εγκατέλειψα. Έχασα φυσικά, δεν το συζητάμε, αλλά για μένα, εγώ ένιωσα πολύ περήφανος για τον εαυτό μου, ότι κατάφερα και έκατσα για πρώτη φορά με ένα παιδί, ο οποίος ήτανε δευτεραθλητής Ελλάδος. Είχε βγει δεύτερος την περσινή χρονιά, ήταν πολύ καλός, και τον συνάντησα και στον πρώτο μου αγώνα. Και κατάφερα και έβγαλα και τους τρεις γύρους μαζί του και έχασα στα σημεία. Και από τότε πήρα και την απόφαση ότι θα συνεχίσω να το κάνω. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ, γιατί χάρη σε αυτό το άθλημα και γενικά στο αθλητισμό, με βοήθησε να ξεπεράσω όλο αυτό το θέμα της μητέρας μου, αλλά και να μου δημιουργήσει αυτό που είμαι σήμερα εγώ. Δηλαδή ό,τι είμαι εγώ αυτή τη στιγμή, σήμερα, σαν προσωπικότητα, σαν άνθρωπος, σαν οικογενειάρχης, σαν δάσκαλος, το οφείλω καθαρά στον αθλητισμό και στις πολεμικές τέχνες.

Ν.Β.:

Μάλιστα. Οπότε συνεχίσατε την πορεία σας στον πρωταθλητισμό. Πού αλλού πήγατε, σε τι ακόμα αγώνες;

Κ.Χ.:

