© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Από την καταγραφή μικρών κωμικών ιστοριών στη συγγραφή λογοτεχνίας του φανταστικού

Istorima Code
13987
Story URL
Speaker
Ελπίδα Πέτροβα (Ε.Π.)
Interview Date
17/10/2022
Researcher
Νίκος Κατσιαούνης (Ν.Κ.)
Ν.Κ.:

[00:00:00]Καλησπέρα.

Ε.Π.:

Καλησπέρα.

Ν.Κ.:

Θα μου πεις το όνομά σου;

Ε.Π.:

Ναι. Λέγομαι Ελπίδα Πέτροβα.

Ν.Κ.:

Είναι Τρίτη, 18 Οκτωβρίου του 2022. Είμαι με την Ελπίδα Πέτροβα, βρισκόμαστε στην Κυψέλη, εγώ ονομάζομαι Κατσιαούνης Νίκος, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε μία συνέντευξη. Θα ήθελες να μου πεις κάποια πράγματα για σένα;

Ε.Π.:

Ναι, φυσικά. Λοιπόν, λέγομαι Ελπίδα Πέτροβα. Είμαι σαράντα και χρονών, δεν έχει σημασία. Ασχολούμαι με την, ασχολούμαι με τα ξενοδοχειακά και αποφάσισα να ασχοληθώ και με τη συγγραφή, έχει τώρα περίπου έξι χρόνια σίγουρα. Ήταν λίγο ξαφνικό. Βασικά ξεκίνησε γιατί, όντας ξενοδοχοϋπάλληλος και δουλεύοντας στην υποδοχή, πάντα γινόντουσαν διάφορα συμβάντα και μου έλεγαν, ρε παιδί μου, οι φίλοι μου, η αδερφή μου, μήπως καλύτερα να τα σημειώνεις για να τα θυμάσαι; Ε, στην αρχή έλεγα, βαριόμουν να σου πω την αλήθεια. Αλλά επειδή ήτανε, έσκαγαν συνέχεια και γινόντουσαν πολλά, πολλά, πολλά, πολλά και τα περισσότερο ήτανε κωμικά, ξεκίνησα ένα βράδυ και άρχισα να γράφω ό,τι θυμόμουν. Και μ’ άρεσε αυτή η διαδικασία του να γράψω και να θυμάμαι, να βρίσκω ιστορίες. Και έβαλα και λίγο μυθοπλασία μέσα, ρε παιδί μου, και γινόντουσαν ακόμα πιο ευχάριστα στην ανάγνωση. Και έτσι ξαφνικά λέω μήπως τυχόν αυτό να το κοιτάξω λίγο; Το κοίταξα, λοιπόν, και αποφάσισα ότι με ενδιαφέρει περισσότερο να ασχοληθώ με το θέμα της συγγραφής, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Και ξεκίνησα μαθήματα δημιουργικής γραφής στο «Harmony and Creativity», αυτό πριν… Μπορεί να είναι και παραπάνω να σου πω, μπορεί να είναι και, μπορεί να είναι και οχτώ χρόνια που ασχολούμαι. Εκεί ο δάσκαλός μας, ο Δημήτρης ο Μπογιατζής, με βοήθησε πολύ στα πρώτα στάδια της συγγραφής, το πώς να ξεκινήσω, τι πρέπει να έχουμε σαν, δηλαδή την αρχή, τη μέση, το τέλος και λοιπά. Και στη συνέχεια φεύγοντας από εκείνη τη σχολή συνέχισα τα μαθήματά μου στο εργαστήριο «Tabula Rasa», με την Αντιγόνη την Πόμμερ, τη συγγραφέα. Και τώρα αυτό το έκανα, ασχολήθηκα εκεί τρία χρόνια έκατσα εκεί, και τώρα με την Αντιγόνη κάνουμε coaching και γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα, το οποίο τελειώνει. Αυτά εν ολίγοις, όσον αφορά το πώς αποφάσισα, τι θέλησα και τα λοιπά. Στο ενδιάμεσο, επειδή έμπαινα, έψαχνα, ξέρεις, όταν θέλεις να ασχοληθείς λίγο με τη συγγραφή μετά αρχίζεις και ψάχνεις, ρε παιδί μου, να βρίσκεις διάφορες είτε σελίδες οι οποίες σου λένε κάποιες συμβουλές, διάφορα blog. Έβρισκα, το έψαχνα από δω, το έψαχνα από κει και αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν το, 121 Λέξεις λέγεται. Όπου εκεί τι πρέπει να κάνεις; Πρέπει να φτιάχνεις μικρές ιστορίες 121 λέξεων ακριβώς. Αυτό είναι δύσκολο, γιατί πρέπει μέσα σε όλο αυτό να φτιάξεις, να έχει ένα νόημα όλο αυτό το οποίο θα περιγράψεις. Ζορίστηκα λίγο στην αρχή, αλλά μου άρεσε. Γιατί γενικά μου αρέσει να μη λέω με, δηλαδή να υπάρχει ένα νόημα, μια ουσία και να καταλαβαίνεις με βασικά πράγματα τι έχει να σου πει ο κάθε συγγραφέας, χωρίς να πλατειάζεις πάρα πολύ. Αν, αν και το να πλατειάζεις καμιά φορά χρειάζεται, αλλά κατά τη γνώμη μου όχι, όχι πολύ. Οπότε άρχισα να γράφω λίγες μικρές ιστορίες. Τις στέλνω, γιατί αυτές τις στέλνεις εκεί και τις ανεβάζουνε στο δικό τους το site που έχουν, το οποίο υπάρχει και στο Facebook και στο Instagram γενικά. Και εκεί μπορούσες, όταν ήθελες και τέλειωνες, ρε παιδί μου, και είχες οχτώ ιστορίες των 121 λέξεων, μπορούσες να εκδώσεις ένα βιβλίο, το δικό σου βιβλίο. Και έτσι κι έγινε. Και αυτό, αυτό ήτανε κωμωδία το, που έγραψα. Λεγότανε Οχτώ Μικρές Ευγενικές Ιστορίες και είχε να κάνει με έναν ιππότη που αγαπούσε μία λαίδη, αλλά δεν τα καταφέρανε. Και είχαμε κάνει και παρουσίαση για το βιβλίο αυτό. Είχε πολλή πλάκα. Κάναμε ένα θεατρικό, η αδερφή μου, εντάξει, κλαίγαμε απ’ τα γέλια! Είχαμε μασκαρευτεί, είχαμε ντυθεί, ήταν πολύ, είχε πολλή πλάκα. Και από εκεί και πέρα άρχισα να συμμετέχω και σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Στην αρχή είχα πατώσει σε όλους, όπως καταλαβαίνεις. Αλλά, ξέρεις, όσο περισσότερο ασχολείσαι μ’ αυτό το κομμάτι, δεν έχει σημασία άμα δεν… Δηλαδή [00:05:00]ο σκοπός σου δεν είναι να κερδίσεις στον διαγωνισμό, να πεις, ξέρεις, έχω κερδίσει εκεί. Ο σκοπός σου είναι να γράφεις όλο και περισσότερο για σένα, γιατί σε βοη… σε βοηθάει πάρα πολύ αυτό το κομμάτι. Τέλος πάντων, και με την, με τα μαθήματα που έκανα στο «Tabula Rasa», γιατί εκεί μας έμαθαν όλα τα είδη λογοτεχνικής γραφής και… Δηλαδή τι εννοώ; Το ρομαντικό, το αστυνομικό, τρόμου, φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας, θρίλερ, παρωδία. Ένας συγγραφέας θα πρέπει να τα ξέρει όλα, γιατί σε ένα μυθιστόρημα μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει πάρα πολλά απ’ αυτά τα είδη, οτιδήποτε μυθιστόρημα και να είναι. Οπότε πρέπει να έχει τουλάχιστον μια γενική ιδέα. Και μετά εκεί εσύ επιλέγεις τι είναι αυτό που σε τραβάει περισσότερο για να γράψεις, γιατί ’ντάξει, δεν μπορούμε να τα γράφουμε και όλα. Οπότε, δοκιμάζοντας και τα διάφορα ειδή λογοτεχνικής γραφής, δοκίμασα και εγώ τον εαυτό μου σε όλα αυτά τα είδη. Έγραφα και όλο περισσότερο, οπότε έστελνα και σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ξανά. Δεν σταμάτησα ποτέ να στέλνω. Οπότε σιγά-σιγά, ενώ στην αρχή δεν είχα καμία ανταπόκριση, σιγά-σιγά κέρδιζα στο ένα, κέρδιζα στο άλλο. Οπότε αυτό σου λέει, είναι και για σένα μια ευχαρίστηση ότι, ρε παιδί μου, εντάξει, γιατί ξέρεις κάποιος μπορεί να διαβάσει, να σου πω, να σου στείλω εσένα και να σου πω ότι έχω γράψει αυτό το διήγημα