© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Ένας Παξινός ελαιοπαραγωγός μιλά για την προσωπική του ιστορία και την ιστορία της ελιάς στους Παξούς
Istorima Code
13993
Story URL
Speaker
Νίκος Μητσιάλης (Ν.Μ.)
Interview Date
20/12/2022
Researcher
Νικολαΐς Μπιμπλή (Ν.Μ.)
[00:00:00]Ονομάζομαι Νικολαΐς Μπιμπλή. Είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Είναι 21 Δεκεμβρίου του 2022 και βρίσκομαι με τον Νίκο Μητσιάλη στο σπίτι του-
Χαρής.
-στους Παξούς.
Νίκος Μητσιάλης. Του Χαρή.
Του Χαρή. Το παρατσούκλι του.
Ναι
Νίκο, καλημέρα. Σ’ ευχαριστούμε πολύ. Θα ήθελες να ξεκινήσουμε, να μας πεις πότε γεννήθηκες; Πού; Και λεπτομέρειες για σένα;
Ναι, να σου πω. Λοιπόν, εγώ γεννήθηκα τις 15 Μαρτίου του 1940. Ήτανε τότες, όπου κηρύχθηκε ο πόλεμος, μετά από περίπου 10 μήνες. Τις 28 Οκτωβρίου. Ήμουνα μικρό παιδί. Θυμάμαι τον πατέρα μου, που είχε πάει… πεζοναύτης πιστεύω τους λέγανε τότες. Είχε πάει ο πατέρας μου, ο Αντώνης ο Φαρούγγιας, ο Μπάμπης ο Βλαχόπουλος, ο Ρομπόλας, ο Σίμος ο Δήμας, ο παπάς, ο Παπακεκές από τη Λάκκα. Ήτανε παπάς αυτός. Τον λέγανε… «Κεκές» ήταν το παρατσούκλι του. Ήταν κι άλλοι. Δεν τους θυμάμαι όλους αυτούς. Και είχαν πάει μέχρι το Τεπελένι. Κι από εκεί, γυρίσανε. Ήρθε εδώ, έξω απ’ το σπίτι και θυμάμαι ήμουνα 4 χρονών παιδί. Το ‘44 πρέπει να ήτανε. Ήρθε με 4 ζώα. Το ένα είχε πάνω μια κασέλα με μπαρούτι, τετράγωνη και εμείς πιτσιρικάδες, να πούμε, και μεγαλύτερος και υπήρχε πολύ μέσα, κάναμε βαρελότα το Πάσχα, στην εκκλησιά. Και ένας από εδώ, ο Σωτήρης Αρβανιτάκης, ο Σκορδίλης, όπως τη χτύπαγε τη μπαρούτη, του κρεπάρισε το φυσίγγιο και του ‘κοψε λίγο το δάχτυλο. Έκτοτε, να πούμε, τελείωσε η μπαρούτη. Την κασέλα αυτή την έχω ακόμα με κάτι ανταλλακτικά για ακονιστήρες μέσα, στο λουτρουβιό. Επέρασαν τα χρόνια, επήγα σχολειό. Πήγα μέχρι Γυμνάσιο στο Γάιο. Ήτανε 2 τάξεις. Δεν έκατσα πολύ. 3 μήνες, 4, γιατί έπαθα μια εμβολή στο δεξί χέρι και με πήγε ο πατέρας μου στα Γιάννενα. Και από κει στην Αθήνα. Μου ‘δωκαν κάτι χάπια, ψιλά, μικρά, ροζ θυμάμαι. Έκτοτε, δεν ξαναέγινε τίποτα. Μεγάλωσα. Πήγα σχολειό. Ύστερα, δούλεψα εδώ. Το 1953, όπου εγινήκανε περίπου 34.500 αλεσιές ελιές, ήτανε εργάτες απάνω στο νησί. Την εποχή αυτή εγώ ήμουνα 13 χρονών. Εκεί μέσα ήμουνα, που είχα πρωτομπεί μέσα στο ελαιουργείο. Και ήτανε εργάτες. Η γης ήτανε σκουπισμένη με σκούπες. Όλη. Και ήτανε Ηπειρώτες και Κερκυραίοι, περίπου στους 1500 κατοίκους. Το νησί, τότε, πρέπει να είχε… 3.850 κατοίκους μέσο όρο πρέπει να είχε. Ήτανε αρκετός πληθυσμός. Εγίνηκε αυτή η σοδιά. Ύστερα, το ‘52, ο πατέρας μου… το 53, είχε κάμει εργοστάσιο αεριούχων ποτών στα Μαγαζιά, σ’ ένα μαγαζί εκεί, που υπάρχει ακόμα σήμερα, του Θανάση του Τσάλιου. Μητσιάλης κι αυτός. Ανοίγαμε τότες μες τα τέλη Απριλίου το εργοστάσιο. Και από τότε δεν υπήρχε τουρισμός, δεν υπήρχε τίποτα. Είχαμε 4 ζώα και κουβαλούσα το νερό με μπιτόνια πάνω στα ζώα. Ένα μουλάρι το κατέβαζα στην πηγή, ενώ τα γαϊδούρια τα άφηνα πιο ψηλά και τα κουβαλούσα στην πλάτη. Έκανα 6 με 8 δρόμους. Μια ώρα το δρομολόγιο. Δεν υπήρχε ο δρόμος. Υπήρχε μονοπάτι. Οι δρόμοι γινήκανε μεταγενέστερα. Ήμασταν στην κοινότητα. Ήμουνα κι εγώ μαζί με τον Σπύρο του Σοφοκλή, τον Σωτήρη τον Αντίοχο. Πρώτα, ο Σωτήρης και ύστερα ο Σπύρος. Είχαμε κάνει αρκετούς δρόμους. Κοινοτάρχες ήμασταν. Το εργοστάσιο το βαστάξαμε μέχρι το 1962, γιατί, όταν εγώ έφυγα το ’60 και πήγα στην Κέρκυρα, στο ΚΕΥ Κερκύρας, όπου είχε μέσα, αν καλά θυμάμαι, 2.500 χιλιάδες στρατιώτες, νεοσύλλεκτους. Τότε, ήταν και οι πρώτες εκλογές του Καραμανλή. Και πηγαίναμε στα εκλογικά κέντρα και ψηφίσαμε. Ύστερα, κάτσαμε 40 μέρες. Από εκεί, μας πήρε ο Αντώνης ο Βραχωρίτης, οπού ήταν ανθυπολοχαγός έφεδρος, μ’ ένα πλοίο… δεν το θυμάμαι πώς το λέγανε το πλοίο. Ήμασταν καμιά εικοσπενταριά παιδιά και μας πήγε στο Κ.Ε.Τ.Ε, στην Πάτρα. Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τεχνικού Προσωπικού. Εκάτσαμε περίπου 3 μήνες εκεί μέσα. Εγώ ήμουνα τεχνίτης και οδηγός οχημάτων. Είχαμε ένα διοικητή. Τον λέγανε Ζαβό. Ταξίαρχος, αλλά… Ζαβός τον ελέγανε και ήτανε πολύ ζαβός άνθρωπος. Εν πάση περιπτώσει, ύστερα από εκεί, με μεταθέσανε και με στείλανε στη Σκύδρα. Στη Σκύδρα, όπου πήγα, έκατσα κι εκεί μέσα 2 μήνες, σ’ ένα λόχο… λεγότανε, αν θυμάμαι καλά, 2ος Λόχος Επισκευών, δηλαδή από εκεί φέρνανε αυτοκίνητα από διάφορες μονάδες και τα επισκευάζαμε εμείς, οι νεοσύλλεκτοι ναυτικοί. Ύστερα από εκεί, πήγα στο 508, [00:05:00]όπου και από εκεί απολύθηκα. Εκεί γνωρίστηκα με πολλούς. Ένας υπάρχει ακόμα και σήμερα. Τηλεφωνιόμαστε στις γιορτές. Είναι στην Καβάλα. Λέγεται Νικόλας Καρανικόλας. Δυο-τρεις έχουνε πεθάνει. Ο ένας είναι Σδρόλιας Χρήστος, στην Καρδίτσα και ο άλλος, στα Τρίκαλα, λέγεται Αγραφιώτης Δημήτρης. Είχε έρθει και εδώ ο γιος του, πρόπερσι, με τη γυναίκα του. Τηλεφωνιόμαστε ακόμα, όσο υπάρχουμε. Κι άλλος ένας, Διαμαντής Ιωαννίδης, που είναι στις Κάργιες. Πού είναι, ωρή, ο Διαμαντής ο Ιωαννίδης τώρα; Στις Κάργιες;
Στην Ελευθερούπολη Καβάλας.