Από τότε ξεκίνησα να συμ[00:10:00]μετέχω σε πάρα πολλούς αγώνες, παρόλο που την πρώτη χρονιά όλο έχανα. Δηλαδή μετά από αυτόν τον αγώνα όπου πηγαίναμε έχανα. Δηλαδή οι αγώνες δεν ήταν και κάτι σπουδαίο, ήταν κάτι αγώνες… Τότε το Kick Boxing ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, δεν ήτανε πολύ αναγνωρισμένο στον κόσμο. Πηγαίναμε σε κάτι αγώνες μέσα σε σχολές που σε βάζαν και έπαιζες με όποιον να ’ναι. Ο άλλος ήτανε δυο μέτρα πιο ψηλός από μένα και 5 κιλά ή 10 κιλά βαρύτερος. Με κάτι γάντια που είχανε μέσα σαν στουπί και πονούσες, ούτε κάσκες μας έδιναν πολλές φορές. Και μπορώ να πω ότι είχα απογοητευτεί ότι έχανα συνέχεια. Αλλά ο δάσκαλος, ο Σίμος, τότε γυρνάει και μου λέει μία κουβέντα, γιατί κατάλαβε ότι με είχε πέσει το ηθικό. Και με μια φόρα και μ’ αγκαλιάζει από μόνος του πίσω από την πλάτη και μου λέει: «Να χαίρεσαι που χάνεις τώρα, στο ξεκίνημα της καριέρας σου, γιατί η ήττα δεν είναι τίποτα άλλο παρά συλλογή πληροφοριών. Ανακαλύπτεις τα λάθη σου και απλά πας στην προπόνηση και τα δουλεύεις. Ξέρεις, όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή νικάμε και χάνουμε. Το θέμα είναι πώς θα διαχειριστείς και τη νίκη και την ήττα. Κάποιος χάνει και τα παρατάει κατευθείαν, κάποιος χάνει, πάει πίσω και δουλεύει και γίνεται καλύτερος». Και αυτό συνέχισα να το κάνω. Από τότε ξεκινήσαμε να συμμετέχουμε σε κάθε διοργάνωση πυγμαχίας και Kick Boxing. Ήταν τότε αυτά τα δύο αθλήματα που ήταν αυτό που λέμε εδώ στην Καβάλα πολύ διάσημα, γιατί ο δάσκαλος, ο Σίμος ο Ζαχόπουλος, ήταν αυτός που έφερε στην Ελλάδα το Kick Boxing. Από εδώ εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα, γι’ αυτό και η Καβάλα θεωρείται Kick-boxούπολη. Συμμετείχαμε σε πανελλήνια πρωταθλήματα, σε πανευρωπαϊκά, σε παγκόσμιο, σε μεσογειακά, και στην πυγμαχία και στο Kick Boxing. Κατέκτησα πάρα πολλές θέσεις: πρώτη, δεύτερη, τρίτη. Σε όλα αυτά έχουμε ταξιδέψει στο εξωτερικό: Γερμανία, Σερβία, Ουγγαρία, Γερμανία, στο Χάγκεν της Γερμανίας. Κάθε αγώνας είναι και μία διαφορετική ιστορία, είναι και μία διαφορετική εμπειρία, θετική ή αρνητική δεν έχει σημασία. Μπορώ να σου πω άπειρες ιστορίες δηλαδή είτε για γέλιο είτε και, για να το πω έτσι, συγκίνησης είτε άγχους είτε στεναχώριας. Θυμάμαι, πάντως, ότι μέχρι και το 1999 δεν είχα βγει ποτέ έξω από την Ελλάδα, έπαιζα μόνο μέσα στην Ελλάδα, πανελλήνια και διασυλλογικά. Εκείνο το διάστημα, κάποια στιγμή προς το ’97, όμως, επειδή πήγαινα σε μία τεχνική επαγγελματική σχολή που ήτανε μεσημέρι, δεν με βόλευε να πηγαίνω στις προπονήσεις τις αγωνιστικές και αναγκάστηκα και πήγα σε μία σχολή Τάε Κβον Ντο. Και όχι ότι στεναχωρήθηκα, μου άρεζε. Μ’ αρέσουν όλες οι πολεμικές τέχνες και πάντα ήθελα να μαθαίνω καινούργια πράγματα. Και για κάνα δυο χρόνια πήγαινα και κει, μέχρι που έφτασα και στη μαύρη ζώνη. Όταν γύρισα το ’99 ξανά στον δάσκαλο και είπα: «Θα ξανασυνεχίσω την αγωνιστική μου δραστηριότητα», λίγο διάστημα, πόσο, ένα-ενάμιση μήνας πρέπει να ήτανε, μου λέει ο δάσκαλος: «Θέλεις να παίξεις στην Ουγγαρία σε ένα τουρνουά πυγμαχίας;». Φυσικά δεν άφησα να πέσει αυτή η ευκαιρία, γιατί δεν ήμουνα ποτέ ο άνθρωπος που φοβόταν. Δεν έλεγα ποτέ στη ζωή μου: «Όχι». Με σπασμένο χέρι να ήμουνα, και προπόνηση θα πήγαινα και σε αγώνα. Δεν μ’ ενδιέφερε. Και του λέω: «Ναι». Δεν μ’ άρεζε να πω δικαιολογία ότι δεν είμαι προπονημένος. Απλά, επειδή τότε στην Εθνική Ομάδα της πυγμαχίας στη δική μου κατηγορία των κιλών ήταν ήδη συμπληρωμένη η θέση, με στείλανε με την κυπριακή ομάδα. Και πάλι δέχτηκα. Για μένα η Κύπρος είναι Ελλάδα, το ίδιο πράγμα είναι. Πήγα. Ήταν η πρώτη μου εμπειρία. Θυμάμαι το ταξίδι ήτανε φανταστικό. Ήταν και η πρώτη φορά που ανέβαινα στο αεροπλάνο, που θα έβγαινα εκτός Ελλάδος. Όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία, την πρώτη μέρα το βλέπαμε σαν διακοπές. Όταν πήγαμε στο γήπεδο, για να γίνει η ζύγιση, είχαμε μεγάλο άγχος, γιατί συνειδητοποιείς ότι τώρα παίζεις σε παγκόσμιο επίπεδο και εκπροσωπείς και τη χώρα σου, εκπροσωπείς και τον εαυτό σου, εκπροσωπείς και τη σχολή σου. Και εκεί φυσικά έχει ένα άγχος. Βλέπεις μετά και το επίπεδο πόσο ψηλά είναι, βλέπεις και πόσο πολύ στηρίζονται αυτοί οι αθλητές από τις χώρες τους. Κάτι που σ’ εμάς δυστυχώς δεν υπάρχει. Εκεί, λοιπόν, έπαιξα στα 67 κιλά, αν θυμάμαι καλά, με έναν Γιουγκοσλάβο, τον οποίον, ας πούμε, για να τον νικήσω, πραγματικά δεινοπάθησα, λόγω του ότι ήμουν και απροπόνητος, λόγω του ότι και εμένα η πυγμαχία δεν ήταν και τόσο το άθλημα που αγαπούσα. Πιο πολύ το Kick Boxing μου άρεζε, γιατί μ’ αρέζουν και τα πόδια, τα λακτίσματα. Κατάφερα, νίκησα και χάρηκα πάρα πολύ. Όταν γύρισα πίσω μάλιστα, ο Κύπριος προπονητής μου είπε: «Εάν θέλεις να ’ρθεις και στην Κύπρο και να πληρώνεσαι γι’ αυτό». Φοβήθηκα όμως να πάω, επειδή ήτανε μακριά και τότε ήτανε άλλα τα χρόνια, και δεν πήγα. Και έτσι, όταν μετά γύρισα, αποφάσισα να το συνεχίσω πολύ πιο δυναμικά όλο αυτό το πράγμα. Και συνεχίσαμε μετά, το 2001, στο Παγκόσμιο της Γιουγκοσλαβίας, στην ομοσπονδία της W.A.K.O., παίξαμε εκεί πέρα στο παγκόσμιο. Φανταστική διοργάνωση, μία από τις πιο ωραίες διοργανώσεις που έχω παίξει ποτέ, στην οποία είχε μέσα τέσσερα ρινγκ σ’ ένα τεράστιο γήπεδ[00:15:00]ο, στο Beo στο Βελιγράδι, πάνω από 10.000 θεατές. Εκεί δυστυχώς η δική μου κατηγορία ήταν τα 71 κιλά, είχε πάρα πολύ κόσμο. Δηλαδή, κι όταν μιλάμε έχει πάρα πολύ κόσμο, σημαίνει ότι μπορεί να παίζεις και έναν και δυο και τρεις αγώνες την ημέρα, γιατί πρέπει να τελειώνουνε, μέχρι να φτάσουμε στον τελικό. Και έπαιξα στον πρώτο μου αγώνα με έναν από τα Σκόπια, ο οποίος μάλιστα… Μία μέρα πριν είχαμε πάει στον ζωολογικό κήπο σαν βόλτα και, όπως περπατούσα εγώ και φορούσαμε τις φόρμες όλοι της Εθνικής Ομάδας, κάποιος με χτύπησε στον ώμο περπατώντας και πώς γυρνάω εγώ πίσω, βλέπω στην πλάτη Macedonia. Εγώ τότε δεν γνώριζα το σκηνικό αυτό, ξες, FYROM κτλ. και γυρνάω λέω τον δάσκαλό μου: «Δάσκαλε», λέω, «υπάρχει κι άλλος», λέω, «απ’ την Ελλάδα; Έχει κι άλλη ομάδα εδώ;». Μου λέει: «Όχι», μου λέει, «είναι απ’ τα Σκόπια», ξέρω γω. Εγώ θίχτηκα, γιατί ο άλλος δεν ζήτησε συγνώμη και πήγε να μου κάνει και καλά τη μαγκιά. Την άλλη μέρα παρακαλούσα να συναντήσω, γιατί είδα ότι παίζω με έναν απ’ τα Σκόπια, με ένα σλάβικο όνομα, δεν ήξερα ποιος είναι. Μέχρι και την ώρα που ανέβηκα στο ρινγκ δεν μπόρεσα να δω ποιος είναι και τον βλέπω βγαίνει απ’ τα αποδυτήρια και ήταν ο ίδιος. Τα έφερε έτσι η μοίρα να παίξω με τον ίδιο. Τότε γυρνάω και λέω στον δάσκαλό μου: «Εγώ αυτόν θα τον κατεβάσω και μετά ας χάσω, δεν με ενδιαφέρει». Ούτε πρώτο γύρο δεν κράτησε, τον κατέβασα κατευθείαν, γιατί δεν δεχόμουνα ποτέ να με προσβάλεις. Σέβομαι κάθε άνθρωπο και κάθε λαό, αλλά δεν μ’ αρέσει, όταν προσβάλλεις κάποια πράγματα στον άλλον. Γιατί αυτό, δεν είναι αυτή η έννοια του αθλητισμού, να φέρνεις τις προσωπικές σου επιδιώξεις, θέσεις, όπως θες πες το, ιδεολογίες, μέσα στο ρινγκ. Την άλλη μέρα έπαιξα ξανά, νίκησα, δεν θυμάμαι με ποιον είχα παίξει, γιατί μιλάμε ότι είχε πάρα πολύ κόσμο. Και στον τρίτο αγώνα που θα έπαιζα, εάν τον νικούσα, θα πήγαινα στα μετάλλια. Έπαιζα μ’ έναν ή απ’ το Καζακστάν ή απ’ το Αζερμπαϊτζάν, νομίζω Αζερμπαϊτζάν ήταν. Πολύ δυνατός παίκτης. Σ’ αυτόνα δυστυχώς ένα χτύπημα που του  ’κανα, χτύπησα τον αντίχειρά μου στο αριστερό το χέρι, που ήταν ένας παλιός τραυματισμός, έναν χρόνο πριν απ’ την πυγμαχία, και μου βγήκε το δάχτυλο. Τρώω και ένα χτύπημα απ’ αυτόνα, με μετράει ο διαιτητής, εγώ κάνω νόημα στον δάσκαλο να με βγάλει από το ρινγκ γρήγορα. Ο δάσκαλος ξαφνιάζεται, γιατί ποτέ, ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά από αυτό, ξαναέγινε. Δεν εγκατέλειψα αγώνα, ούτε μου πέταξαν ποτέ πετσέτα. Αλλά ο δάσκαλος πάντα με σεβόταν, γιατί ήξερε ότι εγώ, για να εγκαταλείψω κάτι, ξέρει ότι έχω πρόβλημα. Και, όταν με βγάλαν απ’ το ρινγκ, δεν μπορούσαν να μου βγάλουν το γάντι. Τόσο πολύ είχε πρηστεί το χέρι μου που αναγκαστήκαν και το κόψαν με ψαλίδι. Και γυρίσαμε