και να δεις εσύ δυο σελίδες μόνο. Αυτό εμένα μπορεί να μου πήρε μια μέρα για να το γράψω. Μπορεί να μου πήρε δύο μέρες. Γιατί γράφεις, σβήνεις. Γράφεις, σβήνεις. Κάτι δεν σου ταιριάζει. Μπορεί να μην έχεις έμπνευση. Γιατί και η έμπνευση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Άμα μου πεις τώρα: «Κάτσε γράψε» μπορεί εγώ, δεν θα μπορώ να γράψω έτσι. Υπάρχουνε διάφορα, διάφορα τα οποία σε βοηθούν. Οπότε εκεί, έστελνα σε διάφορα είδη, τέλος πάντων. Όντως κέρδισα σε κάποιους διαγωνισμούς. Οπότε, εκτός από το 121, έχω και πέντε-έξι, εφτά ίσως διηγήματα που έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις από διαγωνισμούς. Και ειδικά, να σου πω την αλήθεια, στην καραντίνα που έγινε όλο αυτό με τον… Από εκεί και μετά πιο πολύ ασχολήθηκα μ’ αυτό. Με βοήθησε η συγγραφή πάρα πολύ. Να ξεχνιέμαι, να, να σκέφτομαι άλλα, άλλα πράγματα εκτός από την πραγματικότητα την οποία ζούσαμε εκείνη τη στιγμή. Και κάπως έτσι γνωρίστηκα και με τα κορίτσια, μέσω του Facebook να σου πω πιο πολύ. Οπότε φτιάξαμε την ομάδα που λέγεται «Tales of the Mind Projects», με την Κατερίνα Κρυστάλλη και την Μαρία την Καρμίρη. Και κάναμε… Είναι μια ομάδα στην οποία προσκαλούμε νέους συγγραφείς να συμμετέχουν σε διάφορα projects τα οποία φτιάχνουμε ανά διαστήματα κατά τη διάρκεια του χρόνου, είτε είναι Χριστουγεννιάτικο είτε είναι Halloween καλή ώρα που έχουμε τώρα και έχουμε στείλει για να κάνουν το project, διάφορα διηγήματα φαντασίας, διηγήματα με εικόνες κι εσύ γράφεις μια ιστορία μέχρι οχτακόσιες, χίλιες λέξεις. Και επειδή, ξέρεις, στον κόσμο των εκδόσεων είναι λίγο δύσκολα τα πράγματα. Δηλαδή μπορεί να στείλεις και να σου απαντήσουν ποτέ ή να σου απαντήσουνε τρεις μήνες το: «Ευχαριστούμε, δεν θα πάρουμε». Οπότε δεν είναι μόνο αυτό. Συγγραφέας είναι αυτός ο οποίος γράφει, ρε παιδάκι μου, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον. Οπότε αποφασίσαμε να φτιάξουμε αυτήν την ομάδα και όποιος ήθελε να συμμετέχει, εμείς αυτά τα φτιάχνουμε μετά σε e-book και τα ανεβάζουμε μετά στη σελίδα μας είτε στο Facebook. Και ενώ ξεκινήσαμε έτσι κουτσά-κουτσά, ο κόσμος, οι συγγραφείς τέλος πάντων οι νέοι, όλο και περισσότερο θέλουνε και γράφουνε και αδημονούν μερικές φορές για τα project τα οποία είναι να ανεβάζουμε κατά διαστήματα. Αλλά η πρώ… η πρώτη μας συνάντηση ήτανε για το βιβλίο το οποίο έχουμε εκδώσει… έχουμε εκδώσει και ένα βιβλίο. Λέγεται Η Καρδιά των Καρτών και εκεί έχουμε 25 συγγραφείς, ο οποίοι… και έχει να κάνει με τις κάρτες ταρώ. Εκεί συμμετέχουν 25 συγγράφεις, οι οποίοι έχουνε, είναι, κάποιοι είναι και γνωστοί και έχουν εκδώσει και βιβλία. Κουραστήκαμε πάρα πολύ γι’ αυτό το βιβλίο, γιατί έγινε εν μέσω καραντίνας. Ομολογώ ότι κάποια κείμενα αργούσαν να τα στείλουν, γιατί εκεί ξέρεις είχαμε, είχαμε graphic designer που το έφτιαχνε. Έχω να σου δώσω μετά ένα βιβλίο. Graphic designer που το έφτιαχνε, επιμέλειες, όλα. Ένα βιβλίο είναι πολύ μεγάλη διαδικασία. Να τα στείλουμε με το ταχυδρομείο σε αυτούς οι οπ… στους συγγραφείς, όσοι είχανε παραγγείλει. Παρόλα αυτά το αποτέλεσμα ήτανε, βγήκε πολύ καλό. Και σαν «Tales of the Mind» να σου πω είμαστε πολύ περήφανες γι’ αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι και έχουμε στο μυαλό μας και στο μέλλον, στο σύντομο μέλλον, και γι’ ακόμα ένα βιβλίο.Με τα κορίτσια συνεννοούμαστε πάρα πολύ καλά. Δεν έχουμε κανένα θέμα. Είναι ωραίο να έχεις ανθρώπους με τους[00:10:00] οποίους… Δεν είσαι καλά, ας πούμε, σου λέω εγώ, ψυχολογικά; Θα στείλεις ένα μήνυμα και θα συζητήσεις κάτι για το οποίο σ’ αρέσει και ξέρεις ότι και θα ξεχαστείς, αλλά και θα κάτσεις να σκεφτείς. Θα σε εμπνεύσει. Θα σου δώσει ιδέες για κάτι δικό σου που θες να γράψεις. Οπότε έχουμε βρει τα πατήματά μας. Η Μαρία είναι πάρα πολύ στο γραφιστικό κομμάτι. Το έχει πολύ. Οι υπόλοιποι ψάχνουμε τις εικόνες, συζητάμε. Ιδέες πέφτουνε. Αυτό είναι ωραίο, η ανταλλαγή ιδεών δηλαδή στο τι θα γράψουμε, πότε θα το γράψουμε, τι θα κάνουμε για το Halloween ή οτιδήποτε, ρε παιδί μου. Είναι πολύ διασκεδαστικό, όποτε βρισκόμαστε κι από κοντά. Στην καραντίνα κάναμε αναγκαστικά Zoom, ξέρω γω τι ήτανε. Είχε τρεις ώρες τώρα... Αφού μου ’λεγε ο άντρας μου: «Άντε, χριστιανή μου, τι θα γίνει; Τελειώνετε;». Μας έδωσε πολλή ζωή και αδημονούσαμε κάθε φορά να επικοινωνήσουμε η μία με την άλλη και να ανταλλάξουμε τις ιδέες μας. Και πέτυχε αυτή η συνταγή. Και τη συνεχίζουμε ακάθεκτες. Από εκεί και πέρα δεν, τώρα τελειώνω το μυθιστόρημά μου. Βέβαια έχει δουλειά ακόμα, αλλά είμαι στα τελευταία, στα τελευταία κομμάτια, το οποίο είναι φαντασίας. Συνειδητοποίησα, ενώ θεωρούσα ότι, εμένα μου αρέσει να γράφω τελικά, μετά από όλα αυτά τα οποία έχω ασχοληθεί, φαντασίας και κωμικό. Το κωμικό είναι δύσκολο, γιατί, ξέρεις, το χιούμορ είναι και λίγο υποκειμενικό. Οπότε κάτι που εμένα μπορεί να μου φαίνεται αστείο, εσύ μπορεί να μη γελάσεις. Οπότε, είναι λίγο, δεν ξέρεις και ακριβώς αν θα είναι ή δεν θα είναι. Οπότε εκεί το γράφεις πιο πολύ για σένα. Το φαντασίας είναι το ωραίο ότι μπορείς να δημιουργήσεις ό,τι κόσμους θέλεις εσύ γιατί μπορείς, οι πρωταγωνιστές σου μπορούνε να κάνουν οτιδήποτε. Θα μου πεις και σε ένα άλλο μυθιστόρημα γίνεται αυτό. Απλώς στο φαντασίας για μένα έχεις να σκεφτείς πολύ περισσότερα πράγματα, στο πώς θα δημιουργήσεις μία κατάσταση και πώς θα εξελιχθεί σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει. Οπότε μου αρέσει αυτό να ασχολούμαι μ’ αυτό το κομμάτι. Και όπως και τα βιβλία που διαβάζω είναι κάποια είναι φαντασίας, κάποια είναι επιστημονικής φαντασίας. Μου αρέσει να διαβάζω πάρα πολύ αστυνομικά, δεν γράφω καλά αστυνομικά. Το θεωρώ πολύ δύσκολο, να σου πω την αλήθεια. Και πού και πού προσπαθώ να διαβάσω και κάνα άλλο, αλλά, τρόμου και θρίλερ και τέτοια, όπως ο Stephen King μ’ αρέσει πάρα πολύ. Αλλά προτιμώ να γράφω, ναι, κυρίως φαντασίας, εγώ προσωπικά.

