Age Restricted Interview
This interview is only available to users who are eighteen years old or over.
«Συρ Μελέτη»: ένα έθιμο που χάθηκε στο πέρασμα των χρόνων
Segment 1
Το έθιμο του «Συρ Μελέτη»
00:00:00 - 00:14:17
Partial Transcript
Γεια σας, είμαι η Ειρήνη Κοτσέλη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Μαζί μου έχω την κυρία Ελένη, η οποία θα μας αφηγηθεί ιστορίες από το…μα το κάνουμε τον Οκτώβριο, λέω ότι θα ξαναζωντανέψει πάλι. Κυρία Ελένη, υπάρχει άλλο έθιμο στη Σαλαμίνα που θα θέλατε να γίνει αναβίωση;
Lead to transcriptTags
Media

Η φωτιά του «Συρ Μελέτη»
Η κυρία Ελένη Σταμπάμπα μπροστά από την πι ...

«Κάψιμο καναπέ»
Εκτός από ξύλα στο «Συρ Μελέτη» καίνε και ...

Ζύμωμα πίτας
Η Ελένη Σταμπάμπα ετοιμάζει τη ζύμη για τι ...

Οι πίτες του «Συρ Μελέτη»
Οι πίτες που ετοιμάζει η Ελένη Σταμπάμπα.

Ξύστρα
Είναι η σπάτουλα με την οποία η Ελένη Στα ...

Φτόλια
Ο πλάστης που ανοίγουν παραδοσιακά τις πίτ ...

Σάτσι
Το ταψί πάνω στο οποίο ψήνουν τις πίτες. Α ...
Segment 2
Κουλουριώτικη Αποκριά
00:14:17 - 00:18:50
Partial Transcript
Υπάρχουν οι Απόκριες. Όταν μετά τη μεγάλη Σαρακοστή, όταν έρχεται, πιάνανε οι Απόκριες που κάνανε τα «πουπέκια». Λέγεται το «πουπέκι» είναι… έχω. Εδώ ήμουν στην Αθήνα. Κάνανε τα ξαδέρφια μου ένα πάρτι και λέει: «Θα έρθεις». Λέω… «Θα έρθεις –λέει- πάρε τα κουλουριώτικα και έλα».
Lead to transcriptTags
Media

Αποκριάτικος χορός
Η Ελένη Σταμπάμπα σε νεαρή ηλικία ντυμένη ...

«Μάζεμα ξύλων»
Η Ελένη Σταμπάμπα κάνει αναπαράσταση του μ ...
Segment 3
Το έθιμο του «Παππού»
00:18:50 - 00:20:21
Partial Transcript
Θα μας δείξετε πώς φτιάχνουμε «Παππού»; Λοιπόν, μάζεψε εσύ. Αφού περνάει η κλωστή και λιώνει το κερί, το μαζεύουμε στην «κόφα», έτσι λέγετα… Πρώτα, αρχινάμε κάθε Παρασκευή, πέντε Παρασκευές που είναι η Μεγάλη Σαρακοστή και μετά αρχινάει η Μεγάλη Εβδομάδα, μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.
Lead to transcriptMedia

Το έθιμο του «Παππού»
Η κυρία Ελένη Σταμπάμπα, φτιάχνει τα κεριά ...

Τα κουβάρια του «Παππού»
Πρόκειται για κουβάρια αποτελούμενα από πο ...

Διχάλα
Για να φτιάξουν κουβάρια για τον «Παππού», ...