πίσω. Εντάξει, με πολύ μεγάλη στεναχώρια για μένα, δεν το συζητάω, αλλά κι αυτά είναι μέσα στο πρόγραμμα, και οι τραυματισμοί και οι αδικίες και πολλά άλλα. Γιατί το να πας, να φτάσεις στα μετάλλια δεν είναι μόνο θέμα ικανοτήτων, είναι και θέμα τύχης. Δηλαδή, όταν γίνεται κλήρωση, όπως και στη μπάλα, άμα κληρωθείς με όλα τα φαβορί, είναι πιο δύσκολο να φτάσεις, άμα κληρωθείς με τους πιο εύκολος αντίπαλους, είναι πιο εύκολο να φτάσεις πάνω στην τριάδα. Κι εγώ τότε δεν το καταλάβαινα, στεναχωριόμουν, αλλά αυτό μου έλεγε ο δάσκαλος, μου λέει: «Μην σε παίρνει από κάτω, δεν σημαίνει ότι δεν είσαι καλός». Γυρίσαμε από κει και μετά εδώ πέρα, θυμάμαι, τώρα για εφτά χρόνια ήμουν συνεχόμενα πανελλήνιος πρωταθλητής, στα 67 κιλά και στα 71. Ποτέ δεν μπορούσε κανένας να με νικήσει. Ήταν και το Kick Boxing κι η μεγάλη μου αγάπη. Η σκληρή δουλειά δεν σταματούσε, μάλιστα ανέβαινε. Ήμουνα και είμαι απαιτητικός με τον εαυτό μου ακόμα και τώρα, όταν προπονούμαι. Δεν σταματάω να πιέζω τον εαυτό μου που είμαι 40 χρονών και δεν παίζω αγώνες. Και αυτό το κάνω κιόλας καμία φορά, γιατί θέλω τα παιδιά να βλέπουν ότι δεν έχει σημασία ούτε η ηλικία, ούτε τίποτα. Σημασία έχει πάντα να προσπαθείς και πάντοτε να τα δίνεις όλα. Αυτό είναι και το νόημα στα παιδιά. Δηλαδή δεν παίρνουν όλα τα παιδιά μου ζώνες, επειδή σώνει και καλά είναι όλα τέλεια. Μπορεί σίγουρα ένα παιδάκι που παίρνει πορτοκαλί ζώνη, με ένα άλλο που παίρνει πορτοκαλί ζώνη, να είναι καλύτερο, αλλά εγώ επιβραβεύω την προσπάθεια και αυτό είναι το νόημα του αθλητισμού. Και πάντα το προσπαθούσα και πάντα αγωνιζόμουνα, όταν έμπαινα στο ρινγκ, χωρίς να σκέφτομαι τη νίκη και την ήττα, σκεφτόμουν απλά ότι ό,τι μου έμαθε ο δάσκαλος, ό,τι δουλέψαμε στην προπόνηση πρέπει να το βγάλω. Είναι κρίμα να δουλεύεις στην προπόνηση τρεις μήνες κάποια εργαλεία, κάποια κόλπα και να πας και να μην τα βγάλεις, γιατί φοβήθηκες, γιατί νευρίασες, γιατί οτιδήποτε άλλο. Σημαίνει ότι απέτυχε όλη η προετοιμασία σου, έκανες τζάμπα τον κόπο. Το να χάσω, όμως, ξέροντας ότι τα έδωσα όλα, σημαίνει ότι δεν πήγε τίποτα χαμένο. Απλά έτυχα σε έναν πολύ καλό αντίπαλο ή έτυχε εγώ να μην είμαι σε πολύ καλή φόρμα, στη μέρα μου που λέμε. Παίζουν πολλοί παράγοντες γι’ αυτό. Συνεχίσαμε, συνεχίσαμε, συνεχίσαμε με πάρα πολλούς αγώνες. Γερμανία, στο Χάγκεν, είχε κλειστεί ένας αγώνας μου να παίξω full contact. Είναι ένα σύστημα του Kick Boxing που έχεις λακτίσματα από τη μέση και πάνω. Εκεί δυστυχώς όμως δεν εμφανίστηκε ο αντίπαλός μου, αν θυμάμαι καλά τραυματίστηκε, δεν θυμάμαι τι έγινε, όπως και από ένα άλλο παιδί που ήταν απ’ την Ολλανδία, πιο βαρύς από μένα αυτός ο αντίπαλος. Και αυτουνού ο αντίπαλος δεν ήρθε και η διοργάνωση, για να μην μας [00:20:00]ακυρώσει τζάμπα, σου λέει: «Ήρθατε μέχρι την Γερμανία τόσα χιλιόμετρα», είχε ξεσηκωθεί κόσμος, γιατί είχαν έρθει στο γήπεδο Έλληνες να δούνε έναν Έλληνα που θα έπαιζε αγώνες, αποφάσισε να μας βάλει μαζί. Βέβαια, ήταν λίγο άδικο προς τη δική μας την πλευρά, γιατί αυτό το παιδί ήταν και πιο βαρύ, αυτός έπαιζε χωρίς καλάμι, δηλαδή χωρίς σφουγγάρια στα καλάμια, που σημαίνει τα πόδια του ήταν πολύ ψημένα και σκληραγωγημένα, και έπαιζε με άλλο στυλ απ’ το δικό μου, με γόνατα, με ό,τι θέλεις. Δέχτηκα να παίξω, αλλά είπαμε θα παίξουμε με γυμνά καλάμια, χωρίς καλαμίδες, αλλά με τους δικούς μας κανονισμούς, απ’ τη μέση και πάνω. Το δέχτηκε αυτός, παίξαμε. Επειδή ακριβώς ήτανε το παιχνίδι έτσι λίγο άδικο, μας βγάλαν ισοπαλία. Γνωριστήκαμε όμως με το παιδί, γίναμε φίλοι, αλλά δεν κρατήσαμε ποτέ επαφή, δεν είχαμε τότε facebook, το 2005, για να μπορέσουμε να την κρατήσουμε. Στη Σερβία που είχαμε πάει ήταν πολύ ωραία, γιατί εκεί παίξαμε Ελλάδα-Σερβία. Είχε πάει η Εθνική Ομάδα με την Εθνική Σερβίας. Οι αγώνες γίναν υπαίθρια, δίπλα σε ένα λούνα παρκ. Απ’ ό,τι θυμάμαι, είχε χάσει όλη η ελληνική ομάδα και ένας νίκησε, μόνο εγώ. Ντραπήκαμε τόσο πολύ. Δηλαδή είχαμε πάει όλοι και χάσαμε όλοι, εκτός από μένα που νίκησα στα σημεία. Και πάλι κι εγώ πολύ δύσκολα νίκησα, γιατί έχω να αναγνωρίσω ότι τότε οι Σέρβοι ήτανε πολύ δυνατά παιδιά. Δηλαδή δεν πέφτουν εύκολα, αντέχουν πάρα πολύ τα χτυπήματα. Δεν ήταν τόσο τεχνίτες, αλλά ήταν πολύ γερά παιδιά. Αλλά σαν εμπειρία ήταν τρομερή, ας πούμε. Θυμάμαι την αγάπη που βγαίναμε από το ξενοδοχείο. Μας είχαν δώσει κάτι μπλούζες που από τη μια είχε τη σέρβικη σημαία, από την άλλη την ελληνική. Και βγαίναμε στη γειτονιά, εκεί στο ξενοδοχείο, στο παζάρι και ερχόταν ο κόσμος, μας έπαιρνε αγκαλιά: «Grčka, Grčka», κάπως, αν θυμάμαι καλά, το λέγανε έτσι. Τόσο πολύ μας αγαπούσανε που, ακόμα και όταν χάναμε στον αγώνα, αυτοί να χειροκροτάνε και, όταν βγαίναμε, μας ζητούσαν κι αυτόγραφα. Δηλαδή εκεί κατάλαβα πραγματικά πόσο πολύ με τους Σέρβους έχουμε τέτοιαν αγάπη μεταξύ μας, σαν άνθρωποι. Ίσως κι αυτοί τότε με τον πόλεμο, τους φιλοξενήσαμε και τους βοηθήσαμε πάρα πολύ, μας το αναγνώρισαν. Δεν ξέρω. Τέτοιαν αγάπη δεν έχω ξαναδεί πουθενά. Πουθενά. Τέλος πάντων, προχώρησαν τα χρόνια, αγώνες συνεχίστηκαν με πολλούς τραυματισμούς, πολλές ταλαιπωρίες, χωρίς καμία οικονομική βοήθεια. Εγώ είμαι 40 χρονών και δεν έχω πάρει από το άθλημα, και της πυγμαχίας και του Kick Boxing, ούτε 1 ευρώ, ούτε 1 ευρώ. Στην πυγμαχία το μόνο θετικό που είχε είναι ότι, όταν πήγαινες κάτω, ας πούμε, σε κάποιο πανελλήνιο, σου τα πλήρωναν όλα τα έξοδα, αλλά δεν σου πλήρωναν μισθό. Και το τελευταίο μου… Παίζαμε επαγγελματικά, ας πούμε, τότε, εισαγωγικά, επαγγελματικά θεωρούσαν αυτοί μόνο αυτοί που δεν φοράνε κάσκα και καλαμίδες. Παίζαμε, σκοτωνόμασταν, οικονομική βοήθεια από πουθενά. Δηλαδή ένας αθλητής πρέπει να παίρνει τα συμπληρώματα διατροφής του, πρέπει να έχει τις φυσιοθεραπείες του, πρέπει να έχει τα μασάζ του, για να μπορέσει το σώμα του να βγάλει τις προπονήσεις. Πάρα πολύ δύσκολες εποχές. Δόξα τω Θεώ, δεν βγάλαμε σοβαρούς τραυματισμούς, ήμασταν από τους τυχερούς, και εγώ και κάποιοι συναθλητές μου. Τότε ήταν, όμως, που ξαφνικά πάνω στην… αυτό που με… στο απόγειο της καριέρας μου που έγινε ένα τραγικό γεγονός με τον δάσκαλό μου, ο οποίος έπαθε τριπλό bypass, έμφραγμα και ξαφνικά έπρεπε να πουλήσει τη σχολή του. Την πούλησε πρώτα σε έναν μαθητή του, που ήταν και δικός μου δάσκαλος, ο δάσκαλος ο Τάσος. Δεν τα βρήκαν όμως στην τιμή, μαλώσαν, κάνανε και κατέληξε να την έχω εγώ και ο Λάζαρος. Kαι βρέθηκα με μία σχολή ξαφνικά, εγώ 25, εκείνος στα 21 περίπου, χωρίς να ήμασταν ακόμα έτοιμοι, να σου πω την αλήθεια, να γίνουμε προπονητές, παρόλο που για μένα πάντα ήταν το όνειρό μου να γίνω δάσκαλος κάποια στιγμή, είχα αυτό το μεράκι. Ευτυχώς, μέσα σε αυτό το τραγικό γεγονός, λίγους μήνες πριν είχα πάει στη Σχολή Προπονητών στην Αθήνα και είχα πάρει το δίπλωμα προπονητή πάνω στο παγκράτιο άθλημα. Και γιατί χωρίς αυτό δεν θα μπορούσαμε να την ανοίξουμε, να κρατήσουμε τη σχολή μας. Και έτσι βρεθήκαμε να έχουμε εδώ πέρα αυτή τη σχολή, τότε μαζί με τον συνέταιρό μου, τότε. Συνεχίσαμε όμως να παίζουμε αγώνες, είχαμε συμφωνήσει ότι για κάνα δύο-τρία χρόνια να παίζουμε, γιατί μέχρι να βγάλουμε δικούς μας αθλητές, ώστε να ακούγονται και να διαφημίζεται η σχολή μας, να παίζουμε εμείς. Κάτι που αποδείχτηκε πάρα πάρα πολύ δύσκολο, επειδή έπρεπε να κάνεις, ας πούμε, το πρωί δύο ώρες προπόνηση τον εαυτό σου και μετά να έχεις μέχρι το βράδυ όλα τα μαθήματα. Δεν προλάβαινα ούτε να φάω, να πάω να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί για να μπορεί ένας αθλητής, ειδικά στο δικό μας το άθλημα που είναι ατομικό, να αφοσιωθεί πάνω στο στόχο του, θα πρέπει να αφιερώσει χρόνο στον εαυτό του. Εμείς έπρεπε να αφιερώνουμε χρόνο και στον εαυτό μου και στους άλλους. Και θυμάμαι κιόλας ότι[00:25:00] την τελευταία φορά που έπαιξα επαγγελματικό ήταν το 2007. Ήρθε ο δάσκαλος και μου λέει: «Θα πάμε εκεί». Έκανα δύο εβδομάδες προπόνηση μοναχός μου, γιατί και εκείνος έχει τη σχολή του και δεν προλάβαινε να έρθει να μου κάνει προπόνηση. Πήγα, νίκησα, στον δεύτερο γύρο ο άλλος