© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Από τον Μαγγανίτη στις θάλασσες του κόσμου

Istorima Code
13556
Story URL
Speaker
Ιωάννης Κουτούφαρης (Ι.Κ.)
Interview Date
04/04/2023
Researcher
Γεωργία Νικολοπούλου (Γ.Ν.)
Γ.Ν.:

[00:00:00]Θα μου πείτε το όνομά σας;

Ι.Κ.:

Ναι. Ιωάννης Κουτούφαρης του Ηλία.

Γ.Ν.:

Ωραία. Εγώ λέγομαι Νικολοπούλου Γεωργία, είμαι ερευνήτρια του Istorima, σήμερα έχουμε 5 Απριλίου του 2023, βρισκόμαστε στον Πειραιά και ξεκινάμε τη συνέντευξη. Θέλετε να μου μιλήσετε για τα παιδικά σας χρόνια;

Ι.Κ.:

Ναι. Γεννήθηκα στον Μαγγανίτη Ικαρίας το 1936 και έζησα ένα μέρος της Κατοχής, δηλαδή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, και έζησα, ας πούμε, μέχρι οχτώ χρονών, μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος και τις διάφορες… διάφορα γεγονότα. Παιδιά που ήμαστε, περνούσαν πολλές φορές αεροπλάνα από το χωριό μας και είχαμε την εντολή, όταν βλέπουμε τα αεροπλάνα, είχε μία σπηλιά κοντά, και πηγαίναμε και κρυβόμαστε μέσα, μέχρι να περάσουν τα αεροπλάνα. Όταν… Ο πατέρας μου έλειπε με το καΐκι τότες. Το καΐκι μας ήτανε… μόλις καταλάβανε οι Έλληνες τους Αγίους Σαράντα, το πλοίο ήτανε διακόσιοι πενήντα τόνοι πέραμα και το επιτάξανε, το επιτάξανε ο ελληνικός στρατός και κουβαλούσε στους Αγίους Σαράντα, μόλις το καταλάβανε, τους Αγίους Σαράντα, ο ελληνικός στρατός, κουβαλούσανε στρατό, πολεμοφόδια, τρόφιμα, νάρκες και πολλά… Γιατί στον στρατό της Αλβανίας, εκτός τον στρατό που πολεμούσε, είχε και δεκαπέντε χιλιάδες ζώα, δηλαδή μουλάρια, γαϊδάρους, άλογα, τα οποία, ένα μεγάλο μέρος, συνέβαλαν αυτά, δηλαδή, στη νίκη του ελληνικού στρατού. Γιατί τότες δεν υπήρχανε δρόμοι πάνω στα βουνά και αυτά κουβαλούσανε τα πολεμοφόδια, κουβαλούσανε τραυματίες, γιατί ήτανε, τα βουνά αυτά ήτανε πολύ δύσκολα και ακόμη και δύσκολα να τα περπατούσες. Και κανονικά, όπως κάνανε οι Εγγλέζοι, έχουνε, εις τα ζώα αυτά, έχουνε κάμει και άγαλμα, γιατί συνέβαλαν, δηλαδή, στη νίκη, στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Εμείς, δυστυχώς, δεν έχουμε κάνει τίποτα για αυτά τα ζώα. Και αυτό το καΐκι μετά, πολλά ταξίδια έκανε εκεί πέρα και μετά, με το τέλος… όταν κατελήφθη η Ελλάδα, τα Λιμεναρχεία του είπανε να πάει όπου νομίζει αυτό και πήγε σε ένα λιμάνι στη Λευκάδα και εκεί βομβαρδίσανε τα αεροπλάνα. Γιατί βομβαρδίζανε τότες. Ενώ υπήρχε το μέτωπο στην Αλβανία, επειδή δεν μπορούσανε, δηλαδή, να καταλάβουν την Ελλάδα, επέμβανε οι Γερμανοί. Και υπήρχανε, δύο μέτωπα είχε η Ελλάδα, δηλαδή, εκτός δύο μέτωπα, είχανε δύο αυτοκρατορίες να πολεμήσουνε, εκτός και Βουλγαρία και τους συμμάχους. Και το καΐκι… Εν τω μεταξύ, υπήρχαν και χίλια αεροπλάνα που βομβαρδίζανε σε όλο το Αιγαίο και σε διάφορα μέρη, χίλια αεροπλάνα γερμανικά. Και ό,τι πλεούμενο υπήρχε μέσα στο Αιγαίο, προσπαθούσαν να το βουλιάξουνε. Και πήγε σε ένα λιμάνι στη Λευκάδα και εκεί άρχισαν να βομβαρδίζουν, βουλιάξανε πολλά καΐκια. Ευτυχώς, το δικό μας γλύτωσε. Και συνεχίσανε μετά. Μετά, πήγε στον Πειραιά και εκεί το επιτάξανε οι Γερμανοί το καΐκι αυτό. Και ένα διάστημα, ήτανε κι ο πατέρας μου μέσα στο καΐκι αυτό κι έκανε διάφορα ταξίδια. Και εν τω μεταξύ, στα ταξίδια που πηγαίνανε, βουλιάζανε τα διάφορα κομβόγια. Πηγαίνανε, μεταφέρανε διάφορα εμπορεύματα, κομβόι, σαν κομβόι, δηλαδή πολλά καΐκια μαζί, και βουλιάζανε πολλά καΐκια και το δικό μας δεν το βουλιάζανε, τη γλύτωνε. Και έλεγε ο πατέρας μου ότι ήτανε τυχερό καΐκι που δεν βούλιαζε. Αλλά εν τω μεταξύ, επειδή φοβόντανε πως βάζουν και πολεμοφόδια και τέτοια, επήγε και το τράβηξε, έξω δηλαδή, στη στεριά, στο Πέραμα, και έφυγε κι ήρθε στον Μαγγανίτη. Το καΐκι επιταγμένο. Ψάχναν να βρούνε το καΐκι, δεν το βρίσκανε. Και νομίζανε οι Γερμανοί ότι το πήρε κι έφυγε. Τελικά, το βρήκανε το καΐκι, που ήταν έξω, στο Πέραμα, και ήρθανε, τον ειδοποιήσανε και πήγε στον Πειραιά και τον πήρανε να τον δικάσουν, να τον περάσουν από Ναυτοδικείο, γερμανικό Ναυτοδικείο, ότι έκανε, δηλαδή, εναντίον του γερμανικού στρατού. Δηλαδή, σαμποτάζ –πώς να πούμε; Δεν ήθελε να δουλέψει για τον γερμανικό στρατό και πήγε –τον πήγανε– στο δικαστήριο. Και πήγανε στο δικαστήριο και, ναι… Και εν τω μεταξύ, υπήρχε ένας πράκτορας εδώ –πράκτορας ξέρεις τι είναι, agent λέγεται εγγλέζικα, δηλαδή αυτός που κάνει κουμάντο στα επίτακτα, αυτά που ήταν επίτακτα–, ο οποίος λεγότανε Κωστόπουλος. Αυτός ήταν πράκτορας με τα γερμανικά… όταν ερχόντανε, πριν τον πόλεμο, τα γερμανικά βαπόρια, πρακτόρευε τα γερμανικά βαπόρια κι είχε γνωρίσει πολλούς καπιτάνιους Γερμανούς. Όταν καταλάβανε οι Γερμανοί την Ελλάδα, αυτούς τους καπιτάνιους τους βάλανε ή σε Λιμεναρχεία λιμενάρχηδες, διοικητές σε νησιά, τους βάλανε σε διάφορες θέσεις. Και γνώριζε αυτούς, αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ξέρω, αν ήξερε και γερμανικά. Και επήγε, ναι… Και τον πήγανε στο δικαστήριο. Βέβαια, υπήρχανε εκεί και του Πολεμικού Ναυτικού και υπήρχανε και αυτοί του Εμπορικού Ναυτικού, που ήτανε, είχαν θέσεις μεγάλες στο λιμάνι, και τον περάσανε από δικαστήριο. Και του λένε: «Γιατί τράβηξες το καΐκι εκεί πέρα και αυτό, ας πούμε, και δεν ειδοποίησες τίποτα;» Του είχε πει, όμως, προηγουμένως, ο αυτός, ο πράκτορας, που πρακτόρευε: «Να πεις ότι: “Το τράβηξα για να το φτιάξω, γιατί έκανε νερά και ήθελα να μαζέψω λεφτά για να πλερώσω τους εργάτες, να το φτιάξω”». Και λέει… του λένε… λέει: «Το τράβηξα για να το παλαμίσω» που λέμε, δηλαδή, «παλαμίσω», να το μπογιατίσει από κάτω και να το φτιάξει. Και του λέει αυτός ο επικεφαλής, του λέει: «Καλά», λέει, «αφού ήτανε χρονοναυλωμένο, γιατί δεν μας ειδοποίησες να το φτιάξουμε εμείς;» –ήτανε από τους Γερμανούς– «Εσύ πιο πολλά λεφτά έχεις απ’ το γερμανικό Κράτος;» Και λέει, λέει αυτός ο πράκτορας: «Μην του ξεσυνορίζεστε», λέει, «είναι λίγο κουτός». Και έτσι, του τη χαρίσανε –που μπορεί να τον εκτελούσαν κιόλας. Αλλά του, ως όρο, να μην ξαναπάει συγγενής μέσα στο καΐκι αυτό. Και όλο το διάστημα του πολέμου, εμείς δεν ξέραμε ούτε που βρίσκεται το καΐκι, ο πατέρας μου έφυγε και ήρθε στον Μαγγανίτη όλο το διάστημα. Και εν τω μεταξύ, όταν, δηλαδή… αυτό το καΐκι, εν τω μεταξύ, αυτοί είχανε Γερμανούς μέσα και είχανε πάει μέχρι το Τομπρούκ, στο Ρόμελ. Του είχανε πάει, με Γερμανούς μέσα, βενζίνες και τέτοια. Δηλαδή, για τον στρατό του Ρόμελ, στη Βόρειο Αφρική και, ναι… Εν τω μεταξύ, με το τέλος του πολέμου-