Ν.Κ.:

Εγώ ήθελα να σε ρωτήσω αν θυμάσαι την πρώτη ιστορία που ’χες γράψει ποτέ, εκεί στο ξενοδοχείο που είχες πολλές ιστορίες που ζούσες; Πώς θυμάσαι εκείνες τις ημέρες που–

Ε.Π.:

Ναι! Σωστά! Εκείνες οι μέρες. Αν σου πω πόσα χρόνια έχουν περάσει από εκείνη την πρώτη ιστορία που κάθισα και έγραψα, η οποία να σου πω την αλήθεια δεν θυμάμαι ποια ακριβώς είναι. Πρέπει να ήταν ένα γλυκούτσικο ζευγάρι Εγγλέζων που ερχόντανε πολύ συχνά και ήτανε λίγο μαθουσαλίξ. Ήταν πολύ μεγάλης ηλικίας, ρε παιδί μου, αλλά ήτανε υπέροχοι τύποι. Και οτιδήποτε κάνανε το κάνανε πάρα πολύ αργά. Δηλαδή το να βγάλει η κυρία από την τσάντα της το διαβατήριο και να μου το δώσει. Αυτοί ερχόντουσαν κάθε χρόνο. Μέχρι να μου πει: «Καλημέρα, Ελπίδα. Τι κάνεις σήμερα;». Όλα ήτανε με τόσο αργές κινήσεις που ήμουνα η μόνη που καθόμουν με σταυρωμένα χέρια, χαμογελώντας πάντα βέβαια, με σταυρωμένα χέρια και ξέρεις, λες: «Thank you, yes, yes», τους έλεγες, «of course, of course», γιατί δεν είχες και τίποτα άλλο να πεις. Όλοι οι άλλοι εξαφανιζόντουσαν, μόλις αυτοί ερχόντουσαν, οι υπόλοιποι γύρω-γύρω από μένα. Και αυτοί ήταν η αφορμή για να ξεκινήσω να γράφω, να γράψω. Και ένα άλλο ζευγάρι, αυτοί ήταν Αμερικάνοι τώρα, ένα νεαρό ζευγάρι ήταν αυτοί. Παλιά, τώρα το Internet είναι δωρεάν παντού, δεν... Παλιότερα στο ξενοδοχείο μας το χρεώναμε το Internet. Και είχαμε, ρε παιδί μου, ότι ήτανε τρία ευρώ αν μισή ώρα και έξι ευρώ αν χρησιμοποιούσες, ξέρω γω, εικοσιτετράωρο. Και τώρα αυτοί, η ώρα ήτανε 10:30 το βράδυ, σχολούσα. Ήρθε ένα, λοιπόν, ζευγάρι να μου πει ότι θέλει να χρησιμοποιήσει το Internet και τους εξηγώ ότι είναι τρία ευρώ, έξι ευρώ. Ο διάλογος μεταξύ των δύο κράτησε ένα τέταρτο, προσπαθώντας να καταλάβουν, να, προσπαθώντας συνεννοηθούν μεταξύ τους αν θα πάρουν τα τρία ευρώ, αν θα πάρουνε τα έξι ευρώ. Με κοιτούσε, κοιτούσα το συνάδελφο μου εγώ στα αριστερά, του έλεγα: «Τι θα γίνει;». Μου λέει: «Κάνε υπομονή». Βέβαια ο ίδιος έκλαιγε απ’ τα γέλια του, αλλά εγώ είχα αρχίσει η υπομονή μου να εξαντλείται[00:15:00]. Οπότε, φαντάσου ότι το λέγανε, θα σ’ το πω λίγο στα αγγλικά, γιατί νομίζω ότι είναι καλύτερο, έλεγαν: «Do we really need three euros for half an hour?», δηλαδή «θέλουμε όντως τρία ευρώ για μισή ώρα;». «Όχι», έλεγε, «αλλά θέλουμε και έξι ευρώ για ένα εικοσιτετράωρο;». «Δεν νομίζω», έλεγε αυτός. Και η συζήτηση αυτή ήταν, ένα τέταρτο λέγανε αυτό το πράγμα! Ένα τέταρτο, ένα τέταρτο! Τους είπα: «Πάρτε το δωρεάν, δεν χρειάζεται! Σας το χαρίζω εγώ. Δώρο από μένα για σας». Οπότε, αν τώρα μπορεί να μην ακούγεται αστείο, εκείνη τη στιγμή όμως… Ούτε εκείνη τη στιγμή φαινόταν αστείο, ήθελα να σφάξω τον κόσμο γύρω μου. Αλλά στην πορεία είναι και το πώς θα το διηγηθείς αργότερα. Οπότε το διηγήθηκα στην αδερφή μου αυτό. Είχα διηγηθεί τους φίλους μου τους Εγγλέζους και λοιπά και μου βγάζει, μου λέει: «Ρε συ, έχεις και…», γιατί έχω δουλέψει και δύο χρόνια στο Μάντσεστερ σε ξενοδοχείο εκεί. Άσε τι έχουν δει τα μάτια μου! Οπότε κι εκεί είχα διάφορα σκηνικά. Οι περισσότεροι βέβαια ήτανε μεθυσμένοι κάτω στα πατώματα, τους μαζεύαμε, τους πηγαίναμε στα δωμάτιά τους. Αλλά έχουν υπάρξει κι εκεί πάρα πολλά, οπότε με αφορμή ξέρω γω ένα δύο, τρία, πέντε, δέκα που μαζευτήκανε, μου λέει η αδερφή μου: «Γράψ’ τα, ρε παιδί μου, να τα θυμάσαι, σαν ημερολόγιο». Και αυτή ήταν η πρώτη ιστορία που θυμήθηκα να γράψω, ήτανε οι κυριούληδες που δεν μιλούσανε γρήγορα και κάναμε δέκα ώρες check in και check out. Και περνούσανε οι ώρες και τα λεπτά και δεν τελείωνε. Οπότε, ε, μετά απ’ αυτό ξεκίνησε όλη η ιστορία του να ψάξω να βρω και από δω κι από κει. Δεν το μετανιώνω. Μακάρι να μπορούσα να ασχοληθώ μόνο με τη σ… Δηλαδή να πω ότι εγώ είμαι συγγραφέας, τέλος, δεν έχω ν’ ασχοληθώ με τίποτα άλλο. Δεν γίνεται, όπως καταλαβαίνεις, γιατί οι συγγραφείς, οι συγγραφείς μπορούν… δεν λέω να είμαι, δεν ξέρω, η Rowling ας πούμε, εντάξει, okay, χαίρω πολύ. Αλλά θεωρώ ότι οι συγγραφείς δεν βγάζουν. Δεν το κάνεις για να είναι το επάγγελμά σου και να βγάζεις λεφτά. Οπότε πιο πολύ είναι σαν χόμπι, γενικά. Τουλάχιστον έτσι είναι για μένα, γιατί και με τη δουλειά μου είμαι ευχαριστημένη, οπότε δεν με πειράζει. Αλλά η αλήθεια είναι ότι όταν θα δεις, ρε παιδί μου, το, ακόμα και στα συλλογικά βιβλία που έχω συμμετάσχει, όταν θα δεις το διήγημά σου τυπωμένο και θα είναι, ξέρω γω, «της Ελπίδας Πέτροβα» ή της οποιαδήποτε Ελπίδας Πέτροβα είναι άλλη αίσθηση, είναι πολύ μεγάλη συγκίνηση, γιατί είναι λίγο η αναγνώριση του κόπου σου γι’ αυτό που έχεις κάνει. Γιατί το να γράψεις ένα, δεν μιλάμε για το βιβλίο έτσι; Το οποίο σου παίρνει, δηλαδή εγώ το γράφω ενάμιση χρόνο τώρα, συστηματικά, κάθε βδομάδα ένα κεφάλαιο, έτσι; Αλλά ακόμα και το διήγημα που θα γράψεις, που μπορεί να είναι τρεις σελίδες ή όσο και να είναι, είναι κόπος. Δηλαδή το Σαββατοκύριακο, που θα γράψω το κεφάλαιό μου, ξέρεις, είσαι κουρασμένος απ’ όλη τη βδομάδα, τρέχεις σαν τρελός και σου συμβαίνουν και χίλια άλλα δυο πράγματα, που είναι τα προσωπικά σου, έτσι; Θέλεις να κάνεις λίγο, να αποκοπείς, ρε παιδί μου, το μυαλό σου και ο εγκέφαλός σου να ξεκουραστούν. Όμως το να κάτσεις να γράψεις ένα κεφάλαιο μπορεί να σου πάρει και τρεις και τέσσερις και πέντε ώρες, που είναι, είναι σκέψη και κούραση αν το σκεφτείς, έτσι; Αυτό δεν μπορεί κάποιος που δεν γράφει να το καταλάβει. Να καταλάβει ότι εγώ την Κυριακή μου την έφαγα στο να γράφω, γιατί για μένα ήτανε πιο σημαντικό από το να πάω για καφέ, ας πούμε, εκείνη τη στιγμή. Οπότε όταν εσύ έχεις θυσιάσει πράγματα γι’ αυτό, που σ’ το λέω χόμπι, έτσι; Δηλαδή το κάνεις γιατί το θέλεις, έτσι; Όταν λοιπόν εσύ έχεις θυσιάσει πολλές Κυριακές και πολλά Σάββατα και, και, και… Και στο τέλος βγαίνει το αποτέλεσμα και βλέπεις το έργο σου, είτε είναι το διήγημα είτε είναι πολύ περισσότερο το βιβλίο, έτσι; Το βλέπεις τυπωμένο, είναι πολύ μεγάλη η συγκίνηση. Δεν έχει σημασία αν θα πουλήσει, δεν θα πουλήσει, οτιδήποτε. Εσύ το κάνεις για σένα αυτό το κομμάτι. Όταν λοιπόν θα το δεις, εγώ όταν πιάνω τα συλλογικά βιβλία και βλέπω κάθε φορά το διήγημα, τα χέρια μου τρέμουνε, εντός εισαγωγικών, γιατί αισθάνομαι περήφανη και για μένα ότι αυτό έχει γίνει, γιατί για μένα το κάνω. Τώρα αν θα πουλήσει και δέκα αντίτυπα δεν με πειράζει, αλλά θέλω να σου πω ότι το κάνεις γιατί το θέλεις, ρε παιδί μου, οπότε όλο αυτό είναι πολύ μεγάλη και ευχαρίστηση και αισθάνεσαι, εγώ αισθάνομαι υπερήφανη όταν γίνεται αυτό το πράγμα. Οτιδήποτε είναι. Από το 121 που βγήκε, που σκέψου ότι στο 121 μου πήρε: είναι οκτώ μικρές ιστορίες, από 121 λέξεις ακριβώς. Τόσο, ούτε καν[00:20:00]. Μου πήρε έξι μήνες για να το φτιάξω αυτό, γιατί έσβηνα, γράφεις, σβήνεις, γράφεις, σβήνεις. Δηλαδή ένα κεφάλαιο πρέπει να ξόδεψα και δέκα σελίδες μέχρι να φτάσει στη σωστή λέξη, η οποία θα είναι ακριβώς αυτό το οποίο θα εξηγεί στον άλλον αυτό που θες να πεις, γιατί το 121, όπως καταλαβαίνεις, είναι λίγο, αλλά ό,τι πρέπει. Σκέψου τώρα ένα βιβλίο που θα ’ναι τριακόσιες σελίδες, ξέρω γω, και θα ’χεις γράψει της Παναγιάς τα μάτια μέσα σ’ αυτό το κομμάτι, ας πούμε. Οπότε, ναι, είναι, είναι ευχαρίστηση όταν βλέπεις τον κόπο σου τυπωμένο, ρε παιδί μου. Λες: «Εντάξει, άξιζε όλη αυτή η ιστορία». Αυτά όσον έχει να κάνει με τα βιβλία.

