© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Ένα επώνυμο που περίμενε να αλλάξει: Η ιστορία του κυρίου Κρίτωνα από την Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα

Istorima Code
13716
Story URL
Speaker
Κρίτωνας Μιχαήλος (Κ.Μ.)
Interview Date
21/08/2020
Researcher
Ελένη Κασίμου (Ε.Κ.)
Ε.Κ.:

[00:00:00]Καλημέρα σας!

Κ.Μ.:

Καλημέρα!

Ε.Κ.:

Θα μας πείτε το όνομά σας;

Κ.Μ.:

Κρίτων Μιχαήλος λέγομαι. 

Ε.Κ.:

Αρχικά, ευχαριστώ πάρα πολύ που θα μοιραστείτε τις εμπειρίες σας μαζί μου. Είμαι η Ελένη Κασίμου. Είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Βρισκόμαστε 22 Αυγούστου του 2020 στην Αθήνα με τον κύριο Κρίτωνα Μιχαήλο, να μιλήσουμε για τις εμπειρίες του από τα παιδικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και μετέπειτα από τη μετάβασή του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αθήνα. Θα θέλετε να μας πείτε μερικά λόγια για σας; Πότε γεννηθήκατε, πού; Να μας κάνετε μια παρουσίαση ποιος είστε.

Κ.Μ.:

Ευχαρίστως. Γεννήθηκα το 1950 στην Κωνσταντινούπολη. Από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ελβετίδα. Εγώ ήμουνα το τρίτο παιδί της οικογένειας. Αισθάνομαι Έλληνας της Διασποράς. Κι από τότε που ήμουνα εκεί και τώρα βέβαια ακόμα περισσότερο. Το 1950 που γεννήθηκα, ήταν μεταπολεμικά τα χρόνια. Υπήρχε αρκετή φτώχεια, δυσκολία, αλλά βέβαια, η Τουρκία δεν ήταν σε πόλεμο. Ήμασταν επηρεασμένοι πολύ από ξένο κόσμο που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη. Εκτός απ’ τους Έλληνες, υπήρχαν Εβραίοι, Γερμανοί, Ιταλοί, Γάλλοι, Αρμεναίοι. Μετά από ένα εξάμηνο που γεννήθηκα, δυστυχώς χάσαμε τη μητέρα μου από οστεομυελίτιδα. Κι ο πατέρας μου έμεινε με τρία παιδιά στην πόλη. Έψαξε τον τρόπο, πώς να μπορέσει να επιβιώσει. Είχε δύο καταστήματα που τους λέγανε «Λοκάντες» εκεί. Ήταν σαν μεζεδοπωλεία, τα οποία διαθέτανε και αλλαντικά στον κόσμο. Το ένα ήταν στο κέντρο της πόλης, στο Πέρα. Τα καταστήματα. Τέλος πάντων, βρήκε ένα τρόπο ο πατέρας μου να μας μοιράσει από δω και από κει. Τα τρία παιδιά, γιατί έπρεπε να δουλεύει. Τα δύο μείνανε στον νονό του αδελφού μου, η αδελφή μου κι ο αδελφός μου κι εγώ έμεινα στη γιαγιά μου και στη θεία μου που ήταν στην Πόλη κι αυτές.

Ε.Κ.:

Κι αυτές γεννημένες εκεί;

Κ.Μ.:

Ναι. Η γιαγιά μου ήτανε Σμυρνιά. Μαγείρισσα. Πήγαινε σε σπίτια και μαγείρευε. Δυσκολίες αφάνταστες. Ο πατέρας μου το 1955, με τα πρώτα γεγονότα για την Κύπρο απ’ τη μεριά της Τουρκίας, καταστράφηκε. Ήτανε Σεπτέμβριος του 1955, που αρχίσανε και ρημάζανε σπίτια –ρημάζανε μαγαζιά, συγνώμη–. Ο κόσμος όλος κλεισμένος στα σπίτια του, κρυμμένος. Κι ο πατέρας μου καταστράφηκε κι αφού δεν μπορούσε άλλο να λειτουργήσει, σηκώθηκε κι έφυγε, να πάει να βρει τι να κάνει. Κι έφυγε στο εξωτερικό. Ήρθε στην Ελλάδα αρχικά… Ναι, ήρθε στην Ελλάδα αρχικά, αλλά δεν γνώριζε κανέναν. Έμεινε λίγο καιρό, δεν μπόρεσε να αφομοιωθεί στις συνθήκες κι έφυγε και πήγε στη Γαλλία. Στη Μασσαλία συγκεκριμένα. Κάθισε εκεί δυο χρόνια. Δούλεψε, σπούδασε. Και τελικά γύρισε στην Ελλάδα μετά από δυο χρόνια κι άρχισε επαφές σαν μάγειρας και σαν ζαχαροπλάστης με πρεσβείες, με[00:05:00] σπίτια αρχοντικά της εποχής. Ή σε σπίτια πλουσίων πήγαινε, μαγείρευε. Και το μέλημα του ήταν πώς να μας φέρει κι εμάς εδώ. Τελικά βρήκε και μία γυναίκα που τη συστήσανε, η οποία ουσιαστικά θυσιάστηκε. Εντάξει… Αλλά κι εκείνη την εποχή ήταν δύσκολα τα χρόνια των επιλογών, οπότε πήρε έναν άντρα με τρία παιδιά. Κι ο πατέρας μου αποφάσισε να μας φέρει. Βέβαια ο πατέρας μου, επειδή ήταν Έλληνας, εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να πάει πάλι στην Πόλη.

Ε.Κ.:

Είχε κρατήσει και την ελληνική υπηκοότητα;

Κ.Μ.:

Ναι, βεβαίως.

Ε.Κ.:

Κι εσείς;

Κ.Μ.:

Ναι κι εγώ . Ήμασταν Έλληνες της Διασποράς. Δεν ήμασταν ούτε με τούρκικη υπηκοότητα. Τελικά μας έφερε το 1962, μας έφερε στην Ελλάδα. Εδώ εγώ σαν παιδί του είχα ξανάρθει άλλες δυο φορές, αλλά τα αδέλφια μου δεν είχαν ξαναέρθει. Πρώτη φορά ερχόντουσαν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αθήνα. Τέλος πάντων, εμείς καταφέραμε λόγω και της ηλικίας μας και προσαρμοστήκαμε γρήγορα στα ελληνικά δεδομένα.