Γ.Ν.:

Συγγνώμη, περιμένετε λίγο; Πάμε.

Ι.Κ.:

Ναι. Το καΐκι, τελικά, αυτό, το τέλος του ήτανε, όταν οπισθοχωρούσανε οι Γερμανοί, το είχανε φορτώσει [00:10:00]πολεμοφόδια –βόμβες, νάρκες. Κι όπως οπισθοχωρούσανε για να φύγουνε, προχωρούσαν προς τη βόρειο Ελλάδα, πήγαινε κι αυτό παράλληλα και τους συνόδευε. Και όταν έφτασε, φτάσανε στη Χαλκίδα, το πήγανε σε ένα –δεν θυμάμαι ακριβώς, είναι το χαρτί που γράφει ακριβώς, τώρα το έχω από κει το χαρτί– το πήγανε δύο μίλια ανοιχτά της Χαλκίδας, σε ένα μέρος, και του βάλανε με τα πυροβόλα, το Πολεμικό, εκεί, Ναυτικό των Γερμανών και το ανετινάξανε. Και ήταν διακόσια πενήντα τόνους πολεμοφόδια, έγινε φοβερή έκρηξη και μεγάλο ηχητικό κύμα και σπάσανε, σχεδόν, τα πιο πολλά τζάμια της Χαλκίδας. Και πήγα εγώ –το ’55;– και μου λέγανε ότι πήρανε όσα τζάμια είχανε, μετά, όλο τον χειμώνα, τον περάσανε με χαρτόνια στα σπίτια. Και ήτανε πολύ δυνατό το ηχητικό κύμα. Δηλαδή, ήτανε ένα τέταρτο μεγατόνου, που λένε. Εν τω μεταξύ, ο πατέρας μου έλεγε –αυτό που έλεγε, ότι ήταν τυχερό καΐκι– δεν ήξερε γιατί δεν το βουλιάζανε. Γιατί μετά, αυτόν τον πράκτορα, που πρακτόρευε αυτά, μετά τον πόλεμο, τον πιάσανε οι αντάρτες να τον εκτελέσουν, ότι ήτανε γερμανόφιλος δηλαδή. Και απεδείχθη αυτός ότι ήταν ο μεγαλύτερος κατάσκοπος των Εγγλέζων. Δηλαδή, αυτός, όταν φεύγανε τα καΐκια, έβλεπε ποια έχουν πολεμοφόδια, το ένα, ή ξέρω ’γω, έπαιρνε πληροφορίες κι απ’ το πλήρωμα του καϊκιού, γιατί γλύτωνε αυτό το καΐκι και έφτανε στα άλλα λιμάνια και έλεγε ότι: «Υπάρχουν τόσα γερμανικά εκεί» και πήγαιναν οι Εγγλέζοι με τα αεροπλάνα και τα βομβαρδίζανε. Και έτσι, του τη χαρίσανε αυτουνού, του Κωστόπουλου. Δηλαδή, τη γλύτωσε, δεν τον εκτελέσανε. Και μετά, τώρα, μετά την Κατοχή βέβαια… Εν τω μεταξύ, στο διάστημα αυτό της Κατοχής, ήμουνα κι εγώ στον Μαγγανίτη, –δηλαδή παιδί ήμουνα– και είχανε, όταν κατελήφθη η Ελλάδα, στα νησιά, σε άλλα μέρη πήγανε Γερμανοί και σε άλλα πήγαν Ιταλοί. Στον Άγιο, νομίζω, είχανε πάει Γερμανοί. Στα άλλα χωριά, όπως στο Καρκινάγρι, είχανε πάει στην αρχή Γερμανοί. Μετά πήγαν Ιταλοί. Γιατί είχα πάει με τον πάππου, κάνανε γυμνάσια στο σχολείο του Καρκιναγριού οι Γερμανοί, μέσα στην αυλή. Και πήγα, με πήγε ο συχωρεμένος ο πάππους να μου δείξει τους Γερμανούς που κάνουνε τα γυμνάσια, που… Και λέει, του λέει: «Να πάρεις το παιδί και να φύγετε». Δεν θέλανε να βλέπουμε εμείς εκεί πέρα. Στον Μαγγανίτη ήρθανε μόνο οι Ιταλοί, ήρθανε. Οι Ιταλοί, εκεί, στην Κατοχή, εντάξει, δεν ήτανε αυτοί, ήτανε και νέοι άνθρωποι και είχανε σχεδόν τα ίδια έθιμα με τους Έλληνες, είχανε. Το μόνο που ζητούσανε, ήτανε, άμα γινόντανε κανένας χορός, τίποτα, να τους καλάνε. Αυτό. Και είχε και φτωχές κοπέλες εκεί πέρα, και οι οποίες πιάσανε και σχέσεις, ας πούμε, με αυτούς εκεί. Και εμείς, σαν παιδιά που ήμαστε –γιατί τότες δεν είχε, δηλαδή, τα τρόφιμα, δεν υπήρχαν τρόφιμα. Προσπαθούσαμε μόνοι μας τότες, ό,τι μπορούσανε να σπείρουνε και να θερίσουνε. Αλλά όλα πρώτα αγοράζανε, μέχρι να βγει η νέα σοδειά, για να μπορέσουμε… Και τέλος πάντων, αυτά. Ο Μαγγανίτης είχε πρώτα πρώτα τα ψάρια, δηλαδή, πιάναμε τα ψάρια. Και θυμάμαι που πήγαινα ψάρια εκεί, στους Γερμανούς, και μου δίνανε κονσέρβες. Και είχε και το σχολείο, είχανε, πιο πρώτα είχαν το σχολείο εκεί, σαν… που μένανε. Και το σχολείο είχε μέσα, εσωτερικά, είχε μια τρύπα, είχε. Κι όταν βάζαν αυτοί φαγιά ή οτιδήποτε είχανε, ανεβαίναμε εμείς απ’ την τρύπα αυτή και παίρναμε κονσέρβες, ό,τι βρίσκαμε. Και αν μας πιάναν καμιά φορά, δεν μας πειράζανε τα παιδιά, εμάς. Ύστερα, ήτανε και σχεδόν… γνωρίζανε όλους τους… όλους τους χωριανούς γνωρίζανε, όπως και στο Καρκινάγρι. Και μου ’λεγε ο συχωρεμένος ο Πλάκας ο Μιχάλης –γιατί τότε, στην Κατοχή, θα ήτανε δεκαοχτώ-δεκαεννιά χρονών–, κάνανε χορούς και πηγαίνανε κι αυτοί μαζί και χορεύανε. Και πάνω στις αγαπητικιές, τσακωθήκανε μια φορά με τους Γερμανούς και τους δείρανε, γιατί αυτοί –δεν ξέρω πόσοι ήτανε, όλο νεαροί εκεί– τους δείρανε και τους πήραν και τα πιστόλια. Και φύγαν αυτοί, φοβήθηκαν μην τους πειράξουνε και φύγανε, πήγανε στο βουνό. Και τους παρακαλούσανε μετά οι Ιταλοί να γυρίσουνε και να τους δώσουν και τα πιστόλια. Και γυρίσανε αυτοί και τους δώσαν πιστόλια, εντάξει, δεν είχανε… Ενώ οι Γερμανοί ήτανε… δηλαδή σε εκτελούσανε, άμα του κάνεις επίθεση, σε εκτελούσε. Κατάλαβες; Και εν τω μεταξύ, τα μαγγανιώτικα… είχαμε εμείς τότες, μέχρι το ’40, ο Μαγγανίτης είχε περίπου σαράντα καΐκια. Και μεγάλα καΐκια, που ταξιδεύανε σε όλο το Αιγαίο. Αυτά τα βουλιάξανε, όπως και τούτο δω, το βομβαρδίσανε. Αυτό το καΐκι είχε, ήταν το τελευταίο καΐκι προτού παραδώσουνε στους Γερμανούς το λιμάνι του Πειραιά και πήρε, το πήρε το προσωπικό της Αγγλικής πρεσβείας να το πάει στην Κρήτη. Γιατί τότες, αποχωρούσε ο στρατός και το… αυτά, και πηγαίνανε στην Κρήτη, ο ελληνικός στρατός, όποιος μπορούσε να πάει εκεί, Ναυτικό. Και έφυγε και, όπως σου ’χα πει πιο πρώτα, ότι ό,τι πλεούμενο υπήρχε, το βομβαρδίζανε τα αεροπλάνα. Και όταν είχε ανοιχτεί εδώ, στο πέλαγος, ανοιχτά απ’ τη Τζια, πήγανε αεροπλάνα, περνούσανε, περάσανε ορισμένα αεροπλάνα και εν τω μεταξύ, είχε τους Εγγλέζους μέσα και είχανε βάλει πολυβόλα σε όλο το σκάφος και τα είχανε σκεπάσει με μουσαμάδες. Και αυτοί βλέπαν τους μουσαμάδες στο καΐκι, σου λέει: «Μπορεί να είναι και… να το έχουν καταλάβει οι Γερμανοί». Και όπως κάμανε, να κάμουν αναγνώριση, κατεβήκανε, ξεσκεπάσαν τους μουσαμάδες και βάλανε με τα πολυβόλα και ρίξανε τρία αεροπλάνα αυτό το καΐκι. Και σκοτώθηκαν