Ν.Κ.:

Από το, την έναρξη της συγγραφικής σου πορείας στο ξενοδοχείο, που καθόσουν και έγραφες μικρές ιστορίες, πώς θυμάσαι να αποφασίζεις να πηγαίνεις στην πρώτη σου σχολή, στην πρώτη σου σχολή δημιουργικής γραφής;

Ε.Π.:

Ήταν λίγο ξαφνικό. Αφού έδωσα την ιστορία και τη διάβασε η αδερφή μου μού λέει: «Ρε συ, δεν είναι κι άσχημη. Μήπως λίγο να το δεις; Μήπως τελικά θέλεις να γράψεις και κατιτίς παραπάνω;». Μετά έψαξα, λέω: «Μπορεί». Εκείνη την περίοδο άλλαζα τμήματα, γιατί εγώ δούλευα με βάρδιες, οπότε το να δουλεύεις μόνο απογεύματα ή να ’σαι συνέχεια πρωί, απόγευμα, νύχτες –δεν ξέρεις πότε– δεν βοηθάει πάρα πολύ. Οπότε επειδή άλλαξα τμήμα και πήγα στις πωλήσεις κι είχα τα απογεύματά μου πιο ελεύθερα και τα Σαββατοκύριακά μου και ένα πιο σταθερό ωράριο, είπα ότι είναι ίσως είναι μια ευκαιρία να ξεκινήσω να δω τι μπορώ να κάνω πάνω στο θέμα της συγγραφής. Έτσι έψαξα στο Internet. Να σου πω, τυχαία το βρήκα. Έψαχνα να δω εργαστήρια δημιουργικής γραφής και είχα δει και το «Tabula Rasa» τότε και το «Harmony and Creativity». Και διάλεξα εκείνη τη φορά το «Harmony and Creativity». Οπότε κάναμε μάθημα Δευτέρες και Σάββατα; Είχα ξεκινήσει Δευτέρες και μετά έκανα Σάββατα; Τρεις ώρες, δεν ήτανε λίγο. Και ο δάσκαλος εκεί βοήθησε πολύ στο πώς να, πώς να μπαίνεις στο, στο μυαλό του αναγνώστη βασικά. Γιατί εγώ μπορεί να έχω μια ιστορία στο μυαλό μου, όπως μπορεί να ήταν και οι ιστορίες που μπορεί να έγραφα στην αρχή με το ξενοδοχείο, αλλά όταν εσύ ξέρεις κάτι, πρέπει να το αποδώσεις διαφορετικά στο χαρτί για να καταλάβει ο άλλος τι εννοείς εσύ. Γιατί πολλές φορές σκεφτόμαστε διάφορα και όταν το διαβάζει ο οποιοσδήποτε, λέει: «Λείπουν κάποια», γιατί εγώ τα έχω ήδη στο μυαλό μου. Άρα το πρώτο και βασικό που μάθαμε εκεί ήταν αυτό. Ήταν πώς να το αποτυπώνεις για να το καταλάβει ο άλλος. Μετά στη σχολή αυτήν κάναμε και εκδρομές, πολύ ωραία ήταν αυτά. Ναι, ναι! Κάναμε εκδρομές και τέτοια, οπότε εκεί μάθαινες… Υπάρχουνε πολλά πράγματα για να μάθεις, όπως πώς να γράφεις την κωμωδία. Εγώ την κωμωδία την έβαζα παντού, για να σου δώσω να καταλάβεις. Πώς να γράφεις σε κωμωδία, πώς να γράφεις… Φαντασίας δεν κάναμε η αλήθεια είναι εκεί. Ήτανε λίγο διαφορετικός ο τρόπος μάθησης. Μέχρι που, τέλος πάντων, είδα ότι εδώ δεν έχω κάτι άλλο να μάθω, ίσως μπορώ να το εξελίξω κάπου αλλού. Και μετά έψαξα εκεί και βρήκα την «Tabula Rasa» και εκεί έμαθα διαφορετικά πράγματα, με την Αντιγόνη. Ε, και έτσι συνεχίστηκε μέχρι που είπα ότι, εντάξει, δεν χρειάζεται να μάθω τίποτ’ άλλο, ήρθε η ώρα να γράψω το δικό μου το βιβλίο. Κι έτσι έχει ξεκινήσει αυτή η ιστορία. Δεν θα σου πω τι είν’ το δικό μου το βιβλίο. Θέλω πάρα πολύ να σου πω τι θέμα έχει, αλλά δεν θα το πω. Έκπληξη! Αλλά εντάξει, okay. Είναι φαντασίας, πάντως, δεν ξέρω αν σ’ το ’πα πιο πριν! Και δεν είναι κωμικό. Θα ’θελα να ήταν, αλλά δεν είναι. Ίσως το επόμενο να είναι, που έχω κάτι άλλο. Κάτι, κάτι… Λοιπόν θα σου πω ένα εξαιρετικό. Όταν, πριν χρόνια, όταν ξε… όταν σκέφτηκα να γράψω, όχι αυτό που γράφω τώρα, ένα άλλο, για να γράψεις τους χαρακτήρες είναι πολύ σημαντικό να έχεις το background τους, δηλαδή να ξέρεις μέχρι και τι χόμπι έχουν, από πού κατάγονται, για να μπορείς να το εμπεδώσεις όλο αυτό. Είχα βρει λοιπόν εγώ τέλεια όλους μου τους πρωταγωνιστές, στο προηγ… στο άλλο το βιβλίο, που το ’χω σε ένα συρτάρι και τους ξέρω ποιοι είναι. Τους είχα βρει, αυτός είναι έτσι, αυτός είναι έτσι, αυτός είναι έτσι. Κάθομαι λοιπόν μια μέρα στο… Και εμφανισιακά τούς ήξερα πώς ήτανε, έτσι; Κάθομαι μια μέρα στο τρόλεϊ και έρχομαι σπίτι. Και μπαίνει –θα σου πω το όνομα, αλλά δεν έχει σημασία–, μπαίνει ο ένας πρωταγωνιστής, ο Άντζελο λέγεται αυτός, είναι γιος ενός μαφιόζου, και ανεβαίνει[00:25:00] και κάθεται με μια κοπέλα απέναντί μου στην κα… στο τρόλεϊ. Φυσικά δεν ήταν ο Άντζελο, απλά για μένα ήτανε πραγματικά ο Άντζελο! Και μένω έτσι, κόκαλο! Τον βλέπω, λέω: «Δεν μπορεί. Κάποιος μου κάνει πλάκα» λέω «αυτήν τη στιγμή, δεν υπάρχει περίπτωση». Εν τω μεταξύ, είχα, είχα μείνει τόσο πολύ να τον κοιτάω που ήταν φοβερά παρεξηγήσιμο όλο αυτό, γιατί ο άνθρωπος ήτανε με την κοπέλα του, είχαν φρικάρει και οι δύο, σε φάση: «Αυτή τρελή είναι ή κάτι συμβαίνει και δεν το ’χουμε καταλάβει;». Που κατέβηκα από το τρόλεϊ κάποια, σε κάποια στάση, γιατί θεώρησα ότι είναι αδύνατον να συνεχίσω να μην τον κοιτάω. Άμα σου πω ότι αυτό συνέβη με όλους μου τους πρωταγωνιστές σ’ αυτό το βιβλίο! Τον έναν τον είδα στο αυτοκίνητο, τον άλλον τον είδα σε ένα καφέ που καθόμασταν και λέω «Αχ! Αυτός!». Την άλλη πάλι την είδα πάλι μες στ’ αμάξι, λέω: «Αχ! Η Λουκία!». Δηλαδή ήτανε απίστευτο, απίστευτο! Μου συνέβαινε και έλεγα: «Δεν μπορεί να γίνεται αυτό!». Και αυτό, ξέρεις, είναι, ρε παιδί μου, φοβερή αίσθηση, να λες ότι κάτι που είναι μυθοπλασία και δεν υπάρχει στην ουσία, υπάρχει όντως, είναι ζωντανό, το βλέπεις εκείνη τη στιγμή. Και λες: «Να, ρε φίλε, υπάρχουν όντως αυτοί οι χαρακτήρες!». Αυτό ήταν ένα από τα πρώτα σοκ που ’χα πάθει από όταν είχα ξεκινήσει να γράφω. Σε αυτούς τους πρωταγωνιστές που έχω τώρα κι αυτούς τους έχω δει, αλλά δεν ήτανε τόσο έντονη αυτή η, η πρώτη φορά που, ξέρεις, τους συναντάς, ρε παιδί μου, και δεν σου ’χει ξανασυμβεί. Οπότε, έχει και τα καλά του η… Είναι ωραίο πράγμα η συγγραφή, ρε παιδί μου, γενικά. Νομίζω ότι με όσους το ’χω συζητήσει που κι αυτοί είναι, ξέρεις, συγγραφείς ή θέλουν να γίνουνε συγγραφείς και τέτοια, βρίσκεις μία διέξοδο. Ή μπορεί να είναι ένα καταφύγιο για τον άλλον αυτό. Απλά είναι δύσκολο, γιατί και με την καθημερινότητα κι όλα αυτά, ο χρόνος, όπως και να το κάνεις, είναι, είναι περιορισμένος. Δηλαδή σίγουρα γράφω Σαββατοκύριακα, για να σου πω την αλήθεια.

Ν.Κ.:

Ήθελα να σε ρωτήσω, από τα, αυτό το εργαστήρι, και το Tabula Rasa και το–

Ε.Π.:

«Harmony and Creativity».

Ν.Κ.:

«Harmony and Creativity», πώς ενεπλάκης σε αυτήν τη σελίδα, τη λογοτεχνική σελίδα φαντασίας που–

Ε.Π.:

Έχουμε εμείς τώρα με τα κορίτσια;

Ν.Κ.:

Ναι, ναι. Και πώς το ένιωσες επίσης. Εννοώ πώς το, πώς θυμάσαι την πρώτη σας συνάντηση, την πρώτη σας επαφή;

Ε.Π.:

Με τα κορίτσια, ε; Την Κατερίνα την Κρυστάλλη τη γνώρισα μέσω Facebook, από διάφορες σελίδες που μιλάνε για βιβλία, τέτοια πράγματα. Και μετά ανταλλάζαμε κάποια mail, μου ’στελνε κι αυτή κάποια γραπτά της, της έστελνα κι εγώ να δει, να διαβάσω, να μου πει τη γνώμη της και λοιπά. Και η Κατερίνα μου σύστησε την Μαρία. Οπότε… Την Μαρία την, ούτε εκείνη με ήξερε, οπότε μας έφερε η Κατερίνα σε επικοινωνία. Φτιάξαμε μια ομάδα που έχουμε στο Messenger, λέγοντας ότι θα ’ταν ωραίο, γιατί όλα ξεκίνησαν με το τε… με την «Καρδιά των Καρτών», που λέγεται το βιβλίο. Μας είπε η Κατερίνα ότι είχε την ιδέα να γράψουμε μια ιστορία που να έχει να κάνει με κάρτες ταρώ. Οπότε, είχε ήδη εκείνη προσκαλέσει κάποιους συγγραφείς. Και της είχανε, είναι πιο κοινωνική, η Κατερίνα είναι λίγο πιο κοινωνική από μένα και την Μαρία, είχε ήδη προσκαλέσει κάποιους συγγραφείς και είχανε δεχτεί. Και όταν βρεθήκαμε οι τρεις μας της είπαμε, ρε παιδί μου, να βοηθήσουμε όλοι, γιατί είναι ένα πολύ μεγάλο… Δηλαδή το να έχεις 25 συγγραφείς και να προσπαθείς να συνεννοηθείς μαζί τους για κάτι, πίστεψέ με είναι πάρα πολύ δύσκολο. Οπότε της είπαμε να το, να μοιράσει αν θέλει τη δουλειά και να τη βοηθήσουμε κι εγώ και η Μαρία σ’ αυτό το κομμάτι. Και η ίδια, από ό,τι τουλάχιστον ξέρω, ανακουφίστηκε σε αυτό, γιατί ήτανε πολλή δουλειά, πάρα πολλή. Καημένη! Είχα λυπηθεί εκείνη την περίοδο. Και είδε ότι επειδή συνεννοούμασταν μεταξύ μας στο πώς, δεν μαλώναμε ποτέ, να πεις: «Όχι, εγώ θα κάνω αυτό, όχι, εγώ θα κάνω αυτό». Μοιράστηκαν δουλειές. «Τι θα κάνουμε σ’ αυτό, εσύ θα κάνεις αυτό κι εγώ θα κάνω αυτό». Βγήκε μια πολύ καλή αύρα μεταξύ των τριών. Στο ότι δεν χρειάζεται, ότι ο καθένας μπορεί να κάνει το κομμάτι του και δεν υπάρχει κανένα θέμα για παρεξήγηση ή οτιδήποτε, γιατί κι αυτά συμβαίνουν. Δηλαδή δεν θέλει κάποια από τις τρεις να φανεί, να κάνει, να ράνει. Είμαστε και οι τρεις ένα κομμάτι, ρε παιδί μου. Οπότε, μοιραστήκαμε αυτό. Και είδαμε ότι τσούλησε και βγήκε. Και βγήκε πιο οργανωμένα απ’ ό,τι αν ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος θα είχε μπουχτίσει να ασχοληθεί με 25 ανθρώπους, ταυτόχρονα και με το graphic designer και[00:30:00] με την επιμέλεια και να τρέχεις μετά στον, στο τυπογραφείο, που έπρεπε να τα πάρεις και, και, και… Οπότε έτσι έσπασαν τα κομμάτια και όλα βγήκανε καλύτερα απ’ ό,τι ήτανε να βγουν. Και μετά συζητήσαμε κάποια στιγμή και είπαμε ότι, ρε παιδί μου, γιατί ψάχναμε να βρούμε όνομα για την ομάδα, γιατί θέλαμε να φαίνεται ότι το ’χουν κάνει οι «Tales of the Mind». Ε, μας πήρε κάνα, αρκετό χρονικό διάστημα να βρούμε πώς θα μας λένε. Βγήκε τελικά αυτό που μας αρέσει πολύ. Και είπαμε ότι, εντάξει, μετά την Καρδιά των Καρτών δεν χρειάζεται να σταματήσει αυτό. Τι θα μπορούσαμε όμως να κάνουμε; Γιατί, ξέρεις, το να ξαναφτιάξεις ένα βιβλίο από την αρχή και να προσκαλέσεις άλλους τόσους και τα λοιπά, εντάξει, ήτανε λίγο δύσκολο να ξαναγίνει. Θέλαμε να πάρουμε μια ανάσα, γιατί ήτανε πραγματικά ψυχοφθόρο, όσο ωραίο, ήτανε ταυτόχρονα ψυχοφθόρο. Αλλά να διατηρήσουμε όμως τις «Tales of the Mind». Και πώς θα γινόταν αυτό; Ε, θα φτιάχναμε e-book, γιατί το e-book είναι πολύ εύκολο να το φτιάξεις. Οπότε αποφασίσαμε να οργανώνουμε κάποια project και, με θεματικές, όπως είναι κλασικά τα Χριστούγεννα που σου είπα, είναι το Halloween, είναι ξέρω γω Πάσχα, ο Άγιος Βαλεντίνος, δηλαδή κάποια που είναι στάνταρ θεματικά και μέσα σ’ αυτά όποιος θέλει να βάζουμε –και την Κατερίνα και η Μαρία έχουνε πολύ ωραίες ιδέες, ρε παιδί μου–, να βάζεις, να βάζουμε και κάποια εξτρά. Δηλαδή δεν χρειάζεται να ’ναι μόνο, γιατί βαριέσαι κιόλας να, εντάξει, να γράψεις για τα Χριστούγεννα, και; Τι θα; Φτάνει πια. Πόση αγάπη και παιχνίδια και Άγιος Βασίλης; Θέλεις να βάλεις και κάτι διαφορετικό. Ε, οπότε μετά μας ήρθε η ιδέα να υπάρχουνε φωτογραφίες, φαντασίας αυτά ήτανε. Αυτά είχανε πολλή πέραση η αλήθεια είναι. Φωτογραφίες φαντασίας με όντα που δεν υπάρχουν, ξέρω γω βρικόλακες, αυτά, λυκανθρώπους ή διάφορα που τα βρίσκεις, ρε παιδί μου, στο Internet και να τα στέλνεις, οποίος θέλει να συμμετέχει, τους τα στέλνεις και γράφουνε μια ιστορία που βασίζεται στην εικόνα. Αυτά έχουν πάει πάρα πολύ καλά. Γι’ αυτό σου λέω ότι το φαντασίας γενικά τσουλάει πάρα πολύ. Τα τελευταία χρόνια. Δεν ήταν έτσι παλιότερα, γιατί δεν είμαστε και όλοι Tolkien, όπως καταλαβαίνεις, να γράφουμε τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Και επειδή είδαμε ότι αυτά πιάνουν, οπότε στο ενδιάμεσο πετάμε και κάνα τέτοιο project και η ανταπόκριση στο τελευταίο