Κόφα και διχάλες
Η κόφα είναι το κυλινδρικό σκεύος πάνω στο ...
[00:00:00]Γεια σας, είμαι η Ειρήνη Κοτσέλη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Μαζί μου έχω την κυρία Ελένη, η οποία θα μας αφηγηθεί ιστορίες από το έθιμο του «Συρ Μελέτη». Κυρία Ελένη, θα θέλατε να μου μιλήσετε για το έθιμο αυτό;
Να σας πω με όλη μου την καρδιά ό,τι ξέρω μία και είμαι μεγάλη σε ηλικία… Κάτι ξέρω, τα παλιά. Λοιπόν, ο «Συρ Μελέτης» είναι ένα έθιμο πολύ παλαιό. Τα ανάβανε όλες οι γειτονιές και πηδάγαμε. Ξέχασα να σας πω ότι οι γεωργοί που είχανε τα σταφύλια πάρα πολλά, είχανε τα πουρλάκια, τα πατητήρια, τα πατάγανε και μαζεύανε το μούστο. Πρώτα, καθαρίζανε τα βαρέλια, επειδή είχε ρετσίνι, αφού βγάζανε τη ρετσίνι, τη ρίχνανε έξω στην αυλή τη μεγάλη, στέγνωνε και τα παλιά ξύλα «ντούγκιες», «ντούγκιες» λεγόντουσαν αυτά που βγάζανε απ’ τα βαρέλια και βάζανε καινούρια. Λοιπόν, όταν τελείωνε ο τρύγος, μαζεύανε τις μουστιές όλες όλες και μετά ερχότανε τέλος… τέλος Αυγούστου. Αφού τέλος Αυγούστου μαζεύανε οι νοικοκυρές όλα τα καζάνια που κάνανε πετιμέζι, κάνανε τα κουλουράκια όλα δικά τους και μετά ανάβανε το «Συρ Μελέτη». Το «Συρ Μελέτη» είναι ένα έθιμο παλαιό. Ανάβανε πολύ μεγάλη φωτιά και όλα εμείς τα παιδιά μαζευόμαστε περίπου πενήντα παιδιά και γυρίζαμε στην κάθε γειτονιά, γιατί τότε ανάβανε όλες «Συρ Μελέτη», κάτι μικρό κάτι μεγάλες, αναλόγως. Και αφού δεν είχαμε και την περιποίηση, όπως έχουν τώρα τα παπούτσια, ήμασταν και ξυπόλητες, να πούμε την αλήθεια. Εμένα μία φορά, απ’ τη ρετσίνι που έτρεχε, μου κάηκε το πόδι. Καλά δεν μου κάηκε πολύ και άλλη παρέα καιγόντουσαν και μας λέγανε οι γονείς: «Να προσέξετε τη ρετσίνι!», «Ναι μαμά! Ναι μαμά», φωνάζαμε. Λοιπόν, αφού ανάβανε τις φωτιές, μαζευόμαστε μετά στην πιο μεγάλη φωτιά και όποιος είχε το πιο μεγάλο πήδημα, πέρναγε. Η φωτιά ήταν περίπου και τρία μέτρα, τέσσερα, τόσο πολύ μεγάλη που ήτανε και λέγανε: «Άντε στην ευχή παλιό χρόνο!», γιατί πρώτη Σεπτεμβρίου άλλαζε ο χρόνος παλαιά. Και εγώ τώρα, το συνεχίζω εγώ ‘χω πολλά χρόνια που συνεχίζω. Εγώ, η Κατίνα του Βιλλιώτη - η συγχωρεμένη, γιατί πέθανε - και ο Γιάννης ο Φουρίκης. Μαζευόμαστε οι τρεις, τα ξύλα, παλιά έπιπλα πάρα πολλά καίγαμε. Έχουμε πλατέτσια, κάνουμε πίτες, το έθιμο. Το έθιμο είναι να… μία πίτα μισή, τώρα τρώει ο κάθε κόσμος και γέλαγε και ξέρω ‘γω τι. Τώρα, φέτος δεν θα ανάψουμε! Το ξέρω πολύ καλά. Εγώ δεν θα συμμετέσχω, γιατί είναι η φωτιά. Ο Γιάννης ο Φουρίκης λέει: «Θα ανάψουμε!». Τώρα βρήκαμε ένανε της πυροσβεστικής και μας είπε: «Δεν αλλάζετε ημερομηνία; Να το κάνετε μετά - λέει - τον Σεπτέμβριο που φεύγουν οι φωτιές ή τον Οκτώβριο. Να γράψετε ένα πανό ότι μεταφέραμε την ημερομηνία». Λέω: «Καλή η σκέψη αυτή, Γιάννη». Γιάννη Φουρίκη δηλαδή. Τώρα το τι θα κάνουμε; Εάν ζω, γιατί είμαι και μεγάλη σε ηλικία. Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε. Ελένη Σταμπάμπα.
