© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Κάποτε είχα δύο εαυτούς: Τον χειμώνα επαναστάτης και το καλοκαίρι αυθεντικός χίπι

Istorima Code
14079
Story URL
Speaker
Βαγγέλης Καλλικάκης (Β.Κ.)
Interview Date
16/10/2021
Researcher
Μαρίνα Αντωνοπούλου (Μ.Α.)
Μ.Α.:

[00:00:00]Λοιπόν, βρισκόμαστε εδώ με τον κύριο Βαγγέλη Καλλικάκη, είναι 17 Οκτώβρη του 2021, εγώ ονομάζομαι Μαρίνα Αντωνοπούλου και ας ξεκινήσουμε. Θα θέλατε να μου πείτε για αρχή το όνομά σας;

Β.Κ.:

Ναι, και ο κύριος Βαγγέλης Καλλικάκης ονομάζεται πάντα Βαγγέλης Καλλικάκης, που σημαίνει το επίθετο παπουτσής ή μικρός παπουτσής. Προκύπτει απ' το καλίκι των Κρητών και αυτό έρχεται από το καλίγι των Βυζαντινών και η λέξη είναι λατινική κατ’ ουσίαν. Το επίθετο Καλιγάς είναι ομόρριζο και ο αρχαίος Ρωμαίος αυτοκράτορας -ο τρελός αυτοκράτορας Καλιγούλας- ήταν και αυτός της οικογένειάς μας. Καλιγούλας σημαίνει μικρό παπουτσάκι, ήταν το παρωνύμιο που του έδωσαν οι στρατιώτες που ακολουθούσαν τον πατέρα του Καλιγούλα στις εκστρατείες και του έμεινε αυτό.

Μ.Α.:

Μάλιστα. Για πείτε μου λίγο πότε γεννηθήκατε;

Β.Κ.:

Το 1958, Οκτώβρη 27, σε ένα μαιευτήριο της Αθήνας, εκεί έμεινα ελάχιστα. Μετά ήρθαμε στη Σύρο με τη μητέρα μου, όπου γενικώς πιστεύει ότι το κλίμα είναι πιο υγιεινό ή λιγότερο υγρό απ' αυτό της Τήνου. Και με τη συναίνεση του πατέρα, βεβαίως. Εκεί δεν θυμάμαι πόσο μείναμε ακριβώς, δεν θυμάμαι από τις αφηγήσεις της μητέρας και της γιαγιάς, αλλά ίσως να αγγίξαμε τους έξι μήνες. Μετά, λοιπόν, ήρθαμε Τήνο και εδώ μεγάλωσα, εδώ έζησα όλα αυτά τα υπέροχα που μόνο ένας Τηνιακός αγυιόπαις μπορεί να βιώσει. Έζησα την Παλλάδα πριν από το καινούριο, το εξωτερικό λιμάνι, που το πολέμησε με όλες τις δυνάμεις του ο πατέρας μου. Ήταν πολύ ρομαντικός, δεν ήθελε να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία της Παλλάδας και είδε ότι αυτή η κατασκευή θα προξενούσε ανεπανόρθωτη ζημιά σ' εκείνη την παλιά Παλλάδα. Ίσως γι' αυτό είχε σπεύσει να βγάλει μια σειρά φωτογραφιών με μια μικρή Kodak Instamatic από το ύψος περίπου του Αγίου Γεωργίου των Καθολικών, πάνω από το παλιό «Mariner». Μία σειρά φωτογραφιών που έχουμε, στην Αθήνα όμως, με τους νοτιάδες να πλήττουν ανελέητα την εμπροσθοφυλακή της Χώρας σε αυτήν την περιοχή. Δηλαδή τα σπίτια με τα κολωνάκια τα γύψινα και όλα αυτά και τα μαρμάρινα και τις καμάρες. Τα σπίτια με τις καμάρες, όπως το έλεγε ένας Βέλγος αρχαιολόγος που ανέσκαψε το ιερό των Κιονίων, το 1905 κάπου εκεί, ο Paul Gredor. Έλεγε τα σπίτια με τις καμάρες. Και αποτύπωσε πολύ όμορφα αυτές τις εντυπώσεις, κάποιες φορές έβγαζε και έγχρωμες φωτογραφίες, αλλά η προτίμησή μου, η καρδιά μου όλη είναι δοσμένη στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του. Λοιπόν, σε αυτήν την περιοχή μεγάλωσα και θεωρώ ότι αυτό ήταν μέγιστο προνόμιο. Εδώ έκανα και το δημοτικό σχολείο μέχρι και την έκτη, αλλά μετά χρειάστηκε να εγκαταλείψουμε την Τήνο με τη μητέρα μου, διότι απεβίωσε αιφνιδίως ο πατέρας από ένα οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου. Και βρεθήκαμε στην Αθήνα, όπου μας περιέθαλψε μία αδερφή της μητέρας, την οποία -όσο ζούσε- ένιωθα πάντοτε σαν δεύτερη μάνα μου, η θεία Ανθούλα. Αλλά το σπίτι της ήταν πολύ μικρό και για τη μητέρα κι εμένα οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες, εξαιρετικά δύσκολες. Αργότερα, ευτυχώς ανακαλύψαμε ότι είχε η μητέρα δικαίωμα να ανοίξει, να στήσει ένα περίπτερο και να το δουλέψει σαν θύμα πολέμου που ήταν. Και αυτό έγινε, πράγματι. Έστησε ένα περίπτερο στο σημείο που βρίσκεται τώρα ένα καινουργές, έτσι, περίπτερο, μπροστά από την Alpha Bank. Και εκεί δούλεψε τεσσεράμισι χρόνια, μέχρι που αρρώστησε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το όλο εγχείρημα και τότε επιστρέψαμε στην Αθήνα. Αλλά εκτός από την πρώτη και την έκτη του τότε εξαταξίου γυμνασίου, τις ενδιάμεσες τάξεις τις έκανα εδώ. Είχα αυτήν την ευλογία, γιατί πλέον παύει να είναι τύχη και είναι ευλογία. Με εξαιρετικούς καθηγητές και κυρίως φιλολόγους. Οι "Τρεις Ιεράρχες" μου, κατά κάποιον τρόπο, και τηρουμένων των αναλογιών είναι -και είναι ευτυχώς εν ζωή- ο Μόδεστος Κουσουνάδης, ο Σάββας Απέργης και Άννα Κορνάρου-Καλαμαρά. Οι άνθρωποι αυτοί έστρεψαν όλο μου τον έρωτα για γνώση προς την κατεύθυνση που απεδείχθη εκ των πραγμάτων -και με την ενασχόλησή μου με την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία- απεδείχθη σωστή. Οπότε μπορώ να πω ότι άρχισα να μελετώ τη γλώσσα μας, την αρχαία ελληνική, από τα 14. Μια μελέτη που δεν διεκόπη ποτέ μέχρι και τώρα. Δεν επεδίωξα να κάνω ανώτερες σπουδές σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή. Είχα την τύχη -μπορώ να πω- να προσληφθώ στον ΟΤΕ, που ήταν τότε μονοπώλιο στην αγορά τηλεπικοινωνιών με έναν αναγκαστικό νόμο, σαν θύμα πολέμου κι εγώ. Διότι ο πατέρας, όπως απέδειξαν οι γιατροί που μας βοήθησαν να φτιάξουμε έναν φάκελο προς τον σκοπό αυτόν, πέθανε συνεπεία παλαιών τραυμάτων από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέθανε, λοιπόν, πρόωρα, αλλιώς δεν θα είχαμε αυτό το μοιραίο επεισόδιο. Εκείνος έφυγε από την Ελλάδα το 1943, από τη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, με βάρκα από τη Χίο, έφτασε στο Τσεσμέ και κατέληξε στην Κύπρο. Από την Κύπρο, εκεί επιβιβάστηκε σ' ένα καράβι και ταξίδεψαν προς Χάιφα της Παλαιστίνης. Αλλά σε κάποιο σημείο του ταξιδιού, τους εντόπισε ένα γερμανικό στούκας και τους επετέθη με πολυβολισμούς και δεν ξέρω με ποιον άλλον τρόπο. Ένα θραύσμα από σφαίρα -ή δεν ξέρω τι άλλο- χτύπησε τον πατέρα μου στο στήθος προς την καρδιά. Του παρεσχέθησαν οι πρώτες βοήθειες, το γερμανικό αεροπλάνο αναχαιτίστηκε από δύο εγγλέζικα και δεν έκανε μεγαλύτερη ζημιά. Και συνέχισαν το ταξίδι τους προς τη Χάιφα. Εκεί λοιπόν, έμειναν για δύο μήνες περίπου. Αυτό είναι το αφήγημα του πατέρα, γιατί δεν υπήρχε και η δυνατότητα να το επιβεβαιώσουμε από άλλες πηγές, δεν ξέρω αν υπερέβαλλε σε κάποιο σημείο ή αν το ήθελε να ακούγεται, έτσι, λίγο πιο δραματικό ή ρομαντικό, πάντως δεν έχω και λόγους να αμφισβητώ την αφήγησή του. Στην Αλεξάνδρεια κατέρρευσε και τον μετέφεραν στο Κάιρο, αν δεν απατώμαι. Από το Κάιρο με αεροπλάνο στο Ντάρμπαν της Νότιας Αφρικής. Εκεί λοιπόν, έχασε τις αισθήσεις του, έπεσε σε κώμα που διήρκεσε έναν χρόνο. Όταν ξύπνησε πια, ο πόλεμος είχε λήξει και μπόρεσε και επέστρεψε στην Ελλάδα. Εδώ λοιπόν, σ' ένα νοσοκομείο της Σύρου τον συνάντησε η μητέρα μου, η οποία έκανε επισκέψεις σε ασθενείς, βοηθούσε γενικώς. Τον ερωτεύτηκε ακαριαία. Εκείνος είχε πολλούς ενδοιασμούς, διότι ένιωθε ότι δεν ήταν ικανός να της προσφέρει αυτά που ήθελε, δεν ήταν αρκετά έτσι ακμαίος, είχε καταπονηθεί πάρα πολύ από τις κακουχίες του πολέμου και με την περιπέτεια της υγείας του. Αλλά η μητέρα τον πολιορκούσε, βεβαίως. Και αυτό ήταν κάπως τολμηρό για μία κοπέλα της ηλικίας της στην Ερμούπολη της Σύρου. Οπότε της έκανε ένα τεστ, της είπε: «Αν θέλεις και νομίζεις ότι μπορούμε να συνεχίσουμε και να είμαστε ζευγάρι, όπως όλα τα άλλα ζευγάρια, θέλω να περιποιηθείς την πληγή μου», η οποία ήταν ακόμη ανοιχτή. Αυτό το έλεγαν συρίγγιο και πυορροούσε κάθε τόσο. Και εκείνη είπε: «Ναι, θα το κάνω». Το έκανε, πέρασε με επιτυχία το τεστ και μετά από λίγο παντρεύτηκαν. Αλλά κουράστηκε η καρδιά μ' έναν πνεύμονα. Είχε χαθεί ο άλλος πνεύμονας και με τον έναν πνεύμονα η καρδιά δεν μπορούσε να…, δεν ξέρω, άρχισε να παρουσιάζει σημεία κόπωσης. Και καμιά φορά καταλαβαίναμε ότι υπήρχε πρόβλημα, γιατί όταν ανέβαινε τον δρόμο, τη Λεωφόρο Μεγαλόχαρης, άκουγες μία ατμομηχανή. Δεν ήθελε, όμως, να επισκεφθεί γιατρούς, όπως κι εγώ. Και αυτό, βεβαίως, ήταν το πολύ μεγάλο σφάλμα του. Έλεγα για τον πατέρα μου, γιατί όσο ζούσε εγώ που ήμουν το μοναχοπαίδι -ο μόνος γιος στην οικογένεια και αδελφή δεν υπήρξε, υπήρξαν μάλλον δύο αδέλφια που πέθαναν πριν γεννηθούν, νομίζω στον τέταρτο και πέμπτο μήνα, ένα αγόρι και [00:10:00]ένα κορίτσι- τέλος πάντων, εγώ ήμουν το μόνο εν ζωή μοναχοπαίδι και έζησα αυτά τα χρόνια, μέχρι τα 11 περίπου, σαν πρίγκιπας εδώ στην Τήνο. Διότι και οι γονείς μου ήταν πάρα πολύ αγαπητοί, ο πατέρας δεν είχε ανάγκη να δουλεύει, γιατί έπαιρνε μια καλή σύνταξη ως θύμα πολέμου. Ίδρυσε τον Σύλλογο -ως ανάπηρος πολέμου, όχι θύμα- ίδρυσε τον Σύλλογο Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου στην Τήνο και κυριολεκτικώς, αφύπνισε τους χωρικούς του νησιού μας που αγνοούσαν τα δικαιώματά τους. Δεν γνώριζαν ότι μπορούν να έχουν μια σύνταξη, γιατί υπήρξαν πολλά θύματα από το νησί μας. Άλλοι σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών, άλλοι έμειναν ανάπηροι και δεν γνώριζαν ότι μπορούν να έχουν μία συνταξούλα. Οπότε ξεκινούσε όλη τη διαδικασία από την αίτηση για τη σύνταξη μέχρι τη συνταξιοδότηση. Παρακολουθούσε την πορεία αυτής της υπόθεσης, γιατί είχε και πολιτικές γνωριμίες στο κλεινόν άστυ. Δεν έπαιρνε χρήματα, εκτός αν ήταν κάποιος πολύ εύπορος χωρικός, αλλά εισέπραττε μόνο το χαρτόσημο για να νιώθουν καλά αυτοί οι άνθρωποι, ότι συμμετέχουν. Με αποτέλεσμα, βεβαίως, και για άλλους λόγους, γιατί ήταν γενικώς πολύ ανοιχτός άνθρωπος και προσηνής και εξαιρετικά εύγλωττος -ήταν αυτό που οι αγγλόφωνοι λένε storyteller- όταν άρχιζε τις ιστορίες του στις βεγγέρες που κάναμε εδώ στο σπίτι και αλλού, τύχαινε 15 άνθρωποι και περισσότεροι να κρέμονται από τα χείλη του μέχρι πρωίας. Οπότε, λοιπόν, ένιωθα ότι ήμουνα ένα ξεχωριστό παιδί. Με χάραξε αυτό, γιατί ακόμη και τώρα πιστεύω ότι είμαι κάπως ξεχωριστός, όχι για καλούς πάντοτε λόγους. Μπορεί να είμαι ένα μαύρο πρόβατο ή ολίγον αιρετικός μερικές φορές. Από τον θάνατό του και μετά, όλα ανετράπησαν, βρεθήκαμε στον αέρα. Η μητέρα χρειάστηκε να δουλέψει σ' αυτό το περίπτερο πάρα πολλές ώρες, 16 το εικοσιτετράωρο. Τη βοήθησα ελάχιστα, μάλλον ζημιά της έκανα με τις γενναιοδωρίες μου, έτσι, προς τους συμμαθητές και φίλους. Ναι, ήταν ωραία η ιστορία του περιπτέρου. Οι ψαράδες -που σου έλεγα χθες- ερχόνταν με τις νιτσεράδες τους με τον νοτιά, το παραθυράκι του περιπτέρου γινόταν κανονικό φινιστρίνι, γιατί η θάλασσα ερχόταν πιο κοντά. Σήμερα έχει γίνει μια επέκταση, μια διεύρυνση μάλλον, του παραλιακού δρόμου και δεν αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα τα δύο περίπτερα που είναι στην παραλία, στο λιμάνι. Λοιπόν, το ρέμα κατέβαινε και πλημμύριζε το περιπτεράκι μας και συνέβησαν και διάφορα ευτράπελα εκεί, έτσι; Επίσης, η κοινωνία μάς βοήθησε, η τοπική, μας βοήθησαν κάποιες κατηγορίες επαγγελματιών και πρώτοι εξ αυτών, βεβαίως, οι οδηγοί ταξί του νησιού. Η πιάτσα τους ήταν δίπλα στο περίπτερό μας και πάντοτε η μητέρα όταν ήθελε να ξεκουραστεί για μισή ώρα περίπου ή να πάει για οποιονδήποτε λόγο σε ένα σπίτι που είχαμε νοικιάσει εκεί κοντά, επιστράτευε κάποιον οδηγό, ο οποίος κρατούσε το περίπτερο και έκανε και ταμείο αν χρειαζόταν. Δηλώνω, λοιπόν, απερίφραστα την ευγνωμοσύνη μου προς αυτούς ανθρώπους, κάποιοι εξ αυτών είναι εν ζωή. Πολλά, πολλά όμορφα συνέβησαν τότε. Με τους φίλους καπνίζαμε αρειμανίως και νομίζαμε ότι δεν φαινόμαστε, αλλά φαινόμασταν από την τσιμινιέρα που έβγαινε ο καπνός. Κάποτε είχε έρθει ένας Αθηναίος και ζήτησε με πολλή φυσικότητα ένα κουτάκι προφυλακτικά. Η μητέρα μου δεν έβαζε τέτοια πράγματα στο περίπτερο, διότι είχε κάποιες αρχές τέλος πάντων, όπως νόμιζε εκείνη το θέμα αυτό, όπως το αντιμετώπιζε. Και εγώ ήμουν πουριτανός στα 15 μου, υπερπουριτανός θα 'λεγα. Οπότε του υπέδειξε να πάει στο φαρμακείο που ήταν εκεί κοντά, στο φαρμακείο «Μαριάνθη Απέργη», να πάρει από κει αυτό που ήθελε. Και άρχισε να απομακρύνεται ο κύριος αυτός. Οπότε βγήκα απ' το περίπτερο και άρχισα να κάνω γύρους σαν μικρός ινδιάνος ουρλιάζοντας και λέγοντας ακατάληπτα πράγματα. Οπότε βγήκε από ένα ναυτικό πρακτορείο, που υπήρχε ακριβώς πίσω απ' το περίπτερο, στη θέση της Alpha Bank σήμερα, βγήκε ο αείμνηστος Γιώργος -κοίτα να δεις τώρα- τέλος πάντων, ένας άνθρωπος της πιάτσας. Και μου λέει: «Τι συμβαίνει, παιδί μου;». Του λέω: «Γιώργο, αυτός -ο άνθρωπος έμπαινε εκείνη τη στιγμή μέσα στο φαρμακείο- αυτός ζήτησε από μένα, τον γιο της Κατίνας...». «Τι ζήτησε;», «Προφυλακτικά -του λέω- μα είναι δυνατόν;». Μου λέει, λοιπόν, ο Γιώργος: «Βαγγελάκη μου, υπάρχουν και άρρωστοι άνθρωποι». Μπήκε αμέσως στο νόημα αυτός, μου χτύπησε λίγο και τον ώμο και αμέσως καλμάρησα και ξεπεράσαμε την κρίση. Τέτοια πράγματα συνέβαιναν στο περίπτερο. Ερχόταν, επίσης, ο αείμνηστος Κωνσταντίνος -αυτό το επίθετο πρέπει να το θυμηθώ οπωσδήποτε- Σταρένιος. Σταρένιος. Ήταν Μικρασιάτες, ο κύριος Γιώργος Σταρένιος και ο γιος του, ο Κώστας, από το Αϊβαλί, αν δεν απατώμαι, αλλά είχαν εγκατασταθεί στην Ανάβυσσο ή στη Σαρωνίδα, δεν είμαι βέβαιος. Και επί 4 ή 5 χρόνια ερχόταν, όταν ήμασταν εμείς στο περίπτερο, ερχόταν τέλος Μαΐου και έφευγαν μέσα Σεπτέμβρη. Οι ψαράδες αυτοί έκαναν ψαροντούφεκο κυρίως, έριχναν και δίχτυα. Και όταν ερχόταν αυτό το υπέροχο καΐκι τους, ένα τρεχαντήρι που λεγόταν: «Κωνσταντίνος Σταρένιος», ένιωθα ότι άρχιζε το ναυτικό έτος. Όπως έλεγαν κάποτε για την περίοδο ναυτιλίας των αρχαίων, που ξεκινούσε με τα πλοιαφέσια, αυτό, βέβαια, γινόταν πιο νωρίς, τέλος Μαρτίου -αν δεν απατώμαι- και τελείωνε πριν από τη δύση των Πλειάδων, νωρίς το φθινόπωρο. Ένιωθα, λοιπόν, ότι άρχιζε και τελείωνε η περίοδος ψαρέματος, ναυτικών εξορμήσεων, κολύμβησης για εμάς τους μικρούς. Έτσι, είχα, λοιπόν, αυτήν την εντύπωση και έχω γράψει γι' αυτό το θέμα σ' ένα κεφάλαιο μιας μελέτης που κάνω για τη θάλασσα και τους μύθους της και επίσης, για τους αστερισμούς που είχαν αξιοποιηθεί από τους προϊστορικούς ναυτικούς. Και έτσι, σιγά σιγά φτάσαμε στη ναυτική αστρονομία των μεταγενέστερων. Αυτά, λοιπόν, έχουν..., αυτή η εμπειρία, αυτό το βιωματικό υλικό έχει ενσωματωθεί σε αυτό το κεφάλαιο. Και γενικώς, όλα αυτά που έζησα και σαν παιδί, αλλά και σαν έφηβος μεγαλώνοντας στο νησί μας, ξαναβγήκαν μετά από χρόνια στην επιφάνεια απροσδόκητα μέσα από στίχους ή μελέτη κάποιων θεμάτων. Όλα αυτά, όμως, είχαν μια αλληλουχία και ήταν η βάση αυτών που έγραψα είτε σε μορφή στίχων είτε σε πεζό λόγο. Δεν ξέρω αν ήθελες, Μαρίνα, να ρωτήσεις κάτι άλλο που να αναφέρεται σ' εκείνο το κομμάτι της ζωής μου και στην περίοδο που ξεκινά από το τέλος της δεκαετίας του ’60 και λήγει στο τέλος της δεκαετίας του 70’; Περίπου μια δεκαετία.