εγκατέλειψε, ας πούμε, δεν συνέχισε να πάμε στον τρίτο. Κι όταν πήγα στα αποδυτήρια και άλλαξα, και βγαίνοντας στην κερκίδα, για να δω τους υπόλοιπους αγώνες, γυρνάω και λέω τον δάσκαλό μου: «Τι θα πάρουμε;». Και μου λέει: «Τίποτα». Λέω: «Γιατί; Αυτός εκεί ο τύπος, ο διοργανωτής, έβαλε είσοδο, 10 ευρώ την είσοδο, που σημαίνει έβγαλε λεφτά στην πλάτη τη δικιά μας. Κι εμείς είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε ζώα. Δηλαδή χτυπιόμαστε, δεν είμαστε τσουβάλια». Θίχτηκα! Δύο μέρες μετά μαθαίνω από κάτι άλλους αθλητές από μία άλλη σχολή ότι αυτοί πληρώθηκαν και τα δικά μου τα πήρε ο δάσκαλός μου και μου είπε ότι δεν πήραμε λεφτά. Τότε αποφάσισα να κρεμάσω τα γάντια μου, στο επαγγελματικό κομμάτι τουλάχιστον, γιατί δεν δέχτηκα ποτέ σαν άνθρωπος να με εκμεταλλεύονται και εμένα και τη σωματική μου ακεραιότητα, για να βγάζουν κάποιοι λεφτά. Δεν το έκανα πλέον όπως το ’κανα πιτσιρικάς, που πιτσιρικάς το κάναμε μόνο από αγάπη και βάζαμε και λεφτά από την τσέπη μας, αλλά τότε ήμασταν πιτσιρίκια. Δηλαδή ο πατέρας μου πλήρωνε τα πάντα, ένα σχολείο πήγαινα εγώ. Μετά τον στρατό όμως έχεις και εσύ μία ευθύνη να συντηρηθείς μόνος σου, πρέπει να επιβιώσεις. Και το έβλεπα έτσι. Και θυμάμαι με πήρε μία φορά τηλέφωνο και μου λέει: «Σου ’χω κλείσει δύο αγώνες για το μέλλον». Λέω: «Δάσκαλε, κρέμασα τα γάντια μου, παραιτούμαι». Θύμωσε κιόλας, μου κράτησε μούτρα. Δεν του είπα ποτέ ότι έμαθα αυτό που έμαθα. Και ξαναέπαιξα κάνα δυο φορές αγώνες πάλι, αλλά ερασιτεχνικό, και εκείνο μόνο για χατίρι, ας πούμε, κάποιων ανθρώπων που μου το ζήτησαν. Όπως στην πυγμαχία στην Κρήτη στο Ηράκλειο το 2010, που και εκεί, όταν πήγα, ας πούμε, ήμουν 77 κιλά. Τελείως απροπόνητος. Εγώ Παρασκευή πάλευα εδώ πέρα και Σαββάτο πετούσα, για να παίξω στο Πανελλήνιο. Και με βάλανε να παίξω στα 91+, 91+, τα βαρέων βαρών. Ο άλλος με περνούσε 17 κιλά πάνω. Όμως, μου λέει ο δάσκαλος: «Μπες, παίξε να πάρω τη συμμετοχή σου, να φύγεις. Δεν με πειράζει. Για μένα απλά να μπεις, να παίξεις έναν γύρο θέλω». Λέω: «Όχι, εγώ ήρθα μέχρι εδώ, θα παίξω». Παίξαμε τους τρεις γύρους, έχασα για δύο σημεία από το παλικάρι. Φυσικά δεν θα μπορούσα… και τόσο που τον άντεξα, τρεις γύρους, ήταν πάρα πολύ. Είχα κουραστεί πάρα πολύ με τα κιλά του, με το βάρος του. Λοιπόν… Αλλά το ξαναλέω, δεν εγκαταλείπω ποτέ, δεν με ενδιαφέρει. Και ήταν κι η τελευταία φορά που έπαιξα αγώνα, δηλαδή αυτόν στην Κρήτη το 2010. Η τελευταία φορά που έπαιξα αγώνα και από τότε αποφάσισα πλέον να αφοσιωθώ πάνω στα νέα τα παιδιά και να προσπαθήσω να μεταδώσω ό,τι κέρδισα εγώ από τους αγώνες σαν εμπειρία, και αρνητικοί και θετικοί. Και μία από τις αρνητικές είναι, που λέω πάντα στα παιδιά μου, ότι: «Δεν θα παίξετε επαγγελματικό αγώνα, αν δεν σας πληρώσουν. Εγώ δεν σας πάω, δεν θα σας εκμεταλλεύεται κανένας». Λοιπόν… Αλλά ήμουνα τόσο πορωμένος μ’ αυτό το πράγμα και ο πατέρας μου κιόλας πολλές φορές μου ’χει πει ότι: «Δεν περίμενα ποτέ το 1991, όταν σε πήγαινα πιτσιρικά και σε έγραφα παιδάκι, ότι τώρα θα σε έβλεπα δάσκαλο και τώρα κατάλαβα ότι πόσο πολύ το ήθελες». Αλλά κι εκείνος μου το έδειξε με τον τρόπο του, όταν εγώ χρόνια πριν του ζητούσα να μου ανοίξει καφενείο: «Όχι!». Να πάρουμε περίπτερο: «Όχι!». Ίντερνετ καφέ: «Όχι!». Θυμάμαι ότι, μόλις του είπα για τη σχολή, κατευθείαν μου είπε: «Ναι!» και, όταν τον ρώτησα για ποιο λόγο, μου απάντησε κατευθείαν ότι: «Προσπάθησα πολλές φορές να σε κάνω να σταματήσεις και δεν σταματούσες». Ας πούμε, το 1997 ο πατέρας μου σταμάτησε να πληρώνει τον μηνά, τη συνδρομή μου. Και τότε εγώ μόλις είχα πάρει το παπάκι μου, ήμουν 16 χρονών, το πενηνταράκι, και πήγα και έπιασα δουλειά σε ένα κοτοπουλάδικο και με τα λεφτά που μάζευα πλήρωνα τον μήνα μου. Κι ο μπαμπάς μου έβλεπε αυτόν τον ζήλο που έχω, ότι δεν κάπνιζα, δεν έπινα… Εγώ ήπια καφέ 21 χρονών. Έβλεπε ότι κοιμόμουνα 12 η ώρα το αργότερο. Όταν είχα αγωνιστική. Όταν δεν είχαμε αγώνες καμιά φορά, ξες, σαν παιδί ξενυχτούσα. Αλλά έβλεπε τον ζήλο και μου έλεγε: «Μου έδειξες ότι γι’ αυτό το πράγμα ζεις και ξέρω ότι κι ακόμα κι αν έρθει μια δύσκολη στιγμή στο γυμναστήριο, δεν θα το εγκαταλείψεις εύκολα, γιατί το αγαπάς, το θέλεις αυτό». Του το έδειξα και γι’ αυτό του είπα και τότε φυσικά ότι: «Μπορεί να μην έγινα επιστήμονας, ρε παιδί μου, αλλά τουλάχιστον δεν έγινα αλήτης». Κι αυτό το είχε πει και ο Ζαχόπουλος. Δηλαδή είχα φέρει μία φορά κακούς βαθμούς από το σχολείο και πήγε ο πατέρας μου να με διαγράψει, νευριασμένος. Και ο Ζαχόπουλος, ήταν ένας πολύ ήρεμος άνθρωπος, αφού είπε ο μπαμπάς μου ό,τι ήθελε να πει, του λέει ο δάσκαλος, λέει: «Τελείωσες;». Λέει: «Ναι». «Άκου τι θα σου πω, Γιώργο. Έχεις δίκιο, θα του μιλήσω κι εγώ για τα μαθήματα να μην τα παρατάει. Αλλά τα παιδιά που δεν διαβάζουν στο σχολείο συνήθως παίρνουν άλλους δρόμους. Ο Κώστας έχει κάτι που αγαπάει πάρα πολύ και χάρη σε αυτό που αγαπάει, ούτε καπνίζει, ούτε πίνει, ούτε κάνει σούζες με τη μηχανή, ούτε μπλέκει σε καβγάδες, ούτε ξενυχτάει, ούτε τίποτα. Αν του το πάρεις κι αυτό που αγαπάει, τότε που θα τον χάσεις τελείως.[00:30:00] Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα», λέει, «στη ζωή. Κάπου θα είναι λίγο πιο χαλαρός και κάπου θα είναι πιο καλός. Το θέμα είναι αλήτης να μην γίνει». Και πραγματικά μου λέει ο πατέρας μου: «Δεν το μετάνιωσα ποτέ, τελικά είχε δίκιο ο δάσκαλός σου που δεν σε διέγραψα». Από τότε και το κατάλαβε κι εκείνος ότι, όταν θέλεις κάτι –και το λέω και στα παιδιά μου–: «Όταν θέλετε κάτι, αυτό που αγαπάτε, δώστε τα όλα». Και αυτό που σου είπα εγώ τώρα, όλες αυτές τις ιστορίες, τις έχουμε πει πολλές φορές εδώ πέρα με τα παιδιά. Και τις λέω πολλές φορές και τις διηγούμαι, όπως διηγούμαι και τα λάθη που έχω κάνει, για να μην τα κάνουνε, γιατί ακριβώς, όταν ακούς τέτοιες ιστορίες από διάφορους ανθρώπους έτσι, όχι μόνο αθλητές, βλέπεις κι εσύ ότι έχουμε πολλά κοινά και ας ακολουθούμε έναν διαφορετικό δρόμο. Υπάρχουνε κοινά στη ζωή όλων των ανθρώπων και μπορείς, ας πούμε, να ακούς και να πεις ότι: «Ξέρεις κάτι; Έχει δίκιο, το έχω συναντήσει και εγώ αυτό το πρόβλημα. Και εγώ, ενώ δεν βρήκα τη λύση, τη βρήκε αυτός. Θα τη δοκιμάσω αυτή τη λύση, μπορεί να πιάσει και σε μένα, μπορεί να μην πιάσει». Αυτό είναι το ωραίο, γιατί στη ζωή μας όλοι πορευόμαστε στο άγνωστο, κανείς δεν ξέρει το μέλλον και πολλές φορές δεν είμαστε προετοιμασμένοι για πολλά πράγματα που μας τυχαίνουνε. Όπως κι εγώ δεν ήμουν προετοιμασμένος ότι θα βρεθώ ξαφνικά το 2006 με μία σχολή. Δηλαδή το 2005 πήρα το πτυχίο μου και θυμάμαι κιόλας έλεγα ότι: «Τι ωραία! Πήρα πτυχίο προπονητή, το όνειρό μου», αλλά δεν πίστευα ποτέ ότι θα ανοίξω σχολή. Γιατί έλεγα ότι: «Δεν θέλω να ανοίξω σχολή μέσα στην Καβάλα, να είμαι ανταγωνιστής στον δάσκαλό μου». Και τα έφερε έτσι η μοίρα που έξι μήνες μετά ο δάσκαλος παθαίνει έμφραγμα και μας την πουλάει: «Γιατί θέλω», λέει, «να φύγω». Και από τότε που άνοιξε η σχολή, άλλαξε και η ζωή μου προς το καλύτερο, γιατί γνώρισα τόσους πολλούς ανθρώπους που μπορώ να πω ότι γνώρισα και τον ίδιο μου τον εαυτό. Υπάρχουν πράγματα που, ενώ ο δάσκαλος μου τα εξηγούσε, όταν ήμουν αθλητής του, δεν τα καταλάβαινα. Τα άκουγα μεν, αλλά τα κατανόησα, όταν άνοιξα τη σχολή και όσο περνάν τα χρόνια. Γιατί, ξες, στις πολεμικές τέχνες λέμε ότι δεν σταματάν, όταν πάρεις τη μαύρη ζώνη. Από τη μαύρη ζώνη ξεκινάει το ταξίδι στις πολεμικές τέχνες. Ξέρεις τι; Μέχρι τη μαύρη μαθαίνεις τα βασικά και τα κάνεις παπαγαλία, δεν ξέρεις γιατί τα κάνεις. Σου λέει: «Κάνε αυτό», το κάνεις. «Κάνε αυτό το πράγμα», το κάνεις. Και δίνεις εξετάσεις και παίρνεις τη ζώνη. Μετά τη μαύρη και γενικά όσα χρόνια μένει κάποιος σε ένα άθλημα ή μέσα στις πολεμικές τέχνες, αρχίζει το σύστημα σιγά σιγά και σου μιλάει και σου αποκαλύπτεται. Ανακαλύπτεις πράγματα, γιατί εμβαθύνεις μέσα. Είναι αυτό που λέμε η εμπειρία. Όπως οποιοσδήποτε μάστορας κάνει μία δουλειά χρόνια πλέον με ένα κοίταγμα καταλαβαίνει τη βλάβη που θα έχει ή τη λύση του κατευθείαν, έτσι είναι κι εδώ.