Θα ήθελα να μου πείτε, πώς ήταν το έθιμο αυτό στα παιδικά σας χρόνια;
Τα παιδικά μας χρόνια; Κοίταξε να δεις, είμαστε και κουρελιασμένοι, σκισμένοι, αφού να σκεφτείς, όταν πηγαίναμε να κοινωνάγαμε, ο ένας φόραγε τα παπούτσια του αλλουνού. Ήτανε ήτανε μεγάλες οικογένειες, αφού είχαν από οκτώ, δέκα παιδιά. Η μάνα μου είχε επτά. Μία γειτόνισσα παραπάνω είχε δέκα. Η άλλη είχε πέντε. Κατάλαβες; Μεγάλες οικογένειες και ανέχεια. Δηλαδή, το μόνο που είχανε το καθημερινό φτωχικό. Εμείς βέβαια, η μαμά μου, δεν υποφέραμε, γιατί είχαμε τα πρόβατα, έφτιαχνε το τυρί, το γάλα, γιαούρτι, το ρυζόγαλο… Δεν υποφέραμε. Είχαμε και πέντε μερίδες από το θείο μου τον Γιάννη, τον Γιάννη τον Οικονόμου, τον αεροπόρο, τον μοναδικό και μας έχει δώσει πέντε μερίδες και τις παίρναμε εμείς. Δεν υποφέραμε η αλήθεια, αλλά οι άλλοι υποφέρανε. Φάγανε κριθαρόβρωμη αυτή και μύριζε. Δηλαδή, όταν το ζυμώνανε οι γυναίκες μύριζε. Πώς να το τρώγανε; Αλλά στην ανέχεια, αφού ήρθανε πολλοί και φουσκώσανε η κοιλιά τους από τα χόρτα που τρώγανε. Γινήκανε σαν τύμπα[00:05:00]νο, αλλά εμείς, δόξα τω Θεώ. Γιατί ο μπαμπάς μου ήτανε τσοπάνος, το πρώτο σταφύλι θα το φάει ο τσοπάνος, το πρώτο αχλάδι ο τσοπάνος, το πρώτο… Θα μου πεις γιατί. Γιατί πέρναγε κάθε μέρα. Ε, τότε είχανε και αχλάδια και σύκα, μην κοιτάς τώρα που δεν έχουνε ούτε ρόγα σταφύλι. Δεν υπάρχει τώρα να πούμε την αλήθεια και τρέχαμε. Τα παιδιά η αλήθεια εδώ στο πηγάδι στο «πουσιλίκ». «Πουσιλίκ» λέγεται, μαζευόμαστε πενήντα παιδιά, αγόρια, κορίτσια δεν είχαμε την πονηρία που έχουνε σήμερα. Και παίζαμε τα πουλάκια, το κρυφτό, τις σβούρες, τα γιαλέγκα παίζαμε… Τώρα βλέπεις όλο με το τηλέφωνο.
Συμμετείχατε στο έθιμο του «Συρ Μελέτη», όταν ήσασταν μικρή;
Αμέ! Αφού μου καιγόντουσταν και τα πόδια από τη ρετσίνι. Παίρναμε και καμιά τούμπα. Να το λέμε, γιατί οι δρόμοι δεν ήντουσταν ίσια ήτανε όλο γούβες - ξέρω ‘γω τι-.
Θα ήθελα να μου πείτε… Θυμάστε κάποιο γεγονός που να έγινε με τη φωτιά του «Συρ Μελέτη»;
Κοίταξε εγώ θυμάμαι ένανε, γιατί ο «Συρ Μελέτης» είναι να περνάς από τη μία μεριά. Δηλαδή, έπιασε ο πρώτος από βοριά; Πρέπει να πάνε όλοι ένα γύρο, να πάνε βόρεια, για να πηδήσουν, να πάνε νότια. Ένας από νότια πήγε βόρεια και τρακάρανε και πέσανε στη φωτιά. Πέσανε αμέσως - η αλήθεια- όχι ότι δεν πάθανε μεγάλα εγκαύματα. Αυτό ήτανε πολύ λυπηρό, δηλαδή, ήτανε…