και δύο Εγγλέζοι μέσα, που ήτανε αξιωματικοί και οπλίτες, δηλαδή –δεν ξέρω αν είχαν και τις οικογένειές τους αυτοί. Και εν τω μεταξύ, το πλήρωμα, ήταν όλο Καριώτες το πλήρωμα και τους βάζαν αυτοί με τα αεροπλάνα μετά, άρχισαν διάφορα σμήνη και πηγαίνανε με τα πολυβόλα και βάζανε του καϊκιού. Αλλά το καΐκι είχε μεγάλη δύναμη πυρός, δηλαδή είχε πολλά πολυβόλα, που έκανε φράγμα πυρός και δεν μπορούσαν να το πλησιάσουνε τα στούκα και αναγκαζόντανε να πετάνε τις βόμβες, να πηγαίνουνε με τα πολυβόλα να το… Και του κάνανε πάρα πολλές τρύπες με τα πολυβόλα. Το πλήρωμα, οι Ικαριώτες –αυτό τώρα είναι και δημοσιευμένο, αυτό, ένας Ναύαρχος το έχει δημοσιεύσει σε ένα βιβλίο, αυτός που ήταν αρχηγός του Λιμενικού Σώματος, Πελοποννήσιος– εγκαταλείψανε το τιμόνι και πήγανε και κρυφτήκανε μέσα στη μηχανή, για να καλυφθούνε από τις σφαίρες των πολυβόλων και πήγε και προσάραξε στη Τζια, έξω. Δηλαδή ακυβέρνητο, πήγαινε ακυβέρνητο. Μετά νύχτωσε, το εγκαταλείψανε τα αεροπλάνα, δεν ψάχναν να το βρούνε. Φτιάξανε εκεί πέρα τις τρύπες του καϊκιού με… κόψανε ντενεκέδες και βάλανε στις τρύπες και συνεχίσανε το ταξίδι και πήγαιναν από νύχτα… κάθε νύχτα, από νησί σε νησί. [00:20:00]Μόνο τη νύχτα ταξιδεύανε και πήγανε στο Ηράκλειο και αποβιβάσανε τους Άγγλους, αυτούς, που είχανε, του προξενείου. Αλλά είχε αρχίσει και η μάχη της Κρήτης. Και βομβαρδίζανε την Κρήτη όλη, δηλαδή, εκεί, τα αεροπλάνα. Και έπεσε και βόμβα μέσα στο καΐκι και βούλιαξε μέσα στο λιμάνι. Αυτό το καΐκι λέγεται «Άγιος Μηνάς». Είναι καραβόσκαρο εκατόν σαράντα τόνους και έχει μηχανή Polyder, είχε σαράντα ίππους μηχανή, τύπου Polyder. Εν τω μεταξύ, αυτό το βγάλανε, ήτανε… κυβερνήτης ήτανε ένας θείος μου, αδερφός του πατέρα μου μέσα, καπιτάνιος. Τον λέγανε, Σταμάτη Κουτούφαρη τον λέγαν αυτόνε και το ’βγαλε, το ξεβύθισε το καΐκι, εν καιρώ, το διάστημα του πολέμου και το πούλησε και το πήρε –προτού τελειώσει ο πόλεμος, δηλαδή πλησίαζε να τελειώσει ο πόλεμος– και το πούλησε και το πήρε ένας από τη Σαντορίνη. Το πήρε, ναι… Και αυτό είχε αγοραστεί, απ’ τον Νομικό είχε αγοραστεί. Μετά, δεν θυμάμαι πώς λεγόταν ακριβώς αυτός που το αγόρασε, αλλά αυτό μετά, σε ένα ταξίδι, το βομβαρδίσανε πάλι, προτού τελειώσει ο πόλεμος, και το βουλιάξανε. Το βουλιάξανε αγγλικά αεροπλάνα. Αλλά το πλήρωμα είχε πάρει τις βάρκες πιο πρώτα και έφυγε και σώθηκε το πλήρωμα. Στο διάστημα του πολέμου, ένα διάστημα, ήρθε και πέρασε απ’ τη Νικαριά… ήταν ένα καΐκι που οι πλοιοκτήτες του λεγόντανε, Πυλαράς λεγόντανε, ήτανε τα αδέρφια του Αλεξάνδρου Πυλαρά. Και πέρασε απ’ τον Μαγγανίτη. Εν τω μεταξύ, οι Ιταλοί είχανε φύγει, γιατί είχανε, με τους Γερμανούς, είχανε… είχανε γυρίσει με τους συμμάχους αυτοί κι είχανε πόλεμο μετά, αυτό το διάστημα, μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας. Και στα Δωδεκάνησα, όπως είναι… ναι, και Λευκάδα, όπου υπήρχαν Ιταλοί, πήγανε οι αυτοί και τους πολεμούσαν. Είχανε πια γίνει εχθροί των Γερμανών οι Ιταλοί. Και αυτό το καΐκι ήτανε φορτωμένο, οι Γερμανοί το είχανε φορτώσει –ήτανε παραμονές εορτών– και το είχανε φορτώσει διάφορα προϊόντα, τα οποία τα στέλνανε οι Γερμανίδες εις τα παιδιά τους, λόγω των εορτών. Είχανε μέσα κέικ, είχανε διάφορα ποτά, κονιάκ, διάφορα ποτά, μαρμελάδες. Είχε κόρνε μπιφ των έξι κιλών, κάτι μεγάλα κόρνε μπιφ. Είχανε, δηλαδή, πολλά πράγματα, που ήτανε για τις εορτές. Και μέσα, το πλήρωμα αυτό, ήρθε στον Μαγγανίτη και άρχισαν αυτοί να το ξεφορτώνουνε. Δηλαδή, ήτανε για την Κρήτη να πάει, κι αντί να πάει στην Κρήτη, ήρθε στην Ικαρία. Και αρχίσανε και το ξεφορτώναν αυτοί, αλλά δεν υπήρχανε μέσα. Τις βάρκες τις είχανε πάρει οι Ιταλοί πιο πρώτα και τις είχανε πάει στον Άγιο, για να μη φεύγουν. Γιατί φεύγανε, πηγαίνανε στην Τουρκία, αυτά, και είχανε κάμει –παχτώνους τους λέγαμε– κάτι μικρά σκάφη, τα οποία ήτανε με σανίδια, ένα τετράγωνο, που ήταν να πας κοντά κοντά στην ακτή. Δεν μπορούσες, δηλαδή, να πας μακριά. Ίσα ίσα να μπορείς να ψαρεύεις. Αλλά αυτά δεν μπορούσαν να βάλουν πολύ φορτίο κι είχε μία βάρκα μεγάλη, του καϊκιού, την οποία αυτοί άρχισαν, τη φορτώνανε και ξεφορτώνανε. Δηλαδή, προπαντός οι συγγενείς, δηλαδή, αυτοί, ξεφορτώνανε να πάρουνε τα τρόφιμα, αυτά, απ’ τους Γερμανούς. Εν τω μεταξύ, ήτανε λίγοι αυτοί που ξεφορτώνανε. Πολλά τους πηγαίνανε και στη θάλασσα. Οι πιο πολλοί Μαγγανιώτες, που δεν είχανε μέσο να πάνε να πάρουν κι αυτοί τρόφιμα απ’ το καΐκι, περιμένανε, και μόλις βγαίναν αυτοί που ξεφορτώνανε, αυτοί πηγαίνανε και τα κρύβανε. Ξεφόρτωναν τη βάρκα και πηγαίνανε μέσα σε σχινιές –ξέρεις, σκίνους δηλαδή, σε θάμνους, σε δέντρα δηλαδή, που να ’ναι πυκνά, τα κρύβανε εκεί μέσα, για να ξαναπάνε πάλι, να πάρουν άλλα να ξεφορτώσουν. Εν τω μεταξύ, αυτούς, οι άλλοι Μαγγανιώτες, ήταν κρυμμένοι και τους βλέπανε. Κι όταν πηγαίναν τα κρύβανε, πηγαίναν και τα παίρναν αυτοί και τα πηγαίνανε σε άλλο μέρος και τα κρύβανε. Εν τω μεταξύ, στο άλλο μέρος που πηγαίναν και τα κρύβανε, υπήρχαν άλλοι πάλι, που παρακολουθούσε ο ένας τον άλλονε και έπαιρνε, και τα περνάνε και… Ο καθένας, ήτανε ο κλέψας του κλέψαντος δηλαδή. Και οι άλλοι περιμέναν να τελειώσουν για να πάνε να τα πάρουνε. Εν τω μεταξύ, μου λέγαν ότι είχανε, λέει, κεφαλοτύρια μεγάλα, που ήτανε σαν φορτηγού ρόδες και επειδή δεν μπορούσαν να τα σηκώσουνε, τα κυλούσανε για να τα πάνε εκεί. Τελικά, ξεφορτώσανε ένα μεγάλο μέρος και επειδή φοβούνταν μην πάνε και τους πιάσουν οι Γερμανοί, σηκωθήκανε και το πήραν το καΐκι και το πήρανε, πήγανε στην Τουρκία. Κι από κει, κάτω, στη