Να σε ρωτήσω, Νίκο. Να πάμε λίγο πίσω. Από το ‘40. Στο ‘40 και στην Κατοχή. Θυμάσαι εσύ… ήσουν και πολύ μικρός τότε-
Το ’40, δε θυμάμαι πολλά πράγματα. Από 5 χρονών και πάνω θυμάμαι. Αλλά παιδί, πιτσιρίκος, το θυμάμαι. Τον πατέρα μου τον θυμάμαι. Τον βλέπω μπροστά μου ακόμα. Ήμουν παιδί και μου ‘μεινε στο μυαλό.
Μου είχες πει και μια ιστορία για το «Παπανικολής».
Ναι, άκουσε να σου πω. Ο πατέρας της μάνας μου, ο Νικόλας ο Ανεμογιάννης, ο Τσουβάλης στο παρατσούκλι του, ήτανε πρόεδρος της κοινότητας τότε. Είχε κάμει, πιστεύω, από το ‘ 32 μέχρι το ’42, που και πέθανε ύστερα. Ήτανε πρόεδρος. Εβγήκε ένας Δαλιέτος, που ήταν στο υποβρύχιο του Παπανικολή και ήταν στη σπηλιά της Υπαπαντής. Εμείς τη λέμε Γράβα. Εκεί μέσα, λοιπόν, κάτι έπαθε το καζάνι του. Βγαίνει, λοιπόν, αυτός μ’ ένα άλλονε ναύτη και βγήκανε στον Ερημίτη, στο στραπούντο. Βγάλανε τη βάρκα έξω και ανεβήκανε με τα πόδια και γυρεύανε τον πρόεδρο τα μεσάνυχτα. Και ήτανε και οι Ιταλοί και φοβότανε να πούμε. Εγώ το θυμάμαι τον παππού μου. Κάπου, λοιπόν, βρήκανε το σπίτι εκεί πάνω, που κάθεται τώρα ο αδερφός μου, ο Αριστόδημος, στα Ρωμανάτικα και πήγανε να τον ξυπνήσανε. Λένε: «Πρόεδρε, σε θέλουμε. Είμαστε από το υποβρύχιο το “Παπανικολή” και πάθαμε μια ζημιά και θέλουμε ένα μάστορα». «Εντάξει, περιμένετε». Ντύθηκε, πήγε μέχρι εδώ, στη Φουντάνα, που ήταν ένας -πώς τον λέγανε τώρα- Κώστας Μουρίκης, το παρατσούκλι τον ελέγανε Μπαχόλο, αλλά Κώστας Μουρίκης ήτανε, ο οποίος το μαγαζί το πούλησε, όταν έφυγε, γιατί αυτός έφυγε το ’49 με ’50 από εδώ. Αυτός ήταν ένας αυτοδίδακτος μάστορας. Επήρε ένα καμινέτο με βενζίνες της εποχής εκείνης, κάποια υλικά κι εφύγανε. Επήγανε στον Ερημίτη και μπήκανε στη βάρκα και οι τέσσερεις και επήγανε μέσα στη Γράβα της Υπαπαντής και έφτιαξε το καζάνι. Εξημέρωσε. Δεν μπορούσανε να φύγουνε. Κάτσανε όλη την ημέρα μέσα και αφού κάτσανε όλη την ημέρα μέσα, το βράδυ φύγανε, γιατί ήταν οι Ιταλοί και δεν μπορούσανε να φύγουνε με τη βάρκα. Τους παρακολουθούσανε. Οι Ιταλοί δεν ξέρανε πως το υποβρύχιο ήταν εκεί μέσα. Και βγήκανε από κει, λοιπόν, νύχτα και πήγαν σπίτι τους. Την άλλη βραδιά, όμως, ε; Μια που πήγανε και μια που γυρίσανε. Το φτιάξανε. Αφού εφτιάχτηκε το υποβρύχιο, δεν έφυγε από εκεί. Και όταν πέρναγε μια νηοπομπή από ιταλικά, πολεμικά, του πολεμικού στόλου της Ιταλίας, έκαμε μεγάλη ζημία ο «Παπανικολής», ρίχνοντας τους από εκεί. Βούλιαξε πολλά από τα βαπόρια. Ανοιχτά από το Κάτεργο. Είναι μια ξέρα. Έκανε μεγάλη ζημιά ο «Παπανικολής», τότε, στα πολεμικά πλοία της Ιταλίας. Βούλιαξε πάρα πολλά. Τώρα, πόσα ακριβώς δεν ξέρω.
Εσύ πώς την έμαθες αυτή την ιστορία;
Εγώ την ήξερα αυτή την ιστορία από τη μάνα μου. Μου την είπε πολλές φορές. Κι αυτός ο Κώστας Μουρίκης έφυγε το ‘49 με ‘50 από εδώ. Πήγε στην Αθήνα. Δεν είχε τίποτα. Είχε το μαγαζί δίπλα από του Ντολού και κάτι ελιές. Τα είχε πάρει ο πατέρας του παπα-Βαγγέλη, που ήταν δάσκαλος, το οποίο υπάρχει το κτήριο. Το κληρονόμησε κάτι άλλοι, το οποίο θα πέσει μέσα, γιατί δεν υπάρχει φροντίδα από κανένανε. Στην πλατεία ήτανε οι ελιές της παπαδιάς και της νοικιάσανε στου Ντολού το μαγαζί, το καλοκαίρι. Αυτός που έφυγε από εδώ έπαθε φυματίωση. Μπαίνει στη «Σωτηρία». Επειδή ήτανε καλός μάστορας, πολύ καλός, αυτοδίδακτος, θα σου πω και κάτι άλλο, να το θυμηθώ. Τον εμπάσανε στο «Σωτηρία» και κάτι παθαίνουν τα καζάνια. Κάτι λέβητες είχανε εκεί μέσα και τους τα έφτιαξε. Και από τότες, τον κρατήσανε μέσα μόνιμο μάστορα. Ήταν και τυχερός. Ύστερα, παντρεύτηκε κι έκανε δύο παιδιά. Ο δε Κώστας, αυτός όπου σου είπα προηγουμένως, ο Μουρίκης, έκανε τουφέκια. Μπροστογιομιά και τα τσαλιά. Τα τσαλιά είναι αυτό που ασκώνεις τον κόκορα και χτυπάει το καψούλι και πιάνει μπαρούτι και φεύγει η τουφεκιά έξω, τα σκάγια. Ήρθανε από εργοστάσιο, για να του πάρουνε την τέχνη [00:10:00]στο βάψιμο. Είχε μεγάλη τέχνη στο βάψιμο. Ούτε εργοστάσιο δεν μπορούσε να την κάμει. Τόσο μεγάλος μάστορας ήτανε. Και ήτανε αυτοδίδακτος.