Κ.Χ.:

Άρχισα να καταλαβαίνω πράγματα. Συνάντησα αθλητές που είχανε προβλήματα στο σπίτι, με την κοπέλα τους, δικά τους προβλήματα, με το σχολείο τους. Ξέρεις, εδώ πέρα πρέπει να είσαι δάσκαλος, ψυχολόγος, πατέρας, φίλος, αδελφός. Τα πάντα. Πολλοί που με ξέρουν πολλά χρόνια και είναι εδώ πέρα μου λένε: «Δάσκαλε, χαρά στην υπομονή σου». Με παίρνουνε 12 η ώρα τηλέφωνο, μηνύματα στο Facebook: «Δάσκαλε εκείνο το πρόβλημα». Και να μιλάω. Είχα κοπέλα που έξι μήνες είχαμε διαλόγους μέσα στα μηνύματα και έπρεπε να εξηγώ και στη γυναίκα μου: «Δεν τρέχει κάτι κακό, απλά αυτή είναι η δουλειά μου, να προσπαθώ να τη βοηθήσω». Ήτανε φοιτήτρια κι ήρθε εδώ πέρα μόνη της και οι γονείς της, επειδή ήρθε Καβάλα, αφού τελείωσε τις σπουδές της, αποφάσισε να μείνει Καβάλα, της κόψαν, ας πούμε, το χαρτζιλίκι. Και η κοπέλα δούλευε και έπαιρνε μόνο 300 ευρώ και είχε να φάει μόνο ένα κουνουπίδι και έπρεπε εγώ να τη δίνω συμβουλές και να τη βοηθάμε με όποιο τρόπο μπορούμε. Είχε βρει κι ένα παλικάρι, είχε κι ερωτική απογοήτευση και ήταν όλα αυτά. Είχαμε αθλητές που χωρίσανε οι γονείς τους, έχουμε αθλητές που έχουνε θέμα με τη διατροφή και πρέπει να τους βοηθήσω, έχω γονείς που έχουν προβλήματα με τα παιδιά τους. Πρόσφατα, είχαμε και έναν αθλητή ο οποίος, όταν ήρθε σε μένα, στη σχολή μου, ας πούμε, ήταν στα 20-21, εκεί. Δεν το ήξερα εγώ, όταν μπήκε μέσα όμως, φαινόταν γυμνασμένο το παιδί. Έκανε ήδη πυγμαχία, αλλά είχε πολλά λάθη στο παιχνίδι του. Με το που τον δέχτηκα στη σχολή μου άκουσα ακόμα κι απ’ τους καλύτερούς μου φίλους, ακόμα και από μαθητές μου, ακόμα και από συγγενείς μου: «Τι τον πήρες αυτόνα; Έχει κάνει φυλακή». Το παιδί αυτό είχε κάνει παλιά κλοπές, κάτι περίπτερα, αυτά ανοίγανε. Και ακόμα εκκρεμούσαν κάποια δικαστήρια εις βάρος του και δέχτηκα μεγάλο πόλεμο. Όμως, η δουλειά μου και νομίζω ότι η δουλειά του κάθε δασκάλου δεν είναι απλά να προπονεί έτσι, για να πηγαίνεις να παίρνεις μετάλλια. Γι’ αυτό και ποτέ δεν ονομάζω τον εαυτό μου προπονητή. Ο προπονητής σου μαθαίνει ένα άθλημα, ο δάσκαλος σου διδάσκει πράγματα. Και το πρώτο πράγμα που διδάσκει ένας δάσκαλος είναι να βοηθάει και τον χειρότερο άνθρωπο της κοινωνίας να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Εγώ του είχα πει τότε του παιδιού, αυτό που μιλούσαμε, ότι: «Κοίταξε να δεις, δεν με νοιάζει τι έκανες στο παρελθόν. Από δω και πέρα όμως να κάνουμε καινούργια αρχή. Όλοι κάνουμε λάθη[00:35:00], κάποιοι μικρά και κάποιοι μεγάλα. Το θέμα είναι να μαθαίνουμε απ’ τα λάθη και να διορθωνόμαστε». Καθόμασταν εδώ πέρα δύο χρόνια. Τον είχα πει ότι: «Έχεις…», πραγματικά το λέω, έχει τρομερό ταλέντο στην πυγμαχία. Αυτό το παιδί, αν πάρει στα σοβαρά την πυγμαχία, θα είναι απ’ τα μεγαλύτερα ταλέντα που έβγαλε αυτή η χώρα. Από σωματοδομή θέλεις, από τεχνική κατάρτιση. Τον έχω δείξει και πολλά στοιχεία δικά μου και έχουμε πολύ… παίζει πλέον το δικό μου το παιχνίδι σε πολλά πράγματα. Και με άκουγε. Ομιλία στην ομιλία, ομιλία στην ομιλία, κατάφερε παντρεύτηκε, έκανε ένα κοριτσάκι. Δυστυχώς όμως πέρσι ήρθε, τον Σεπτέμβριο ήρθε η κοπέλα του και μου ανακοινώνει ότι –η γυναίκα του βασικά, ποια κοπέλα του–, ότι τον πιάσανε, όταν γυρνούσε με έναν άλλον, για εμπόριο ναρκωτικών. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ. Όχι γιατί ξόδεψα τον καιρό μου μαζί του. Δεν θεωρώ ποτέ ότι ξόδεψα κάτι. Πιστεύω ότι κάτι του έμεινε μέσα, γιατί κι αυτός μου έστειλε μήνυμα μετά και μου είπε: «Δάσκαλε, συγνώμη, ντρέπομαι που σε κοιτάω». Του λέω: «Δεν θέλω να ντρέπεσαι για μένα. Να ντρέπεσαι για τον εαυτό σου, γιατί στην ουσία τον εαυτό σου πρόδωσες. Έκανες δύο χρόνια τρομερό αγώνα». Γιατί, άμα τον γνωρίσεις να μιλάει και τον ακούσεις να μιλάει, θα πεις, όπως πολλοί το λένε, έχει τόσο καλά στοιχεία μέσα του, είναι πολύ ευγενικό παιδί. Απλά, ξες τι γίνεται; Τον έβρισκε ο πατέρας του μία δουλειά έξω και δεν ήθελε να δουλέψει, αυτό που λέμε να ιδρώσει για να βγάλει το ψωμί του, κι έψαχνε τον εύκολο τρόπο. Και πολλά τέτοια παιδιά την πατάνε. Δυστυχώς στον δικό μας τον χώρο τα πιο πολλά… πολλά παιδιά από αυτά την πατάνε έτσι. Τους βάζουν στα μπραβιλίκια, γιατί, ξες, κάθεσαι σ’ ένα μαγαζί έτσι, δεν κουράζεσαι, μοιράζεις και φόβο και εφέ, για να πάρεις το πενηνταράκι, ξέρω γω πόσο τους δίνουν το βράδυ. Και νομίζουν ότι κάτι κάνουν. Και άντε μέχρι εκεί λες: «Οκέι», επειδή έχει τύχει κι εγώ να βγω σε κλαμπ το βράδυ έξω και έχουν γίνει φασαρίες, χρειάζονται αυτά τα παιδιά να τους μαγκώνουν αυτούς τους… τα πειραχτήρια ή αυτούς που προκαλούν φασαρίες, να τους βγάζουν έξω. Μέχρι εκεί οκέι. Δυστυχώς όμως δεν μένουν μέχρι εκεί. Θα μπλέξουν με όπλα, με ναρκωτικά, με γυναίκες, δηλαδή αυτά. Και μπλέκουν άσχημα. Και αυτές τις δουλειές, όπως του ’λεγα και του ίδιου, είναι δουλειές με ημερομηνία λήξης. Δηλαδή δεν θα είσαι 50 χρονών και θα σε έχουν σε αυτή τη δουλειά, ούτε ένσημα και τίποτα κολλάς και μπορεί να στιγματίσει και το όνομά σου. Βλέπεις τώρα εγώ, αν είχα κάνει αυτές τις δουλειές εγώ κι έδερνα κόσμο και τον χτυπούσα, πού να ερχόταν τώρα σήμερα στη σχολή μου κάποιος. Είσαι αθλητής, δεν έχεις καμία δουλειά. Δυστυχώς του τα είπα, μου έχει πει 100 φορές: «Χίλια συγνώμη». Ακόμα μιλάμε. Πάντα θα λέει τα καλυτέρα για μένα. Κάποιοι ήρθαν και μου είπαν: «Να, είδες που εγώ που στο είπα;». Λέω: «Φίλε, μου το είπες, μου το είπες, εγώ την προσπάθειά μου την έκανα, εγώ κοιμάμαι το βράδυ μου ήσυχος, γιατί του έδωσα ένα χέρι βοήθειας. Τώρα αν αυτός δεν το εκμεταλλεύτηκε προς όφελός του, δεν πήγα εγώ φυλακή, αυτός πήγε φυλακή, στον εαυτό του έκανε ζημιά». Αν εγώ δώσω ένα πενηντάρικο σε έναν άνθρωπο, ένα πενηντάευρω, κι αυτός πάει και το φάει στα ποτά, ενώ ο άλλος πάει, ρε παιδί μου, και πάρει κάτι να φάει, οκέι, δεν με νοιάζει πού το πάει. Όταν κάνεις μια ελεημοσύνη, δεν μπορείς να ξέρεις πώς τη διαχειρίζεται ο άλλος, εσύ την κάνεις για σένα, εάν νιώθεις καλά με τον εαυτό σου. Και όπως έλεγε η γιαγιά μου: «Το θέμα είναι το βράδυ να μπορείς να κοιμηθείς». Αυτή είναι, λοιπόν, η δουλειά του δασκάλου. O δάσκαλος είναι να εκπαιδεύει, να μαθαίνει. Και μαθαίνω κι εγώ μαζί τους, γιατί κι εγώ, ας πούμε, τώρα είδα πολλά, έμαθα πολλά. Το θέμα είναι ότι εγώ ξέρω ότι έκανα τη δουλειά μου σωστά. Προσπάθησα και στο άθλημα να τον προωθήσω, αλλά και τη ζωή του να τη φτιάξω. Tο αν δεν την έφτιαξε τη ζωή του ή αν θα τη φτιάξει στο μέλλον, δεν το ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν μετάνιωσα και θα το