Μέση Ανατολή, δεν ξέρω –φύγανε δηλαδή. Εν τω μεταξύ, αυτά τώρα, αρχίσανε τώρα και κυκλοφορούσανε μέσα στον Μαγγανίτη πολλά τρόφιμα. Αλλά οι Μαγγανιώτες, επειδής φοβούντανε μην έρθουν οι Γερμανοί, αρχίσανε, τα πήραν αυτά και τα πήγαν και τα χώσανε σε διάφορα μέρη. Αυτά που ήτανε… που είχε κονιάκ, είχε –αυτά–, λικέρ, είχε διάφορα αυτά… Δηλαδή ό,τι σκεφτείς είχε, γιατί τα δίνανε για τη νεολαία τότες. Και σπάσανε τα αυτά που ήτανε και τα βάλανε σε δικά τους μπουκάλια, σε διάφορα δηλαδή, γιατί αυτά γράφανε απ’ έξω γερμανικά και τα εξαφάνισαν αυτά. Και εν τω μεταξύ, βέβαια, όλη νύχτα, παρακολουθούσε ο ένας τον άλλονε και όλοι, όλος ο Μαγγανίτης έτρωγε απ’ το καΐκι αυτό. Εν τω μεταξύ, βέβαια, τότες υπήρχανε, στον Άγιο, υπήρχανε και Γερμανοί νομίζω. Και ήτανε και ένας… Προτού τον πόλεμο, είχε έρθει ένας εκεί, που ήξερε τα ελληνικά απταίστως και έκανε, νομίζω, τον ψαρά αυτός. Εκεί, στη Νικαριά. Πριν τον πόλεμο, πριν αρχίσει ο πόλεμος. Τον λέγανε και καπταν-Νικόλα αυτόνε. Εν τω μεταξύ, όταν έγινε ο… που καταλάβανε και τη Νικαριά, αυτός διοικούσε τους Γερμανούς. Δηλαδή, εκεί που ήταν όλοι οι Γερμανοί, αυτόν τον ακούγανε, αυτοί, οι Γερμανοί, αυτόν, αυτόν τον ψαρά. Και εν τω μεταξύ, μάθανε οι Γερμανοί ότι το καΐκι είχε ξεφορτώσει στον Μαγγανίτη, αλλά… Και ήρθε μια τορπιλάκατος με Γερμανούς στον Μαγγανίτη –δηλαδή με προορισμό, αλλά έκανε λάθος και πήγε στο Καρκινάγρι αντί να πάει στον Μαγγανίτη. Και ειδοποιηθήκαν απ’ τον Μαγγανίτη απ’ το Καρκινάγρι ότι έχουνε πάει Γερμανοί και ψάχνουν τον Μαγγανίτη. Και μόλις το μάθανε, φύγανε οι άντρες και φύγανε και πήγανε στο βουνό να κρυφτούνε. Και μείναν οι γυναίκες και τα παιδιά και ο πρόεδρος, νομίζω, έμεινε εκεί πέρα. Και ήρθαν αυτοί εκεί, στον Μαγγανίτη, και ψάχνανε, τώρα, να βρούνε, ποιοι πήρανε, ποιοι κλέψανε, αυτά, το ένα, το άλλο, τα τρόφιμα αυτά. Πήγαν εκεί, στο καφενείο, νομίζω τους κέρασε κιόλας ο πρόεδρος εκεί, αυτούς, που είχανε… απ’ την τορπιλάκατος. Αλλά, εν τω μεταξύ, είχανε και τον κατάλογο ότι αυτό το χωριό είχε πολλά καΐκια που ταξιδεύανε και, πολλά, εξυπηρετούσαν και τους Γερμανούς. Δηλαδή, είχαν τον κατάλογο των καϊκιών. Και αρχίσανε και πηγαίνανε στα σπίτια και κάνανε, έρευνες κάνανε. Ψάχνανε, δηλαδή, να βρούνε κλεμμένα από τα τρόφιμα. Αλλά δεν βρίσκανε. Κι είχανε πάει και στης πεθεράς του Διαμαντή, δηλαδή, στο… Πατσούρη Σταμάτη λεγόντανε το σπίτι. Και εν τω μεταξύ, η αυτή, [00:30:00]η γυναίκα είχε κάμει το πρώτο της παιδί και είχε απλώσει και τα άσπρα ρούχα απ’ όξω, αυτά που αυτό, και από κάτω, το ένα άλλο σπίτι, ήτανε ένας μέτοχος του καϊκιού μέσα. Και πήγαν και ψάχναν εκεί πέρα. Και μετά, από κάτω, βρήκανε ότι είχε μέσα κονιάκ, τέτοια δηλαδή, και λικέρ διάφορα. Εν τω μεταξύ, βρήκαν τα μπουκάλια που ήτανε με αυτό, αλλά δεν είχανε… Νομίζανε, ότι ήτανε αυτά. Και πιάσαν και πίνανε αυτοί εκεί, οι στρατιώτες –ήτανε στρατιώτες νέοι, νέα παιδιά– και μεθύσαν από κάτω. Και εν τω μεταξύ, η Στέλλια, αυτή, περίμενε ότι θα πάνε από πάνω και θα τους σκοτώσουνε. Και σκέπασε, λέει, το παιδί της –μωρό ήτανε, ο Ηλίας, ο πρώτος της γιος– για να μη δει άμα τη σκοτώνουνε. Αλλά αυτοί, όπως ήταν μεθυσμένοι και κρατούσαν και τα μπουκάλια και ήτανε άσπρα αυτά, πιάσανε και πετούσανε το ποτό και τα κάμανε κόκκινα εκεί πέρα τα μπουκάλια –τα ρούχα δηλαδή, τα πλυμένα ρούχα. Τέλος πάντων, ψάχνανε και δεν μπορούσανε, να βρούνε. Να βρούνε, δηλαδή, τρόφιμα, να δούνε αποδείξεις, δηλαδή, με γερμανικά. Και είχανε πάει και σε μια άλλη, απάνω, που ήταν και αυτή μέτοχος, ο αυτός, και αυτηνής της ζητούσαν εφημερίδες γερμανικές, λέει, να διαβάσουνε. Τέλος πάντων, και στα σπίτια που ήτανε κλειστά, που είχανε φύγει για τη Μέση Ανατολή, τα σπούσανε, μπαίναν μέσα και παίρνανε αυτά, ό,τι ήτανε χρήσιμα δηλαδή. Σ’ εμάς είχαν έρθει εκεί πέρα, και αυτοί, έμενε ένας απ’ έξω, στην πόρτα, δηλαδή την εξώπορτα, και μπαίνανε δύο και ψάχανε το σπίτι, οπουδήποτε, να βρουν κάτι. Και όπως ψάχανε –σε κρεβάτια, σε ντουλάπια ανοίγανε–, ήτανε, είχε, όπως ανοίξαν ένα ντουλάπι σ’ εμάς, όταν είχαν επιτάξει το καΐκι οι Γερμανοί, ήταν ένα επιτακτήριο έγγραφο, που ήταν σε τρεις γλώσσες. Ήτανε σε ελληνικά, σε γερμανικά και σε ιταλικά. Κι όπως ψάχναν, μόλις το βρήκανε –γιατί αυτό είχε και τον αγκυλωτό στρατό απάνω–, μόλις το βρήκε αυτός, του το δείχνει μιανού Γερμανού, αυτός που ήτανε με το τουφέκι, ήταν έτοιμος δηλαδή, απάνω, και μόλις του το έδειξε, σήκωσε το χέρι και λέει: «Heil Hitler». Και σηκωθήκανε και φύγανε αυτοί εκεί πέρα. Αυτό το επιτακτήριο είναι, μαζί με το ημερολόγιο της πολεμικής περιόδου του καϊκιού, το διάστημα που ήτανε επίταχτο από την Ελληνική Κυβέρνηση, που κουβαλούσε στρατό και πολεμοφόδιο και άλλα έγγραφα που υπήρχανε, είναι στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, είναι αυτό δηλαδή, εκεί. Αυτά δηλαδή, ό,τι έγραφα είχα, τα πήγα στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος. Και… ναι. Εν τω μεταξύ, αυτοί, τελικά, δεν είχε, είχε γυναίκες και παιδιά. Δεν είχανε δει κανέναν άλλο. Είχαν και κάτι κιάλια και κοιτάζανε, το βουνό κοιτάζανε. Αλλά εγώ, είχε ένα θείο που ήτανε κρυμμένος πάνω, στο βουνό, σε ένα μέρος και έβγαλε το –ήξερα πού ήταν κρυμμένος– και έβλεπα που έβγαζε το κεφάλι του. Αλλά αυτοί κοιτάζαν, δεν πρέπει, δεν μπορούσαν να τον εντοπίσουνε κιόλας. Αλλά ούτε θα πηγαίναν, γιατί φοβούνταν αυτοί. Σου λέει: «Αφού φύγανε, μπορεί να έχουν και πολλά τουφέκια εδώ και θα ανοίξομε τώρα, θα μας σκοτώσουν κι εμάς». Και σηκωθήκανε και φύγανε από κει πέρα.