Μ.Α.:

Θα ήθελα, αν, έτσι, έχετε τώρα τη διάθεση, να μου πείτε αν έχετε κάποια ανάμνηση από το σχολείο; Δηλαδή ίσως κάποια καλή, ίσως κάποια κακή;

Β.Κ.:

Θυμάμαι μερικά χαστούκια, που γενικώς τα βαφτίζαμε παιδαγωγική τιμωρία των μαθητών. Θυμάμαι, επίσης, και μερικές ξυλιές με σιδερένιο χάρακα, δεν θα κατονομάσω τους δασκάλους. Θυμάμαι τη γλύκα που είχαν τα λόγια της δασκάλας μας στην πρώτη δημοτικού, της κυρίας Ζαφειρίνης, δεν θυμάμαι δυστυχώς το επίθετο. Και κάποιες άλλες δασκάλες που είχαμε, όπως τη κυρία Μαρούλα Δεληγιάννη, την κυρία Ορσαλία Κρητικού και βεβαίως, την κυρία Μαρία Αλβέρτη, σύζυγο του κυρίου Αντώνη Αλβέρτη, η οποία έφερε και τα παιδιά της τάξης μου στο σπίτι μας, όταν είχε αποβιώσει ο πατέρας μου για να με στηρίξουν. Επίσης, θυμάμαι κάποιους επαίνους για τις εκθέσεις μου στις τελευταίες δύο τάξεις του δημοτικού σχολείου, κυρίως από τον διευθυντή του τότε σχολείου, τον τότε διευθυντή ήθελα να πω, τον κύριο Αντώνη Αλβέρτη, αλλά και από τον κύριο Αριστοτέλη Δεληγιάννη, επίσης. Κάποια πράγματα που με είχαν δυσαρεστήσει και εξοργίσει τα έχω διαγράψει και θα ήταν άσκοπο να προσπαθήσω να τα ανακαλέσω στη μνήμη μου. Πάντως, τότε ετέθησαν οι βάσεις για να στραφώ στη σοβαρή πλέον μελέτη των Ελλήνων ποιητών, των Ελλήνων λογοτεχνών γενικότερα, που ξεκίνησε όχι στην πρώτη γυμνασίου, γιατί αυτήν την τάξη την έκανα στην Αθήνα, ξεκίνησε κατ’ ουσίαν από την τρίτη γυμνασίου, όταν είχαμε καθηγητή τον κύριο Μόδεστο Κουσουνάδη, τρίτη και τετάρτη γυμνασίου. [00:20:00]Αυτά, όμως, είναι κομμάτια για τα οποία μπορώ να μιλώ επί ώρες. Έχω πολλά να θυμηθώ για τα διαλλείματα που κάναμε και τον "βασανισμό" των φιλολόγων μας, τους υπέβαλλα πραγματικά, έτσι, σε μεγάλα μαρτύρια, με ερωτήσεις, με απορίες, με σχολαστικές τοποθετήσεις. Επίσης, και με την ακατάληπτη αρχαΐζουσα γλώσσα μου, ούτε καν μικτή, διότι είχα επινοήσει αυτήν τη γλώσσα, τεχνητή βεβαίως εντελώς, ώστε να διακριθώ επιτέλους κι εγώ σαν παιδί, διότι με απέρριπταν τότε οι κοπέλες ως υπερβολικά αδύνατο, κοκαλιάρη, στερημένο από τις συνήθεις χάρες των συνομηλίκων μου αγοριών. Οπότε έπρεπε κι εγώ να έχω, έτσι, κάτι για να ξεχωρίζω και επινόησα αυτήν την ακατάληπτη γλώσσα. Οι καθηγητές χαίρονταν, διότι άκουγαν ομηρικές λέξεις, επίθετα, όλα αυτά με πάρα πολλά λάθη, βεβαίως. Και έγραφα, επίσης, γιατί είχαμε τότε -μέχρι τον Μάιο του ‘74, αν δεν απατώμαι- είχαμε τους συνταγματάρχες στην Ελλάδα, οι οποίοι είχαν επιβάλει την καθαρεύουσα στο σχολείο. Αλλά με την καθαρευόυσα δεν είχα κανένα πρόβλημα και μάλιστα, μου άρεσε η χυμώδης καθαρεύουσα του Νικολάου Λούβαρη ή η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, καθ’ υπερβολήν. Από τη γλώσσα αυτή υπάρχουν κάποια κατάλοιπα στη μετέπειτα γραφή μου κυρίως, αλλά και στον προφορικό λόγο. Διότι όταν ξεχνιέμαι, τυχαίνει πολλές φορές να μιλώ μια άπταιστη καθαρεύουσα και με δυσκολία επανέρχομαι στην καθομιλουμένη. Διότι συνειδητοποιώ ότι κάποιοι απορούν και λένε: «Καλά, τι μας λέει αυτός;». Ωστόσο, αυτό είναι εμφανές, έχει αποτυπωθεί έτσι στη γραφή μου, κυρίως στους στίχους, όπου υπάρχουν πολλοί αρχαϊσμοί και λέξεις της αρχαίας που δεν ακούγονται πια, οι οποίες θέλω να πιστεύω ότι δένουν οργανικά με το κείμενο ή ποίημα και δεν δημιουργούν, δεν προξενούν απώθηση στον νεαρό αναγνώστη, αν υπάρχει τέτοιος. Πραγματικά, δεν ξέρω, έτσι, πώς προσεγγίζουν κάποιοι νέοι αυτά τα κειμενάκια. Άνθρωποι που τυχαίνει να με γνωρίζουν, αλλιώς αυτά τα προϊόντα -προϊόντα είναι και τα βιβλία αυτά- δεν έχουν προβληθεί και κατ’ ουσίαν είναι εκτός εμπορίου. Ωστόσο, πολλοί νεαροί φίλοι ή παιδιά φίλων μας έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον και έχουν διαβάσει έστω αποσπασματικά κάποια απ' αυτά τα βιβλία. Είναι 10 βιβλία που εκδόθηκαν μέσα σε μια τριετία, ποιητικά θα μπορούσα να πω, με στίχους. Φαντάζομαι ότι έχουν μερικές φορές ανυπέρβλητες δυσκολίες ως προς την κατανόηση ορισμένων κειμένων, όχι όλων, όπου κι εγώ ίσως κάνω κατάχρηση των ομηρικών επιθέτων. Είναι αυτή η παλιά αδυναμία μου και μερικές φορές δεν μπορώ να την ελέγξω. Και βεβαίως, δεν μπορούν -υποθέτω- να διαβάσουν κάποιους ύμνους που έγραψα σε εκκλησιαστική γλώσσα που είναι η λόγια γλώσσα, μεσαιωνική γλώσσα στην καθ’ ημάς Ανατολή, θα τη λέγαμε και βυζαντινή. Αλλά είναι η λόγια, όχι η... Πράγματι, θα μπορούσες να δεις ίσως αργότερα 4 ύμνους και ένα έμμετρο συναξάρι που έχω γράψει για κάποιον Άγιο που μόνασε στην Κρήτη, είναι ο όσιος Ιωάννης ο ερημίτης, Αιγύπτιος. Δεν έχω να θυμηθώ, έτσι, κάτι πολύ δυσάρεστο, εκτός από εκείνες τις λίγες ξυλιές που έφαγα στο δημοτικό σχολείο και μετέπειτα στο γυμνάσιο. Γιατί παίζαμε «κουκουνάρα» με τους συμμαθητές μου, απαγορευμένη. Εδώ μπορώ να αναφέρω και το όνομα, ο αγαπημένος καθηγητής Σωματικής Αγωγής, Λάζαρος Καγιώργης, ο γυμναστής μας, μας είχε απαγορεύσει να παίζουμε «κουκουνάρα». Αυτό γινόταν, οι αγώνες διεξήγοντο σε μια μικρή αυλή, ένα αυλιδάκι όπως λέμε στην Τήνο, που ήταν κάτω από το μεγάλο προαύλιο του γυμνασίου, γιατί μπορούσε να βγει ένα μάτι με την «κουκουνάρα». Ήταν πολύ επικίνδυνο και εγώ ήμουν και πολύ επιθετικός παίκτης. Οπότε είχα φάει μερικά χαστούκια και κλωτσιές από τον Λάζαρο, που ήτανε, έτσι, και πολύ παρορμητικός μερικές φορές. Και αυτό δεν είναι προς τιμή μου που θα πω, κάποτε τον τιμώρησα. Μετά από ένα γερό χαστούκι, λέω: «Τώρα θα δεις». Και πήγα στην τάξη πάνω μετά το διάλειμμα και υποκρίθηκα τον παραζαλισμένο και κουφό, να το πω κι έτσι. Μου μιλούσαν και δεν άκουγα τι έλεγαν, ενώ άκουγα περίφημα. Αυτό κράτησε περίπου μία ώρα, θορυβήθηκαν οι καθηγητές, έκαναν σύσκεψη κάτω στο γραφείο τους, τέλος πάντων, μετά από περίπου τρεις ώρες συνήλθα. Αλλά ακόμη νιώθω τύψεις γι' αυτήν τη συμπεριφορά μου, γιατί ο Λάζαρος -ο συγχωρεμένος- έκανε πολλά για μας. Προσπαθούσε να αναδείξει κάποιους αθλητές από τον νεαρόκοσμο, από το υλικό που είχε στα χέρια του τότε. Και εγώ ήμουν καλός τριπλουνίστας και κατοστάρης, δρομέας των 100 μέτρων, αλλά επειδή είχα αυτήν την κόντρα με τον Λάζαρο, δεν διακρίθηκα ποτέ σε κυκλαδικούς αγώνες, μόνο στους τοπικούς αγώνες που κάναμε και στις γυμναστικές επιδείξεις. Αυτά τα λίγα έχω να θυμηθώ από τα χρόνια του δημοτικού και του γυμνασίου, που δίνουν μάλλον το στίγμα ενός εκκολαπτόμενου αντάρτη. Αντάρτης υπήρξα αργότερα στα μετεφηβικά χρόνια, αλλά όχι σοβαρός ευτυχώς. Δεν ξέρω αν έχεις κάποια ερώτηση, έτσι;