Ωραία. Και το ’52, εσείς ανοίγετε το εργοστάσιο αεριούχων ποτών.
Το ‘πα.
Ναι. Εσύ τι… φαντάζομαι ότι ήσουνα μικρός εσύ τότε-
12,5 χρονών… κάπου εκεί μέσα θα ‘μουνα.
Φαντάζομαι ότι να πηγαίνεις και να παίρνει το νερό ήταν δύσκολο, όπως και η-
Ήτανε δύσκολα. Συνήθεια είναι όλη η δουλειά, μη σκιάεσαι. Μια φορά, δύο κουράζεσαι και γίνεται συνήθεια όλα. Όποια δουλειά και να κάνεις. Παιδί ήμουνα. Τι νόμιζες που ήμουνα; Τα κατάφερα, δούλεψα.
Το νερό τότε; Προφανώς, δεν υπήρχε πόσιμο νερό στα σπίτια.
Κοίταξε. Βρόχινα νερά υπήρχανε και οι δεξαμενές ήτανε λίγες. Ήτανε οι δημοτικές δεξαμενές, όπως ήτανε της Φουντάνας. Ήταν οι Τζίλιοι, που γίνανε το 1853, που τις κάμανε οι Εγγλέζοι, ο Κάμπος, ο Μαλέθωνας στο Γάη. Στο Γάη μέσα, εκεί πάνω από το Συνεταιρισμό, εκείνες οι δεξαμενές, είναι έργα εγγλέζικα. Όλα αυτά. Αυτές οι δεξαμενές. Το νερό, τότε, δεν υπήρχε ούτε τρόμπα ούτε τίποτα. Το βγάζανε με το μπουγέλο. Αν δεις τα χειροστόμια από το σκοινί που το τραβούσανε -σκέψου πόσο- έχει κάμει λούκι το σκοινί. Δεν είναι σύρμα. Σκοινί ήταν και έκανε λούκι στην πέτρα. Σκέψου πόσες εκατομμύρια κουβάδες εβγήκανε. Ετούτοι εδώ, αν θυμάμαι καλά, είναι 45.000 βαρέλες. Οι Τζίλιοι. Και η στέρνα της Φουντάνας είναι 35.000 ξέστες. Οι ξέστες ήτανε ένα ιονικό μέτρο, που μετρούσαν τα υγρά. Ύστερα, είχαμε και τις οκάδες και μετά τα κιλά, όπου γινήκανε τα κιλά το ’58, κάπου εκεί μέσα. Πριν το ’60 πάντως. Αυτή ήταν.
Και πόσιμο νερό;
Πόσιμο νερό… κοίταξε. Ήταν αρκετά σπίτια που είχανε δεξαμενές. Όπως εγώ, εδώ είχα δεξαμενή Και πιάναμε με τις κάναλες και γεμίζανε το χειμώνα. Και περνούσαμε το καλοκαίρι. Όχι τα περισσότερα. Τα λιγότερα σπίτια. Θα σου πω κάτι άλλο. Το 1962 ο πατέρας μου ήτανε πρόεδρος. Είχε κάνει ένα νόμο τότε -κυβερνήτης ο Καραμανλής- και έδινε για αγροτικές δεξαμενές, για μεγάλες δεξαμενές, δηλαδή από 80 κυβικά και πάνω… πιστεύω ότι έδινε 5.000 δραχμές. Τα 2.5000 χιλιάρικα επηγαίνανε στο δημόσιο ταμείο να τα πληρώσει. Νομίζω για 20 χρόνια. Δε θυμάμαι ακριβώς πόσα χρόνια. Άτοκα. Και τα άλλα 2.500 στα χάριζε. Και γινήκανε πάρα πολλές. Στην κοινότητα γίνηκανε 35, 40, 50 δεξαμενές. Γινήκανε πάρα πολλές δεξαμενές. Και από τότε ο κόσμος είχε νερά. Εντωμεταξύ, το ’58, που ήταν ο Νικόλας ο Γραμματικός, ο Κονιός, πρόεδρος, ήταν ο πατέρας μου στην κοινότητα. Αρχινήσανε να κάνουνε τη στέρνα της Κουτρουλής, τις οποίες τις ολοκλήρωσε ο πατέρας μου από το ’59 μέχρι το ’65. Έκαμε 5 χρόνια τότε. Δε θυμάμαι γιατί έκανε 5 χρόνια πρόεδρος και ολοκλήρωσε τις στέρνες. Και έκαμε εκεί νερά τρεχούμενα. Όταν βρέχει, αναβλύζει η γη και τρέχει το νερό. Αυτά είναι με το νερό. Έτσι ήταν τα νερά τότε, της εποχής εκείνης. Ήτανε δυσκολία στον τόπο και ήτανε και κάτι άλλο. Το 1962 δοθήκανε οι πρώτες αγροτικές συντάξεις. Όταν εμείς εκάμαμε το εργοστάσιο, το ’52, το κιβώτιο… τα 24 μπουκάλια, αν θυμάμαι καλά, είχανε 13 δραχμές. Το πρώτο κιβώτιο που πήγα, το πήγα στου Μπουρνάου, στα μαγαζιά, απέναντι από τον Ταξιάρχη. Της 15 Ιουνίου το ’53 το πήγα. Το οποίο το πήρε ο Μπουρνάος μέσα και είχε μισή δραχμή η μπουκάλα. Μισή δραχμή η μπουκάλα. Οι γερόντοι, οι ηλικιωμένοι δεν είχανε να το πιούνε. Δεν υπήρχε σύνταξη, δεν υπήρχε τίποτα. Το τσιγάρο παίρνανε. Είχανε το ξυραφάκι και το κόβανε στη μέση, στα τρία, στα τέσσερα και το καπνίζανε-
Και ήταν εντολή, λοιπόν, του πατέρα μου. Καθόταν εκεί έξω στο πεζούλι του Γιάγκου του Κονιού. Και ήταν 30-40 γερόντοι, ηλικιωμένοι. Τους θυμάμαι όλους αυτούς. Να τους δώσουμε μια γκαζόζα. Δεν είχανε μισό φράγκο να πάρουνε να το πιούνε. Έβγαζε ένα κιβώτιο εκεί όξω. Και ήταν ένας γέροντας εκεί, Μητσιάλης, Γιάννο τον ελέγανε, ηλικιωμένος πολύ. Ήθελε να του δώκω κι άλλη. Εγώ παιδί ήμουνα. Λέω στον πατέρα μου: «Τούτος δω, θέλει κι άλλη γκαζόζα εδώ ο πάππους». «Δώστου όσες θέλει να πιει. Δεν πειράζει». Γερόντοι ανθρώποι, δεν είχανε. Το ’62 βγήκανε οι πρώτες αγροτικές συντάξεις. Το αντρόγυνο έπαιρνε 180 και ο μονός άνθρωπος έπαιρνε 9[00:15:00]0. Και από εκεί και πέρα, δημιουργήθηκε ο ΟΓΑ, το ’88, που σήμερα παίρνει κάποιες καλές συντάξεις. Καλές… εντάξει.