ξανάκανα άλλες χίλιες φορές αυτό το πράγμα στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Κατάλαβες; Φυσικά όμως έχουμε κι εμείς τους κανονισμούς. Δηλαδή, όταν μπαίνει ένα παιδί και μάθω ότι έξω μαλώνει και δέρνει και κάνει, προκαλεί, και φτάσουν στ’ αυτιά μου, ή συνετίζεται ή φεύγει απ’ τη σχολή μου. Στο συγκεκριμένο παιδί δεν είχα μάθει τίποτα. Αν είχα μάθει ότι είναι μπλεγμένος με κάτι τέτοιο, θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα είχε φύγει. Γιατί εδώ πέρα έρχονται και γονείς και μαθαίνουνε και –ξέρεις κάτι;– θα πει ένας γονιός: «Καλά, το ήξερες, δεν τον είπες κάτι;». Έτσι;. Και νομίζω ότι ξέρουμε όλοι ότι, όπως ο γονιός σου είναι αυτός που θα σε μαλώσει, είναι αυτός που θα σου τα πει έξω απ’ τα δόντια, γιατί αυτός πονάει, έτσι κι ένας δάσκαλος. Ποιος δάσκαλος είναι αυτός που δεν θέλει να έχει 100 μαθητές και να είναι και οι 100 του και αστέρια στον αθλητισμό και αστέρια σαν προσωπικότητες; Ποιος δάσκαλος δεν το θέλει; Αν δεν ενδιαφερόμουνα για τους μαθητές μου και κοιτούσα μόνο το οικονομικό κομμάτι, δεν θα καθόμουν να μαλώνω. Ξέρεις, άμα ρωτήσεις στην Καβάλα για μένα, θα σου πουν ότι: «Είναι ο Κώστας λίγο αυστηρός». Είμαι λίγο παλαιών αρχών σε πολλά ζητήματα. Ναι, γιατί πρώτα κοιτάω τον άνθρωπο και μετά τις ικανότητες. Όπως και αισθάνομαι αθλητές… Μικρός όταν ήμουνα, κάποιους αθλητές που θαύμαζα είτε ποδοσφαίρου είτε μπάσκετ είτε οποιοδήποτε άθλημα[00:40:00] δεν κοιτούσα μόνο τις ικανότητες τις αθλητικές, κοιτούσα και την προσωπικότητα. Υπάρχουν πολλοί αθλητές που είναι, ας πούμε, στο ποδόσφαιρο μέσα αστέρια, αλλά βλέπεις στην προσωπική τους ζωή γυναίκες, ναρκωτικά, άσχημη συμπεριφορά. Εμένα μ’ ενδιαφέρει όλο το πακέτο. Γιατί όταν ένα παιδάκι… Όπως εγώ, όταν θαύμαζα τον Bruce Lee. Εγώ τον Bruce Lee τον θαύμαζα, έπαιρνα βιντεοκασέτες με ντοκιμαντέρ με τη ζωή του και, επειδή ο Bruce Lee, ας πούμε, έχει σπουδάσει φιλοσοφία, τι έκανα κι εγώ; Διάβαζα φιλοσοφία. Όπως λέω, ας πούμε, δεν έπινε καφέ, έπινε μόνο τσάι, το έκανα και εγώ. Μιμείσαι. Αν λοιπόν ένα παιδί βλέπει ένα τέτοιο πρότυπο που εκτός γηπέδου κάνει άλλα πράγματα, θα το κάνει κι αυτός. Οπότε για μένα μ’ ενδιαφέρει το πακέτο να είναι ολοκληρωμένο και να μην σου πω ότι περισσότερο κοιτάω την προσωπικότητα παρά τον αθλητισμό. Εγώ αυτή τη στιγμή δεν παίζω αγώνες και, όσο μεγαλώνω ηλικιακά, δεν μπορώ να κάνω αυτά που έκανα, ούτε το πόδι δεν θα μπορώ να σηκώσω σε λίγο καιρό. Αλλά αυτό που θα μείνει στον αθλητή είναι ο τρόπος σκέψης, ο τρόπος συμπεριφοράς του, ο τρόπος λειτουργίας του. Να είναι ευγενικός, να έχει παιδεία, να συμπεριφέρεται έξω ειρηνικά και να είναι τελευταία του λύση να σηκώσει το χέρι. Δυστυχώς, υπάρχουν πολύ λίγες περιπτώσεις παιδιών, που δεν καταφέρνουν να τα κάνουν αυτά που λέμε στην πράξη. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Εσύ είσαι εδώ ένας δάσκαλος που έχεις 20 άτομα σε κάθε τμήμα, λες τα ίδια σε όλους, είναι σαν το σπόρο που τον πετ-... Λέω, δεν μπορείς να κάνεις κάτι στο να καταφέρεις πάντα όλους να τους επιβάλεις, σε εισαγωγικά, το τι θα κάνουν. Γιατί σίγουρα όλοι οι άνθρωποι έχουμε δικιά μας νοημοσύνη. Έρχονται εδώ πέρα διαφορετικές προσωπικότητες. Η αλήθεια είναι ότι το μεγαλύτερο βάρος το ρίχνω στις παιδικές ηλικίες, να μην λέμε ψέματα. Ο μεγάλος έχει ήδη σχηματίσει μία προσωπικότητα, όχι ότι κι αυτός δεν θέλει να ακούσει πράγματα που θα τον βοηθήσουν στη ζωή του, αλλά κυρίως τα παιδάκια. Γιατί τα παιδάκια είναι αυτά για μένα που τα θεωρώ το μέλλον αυτού του τόπου. Κάποια στιγμή θα τους βλέπεις στον δρόμο σαν οικογενειάρχες, σαν επαγγελματίες, σαν φοιτητές, οτιδήποτε. Κι έχω ήδη πολλά τέτοια παιδιά που περάσανε που, όταν τα βλέπω, λέω: «Δύο μέτρα παλικάρια». Και κοπέλες. Και θα σου αναγνωρίσουν κι αυτοί τη δουλειά που έχεις βάλει. Ξες, άμα βλέπαμε μόνο το αθλητικό κομμάτι, για μένα είναι το πολύ εύκολο. Αλλά πραγματικά σου μιλάω, άπαξ και κάτσεις εδώ πέρα μία ώρα μαζί μου, την ώρα ειδικά που έχω παιδικό τμήμα, να δεις πόσοι γονείς έρχονται, μου χτυπάν την πόρτα: «Να σε πω κάτι;». «Ναι». «Ο μικρός στο σχολείο μάλωσε με εκείνον» ή «Τον παρενοχλούν» ή «Ο μικρός δεν τρώει εκείνο» ή «Ο μικρός μου ’βγαλε γλώσσα» ή «Ο μικρός έχει εκείνο το πρόβλημα». Και πρέπει να ακούς, να μάθεις να ακούς, γιατί πολύ σημαντικό να ακούς πρώτα τον γονιό και να προσπαθείς να κατανοείς το πρόβλημά του και όχι επιπόλαια. Σέβομαι πάρα πολύ τα παιδάκια για τον λόγο, όπως μου έλεγε και ο δάσκαλός μου, ότι ο άλλος έρχεται στη σχολή και τι σου παραδίδει; Ό,τι πολυτιμότερο έχει στη ζωή του, που είναι το παιδί του, να το διδάξεις και να το εκπαιδεύσεις, και σωματικά και πνευματικά. Σωματικά να μην τραυματιστεί και πάθει κάτι σοβαρό και πνευματικά το παιδί να φύγει από δω πέρα με όφελος. Συνήθως έρχονται, ας πούμε, τα παιδιά που είναι πολύ ζωηρά πρέπει να τα κάνεις λίγο, να τα ηρεμήσεις και τα παιδιά που είναι πολύ συνεσταλμένα πρέπει να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση. Όλοι έχουν να κερδίσουν κάτι. Το δυνατό κομμάτι των πολεμικών τεχνών είναι η πειθαρχία. Αυτό βοήθησε εμένα. Κι η πειθαρχία όχι με την έννοια… Ξέρεις, όλοι την παρεξηγούν την έννοια πειθαρχία, νομίζουν ότι είναι σαν το στρατό, στάση προσοχής και μην μιλάς και μην κάνεις. Υπάρχει και αυτό το κομμάτι σε κάποιες στιγμές. Γιατί όμως είναι στις πολεμικές τέχνες τόσο δυνατό το κομμάτι της πειθαρχίας; Επειδή εδώ πέρα τα παιδιά μαθαίνουν να χτυπάνε, στην ουσία σιγά σιγά τα χέρια, τα πόδια τους θα γίνουν όπλα. Πρέπει να μάθουν ότι αυτό το πράγμα το μυαλό σου πρέπει να είναι πολύ ώριμο για να μην βγαίνει έξω και χτυπάει κόσμο. Για αυτό εδώ πέρα, λοιπόν, το κομμάτι της πειθαρχίας είναι πάρα πολύ ψηλά και πάρα πολύ σημαντικό. Δεν είναι ούτε βόλεϊ ούτε μπάσκετ. Άμα μάθεις και χτυπάς κόσμο, έχουμε πρόβλημα. Εδώ με γάντια, καλαμίδες, μασέλες και τόσους κανονισμούς και, όταν τρως μία, ένα χτύπημα, πονάς. Πόσο μάλλον αν το δεχτεί ένας έξω, που δεν γνωρίζει και τίποτα, με γυμνό χέρι. Και τα παιδάκια, επειδή είναι μικρά και δεν καταλαβαίνουν, είναι και λίγο οξύθυμα, δεν έχουν ακόμα τη νοημοσύνη και την εγκράτεια που μπορεί να έχει ένας μεγάλος, μπορούν να κάνουν ακόμα μεγαλύτερη ζημιά σε ένα παιδάκι, αν το σπρώξει να το χτυπήσει. Άλλο κομμάτι της πειθαρχίας είναι το να μπορείς να πειθαρχήσεις τον εαυτό σου. Το έχει γενικά ο αθλητισμός αυτό, κυρίως ο πρωταθλητισμός, γιατί στον αθλητισμό, αυτός που κάνει αθλητισμό για χόμπι το βλέπει αυτό, που το λέει και η λέξη, χόμπι, δηλαδή το βλέπει χαλαρά. Ένας που κάνει πρωταθλητισμό, όπως και εμείς που θέλαμε να κερδίσουμε τους στόχους μας, έπρεπε να πειθαρχήσουμε σε πολλά πράγματα στη ζωή μας. Για παράδειγμα, βλέπαμε τους φίλους μας να βγαίνουνε, να διασκεδάζουν κι εμείς δεν μπορούσαμε. Να τρώνε κάποια πράγματα που εμείς δεν μπορούσαμε να φάμε. Να καπνίσουν, να πιούνε. Αυτό το πράγμα το παιδί και αυτός που κάνει πρωταθλητισμό πρέπει να το κάνει από τώρα. Όταν λέμε ότι έχουμε προπόνηση, έχουμε προπόνηση. Θα τον βοηθήσει σε όλη τη ζωή του αυτό.