Ι.Κ.:

Μετά, μετά από αυτό, δεν είχε… Μετά, εκεί πέρα τώρα, ήτανε μετά, που φύγανε οι Ιταλοί εκεί. Ήτανε, δηλαδή, κάνανε κουμάντα μετά, σε αυτά τα μέρη, ήτανε, είχε… ήτανε οι κομμουνιστές, δηλαδή είχανε οργανώσει στη… οργάνωση, δηλαδή, στην Ικαριά. Και δεν αυτό, δηλαδή, μετά. Τώρα, στον Άγιο, δεν ξέρω, αλλά στα άλλα τα χωριά που ήτανε, δεν υπήρχε Ιταλούς, που φύγανε οι Ιταλοί, δεν ξαναφέρανε Γερμανούς. Κατάλαβες; Και αυτοδιοικούντανε, δηλαδή, αυτά τα χωριά, όπως και το Καρκινάγρι, βέβαια, τότες. Και κάναν και λαϊκά δικαστήρια και το ένα και το άλλο. Και σ’ ένα ήτανε και λαϊκός δικαστής και ο συχωρεμένος ο πάππους, ήτανε. Που –ξέρεις την ιστορία– που είχανε κλέψει, έναν τράγο είχανε κλέψει. Τώρα, ας μην πούμε το όνομα. Και εν τω μεταξύ, καλέσανε… Αυτός, εν τω μεταξύ, κάτι φοβήθηκε; Και βρήκαν ένα παπούτσι εκεί, που ήταν ο τράγος δηλαδή, είχε χάσει το παπούτσι του αυτός και έγινε λαϊκό δικαστήριο εκεί κάτω, στην πλατεία που ήτανε, και καλέσανε όλους τους Καρκιναγριώτες εκεί πέρα, να δούνε ποιος έχει κλέψει τον τράγο. Και όλους, λοιπόν, λέγαν όλοι, ότι κανένας δεν… Αλλά, στην πραγματικότητα, ξέρανε βέβαια, αλλά ήθελαν να το αποδείξει. Και λέει, βρήκανε το παπούτσι αυτό και πήγανε και κοιτάξανε τα σπίτια και βρήκαν το άλλο παπούτσι. Αυτός δεν τ’ άφησε. Και το φέρανε εδώ και λέει: «Να το δοκιμάσετε». Και βάλανε το… αυτά, τα δοκιμάζανε και βρήκανε ότι ήτανε μιανού από κει το παπούτσι, ας πούμε. Δεν ξέρω, τώρα, τι του κάνανε, τι απόφαση δηλαδή. Βρήκαν, ας πούμε, ποιος είχε κλέψει τον τράγο, κατάλαβες; Τώρα, στον Μαγγανίτη, σχολεία είχε, τότε, στην Κατοχή… κανένα χρόνο δεν είχε σχολεία, ένα-δυο χρόνια. Μετά, παίρναν κάτι ιδιωτικούς, εκεί, δασκάλους. Μετά, μετά τον πόλεμο, τώρα, πώς ζούσαν εκεί ο κόσμος, ήτανε, βέβαια, μ’ ό,τι μπορούσανε, ας πούμε. Υπήρχαν και σύκα, είχε πολλά –τουλάχιστον ο Μαγγανίτης–, και μέσα σε βιτίνες βάζανε, μ’ ένα παξιμάδι το πρωί. Δεν είχε, δηλαδή, όλος ο κόσμος ήτανε… Είχανε, βέβαια, την κατσίκα του και τις κότες του όλοι, όλος ο κόσμος, βέβαια. Μόλο που φύλαγε ο καθένας, έπρεπε να είναι κοντά στα σπίτια, οι κατσίκες τουλάχιστον, γιατί έκλεβε ο ένας του αλλουνού την κατσίκα. Ο Μαγγανίτης μπόρεσε και επιβίωσε, ας πούμε. Και από άλλα χωριά είχανε, ας πούμε, όπως το Καραβόσταμο κι αυτά, είχανε, πεθαίνανε πολλοί άνθρωποι. Πεθαίναν, γιατί αυτοί ήταν καρβουνιάρηδες και δεν καλλιεργούσανε τα κτήματα, ούτε είχανε σπείρει, και με την Κατοχή δεν είχανε, δεν ήταν προετοιμασμένοι. Και πεθάνανε, πεθαίναν κι ερχόντανε και ζητιανεύανε στα χωριά. Κι ερχόνταν και στον Μαγγανίτη, ας πούμε, και ό,τι μπορούσε ο καθένας, τους έδινε. Και το σχολείο, ας πούμε, το σχολείο τότες, ο Μαγγανίτης είχε εφτακόσιους κατοίκους και στο σχολείο ήμαστε εκατόν είκοσι παιδιά. Δηλαδή, η μικρότερη οικογένεια ήτανε τέσσερα παιδιά. Πέντε, έξι, επτά, οκτώ παιδιά ο καθένας είχε. Εγώ τελείωσα το σχολείο στον Μαγγανίτη, αν κι εμείς, ενώ από τα άλλα μέρη της Ικαρίας πηγαίνανε στο Γυμνάσιο, εμείς σχεδόν δεν ξέραμε ότι υπήρχε Γυμνάσιο. Γιατί, επειδής είχαν τα καΐκια αυτοί, είχανε στόλο ολόκληρο, δηλαδή, μπορώ να σου πω, ήτανε ο μεγαλύτερος στόλος στην Ελλάδα, με μεγάλα καΐκια τότες. Γιατί τότες, εκείνη την εποχή, δεν υπήρχανε δρόμοι κι όλες οι μεταφορές στην Ελλάδα γινότανε μέσω καϊκιών. Δηλαδή, πηγαίνανε σε μέρη που ήταν αλίμενα, γιατί φορτώνανε ξυλείες, κάρβουνα. Γιατί τότες, δεν υπήρχε το πετρέλαιο, η καύσιμος ύλη ήτανε τα κάρβουνα και τα ξύλα. Εμείς, τότες, τα καΐκια μας –τότες, πριν τον πόλεμο– φορτώνανε –είχε, είχανε δύο καΐκια– και φορτώνανε κάρβουνα από την Κρήτη και από την Εύβοια και στα πιο πολλά ήτανε Καριώτες που φτιάχνανε αυτά τα κάρβουνα, τα καμίνια, που λέγαμε, γιατί είχανε μάθει στη Μέση Ανατολή πιο πρώτα, που πηγαίνανε. Το ’12 και πριν, πηγαίνανε στην Τουρκία. Εκεί, υπήρχαν απέραντα δάση και κάνανε –όλοι πηγαίναν και δουλεύανε και ερχόντανε τον χειμώνα και ξαναγυρίζανε πάλι– και κάνανε κάρβουνα εκεί και μετά, πιάσανε σε όλη την Ελλάδα και κάναν αυτοί τα καμίνια, [00:40:00]δηλαδή τα ξυλοκάρβουνα. Τους άλλους, τους είχανε και [Δ.Α.], να κόβουν τα ξύλα. Αυτοί τα φτιάχνανε, δηλαδή, και φτιάχνανε τα καμίνια, αυτά που λέμε εμείς. Και πηγαίνανε από όλα τα μέρη και ξυλεία –καυσόξυλα, δηλαδή, λέγαμε. Τα κουβαλούσαν απ’ το Άγιον Όρος. Απ’ το Άγιον Όρος, κλαδεύανε τα δάση. Τα κλαδεύανε και αυτά τα –δηλαδή που τα κλαδεύανε– τα ξύλα αυτά, τα μεταφέρανε στον Πειραιά και σε άλλα λιμάνια, βέβαια, που χρειαζότανε, γιατί τα χρησιμοποιούσανε, συνήθως, για τους φούρνους. Τα κάρβουνα, μαγειρεύανε, ζεσταινόντανε τον χειμώνα. Ήτανε, δηλαδή… Εμείς είχαμε τα καΐκια αυτά που μεταφέρανε και ναυλώνανε κι άλλα καΐκια οι γονείς μου –οι γονείς μας– και είχανε, λέγονται, ένα μέρος του Πειραιά λεγόντανε «Καρβουνόσκαλα», που ξεφορτώνανε τα καΐκια, που είναι σήμερα το Εκθεσιακό Κέντρο. Εδώ, αυτό, που το κάναν εκθέσεις, που πέφτουν τώρα κρουαζιερόπλοια. Εκεί ξεφορτώναν τα καΐκια. Γιατί ο Πειραιάς είχε εκατό χιλιάδες και μετά, με την καταστροφή, έγινε εννιακόσιες χιλιάδες και χρειαζότανε, δηλαδή, πολλή καύσιμο ύλη. Και τα καΐκια πηγαίνανε σε μέρη που δεν είχε ούτε δρόμο, τίποτα, και μεταφέρανε εκεί, στην παραλία, με γαϊδάρους, με διάφορα μέρη, και φορτώνανε με τις βάρκες και τα φέρναν εδώ. Εμείς, είχανε ναυλώσει, εδώ πέρα είχανε, εκτός που πουλούσαν κατευθείαν, είχανε νοικιάσει και αποθήκες εδώ. Και εν τω μεταξύ, επειδής, δηλαδή, αυτά που λέμε τώρα trusts, τότε –τώρα είναι το πετρέλαιο, που ανεβοκατεβάζουν τις τιμές– τότε ήταν το κάρβουνο που ανεβοκατεβάζαν τις τιμές. Και εν τω μεταξύ, η Εθνική Τράπεζα τους χρηματοδοτούσε αυτούς να αγοράζουνε τα κάρβουνα και ναυλώναν κι άλλα και τα βάζαν στις αποθήκες και ένα διάστημα δεν πουλούσανε και πηγαίνανε πάνω τα… και τους έλεγε η Τράπεζα –δηλαδή, έκανε κουμάντο η Τράπεζα. Παίρναν αυτοί τα ναύλα τους, έπαιρνε αυτοί το κέρδος, ένα μέρος, και ξεπληρώνανε και την Τράπεζα, δηλαδή, αυτοί, από κει πέρα. Και το κέρδος της Τράπεζας. Και πουλούσαν, δηλαδή, και αυτά, γινόταν αυτό το πράγμα, δηλαδή, και μεταφερόντανε από τις παραλίες, δηλαδή, παντού. Οι δρόμοι γίνανε… αυτός ο μεγάλος δρόμος έγινε –που πάει τώρα στη Θεσσαλονίκη– έγινε επί Καραμανλή. Όλα, δηλαδή, τα πιο πολλά μέρη είχε… δεν είχε για αυτοκίνητα. Μα ούτε αυτοκίνητα, μεγάλα, φορτηγά, υπήρχανε. Εκεί τώρα, πριν το ’35, ας πούμε, και τα λοιπά. Και ήτανε, δηλαδή, όλο το εμπόριο ήτανε με τα καΐκια, δηλαδή, που εξυπηρετούσανε, και τα νησιά εξυπηρετούσαν και το ένα το άλλο. Η Νικαριά ήτανε, ακόμη δεν είχε, η Αμερική να πάνε, δεν είχε. Ήτανε, ήταν αυτοί… εμείς, στο χωριό μου, ζούσανε όλοι, ήτανε ναυτικοί. Ήτανε το ναυτοχώρι, δηλαδή, και της Νικαριάς και ένα ναυτοχώρι της Ελλάδος. Δηλαδή, λέγανε ότι σε κάθε λιμάνι της Ελλάδος, υπήρχε κι ένα καΐκι ικαριώτικο απ’ τον Μαγγανίτη. Και τέλος πάντων, από τα μέρη που πηγαίνανε, κάτι είχανε, που πληρωνόνταν, ας πούμε, και βοηθούσαν και τον Μαγγανίτη κάπως. Θεωρούνταν ένα από τα πιο πλούσια χωριά της Νικαριάς, ο Μαγγανίτης.