Μ.Α.:

Για μιλήστε μου...

Β.Κ.:

Εκτός... Θα μπορούσα να θυμηθώ, όμως, εμπειρίες που είχαμε με εξωσχολικούς, κυρίως. Ναι.

Μ.Α.:

Μπορείτε να μου μιλήσετε λίγο παραπάνω για τον εκκολαπτόμενο αντάρτη, τι εννοείτε;

Β.Κ.:

Ναι. Ότι είχα αρχίσει, έτσι, να έχω πρόβλημα με την εξουσία. Το έπιασα από πολύ πολύ, έτσι,…, απ' την πιο τρυφερή ηλικία, θα έλεγα. Όταν είδα δύο λιμενικούς να πυροβολούν μια μικρή φώκια που είχε την ατυχία να κάνει τον γύρο του λιμανιού της Τήνου. Εγώ θα ήμουν τότε 7 χρονών ή 8, το πολύ. Λοιπόν, μας επισκέφθηκε μία φώκια, νεαρή ήταν, μικρόσωμη, έκανε τον γύρο του λιμένος Τήνου. Εμείς είχαμε μαζευτεί όλοι οι πιτσιρικάδες και την ακολουθούσαμε με ιαχές, με πολύ ενθουσιασμό, γιατί δεν είχαμε ξαναδεί φώκια και δεν υπήρχε και τηλεόραση τότε. Οπότε δεν είχαμε δει, έτσι, εικόνες από ζωολογικούς..., δεν είχαμε ποτέ εικόνες από ζωολογικούς κήπους, αυτά ήρθαν αργότερα. Και προβλέψαμε ότι η φώκια δεν θα έφευγε, αλλά θα έκανε άλλον έναν γύρο του λιμανιού. Αλλά οι φωνές μας ξεσήκωσαν τους λιμενοφύλακες και όταν έμαθαν περί τίνος πρόκειται, πήραν ένα πυροβόλο όπλο, δεν ξέρω αν ήταν καραμπίνα ή κάτι άλλο, και έστησαν καρτέρι. Οπότε λοιπόν, μόλις εμφανίστηκε αυτή η μικρή φώκια, άρχισαν να την πυροβολούν. Έχω την αίσθηση ότι οι σφαίρες εξοστρακίστηκαν στο δέρμα της και ίσως δεν την τραυμάτισαν θανάσιμα. Πάντως η φώκια εξαφανίστηκε, έφυγε προς την έξοδο του λιμανιού και δεν την ξαναείδαμε. Λοιπόν, και επίσης, ένα άλλο συμβάν που με χάραξε σαν παιδί στην ίδια ηλικία, όταν είδα έναν ψαρά να μεταφέρει ένα δελφίνι που είχε πιαστεί στα δίχτυα του, να το αποθέτει ζωντανό σ' ένα σημείο κοντά, πίσω από την εκκλησία των Ταξιαρχών, προς τις βεσπασιανές, τα δημόσια ουρητήρια και εκεί έστησε ένα κανονικό ολοκαύτωμα. Μια ολόκληρη νύχτα καιγόταν το δελφίνι, διότι το θεωρούσε εχθρό του, ότι κατέστρεφε τα δίχτυα του. Και οι λιμενικοί πυροβόλησαν τη φώκια για τον ίδιο λόγο, διότι είχαν βγάλει αυτό το κακό όνομα ότι είναι καταστροφείς των διχτύων και ότι κλέβουν τα ψάρια, μπορούσαν δηλαδή να εξαφανίσουν μία ολόκληρη ψάρια. Δεν ξέρω αν είναι βάσιμο αυτό και σε ποιον βαθμό γίνεται, τώρα τα ζώα προστατεύονται, βεβαίως. Αλλά τότε είχα αρχίσει, λοιπόν, να εξεγείρομαι. Ο ψαράς δεν ήταν ένας άνθρωπος, έτσι, με κάποιο αξίωμα, με ισχύ, αλλά είχε, όμως, τη δική του εξουσία πάνω στη μικρή ψαράδικη κοινωνία της Τήνου τότε. Μπορούσε να επιβάλει τη γνώμη του. Αυτό, λοιπόν, το βρήκα και πολύ εγωιστικό και πολύ…, είχε έναν αυταρχισμό. Εκεί, λοιπόν, κλώτσησα και λέω: «Όχι, θα το πολεμήσω αυτό». Τέτοιες σκέψεις είχαν αρχίσει να συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι μου τότε και μου άρεσε από τότε να αμφισβητώ, ας πούμε, κάποια πράγματα και είχα γίνει ένας μικρός αντιεξουσιαστής. [00:30:00]Στην ηλικία των 16, αν δεν απατώμαι, στην πέμπτη γυμνασίου, εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στην Τήνο μια μορφή του μαθητικού συνδικαλισμού και κάποιες εκδηλώσεις με δυναμικό χαρακτήρα, απόχες, διαμαρτυρίες, τέτοια πράγματα. Και σε αυτές πρωτοστάτησα, όπως επίσης και στην έκτη τάξη του γυμνασίου στην Αθήνα, όπου αν και ήμουν άγνωστος στα παιδιά εκεί, με ψήφισαν σαν γραμματέα του τμήματος. Και είχαμε από τότε συμμετοχή, κυρίως σε διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας, στην περιοχή των Εξαρχείων και όχι μόνο. Με ανθρώπους που ήταν και λίγο μεγαλύτεροι από μας, περίπου συνομήλικοι, δεν είχαμε καθοδήγηση. Οι άνθρωποι που συμμετείχαν σ' εκείνες τις διαδηλώσεις ήταν ηλικίας μέχρι 25-26 ετών, το πολύ. Εκ των υστέρων, έμαθα ότι υπήρχαν και καθοδηγητές και αρκετά μεγαλύτεροι. Τότε αυτό το κομμάτι, αν μου δινόταν ευκαιρία, έτσι, να κάνω μία επανεκκίνηση, να ξαναείμαι 20 και να χαράξω διαφορετικά την πορεία μου, θα το άφηνα απέξω. Για κάποιους λόγους, όχι μόνο γιατί σπαταλήθηκε πολλή ενέργεια προς λανθασμένες κατευθύνσεις και με λανθασμένους, έτσι, στόχους, αλλά και διότι προκαλέσαμε και πόνο και αν μη τι άλλο δυσφορία σε ανθρώπους από τον κοινωνικό μας περίγυρο και σε άλλους που είχαν γίνει στόχοι επιθέσεων από ομάδες αναρχοαυτόνομων, κυρίως στην περιοχή γύρω από το Πολυτεχνείο, Ακαδημίας, Πατησίων, Πανεπιστημίου. Και σου μιλώ για μία περίοδο τεσσάρων ετών περίπου, απ' το ’75, ‘76 μάλλον, μέχρι το ’79. Για να ακριβολογώ βέβαια, και για να κάνω μια σωστή μέτρηση ήταν τριετής αυτή η περιπέτεια, η περίοδος, όπου, λοιπόν, ήμουν ένας από τους "αγωνιστές", εντός ή εκτός εισαγωγικών, με ακραίο αριστερό πρόσημο. Υπήρχαν μαοϊκοί, λενινιστές, υπήρχαν τροτσκιστές, εμείς ήμασταν απλώς αναρχοαυτόνομοι. Είχα μελετήσει τη θεωρία, γιατί είχα πρόσβαση σε κάποιες κινήσεις που φρόντιζαν και για τη διανομή φυλλαδίων, έτσι, τέτοιου περιεχομένου ή βιβλίων. Φαντάσου τώρα, έτσι, μπροσούρες, είχα αποστηθίσει τσιτάτα του Μπακούνιν, του Μιχαήλ Μπακούνιν, που ήταν ο πατριάρχης των αναρχικών, Ρώσος, ή του Κροπότκιν ή κάποιων άλλων, έτσι, πολύ γνωστών τότε, που σιγά σιγά, βεβαίως, βυθίζονται στη λησμονιά. Δεν είναι τόσο της μόδας ο Μπακούνιν σήμερα, είναι ίσως κάποιοι άλλοι που έδρασαν τον 20ο αιώνα. Ένα, επίσης, πρότυπό μου ήταν ο Μποναβεντούρα Ντουρρούτι, που ήταν ο άτυπος αρχηγός των αναρχικών της Ισπανίας, πριν από την επικράτηση του Φράνκο. Λοιπόν, είχα αυτήν την πρόσδεση στο άρμα ορισμένων θεωρητικών του αναρχισμού και ακτιβιστών, επίσης. Ακολουθούσα, έτσι, με όλη μου την καρδιά, χωρίς να υποβάλλω σε αυστηρό κριτικό έλεγχο τις θεωρητικές θέσεις των πατριαρχών, ας πούμε, του αναρχικού κινήματος. Ευτυχώς, δεν συντάχθηκα με τους αντάρτες πόλεων, γιατί κρίναμε οι φίλοι που είχαμε συμπήξει τον δικό μας πυρήνα ότι απλώς δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί ένα σωστό αντάρτικο πόλης. Αυτό, βέβαια, τώρα μπορεί να ακούγεται αστείο ή ίσως ολίγον ανόητο ή δεν ξέρω τι, αλλά πιστεύαμε ότι χρειαζόταν μία τομή, μια βαθιά τομή, ώστε να αποδοθεί επιτέλους δικαιοσύνη και οι λούμπεν προλετάριοι, έτσι, να κατακτήσουν ένα ανεκτό επίπεδο ζωής. Αλλά το θέμα είναι ότι οι λούμπεν προλετάριοι της εποχής αυτής -μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του '70- είχαν στη διάθεσή τους πλυντήρια, ψυγεία, τηλεοράσεις, άνετους καναπέδες, οπότε δεν θα ήταν πρόθυμοι να στηρίξουν μία εξέγερση. Όχι απλώς, έτσι, μια διαμαρτυρία, αλλά μια γενικευμένη, έτσι, εξέγερση και να προξενήσουν σοβαρούς τριγμούς στο καθεστώς της εποχής εκείνης. Δεν είχα πολύ σοβαρή εμπλοκή με τον χώρο αυτόν των αναρχοαυτόνομων, γιατί να σκεφτείς ότι είχε παρεΐστικο χαρακτήρα πιο πολύ η δράση και η παρουσία μας στα Εξάρχεια και στις παρυφές των Εξαρχείων. Αλλά όλο αυτό ήρθε σαν συνέχεια της πρώιμης επαναστατικής περιόδου μου που εκφράστηκε κυρίως στην πέμπτη και έκτη γυμνασίου. Επίσης, ίσως εξηγείται και από το ότι..., δηλαδή αυτή η τάση μου να κρατώ αποστάσεις από τους έχοντες και κατέχοντες και να είμαι πάντοτε με την πλευρά των περιθωριακών ή των απεγνωσμένων, των ανθρώπων που…, των άστεγων, των ηρωινομανών. Εν πάση περιπτώσει, όλων αυτών που είχαν τεθεί με άγριο τρόπο στο περιθώριο από έναν σκληρό αδυσώπητο μηχανισμό που προωθεί αυτές τις διακρίσεις, τις κοινωνικές διακρίσεις, και βάζει ετικέτες στους ανθρώπους ανάλογα με τη συμπεριφορά τους ή και την ποιότητα που μπορεί να έχουν. Αλλά εν πάση περιπτώσει, ναι, ήταν ένα κομμάτι που δεν θα ήθελα να ζήσουν τα παιδιά μου, γι' αυτό -και αυτό, επίσης, που λέω δεν με τιμά- εξαφάνισα όλα τα βιβλία που είχαν γραφεί από αναρχικούς πατέρες του σημερινού αναρχικού κινήματος ή για τους αναρχικούς και μάλιστα, από κάποιους πολύ αξιόλογους ιστορικούς. Τα εξαφάνισα όπως εξαφάνισα και τα βιβλία του Μαρκησίου ντε Σαντ, γιατί θεωρούσα ότι ίσως θα επιδρούσαν πολύ άσχημα στα τρία παιδιά μας, αν τα διάβαζαν έτσι και μάλιστα στην εφηβεία τους, όταν είχαν εκδηλώσει ένα -θα' λεγα- πρώιμο αναγνωστικό ενδιαφέρον και έψαχναν κάτι περισσότερο από τα σχολικά εγχειρίδια, έξω απ' αυτά, έψαχναν κάτι διαφορετικό. Οπότε, λοιπόν, ήθελα κι εγώ να επιφέρω μία στεγανοποίηση, ώστε να μην έλθουν σε επαφή με θεωρητικούς ή συγγραφείς που με επηρέασαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αλλά προς αυτό που μετέπειτα αναγνώρισα ότι ήταν μια λανθασμένη κατεύθυνση. Έχω, λοιπόν, αναθεωρήσει κάποια πράγματα ή όπως λένε οι απολογητές της καθεστηκυίας τάξης, ανένηψα. Αυτό συνέβη, λοιπόν, γύρω στα 30. Ακόμη ήθελα να πάω στην Κούβα για να συμμετάσχω στη συγκομιδή ζαχαροκάλαμου και είχα αρχίσει να μαθαίνω ισπανικά με την ελπίδα ότι θα με επέλεγαν και θα με εκπαίδευαν σε κάποιον χώρο, έτσι, στρατόπεδο, εν πάση περιπτώσει, είτε στην Κούβα είτε κάπου αλλού για να συμμετάσχω αργότερα σε επαναστατικές κινήσεις σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής. Ναι, αυτά είχαν συμβεί και μετά τα 30, απομακρύνθηκα, συνειδητοποίησα ότι δεν με εκφράζουν, διότι δεν ένιωθα καν σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή. Δηλαδή δεν θα είχα πρόβλημα αν μάθαινα ότι κάποιοι εκτελούσαν κάποιον μεγαλοεπιχειρηματία, δεν υποστήριξα ποτέ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κινήσεις των ομάδων αντάρτικου πόλης εκείνον τον καιρό ούτε τις επικρότησα, γιατί είχα την αίσθηση, η οποία ήταν εν τέλει σωστή, ότι οι άνθρωποι αυτοί, ναι μεν, αναλάμβαναν ένα πολύ υψηλό ρίσκο, αλλά στην πραγματικότητα παγιδεύαν τα θύματά τους, δεν τους έδιναν την ευκαιρία να αμυνθούν. Και αυτό, όταν το συνειδητοποίησα επιτέλους, μου προξένησε σοκ και με έστειλε πολλά βήματα πιο πέρα με αποτέλεσμα να γίνω ειρηνιστής, να πλησιάσω τη φιλοσοφία ζωής, την κοσμοθεωρία των χίπις, γιατί υπήρξε και αυτή η περίοδος. Όπου είχα και την κατάλληλη αμφίεση, βεβαίως, και την εμφάνιση, γενικότερα, ενός παιδιού των λουλουδιών. Και αν είχα τη δυνατότητα να σου δείξω φωτογραφίες του γάμου μας, θα έβλεπες έναν χίπι και μια κοπελίτσα, μάλλον συντηρητική και πολύ επιφυλακτική. Γιατί όταν τη σήκωσα στην αγκαλιά μου μετά τον γάμο στο εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη στην Ηρακλειά, ήταν χαρούμενη, αλλά κοιτούσε και με απορία. Έλεγε: «Τι γίνεται τώρα; Πού πάμε; Τι κάνουμε; Αυτός εδώ είναι χίπις». Και οι καλεσμένοι μας τότε σε αυτόν τον γάμο ήταν αμμουδίτες, όπως τους λέγαμε, άνθρωποι που είχαν κατασκηνώσει στο λιβάδι της [00:40:00]Ηρακλειάς και οι περισσότεροι είχαν τέτοια εμφάνιση και εμφορούνταν από τέτοιες ιδέες. Ακούγαμε, βεβαίως, και τα τραγούδια που μας ερχόντανε από την Αμερική, και ψυχεδέλεια και όλα αυτά. Δεν έχω, όμως, να σου δείξω, να σου δώσω, έτσι, φωτογραφικό υλικό, αυτό υπάρχει στην Αθήνα. Και μετά βεβαίως, σοβάρεψα, μετά και την περίοδο αυτήν του χιπισμού, σοβάρεψα αρκετά.