χρονικό διάστημα, θα ’χει, ξέρω γω, τουλάχιστον πέντε-έξι μήνες, μπορεί και έναν χρόνο, είναι πολύ συγκινητική. Δηλαδή όταν θα αναρτήσουμε, γιατί έχουμε και σελίδα στο Facebook και στο Instagram και site, blog μάλλον, να μη σου λέω site ακριβώς. Οπότε, όταν βλέπεις ότι όλοι μας λένε: «Άντε, πότε θα βγει το επόμενο project;» και, και, και, σε χαροποιεί αυτό. Σημαίνει ότι ο κόσμος, ρε παιδί μου, σε σκέφτεται, σε έχει στον νου του, σε έχει υπ’ όψιν. Και μάθαμε, γιατί είχαμε πάει και στο «Fantasy Festival», τώρα που ’ταν το Σαββατοκύριακο, μας είπε η Κατερίνα ότι μας, μας ξέρει, δηλαδή: «Πού είναι η Μαρία, πού είναι η Ελπίδα; Γιατί δεν είναι εδώ;», και ότι θα μπορούσαμε κι εμείς να είμαστε εκεί πέρα. Δηλαδή το γεγονός ότι το όνομά σου ακούγεται γενικά, ε, σημαίνει ότι οι κόποι που έχεις κάνει, γιατί όλα αυτά είναι κόπος για μας, έχουνε κάποιο αντίκρισμα, ρε παιδάκι μου. Κι αυτό είναι, είναι σημαντικό. Όπως είναι να βλέπεις το βιβλίο σου τυπωμένο, έτσι είναι σημαντικό να βλέπεις ότι ο κόσμος σε έχει στον νου του, σε ξέρει, θέλει να συμμετάσχει στα project.

Ν.Κ.:

Δεν ξέρω, τι άλλο θυμάσαι από το, από όλη αυτήν τη διαδικασία της συγγραφής με τις «Tales of the Mind»; Όλα αυτά, όλα αυτά τα project, όλο, όλη αυτή η επικοινωνία με τους ανθρώπους, με συγγραφείς, με δικά σου πράγματα που γράφεις;

Ε.Π.:

Θα σου πω. Το, η πρώτη επαφή που ήτανε έτσι συλλογικό και ασχολήθηκε η Κατερίνα και μετά βγήκε η Καρδιά των Καρτών ήτανε, είχε να κάνει με τον καφέ. Ήταν ένα βιβλίο που ήταν πάλι, τώρα δεν θυμάμαι πόσοι συγγραφείς ήταν, και εκεί ξεκίνησα να ’χω πιο πολλή επαφή με την Κατερίνα, για να φτάσουμε στην Καρδιά των Καρτών, να φτάσουμε στο «Tales of the Mind», όπου έγραφες σε 121 λέξεις για κάποιον καφέ. Τι είδους καφές σ’ αρέσει. Ο γαλλικός, ελληνικός, ξέρω γω. Αυτό ήταν το πρώτο project στο οποίο συμμετείχα, που με κάλεσε η Κατερίνα να συμμετάσχω. Και έτσι αναπτύχθηκε μεταξύ μας μία σχέση, όπου στη συνέχεια η, εξελίχθηκε στο να με ξανακαλέσει να συμμετάσχω στην Καρδιά των Καρτών και από κει να γνωρίσω την Μαρία και να συνεχιστεί όλο αυτό. Και θα σου πω. Αυτό που θέλουμε τώρα, το οποίο ίσως και να γίνεται, δεν ξέρω, είναι να συμμετάσχουμε του χρόνου στο «Fantasy Festival». Το δουλεύουμε λιγάκι αυτό, γιατί εκεί[00:35:00] πλέον... Κοίταξε, η Καρδιά των Καρτών θεωρείται αυτοέκδοση. Είναι πάρα πολύς κόσμος ο οποίος κάνει αυτοεκδόσεις. Αν με ρωτήσεις αν είμαι υπέρ ή κατά, δεν έχω να σου πω ακόμα. Απ’ τη μία είμαι υπέρ, γιατί είναι το πόνημά σου και θες να το βγάλεις στον κόσμο να διαβάσει. Απ’ την άλλη θες ο εκδοτικός οίκος τάδε να πει: «Ρε φίλε, μ’ αρέσει, θα σ’ το εκδώσω». Οπότε είμαι λίγο στο ενδιάμεσο. Παρ’ όλ’ αυτά, η Καρδιά των Καρτών είναι μία αυτοέκδοση. Κάποτε δεν επιτρεπόντουσαν αυτοεκδόσεις σε διάφορα φεστιβάλ. Τώρα όμως έμαθα ότι γίνεται. Οπότε εμείς, επειδή έχουμε πάρα πολύ fantasy κι αυτά, στα σχέδιά μας, ίσως, θα το συζητήσουμε βέβαια, θα ήτανε να, να συμμετάσχουμε σε ένα τέτοιο φεστιβάλ. Βέβαια, εκεί πρέπει να έχουμε παραπάνω από ένα βιβλίο, αλλά κι αυτό το δουλεύουμε, να ξέρεις, για το επόμενο βιβλίο που θέλουμε να κάνουμε. Και αυτό είναι ότι, ρε παιδί μου, έχεις, έχεις έναν άνθρωπο να σου πει μια ιδέα και να μιλήσεις απλά για το ότι: «Γράφω αυτό, γράφω αυτό». Να πω εγώ την άποψή μου, χωρίς να υπάρξει παρεξήγηση σ’ αυτό που θα πει ο άλλος. Να ζητήσω την άποψη των κοριτσιών σε πράγματα, ειδικά συγγραφικά. Οι οποίες πάντα με χαρά θα με βοηθήσουν και το αντίστροφο. Και πλέον η σχέση μας έχει φτάσει σε πολύ πιο κοντινό επίπεδο. Δηλαδή εγώ τις θεωρώ πολύ φίλες μου, όπου να μπορούμε να λέμε πλέον και πιο προσωπικά θέματα, απ’ το να είναι μόνο μια ιδέα. Και με έχουν στηρίξει πάρα πολύ, σε πολύ δύσκολη φάση που έχω περάσει. Και το εκτιμώ αφάνταστα αυτό. Ήταν εκεί. Δεν με πίεσαν σε τίποτα γιατί, ξέρεις, το να στέλνεις μια φορά στο τόσο ένα μήνυμα δεν λέει κάτι, όσον αφορά τις ιδέες. Δηλαδή ιδέες πρέπει να, όταν έχεις μια ιδέα να τη στέλνεις, να το συζητάς, δεν μπορείς να τ’ αφήνεις, γιατί όσο το αφήνεις αυτό σε αφήνει κι εκείνο. Οπότε, όταν είχαμε, είχα τα ζόρια μου, τέλος πάντων, δεν με πιέσαν σε τίποτα στο να μου πουν: «Τι θα γίνει, θα μας πεις; Τι θα γίνει, θα μας πεις;». Είναι πολύ σημαντικό αυτό, να ξέρεις ότι υπάρχει η κατανόηση από τον άλλον. Γι’ αυτό σου λέω ότι δεν, δεν μαλώνουμε κιόλας, δεν... Έχουμε βρει τα πατήματά μας και αυτό μας δίνει δύναμη ότι μπορούμε να συνεχίσουμε και να γίνουμε πάρα πολύ διάσημες, έτσι; Τα αυτόγραφα, δεν ξέρω, δεν θα σας προλαβαίνουμε! Αυτά με τις «Tales of the Mind».