[00:45:00] Μαθαίνει να είναι υπεύθυνο. Όταν εσύ λες ότι: «Θέλω στο σχολείο μου να βγάλω βαθμό, γιατί πρέπει να πάω σε εκείνο το πανεπιστήμιο», τουλάχιστον ένα χρόνο ή δύο χρόνια θα πρέπει να αφιερώσεις τρομερή προσπάθεια, να μην βγαίνεις έξω πολύ, γιατί πρέπει να παίζεις με τα μάτια στον στόχο σου, για να τον κερδίσεις τον στόχο. Και αυτό μαθαίνει κι εδώ. Ειδικά στο δικό μας το άθλημα που είναι ατομικό και πάρα πολύ δύσκολο και επώδυνο θα πρέπει να μάθει να αντέχει τον πόνο, να αντέχει την κούραση, να αντέχει τον φόβο, να αντέχει τον θυμό, να μπορεί αυτά τα βασικά να τα ρυθμίζει. Ένας μαχητής δεν είναι αυτός ο οποίος μόνο σηκώνει το χέρι και βαράει. Ο μαχητής είναι αυτός ο οποίος ρυθμίζει πάντα τον εαυτό του και τα συναισθήματά του και έχει την εγκράτεια, αυτό που λέμε εγκράτεια, στα πάντα και πολεμάει τα πάθη του. Άλλος είναι οξύθυμος, είναι ένα πάθος. Άλλος είναι λαίμαργος, θέλει να τρώει όλη μέρα. Άλλος είναι κουτσομπόλης. Άλλος είναι περίεργος, του μιλάς… Έχει παιδάκια που τα μιλάμε και κοιτάν το ντουβάρι. Δεν σε προσέχει. Πρέπει να μάθει να το πολεμάει αυτό το πράγμα και αυτό φυσικά θέλει το χρόνο του. Σίγουρα σε ένα παιδάκι που είναι ακόμα, που πλάθεται, μπορείς πολύ πιο εύκολα να το κερδίσεις αυτό, ειδικά όταν βοηθάνε οι γονείς. Στις πιο μεγάλες ηλικίες είναι πολύ πιο δύσκολο. Μπορώ να σου πω ότι πολύ δύσκολο είναι με τους φοιτητές. Δηλαδή έρχονται φοιτητές, ας πούμε, με μια συμπεριφορά: «Ε, man, τι κάνεις; Καλά είσαι;». Εμείς δεν έχουμε μάθει… Εγώ θυμάμαι πήγαινα στο γήπεδο κάτω, το Ανθή Καραγιάννη στην Καβάλα, και έκανα βάρη, που ήτανε δωρεάν τότε, ή έκανα τρέξιμο και έβλεπα, ας πούμε, τους αθλητές του στίβου ή του ποδοσφαίρου πώς μιλούσαν στους προπονητές τους ή και μεταξύ τους. Η βρισιά πήγαινε σύννεφο. Τον προπονητή τον μιλούσαν λες και ήταν φιλαράκι τους. Εμένα αυτό μου φαινόταν περίεργο, γιατί στο δάσκαλό μας, όταν πηγαίναμε, υπήρχε ένας σεβασμός, υπήρχε μία πειθαρχία, ας πούμε, υπήρχε μία άξια, αξιοκρατία. Δεν μπορούσα να το φανταστώ εγώ αυτό το πράγμα, ότι θα πω τον δάσκαλό μου: «Τι έγινε, ρε Γιάννη, Πέτρο» ή να μην πω και χαρακτηρισμούς τώρα. Και η αλήθεια είναι ότι εκεί και σε αυτά τα πράγματα έβλεπα και τη σύγκριση και μου άρεσε. Ότι είμαι σε ένα άθλημα, πρώτον, που δεν μπορούν να το κάνουνε πολλοί. Όχι γιατί έχει τα χτυπήματα. Αλήθεια σου μιλάω. Υπάρχουν αθλήματα πιο τραυματοφόρα από το Kick Boxing. Αλλά ακριβώς γιατί είναι τόσο απαιτητικό και με τον εαυτό σου, αλλά κυρίως με την προσωπικότητά σου. Σε αλλάζει. Έρχονται παιδιά εδώ, έρχονται γονείς και μου λένε: «Τι τον έχεις κάνει; Μέσα σε έξι μήνες και πάμε στο σχολείο και μου λένε οι δάσκαλοι ότι και στο σχολείο έχει μια τρομερή βελτίωση στη συμπεριφορά του». «Μα αυτό είναι το μυστικό», του λέω, «δεν με νοιάζει να πάρει μαύρη ζώνη, αν δεν αλλάξει σαν προσωπικότητα. Αν αλλάξει σαν προσωπικότητα, όλα μετά είναι εύκολα να τα κατακτήσει στη ζωή του». Γιατί η δουλειά μου δεν είναι να τους μάθω μόνο να επιβιώνουν μέσα στο ρινγκ, κυρίως να επιβιώνουν έξω απ’ το ρινγκ. Δηλαδή και θα μεγαλώσουν και θα βρεθούνε σε καταστάσεις δύσκολες. Είναι το πιο σημαντικό κομμάτι το να αλλάξει, γιατί άμα αλλάξει η συμπεριφορά του ανθρώπου, όλα μετά μπορεί να τα κάνει πιο εύκολα. Έχουμε παιδιά εδώ που είναι ταλέντα, ταλέντα όμως, αλλά επειδή έχουνε, είναι πολύ ζωηρά, είναι λίγο απείθαρχα, έχουν διάσπαση πολύ της προσοχής τους, δεν μπορούν να κατακτήσουν. Και λέμε: «Είναι κρίμα». Οπότε προσπαθείς πρώτα να αλλάξεις το μυαλό του και να του μάθεις... Αυτός είναι και ο λόγος που πάρα πολλοί γονείς επιλέγουν να φέρουν τα παιδιά στις πολεμικές τέχνες, επειδή βλέπουνε την πειθαρχία και την διαπαιδαγώγηση που αποκτάνε τα παιδιά εδώ πέρα μέσα, περισσότερο ακόμα και από το σχολείο. Δηλαδή παίρνουν κάποια στοιχεία που ούτε πλέον στο σχολείο δεν τα παίρνουν δυστυχώς. Βλέπουμε και εμείς τη βαρύτητα που έχουμε ρίξει επάνω στην ψυχοσύνθεσή τους και όχι τόσο πολύ στο να γίνουνε σπουδαίοι αθλητές. Που σίγουρα κι αυτό είναι ένας στόχος, αλλά πάντα είμαι της άποψης ότι, όπως λέω στα παιδιά, η ψυχή είναι αυτή που κουνάει το σώμα και, αν έχουμε δυνατή ψυχή και δυνατή προσωπικότητα, τίποτα στη ζωή μας δεν μπορεί να μας ξεφύγει. Δηλαδή αν το βάλουμε στόχο, ό,τι όνειρα και να έχουμε στη ζωή μας είτε είναι αυτά με το σχολείο ή στον αθλητισμό. Γι’ αυτό δίνουμε μεγάλη έμφαση. Και αυτό που αποκόμισα και πέρα μέσα από αυτή τη δουλειά είναι και οι πολύ δυνατές φιλίες και σχέσεις που έχω και μετά ίδια τα παιδιά, όλων των ηλικιών, και με πάρα πολλούς γονείς. Δηλαδή έχουμε γίνει πλέον πολλά χρόνια τώρα φίλοι με πάρα πολλούς γονείς και βγαίνουμε και εκτός σχολής, δηλαδή συμμετέχουμε σε εκδρομές, σε καφέδες, στη θάλασσα να πάμε. Μας έφερε δηλαδή κοντά αυτό το πράγμα και μοιραζόμαστε και τα ίδια όνειρα και τους ίδιους στόχους που έχουμε για τα παιδιά μας. Γιατί όλα παιδιά μας είναι. Έτσι; Κι αυτό είναι κάτι που δεν θα το άλλαζα ποτέ. Ίσως είναι η μεγαλύτερη αμοιβή που έχω κερδίσει από αυτή την δουλειά, οι γνωριμίες και οι φιλίες και οι ανθρώπινες σχέσεις που έχουμε αποκτήσει με τόσους διαφορετικούς ανθρώπους που μέχρι χθες ήμασταν άγνωστοι, αλλά τελικά κάποια πράγματα που μας ένωναν, όπως είναι η αγάπη για το άθλημα ή οι κοινοί στό[00:50:00]χοι που είχαμε για τα παιδιά μας ή και τους ίδιους τους εαυτούς μας, μας έκανε, ας πούμε, να έρθουμε κοντά και να δούμε ότι τελικά αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν. Αυτό δυστυχώς ισχύει για όλους τους Έλληνες και για όλους τους ανθρώπους, αλλά δεν τα βλέπουμε. Πάντοτε κοιτάμε και επικεντρωνόμαστε περισσότερο σ’ αυτά που μας χωρίζουνε με κάποιους και δεν έμφαση μ’ αυτά που μας ενώνουνε. Εδώ πέρα μέσα κι εγώ πολλές φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου δηλαδή να γίνομαι μαθητής, γιατί μαθαίνω από αυτούς τους ανθρώπους και με βοηθάει και μένα να γίνω καλύτερος άνθρωπος.