Και διανείματε σε όλο-
Σε όλο το νησί. Την πρώτη χρονιά τα πηγαίναμε με τα ζώα. Το ’53 πήρε ένα τζιπ. Του Γάη το πήγαινε με το λεωφορείο, παλιό, που το είχε ο Κώστας ο Αντίοχος, πατέρας του Μπουά. Και τα πηγαίναμε στο Γάη και πήγε κάπου εκεί πέρα και τις δίνανε. Και εδώ Λογγό και Λάκκα και Μαζαγιά και Φουντάνα τις δίναμε με τα ζώα.
Και το ’62, μου είχες πει ότι ξεκίνησες, πήγες φαροφύλακας.
Ναι, πήγα μόλις απολύθηκα. Ύστερα από ένα διάστημα πήγα φαροφύλακας. Επήγα στη σχολή, έκατσα 2 μήνες. Ύστερα από εκεί, έφυγα και πήγα στην Τζια, στην Κέα. Στο Φανάρι εκεί έκατσα νομίζω 3 χρόνια. Από εκεί, έφυγα και πήγα στα Αντικύθηρα. Έκατσα ένα χρόνο. Και από εκεί, έφυγα και πήγα στη Σκύρο. Από τη Σκύρο έφυγα και πήγα στο Ταίναρο. Δε θυμάμαι ακριβώς. Εν πάση περιπτώσει, είχα γυρίσει αρκετά φανάρια. Αρκετά. Όπου εσυνταξιοδοτήθηκα το ’91΄-’92. Εκεί μέσα πρέπει να συνταξιοδοτήθηκα. 53-54 χρονών. Πέρασε η ζωή. Εντάξει. Τώρα, ήρθανε… είχε πάει ο Παπανδρέου και έκανε τα μνημόνια στο Καστελόριζο, έκοψε μισθούς και συντάξεις. Αρχίνησε αυτός και ύστερα ήρθε και ο Κατρούγκαλος και μας τις έκοψε τις συντάξεις μας στη μέση. Αυτό το ψυχικό κάνανε όλοι τους. Όλοι οι πολιτικοί είναι άσ' τα να πάνε στο διάολο!
Θέλεις να μου πεις για τότε; Πώς φτάνατε τότε στα φανάρια-
Στα φανάρια… άκουσε να σου πω. Στο πρώτο το φανάρι που πήγαμε, από μέσα από την Κέα, είχε ένα δρόμο που πήγαινε μέχρι ένα χωριό, Χαμουνάς λεγότανε. Και από εκεί ήτανε καμιά ώρα με τα πόδια μονοπάτι. Δεν υπήρχαν και αυτοκίνητα την εποχή εκείνη, τον Μάρτη του ’63 που πήγα. Πήγαμε με τα πόδια. Κάναμε 4 ώρες. Σε ένα άλλο στη Σκύρο έκανα 7,5 ώρες. Μονοπάτι, δεν υπήρχε δρόμος. Και ύστερα κάμαμε μια αλλαγή και πήραμε μια βάρκα από κάτω. Τότε, είχα ένα προϊστάμενο, που ήτανε ίδια σειρά με το Δημητράκη τον Πέτρου, του Θεόφραστο από τη Λάκκα. Λεγότανε Γιάννης Μπαλάσκας και άλλος ένας από εκεί. Ντόπιοι δύο, από εκεί. Ήταν ντόπιοι. Ήταν και άλλοι εκεί πέρα. Έκατσα ένα χρόνο εκεί. Μακριά ήταν τότε πολύ. Μόνο φανάρι, πολύ μακριά. Τα άλλα, τα Αντικύθηρα, ένα μικρό νησί, λίγο μεγαλύτερο από τους Αντιπάξους. Είχε τότες, 250-270 κατοίκους. Και τότε, όταν έφυγα εγώ από κει, γίνηκε και μια μονάδα πάνω από το φανάρι, του ΟΤΕ. Ένα εργοστάσιο κάμανε εκεί με μια μηχανή. Δεν ξέρω τι είχανε βάλει. Και έπειτα, έφυγα και που πήγα; Νομίζω πήγα στους Οθωνούς. Στους Οθωνούς έκανα την πρώτη χρονιά. Τη δεύτερη χρονιά έκαμα τρία. Που δεν είχα περίπου 12 χρόνια υπηρεσία. Ήρθα στο φανάρι της Λάκκας. Ναι. Έκαμα και στους Αντιπάξους. Έκαμα και στη Λάκκα, έκαμα και στην Παναγία. Έκαμα σε διάφορα σημεία. Πέρασε η ζωή. Δε βαριέσαι.
Υπάρχει κάποιο που να άρεσε πολύ σαν φανάρι;
Κοίταξε να δεις. Μου άρεσε σαν φανάρι… ετούτα εδώ που ήτανε κοντά και ήμουνα και σπίτι μου καλά ήτανε. Όλα καλά φανάρια ήτανε. Εκείνο που ήτανε πολύ κουραστικό ήτανε στη Σκύρο. Ήτανε μεγάλο πολύ, ογδονταπεντάρι. Βαρύ. Και ήτανε κουραστικό φανάρι. Ανέβαινε το κάρβουνο με αλυσίδα πάνω. Χοντρή. Και βάσταγε μόνο μία ώρα. Ήταν χαμηλός ο πύργος. Πάνω από τον γκρεμό. Όπως και το Ταίναρο ήτανε καλό, ψηλά. Εκεί, πάλε, έκαμα ένα χρόνο. Ένα χρόνο έκανα στα Πιάντζα, Μεθώνη Μεσσηνίας. Στο άλλο άκρο. Αλλά είναι νησί. Είχε πολλές οχιές απάνω. Είχαμε αφήσει, μια φορά, μ’ έναν άλλο ένα καρπούζι. Ήταν και μεγάλο. Δεν μπορούσαμε να το κουβαλήσουμε,. Το πήγαμε σε μια παράγκα που είχε εκεί κάτω. Πήγαμε το απόγευμα να το πάρουμε και το είχανε φάει οι ποντίκοι.
Είδες, όμως, έτσι ένα πολύ μεγάλο μέρος της Ελλάδας.
Ναι, ναι, ναι, ναι. Γνώρισα πολλά μέρη. Πέρασα καλά. Δεν πέρασα άσχημα. Μου άρεσε το ψάρεμα, μου άρεσε το κυνήγι. Μια χρονιά, στο Ταίναρο, με το Δημητράκη και δεν βαρούσε στο φτερό. Και τον Σεπτέμβρη, ερχότανε πολλά ορτύκια και τρυγόνια. Έφερα παστωμένα 3,5 τενεκέδες. Παστωμένα τρυγόνια. Αλλά βάρεσα πολλά. Κάθε μέρα. Τότες, τα φυσίγγια δεν τα παίρναμε έτοιμα. Υπήρχανε, αλλά δεν τα αγοράζαμε. Τα γε[00:20:00]μίζαμε οι ίδιοι. Στραβομάρα. Καψούλια. Να βάλεις άλλα, να τα γεμίσεις. Ήτανε φασαρία. Την πρώτη μέρα, βάρεσα 100 ορτύκια και τρυγόνια. Ευχαριστήθηκα το κυνήγι και το ψάρεμα. Ψάρια βγάζαμε με πετονιά απ’ έξω. Εκεί ήταν ένας, όπου ήτανε από το Γύθειο, και ερχότανε με ένα βαρκάκι και ήτανε τα χέρια του κομμένα από δυναμίτες, αλλά είχε επτά παιδιά ο φουκαράς και έριχνε δυναμίτες. Λέω:« Ωρέ μάστορα, μην έρχεσαι κάτω από το φανάρι. Μας εκθέτεις». « Τι να κάμω, ρε φίλε. Έχω παιδιά». «Κι εμείς παιδιά έχουμε, αλλά μας εκθέτεις. Πήγαινε παράταιρα να μη σ’ ακούμε». Τέλος πάντων, είχε το σπιρτόκουτο στο στόμα και είχε το δυναμίτη απάνω του κόμπους. Έκανε έτσι, το άναβε και το πέταγε και πήγαινε μακριά, από κει κάτω. Με δύο χέρια κομμένα από εδώ. Από δω, από τον καρπό.