Ε.Κ.:

Εσείς με τι αφορμή είχατε έρθει στην Ελλάδα; Για ταξίδι ή...;

Κ.Μ.:

Ναι, ναι, για ταξίδι. Να δω  τον πατέρα μου. Και με τη γιαγιά μου ερχόμουνα. Τη μια φορά ακτοπλοϊκά και την άλλη φορά σιδηροδρομικά. Δυο φορές ήρθα, μικρός βέβαια. Ξέρω ‘γω, δεν θυμάμαι τις ηλικίες ακριβώς. Κι από κει και μετά η ζωή μας κύλησε υπέροχα στην πατρίδα.

Ε.Κ.:

Θέλετε να μου πείτε λίγα λόγια για τη γειτονιά σας στην Κωνσταντινούπολη; Πώς ήταν το σπίτι σας;

Κ.Μ.:

Ναι. Μέναμε σε μια, κοντά στο κέντρο, ας το πούμε, σε μια γειτονιά που λεγότανε Τζιχανγκίρ.  Ελληνική ονομασία δεν έμαθα ποτέ αν είχε αυτό το μέρος. Ήταν κοντά στο Πέρα και πιο κοντά στην πλατεία Ταξίμ, που λέμε, μια χαρακτηριστική πλατεία της Κωνσταντινούπολης. Η γειτονιά μου ήταν πυκνή. Δεν έβλεπες μονοκατοικίες ούτε διπλοκατοικίες. Μόνο πολυκατοικίες. Πολύ παλιές, πολύ παλιά κτίσματα. Υπήρχαν βέβαια και πολυκατοικίες οι οποίες μένανε ολόκληρα σόγια ή ολόκληρες οικογένειες. Παππούδες, παιδιά, εγγόνια, ας πούμε, στην ίδια πολυκατοικία. Και μπορεί να ήταν μόνο ελληνικές, μόνο ελληνικό. Σ’ εμάς δεν ήταν αυτή η πολυκατοικία, δεν ήταν κανενός.  Εμείς μέναμε. Ήταν άλλη μία οικογένεια Έλληνες κι όλοι οι άλλοι ήταν Τούρκοι. Είχε τέσσερις ορόφους αυτή η πολυκατοικία. Δεν ήταν πολύ μεγάλη, αλλά, ναι. Στους δύο ορόφους μένανε Τούρκοι και στους άλλους δύο Έλληνες.

Ε.Κ.:

Είχατε επαφές και με τους δύο;

Κ.Μ.:

Ναι, είχαμε. Είχαμε επαφές. Βέβαια, περισσότερο με τους Έλληνες, γιατί οι Τούρκοι καλοί, καλοί, αλλά φίλοι δε γινόντουσαν εύκολα. Τους έβλεπες. Ενώ μίλαγες καθημερινά, έβλεπες κάποια στιγμή ότι σαν να κοιτάζανε να σου κάνουνε κάτι. Κάπως να παρέμβουν και να πουν: «Ωπ εγώ είμαι εδώ, ο Τούρκος, που μπορώ όποτε θέλω να σε εξουσιάσω». Η γειτονιά, τα στενά ήταν όλα σαν καλντερίμια εκεί. Δεν είχαν άσφαλτο. Όλο με πέτρες. Σοκάκια, που λέμε. Άλλωστε και «Σοκάκι» λεγόταν και το στενό μας. Ναι… Όλα σοκάκια. Κατηφόρες, ανηφόρες, όλα. Η ζωή  ήταν δύσκολη. Εγώ αρχικά, για 3-4 [00:10:00]χρόνια, 4,5 χρόνια δεν θυμάμαι νωρίτερα τη ζωή μου. Ήξερα ότι έμενα με τη γιαγιά μου, με τη θεία μου και με τη ξαδέλφη μου κι αυτό ήτανε. Αυτό ήταν το βίωμα μου, αυτή ήταν η ζωή μου. Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο μετά, το οποίο ήταν ελληνικό σχολείο που μαθαίναμε τα πάντα και στις δύο γλώσσες. Και στα Ελληνικά και στα Τούρκικα. Μαθηματικά κάναμε μόνον ένα μάθημα, αλλά τα άλλα, ιστορίες, γεωγραφίες, ξέρω ‘γω, όλα τα κάναμε και στα δύο. Και στα Τούρκικα και στα Ελληνικά. Στα ελληνικά βιβλία θυμάμαι χαρακτηριστικό ότι οι φράσεις οι οποίες αφορούσαν κάτι ελληνικό που ήταν εις βάρος των Τούρκων δεν μπορούσαμε να τα διαβάσουμε. Τα είχανε σβησμένα από το Υπουργείο.

Ε.Κ.:

Της Τουρκίας;

Κ.Μ.:

Ναι, της Τουρκίας. Κι έτσι δεν μπορούσαμε να τα διαβάσουμε. Διαβάζαμε αυτά που, ξέρω ‘γω, που μαθαίναμε γενικά. Δε τα θυμάμαι χαρακτηριστικά, να τα πω τώρα αλλά… Ιστορίες. Δεν μπορούσαμε να μην πούμε για τον Οδυσσέα, ξέρω ‘γω, δεν μπορούσαμε να μην πούμε, αλλά ήταν αρχαία τότε. Πώς να το πω; Δεν μαθαίναμε και πάρα πολύ. Γενικότητες στο δημοτικό…

Ε.Κ.:

Από τα ελληνικά βιβλία θυμάστε να είχανε σβήσει κάτι απ’ την τούρκικη ιστορία, ας πούμε;

Κ.Μ.:

Ναι. Όχι, όχι, τίποτα. Όλα ήταν γραμμένα όπως τα θέλανε οι Τούρκοι. Δεν υπήρχε κάτι που να σβήνουνε, να είναι σβησμένο στα τούρκικα. Μόνο ό,τι αφορούσε στο ελληνικό βιβλίο που αφορούσε κάτι, να μίλαγε, ας το πούμε, ενάντια στους Τούρκους. Ούτε για επαναστάσεις μιλάγαμε. Δεν υπήρχανε. Και βέβαια ήτανε οι Τούρκοι δάσκαλοι κι οι Τουρκάλες δασκάλες ήταν αρκετά πιο αυστηροί σ’ εμάς. Δεν ξέρω και στα δικά τους τα σχολεία. Αλλά σε εμάς, τους Έλληνες το αισθανόμουν, ας πούμε, ότι ήμασταν.. Οτιδήποτε λέγαμε: «Όχι, δεν το κάνουμε.» ή οποιαδήποτε άρνηση, είχαμε τιμωρίες.