Ν.Β.:

Υπήρξε ποτέ κάποιο περιστατικό που ένας γονιός δεν ήταν τόσο δεκτικός;

Κ.Χ.:

Να πω την αλήθεια, είναι πάρα πολύ ελάχιστες οι περιπτώσεις, αλλά ναι, είχαμε. Έχουμε δυστυχώς κατά καιρούς κάποιες περιπτώσεις τέτοιων ανθρώπων, οι οποίοι δεν βοηθάνε, ας πούμε, το έργο μας καθόλου. Υπάρχουνε γονείς, ας πούμε, που έχει τύχει να αφήσουν, να φέρουν το παιδί, να το γράψουν στη σχολή μας και να μην ξαναπατήσουν το πόδι τους ποτέ να ρωτήσουν ούτε καν: «Πώς πάει; Τι κάνει;» κτλ. Ή να ενημερώνουμε τους γονείς ότι τα παιδιά τους έχουν κάποια προβλήματα είτε συμπεριφοράς είτε ξέρω γω και δεν βοηθάνε οι γονείς, δεν τους ενδιαφέρει τόσο πολύ. Βέβαια, είναι πάρα πολύ λίγες οι περιπτώσεις. Σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά ακούνε εμάς, παρόλο που δεν τους βοηθάνε οι γονείς τους, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που και τα παιδιά, ας πούμε, σιγοντάρουν μαζί με τους γονείς. Εκεί δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, γιατί δεν μπορείς να επιβάλεις στον άλλον ούτε τη δική σου άποψη στο πώς βλέπεις κάποια πράγματα, ούτε να τους επιβάλεις να κάνουν κάτι επειδή το θέλεις εσύ. Είναι δικό τους παιδί, σεβόμαστε σίγουρα τη δική τους την άποψη. Αλλά, εάν δούμε ότι το παιδί δεν μπορεί να εναρμονιστεί με τους κανονισμούς της σχολής και με τα υπόλοιπα παιδάκια, δεν μπορεί να συνεχίσει. Έχουμε μεγάλη φυσικά υπομονή, αλλά σε κάποια πράγματα πρέπει να το καταλάβει και ο γονιός ότι θα πρέπει να δεχτεί κι αυτός ότι, όταν μπαίνεις σε έναν χώρο που έχει πολλά άτομα, υπάρχουν κάποιοι κανόνες που πρέπει να τους τηρούμε, για να λειτουργούμε όλοι σωστά. Ναι, δυστυχώς υπάρχουνε κι αυτοί.

Ν.Β.:

Μάλιστα. Κάποιος στόχος που έχετε για το μέλλον; Πού θα θέλατε να φτάνατε είτε εσείς είτε η σχολή σας;

Κ.Χ.:

Ο στόχος μου είναι να συνεχίσω αυτό το πράγμα μέχρι την ημέρα που θα συνταξιοδοτηθώ, ας πούμε, να το κάνω σε όλη μου τη ζωή, γιατί είναι και το όνειρό μου. Είναι πολλά τα όνειρα που έχω από αυτή τη δουλειά. Ένα σίγουρο όνειρο που είναι έχω να συνεχίζουν τα παιδιά μου να έχουν διακρίσεις. Θέλω, ας πούμε, τα παιδιά μου να φτάσουμε όσο πιο ψηλά γίνεται σε αθλητικό επίπεδο. Αλλά και τα παιδιά που δεν θα συνεχίσουν αθλητικά να μπορέσουν να αποκομίσουν ό,τι μπορούνε μέσα από τον αθλητισμό και ακόμα κι αν τραβήξουν κάποιον άλλο δρόμο να τους βλέπω και να καμαρώνω γι’ αυτό. Ένα άλλο όνειρο που έχω μεγάλο είναι τα παιδιά μου, αν θέλανε και μπορούσαν, να το συνεχίσουνε μετά από μένα σαν κληρονομιά τη δουλειά αυτή. Η μεσαία μου η κόρη δείχνει αυτά τα στοιχεία, από πολύ μικρή είναι και φοβερή αθλήτρια, αλλά και από ό,τι συζητάμε την αρέσει πάρα πολύ αυτό και θέλει να το κάνει και σαν προπονήτρια. Ευελπιστώ να μην αλλάξει, αλλά και ν’ αλλάξει φυσικά εντάξει, εννοείται. Αυτό είναι το μεγαλύτερο. Σίγουρα κάθε προπονητής αυτό θα ήθελε: να έχει αθλητές μεγάλους, να πάνε πολύ καλά ψηλά, να τιμήσουν και τη χώρα, να τιμήσουνε και τη σχολή, να τιμήσουν και τον δάσκαλο και να τιμήσουν και τον ίδιο τους τον εαυτό. Και να μπορέσει αυτή η δουλειά για μένα να συνεχίσει απ’ τα παιδιά μου, να πάει παρακάτω, να γίνει κάτι, ας πούμε, σαν… Πώς να στο πω, τη λέξη;

Ν.Β.:

Να εξελιχθεί.

Κ.Χ.:

Να συνεχίζει να εξελίσσεται τα υπόλοιπα χρόνια, δηλαδή θα ’ταν, ας πούμε, κάτι που το ονειρεύομαι, δηλαδή θα ’θελα πάρα πολύ έστω ένα απ’ τα παιδιά μου να το συνεχίσει.

Ν.Β.:

Το εύχομαι πραγματικά και θέλω να σας ευχαριστήσω πάρα πολύ.

Κ.Χ.:

Εγώ σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ.

Ν.Β.:

Ήταν μια συνέντευξη που θεωρώ ότι θα διδάξει σε πολλούς την πειθαρχία, που φαίνεται ότι χρειάζεται σε πολλά πράγματα στη ζωή και όχι μόνο στον αθλητισμό, όπως είπατε.

Κ.Χ.:

Στα πάντα.

Ν.Β.:

Να ’στε καλά.

Κ.Χ.:

Ευχαριστώ πολύ, να είστε καλά.