Ι.Κ.:

Και σου είπα ότι εμείς δεν πηγαίναμε… Εγώ, ήμαστε απ’ τους πρώτους μαθητές που πήγα, του χωριού μου, μόλο που είχε εκατόν είκοσι παιδιά, δεν πηγαίνανε στο Γυμνάσιο. Ενώ από άλλα χωριά φτωχά, πηγαίνανε. Γιατί υπήρχε η ναυτιλία κι αυτοί που είχαν τα καΐκια, σου λέει: «Για να μην πληρώνω ναύτη» –γιατί δεν το πληρώναν το παιδί τους, σου λέει: «Θα πάρω το παιδί μου και δεν θα το πληρώνω, θα γλυτώνω». Και μετά εμείς, σιγά σιγά, ξεσηκωθήκαμε και αρχίσαμε, δηλαδή –κι εγώ πρώτος, βέβαια, και ακολούθησαν και οι άλλοι. Κανένα-δυο είχανε πάει απ’ το χωριό μου, πιο πρώτα, στο Γυμνάσιο εκεί, μόλο που υπήρχε το Γυμνάσιο αυτό. Και θυμάμαι που πήγαμε, τότες, δεκαεφτά και περάσαμε εφτά, νομίζω, να δώσουμε εξετάσεις εκεί. Και ανακαλύψαμε, δηλαδή, το Γυμνάσιο μετά, από τον Μαγγανίτη. Και ενώ το… Και αρχίσαμε σιγά σιγά και πηγαίναμε εκεί, για να εξελιχθούμε μετά, που πήγαμε σε βαπόρια, σε αυτά, κατάλαβες; Και το Γυμνάσιο, προτού, το Γυμνάσιο αυτό έγινε το 1927. Το φτιάξανε οι Έλληνες της Αμερικής. Αγαπούσαν, δηλαδή, θέλανε την πρόοδο, δηλαδή, τα γράμματα των Καριώτων, τους αρέσαν τα γράμματα. Και το χρηματοδότησαν και το φτιάξανε. Πιο πρώτα, οι Καριώτες πηγαίνανε στη Σύρα, οι πιο πολλοί, και στη Σάμο. Και δεν υπήρχε. Το φτιάξανε και άρχισε, ας πούμε, πιο πρώτα, βέβαια πήγανε, βγήκανε γιατροί. Και είχε φτάσει, όταν πήγα εγώ, λέγανε τότες ότι από επιστήμονες ήταν το δεύτερο η Ικαριά, δηλαδή, που έβγαλε αυτό το Γυμνάσιο, δηλαδή. Γιατί τότες δεν υπήρχε Λύκειο, Γυμνάσιο και Λύκειο, ήτανε Γυμνάσιο, Εξατάξιο. Ότι σε επιστήμονες ήτανε, μετά το Ρέθυμνο, ήταν δεύτερη η Ικαρία. Σε γιατρούς, σε δικηγόρους, σε διάφορα επαγγέλματα δηλαδή, τέτοια, επιστήμονες δηλαδή. Και στο Γυμνάσιο, όταν πήγα εγώ, είχε τετρακόσια παιδιά. Και είχε, η Ικαρία είχε το Γυμνάσιο αυτό και είχε κι ένα Ημιγυμνάσιο στον Εύδηλο, που ήταν τρεις τάξεις. Στην Ικαρία ερχόντανε τα παιδιά απ’ τους Φούρνους και απ’ όλη την Ικαριά, σ’ αυτό το Γυμνάσιο. Σήμερα, έχει –ένα, δύο, τρία, τέσσερα– τέσσερα Λύκεια έχει σήμερα, τέσσερα Γυμνάσια, δηλαδή, και τέσσερα Γυμνάσια. Ενώ τότε είχε ένα, δηλαδή. Και μαζί και τους Φούρνους, και τα δύο νησιά. Ναι, και τα παιδιά είναι πολύ πιο λίγα τώρα, πάρα πολύ πιο λίγα. Γιατί τότες, η Ικαρία είχε δεκαεφτά χιλιάδες, νομίζω, κατοίκους και σήμερα έχει εφτά χιλιάδες. Εντάξει, στο Γυμνάσιο, εντάξει, ήταν απ’ όλη την Ικαριά, ήτανε πολύ φτωχά τα παιδιά. Δηλαδή, τρώγανε, ας πούμε, μια φορά, τι τρώγανε, μια φορά τη μέρα. Το πρωί, δηλαδή, και μέχρι το βράδυ, τι θα φάνε –συνήθως, φλασκομηλιά πίναμε εκεί, γιατί δεν είχε ούτε γάλα ούτε τίποτα. Φλασκομηλιά, ελιές, ό,τι παράγαμε δηλαδή. Και πηγαίναμε στο σχολείο, μέχρι να τελειώσει, που τρώγανε συνήθως όσπρια και τέτοια, ξέρω ’γω, και κάνα μακαρόνι κι αυτά. Κρέας, βέβαια, τέτοια δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε, άλλο. Ούτε ψάρια ούτε κρέας. Συνήθως, όσπρια. Γι’ αυτό υπάρχει ακόμη, αυτοί που είχανε γεννηθεί τότες, έχουνε σήμερα μακροζωία. Δεν είχανε αυτή την πολυφαγία που υπάρχει τώρα. Γι’ αυτό λένε και οι Καριώτες… Βέβαια, λένε και οι Καριώτες ότι έχουνε πολυζωία, μακροζωία δηλαδή, αλλά εγώ το… Εγώ νομίζω ότι δεν είναι –είναι, βέβαια, ότι τρώνε… δεν είναι άνθρωποι που θέλουνε να φάνε πολύ κι αυτά, αλλά εγώ το νομίζω, από παλιά δηλαδή, ότι ήτανε και η έλλειψη επικοινωνίας. Πρώτα πρώτα, οι παλιοί Καριώτες δεν θέλανε τις επιμειξίες με άλλα μέρη. Δηλαδή, θέλανε, δηλαδή, το παιδί τους να πάρει Καριώτη. Εν τω μεταξύ, δεν είχε… ήτανε… δεν ερχόντανε από άλλα μέρη. Ήτανε που ήταν οι πειρατές γύρω γύρω κι αυτά, και ήτανε απομονωμένο μέρος. Γιατροί δεν υπήρχανε και επιβιώνανε… δηλαδή, άμα αρρωστούσες, δεν υπήρχε ούτε γιατρός ούτε φάρμακα, και επιβιώνανε οι πιο ισχυροί οργανισμοί. Και έγινε η επιλογή των ειδών. Δηλαδή, τελευταία, επιβιώσανε αυτοί που ήταν οι πιο ισχυροί οργανισμοί και έτσι, αυτοί οι ισχυροί οργανισμοί, βγάλανε και… Δηλαδή [00:50:00]έγινε… και οι απογόνοι τους γίνανε ισχυροί. Ήτανε, ένα είναι αυτό, δηλαδή, το αυτό και ήτανε και ένα άλλο είδος. Τρώγανε, βέβαια, αυτά που είχανε. Είχαν το κρασί, βέβαια, είχαν το κρασί τότες, αλλά με μέτρο το κρασί, βέβαια, δεν μεθούσαν. Και τα ζώα τους, βέβαια, τότες, παλιά, βέβαια και είχαν… Και τους άρεσε και πολύ η κουβέντα, τους άρεσε. Δηλαδή, θέλαν να μαθαίνουνε, γιατί, επειδής δεν είχε επικοινωνία κι ερχόντανε, ξέρω ’γω, ένας από άλλο μέρος, τα πιο παλιά χρόνια, θέλαν να μάθουνε τι γίνεται στον κόσμο, πώς το ένα, το άλλο. Και λένε ότι πολλοί, τους άρεσε η κουβέντα –και αυτό ήταν και ένα εκτονωτικό, ήτανε, δηλαδή, σαν ψυχανάλυση– και λέγανε ότι πολλοί, λέει, φεύγανε να πάνε στη δουλειά τους και στον δρόμο, επειδή συναντούσανε κάποιον και αρχίζαν την κουβέντα, δεν πηγαίνανε στη δουλειά. Αλλά δεν τους ένοιαζε. Αλλά άμα