Ε.Κ.:

Σε ποιο σχολείο πήγατε;

Κ.Μ.:

Το σχολείο λεγόταν «Κεντρικό». Ήταν Κεντρικό Παρθεναγωγείο. Αλλά στο δημοτικό δεχόντουσαν κι αγόρια. Απ’ το γυμνάσιο και μετά έπρεπε να πας σε άλλο. Ή θα πας στο «Ζωγράφειο». Πηγαίναμε σε αρρένων ενώ τα κορίτσια συνέχιζαν στο «Κεντρικό» γυμνάσιο, γιατί ήταν παρθεναγωγείο. Ελάχιστα θυμάμαι από τις γειτονιές. Κάτι μπακαλικάκια που υπήρχανε. Ένα κέντρο θυμάμαι, που υπήρχε λοξά απέναντι από το σπίτι μας αλλά ήταν –η  Πόλη είναι επάνω σε λόφο– κι ήταν αμφιθεατρικό, ας πούμε, το κέντρο αυτό κι έβλεπες τον Βόσπορο ή τον Κεράτιο κόλπο. Δε θυμάμαι τι έβλεπες. Πάντως ήταν ένα ωραίο κέντρο, μεγάλο, όπου έκαναν εκδηλώσεις οι Τούρκοι. Και ουσιαστικά αυτό το λέγανε «Ege Casino Su». Το λέγανε καζίνο ότι ήτανε. Το «Ege» απ’ ό,τι θυμάμαι είναι το Αιγαίο. Οπότε όλα αυτά οι Τούρκοι και τα ελληνικά και τα ξένα, όλα, τα εκμεταλλευόντουσαν στο έπακρο όλα, ό,τι τους έμενε κληρονομικό, ψάχνανε πως να το επωφεληθούν.

Ε.Κ.:

Ζήσατε και σε μια ταραγμένη περιοχή, εποχή, συγνώμη. Τη δεκαετία του ‘50.

Κ.Μ.:

Ζήσαμε σε ταραγμένη εποχή, αλλά δεν ήταν τόσο. Ίσως να πω ότι εκεί υπήρχε ένας καταλαγιασμός τα χρόνια που έζησα εγώ. Μετά πάλι ξανά δημιουργηθήκανε. Το ‘55 ήταν ένα γεγονός τρομερό, γιατί εγώ έτυχε να το ζήσω απάνω σε μια πολυκατοικία, στο Μπέιρου, στον κεντρικό δρόμο του Πέρα. Έμενε ένας θείος μου κι ο πατέρας μου μας πήγε εκεί πέρα να μας αφήσει. Κι ανεβήκαμε απάνω στην ταράτσα του σπιτιού αυτού. Βέβαια από κάτω κλειδωμένα όλα για να μην μπορούν να μπουν οι Τούρκοι. Ήτανε σπίτι, πολυκατοικία, σαν κι αυτές που λέω, που μένανε μόνο Έλληνες. Οπότε εκεί έμενε ένας θείος και μας πήγε εκεί, μας άφησε. Κι εγώ 5 [00:15:00]χρονών παιδί ανέβηκα πάνω και βίωσα αυτή την κατάσταση, ας πούμε. Ίσως να ήταν και το πρώτο που έβλεπα, που βγήκα έξω στην πόλη. Γιατί δεν έβγαινα, δεν έβγαινα. Θυμάμαι ότι ήμουνα συνέχεια σπίτι. Από μικρός. Μόνο για καμιά δουλίτσα, κανένα ψώνιο με στέλνανε, έτσι. «Πήγαινε, πάρε –ξέρω ‘γω– κανένα σπίρτο, –κάτι, ξέρω ‘γω– κανένα  ρύζι». Αυτό ήτανε. και πήγαινα κι ερχόμουνα. Μέσα στην Πόλη δεν ήταν εύκολο να κυκλοφορήσει Έλληνας. Και μάλιστα σαν κι εμένα που ήμουνα χαρακτηριστικός τύπος. Που φαινόμουνα ότι δεν ήμουνα Τούρκος.

Ε.Κ.:

Τι εννοείτε;

Κ.Μ.:

Είχα –πώς να το πούμε– είχα ένα ξενικό το οποίο ευτυχώς με έσωνε ότι έμοιαζα περισσότερο προς Ευρωπαίο, προς Ελβετία, ξέρω ‘γω, Γερμανία. Κι έτσι γλίτωνα. Ειδάλλως αν με καταλαβαίναν αμέσως ότι είμαι Τουρκάκι… Ότι δεν είμαι Τουρκάκι, ότι είμαι Ελληνάκι, ποιος ξέρει τι κατάληξη μπορεί να είχα; Τέλος πάντων, θα σας πω κι αργότερα ένα περιστατικό που φαίνεται την έχθρα που έχουν αυτοί οι άνθρωποι και δεν μπορείς να τους κάνεις φίλους. Οι Τούρκοι. Κι ας είναι κι απλοί πολίτες. Δεν είναι ζήτημα πολιτικής αυτό. Είναι… Έτσι μαθαίνουνε να μεγαλώνουνε. Κι έζησα όλη αυτή την κατάσταση και τον ρημαγμό. Το οποίο δεν ήταν μόνο εναντίον των ελληνικών καταστημάτων. Τα τούρκικα βέβαια δεν τα χαλάγανε, δεν τα ρημάζανε, αλλά ρημάζανε κι Εβραίων κι Αρμεναίων και –ξέρω ‘γω–τι άλλοι είχαν μαγαζιά. Τα ρημάζανε όλα, ολονών. Μέσα σ’ αυτά τα μαγαζιά ήταν και του πατέρα μου το ένα μαγαζί, το κεντρικό, ας το πούμε, το οποίο το καταστρέψανε. Κι έτσι αναγκάστηκε για να φύγει κιόλας.

Ε.Κ.:

Νωρίτερα θυμάστε να υπάρχει κάποια συζήτηση, δηλαδή, πριν γίνουν τα Σεπτεμβριανά, κάποια συζήτηση για να φύγει ο πατέρας σας ή για να επιστρέψετε στην Ελλάδα;

Κ.Μ.:

Όχι, όχι, όχι. Καμία. Δεν υπήρχε καμία συζήτηση. Βέβαια, εγώ μικρός ήμουνα, είπαμε, δεν συζήταγα, αλλά δε θυμάμαι να είχε ειπωθεί από κανέναν γύρω-γύρω. Ή κι αργότερα να πούνε ότι ξέρεις, κάτι. Θυμάμαι ότι έφυγε. Ένα το γεγονός ότι χάσαμε τη μάνα μας. Κι ήμασταν πλέον με τον πατέρα μας ο οποίος έπρεπε να μπορέσει να βιώσει κι εκείνος για να μπορέσουμε κι εμείς να ζήσουμε. Και δεν έγινε καμία κουβέντα για το γεγονός. Κουβέντες έγιναν ότι καταστράφηκε. Αυτό ήτανε. Δεν μπόρεσε μετά να ορθοποδήσει. Τα κλείσε και σηκώθηκε κι έφυγε. Έκλεισε και το άλλο το μαγαζί. Το δώσε σε μια τράπεζα. Το άλλο που είχε. Το λέγαμε «Μπεμπέκι». Στα Χαραπιά ήταν το άλλο το μαγαζί. Κι εγώ τελικά βίωνα με τη γιαγιά μου και με τη θεία μου. Αυτούς ήξερα. Σκεφτείτε ότι ουσιαστικά και τη θεία μου, επειδή δεν είχα γνωρίσει τη μάνα μου καθόλου, την έλεγα «μαμά». Επειδή άκουγα την ξαδέλφη μου που την έλεγε «μαμά» κι εγώ την έλεγα μαμά. Αργότερα έμαθα τα τι είχανε συμβεί. Και για το ζήτημα της γειτονιάς υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι… Που βλεπόμασταν καθημερινά στην πόλη, στη γειτονιά οι οποίοι μας φερόντουσαν πολύ ανθρωπινά, ας το πούμε. Άλλοι όμως δεν είχαν αυτή την αντιμετώπιση απέναντι μας. Μια ζωή, θυμάμαι, ας πούμε, κοιτάζαμε, περπατάγαμε στον δρόμο, κοιτάζαμε να πηγαίνουμε προφυλαγμένοι, να μην κοιτάζουμε άλλους, να μην προκαλούμε. Να μην κοιτάζουμε τον άλλον. Με κατεβασμένα τα μάτια περπατάγαμε στην Πόλη. Εκείνη την εποχή εγώ αυτό τουλάχιστον βίωνα. Τώρα αργότερα μπορεί να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Εγώ για εκείνη την ηλικία αυτά αισθανόμουνα. 

Ε.Κ.:

Επαφές με άλλες εθνικότητες είχατε; Δηλαδή, είχατε κάποιο παιδί στη γειτονιά που να ‘τανε Εβραιόπουλο, ας πούμε;

Κ.Μ.:

Όχι, όχι. Μόνο… Είχαμε έναν… Έναν συμμαθητή είχα ο οποίος ήταν Άγγλος. Στο ελληνικό, στο σχολείο που πήγαινα.[00:20:00] Ο οποίος ήταν Άγγλος. Βέβαια μίλαγε κι ελληνικά, μίλαγε και τούρκικα. Και τα αγγλικά βέβαια που ήταν η μητρική του γλώσσα. Αυτόν... Άλλα παιδιά, ελληνόπουλα. Ας πούμε, απ’ το σχολείο και μετά, γνωστοί, οι φίλοι ήταν παιδιά απ’ το σχολείο. Τουρκάκια φίλους δεν είχα. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που έζησα ούτε έναν φίλο δεν έκανα απ’ την Τουρκία. Ένα γεγονός ακόμα που το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Θα ήμουνα 7, 6,5… 7 χρονών θα ήμουνα, ναι. Ήτανε καλοκαίρι. Σχολείο δεν είχαμε. Κατέβαινα κατά διαστήματα κάτω στο υπόγειο της πολυκατοικίας μας –είχαμε αποθήκες για κάρβουνο, που καίγαμε λόγω του ότι στο σπίτι χρησιμοποιούσαμε σόμπες με κάρβουνο–.  Για να θερμαινόμαστε εμείς κι ο θερμοσίφωνας. Βάζαμε κάρβουνα μέσα για να ζεσταθεί το νερό. Κι είχαμε αποθήκες που βάζαμε τα κάρβουνα μέσα για να έχουμε όλο τον χρόνο. Όπως παίρνουμε ξύλα εδώ, εκεί βάζαμε τα κάρβουνα. Κατέβαινα κατά διαστήματα, κοίταζα. Είχε κι ένα μικρό κηπάκι από πάνω απ’ τις αποθήκες και γύρναγα κι εκεί πέρα. Και σε μια δόση μπήκα να βγω απ’ τον διάδρομο. Από κει που πηγαίναμε. Δεν πηγαίναμε μέσα απ’ την πολυκατοικία κάτω στις αποθήκες. Αλλά είχαμε έναν ιδιαίτερο διαδρομάκο δίπλα στην πολυκατοικία που πηγαίναμε και μπαίναμε στις αποθήκες. Σκέψου ταλαιπωρίες. Κουβαλάγαμε τα κάρβουνα από κάτω στον τέταρτο όροφο με τα πόδια, γιατί ασανσέρ δεν υπήρχε. Τέλος πάντων. Αυτά ήταν μες στις δυσκολίες τις καθημερινές τις οποίες τις βιώναμε και λέγαμε: «Αυτό είναι, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο». Σε μια τέτοια επίσκεψη που έκανα στην αποθήκη, βγαίνοντας, πήγα να βγω από το τέτοιο. Πάω να ανοίξω την πόρτα, βλέπω είναι κλειδωμένα. Γυρνάω να πάω πίσω να βρω τη γειτόνισσα που ήταν και θυρωρός μαζί στην πολυκατοικία μας, να της πω ότι είναι κλειδωμένα, πώς θα βγω. Δεν μπορούσα να βγω από κει. Κι όταν γύρισα βλέπω δυο Τούρκους, γειτονόπουλα. Θες να σου πω και τα ονόματα; Όχι. Κι έρχονται κατευθείαν. Και τους βλέπω κρατάγανε στα χέρια τους κάτι σαν ψαλίδια. Δεν θυμάμαι αν ήταν και τίποτα άλλο, κανένα ξυράφι. Κανένα… Κάτι βαμβάκια. Πετσέτες είχανε μαζί. Λέω τι κάνουνε. Έρχονται στα τούρκικα και μου λένε: «Θα σου κάνουμε τώρα περιτομή!». Εγώ μόλις το άκουσα αυτό, λαχτάρησα! Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν πώς θα ξεφύγω. Άρχισα να φωνάζω τη θυρωρίνα αυτήνα την οποία τη λέγανε Σουλτάνα. Τσίριζα εγώ κι άρχισα να τους κλωτσάω. Στα καλάμια, όπου έβρισκα. Για να μην μπορούν να κάνουν κάτι, μέχρι να καθίσω. Χτύπαγα. Προσπαθούσαν να με πιάσουνε. Ήταν στενός ο χώρος. Ένας διάδρομος ήταν. Δεν μπορούσαν να περάσουν από δω, από κει. Εγώ στεκόμουν απ’ τη μια μεριά. Κλώτσαγα, ώσπου στο τέλος, να ‘ναι καλά, εμφανίστηκε η Σουλτάνα και τους έριξε ένα κυνηγητό! Ναι… Αφού τους έβρισε αρκετά στα τούρκικα. Μετά πήγε και τα είπε και στους γονείς τους. Βέβαια το αποτέλεσμα ήτανε τίποτα, ναι… Μπορεί να λέγανε κιόλας οι γονείς τους: «Τι καλά που πήγαν να του κάνουνε του παλιο-Έλληνα». Κάτι τέτοια γεγονότα. Μετά που με κυνηγάγανε, γιατί ήμουν λίγο πειραχτήρι εγώ όταν άρχισα να μεγαλώνω. Με κυνηγάγανε στους δρόμους. Πολλές φορές, αν προλάβαινα να φτάσω στο σπίτι, ήταν μια χαρά. Αν δεν προλάβαινα, έψαχνα να δω πώς να ξεφύγω. Ο πατέρας μου εκείνα τα χρόνια, από την Ελλάδα, που είχε γυρίσει  μου είχε στείλει κάτι αθλητικά παπούτσια που τα λέγαμε «ελβιέλες». Αυτά με σώνανε πολλές φορές από το κυνήγημα που έτρωγα. Ανέβαινα πάνω στις κολόνες, οι οποίες ήταν σιδερένιες οι κολόνες που είχαν τον φωτισμό. Στις γωνίες, ξέρω ‘γω, που φωτίζανε τους δρόμους, τα σοκάκια. Και ανέβαινα επάνω στην κορυφή με αυτές τις ελβιέλες στο τσάκα-τσάκα. Γιατί δεν γλίστραγαν και πάταγα με τα πόδια[00:25:00] κι ανέβαινα πάνω. Και περνάγαν από κάτω οι Τούρκοι και τη γλίτωνα. Δεν μίλαγα. Πήγαινα στις γωνίες που δεν μπορούσαν να δούνε που είμαι. Και νομίζαν ότι εγώ είχα πάρει τον δρόμο κι έτρεχα ακόμα προς τα κάτω. Κι εγώ ήμουν επάνω στην κολόνα και τους κοίταζα από κάτω που περνάγανε. Κι ήταν ψηλές οι κολόνες τότε για να μπορούν να φωτίζουν το δρόμο, όσο γίνεται πιο πολύ. Κι αυτά ήταν οι εμπειρίες μου από τη ζωή στην Πόλη. 