Χωρίς δάχτυλα.
Κομμένα από δω πέρα.
Α, από τον καρπό.
Από τον καρπό. Αλλά είχε οικογένεια ο φουκαράς. Τι να κάμει; Μεγάλη οικογένεια. Εκεί θυμάμαι που πέρασε μια φορά, στο Γύθειο, την 1η Οκτωβρίου, που πάει η τράτα και ψαρεύει. Είδα την παραλία όλη με τραπέζια, τραπεζομάντιλα, άσπρο. Κάνας γάμος θα ήτανε. Δεν ήξερα εγώ. Κάτσαμε καμία ώρα εκεί με το λεωφορείο, μέχρι να φύγουμε να πάμε κάτω, στον αερολιμένα. Και ρωτάω: «Κάνας γάμος είναι όλα τούτα τα τραπέζια;». «Όχι, μωρέ. Από που είσαι;». «Δεν είμαι από εδώ. Είμαι ξένος». «Από που είσαι;». «Νησιώτης είμαι κι εγώ, αλλά…». «Από που είσαι;». «Από τα Ιόνια Νησιά, από τους Παξούς». «Εδώ, όταν η τράτα πάει να ψαρέψει, κάνει γιορτή». Επήγε ο μητροπολίτης τους εκεί με αγιασμό, τι τους έβγαλε εκεί πέρα και κάνανε γλέντι μεγάλο. Ο κάθε τόπος έχει τα δικά του ήθη και έθιμα. Όπως και εδώ, της Βλαχέρνας, εγινότανε στην εκκλησιά, εδώ που είναι ο πλάτανος, μεγάλο πανηγύρι. Κρατούσε 2 μέρες, 3. Αλλά και πολλά άλλα. Ύστερα, ο τουρισμός, από το ’72 που ξεκίνησε, αλλάξανε τα πάντα όλα. Πρώτα-πρώτα, να φανταστείς ότι αυτή την εποχή που κουβεντιάζουμε, που τώρα είναι 21 Δεκέμβρη, υπήρχε νερό. Βγαίναμε εδώ έξω ξυπόλυτοι, γιατί πού να τα βρούμε τα παπούτσια; Και μες τις λάντζες ήταν παγωμένο το νερό, πάγος και πηδούσαμε να σπάσουμε τον πάγο. Τόσο μυαλό είχαμε. Τώρα πούντα; Είναι 21 Δεκέμβρη και θες να βγάλεις το σακάκι. Έλα, αλλάξανε οι εποχές. Δηλαδή, τις άλλαξε. Ξέρω ‘γω τι συμβαίνει; Και αυτοί που συζητάνε για την αλλαγή του πλανήτη, ύστερα, πάνε στις πατρίδες τους και ρίχνουνε μπόμπες. Πώς θέλουν ν’ αλλάξει ο πλανήτης; Με τι τρόπο θα τον αλλάξουνε; Αν δε σταματήσουν όλα αυτά, δεν αλλάζει ο πλανήτης.
Και το ’84-
Ναι.
Παίρνεις το ελαιοτριβείο, το ντρουβιό-
Ναι, ναι, ναι. Είχε πεθάνει ο πατέρας μου το ’79, που γίνηκε πάλε μια καλή χρονιά, σοδιά. Όπου εμαζευτήκανε τότες γύρω στις 43 με 44 χιλιάδες αλεσιές ελιές. Τότε, δεν είχε βγει ακόμα το δίχτυ. Βάνανε νάιλον, βάνανε διάφορα κάτω για τις ελιές. Πάλι καθαρισμένα. Δεν ήταν αυτή η κατάσταση που υπάρχει σήμερα. Γιατί ύστερα εγκαταλείφθηκε. Δεν είχε τιμή το λάδι και λίγο-λίγο… οπότε, κι εγώ το 2010 το έκλεισα. Και κλείσανε πολλοί. Και ο Ζερμπάς και ο Κορογιάννης. Ο Συνεταιρισμός έμεινε εκεί στου Γάη και έμεινε ο Κουτσομάστρακας. Αυτοί οι δύο. Εγώ θυμήθηκα να δουλεύουν 49 ελαιουργεία.
Αυτό τι περίοδο-
Ήτανε μικρά, μεγάλα. Αλλά ήταν με γαϊδούρι την αλεστική και το τρόκολο, άλλα ήτανε με πιεστήρια, άλλα ήταν… φυγοκεντρικά γινήκανε ύστερα. Κι εγώ, τελευταία, το έκανα φυγοκεντρικό μέχρι υπερπιεστήριο. Έχω όλα τα παλιοσίδερα εκεί έξω. Έχω κάμει μια καταγραφή. Δεν την έχω σώσει. Έχω βρει πιστεύω Γάη-Μαγαζιά-Φουντάνα καμιά 125-135. Δε θυμάμαι τώρα. Τα έχω σημειωμένα. Έχω βρει στα Μαγαζιά, στα Μουλωνάτικα… είναι πάνω από την Ανάληψη. Το έγραφε η πλάκα απάνω, αλλά χάθηκε η πλάκα. Την εκλέψανε. 1727. Αυτό ήτανε μια πλάκα μακρόστενη, τετράγωνη. Είχε ένα λούκι γύρω-γύρω. Αλέθανε τα μονολίθαρα. Με το γαϊδούρι αλέθανε 6 λάτες ελιές, τενεκέδες. Το απλώνανε το ζυμάρι σε αυτή την πλάκα. Γύρω-γύρω, κάνανε ένα αυτό -πώς να το πω;- με ούλο, για να μη φεύγουνε και από πάνω βάζανε ένα βάρος. Κι ό,τι έβγανε. Από κάτω, είχανε από το λούκι γέφι και είχε ένα κεραμίδι, που ήτανε κολλημένο με πορσελάνη από κάτω -δεν υπήρχε το τσιμέντο. Τσιμέντο μπήκε το 1926- και έπεφτε μέσα σ’ ένα βαρέλι ξύλινο, της εποχής εκείνης. Και από εκεί, μαζεύανε το λάδι, ό[00:25:00],τι βγάνανε. Ήτανε διάφορες τέχνες. Και να σημειώσεις ότι 1822, έχω βρει στο Ιστορικό Αρχείο, υπήρχανε 154 ελαιουργία, να τα πούμε. Είναι αυτά που σου είπα προηγουμένως. Πιστεύω ή τα 11 ή τα 15 είχαν αδράχτι. Το αδράχτι ήταν μια βίδα ξύλινη, που το έβαζες στο ζυμάρι στις 6 τενεκέδες και το έζηφες. Εδουλεύανε από τα 154, τα 152. Τώρα, θέλω να κάμω τον Λογγό και τη Λάκκα. Τα έχω μισοσημειώσει. Έχω βρει και άλλο ένα, που δεν μπορώ να βρω το νοικοκύρη του. Είναι εδώ στα Καγκάτικα. Από Ανεμογιαννάτες. Είχα δει τα πέτσα εκεί έξω. Τα πέτσα ήτανε κάτι πέτρες τετράγωνες, που γύρναγε το λιθάρι. Μονολίθαρο ήτανε. Γιατί, όπως γύρναγε το λιθάρι, είχε μια γραμμή η πέτρα. Γιατί, σιγά-σιγά, η πέτρα, αφού γύριζε το λιθάρι και άλεθε την ελιά. Λίγο λίγο, όπως εγύρναγε, έκανε ένα λούκι. Δεν είχε δύο λούκια. Τα λιθάρια με τις μηχανές και με τα μηχανοκίνητα είχανε δύο λούκια μέσα. Το ένα ήτανε μέσα στο λιθάρι, για να πατείτε τον καρπό και το άλλο ήτανε πιο όξω. Κι είχανε τ’ άλλα και ταΐζανε τα λιθάρια. Έκανε ένα λούκι από εδώ και ένα από εκεί. Και κάθε δεύτερο χρόνο, τα πελεκούσε μάστορας. Εκείνα τα λιθάρια που βλέπεις εκεί έξω, τα δικά μας, τα ‘καμε ο πατέρας της Τριαδούλας ο Χριστόδουλος ο Κουτσόγιαννος μαζί με τον Κίτσο. Και τα κάνανε στου Κουτρουλή, πάνω από του Διονυσάκη το σπίτι. Τα κατεβάσανε στου Στάθη το σπίτι, από ένα μονοπάτι που έκαμε. Δεν υπήρχε ο δρόμος αυτός εδώ. Αυτός ο δρόμος εδώ ξεκίνησε το ’58 και τον τελείωσε ο πατέρας μου το ’61.