Αυτοί οι άνθρωποι μετά, ξαναπήραν μέρος;
Ναι, ναι! Δεν καήκανε πολύ ας υποθέσουμε. Δεν πέσανε κατά πάνω στη φωτιά. Λίγο πιο… ο ένας είχε πιο μεγάλη ταχύτητα και δεν πέσανε απάνω, γιατί ήτανε… άμα είχανε πέσει μέσα, θα είχαμε θύματα. Σκέψου τα ρούχα, τώρα το καλοκαίρι να ΄ναι το σώμα γδυτό, θα είχαμε…
Θα ήθελα να μου πείτε τη διαδικασία που κάνατε, για να προετοιμάσετε το έθιμο αυτό.
Εμείς εδώ πέρα τώρα, επειδή όλοι τα αφήσανε, πιάνουμε μία εβδομάδα πιο νωρίς. Σκουπίζουμε, πλένουμε όλο το δρόμο, ασπρίζουμε το πηγάδι, ο Γιάννης ο Φουρίκης - η αλήθεια - παίρνει ασβέστη με λουλάκι και τα ασπρίζει όλα γύρω γύρω τα παλιά, τα τέτοια, όλα. Καθαροί, πολύ καθαροί. Μετά μαζεύουμε τα ξύλα, έχουμε μαζέψει και από νωρίς και τα βάζουμε σε μία αποθήκη και ο κύριος Φήμης, ο καθηγητής, μας φέρνει και αυτός «Σώπα θεία – με έχει θεία - θεία θα φέρω εγώ ξύλα!». «Έλα, ρε Παύλε -του λέω εγώ - έχουμε». «Όχι, θα σου φέρω και εγώ μη στεναχωριέσαι», μου μιλάει έτσι. Όχι ήτανε πολύ ωραία! Εμείς, αφού μαζευόμαστε όλοι, μετά κάναμε στη μπάντα εμείς και ερχόντουσαν πολλοί και πηδάγανε. Αλλά είχαμε καρέκλες, μας φέρνανε καρέκλες, καθότανε ο κόσμος, μοιράζαμε τα πλατετσάκια, συμμετείχε ο κόσμος. Λέει: «Να σας δώσουμε λεφτά να… για τα πλατέτσια». «Όχι, θα πάτε στο φούρνο, να παραγγείλετε όσο θέλετε και εμείς να γράψεις το όνομά σας και εμείς θα το αναγγείλουμε με το ακουστικό». Και μία φορά μαζέψαμε επτακόσια πενήντα και έντεκα με δώδεκα κιλά αλεύρι κάναμε πίτες. Ναι, ναι, ναι, ναι… ήτανε ωραία. Δεν ξέρω ο ανιψιός μου, είναι στο κάδρο εκεί που κρατάει το ταψί έτσι το ταψί. Ωραία χρόνια! Τώρα πάει, τώρα έχουνε τα - πώς τα λένε - τα τηλέφωνα πάνε και μιλάνε… Αλίμονο, τα παιδιά. Άσχημα χρόνια.
Θα ήθελα να μου πείτε τι βάζετε να κάψετε σε αυτό το έθιμο;
Να-
Να κάψετε! Τι καίτε σε αυτό το έθιμο;
Τι καίγαμε; Κοίταξε να δεις, πρώτα εγώ έχω ένα οικόπεδο και, όταν τα κλήματα κουρεύουμε τα σταφύλια, τα μαζεύω, ήταν ψηλά και ανάβανε. Μετά τι ξύλα ήθελες; Τι έπιπλα ήθελες; Τι έπιπλα… μας φέρνανε όλα τα παλιά. Και τώρα μας είπατε: «Άλλη φορά – λέει - έχω να μου φέρουν, το Συρ Μελέτη». «Ρε μανάρα μου, δεν ξέρουμε αν θα κάψουμε», λέω. «Να είναι αμαρτία –λέει- ήθελα να το ‘βλεπα». Ξέρεις το τι γινότανε; Για αυτό γινότανε η φωτιά… Τώρα πάει και στεναχωριέμαι πάρα πολύ, γιατί όταν φύγω και εγώ, έφυγε η Κατίνα του[00:10:00] Βιλλιώτη εδώ, και άμα φύγω και εγώ πάει. Πάει το έθιμο. Κάναμε πέρσι ενός λεπτού σιγή, για την Κατίνα την Βιλλιώτη. Το κλάμα που κάνανε όλοι, γιατί την ξέρανε. Κατάλαβες; Ξέρανε, δεν ήταν… Καλώς!