Ε.Κ.:

Τα είχατε μοιραστεί αυτά ποτέ με τη θεία, ας πούμε, με τον πατέρα σας; Τους είχατε πει αυτά τα περιστατικά;

Κ.Μ.:

Ναι, ναι. Για τον πατέρα μου δεν λέω. Γιατί ο πατέρας μου μετά που έφυγε, ελάχιστο, δύο φορές τον είδα, ξέρω ‘γω, από δέκα  μέρες μέσα σ’ αυτά τα χρόνια. Μέχρι το ‘62. Γιατί δεν ήταν κι εύκολη η επικοινωνία τότε. Μας έστελνε κανένα γράμμα ο πατέρας μας. Ήτανε δύσκολα. Τέλος πάντων. Κι ο πατέρας μου σε τελική ανάλυση μόνο εμένα είδε δυο φορές αυτά τα χρόνια. Και δεν μπορούσε να έρθει και στην Πόλη γιατί ήταν, ας το πούμε, σαν διωγμένος. Έλληνας ήταν. Δεν μπορούσε μετά να πάει εύκολα ένας Έλληνας ο οποίος είχε ζήσει, δηλαδή είχε βιώσει στην Πόλη. Ήταν σαν να είχε απελαθεί. Δεν είχε απελαθεί ουσιαστικά, αλλά ήταν έτσι το… Για χρόνια δεν μπορούσε να πάει. Μετά από αρκετά χρόνια πήγε βέβαια στην Πόλη, σαν stuart πήγε, σε μία θαλαμηγό που ήτανε. Και πήγε αναγκαστικά, γιατί είχε φιλοξενούμενους στο καράβι Αμερικάνους και θέλανε να πάνε και στην Πόλη. Κι έτσι πήγε. Αλλά δεν μπορούσε να πάει, ας πούμε, γιατί δεν... Αφού είχαμε έρθει κι εμείς εδώ, μετά πήγε. Δεν είχε πάει από πριν, γιατί αν είχε πάει από πριν, μπορεί να είχε δει και τα αδέρφια μου που ζούσανε στο ορφανοτροφείο. Τα οποία εκείνα πήγανε εκεί κι εγώ έμεινα μόνος μου στη... Μετά απ’ τους νονούς που πήγανε, τους πήγε στο ορφανοτροφείο. Ελληνικό ορφανοτροφείο στην Πρίγκηπο. Στο νησί Πρίγκηπο. Κι εκεί πέρα ζήσανε μέχρι που φύγαμε με τα αδέλφια μου.

Ε.Κ.:

Είχατε επαφές με τα αδέλφια σας;

Κ.Μ.:

Ναι, ναι πήγαινα. Όχι τακτικά, αλλά πήγαινα. Πήγαινα, τους έβλεπα. Καμιά Κυριακή. Παίρναμε το καραβάκι μες στον Βόσπορο, πηγαίναμε στον Μαρμαρά. Που ήταν τα Πριγκηπόνησα και τους έβλεπα. Με τον παππού μου είχα κι έχω ακόμα πολύ καλές αναμνήσεις. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Κι ο  παππούς κι η γιαγιά. Είχαν τις ιδιαιτερότητες του και τις παραξενιές τους, αλλά εντάξει. Η γιαγιά μου Σμυρνιά. Ο παππούς μου είχε καταγωγή από τη Σύρο, ήταν Κυκλαδίτης. Έφυγε 3 χρονών από τη Σύρο μαζί με τους γονείς. Και… Δεν ήταν και πολλά άτομα. Δεκαεφτά αδέλφια ήτανε! Και φύγανε. Περιηγηθήκανε σε διάφορα, σε διάφορες χώρες, μέχρι που καταλήξανε στην Πόλη. Τότε δεν μπορώ να καταλάβω μ’ αυτές τις δυσκολίες πώς καταφέρνανε και γυρίσανε και τόσο. Πήγαν Βουλγαρία, στη Ρωσία –ξέρω ‘γω, στην Κριμαία, πού πήγανε–. Στην Οδησσό, πήγανε στην Αίγυπτο. Καταλήξανε στην… Αυτά απ’ τα λεγόμενα του παππού μου. Δεν τα έχω... Μόνο έτσι όπως μου τα λέγε. 