Ο κεντρικός;
Αυτός ο κεντρικός δεν υπήρχε. Ο Νικόλας ο Κονιός τον ξεκίνησε το ’58 και τον σταματήσανε εδώ, στο ντρουβιό, γιατί ο Ντίνος ο Μουρίκης είχε ένα παλιοκάλυβο εκεί και δεν άφηνε να περάσει. Ύστερα, πήγε ο πατέρας μου εκεί, του δώκανε 2-3 ελιές από την κοινότητα και αφήκανε και πέρασε. Κι έγινε ο δρόμος στη Φουντάνα. Ο δρόμος ο επαρχιακός είναι από του Κατσαλάρη το μαγαζί, που κατεβαίνει από τις Μούντες και κατεβαίνει εδώ στη Βλαχέρνα. Αυτό είναι ο επαρχιακός δρόμος. Από τον Αϊ-Χαραλάμπη. Ούτε οι άλλοι δρόμοι. Και εκείνο, ο πατέρας μου με την κοινότητα έκαμε αρκετούς δρόμους. Και εγώ, όταν ήμουν στην κοινότητα επί Σπύρου Σοφοκλή, έκαμα πολλές διανοίξεις. Χρειάζονται. Δυστυχώς, κάποιοι λογκιάσανε. Όπως ελόγκιασε και το νησί. Σου είπα. Δεν είχε τιμή το λάδι και ένα-ένα κλείσανε. Δεν είναι. Οι εποχές αυτές αλλάζουνε. Μπορεί οι νεότεροι να τις ξαναπροτιμήσουνε πάλι.
Εσύ θυμάσαι το ντρουβιό σας από… να κινείται με ζώο; Να πηγαίνει στο μηχανοκίνητο.
Όχι. Εγώ το ντρουβιό, αυτό που έχει, το είχε ο πάππους μου εκεί στο σπίτι, στα Ρωμανάτικα και το είχε με δύο τρόκολα. Μηχανοκίνητο με μία μηχανή Peter πλάγια, που την είχε πουλήσει και την είχε πάρει ο Σοφρώνης, ο πάππους του Σοφρώνη στα Μαγαζιά. Την έχει ακόμα. Δε, δουλεύει. Την έχει σα μουσείο, να πούμε. Peter πλάγια. Το 1920 έκαμε το ελαιουργείο εδώ. Και το ’21 έφερε τη μηχανή την Peter, που είναι 12, 14, μονοκύλινδρη. Ήταν αντιπρόσωπος της Peter και έφερε 4 μηχανές. Μια δική του. Το ’21 δούλεψε, στο πιεστήριο. Μια του Πιπίνου στο Λογγό. Ήταν Ανεμογιάννης. Μια στα μαγαζιά, στο ελαιοτριβείο του πατέρα μου. Και μια του Νικολάκη του Απέργη, που έχει τη Ρόδο της Αγλαΐας. Στα Κονιέικα. Ετούτη εδώ η μηχανή του Πιπίνου ήτανε 10-12 και 10-12 είναι στα μαγαζιά. 10-12 ίππους. Και του Νικολάκη είναι 6, μικρή. Εγύριζε μόνο τα λιθάρια και είχε ένα τρόκολο με καστάνια. Δεν ήτανε με εργάτη, γιατί τα τρόκολα, τα περισσότερα, ήτανε μ’ έναν ξύλινο… εργάτης λέγεται που είχε ένα ξύλο στη μέση, σαν σταυρός και γύρω-γύρω, όπως εγύριζε, οι εργάτες το γύριζαν ένας από τη μία, ο άλλος από την άλλη. Είχε το σκοινί μ’ ένα μεγάλο ξύλο που είχε, κάβος. Και το τράβαγε απάνω στον εργάτη και κατέβαινε και το έζηφε. Έτσι γινόταν οι ελιές. Τα, δε, αδράχτια που σου είπα πρέπει να υπήρχανε 11 ή 15 πρέπει να υπήρχανε εδώ το 1822. Ήτανε με βίδα ξύλινη και το κατεβάζανε πάλε με τα χέρια οι εργάτες. Η πίεση ήτανε μικρή. Με τα χέρια πόσο να πιέσεις; Ό,τι και να κάνεις. Ύστερα, ήταν τα πιεστήρια και μετά τα υπερπιεστήρια ο πατέρας μου και εγώ και ύστερα το κάναμε ανταλλακτικά. Όπως είπα, τώρα μείνανε δύο στο νησί. Έπεσε ο καρπός με το χαλάζι και με αυτά όλα. Δεν προλαβαίνουνε. Έκανε ο Συνεταιρισμός ένα μεγάλο μηχάνημα εκεί διφασικό, δηλαδή όλα τα λήμ[00:30:00]ματα πέφτουν μέσα στον πυρήνα. Καλό είναι, αλλά δεν ξέρω. Δεν ξέρουνε να το δουλέψουνε; Δουλεύουνε το παλιό σύστημα, της φυγόκεντρου. Έτσι άκουσα. Δεν ξέρω. Για να είμαι ειλικρινής, πήγα μια μέρα. Ήτανε κλεισμένο. Δεν το είδα, αλλά καταλαβαίνω πώς είναι. Είχα δει ένα του Νεκτάριου που έχει, αλλά μικρό. Έβγαζε 100, 150 κιλά την ώρα. Δεν ξέρω ακριβώς την ώρα, καρπό. Είναι μικρό αυτό. Εκείνο είναι μεγάλο. Φτάνει 750 κιλά την ώρα. Αυτό αλέθει ελιές, επί των πλείστον, μαδητές. Είναι λεπτά εργαλεία αυτά. Δεν είναι… εν πάση περιπτώσει.