Θα μου πείτε τη συνταγή για τις πίτες;
Αμέ! Λοιπόν, πρώτα δεν ρίχνανε μαγιά, εγώ παίρνω λίγο μαγιά από τον φούρνο αναλόγως το αλεύρι και τη μαγιά. Θα βάλω τη μαγιά να λιώσει και αλάτι χοντρό λίγο μπόλικο, αναλόγως τι… το αλεύρι που θα βάλεις. Θα το κοσκινίσεις το αλεύρι σε μία λεκάνη, θα ρίξεις το αλεύρι μέσα, θα ρίξεις το νερό με τη λιωμένη τη μπύρα, τη μαγιά και το αλάτι και μετά θα πιάσεις να το ζυμώσεις. Θα κάνεις μία κανονικιά ζύμη ούτε πολύ σφιχτή, γιατί δεν ανοίγει και θα τη βάλεις, θα πάρεις «φτόλια» λεγότανε παλαιά -θα στη δείξω εγώ- είανι ένα ξύλο μακρύ, αλλά ένα μέτρο, ενάμισο αναλόγως. Είναι λείο, καθαρό και θα πάρεις, να την ανοίξεις ή στο τραπέζι ή στο μάρμαρο, καθώς θα την ανοίγεις, άμα σου κολλάει στη φτόλια, θα ρίχνεις αλεύρι, αλεύρι. Και θα την ανοίγεις, θα την ανοίγεις, θα κάνεις έναν κύκλο στρογγυλό. Και πρώτα δεν ρίχνανε λάδι. Εγώ ρίχνω λάδι. Θα την πασαλείψω με λάδι και θα τη γυρίσω μία, δύο και θα τα βρέξω λίγο εδώ με λάδι με το πινέλο που έχω έτσι και έτσι θα την κάνω έτσι και θα την ανοίξω. Θα την ανοίξω και θα… έχω το «σάτσι» - θα στο δείξω τώρα- και επειδή τώρα δεν έχω τζάκι, γιατί πάνε είπαμε όλα τα παλαιά, έχω το πετρογκάζ, βάζω απάνω το «σάτσι» και σιγά σιγά τη φωτιά, δεν θέλει πολύ φωτιά, γιατί καίγονται. Θέλει σιγά σιγά σιγά να ψηθεί, έχω και τη – πώς την είπαμε αυτήνε - την ξύστρα της μαμάς μου παλαιά, την έχω και τις γυρίζω.
Τέλεια, καταπληκτικά.
Να βγάλεις φωτογραφία το «σάτσι», να το έχεις.
Τις πίτες αυτές για ποιο λόγο τις φτιάχνετε σε αυτό το έθιμο;
Να επειδή η πίτα είναι ένα παλαιό. Δεν κάνουνε τώρα. Δεν βλέπεις; Τώρα όλα έτοιμα Και είναι ψημένη σαν ξύλο. Έχεις φάει από τούτηνε;
Θα ήθελα να μου πείτε γιατί αποφασίσατε να ξανακάνετε αναβίωση του «Συρ Μελέτη»;
Κοίταξε, τότε τα παιδιά της γειτονιάς και ο εγγονός μου ήτανε μικρός και συνεννοήθηκα με τον άντρα μου: «Ρε Τάκη, να τους κάνω λίγο το «Συρ Μελέτη» να γελάσουνε τα παιδιά;». «Ε, και δεν πας να κάνεις ότι θέλεις;» και άναψα τη φωτιά και μαζευτήκανε καμιά δεκαπενταριά αγόρια, αφού μαζευτήκανε τους άρεσε. Πήγανε φέρανε κι άλλα ξύλα, -ξέρω 'γω τι- και αφού τους άρεσε, το άλλο χρόνο: «Γιαγιά! Γιαγιά Ελένη!». «Έλα! Τι θέλετε;». «Θα μας ανάψεις το Συρ Μελέτη;». «Όταν σκουπίσετε, όταν συγυρίσετε, όταν ασπρίσετε το πηγάδι, μαζέψετε ξύλα, θα σας ανάψω. Όταν δε φέρετε αυτά, δεν έχει τίποτα». «Και από τότε ερχόντουσαν κάθε χρόνο, κάθε χρόνο. Ήτανε ο εγγονός μου - πόσο ήτανε - δεκατρία, δεκατέσσερα χρόνια; Και το συνεχίζω. Έχω παραπάνω από δεκαπέντε χρόνια.