Ε.Κ.:

Θυμάστε κάποια συνήθεια κάποιο χαρακτηριστικό απ’ την πολίτικη κουλτούρα; Ας πούμε, κάτι που να μαγείρευε η γιαγιά.

Κ.Μ.:

Ναι, ναι, ναι, η γιαγιά μαγείρισσα ήτανε. Τραγούδια μόνο ελληνικά θυμάμαι. Δεν θυμάμαι… Κι εκείνα δεν είχανε έτσι τα τραγούδια φανατικό χαρακτήρα, πώς να το πω. Ας πούμε, τραγουδάγανε όταν ήμασταν πολύ μικρά το «Νάνι-νάνι». Κάτι τέτοια. Δεν είχαμε… Δεν θυμάμαι πολλά… Γιατί ήταν δύσκολοι οι καιροί για τη γιαγιά μου. Επειδή έμεινε κι αυτή τώρα... Ένα παιδί, δύο παιδιά ήμασταν εκεί. Δύσκολα τα... Μαγείρισσα ήτανε. Πήγαινε σε σπίτια και μαγείρευε, αλλά στη χάση και στη φ[00:30:00]έξη. Δεν ήταν το τακτικό αυτό. Όποια ήθελε, ξέρω ‘γω, είτε Ελληνίδα είτε... Συνήθως ή Γάλλοι ή Γερμανοί ή Έλληνες κάνανε τραπεζώματα. Οι Τούρκοι είχαν άλλες νοοτροπίες και δεν είχε πάει ποτέ. Δεν θυμάμαι να μου είχε πει ότι πήγε σε τούρκικο σπίτι η γιαγιά, έστω και πλούσιο, να κάνει μαγείρεμα. Όλο στο γερμανικό σπίτι του τάδε, το γαλλικό του τάδε, το ελληνικό του τάδε. Του Μπαπούκογλου –ξέρω ‘γω πώς τους λέγανε–, μου λέγε ονόματα. Δεν τα θυμάμαι κιόλας, είναι πολλά τα χρόνια. Κι έφτιαχνε πού ωραία φαγητά. Όλα, ό,τι έκανε. Ντολμάδες, παραδοσιακά, αυτά τα ανατολίτικα, όλα. Τα ρύζια της που έφτιαχνε ήταν ιδιαίτερα. Συνταγές. Αλλά όταν είναι δύσκολα τα χρόνια που περνάς, τ’ αφήνεις μες στο μυαλό σου να μένουνε πολύ πίσω στο μυαλό σου. Να μην έρχονται τακτικά, γιατί θέλεις να ζήσεις, ας πούμε, κάτι καλύτερο. Κι όταν έχεις βιώματα τα οποία είναι δύσκολα κι επικίνδυνα. Γιατί εκείνη την εποχή εγώ αισθανόμουνα ότι ζούσα και κάπως επικίνδυνα. Με τα κυνηγητά, αυτά που συνέβαιναν, με τους τύπους, με τους Τούρκους που τους έβλεπα σε κάθε ματιά που έριχνα και δεν μπορούσα να γίνω φίλος μαζί τους. Αυτό το πράγμα δεν με άφησε να τα θυμάμαι έτσι, ξέρω ‘γω, με νοσταλγία, αλλά προς το να το ξεχάσω ό,τι έχω βιώσει, πήγαινε σε όλη μου τη ζωή. Έτσι…

Ε.Κ.:

Θυμάστε τη μέρα που φύγατε;

Κ.Μ.:

Ναι, θυμάμαι, γιατί κάναμε πολλή προετοιμασία. Κατεβήκαμε κάτω στο λιμάνι, στον Κεράτιο. Πήραμε το πλοίο με το οποίο γυρίσαμε. 

Ε.Κ.:

Ποιοι φύγατε σε πρώτο στάδιο;

Κ.Μ.:

Εγώ, τα αδέλφια μου κι η γιαγιά μου. Η γιαγιά μου με τα τρία παιδιά του πατέρα μου. Για να μας φέρει. Το πλοίο, μιάμιση μέρα, μάλλον δύο μέρες ταξίδι. 

Ε.Κ.:

Το ‘62; 

Κ.Μ.:

Ναι, δύο μέρες ταξίδι. Για να μας πιάσει και μια φουρτούνα μετά που μπήκαμε στο Αιγαίο. Θυμάμαι. Και να πηγαίνει μία πάνω το πλοίο, μία κάτω το πλοίο. Μία πάνω, μία κάτω. Εκεί που ανέβαινες, ανέβαινες, ανέβαινες την ανηφόρα στο διάδρομο του πλοίου, εκεί άρχιζες κατέβαινες κατηφόρα. Εντάξει, φτάσαμε εδώ. Βγήκαμε στον Πειραιά. Δεν θυμάμαι χαρακτηριστικά τι πήραμε. Πήραμε λεωφορείο; Όχι, ψέματα λέω. Μας περίμενε αυτοκίνητο. Μας περίμενε… Ο πατέρας μου μας περίμενε με αυτοκίνητο νοικιασμένο. Τότε δεν υπήρχαν και τα ταξιά. Τα λέγανε «αγοραία», κάπως τα λέγανε τότε. Και μας πήρε και μας έφερε στον Χολαργό, εκεί ήταν τότε η πρώτη μας στάση. Κι εκεί μείναμε. 

Ε.Κ.:

Για πόσα χρόνια;

Κ.Μ.:

Πόσα χρόνια μείναμε στον Χολαργό; Μέχρι το ‘72, ναι. Μάλλον μέχρι το ‘70 μείναμε. Για δυο χρόνια μείναμε στους Αμπελοκήπους μετά. Και μετά ήρθαμε στον Ερυθρό Σταυρό, εδώ, στην Κατεχάκη παραδίπλα. Σ’ ένα στενό, το οποίο είχε ένα σπίτι  ο πατέρας μου. Το πατρικό μου που είναι ακόμα εκεί. Εκεί είχε πάρει σπίτι. Τα άλλα ήταν με ενοίκιο που μέναμε.