πιάναν τη δουλειά, σου λέει: «Θα δουλέψω», μετά. «Θα δουλέψω όσο μπορώ». Τέλος πάντων, και στο Γυμνάσιο υπήρχε, ήτανε εκεί σαν στρατιωτικός νόμος. Επειδή εκεί πέρα πηγαίνανε τα παιδιά δώδεκα χρόνων στο Γυμνάσιο, μακριά από τους γονείς τους, και αγόρια, κορίτσια, είχανε, ήταν υπεύθυνοι οι καθηγητές. Και έπρεπε δηλαδή, σου λέει, άμα γινόταν κάτι, έπρεπε, σου λέει, υπεύθυνος. Και είχανε ορισμένους όρους. Δηλαδή, μετά τις εφτά, απαγορευότανε να κυκλοφοράμε. Κάνανε εφοδείες εις τα σπίτια, τη νύχτα, για να δούνε, ας πούμε, αν οι μαθητές ήταν εις τα σπίτια τους, πού είναι, ας πούμε. Δεν ξέρω σ’ άλλα μέρη. Άμα έβρισκες στον δρόμο έναν καθηγητή, έπρεπε να τον χαιρετήσεις. Εντάξει, αλλά απ’ την άλλη τα αγαπούσαν τα παιδιά και θέλανε να τους δώσουν –γιατί ήταν Καριώτες, σχεδόν όλοι οι καθηγητές– και θέλαν να τους φέρουνε τη γνώση, δεν είχαν άλλο τρόπο, δηλαδή, να πάρουν τη γνώση οι Καριώτες. Μόνο από το Γυμνάσιο. Ήταν το ανώτερο Ίδρυμα αυτό. Και στηριζόνταν εκεί πέρα και υπήρχε και αυτό, δηλαδή, που έπρεπε να μείνεις μετά, το βράδυ, να διαβάζεις δηλαδή. Θυμάμαι, τώρα –για καλαμπούρι δηλαδή–, θυμάμαι, ήτανε, μασκαράδες ήτανε και γυρίζανε δυο καθηγητές και κάνανε στα σπίτια, να δουν αν είναι όλοι μέσα. Και ήρθανε στο σπίτι μου, έμενα εκεί δα στου… που κατεβαίνεις τα σκαλιά, πώς λέγεται; Δεν ξέρω. Και εν τω μεταξύ, είχαν έρθει δυο-τρεις συμμαθήτριές μου και έλειπε και η αδερφή μου, έλειπε κι αυτή, είχε πάει μασκαράς κάπου αλλού. Και ήρθαν εδώ κι ήταν ο Φουντούλης, ήτανε δύο-τρεις καθηγητές, και αυτές που ήταν μέσα, τις βρήκανε εκεί. Ήτανε η συχωρεμένη η Κούλα, του Χατζηιωάννου η γυναίκα. Αυτή πήγε και κρύφτηκε σε ένα κρεβάτι από κάτω. Αλλά απ’ τον φόβο της, δεν έκατσε από κάτω απ’ το κρεβάτι μέχρι να φύγουνε αυτοί που ήτανε μέσα, μόνο εβγήκε απ’ το κρεβάτι και έπιασε –λάμπα είχε νομίζω–, και έπιασε τη λάμπα και πήγε σε έναν καθηγητή, έτσι, με τη λάμπα, και του λέει, του λέει… «Εσύ», λέει, «πού βρέθηκες;» λέει –της λέει ο καθηγητής, γιατί δεν την είχε δει μέσα. Εν τω μεταξύ, η αδερφή μου είχε μάθει και σαλτάριζε κάτι τοίχους, για να έρθει, να προλάβει, προτού… Αλλά μόλις μπήκε μέσα, βρήκε μέσα τους καθηγητές, μέσα στο σπίτι. Τέλος πάντων. Τους βάζανε κάτι, εκεί, μια αποβολή, μια, δυο, τρεις μέρες –ξέρω ’γω τι κάνανε;– για να κρατάνε την πειθαρχία, κρατάνε. Και τα τρόφιμα, τώρα, εμείς είχαμε συγκοινωνία μόνο με τη βενζίνη, δεν υπήρχε δρόμος τότες. Ο Μαγγανίτης ήταν μόνο διά θαλάσσης και αυτό [Δ.Α.], ακόμη και στο Καρκινάγρι, πηγαίναμε, όποτε έπρεπε να πάμε στον Μαγγανίτη απ’ τον Άγιο, πηγαίναμε τα πόδια, έξι ώρες με τα πόδια πηγαίναμε. Και μας στέλνανε, δηλαδή, τότες, σε όλα τα παιδιά –τουλάχιστον εμείς που είχαμε συγκοινωνία– μας στέλναν το καλάθι. Δηλαδή, τα φαγιά που τρώγαμε, μας στέλναν, ζυμώναν οι γυναίκες, να μας στείλουν το ψωμί και ορισμένα πράγματα, για να μπορούμε να επιβιώσουμε εκεί πέρα, στον Άγιο. Και μετά, σιγά σιγά, το τελειώσαμε το… Τελείωσα από κει το Λύκειο. Εμένα, επειδής ήτανε… δηλαδή, οι γονείς μας ήταν με τα καΐκια, αλλά θαυμάζανε τα βαπόρια, τους καπετάνιους δηλαδή. Επειδής ήταν αγράμματοι, οι πιο πολλοί το Δημοτικό, κι άλλοι δεν μπορούσαν να βγάλουν και το Δημοτικό. Έναν δάσκαλο είχανε τότες, τον Καρρά. Είχε πάει και στο Καρκινάγρι, αλλά τα πέθαινε και στο ξύλο τα παιδιά, τα αυτά. Λοιπόν, ό,τι μπορούσανε και μαθαίναν από αυτόν, δεν είχε τότες το Γυμνάσιο. Γιατί, σου λέω, τα παίρνανε με το… αυτά. Αλλά λέγανε ότι, ας πούμε: «Τους καπιτάνιους». «Τους καπιτάνιους», σου λέει. Θαυμάζαν τους καπιτάνιους. Και ξεκινήσαμε –εγώ, τουλάχιστον, προορισμό μου, δεν ήθελα να… Μόλο που ήμουνα απ’ τους πρώτους μαθητές, δηλαδή σε αυτά τα θετικά μαθήματα, ήμουνα σχεδόν ο πρώτος. Και δεν ήθελα να πάω να σπουδάσω τίποτα, αλλά να πάω στη θάλασσα. Και ξεκίνησα και πήγα στη θάλασσα. Και σχεδόν απ’ τους πρώτους, τότες ήταν και δύσκολα, ας πούμε. Ήτανε, μετά, μετά τον πόλεμο, δεν είχε βαπόρια πολλά και δίνανε εκατόν πενήντα διπλώματα τον χρόνο και μια φορά τον χρόνο. Και άμα έμενες σε ένα μάθημα, έπρεπε να περιμένεις τον άλλο χρόνο να ξαναδώσεις. Και ένα αυτοκτόνησε κιόλας, ένα παιδί. Αλλά μπορεί να δίνανε χίλιοι, και να… Το εκατόν πενήντα ήτανε, δεν υπήρχε, δηλαδή: «Πέρασες, θα σε περάσω». Δηλαδή, εκεί μπορεί να, πιο πολύ να… Ήταν εκατό, ήτανε το άριστα, ξέρω ’γω, η βάση ήτανε οι πρώτοι εκατόν πενήντα να περάσουν. Μετά τα, επειδής δεν βρίσκανε, κάμανε, τότες κάνανε, τις κάνανε ομάδες. Δηλαδή, τα μαθήματα τα χωρίσανε σε ομάδες και άμα έμενες σε ένα μάθημα, έμενες στην ομάδα και ξανάμενες στην ομάδα πάλι, για να βγάλουνε πιο πολλούς, γιατί δεν μπορούσαν. Τέλος πάντων, και συνέχισα εκεί και έφτασα, βέβαια, μέχρι του πλοιάρχου, δηλαδή, του πλοιάρχου το δίπλωμα. Και πλοιάρχευσα αρκετά χρόνια, με διάφορα βαπόρια.