Φαντάζομαι ότι όταν το λειτουργούσε ο πατέρας σου το ελαιοτριβείο-
Ναι
Επειδή δεν υπήρχε ρεύμα στο νησί-
Ναι, με μηχανή. Με άξονα και ιμάντες μεταδόσεως κινήσεως. Έπαιρνε από τη μηχανή την κίνηση, με ιμάντα πλατύ, 10-12 πόντους, πήγαινε απάνω στην τροχαλία που ήταν ο άξονας και από εκεί έδινε την κίνηση στα λιθάρια. Έδινε στην αντλία του πιεστηρίου και ύστερα βάναμε κι ένα διαχωριστήρα βεράτσι. Ναι, βεράτσι ήτανε, που πήρε και ο συνεταιρισμός στου Γάη άλλους δύο. Πάλι με μηχανοκίνητο, με ιμάντα. Ο άξονας υπάρχει ακόμα μέσα, να τον δεις.
Και μετά, όταν το πήρες εσύ, πια υπήρχε το ρεύμα-
Υπήρχε. Το ρεύμα ήρθε το ’68 και επεκτάθηκε σε όλο το νησί. Το ’64 έγινε το εργοστάσιο στου Γάη. Έμεινε 4 χρόνια και ύστερα επεκτάθηκε στα Βελλιανιτάτικα, ήρθε προς τα Μαγαζιά. Ήρθε ένας εργολάβος, νομίζω Κερκυραίος, που έβανε κολώνες. Και τότε, ο Γιώργος ο Καλούδης έμεινε εδώ και παντρεύτηκε. Μαζί με αυτό τον εργολάβο ήρθανε αυτοί. Το ’69 ήρθε εδώ.
Εσύ είδες αλλαγή-
Ναι.
Από μηχανοκίνητο σε ρεύμα;
Είχε μεγάλη αλλαγή. Μετά από το μηχανοκίνητο, εβάλαμε… περίμενε, ναι. Εβάλαμε ρεύμα. Ένα μοτέρ εβάλαμε στην αλεστική, που ήτανε με μειωτήρα μεγάλο, με αλυσίδα. Εβάλαμε ένα μοτεράκι, πάλε, στην τρόμπα, όπου πήγαινε στην τρόμπα του αλεστηρίου. Άλλη μια τρόμπα νερού. Του διαχωριστήρα είχαμε βάλει. Και κάνα-δυο που δε θυμάμαι που τα ‘χαμε. Και αντλία νερού έξω. Είχα δύο αντλίες, αγκολοφόρα, μια φυγοκεντρική.
Αυτό άλλαξε την ποιότητα του λαδιού-
Όχι, η ποιότητα του λαδιού… άκουσε να σου πω. Αυτά ήτανε… τα μοτέρ ήταν να δώσουν την κίνηση. Η ποιότητα του λαδιού δεν αλλάζει. Ο καρπός κάνει την ποιότητα. Αν τον μαζέψεις φρέσκο και γρήγορα, θα κάμεις καλό λάδι. Αν οι ελιές δεν είναι παστελωμένες. Παστέλα είναι… παθαίνουν μια αρρώστια. Εγώ, μια χρονιά, που μπορούσα, είχα το αυτοκίνητο. Είχα και την αντλία. Είχα και 120 μέτρα αλεσιά. Και τις ράντισα μια κατά τις 25 Αυγούστου, με βορδιγάλειο πολτό, ο οποίος βορδιγάλειος πολτός έχει πάρα πολλά συστατικά μέσα. Ράντισα και γινήκανε οι ελιές όλες ο καρπός γαλάζιος. Βαστάξανε. Δύο χρονιές τις έκανα αυτές. Ύστερα, μεγάλωσα και πριν κάνω την εγχείρηση, το 2017, ανοιχτής καρδιάς -έκαμα 12 ώρες επέμβαση. Στις 25 Σεπτεμβρίου του ’17- είχα τις ελιές πεντακάθαρες. Τώρα, δε βαστάω. Δεν... Πάω στα 83. Πού στο διάολο να πάω; Δεν τραβάει άλλο.
Παρόλα αυτά, έκανε -συγγνώμη- τη ζωή σας πιο εύκολη; Έκανε τις αλεσιές πιο γρήγορα;
Ναι, γινότανε πιο γρήγορα. Όταν το έκανε υπερπιεστήριο. Ήτανε μια φορά η πίεση. Διότι τα πιεστήρια όλα… εγώ θυμήθηκα να δουλεύουμε και τα τσόλια τα μάλλινα. «Τσόλια» λέμε τα ελαιόπανα. Ήταν μάλλινα. Από τραγίσιο μαλλί. Πλεγμένα. Και συγκεκριμένα, έκανε ο Καδάς στο Γάη μαζί με τον Παντελή τον Φρούμα. Παλιά, πολύ παλιά. Το θυμάμαι καλά αυτό. Και τα πλέκανε σαν αργαλειό. Πώς πλέκουν τα ρούχα οι γυναίκες; Τα ράβανε και ήταν τετράγωνα και ήταν φάκελα. Τα άπλωνε ο εργάτης με το χέρι του μέσα και τα ‘βαλε πάνω στο πιεστήριο. Αυτά γινότανε δύο πιέσεις. Μια που γινότανε στο ξελάδι, την πρώτη φορά. Και τη δεύτερη, τα βγάζανε πάνω στον πάγκο και τα ξαναβάλανε και είχαν ένα -πώς να την πω; Πίντα τη λέμε εμείς- ένα κύπελλο μεγάλο. Παίρνει μέσα μισό γαλόνι νερό και παραπάνω. Ζεστό νερό και το ρίχνα[00:35:00]νε πάνω από το υγρόπανο, από το τσόλι, για να μαλακώνει το ζυμάρι μέσα. Την πρώτη φορά, όταν το πιέζανε σε 150-200 ατμόσφαιρες και ύστερα το πηγαίνανε στα 280-300 ατμόσφαιρες, οπότε ύστερα φεύγανε, τ’ άδειαζαν όξω τα τσόλια, έβγαινε ο πυρήνας, όπου τον στέλναμε. Τον παίρνανε τα εργοστάσιο. Θυμήθηκα που ερχότανε ο Σπύρος ο Σκιαδάς από την Κέρκυρα, τα καλοκαίρια συνήθως, και έπαιρνε τον πυρήνα, γιατί το εργοστάσιο του Ανεμογιάννη δεν τα προλάβαινε όλα. Σου είπα δουλεύανε 49. Δεν τα προλάβαινε αυτά τα πράγματα όλα. Ήτανε δύσκολο να τα προλάβει. Και τα φυλούσανε στις αποθήκες. Θυμάμαι τον πατέρα μου, που είχε σε διάφορες αποθήκες. Είχε ένα ολόκληρο… κεραμωμένα και τα έπαιρνε ο Σκιαδάς αυτά, με εργάτες και με τσουβάλια και με γαϊδούρια, με το κάρο. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα την εποχή εκείνη. Και τη φορτώνανε στα καΐκια. Αυτός ήτανε μεγάλος έμπορας. Τι έκανε για να τα βγάζει; Τα πήγαινε απέναντι στην Ήπειρο, τα ξεφόρτωνε κι έριχνε άμμο ψηλή. Και τα ‘βρεχε και με νερό και τα πήγαινε στην Κρήτη, που ήταν το εργοστάσιο ή σε κάποιο άλλο μέρος που δε θυμάμαι. Ήτανε διάφορες τέχνες που έκανε ο κόσμος, για να μπορέσει να βγάνει. Εγώ θυμήθηκα και τον Σπύρο και τον γιό του. Εδώ μέσα μένανε, 100 φορές.