Ε.Κ.:

Τι αφήσατε πίσω στην Κωνσταντινούπολη;

Κ.Μ.:

Στην Κωνσταντινούπολη άφησα τίποτα απ’ τη ζωή μου. Η ζωή μου ήταν μαζί. Αφήσαμε τη γιαγιά μου, τη θεία μου, την ξαδέλφη μου και τον παππού μου. Κι οι θείοι κι οι υπόλοιποι όλοι υπήρχαν μέχρι το ‘64. Το ‘64 αρχίσανε οι απελάσεις. Και απ’ τους πρώτους που διώξανε ήταν τον παππού μου, τη γιαγιά μου, τη θεία μου. Και μετά λίγο-λίγο, δεν ξέρω πόσα χρόνια, μέχρι το ‘70 ήρθαν κι όλοι οι υπόλοιποι. [00:35:00]Οι οποίοι είχανε τουρκική υπηκοότητα κι έτσι μπορούσαν να διαλέξουνε πότε να φύγουνε. Γιατί δεν μπορούσαν να τους διώξουνε αυτούς. Αλλά το μυαλό τους ήταν να φύγουνε, γιατί τα πράγματα είχαν δυσκολέψει πολύ. Ήταν αυτός ο… Από 300.000 Έλληνες είχανε μείνει 20.000. Όλοι οι άλλοι είχανε απελαθεί. Τώρα δεν ξέρω πόσοι έχουνε μείνει. Πολύ λίγοι πάντως στα χρόνια που ζούμε. Πάρα πολύ λίγοι Έλληνες. Κι αυτοί με την τουρκική υπηκοότητα είναι. Για να μην πω και το άλλο, που πολλοί από αυτούς έχουν εκτουρκιστεί –πώς να τους πω–, όχι εξισλαμιστεί. Τους έχουνε πια για Τούρκους. 

Ε.Κ.:

Έχουν αφομοιωθεί πλήρως;

Κ.Μ.:

Ναι. 

Ε.Κ.:

Εσείς για την Ελλάδα, πριν έρθετε, τι εικόνα είχατε; Πώς τη φανταζόσασταν;

Κ.Μ.:

Σαν την πατρίδα μου.

Ε.Κ.:

Και ταίριαξε;

Κ.Μ.:

Ήταν η πατρίδα μου η Ελλάδα!

Ε.Κ.:

Αλλά πώς διαμορφώθηκε αυτή η αντίληψη;

Κ.Μ.:

Το περίμενα δηλαδή. Όλο το μυαλό μου ήταν ότι κάποια στιγμή θα φύγω απ’ την Πόλη, να έρθω εδώ να ζήσω. Χωρίς να ξέρω ούτε πολλά γεγονότα ούτε… Δεν ήξερα, αλλα έτσι αισθανόμουνα. Τώρα ίσως απ’ τα λεγόμενα. Κουβεντιάζανε, ο παππούς μου. Με αυτόν είχα την πιο πολλή επαφή. Ό,τι μάθαινα. Όχι πολλά, αλλά ό,τι μάθαινα. Περισσότερα για τη δική του ζωή. Κι αυτό το πράγμα με είχε συνέχεια σε μια κατάσταση ότι θα φύγω. Δεν αισθανόμουν ότι θα μείνω για πολύ καιρό στην Κωνσταντινούπολη. Κι ας ήμουνα παιδί, δεν έχει σημασία. Τη μάνα μου, είπα, δεν τη γνώρισα. Τον πατέρα μου που τον γνώρισα για λίγο... Κι επειδή είχε φύγει ο πατέρας μου, αισθανόμουν ότι κάποια στιγμή θα μας πάρει. Θα με πάρει κάποιος, ας πούμε. Δεν θα έμενα στην Πόλη. 

Ε.Κ.:

Όταν ήρθατε στην Αθήνα, συνεχίσατε προφανώς το σχολείο;

Κ.Μ.:

Ναι, πήγα στον Χολαργό. Το σχολείο ήταν όλο ζωή ήμουνα, όλο χαρά απερίγραπτη. Παρότι στην πορεία αρχίζαμε και τρώγαμε και τις σφαλιάρες μας κι από τους Έλληνες.

Ε.Κ.:

Δηλαδή;

Κ.Μ.:

Πώς λένε; Ότι «Στα ξένα αισθάνομαι Έλληνας και στην πατρίδα ξένος»; Έτσι ακριβώς. Γιατί αρχίσανε τα παιδιά μας πειράζανε. Είχαμε περίεργη διάλεκτο που χρησιμοποιούσαμε, την πολίτικη, η οποία ήτανε βαριά. Με τα «λάμδα» μας, με τα με... Και σε τελική, τελικά, ας πούμε, ήταν να μας λένε «Τουρκόσπορους»! Βέβαια, εγώ δεν το έπαιρνα, γιατί ένιωθα τόσο Έλληνας, δεν το έπαιρνα σαν κάτι κακό. Έλεγα: «Ασ’ τους να λένε. Κάποια στιγμή θα καταλάβουνε».

Ε.Κ.:

Οι καθηγητές;

Κ.Μ.:

Όπως κι έγινε. Για ένα-δυο χρόνια, δεν θυμάμαι πόσο άντεξε αυτό το πράγμα, να μας λένε, μετά τα άλλαξε κι η δικιά μας η προφορά. Μιλάγαμε πλέον τα ελληνικά, ας το πούμε, ελληνικά κι όχι άλλη διάλεκτο, όπως μιλάγαμε στην Πόλη. Και γενικά προσαρμοστήκαμε γρήγορα, εντάξει. Αποκτήσαμε και φίλους. Ήταν ωραίες οι εποχές τότε και στην Αθήνα. Ήταν ωραίες εποχές, γιατί ήταν μετά τον πόλεμο. Άρχισε η δημιουργία. Οι γειτονιές ήταν υπέροχες, γιατί ήταν σαν να είμαστε παρέα. Βγαίναμε έξω από τον δρόμο και βλέπαμε γνωστούς. Ήτανε για μένα ιδίως, που ζούσα μες στην Τουρκία, μες στα σοκάκια και μες στην τουρκιά, ήταν πολύ όμορφα. Όσο γινόταν πιο γρήγορα, προσαρμοστήκαμε. Κι από κει και μετά ο βίος μας ήτανε, μπορώ να πω, υπέροχος.