Μπράβο. Μπράβο!
Να δεν ξέρω, έχω φωτογραφίες; Είχα μια φωτογραφία που ‘ντουσταν μικροί, δηλαδή όλοι αγκαλιάζανε. Δεν βαριέσαι… ένα έθιμο να μη σβήσει τώρα, αλλά πιστεύω να σβήσει. Τώρα άμα το κάνουμε τον Οκτώβριο, λέω ότι θα ξαναζωντανέψει πάλι.
Κυρία Ελένη, υπάρχει άλλο έθιμο στη Σαλαμίνα που θα θέλατε να γίνει αναβίωση;
Υπάρχουν οι Απόκριες. Όταν μετά τη μεγάλη Σαρακοστή, όταν έρχεται, πιάνανε οι Απόκριες που κάνανε τα «πουπέκια». Λέγεται το «πουπέκι» είναι ένα παλαιό, το γαλακτομπούρεκο, αλλά τότε δεν λέγανε γαλατομπούρικο, λέγανε «πουπέκι», γιατί ούτε φύλλα υπήρχανε έτοιμα. Ανοίγανε μόνο οι νοικοκυρές και το γάλα ήτανε γνήσιο τα πρόβατα ή από τις αγελάδες και το φτιάχνανε μόνοι τους. Και πολλές οι γυναίκες δεν ρίχνανε σιρόπι από πάνω, ρίχανε τη ζάχαρη μέσα και γινότανε πάρα πολύ ωραίο. [00:15:00]Και μετά πιάνανε τον χορό. Εδώ πέρα στο πηγάδι μαζευόντουσαν πρώτα οι μανάδες, με τα κουλουριώτικα, κάνανε την αρχή. Μαζευόντουσαν τέσσερις - πέντε γυναίκες και μετά να η πιο μεγάλη, η πιο μεγάλη, δηλαδή η πιο μεγάλη, μετά τις μανάδες πιο μικρή πιο μικρή και γινόταν ένας χορός… Ερχόντουσταν και από το Βορρό, δηλαδή το Βορρό είναι το 2ο Δημοτικό πέρα, το σχολείο από κει το λένε «Βορρό», από όλη τη Σαλαμίνα γινότανε ο πιο μεγάλος χορός. Και μία χρονιά η Οικοκυρική, ο Δήμος, έκανε ποιο θα ήτανε το καλύτερο τα αμάξια τότε που γινόντουσαν, αμάξι - να δεις πώς λεγότανε - και η Οικοκυρική έκανε το αμάξι αυτό και πήρε το πρώτο βραβείο, γιατί είχε βάλει τα κοπανέλια πάνω και εν τω μεταξύ: «Κυρά Λένη, θα μπεις και εσύ;». «Ρε αφήστε με!» τους λέω. «Όχι –λέει- θα μπεις εσύ –λέει- που είσαι…» και μπήκα και εγώ με το μαντήλι το κουλουριώτικο, έκανε κρύο, έβαλα και μία, ένα μπουφάν χοντρό και πήγαμε και πήρανε το πρώτο βραβείο από τον δήμο, τότε. Ήτανε πάρα πολύ ωραία! Τώρα ούτε χορό ούτε Απόκριες ούτε τίποτα. Σβήνουν τα έθιμα και η νεολαία δεν ξέρει τίποτα. Ξέρει μόνο τώρα τα τηλέφωνα και η τηλεόραση. Τίποτα άλλο.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τις ιστορίες σας, να είστε καλά!
Ευχαριστώ πολύ! Ευχαριστώ!
Και εύχομαι το έθιμο του «Συρ Μελέτη» να συνεχίσει για πολλά ακόμα χρόνια.