Το εργοστάσιο στο Λογγό του Ανεμογιάννη έκανε σαπούνι-
Άκουσε με. Αν καλά θυμάμαι, ή το 1870… αν θυμάμαι καλά -νομίζω πως τότε ήτανε- το έκανε ο Στέφανος Ανεμογιάννης, ο οποίος δεν ήτανε μεγάλο, αλλά μικρό που έκανε μετά ούζο, έκανε κονιάκ και έκανε ένα λικέρ, που πολλές φορές ερώτησα παλιούς πώς είχανε μια τοπική ονομασία. Δεν μπορώ να τη θυμηθώ γαμώτο. Άμα τη θυμηθώ καμιά φορά, θα στην πω. Να ρωτήσω κάποιον που θυμάται. Μου έχει φύγει από το μυαλό. Κι έκανε αυτά. Ύστερα, έκανε την επέκταση. Έβαλε μια ατμομηχανή κι ένα ατμοκάζανο, η οποία, πιστεύω, υπάρχει μέσα ακόμα. Δεν τη βγάλανε. Τα ατμοκάζανα αυτά όλα τα βγάλανε και άλεθε αυτό που σου είπα, τον πυρήνα. Είχε κάνει και ελαιουργείο, που έδινε κίνηση με ατμομηχανή πάλι με ιμάντες. Η γεννήτρια ρεύματος εκεί για να λειτουργεί. Και είχε δύο πιεστήρια μέσα και λαβριά. Τα λαβριά έπεφτε μέσα σ’ ένα λάκκωμα και το λάδι το μάζευε από πάνω και το καθάριζες ύστερα. Δεν υπήρχαν διαχωριστήρες. Ύστερα, έβαλε κι αυτός. Ύστερα, ο Σπύρος Ανεμογιάννης, πατέρας του Στέφανου που ζει σήμερα, το αξιοποίησε, διότι ο πατέρας του είχε, νομίζω, 2 καζάνια. Μικρής ποσότητος πρέπει να ‘τανε. Γύρω στους 25 τόνους έβγανε το κάθε καζάνι. 20-25. Δεν θυμάμαι ακριβώς. Όταν έφερε ο Ανεμογιάννης και άλλαξε τα καζάνια, άλλαξε και τα ατμοκάζανα, γιατί δεν τον σύμφερε να δουλέψει περισσότερα. Έφτασε, λοιπόν, να βάλει 4 καζάνια από 35 τόνους το καθένα. Αν δεν ήτανε 40. Και έβγανε το πυρηνέλαιο. Με κηροζίνη, βενζίνη, αιθέρας, την οποία έπεφτε μέσα στο καζάνι και να φανταστείς ότι τα καζάνια αυτά άλεθε τον πυρήνα. Όταν τον έπαιρνε, τον ξαναάλεθε πάλι σε μύλο, να γίνει ψιλός. Ύστερα, τον πήγαινε σε στεγνωτήριο. Και ύστερα, οι εργάτες τον παίρνανε τρίριγο τσουβάλι, στην πλάτη και γέμιζαν τα καζάνια. Με το μαδέρι. Και όταν έβγανε τον πυρήνα που έφευγε, ήταν αναμμένος. Θερμοκρασίες μεγάλες. Πάλι, με το μαδέρι τον πηγαίναν στον σορό. Βρέχοντας, χιονίζοντας, κρύο… δεν είχε από αυτά. Τρίριγο τσουβάλι. Χτικιάσανε πάρα πολύ. Θυμάμαι πολλούς φυματικούς. Γιατί; Για σκέψου αυτή η πυρήνα να είναι αναμμένη στην πλάτη του; Ύστερα, το αυτοματοποίησε, του έβαλε 4 καζάνια και να σημειώσεις ότι αυτό ήτανε το πρώτο εργοστάσιο σε όλες τις βαλκανικές χώρες. Και η Παλλάδα στην Κέρκυρα, 2 καζάνια έχει. Ήταν το πρώτο εργοστάσιο. Αυτό το κτήριο, που είναι εκεί και βλέπεις, όπως έχω ακούσει που το φτιάχνουνε, το πήρε κάποια εταιρία, είναι 1 στρέμμα και 300 μέτρα. Είχε μια τσιμινιέρα τετράγωνη, που, όταν έβαλε αυτά, δεν τράβαγε η τσιμινιέρα, για να το εξυπηρετήσει το ατμοκάζανο. Και έφερε το ’46 μαστόρους Πειραιώτες. Έκαμε την τσιμινιέρα που βλέπεις και σήμερα. Αυτή, αν πας από τα Σύβοτα και έχει καθαρό ορίζοντα, φαίνετα[00:40:00]ι. Καθαρά. Εγώ, που έκατσα 4,5 μήνες πέρσι εκεί πέρα, την έβλεπα, άμα ήταν καθαρός ο ορίζοντας. Και την κάνανε με σκαλωσιά από μέσα. Εξεκινήσανε… Οκτώβρης μήνας ήτανε και σαν τέτοια εποχή, Δεκέμβρη, πριν τις γιορτές. Το ’46. Έχω ακούσει πως θα τη φτιάξουν, γιατί είναι εκεί από τα χρόνια. Το κάψιμο έχει σκιστεί. Δεν πρέπει να την καταστρέψουνε για μένανε. Αυτό είναι έργο τέχνης πρώτα και σαν μουσείο. Πάρτο όπως θέλεις. Θα δούμε τι θέλουν αυτοί, τα αφεντικά. Εμείς δε μας πέφτει λόγος.
Και τώρα, Νίκο, τι κάνεις;
Εγώ τώρα;
Τι να κάνω τώρα; Στην Παναγία σου. Μαζέψαμε κάτι ξύλα που κόψαμε. Μαδήσαμε κάτι ελιές. Αν βρω κανέναν Αλβανό να κάψει τα κλαριά. Διαλέγω τα χοντρά και σιγά σιγά. Δεν μπορώ περισσότερο. Περνάει η ώρα. Την Παναγία σου! Πού να πάω; Το απόγευμα δεν πάω πουθενά. Το μεσημέρι πάω μέχρι του Ντολού, πίνω κανένα καφέ με κανέναν, άμα υπάρχει. Το απόγευμα δεν πάω. Δεν πάω, γιατί ο άλλος εκεί σερβίρει. Δεν μπορώ να κάθομαι εγώ μες τη μέση. Δεν μ’ αρέσει. Άμα ανοίξουν οι μέρες, πάμε πότε στο Μπουρνάο, ίσα με τον Λογγό. Γυρίζουμε. Δεν πάμε πουθενά αλλού. Πού να πάμε;
Θες να μας πεις κάτι τελευταίο;
Τι άλλο; Πες μου.
Εσύ αν θέλεις.
Τι άλλο να θυμηθώ Νικολαΐς, γαμώ το. Δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι τώρα. Τι να σου πω;
Εντάξει.
Τι άλλο είπαμε αυτού; Έχουμε τίποτα;
Μου τα είπες όλα.
Έχουμε τίποτα άλλο γραμμένο και δε θυμάμαι;
Μου τα ‘πες όλα.
Όλα;
Εντάξει, δεν πειράζει.
Δε θυμάμαι.
Νίκο, σ’ ευχαριστούμε
Τι ευχαριστείς; Καλές γιορτές, καλά Χριστούγεννα. Θα κάτσεις εδώ ή θα φύγεις;
Θα κάτσω. Σ’ ευχαριστούμε πολύ.
Τι ευχαριστείς;