Ν.Κ.:

Εσύ πώς νιώθεις να έχεις εξελιχθεί στη συγγραφή μέσα από αυτά τα χρόνια; Δηλαδή σε σύγκριση με την, με το πρώτο σου διηγηματάκι, αυτό που μου έλεγες–

Ε.Π.:

Ναι, ναι, ναι–

Ν.Κ.:

Γι’ αυτούς τους Άγγλους τουρίστες –

Ε.Π.:

Ναι.

Ν.Κ.:

Σε σύγκριση με τώρα, πώς βλέπεις τη συγγραφική...

Ε.Π.:

Την πορεία τη δικιά μου;

Ν.Κ.:

Ναι, τη δική σου.

Ε.Π.:

Κοίταξε, θα σου πω ότι δεν έχει καμία σχέση. Αυτό που ’χα γράψει εκεί ήταν σαν να διαβάζεις ένα ημερολόγιο που μπορεί να ’μουνα, ξέρω γω, 16 χρονών. Δεν θέλω να καυχηθώ, γιατί δεν έχει να κάνει μ’ αυτό, απλά έχει να κάνει με το ότι μαθαίνεις κάποια πράγματα στο πώς να γράφεις. Η δασκάλα μου, η Αντιγόνη, λέει ότι: «Όλοι μπορούμε να γίνουμε συγγραφείς, αρκεί να θέλεις να γίνεις συγγραφέας και υπάρχουν και κάποιες τεχνικές», έτσι; Βέβαια υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν ότι αυτό δεν γίνεται, πρέπει να έχεις οπωσδήποτε ταλέντο. Εγώ δεν ξέρω ακριβώς. Ίσως είμαι κάπου στο ενδιάμεσο να σου πω την αλήθεια, αλλά ήθελα πραγματικά να ασχοληθώ με το γράψιμο. Τα γραπτά μου δεν έχουν καμία σχέση με πριν. Δηλαδή το πιο σημαντικό είναι αυτό που σου λέω, ότι αυτό το οποίο σκέφτομαι θα το αποτυπώσω στον γραπτό λόγο έτσι ώστε να το καταλάβει κι ο άλλος αυτό που εννοώ. Παλιότερα δεν υπήρχε αυτό. Επίσης έχοντας, έχοντας… Αυτό είναι που παίζει ρόλο και στους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Δηλαδή γράφεις γιατί θέλεις να μην το αφήσεις αυτό, γιατί κι αυτό άμα τ’ αφήσεις θα σ’ αφήσει το γράψιμο. Βέβαια, όπως σου ’χω πει, δεν έχει πάντα, δεν έχεις πάντα έμπνευση. Αυτό είναι πολύ φυσιολογικό. Έχει τύχει να μη γράψω και για μήνες, γιατί πάντα έχει να κάνει και στην ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι και τι σου συμβαίνει στη ζωή σου, έτσι; Αλλά θεωρώ ότι θα… Παραδείγματος χάριν, μπορεί να μου ’χε ζητήσει και η αδερφή μου, η οποία παρακολουθεί, ρε παιδί μου, τον, την πορεία μου, ας πούμε. Το πρώτο το οποίο της διάβασα τότε δεν έχει καμία σχέση με το τελευταίο που διάβασε, ξέρω γω, προχθές. Και έχουν περάσει οχτώ χρόνια από τότε. Και δεν σημαίνει ότι στα πρώτα τρία-τέσσερα άρχισα εγώ να γράφω καταπληκτικά. Και για κάποιους μπορεί να μην είναι και καταπληκτικά. Εγώ όμως με τον εαυτό μου είμαι okay, ότι ναι, τώρα μπορώ να γράψω. Γι’ αυτό σου λέω ότι τώρα ξεκίνησα και το πρώτο μου μυθιστόρημα. Δηλαδή αισθάνομαι ότι μπορώ να γράψω το πρώτο μου μυθιστόρημα. Τώρα σε ποιους θα αρέσει δεν ξέρω; Αλλά θεωρώ[00:40:00] ότι σ’ εμένα θα αρέσει σίγουρα.

Ν.Κ.:

Οπότε η ανταπόκριση των ανθρώπων γύρω σου, γύρω από το κομμάτι της συγγραφής, πώς είναι; Πώς την, πώς τη θυμάσαι εσύ, πώς την έχεις βιώσει;

Ε.Π.:

Στην αρχή ήτανε: «Θα κάτσεις να γράψεις; Δεν γράφεις ποτέ τίποτα!». Στην έκθεση φαντάσου στο πανεπιστήμιο, στο πανεπιστήμιο δεν πήγα, όταν έδωσα εξετάσεις είχα πάρει κάτω απ’ τη βάση! Κι εγώ η ίδια εντυπωσιάστηκα. Αλλά ποτέ κανείς δεν με έκρινε αρνητικά σ’ αυτό το κομμάτι. Ίσα-ίσα που, ας πούμε, ο Φίλιππος, έτσι; Ο άντρας μου, είναι, ξέρει πότε εγώ γράφω, οπότε δεν θα με ενοχλήσει. Γιατί όταν γράφεις, ας πούμε εγώ γράφω ένα κεφάλαιο και είμαι εκεί, δηλαδή κάθομαι στην καρέκλα, στο κέντρο του τάδε μέρους που είναι οι πρωταγωνιστές και τους παρακολουθώ, οπότε το γράφω. Δεν μπορώ να βγαίνω απ’ αυτό. Πρέπει να είμαι πολύ συγκεντρωμένη, γιατί, για τους ευνόητους λόγους. Σέβεται αυτό το κομμάτι. Δηλαδή όλοι έχουνε σεβαστεί όλο, όλη αυτήν την, πες το, αυτό το χόμπι το οποίο ξαφνικά ξεκίνησα να κάνω. Θέλει να, θέλουν να διαβάσουν αυτά τα οποία γράφω. Βέβαια, το μυθιστόρημα δεν το ’χει διαβάσει κανείς. Έρχεται ο Φίλιππος [Δ.Α.]: «Στείλ’ το μου να το διαβάσω» κι αυτά, του λέω «όχι, στο τέλος». Αλλά τα διηγήματα, ας πούμε, που κατά καιρούς γράφω ή κάποια τα οποία στέλνω σε διαγωνισμούς ή οτιδήποτε, αυτά είναι από τους πρώτους που θα τα διαβάσει. Και εγώ τα στέλνω σε κάποιον ο οποίος δεν ασχολείται με τη συγγραφή για να μου πει κιόλας: «Κάτι σου ξίνισε; Κάτι δεν σου άρεσε; Να με βοηθήσεις να το στρώσω». Το ίδιο και στην αδερφή μου. Το ίδιο και σε έναν κολλητό μου ο οποίος κι αυτός που ασχολείται με τη συγγραφή ή στα κορίτσια άμα το στείλω θα μου πουν. Την τελευταία, στο τελευταίο που ’χαμε γράψει, είχανε δει ήδη. Μου είπαν ότι η διαφορά μου είναι τεράστια από τότε, από το προηγούμενο, όχι καν από το πολύ πιο παλιά. Οπότε όλοι με έχουνε στηρίξει σε αυτό, γιατί αυτό μπορεί να παίρνει πολύ χρόνο που μπορεί κάποιος να θέλει να βρεθούμε ή να ’χουμε να βρεθούμε, να ’χουμε να βρεθούμε καιρό και τους λέω: «Παιδιά, εγώ σήμερα δεν μπορώ, γράφω». Μπορεί σε κάποιους να ακούγεται αστείο, αλλά δεν είναι για μένα αστείο. Οπότε, κανένας ποτέ δεν μου ’πε: «Έλα, ρε φίλε, τώρα, τι γράφεις, να πούμε; Πάμε να πιούμε ένα… ποτά», ξέρω γω. «Δεν μπορώ, γράφω». Όλοι το ’χουν σεβαστεί. Μόλις πω: «Δεν μπορώ, γράφω», «ναι, ναι, ναι, εντάξει, εντάξει», ξέρω γω, «θα βρεθούμε αύριο ή άλλη στιγμή». Κι αυτό δείχνει ότι, ρε παιδί μου, εγώ εκτιμώ πάρα πολύ αυτό το κομμάτι, που οι φίλοι μου, οι πολύ κοντινοί, ο άντρας μου, ξέρω γω, η αδερφή μου, έχουν όλοι σεβαστεί και με βοηθάνε στο πώς να το εξελίξω, έτσι; Στο... Δηλαδή θέλεις, εγώ όταν θα το διαβάσω το, το διήγημα αμέσως μετά, δεν μπορώ να διακρίνω αν κάτι δεν στέκει. Οπότε είναι, προτιμώ να το στείλω σε κάποιον, όπως είναι ο Φίλιππος ή όπως είναι η αδερφή μου, που έχουν μια άλλη οπτική και δεν διαβάζουν κι όλοι φαντασίας. Δηλαδή η αδερφή μου που δεν διαβάζει φαντασίας είναι πιο αντικειμενική στην κρίση της. Ή να αφήσεις το διήγημα και να το ξαναδιαβάζω μετά από, ξέρω γω, τρεις μέρες, όπου εκεί πάλι το βλέπεις διαφορετικά. Δηλαδή έχει τύχει διηγήματα τα οποία έχω και τα έχω γράψει πριν πέντε μήνες και όπως σκαλίζω να κάτσω να το διαβάσω αυτό και να πω: «Αχ! Κοίταξε δω τι είχα γράψει! Δεν είναι κακό» θα πω, «δεν είναι κακό. Για να το δω λίγο, ξέρω γω, να το στρώσω». Εντάξει, τα κρατάς αυτά, δεν τα πετ… δεν τα σβήνεις ποτέ. Και μου έχει συμβεί με πολλά που τα ’χω βρει εκεί σε κάτι φακέλους στο laptop, που λέει «Κείμενα». Και λες: «Α! Κοίταξε τι είχα γράψει τότε; Μάλιστα, ενδιαφέρον». Και μπορείς να φτιάξεις κι ολόκληρη ιστορία με μια παράγραφο που λες: «Κοίταξε, καλή είναι αυτή». Γενικά, ό,τι γράφουμε δεν το πετάμε, τουλάχιστον αυτή είναι η γνώμη μου. Τα κρατάς είτε είναι σε τετράδιο, που μ’ αρέσει πάρα πολύ να γράφω, είτε είναι στον υπολογιστή, μένουν εκεί. Κάποια στιγμή μπορεί να σου χρειαστούν. Κάποια στιγμή μπορεί να γράψεις ολόκληρο βιβλίο από μια παράγραφο. Οπότε τα κρατάς, τα ξανακοιτάς και έτσι βλέπεις και πόσο έχεις εξελιχθεί από τότε. Δηλαδή πριν από έναν χρόνο που βρήκα διηγήματα, τώρα μπορώ να πω ότι γράφω καλύτερα από πριν από έναν χρόνο, κατά τη γνώμη μου και κατά τη γνώμη των πολύ κοντινών μου ανθρώπων, έτσι; Και της οικογένειάς μου! Για τους υπολοίπους δεν ξέρω. Οπότε κι αυτό είναι, είναι σημαντικό να έχεις ανθρώπους να σε στηρίζουν σ’ αυτό. Γιατί, σκέψου, την παρουσίαση που κάναμε με το 121 Λέξεις που σου λέω, ήταν ιδέα της αδερφής μου. Μου λέει: «Θα κάνουμε ένα, μια παρουσίαση και θα κάνουμε» μου λέει, «ένα θεατρικό». Εντάξει, κλάψαμε απ’ τα γέλια η αλήθεια είναι. Ήταν πάρα πολύ ωραίο θεατρικό, αλλά... Γιατί ήθελα, γιατί σ’ το είπα εγώ αυτό; Α, γιατί ήθελα να σου πω ότι έχει σημα[00:45:00]σία το πόσο δεκτικοί ήτανε στο ότι: «Να την κάνουμε την παρουσίαση». Δεν βαριούνται να ασχοληθούνε μ’ εσένα και με το σύγγραμμά σου, ας πούμε. Είναι, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Ν.Κ.:

Θα ήθελες κάτι άλλο τελευταίο να μοιραστείς μαζί μας; Κάποια ανάμνηση; Κάτι που σου έχει εντυπωθεί στο μυαλό;

Ε.Π.:

Ανάμνηση; Κοίταξε, ανάμνηση θα είναι η πρώτη φορά που κέρδισα σ’ έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό, η οποία δεν το πίστευα κιόλας η αλήθεια είναι, γιατί μέχρι τότε είχα φάει άκυρο ουκ ολίγες φορές. Και μου έρχεται το ότι: «Ξέρετε, έχετε κερδίσει, το διήγημά σας θα συμπεριληφθεί στη συλλογική τέτοια» και λέω «δεν το πιστεύω». Νομίζω εκείνη τη μέρα έκλαψα, πρώτη φορά που κέρδισα στον διαγωνισμό. Μετά που κέρδισα και σε υπολοίπους, ρε παιδί μου, η χαρά είναι τεράστια, γιατί υποτίθεται το διαβάζουνε, ξέρω γω, διακεκριμένοι συγγραφείς και σ’ το διαλέγουν. Αλλά εκείνη η πρώτη φορά ήτανε, ήτανε πολύ σημαντική. Ότι, ότι, ρε παιδί μου, άξιζε αυτό το οποίο είχα κουραστεί για να φτιάξω. Και κατά τα άλλα και ωραία συγκίνηση ήτανε και όταν βγήκε το πρώτο μου βιβλιαράκι και ο κόσμος, ο κόσμος, τέλος πάντων, όσοι το διάβασαν γέλασαν με αυτό που έγραψα, που σημαίνει ότι, εντάξει, στο χιούμορ okay, δεν είναι μόνο υποκειμενικό. Άρα και κάποιος άλλος μπορεί να γελάσει εκτός από μένα και αυτό μου άρεσε πάρα πολύ και με συγκίνησε. Οπότε θεωρώ ότι στο επόμενο βιβλίο που θέλω να γράψω, που θα ήθελα να είναι τουλάχιστον με μαύρο χιούμορ, μπορεί και να πετύχει. Κοίτα, συγκινούμαι κάθε φορά που κάποιο διήγημά μου το βλέπω σε μια συλλογική έκδοση η αλήθεια είναι. Αλλά, εντάξει, η πρώτη φορά είναι πάντα έτσι πιο δυνατή, ρε παιδί μου. Όπως και όταν βρω το πρώτο μου μυθιστόρημα και το ’χω σε βιβλίο κι αυτό θα ’ναι πολύ συγκινητικό.

Ν.Κ.:

Ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη.

Ε.Π.:

Ευχαριστώ κι εγώ πολύ!