Το «Συρ Μελέτη» τώρα σου είπα, βρήκαμε έναν, αν το μεταφέρουμε την ημερομηνία. Δεν πρέπει να χαθεί. Καλά εγώ είμαι μεγάλη σε ηλικία, αλλά να συνεχίσει η νεολαία. Τί να κάνουμε; Να μάθουνε και τα παιδιά ρε παιδί μου, δεν ξέρω, η νεολαία, γιατί σβήσανε όλα. Σου λέω το χορός ο κουλουριώτικος ήτανε… έβλεπες τα μισοφόρια, τις μανάδες που φοράγανε παλαιά, έβλεπες μασκαράδες, έβλεπες… τώρα τίποτα. Τίποτα, ούτε μασκαρά. Τίποτα! Επίσης δεν είχαμε σπίτι, δηλαδή μεγάλο εδώ πέρα οι γονείς μας και μαζευόμαστε. Ο πάτερ Τιμόθεος είχε σπίτι μεγάλο και ο Παναγιώτης ο Βιλλιώτης, η Γεωργούλα. Τη μία Κυριακή μαζευόμαστε στου Βιλλιώτη και την άλλη μαζευόμαστε στου πάτερ Τιμόθεου το σπίτι, του «Κυριάκου του Λαϊβερά», λεγότανε, αλλά επειδή ο Τιμόθεος είναι πιο ξακουστός, για αυτό. Και η μάνα μου, επειδή είχε τα πρόβατα, ο πατέρας μου, δηλαδή θα έφτιαχνε και τη γιαούρτι, τα έφτιαχνε πιο μπροστά, δηλαδή ημέρες πολλές το τυρί, θα έφτιαχνε το πουπέκι, θα έφτιαχνε το ρυζόγαλο. Μετά θα τα παίρναμε όλα και θα πηγαίναμε στο κάθε σπίτι. Η μάνα μου είχε επτά παιδιά. Η Γεωργούλα είχε πέντε. Ο Τιμόθεος ήντουσταν τρεις. Ναι. Και να έβλεπες μασκαράδες, να έβλεπες μουτζουρώματα από τα τηγάνια, από… πιάνανε μετά τρέλες, χορό πιάνανε, τώρα τίποτα. Τίποτα! Τίποτα, τίποτα, τίποτα! Τίποτα! Λυπηρό… που είναι; Δεν κάνουνε. Εγώ έχω τη… να γύφτισσα, τη φούστα, την έχω ακόμα, την έχω. Εδώ ήμουν στην Αθήνα. Κάνανε τα ξαδέρφια μου ένα πάρτι και λέει: «Θα έρθεις». Λέω… «Θα έρθεις –λέει- πάρε τα κουλουριώτικα και έλα».
Θα μας δείξετε πώς φτιάχνουμε «Παππού»;
Λοιπόν, μάζεψε εσύ. Αφού περνάει η κλωστή και λιώνει το κερί, το μαζεύουμε στην «κόφα», έτσι λέγεται αυτή «κόφα» και βάζουμε όσες κλωστές θέλουμε. Και μετά, μετά είναι τρία άτομα, αφού γεμίσουμε την κόφα με κλωστή ένα άτομο είναι δεξιά και το άλλο είναι μακριά περίπου οκτώ με δέκα μέτρα και αυτός που έχει την κόφα πηγαίνει και έρχεται και κάνουνε περίπου δώδεκα κλωστές αναλόγως και το στρίβουμε και κάνουμε ή ένα κουβάρι ή το μαζεύουμε, όπως μαζεύουνε την τριχιά παλαιά, αναλόγως. Και μετά το μαζεύουμε και το κάνουμε αυτό που λέγεται «Παππού». Αυτό το χρησιμοποιούμε τη μεγάλη Σαρακοστή για τους παππούδες, τις γιαγιάδες βάζουμε διάφορα ονόματα. Πρώτα, βάζουμε τους ιερείς τους, δεσποτάδες, όλους τους ρασοφόρους, την Παναγία, τον Χριστό, τον Θεό, τους Αγίους, τους δικούς[00:20:00] μας τους ανθρώπους και βάζουμε και για την υγεία και αυτό το καίμε τη Μεγάλη… και την Μεγάλη Εβδομάδα το καίμε όλη τη βδομάδα. Πρώτα, αρχινάμε κάθε Παρασκευή, πέντε Παρασκευές που είναι η Μεγάλη Σαρακοστή και μετά αρχινάει η Μεγάλη Εβδομάδα, μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.
Photos