Μ.Α.:

Για μιλήστε μου, έτσι, για την περίοδο αυτήν του χιπισμού. Δηλαδή πώς ήτανε μια καθημερινότητα;

Β.Κ.:

Υπήρξε ένα μεσοδιάστημα, όπου είχα δύο εαυτούς, ο ένας ήταν επαναστάτης, όχι πολύ σοβαρός, αλλά ωστόσο, ναι, έκανα πράγματα τα οποία δεν συνάδουν με τη φιλοσοφία των χίπις. Αυτό συνέβαινε τη χειμερινή περίοδο. Και το καλοκαίρι μεταμορφωνόμουν σε έναν αυθεντικό χίπι. Διότι εκτός από την εμφάνιση, είχα και τη μουσική παιδεία, μπορούσα να παίζω με τη φλογέρα μου διάφορα πράγματα στις παραλίες και προσέλκυα σαν μαγνήτης ομοϊδεάτες, αλλοδαπούς, έτσι, από πολλές και διάφορες χώρες και Αμερικανούς και Γερμανούς. Μέχρι που συνάντησα, βεβαίως, τη σύζυγό μου. Τότε εκεί έβαλα νερό στο κρασί μου. Αλλά αυτό το μεσοδιάστημα, λοιπόν, είχα αυτόν τον διπολισμό. Άλλοι βεβαίως έχουν ακόμη πιο μεγάλο πρόβλημα, διότι άλλοι άνθρωποι είναι τη μέρα και άλλοι τη νύχτα. Εγώ απλώς ήμουν διαφορετικός από χειμώνα σε καλοκαίρι. Ένας εξαιρετικός φίλος, αδελφικός μπορώ να πω, που γνώρισα σε αυτήν την περίοδο, όταν πλέον δεν ήμουν αναρχοαυτόνομος Εξαρχειώτης, αλλά με συγκινούσε πολύ, όμως, όλο αυτό το παιχνίδι, γιατί δεν μπορώ να το πω κάπως αλλιώς. Δεν ήταν και τόσο σοβαρό, ήταν όμως αυθεντικό, ήταν ειλικρινές. Αν έχεις υπόψη σου, η θεωρία των χίπις είναι πάρα πολύ απλή. Υπήρχαν συνθήματα που τους εξέφραζαν, συνόψιζαν τη φιλοσοφία ζωής τους, όπως το «Κάνε έρωτα, μην κάνεις πόλεμο». Υπήρξε, ναι, και αυτή η περίοδος του πανσεξουαλισμού, γι' αυτό σου είπα ότι έστειλα στο πυρ το εξώτερον, που δεν ήταν όμως πυρ, γιατί δεν μπορούσα να κάψω ποτέ βιβλίο, όχι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Εξαφάνισα απλώς τα βιβλία του Μαρκησίου ντε Σαντ, γιατί υπήρξε και αυτό, λοιπόν, το κομμάτι για το οποίο δεν θέλω να μιλήσω και περισσότερο. Σου μιλούσα για έναν Αμερικανό φίλο, από Ελληνίδα μητέρα, τον Paul Astin. O Paul Astin τότε, λοιπόν, είχε τέτοιες αναζητήσεις και ανησυχίες και είχαμε συνδεθεί στον μέγιστο βαθμό. Κάναμε συνεχώς παρέα, ήταν ο φωτογράφος στον γάμο μας που έγινε στην Ηρακλειά των Μικρών Ανατολικών Κυκλάδων, 2 Ιουλίου του ‘84. Λοιπόν, και με κάποιους άλλους κάναμε πράγματα, κάναμε θαυμάσια πράγματα στην Αθήνα με μουσικές, έτσι, τέτοια πράγματα κάποιοι παίζαν κιθάρα, εγώ τη φλογέρα, που δεν έχω να σου δώσω, έτσι, ένα δείγμα της αδεξιότητάς μου, όχι της δεξιότητας. Ωστόσο, ήταν ωραίο να ακούς έναν αδέξιο, έτσι, άνθρωπο που έπαιζε με συγκινητικό τρόπο φλογέρα σε μια ερημική παραλία και κάπου εκεί να βλέπεις να έρχονται, να εμφανίζονται, σχεδόν σαν φάσματα, φαντάσματα, άνθρωποι από το βάθος μιας κοιλάδας ή από κάπου, έτσι... Και να σε περιστοιχίζουν και μετά να ανάβεις φωτιά και στη φωτιά να κάνεις τσάι, αυτό που λένε οι Αυστραλοί billy tea ή να βάζεις μπροστά να φτιάχνεις, έτσι, μια γρήγορη μακαρονάδα, καπνιστή που σου έλεγα πριν. Ναι, αυτή ήταν, λοιπόν, μια ονειρεμένη περίοδος, στην οποία επανέρχομαι νοσταλγικά και προσπαθώ σε κάποιον βαθμό, έτσι, να ξαναχτίσω, αλλά με πολύ φτωχά υλικά σήμερα. Όταν δεν μπορείς να ανάψεις μια φωτιά στην παραλία, γιατί έρχεται το λιμενικό και σε στέλνει αυτόφωρο, το σκέφτεσαι πολύ για να πας στην Καντάνη -αν ξέρεις πού είναι- και να βάλεις, έτσι, να φτιάξεις μια ωραία εστία με πορτάκι, παραθυράκι, τέτοια πράγματα, και να... Και όλο αυτό το έκανα για να ψήσω ένα φασκόμηλο να σκεφτείς, μερικές φορές. Είχα συναντήσει χίπις στο Μυλοπότα της Ίου και στα Μάταλα της Κρήτης, αλλά ήταν σε περίοδο παρακμής. Ήταν αρκετά μετά το Woodstock, κάποια παιδιά του ‘60, έτσι, και ερείπια του ‘80 που επιβιώναν και σ' αυτά τα δύο μέρη. Αλλά ωστόσο, είχαμε βρεθεί λίγο μαζί. Διαβάζαμε, επίσης, Αμερικανούς Beatniks, αυτούς τους ποιητές που συνήθιζαν να γράφουν ποιήματα ποταμούς, ο πιο γνωστός είναι ο Allen Ginsberg, αλλά υπήρχαν και άλλοι που ήταν εξίσου καλοί και καλύτεροι. Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει ή αν έχεις διαβάσει το On the Road, το βιβλίο του Τζακ Κέρουακ; Ναι, είναι έργο αναφοράς για ό,τι έχει σχέση με αυτή την περίοδο και τους αμφισβητίες των κλασικών αμερικανικών αξιών και του πολιτικού συστήματος στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κυρίως. Τότε είχε ανθίσει αυτό το κίνημα, το οποίο βέβαια είναι προγενέστερο. Νομίζω ότι ο τελευταίος απ' αυτήν την φουρνιά πέθανε πέρυσι σε ηλικία 101 ετών, που είχε φτιάξει ένα περίφημο βιβλιοπωλείο, το «City lights», στο Σαν Φρανσίσκο και παραδόξως δεν μπορώ να ανακαλέσω το όνομά του αυτήν τη στιγμή, πολύ γνωστός. Ο Φερλινγκέτι. Ο Φερλινγκέτι, ναι. Αυτός ήταν ο έσχατος των Μεταμοϊκανών της περιόδου αυτής. Πλέον στα 63 δεν είμαι ακριβώς χίπι ούτε γιάπι ούτε τίποτα τέτοιο. Απλώς νοσταλγός αυτής της περιόδου και σε κάποιον βαθμό αντανακλάται αυτό και στη σημερινή εμφάνισή μου, διότι πράγματι έτσι, αν ντυθώ και κατάλληλα, λένε: «Να, ένας χίπι» ή χίπης, όπως λέμε εδώ, ή «Να, ένα ξωτικό» ή «Να, κάποιος που κατέβηκε από κάποια σπηλιά, βγήκε από σπηλιά» ή κάτι τέτοιο. Ναι, θεωρώ ότι δεν θα κλείσει ποτέ αυτό το κεφάλαιο, θα πεθάνω χίπι, αλλά όχι μ' αυτόν τον τρόπο που υπόκειται σε εύκολη εμπορευματοποίηση. Θα είμαι ολίγον περιθωριακός, θα είμαι ολίγον εκτός συστήματος και θα έχω την εμφάνιση που κάθε φορά με εκφράζει. Αυτόν τον καιρό, ναι, θέλω να είμαι έτσι κάπως, η σύζυγός μου διαφωνεί. Έχεις κάποια άλλη ερώτηση;

Μ.Α.:

Θα ήθελα να σας ρωτήσω και γι' αυτό το ταξίδι που είχαμε πει; Σε ποια περίοδο της ζωής σας έγινε;

Β.Κ.:

Ποιο ταξίδι ακριβώς; Γιατί έγιναν μερικά ταξίδια.