Ε.Κ.:

Θέλετε να μου πείτε λίγο για το επίθετο σας; Μερικά πράγματα για το επίθετο;

Κ.Μ.:

Ναι. Α, ναι, για το επίθετο. Όσα χρόνια ζούσα στην Πόλη και πήγαινα και σχολείο, το επώνυμο μου ήταν «Μιχαηλίδης». [00:40:00]Όταν το ρώτησα, επειδή το Μιχαήλος δεν ακουγόταν καλά στην Πόλη κι έδειχνε ότι είναι κάτι ξένο κι απ’ τους Πολίτες ακόμη. Τους Έλληνες, τους Πολίτες, πώς το λένε, τους Τουρκομερίτες. Τους Κωνσταντινουπολίτες, να το πω. Ο παππούς μου φαίνεται για κάποιον λόγο, είτε από λάθος είτε ηθελημένα, το έκανε Μιχαηλίδης το επώνυμό του. Ή το γράψανε τότε που πήγανε οι γονείς του. Δεν ξέρω πώς, ας πούμε. Κι εγώ μέχρι που να τελειώσω το δημοτικό, «Μιχαηλίδης» λεγόμουν στο επώνυμο. Όταν ήρθα εδώ στην Ελλάδα, όμως, το επώνυμο μου άλλαξε. Από «Μιχαηλίδης» έγινε «Μιχαήλος». Ε, γιατί; Γιατί είδαμε τελικά ότι ήμασταν όντως με ελληνικό διαβατήριο, ήμασταν Έλληνες και τα χαρτιά μας λέγανε «Μιχαήλος» για την καταγωγή μας που, όπως είπα, ήταν κυκλαδίτικη, ήταν απ’ τη Σύρο. Κι αυτό το επώνυμο μου είχε μείνει μέχρι την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Μόλις ήρθα στην Ελλάδα από «Μιχαηλίδης» έγινα «Μιχαήλος».

Ε.Κ.:

Κλείνοντας αυτή τη συζήτηση, η σχέση σας πια με την Κωνσταντινούπολη ποια είναι; Δηλαδή και με αυτό το κομμάτι της ταυτότητας σας, τις παιδικές μνήμες που ουσιαστικά μετά έγιναν «περιουσία», ας πούμε, πνευματική. Ποια είναι η σχέση σας πια; Πώς τη θυμάστε;

Κ.Μ.:

Η σχέση μου με την Τουρκία ήταν σαν κάποια χρόνια που πέρασα, ας πούμε, σ’ ένα ξένο μέρος που ποτέ δεν αισθάνθηκα κομμάτι αυτού του τόπου εκεί. Δεν το αισθάνθηκα. Όπως και να το βάλω, εντάξει, έζησα. Ήταν χρόνια, ας το πούμε, κάπως ήρεμα. Δεν υπήρχαν γεγονότα, δεν υπήρχε κι ο πόλεμος. Είχε τελειώσει κι ο πόλεμος, ο Β’ Παγκόσμιος. Άσχετα που η Τουρκία δεν είχε λάβει μέρος. Αλλά τους Γερμανούς τους υποστήριζε με όλους τους τρόπους. Ποτέ δεν αισθάνθηκα φίλος. Τουλάχιστον για το ζήτημα της Τουρκίας. Και δεν αισθάνθηκα και κομμάτι. Σαν να πέρασα για κάποιον λόγο κάποια χρόνια σ’ αυτό το μέρος. Επισκέφτηκα κι άλλες πόλεις εκτός απ’ την Κωνσταντινούπολη, αλλά και πάλι το ελληνικό στοιχείο δεν μπορούσε να με κάνει να αφομοιωθώ. Όπου και να κοίταζα, όπου και να βρισκόμουνα, όλο με Τούρκους γύρω μου-γύρω μου, οπότε δεν μπορούσα να βιώσω. Δηλαδή πέρναγα χωρίς αίσθηση τη ζωή μου εκεί πέρα. Παρότι ήταν χρόνια, ας πούμε, παιδικά, αλλά κι οι συνθήκες που βίωνα δεν ήταν ιδανικές. Τώρα αν ζούσε η μάνα μας, μπορεί να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Κι αν τυχόν κι ο πατέρας μου έμενε εκεί πέρα, χωρίς αν έχουνε συμβεί όλα αυτά, ίσως να ήταν διαφορετικά. Αλλά εγώ ούτε με Τούρκο έγινα φίλος ούτε με την Πόλη. Άσχετα τι αισθάνομαι, ας πούμε. Ότι έβλεπα, πήγαινα σε μέρη κι έβλεπα ωραία πράγματα. Κι απ’ τα βυζαντινά τα χρόνια και πιο πολλά από αρχαία χρόνια, που τύχαινε και πήγαινα. Είτε με το σχολείο είτε… Έβλεπα μέρη. Την Αγιά Σοφιά, που λέμε, το Φανάρι που ήτανε η έδρα του Πατριαρχείου, αλλά ίσα με κει.

Ε.Κ.:

Επιστρέψατε ποτέ;

Κ.Μ.:

Όχι. Δεν πειράζει. Μπορεί να είναι πολύ πίσω οι αναμνήσεις μου, ας πούμε, στο μυαλό μου, αλλά ας μείνουνε εκεί. Δεν ξέρω αν θα πάω . Τα παιδιά μου πότε πότε μου λένε να κάνουμε καμιά εξόρμηση. Και δεν έχω κι ενδοιασμό για να πάω, αλλά δεν το χω... Πολύ πίσω. Σκέφτομαι κι απ’ την άλλη μια, λέω: «Μήπως είναι καλά οι αναμνήσεις αυτές να μείνουν όπως έχουν από τότε και να μη σκαλίσω κάποια πράγματα. Δεν ξέρω[00:45:00] τι μπορεί να συναντήσω». Αυτό λέω στο μυαλό μου. Εδώ τα πράγματα ήτανε πολύ διαφορετικά. Ήταν υπέροχα. Αισθάνθηκα ότι ήρθα στο μέρος μου. Γιατί μπορεί να μας πήγαινε και κάπου αλλού ο πατέρας μου, ξέρω ‘γω. Να μας πήγαινε στη Γαλλία, στην Ελβετία, δεν ξέρω. Αλλά εδώ στην Ελλάδα ένιωσα ότι... Κι έχω γυρίσει και σ’ άλλα μέρη, έχω πάει και σ’ άλλα μέρη. Και στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή. Αλλά σαν την Ελλάδα, τίποτα! Κι έχω και ζήσει και στο εξωτερικό, έχω πάει και στη Σουηδία. Αλλά… Πήγα για να ζήσω στη Σουηδία και μέσα σε ένα –δεν ξέρω πόσο– διάστημα, ελάχιστο, ξαναγύρισα τρέχοντας. Αυτά...

Ε.Κ.:

Κύριε Κρίτωνα, σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μοιραστήκατε τις μνήμες σας!

Κ.Μ.:

Να ‘σαι καλά! Κι εγώ ευχαριστώ! Θυμήθηκα κι αρκετά πράγματα με την κουβέντα μας.

Ε.Κ.:

Ελπίζω να το ευχαριστηθήκατε και να μη μετανιώσατε τις μνήμες.

Κ.Μ.:

Ναι, ναι, τίποτα, μια χαρά όλα. Δόξα τω Θεώ. Θα ακούσουμε και το αποτέλεσμα.

Ε.Κ.:

Ευχαριστώ πολύ!

Κ.Μ.:

Εγώ ευχαριστώ!