Το έθιμο του «Παππού»
Η κυρία Ελένη Σταμπάμπα, φτιάχνει τα κεριά ...

Τα κουβάρια του «Παππού»
Πρόκειται για κουβάρια αποτελούμενα από πο ...

Διχάλα
Για να φτιάξουν κουβάρια για τον «Παππού», ...

Κόφα και διχάλες
Η κόφα είναι το κυλινδρικό σκεύος πάνω στο ...

Κουλουριώτικη αποκριά
Η Ελένη Σταμπάμπα πάνω στο άρμα της «Οικοκ ...

Αποκριάτικος χορός
Η Ελένη Σταμπάμπα σε νεαρή ηλικία ντυμένη ...

Η φωτιά του «Συρ Μελέτη»
Η κυρία Ελένη Σταμπάμπα μπροστά από την πι ...

«Μάζεμα ξύλων»
Η Ελένη Σταμπάμπα κάνει αναπαράσταση του μ ...

«Κάψιμο καναπέ»
Εκτός από ξύλα στο «Συρ Μελέτη» καίνε και ...

Ζύμωμα πίτας
Η Ελένη Σταμπάμπα ετοιμάζει τη ζύμη για τι ...

Οι πίτες του «Συρ Μελέτη»
Οι πίτες που ετοιμάζει η Ελένη Σταμπάμπα.

Ξύστρα
Είναι η σπάτουλα με την οποία η Ελένη Στα ...

Φτόλια
Ο πλάστης που ανοίγουν παραδοσιακά τις πίτ ...

Σάτσι
Το ταψί πάνω στο οποίο ψήνουν τις πίτες. Α ...
Sound and Video Files
"Σιρ Μελέτης" το έθιμο π ...
Στο βίντεο η αφηγήτρια, κυρία Ελένη Σταμπά ...
Part of the interview has been removed for legal issues.
Content available only for adults (+18)
Summary
Η κυρία Ελένη Σταμπάμπα δίνει ζωή ξανά σ' ένα χαμένο έθιμο, το «Συρ Μελέτη». Στην αφήγησή της, περιγράφει την αφορμή που της δόθηκε, για να αναβιώσει το σχεδόν εξαφανισμένο έθιμο, τα στάδια διεξαγωγής του εθίμου, ενώ αφηγείται και τις δικές της αναμνήσεις από τη συμμετοχή της στο έθιμο. Πέρα από το «Συρ Μελέτη», η κυρία Ελένη αφηγείται δύο ακόμη παραδοσιακά έθιμα: την «Κουλουριώτικη Αποκριά» και το εξαιρετικά ενδιαφέρον έθιμο του «Παππού».
Narrators
Ελένη Σταμπάμπα
Field Reporters
Ειρήνη Κοτσέλη
Tags
Interview Date
21/08/2022
Duration
20'
Interview Notes
Όπου η αφηγήτρια αναφέρει «2001» εννοεί το «2021».
Part of the interview has been removed for legal issues.
Content available only for adults (+18)
Summary
Η κυρία Ελένη Σταμπάμπα δίνει ζωή ξανά σ' ένα χαμένο έθιμο, το «Συρ Μελέτη». Στην αφήγησή της, περιγράφει την αφορμή που της δόθηκε, για να αναβιώσει το σχεδόν εξαφανισμένο έθιμο, τα στάδια διεξαγωγής του εθίμου, ενώ αφηγείται και τις δικές της αναμνήσεις από τη συμμετοχή της στο έθιμο. Πέρα από το «Συρ Μελέτη», η κυρία Ελένη αφηγείται δύο ακόμη παραδοσιακά έθιμα: την «Κουλουριώτικη Αποκριά» και το εξαιρετικά ενδιαφέρον έθιμο του «Παππού».
Narrators
Ελένη Σταμπάμπα
Field Reporters
Ειρήνη Κοτσέλη
Tags
Interview Date
21/08/2022
Duration
20'
Interview Notes
Όπου η αφηγήτρια αναφέρει «2001» εννοεί το «2021».