Μ.Α.:

Με το πλοίο στη Δονούσα;

Β.Κ.:

Στη Σχοινούσα, εν τέλει, ναι. 

Μ.Α.:

Σχοινούσα.

Β.Κ.:

Ναι. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση που έγινε σε πείσμα κάποιων πραγμάτων και καταστάσεων, έτσι, που γινόταν ερήμην μου. Είχε σχέση με τη διάθεσή μου να απομακρυνθώ, να γίνω αναχωρητής, ερημίτης. Ήθελα, λοιπόν, να κατευνάσω ένα ηφαίστειο, να το καλμάρω με κάποιον τρόπο, που σιγόκαιγε μέσα μου, στα έγκατα της ύπαρξής μου και ένιωθα ότι σιγά σιγά ανεβαίνει προς την επιφάνεια. Ήθελα, λοιπόν, να προλάβω μια ενδεχόμενη ψυχωτική κρίση ή τίποτα άλλο χειρότερο και να ζήσω λίγο πιο ελεύθερα, πιο χαλαρά. Είχα μόλις απολυθεί από μια μικρή εταιρεία πετρελαιοειδών που νομίζω υφίσταται ακόμη, η επωνυμία της είναι «El Petrol», όπου είχα προσληφθεί με τον αναγκαστικό νόμο -δεν θυμάμαι τον αριθμό του- την πρώτη φορά, γιατί είχα δικαίωμα να κάνω δύο φορές χρήση αυτού του νόμου. Όταν απολύθηκα, ετέθη σε ισχύ αυτομάτως ο νόμος αυτός για άλλη μία τοποθέτηση. Θα μπορούσα να είχα βρεθεί στη ΔΕΗ ή στην Εθνική Τράπεζα ή στην ΕΥΔΑΠ, αλλά τελικά τοποθετήθηκα στον ΟΤΕ που τότε ήταν μονοπώλιο. Υπήρξε, όμως, ένα μικρό διάλειμμα ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη τοποθέτηση, όπου βρέθηκα μετέωρος. Και τότε επειδή έβραζα ολόκληρος και στενοχωρούσα πολύ και τη μητέρα μου, αποφάσισα με τον τελευταίο μισθό που είχα, μετά από τρεις μήνες εργασίας, κράτησα τον τελευταίο μισθό για να αγοράσω εξοπλισμό για την εξόρμηση αυτή. Σάκο πλάτης, sleeping bag και σκηνή και έφυγα ξαφνικά, αιφνιδιάζοντας και τη μητέρα μου και τη θεία και επίσης, το συμβούλιο γερόντων που υπήρχε στην οικογένεια. Γιατί εμείς λειτουργούσαμε ανέκαθεν ως μια κρητική πατριαρχική οικογένεια. Μετά τον θάνατο, λοιπόν, του πατέρα μου ελάμβαναν αποφάσεις για λογαριασμό της μητέρας και εμού, κάποια αδέλφια του, θείοι. Οπότε, λοιπόν, τους αιφνιδίασα και έφυγα άρον άρον με το καράβι της άγονης χωρίς να έχω έναν συγκεκριμένο προορισμό. [00:50:00]Βρέθηκα, λοιπόν, μετά από κάμποσες ενδιάμεσες στάσεις στη Σύρο, την Πάρο, τη Νάξο, τη Δονούσα και το πάνω Κουφονήσι, βρέθηκα στη Σχοινούσα. Αποβιβάστηκα εκεί μαζί με ντόπιους που είχαν ταξιδέψει για να πάρουν μερικές ανάσες μετά από έναν φονικό σεισμό που έγινε το ‘81, τον Ιανουάριο, αν δεν κάνω λάθος. Και εμείς πήγαμε εκεί τέλος Ιανουαρίου ή 1-2 του Φλεβάρη, κάπου εκεί. Και αυτό ήταν το ωραιότερο κομμάτι που μπορώ να θυμηθώ από τα προηγούμενα 60 τόσα χρόνια μου.

Μ.Α.:

Γιατί Σχοινούσα;

Β.Κ.:

Το όνομα, έτσι, η ποίηση αυτού του ονόματος, οι συνειρμοί, ένα ολόκληρο συνειρμικό υπόβαθρο που υπόκειται. Και επίσης, μου άρεσαν πολύ μια παρέα που υπήρχε και στο καράβι, δεν είχαν μείνει πολλοί, γιατί ο επόμενος σταθμός του ήταν η Ηρακλειά, μετά Αμοργός και τελευταίος σταθμός, αν θυμάμαι καλά, η Αστυπάλαια. Οπότε είχαν μείνει ελάχιστοι επιβάτες το καράβι, αλλά μου άρεσαν οι Σχοινουσιώτες από τους συνεπιβάτες μου. Οι οποίοι έκαναν όνειρα, σχέδια, να φτιάξουν πράγματα, να κάνουν παρέα, να κάνουν βεγγέρες, να μιλάνε, έτσι, να συζητάνε μέχρι το πρωί. Πράγμα που γινόταν σε αυτά τα μέρη πριν έρθει ακόμη ο ηλεκτρισμός. Ο ηλεκτρισμός το ‘81 δεν είχε έρθει στη Σχοινούσα, ήρθε μετά επί Ανδρέα Παπανδρέου, νομίζω δυο χρόνια μετά. Είχαν, λοιπόν, λάμπες πετρελαίου ή λυχνάρια και έκαναν τις βεγγέρες τους. Και είπα: «Εδώ θα κατέβω». Μια φωνή μέσα μου την οποία ακούω πάντα -ο Σωκράτης το έλεγε δαιμόνιο, σωκρατικό δαιμόνιο, δεν ξέρω πόσο καλά ακούγεται σήμερα αυτό ή δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να το πούμε- μου είπε να κατέβω εκεί. Ήταν χειμώνας, αλλά με ήπιο καιρό. Την πρώτη νύχτα, με περιέθαλψε ένας ψαράς, πολύ ταλαιπωρημένος, του λείπανε πολλά δάχτυλα από τους δυναμίτες, αλλά με πολλή αγάπη για τους νέους, τους λίγους νέους που υπήρχαν στη Σχοινούσα. Αυτό το διαπίστωσα μετά. Και μου είπε: «Έλα να φάμε μαζί και να πιούμε». Και πήγαμε, λοιπόν, 3:00 τη νύχτα στο καφενείο της Ρηνιώς, στη Χώρα της Σχοινούσας και φάγαμε ό,τι προσέφερε, ό,τι υπήρχε εκεί. Κυρίως τηγανητά ψάρια και ήπιαμε πολύ κρασί μέχρι το πρωί. Όχι το πρωί, λάθος, μέχρι τις 5:00 περίπου, σκοτεινιά. Οπότε λέω: «Θα πάω τώρα να στήσω τη σκηνή μου εκεί κοντά». Έκανα μερικά βήματα, βρήκα… Η Χώρα της Σχοινούσας είναι ορεινή, δεν είναι παραθαλάσσια. Υπάρχει το επίνειο και με λίγο περπάτημα, έτσι, ξέρω 'γω, μισής ώρας φτάνεις στη Χώρα. Βρήκα, λοιπόν, ένα χωράφι, λέω: «Εδώ θα βάλω τη σκηνή». Την έβαλα, μετά από καμιά ώρα ακούω ρουθουνίσματα έξω απ' τη σκηνή μου, ήχους. Ανησύχησα σοβαρά και κοιτάζω λίγο, έτσι, ανοίγω ελάχιστα το φερμουάρ που υπήρχε, έκανα, έτσι, ένα μικρό μικρό άνοιγμα, μια χαραμάδα ουσιαστικά, και είδα έναν τεράστιο ταύρο ελεύθερο, όχι πεδικλωμένο, τεράστιο όμως, να κάνει μια έρευνα εκεί γύρω από τη σκηνή. Φαίνεται ότι δεν βρήκε κάτι ενδιαφέρον, κάτι φαγώσιμο ή κάτι άλλο έτσι... ή κάτι που να είναι πολύ ερεθιστικό. Δεν ξέρω αν είναι βάσιμο αυτό που λένε για το κόκκινο χρώμα ότι ερεθίζει τους ταύρους, αλλά η σκηνή μου ήταν πράσινη. Λοιπόν, και άρχισε να απομακρύνεται ο ταύρος. Μόλις έφτασε λίγο πιο πέρα, εγώ ξεμέθυσα πλήρως, γιατί είχα ήδη μεθύσει, και μάζεψα τη σκηνή σε 3 λεπτά, και πολύ λέω. Και πήδησα το τοιχάκι, φαντάσου υπάρχουν εκεί ξερολιθιές, όπως και εδώ. Και έσπευσα να καταφύγω, έτσι, στο ίδιο καφενείο της Ρηνιώς για να συνέλθω, γιατί είχα τρομάξει σοβαρά, έτσι;

Β.Κ.:

Όμως, τη σκηνή δεν τη χρησιμοποίησα πολύ στη Σχοινούσα, γιατί το Ρηνιώ -ήταν μια Αμοργιανή κυρία, που έκανα μάθημα στο μοναχοπαίδι τους, τον Νίκο- ήθελε να με φιλοξενήσει με τον άντρα της στο μικρό ξενοδοχείο που είχαν πάνω απ' τον καφενέ του. Και κυρίως έμενα εκεί. Άλλες φορές πάλι επέλεγα να μείνω στη σκηνή μου, όταν ήθελα να είμαι εντελώς μόνος. Ήταν ένας μήνας συνολικά, όχι πολύ μεγάλο διάστημα. Συνδέθηκα με όλα τα γεροντάκια και τις γριούλες του νησιού, που υπερισχύουν και συντριπτικά βεβαίως, δεν ξέρω σήμερα τι γίνεται. Οι νέοι ήταν τότε εφτά παιδάκια στο δημοτικό σχολείο, που ήθελαν βοήθεια για κάποιον λόγο, δεν θέλω να το αναπτύξω αυτό. Ήθελαν, όμως, επειγόντως βοήθεια στα μαθήματά τους και ανέλαβα να τα βοηθήσω. Αν και πολύ κακός στα μαθηματικά τους έκανα και Αριθμητική. Μαζευόμασταν στα σπίτια, λοιπόν, αργά το βράδυ και τα παιδάκια αυτά έμεναν πολλές φορές ξαγρυπνά και μάθαιναν ανάγνωση τα πιο μικρά. Συλλάβιζαν, οπότε για να περάσουν από τη μία σειρά στην άλλη σταματούσαν στο τέλος της σειράς, εάν τελείωνε η λέξη με φωνήεν, ας πούμε με «ο», έτσι, οπότε άκουγες ένα παρατεταμένο «Οοο» και μετά περνούσαν, κέρδιζαν χρόνο και περνούσαν στην επόμενη σειρά. Ή «Ααα». Και ήταν κάτι πολύ μουσικό αυτό, σαν να άκουγες ένα παραδοσιακό νησιώτικο τραγούδι. Γιατί όλοι αυτοί οι νησιώτες έχουν μια μουσικότητα στον καθημερινό λόγο τους, στη γλώσσα τους. Έχουν και πολλές ιδιωματικές λέξεις, άγνωστες σ' εμένα τότε. Παραδείγματος χάρη, την αγελάδα τη λένε «αελιά» στη Σχοινούσα. Και ακούγονται όπως οι παλιοί Μυκονιάτες, αν έχεις υπόψη σου. Δεν έχω ακούσει πιο μουσική γλώσσα από την ντοπιολαλιά των Μυκονιατών. Και θυμάμαι ακόμη και τώρα -σαν να ήταν χθες δηλαδή- θυμάμαι την κυρα-Μοίρα που είχε παντρευτεί κάποιον δικό μας Τηνιακό, αλίμονο, από τη Μύκονο η κυρα-Μοίρα. Γιαγιά της Μοίρας που έχει παντρευτεί τον Αντώνη και έχουν ένα μαγαζί με κοσμήματα και τέτοια πράγματα στον δρόμο της αγοράς. Η γιαγιά της, λοιπόν, ήταν μια «Μαρία Κάλλας» της γειτονιάς, αλλά χαμηλών τόνων. Δεν έχω ξανακούσει πιο μουσική γλώσσα από τη δική της. Αλλά και άλλους Μυκονιάτες που συνάντησα μετέπειτα, παλιούς Μυκονιάτες, τους χάρηκα στον ίδιο βαθμό σχεδόν για τη γλώσσα τους. Λοιπόν, κάπως έτσι όμως μιλούσαν και στη Σχοινούσα και είδα μετά ότι και στην Ικαρία μιλούσαν. Και μάλιστα, στην Ικαρία, σε μια σχετικώς απομονωμένη περιοχή, έχουν κρατήσει πολλούς τύπους της ιωνικής διαλέκτου. Ας πούμε, το «λύνουν» δεν το λένε «λύνουν», αλλά «λύουσι». Τέτοιους τύπους, έτσι, και αυτό μ' άρεσε πάρα πολύ, με ερέθιζε, με συγκινούσε, Όπως, επίσης, στην Όλυμπο της Καρπάθου άκουσα δωρικά. Μαζί με τη σύζυγό μου, έτσι, είχαμε περάσει κάμποσες μέρες εκεί στην Όλυμπο, σε σκηνή πάντα. Οι παλαιότεροι, ακόμη και οι λυράρηδες…, γιατί έχουν παράδοση, έχουν μια σχολή στην Κάρπαθο που μοιάζει πάρα πολύ στην κρητική, αλλά θυμίζει και Πόντο. Δηλαδή και ποντιακή λύρα και κρητική λύρα. Πιο κοντά είναι στην κρητική παράδοση, μουσική παράδοση. Αλλά είναι κάτι ξεχωριστό νομίζω. Λοιπόν και τους άκουγες να τραγουδάνε σε μια διάλεκτο που έπρεπε να γνωρίζεις κάπως, να έχεις διαβάσει Αλκμάνα, για παράδειγμα, που έγραφε στα δωρικά, ή κάποιους άλλους έτσι ή Πίνδαρο ή κάποιους λυρικούς μας που χρησιμοποιούσαν πολύ δωρικούς τύπους, για να καταλάβεις τι έλεγαν. Λοιπόν, αυτό όμως ήρθε πολύ αργότερα, αυτό που σου λέω έγινε το ‘87 στην Κάρπαθο. Και την επόμενη χρονιά συνάντησα και Ικαριώτες στην περιοχή των Ραχών, είναι..., το κεφαλοχώρι εκεί είναι ο Χριστός. Είχα μια γιαγιά από τον Άγιο Δημήτριο Ραχών και είχα τη χαρά να συναντήσω πολλούς τότε εν ζωή συγγενείς μου, πολύ ηλικιωμένους, οι οποίοι εξέλιπαν λίγο αργότερα. Αλλά τους πρόλαβα, αυτή ήταν πολύ μεγάλη χαρά. Ένας απ' τους θησαυρούς που κουβαλάω στην καρδιά μου και δεν τους αφήνω μέχρι να με εγκαταλείψει η μνήμη μου. Στη Σχοινούσα έκανα πολλά μικρά πράγματα, αλλά που ήταν απολαυστικά, τα οποία θα ήθελα να κάνω και τώρα, αλλά δεν μπορώ. Συμμετείχα σε συλλογικές αγροτικές δραστηριότητες, κάναμε…, τότε, έτσι, φυτεύαμε ντομάτες, ντοματιές. Ήτανε Φλεβάρης και αρχές Μάρτη. Και σκάβαμε…, δεν θυμάμαι αν κλαδέψαμε και αμπέλια. Ήμουν, βεβαίως, μάλλον αδέξιος, αλλά με ήθελαν στην παρέα τους, στη συντροφιά τους, γιατί με είχαν υιοθετήσει κατά κάποιον τρόπο. Κάποτε μου δώσαν μία τσάπα, με την πρώτη τσαπιά έσπασε το στειλιάρι και μου λένε: «Μπράβο, μαστρο-Βαγγέλη, Ηρακλής είσαι». Αυτό, βέβαια, έγινε από ατζαμοσύνη ή και επειδή το στειλιάρι ήταν προβληματικό, έτοιμο να σπάσει. Δεν ξέρω και οι δύο εκδοχές είναι βάσιμες ή ίσως συνδυάζονται. [01:00:00]Με έλεγαν μαστρο-Βαγγέλη, ήμουν είκοσι ενός ετών, είχα μόλις τελειώσει τη στρατιωτική μου θητεία και είχα απολυθεί, όπως σου είπα, από την πρώτη μου δουλειά στην «El Petrol». Βοηθούσα αυτά τα παιδιά, δεν ζήτησα ποτέ χρήματα, αλλά ίσως ήταν προτιμότερο γι' αυτούς να ζητώ χρήματα, να αμείβομαι με ένα μικρό ποσό, παρά να με ταΐζουν. Διότι είχαν αναλάβει τη συντήρηση μου, τη διατροφή μου. Έτρωγα, λοιπόν, κάτι μεγάλα ψάρια, έτρωγα διάφορα πράγματα. Και είχαν τρομάξει οι άνθρωποι, ναι, γιατί ήμουν ένα φαινόμενο της φύσης, έτρωγα και έπινα τεράστιες ποσότητες. Η καημένη η μητέρα μου έλεγε: «Βαγγέλη, παιδί μου, και αύριο μέρα του Θεού είναι. Θα είσαι και αύριο εδώ μαζί μας, θα φας και αύριο», έτσι; Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα, συνέχιζα, έτρωγα σαν γλάρος, όπως και ο πατέρας μου, είχα μπλέξει τα γονίδια και πολύ καλό μεταβολισμό μέχρι τα 40 περίπου. Όμως, ένιωθα ότι ήμουνα άτρωτος και αυτό το πλήρωσα πάρα πολύ ακριβά, γιατί εθίστηκα νωρίς στο αλκοόλ, είχα πάθει πολύ σοβαρή εξάρτηση. Στα 23 δηλαδή ήμουν άρρωστος ήδη, είχα αρχίσει να πίνω απ' τα 16. Και ήμουν barfly, έτσι, στα νιάτα μου -αυτό πώς θα το πούμε τώρα;- μπαρόβιος. Μπαρόβιος, έτσι; Νομίζω αυτό ακούγεται σήμερα. Υπάρχει κάποιος άλλος νεολογισμός που δεν έχω υπόψιν μου; Πώς αλλιώς λέτε έναν τύπο που ξημεροβραδιάζεται σ' ένα μπαρ ακούγοντας ροκ μουσική και τέτοια πράγματα;

Μ.Α.:

Δεν ακούμε ροκ μουσική σήμερα, κύριε Βαγγέλη. Δυστυχώς.

Β.Κ.:

Τι ακούμε; Ακούμε κάτι άλλο.

Μ.Α.:

Ακούμε άλλα.

Β.Κ.:

Ραπ και τέτοια.

Μ.Α.:

Μπαρόβιος.

Β.Κ.:

Είμαι εκτός, ναι. Και τότε εκεί στη Σχοινούσα, λοιπόν, το παράκανα. Ίσως τους έφερνα και σε δύσκολη θέση, γιατί έφευγαν τα αποθέματά τους εν ριπή οφθαλμού και οι άνθρωποι δεν είχαν επάρκεια αγαθών. Είχαν μικρές, έτσι, αποθήκες με λίγα πραγματάκια, αλλά ήθελαν να μου δώσουν χαρά. Οπότε δεν τους στεναχωρούσε, αυτό θέλω να πιστεύω. Πάνω στον μήνα, με ειδοποίησε στο τηλεφωνείο του χωριού, διότι υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο σε όλη τη Χώρα της Σχοινούσας, η μητέρα μου ότι έχει βγει μια απόφαση από το Υπουργείο Συντονισμού -δεν θυμάμαι, ο Υπουργός Συντονισμού τότε ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο παλιός Μητσοτάκης- ότι γίνονται ξανά προσλήψεις. Είχαν παγώσει οι προσλήψεις για ένα διάστημα τότε, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, αλλά έγινε κάποιο άνοιγμα εκείνο τον καιρό, ήταν Μάρτης και είχε, λοιπόν, ενεργοποιηθεί εκ νέου αυτή η ευεργετική διάταξη, ο αναγκαστικός νόμος που προανέφερα, και είχα τοποθετηθεί στον ΟΤΕ. Λοιπόν, και είχα προθεσμία μέχρι τις 20 Απριλίου να παρουσιαστώ και να υπογράψω ένα έγγραφο ότι δέχομαι την πρόσληψή μου με αυτούς τους όρους κλπ. Οπότε έφυγα χωρίς να το θέλω από τη Σχοινούσα. Η θέλησή μου ήταν να μείνω τουλάχιστον ένα οκτάμηνο περίπου, ίσως και έναν ολόκληρο χρόνο, γιατί είχα ξαναβρεί τον εαυτό μου εκεί πέρα. Είχα χαλαρώσει, είχα ένα πρόβλημα με το στομάχι μου, το οποίο θεραπεύτηκε εκεί με ανορθόδοξες μεθόδους, πρακτικές. Μου έλεγαν: «Κοίταξε να δεις, και εμείς έχουμε κάπου κάπου πρόβλημα με το στομάχι, αλλά έχουμε και την απάντηση, τη λύση. Θα καθίσεις, λοιπόν, εδώ, θα μαγειρέψουμε χταπόδι και θα πιούμε κρασί». Λέω: «Μα καλά, εντάξει, δεν είναι βαρύ φαγητό το χταπόδι;». «Όχι», μου λέει ο δάσκαλός μου, ο μέντοράς μου τότε εκεί. «Θα φας χταπόδι, όχι πολύ, αλλά κυρίως τον ζελέ του χταποδιού. Μ' αυτόν θα επουλωθεί το έλκος που έχεις, την πληγή που έχεις στο στομάχι». Γιατί έφυγα διαλυμένος από την Αθήνα, με το στομάχι μου σε άθλια κατάσταση. Έφταιγαν κυρίως τα ποτά που κατανάλωνα σε μεγάλες ποσότητες, ξεκινώντας συνήθως με ρετσίνα ή με μπύρα και τελειώνοντας με τζιν φις και τέτοια πράγματα. Και ανακατεύοντας πολλά και διάφορα, από μπαρ σε μπαρ, από ταβέρνα σε σπίτι, καμιά φορά. Και δοκιμάσαμε, λοιπόν, αυτήν τη συνταγή και σε δέκα μέρες δεν είχα κανένα απολύτως..., καμία ενόχληση στο στομάχι. Θεωρώ ότι ο ζελές του χταποδιού συνοδευόμενος με άφθονο κρασί βοήθησαν πιο πολύ στο να χαλαρώσω ή λειτούργησαν σαν πλασίμπο, έτσι. Ναι, αλλά πιο πολύ βοήθησε η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και η διάθεση αυτών των ανθρώπων. Χαλάρωσα τόσο πολύ που έγινα περδίκι, πετούσα πια, έγινα ξανά άτρωτος. Και μετά είχα αυτήν τη σφαλερή ιδέα για καμιά δεκαριά χρόνια και αυτό με οδήγησε σε άλλα άσχημα πράγματα. Στο φινάλε έχασα το ένα μου μάτι από προχωρημένο γλαύκωμα, γιατί είχα αυξημένη πίεση των ματιών. Ήταν, μετρήθηκε κάποια στιγμή στους 28 βαθμούς, η οποία προκάλεσε εν τέλει την απώλεια της κεντρικής όρασης στο ένα μάτι. Δόξα τω Θεώ, διατηρείται στο άλλο και μπορώ και διαβάζω, μπορώ και βλέπω τις αποχρώσεις του μπλε στη θάλασσα, μπορώ και αναγνωρίζω ανθρώπους. Μια άλλη, επίσης, διάσταση περιπέτειας που είχα σ' αυτό το νησί είναι ότι ένιωσα τον οργασμό της φύσης με τον τρόπο του Παπαδιαμάντη. Επίσης, μυήθηκα στο πολύ μεγάλο, στο βαθύ μυστήριο της έλικας. Της σπείρας. Έχεις προσέξει στα πρωτοκυκλαδικά τηγανόσχημα σκεύη, τις σπείρες, που συνήθως λένε ότι παριστάνουν τα κύματα της θάλασσας και στο κέντρο βλέπεις ένα κωπήλατο σκάφος. Βλέπεις κι άλλα πράγματα, γιατί υπάρχει ένας πλούτος συμβόλων σε αυτά τα σκεύη στην κατάκοσμη επιφάνειά τους, η άλλη δεν έχει σχήματα, κοσμήματα και τέτοια πράγματα. Είδα, λοιπόν αυτό, έτσι, από το υψηλότερο σημείο του νησιού, όπου υπήρχε κάποτε ένα μικρό κάστρο, τα γύρω νησιά. Και λέω: «Τι είναι αυτό εδώ; Εδώ έχουμε μια έλικα». Έτσι, γύρω γύρω έβλεπες το Κάτω Κουφονήσι, το Πάνω, την Κέρο, Αντίκερο, πίσω την Αμοργό, από δω μεριά την Ηρακλειά, πιο πίσω την Ίο, από πάνω τη Νάξο. Τη Δονούσα δεν μπορούσες να τη δεις από κείνο το σημείο. Η Δονούσα είναι κρυμμένη πίσω από τη Νάξο, έτσι, και πρέπει να βγεις στο πέλαγος για να την αντικρίσεις. Οπότε λέω: «Τι γίνεται εδώ πέρα; Να, εδώ είναι η Ατλαντίς», τέτοια πράγματα, ναι. «Εδώ είμαι στο κέντρο της Ατλαντίδος αυτήν τη στιγμή».

Μ.Α.:

Μου είπατε πρωτύτερα για έναν δάσκαλο, δάσκαλό σας, εκεί με το χταπόδι.

Β.Κ.:

Αυτός ο…, ήταν ο ίδιος, ήταν ο μαστρο-Μήτσος, που με περιμάζεψε από το καράβι, έδωσε εντολή να βάλουν τον σάκο μου στην καρότσα ενός τρακτέρ, γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκεί και μαζί με τους άλλους ανεβήκαμε. Πράγματα και άνθρωποι στην καρότσα, στριμωχτήκαμε και φτάσαμε με πολύ ταρακούνημα στη χώρα της Σχοινούσας. Αυτός, λοιπόν, ήταν ένας δάσκαλος. Ο γιος του είναι γνωστός μουσικός, βιολιστής και έχει φτιάξει και κάποιους δίσκους με παραδοσιακή μουσική. Είναι εγκατεστημένος στη Χίο, λέγεται -αν δεν κάνω λάθος- Γιάννης Αποστολίδης. Γνώρισα και άλλους δασκάλους, όμως, στο νησί αυτό. Γνώρισα και έναν γραμματικό της κοινότητας, ο οποίος ήθελε να με παντρέψει με μια κοπελίτσα και του λέω: «Εγώ δεν θέλω να παντρευτώ, για στάσου περίμενε». Μου λέει: «Όχι, θα σε παντρέψουμε και θα σε κάνουμε και παπά, γιατί είσαι καλό παιδί και σοβαρό και σου αρέσει ο εκκλησιασμός». Κατάλαβε ότι είμαι θρήσκος. Είμαι θρήσκος πράγματι, όχι ζηλωτής. Λέω: «Μα τι είναι αυτά που λες τώρα;». «Όχι -μου λέει- και θα σου δώσουμε και μια πολύ ωραία παπαδιά». Του λέω: «Άσ' το, σε παρακαλώ». Έμεινα στο «Άσ' το». Έλα όμως που μετά από δύο μέρες, ήμουνα εκείνη τη νύχτα, είχα μείνει στο ξενοδοχειάκι, ακούω «Τουκ, τουκ» την πόρτα του δωματίου μου, ανοίγω και βλέπω μια, πράγματι, πολύ όμορφη κοπελίτσα κλαμένη. Και μου λέει: «Μαστρο-Βαγγέλη, εγώ δεν θα σε παντρευτώ ποτέ εσένα, να ξέρεις. Εγώ αγαπώ τον Άγγελο». Της είχε πει ο γραμματικός, ο γραμματεύς της κοινότητος, ότι «Ξέρεις, έχουμε αυτήν την πολύ ελκυστική προοπτική για σένα, να γίνεις η παπαδιά, η πρεσβυτέρα αυτού του καλού παιδιού και επιτέλους να έχουμε έναν εφημέριο στη Σχοινούσα, στην Παναγία την Ακαθή». Το Ακαθή βγαίνει από το Ακάθιστος Ύμνος και πολλά κοριτσάκια του χωριού, και γυναίκες τώρα, ονομάζονται Ακαθή. Της λέω: «Παιδί μου, μην ανησυχείς. Ούτε εγώ θέλω να παντρευτώ. Δεν ξέρω, κάτι σου είπε ο κύριος τάδε;». «Ναι -μου λέει- και θέλει να γίνει αυτό». «Όχι, μην ανησυχείς. Εσύ αφού αγαπάς τον Άγγελο, θα παντρευτείς τον Άγγελο. Έχω, μάλιστα, και καλό προαίσθημα». Πράγματι, μετά από πολύ λίγα χρόνια παντρεύτηκαν αυτά τα δύο παιδιά και ελπίζω να είναι εγκατεστημένοι στην Σχοινούσα. Ο Άγγελος ήταν από τη Μεσαριά, το άλλο πολύ μικρό χωριό της Σχοινούσας. Και, τέλος πάντων, δεν έγινα ιερέας. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν και άξιος. Και τώρα με πιάνουν κάποιοι με αυτήν την εμφάνισή τη σημερινή που έχω και μου λένε: «Είσαι έτοιμος. Πότε με το καλό;». Τους λέω: «Δεν είμαι άξιος, παιδιά. Ξεχάστε [01:10:00]το». Και νομίζω και η Μισέλ δεν έχει τη διάθεση να γίνει πρεσβυτέρα. Στη Σχοινούσα συνάντησα πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους, πολλούς. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Νικόλας ο Ξάνθος. Ο Νικόλας ο Ξάνθος, λοιπόν, ήταν 83 χρονών τότε. Μικρός το δέμας, έτσι αλλά πολύ εύρωστος. Εύρωστος, έτσι, έβλεπες τους ώμους του και έλεγες: «Πω, πω, πω! Αυτός είναι ταύρος», αν και ήταν κοντούλης. Ήταν πολύ ταχύς, ευέλικτος, τον είχα δει να κυνηγάει ένα ελεύθερο κατσικάκι σε ένα μεγάλο χωράφι και να το προλαβαίνει σε μια γωνιά και να το πιάνει. Πολύ δυνατός. Κάποια στιγμή μου λέει: «Μπορείς να σηκώσεις αυτόν τον κουβά με το νερό;». Ήταν ένας ασήκωτος κουβάς απ' το πηγάδι εκεί, προσπαθούσα με τα δύο χέρια και δεν μπορούσα. Οπότε τον βλέπω να πιάνει τον κουβά με το ένα χέρι και να κάνει ένα «τσακ» και να τον ανεβάζει επάνω στο χείλος του πηγαδιού. Τον είχα δει να πηδάει ένα πεζούλι που εγώ έπρεπε να σκαρφαλώσω για να το περάσω. Αυτός, λοιπόν, έβαλε το αριστερό του χέρι, στηρίχθηκε και έκανε ένα άλμα και πέρασε στο χωράφι που υπήρχε από πίσω, σχεδόν χωρίς προσπάθεια. Το έκανε μ' έναν πάρα πολύ φυσικό τρόπο. Ήταν και ολίγον αθυρόστομος. Είχα γνωρίσει τον κουρέα, ο οποίος έπινε καθ’ υπερβολήν, δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος μετά και έπρεπε να τον μεταφέρω στον ώμο μου -και ήταν και βαρύς, μεγαλόσωμος- από τη χώρα της Σχοινούσας στη Μεσαριά, δηλαδή περίπου ενάμισι χιλιόμετρο απόσταση. Νύχτα, αργά τη νύχτα, μετά από γερό πιόμα, όπου έφευγαν οι υπόλοιποι της παρέας και μέναμε εμείς που ήμασταν οι πιο ανθεκτικοί. Είχα πολύ μεγάλη αντοχή στο ποτό γενικά. Και μετά πού να τον μεταφέρεις; Μια φορά μου είχε πέσει και κάτω, μάλιστα. Ήταν ο άνθρωπος με τα πιο όμορφα γαλάζια μάτια που έχω δει σε άντρα και είχε και κυματιστά μαλλιά. Έτσι, φαντάσου τώρα ογδοντάρη, ίσως και πάνω από 80. Πολύ όμορφο άντρα έτσι, που είχε και αυτός χάσει τη γυναίκα του. Γι' αυτόν έχω γράψει, του έχω αφιερώσει ένα μικρό ποίημα.

Β.Κ.:

Λοιπόν, εκεί γνώρισα και τον παπά που μας πάντρεψε, μετά από 3 χρόνια στη Σχοινούσα. Τον παπα-Μιχάλη τον Κωβαίο. Αυτός ήταν Αμοργιανός, από τα Κατάπολα, αλλά ήταν εφημέριος στον Άγιο Γεώργιο Ηρακλειάς και εξυπηρετούσε και τα άλλα νησάκια, τη Σχοινούσα και το Κάτω Κουφονήσι που δεν είχαν εφημέριο. Είχε έρθει, λοιπόν, εκείνον τον Φλεβάρη να κάνει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Είχε πεθάνει μια γριούλα, πλήρης ημερών. Ήταν η δεύτερη νύχτα που ήμουν στη Σχοινούσα, που δεν γνώριζα σχεδόν κανέναν, μόνο τον Μήτσο και το Ρηνιώ. Μπορεί να σε ξενίζει το ουδέτερο γένος που χρησιμοποιώ, αλλά έτσι λέγαν, δεν λέγαν τη Ρηνιώ, λέγαν το Ρηνιώ. Και με πλησίασε, λοιπόν, ο παπα-Μιχάλης, μου λέει: «Παιδί μου, φαίνεσαι γραμματιζούμενος άνθρωπος, θα μπορούσες να με βοηθήσεις να γράψουμε έναν λόγο που θα ήθελα πολύ να διαβάσω την άλλη μέρα;». Του λέω: «Έναν λόγο; Επικήδειο;». «Σωστά κατάλαβες», μου λέει. Του λέω: «Για τη γριούλα που εκοιμήθη χθες;». «Όχι -μου λέει-, αλλά για ένα παλικάρι, ήτανε πενηντάρης, πιθανόν ούτε 50 ετών. Ένας Βενετσάνος που τον σκότωσε η προπέλα του καϊκιού του στο Πάνω Κουφονήσι και θα είναι πάνδημη η κηδεία του εκεί και θα ήθελα να εκφωνήσω έναν λόγο, να πω για τις αρετές του, να πω κάποια πράγματα, τέλος πάντων, και να μη μιλήσω έτσι όπως μιλώ συνήθως στη συντροφιά, στο καφενείο κλπ. Να πω κάτι πιο επίσημο, κάτι πιο, έτσι, δουλεμένο, ας πούμε». Του λέω: «Ναι, αλλά πώς να γράψουμε έναν επικήδειο για κάποιον που δεν γνωρίζω;». Μου λέει: «Πιάσε εσύ χαρτί και μολύβι, θα σου λέω εγώ για το παλικάρι αυτό και όλα θα πάνε καλά». Και κάθομαι, λοιπόν, και γράφω έναν επικήδειο που τολμώ να πω ότι ήταν συνταρακτικός, δεν έχω κρατήσει αντίγραφό του, όμως. Και γι' αυτό το θέμα έγραψα ένα ποίημα που περιλαμβάνεται στη δεύτερη συλλογή με τίτλο: «Αϊδωνέως 68». Και πήγε πράγματι την επόμενη, μετά τη γριούλα, πήρε ένα καΐκι και πήγε στο Πάνω Κουφονήσι. Μεγάλη οικογένεια, ναυτική οικογένεια των Βενετσάνων. Το Πάνω Κουφονήσι έχει ίσως τον δεύτερο ή τον τρίτο αλιευτικό στόλο στο Αιγαίο μετά τη Νέα Μηχανιώνα και τους Φούρνους, τότε τουλάχιστον, σήμερα δεν ξέρω τι ακριβώς γίνεται, μπορεί να το έχουν ρίξει στον τουρισμό κυρίως. Και έγινε η εξόδιος ακολουθία, αλλά ως ένα σημείο, δεν την ολοκλήρωσε. Πήγε να πει τον λόγο του, να εκφωνήσει. Και εκεί έπεσε ξερός ο παπα-Μιχάλης. Ίσως γιατί είχε φάει κάτι που δεν έπρεπε αποβραδίς, ίσως από τη δυνατή συγκίνηση, αλλά έπεσε έτσι αναίσθητος. Τον διακόμισαν στο νοσοκομείο των παπάδων, όπως το λέμε, στους Αγίους Αναργύρους, στα Άνω Πατήσια της Αθήνας. Και έμεινε εκεί σχεδόν έξι μήνες, αλλά δόξα τω Θεώ συνήλθε, επέστρεψε στην ενορία του ακμαιότατος σωματικά και πνευματικά και τη δευτέρα Ιουλίου του ’84 μάς πάντρεψε στον Αϊ-Γιώργη, ο οποίος... Αν μου δώσεις λίγο εκείνο το πορτοφολάκι που βλέπεις επάνω, τη θήκη. Μια θήκη που λέει «Άδεια Οδήγησης». Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Για να ακριβολογώ, δηλώνω την ευγνωμοσύνη μου, όχι για την κίνηση αυτή μόνο, αλλά και για την υπομονή σου, την αντοχή σου, την διάθεσή σου να ακούσεις κάποια πράγματα.

Μ.Α.:

Μ’ αρέσει.

Β.Κ.:

Αυτό εδώ, λοιπόν, είναι από τον παπα-Γιώργη, από τον παπα-Μιχάλη, ήθελα να πω, τον Κωβαίο, που γράφει αυτά που βλέπεις. Η ουσία του μηνύματός του είναι: «Κύριε Ευάγγελε, προσπάθησε να περιορίσεις το πιοτό, γιατί δεν θα σου βγει σε καλό». Αυτό πριν μας παντρέψει. Ήταν νομίζω για την Πρωτοχρονιά: «Ευτυχισμένο το 1983», για την Πρωτοχρονιά του ‘83, λοιπόν, μου έστειλε μία καρτούλα με κάτι. Αυτό ήταν απλώς μία καρτούλα, υπήρχε και κάποιο δωράκι, αν θυμάμαι καλά. Γλυκύτατος άνθρωπος. Είχα πάντοτε την εντύπωση ότι ήταν ένας αρχαίος Έλληνας αυτός. Καμία σχέση με το Βυζάντιο. Η [Δ.Α.] του, η εμφάνισή του με προδιέθετε έτσι. Αλλά έφυγε και αυτός και μου λείπει. Αλλά πολλές φορές τον σκέφτομαι και τώρα τελευταία σκέφτομαι πόσο σωστό ήταν αυτό που είπε για το πιοτό: «Να το περιορίσεις». Αλλιώς θα ήμουν οξυδερκέστατος αυτήν τη στιγμή, διότι θα είχαμε προλάβει την επιδείνωση. Ξέρεος, το γλαύκωμα, απ' το οποίο πάσχω, είναι κληρονομική ασθένεια, θα εκδηλωνόταν αργά ή γρήγορα, αλλά όχι τόσο έντονα. Και επίσης, είναι ένα πολυπαραγοντικό νόσημα, δηλαδή ό,τι ανεβάζει τη χοληστερίνη, το ουρικό οξύ, το ζάχαρο, έχει επίπτωση και σ' αυτό. Γι' αυτό προσέχω τη διατροφή και κάνω μια ήπια άσκηση, περπάτημα, κολύμπι, όχι πιο βαριά πράγματα, και απέχω απ' το αλκοόλ. Εδώ και τριάμισι χρόνια ούτε σταγόνα. Αυτό είναι ένα επίτευγμα, πολλοί με θαυμάζουν. «Πώς το πέτυχες;». Τους λέω: «Όχι από αρετή, όχι από αρετή, αλλά από φόβο, γιατί θα έχανα και το άλλο μάτι». Και αυτός που μου έκοψε το αλκοόλ δεν ήταν ούτε στομαχολόγος ούτε ηπατολόγος, ήταν ο οφθαλμίατρος. Μου είπε «Βαγγέλη -φίλος- αν συνεχίσεις τα ουζάκια και τα μεζεδάκια σου, σε 3 μήνες θα έχεις χάσει και το άλλο μάτι». Τι κάνεις σε αυτήν τη περίπτωση; Σταματάς να πίνεις. Μόνο έτσι μπορούσα, γιατί είχα και άλλες φορές προσπαθήσει να σταματήσω το αλκοόλ, ανεπιτυχώς. Στη Σχοινούσα πήγαμε άλλες δύο φορές μετά το ‘81 και με τη μητέρα μου, αλλά μία φορά οι δυο μας, αλλά και με τη Μισέλ, τη σύζυγό μου, όπου ξαναείδα τους παλιούς φίλους, τους ηλικιωμένους. Έχω, όμως, να επισκεφτώ αυτό το νησί από το ‘86. Είναι πάρα πολύς καιρός, έτσι, απορώ πώς αντέχω. Είναι ζήτημα αντοχής πλέον για μένα. Είχαμε στοιχηματίσει με τη Μισέλ ότι θα πηγαίναμε πέρυσι, δεν τα καταφέραμε. Είπαμε γι' αυτό το καλοκαίρι, το περασμένο. Επίσης, πάλι δεν πήγαμε. Αλλά πήγαμε Ικαρία τουλάχιστον, που ήτανε πολύ σπουδαίο.  Δεν θα σταματήσω ποτέ, έτσι, να επιστρέφω στη Σχοινούσα και σ' εκείνη την περίοδο, γιατί πάντοτε αντλώ δυνάμεις. Όπως ο μυθικός Ανταίος, έτσι, αντλούσε ενέργεια από τη μητέρα του τη Γη, κάπως έτσι γίνεται και κάπως έτσι καταλαβαίνω γενικότερα και τους μύθους. Βρίσκοντας αναλογίες με τα δικά μου βιώματα ή άλλων ανθρώπων, έτσι, φίλων, γονιών που έτυχε να υποπέσουν στην αντίληψή μου ή να μου τα μεταδώσουν με τον δικό τους τρόπο. Σου είπα ότι ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ καλός αφηγητής και ό,τι έλεγε το ζούσες. Δεν υπήρχε περίπτωση να χάσεις μία λέξη ή να μη νιώσεις ανατριχίλα για κάτι που τον φόβιζε τότε, ένιωθες δέος τώρα, που σου το περνούσε σαν ιστορία πλέον, σαν Istorima, για να έρθουμε κοντά και στα δικά σας, να το πούμε έτσι, προσφυώς. [01:20:00]Λοιπόν, αλλά φοβάμαι ότι όταν θα επιστρέψουμε κάποια στιγμή, αν συμβεί αυτό, στη Σχοινούσα, θα δούμε ένα άλλο νησί, γιατί έχει κακοποιηθεί -θα έλεγα, πήγα να πω "αξιοποιηθεί", έτσι να βάλω και εισαγωγικά-, αλλά πιο σωστά θα είναι να πούμε κακοποιηθεί από τους τουριστικούς επιχειρηματίες, έχουν φτιάξει μια τεράστια μονάδα σε μια μικρή χερσόνησο του νησιού. Αυτό το νησάκι είναι περίπου σαν χταπόδι, όπως είναι η Μύκονος, με παραλίες γύρω γύρω. Πήραν αυτό το μεγάλο, το μακρύ ακρωτήρι, που είναι ίσως και το πιο όμορφο στο νησί, και το έκλεισαν. Και τώρα είναι ένα ξενοδοχείο για λίγους, γιατί φαντάζομαι δεν έχουμε όλοι την οικονομική δυνατότητα να περάσουμε έστω και λίγες μέρες εκεί. Αυτά είχαν συμβεί τη δεκαετία του ‘90, αν δεν απατώμαι. Επανέρχομαι συχνά σε αυτό το κομμάτι της ζωής μου, όπου ήμουν ένας άτιμος ιππότης, χωρίς έναν σοβαρό κώδικα τιμής, δηλαδή, έτσι. Είχα κάποιες στοιχειώδεις αρχές βεβαίως, αλλά γενικώς ήμουν πολύ σκόρπιος, έτσι, και ανεξέλεγκτος. Δηλαδή οι άνθρωποι δεν ήξεραν πού το πάω, όταν ξεκινούσα μια κουβέντα, και πού θέλω να καταλήξω, δηλαδή, αλλά και με ποια διάθεση, επίσης. Τώρα νομίζω όλα έχουν απλοποιηθεί, έχω ηρεμήσει όσο μπορεί να ηρεμήσει κάποιος με τέτοιο ψυχολογικό υπόβαθρο και ιστορικό. Μ' αρέσει να εκπλήσσω τους ανθρώπους, αλλά όχι με επιθετική συμπεριφορά ή με εντελώς ανορθόδοξες κινήσεις, να τους εκπλήσσω ευχάριστα, με την έκδοση ενός βιβλίου, με τέτοια πράγματα. Έχω πολλά να πω για τη Σχοινούσα, μερικά απλώς δεν λέγονται. Είναι έξω από το περιθώριο κατανόησης που μπορεί να έχεις για κάποιες συμπεριφορές… Πάντως, εκείνοι οι νησιώτες με θεωρούσαν καλό παιδί, σε σημείο που ήθελαν να με κάνουν παπά και να με κρατήσουν στο νησί τους. Εκεί, λοιπόν, θεραπεύτηκα από κάποιους διχασμούς που κουβαλούσα από παιδί, από την κατάθλιψη που ξεκίνησε τότε απ' την εφηβεία μου. Και η οποία, βεβαίως, μετά έκανε υποτροπές και σε μεγαλύτερη ηλικία έγινε πολύ σοβαρό πρόβλημα. Και χρειάστηκε να καταναλώσω έτσι -τι να σου πω;- μια φαρμακαποθήκη με ψυχοφάρμακα, χωρίς όμως να κάνω συνεδρίες, για να ξαναγυρίσω, να ξανάρθω, έτσι, στα ίσα μου που λέμε. Πέρασα, λοιπόν, απ' αυτό, κάπου στο μικρό βιογραφικό σημείωμα που έχω μες στο τελευταίο βιβλίο, με τίτλο «Impatient Verse», λέω ότι: «Ναι, ξεπέρασα αυτές τις συμπληγάδες της κατάθλιψης και του αλκοολισμού, αλλά με μια πλώρη σπασμένη, ρημαγμένη. Ρημαγμένη πλώρη… A broken prow, prow είναι η πλώρη.

Μ.Α.:

Θα μου πείτε, έτσι, πώς σας φάνηκε, αρχικά, που τα ξαναθυμηθήκατε;

Β.Κ.:

Κοίταξε, επιστρέφω πολύ συχνά σε πράγματα που με σημάδεψαν σαν άνθρωπο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όχι μόνο σε τραυματικές εμπειρίες, αλλά και σε ευχάριστες, που υπήρξαν, όμως, πολύ γόνιμες και μπόρεσε να παραχθεί αυτό το μικρό έργο μέσα από μια μακρά μακρά διεργασία, την οποία δεν έχω καταλάβει. Δεν έχω κατανοήσει τον μηχανισμό και το πώς και το γιατί και το τι και ένα σωρό, έτσι, πράγματα που έχουν να κάνουν με την ποιητική, με την τέχνη του να γράφεις ποιήματα. Αυτά, λοιπόν, δεν τα έχω κατανοήσει σε βάθος, τα ψάχνω όμως. Είδα ότι τα, ας πούμε, καλύτερα ποιήματα που έγραψα, με πήγαιναν όπου αυτά ήθελαν και όχι όπου εγώ ήθελα. Και μάλιστα, αυτό φαίνεται ανάγλυφα στο πρώτο ποιηματάκι της αγγλικής μετάφρασης, «Πώς γράφεται ένα ποίημα», είναι ο τίτλος στα ελληνικά. Λοιπόν, δεν εγκαταλείπω ποτέ την ακρόαση των ποιημάτων, της φωνής των ποιητών μας. Αυτό είναι ουσιαστικά. Οπότε αυτό συμβαίνει κάθε λίγο και λιγάκι. Αλλά το ότι μίλησα σε κάποιον άλλον γι' αυτό το κομμάτι, που δεν έχει ξανασυμβεί, ήταν και θεραπευτικό για μένα. Γιατί ξεμπλοκάρει καμιά φορά τον γόρδιο δεσμό που συναντάμε πολλές φορές και σε πολλές στροφές του δρόμου μας και έχει να κάνει με περιπλοκές που κουβαλάμε από παιδί και εκκρεμότητες συναισθηματικές και τραυματικά πράγματα, αλλά έχει και να κάνει με πράγματα που απλώς δεν κατανοήσαμε, που κατά κάποιον τρόπο υπερβαίνουν τη δυνατότητα κατανόησης που έχουμε, την αντιληπτική μας ικανότητα. Αλλά με την καθοδήγηση κάποιων, μπορείς κάποια στιγμή να έχεις πρόσβαση και σ' αυτά. Υπάρχει ένας χώρος που είναι άβατο πάντα για κάθε άνθρωπο. Προσπαθεί μόνος του, έτσι, κουβαλά μερικές φορές τον απαραίτητο εξοπλισμό, αλλά ποτέ δεν αρκεί. Χρειάζεται ένας ιεροφάντης για να σου δείξει το μυστήριο. Ευτύχησα να έχω, εκτός απ' τους φιλολόγους μου, και άλλους, έτσι, καλούς φίλους. Τον Χρήστο Μαυρουδή, τον αείμνηστο δάσκαλο, πατέρα του Κώστα Μαυρουδή που εκδίδει «Το Δέντρο», μαζί με τον Τάσο Γουδέλη, και είναι το ανθεκτικότερο περιοδικό για τη λογοτεχνία στη χώρα μας, αφότου σταμάτησε να εκδίδεται «Η Λέξη» που ήταν και αυτό πολύ καλό περιοδικό. Αυτός, λοιπόν, που σου λέω ήταν ο πατέρας του, Χρήστος Μαυρουδής, από τη Σάμο, δάσκαλος εδώ στην Τήνο, παντρεμένος με Τηνιακιά. Ήταν δάσκαλός μου, όχι στο δημοτικό σχολείο, αλλά στα χρόνια της εφηβείας. Μέγας αρχαιογνώστης και με σπινθηροβόλο πνεύμα και χιούμορ, θα έλεγα, καυστικό. Είρων μερικές φορές, αλλά μας ξυπνούσε η ειρωνεία του. Μας έλεγε: «Ωπ, για στάσου. Εδώ σφάλλεις, εδώ πρέπει να κάνεις μια διαφορετική διατύπωση, γιατί ήταν πολύ άκομψο αυτό που είπες. Δεν έχει σχέση με το ελληνικό μετρό. Είναι βαρβαρισμός, ξέρω 'γώ, είναι κάτι άλλο». Επίσης, δάσκαλός μου σε ορισμένα θέματα που έχουν να κάνουν με την ποιητική τέχνη, είναι -δεν λέω υπήρξε, διότι είναι κοντά μου πάντα- ο Αλέκος Φλωράκης. Και δασκάλα μου είσαι κι εσύ τώρα, που μπορείς και με ακούς και μαθαίνω πολλά από τις εκφράσεις του προσώπου σου.

Μ.Α.:

Μάλιστα.

Β.Κ.:

Είναι σημαντικό να έχεις έναν άνθρωπο απέναντί σου που να έχει και τα απαραίτητα πνευματικά εφόδια, να έχει και τη διάθεση να σε ακούσει ή και να αναμετρηθεί σκακιστικά μαζί σου ενίοτε. Γιατί ξέρεις δεν γίνεται να βαδίζεις σ' αυτά τα μονοπάτια, σ' αυτές τις ατραπούς ολομόναχος. Στη σύζυγό μου μιλώ τώρα τελευταία για τέτοια θέματα και τα αναπτύσσουμε. Αυτό που με δυσκολεύει λίγο είναι η αγγλική γλώσσα, αλλά ευτυχώς έχει επάρκεια στη δική μας γλώσσα, είναι 37 χρόνια που ζει στην Ελλάδα. Και την έχουν βοηθήσει και οι σπουδές Φιλολογίας και Μετάφρασης που έχει κάνει, αλλά ποτέ δεν έχουμε καθίσει να συζητήσουμε με τον τρόπο που το κάναμε τώρα. Όχι σ' αυτόν τον βαθμό και όχι μ' αυτόν τον τρόπο ακριβώς. Οπότε, λοιπόν, σε ευχαριστώ γι' αυτήν την πολύτιμη συμβολή σου στην πνευματική μου ανέλιξη.

Μ.Α.:

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ που με δεχτήκατε.

Β.Κ.:

Κατανοείς κάποια πράγματα και ανεβαίνεις ένα σκαλοπάτι, ίσως. Αυτό το κρυφό σκαλοπάτι για μένα είναι μια επιδίωξη που τείνω να την κατακτήσω. Μετά απ' αυτό, βεβαίως, υπάρχουν άλλα. Ποτέ δεν σταματάει η άνοδος ή η κάθοδος. Αν κάπου σταματήσεις, έχεις πεθάνει πνευματικά. Και συμφωνεί και η γάτα μας, η Γιασμίν.

Μ.Α.:

Ωραία.

Β.Κ.:

Η οποία χθες μετά από δύο χρόνια σκαρφάλωσε σε μία καρέκλα.

Μ.Α.:

Χάρηκα πολύ και σας ευχαριστώ-

Β.Κ.:

Κλείνουμε μ' ένα νιαούρισμα της-

Μ.Α.:

Γάτας-

Β.Κ.:

Γιασμίν, που σημαίνει, ναι, θερμές ευχαριστίες.