Γ.Ν.:

Θέλετε να κάνουμε ένα διάλειμμα;

Ι.Κ.:

Ναι, να κάνουμε. Πόση ώρα είναι τώρα; Ναι, λοιπόν… Είχα, είχα πάει –τώρα θα σας… διάφορες ιστορίες ναυτικές που μου συνέβησαν. Ήμουν με ένα πλοίο και είχα πάει στο Μονόπολη για να φορτώσω για τη Λιβύη. Και πήγα σε ένα μαγαζί να αγοράσω ένα πουκάμισο. Και πήγα να αλλάξω μέσα, στο εκεί, το… να το προβάρω και ήταν μια κοπέλα μέσα. Και πήγα να το προβάρω και μόλις το προβάρω, πήγα να βγω, το είχανε κλείσει το μαγαζί και με είχανε κλείσει μέσα και είχανε φύγει. Εγώ χτυπούσα, τίποτα. Δεν άνοιγε κανένας. Και ήταν το βαπόρι, για να πάω, για να φύγω με το βαπόρι. Και περίμενα –ευτυχώς που δεν ήτανε Σάββατο, που θα έμενα εκεί– και μετά, ήρθε ο άντρας, αυτοί που είχανε, που είχε το μαγαζί. Και εγώ, όπως μπήκε μέσα, με βλέπει εμένα μέσα στο μαγαζί –κλειστό το μαγαζί– και κρατούσα το πουκάμισο. Εγώ το κρατούσα να του πω ότι δεν είμαι κλέφτης, πήγα να αυτό. Και έρχεται και με βουτάει με το χέρι, αγριωμένος, και με τραβούσε, με κωλόσυρνε και με πήγαινε στο ταμείο. Αγριεμένος, ήτανε αυτός να με πιάσει να με δείρει. Κι όπως με τραβούσε, τραβάει το ταμείο και βλέπει όλα τα λεφτά μέσα. Και τα ’χασε αυτός. Σου λέει: «Αυτός ήρθε, τι αυτό;» Αλλά καλή μου τύχη, εκείνη τη στιγμή έρχεται κι η κοπέλα και του λέει: «Αυτός, τον κλείσαμε μέσα. [Δ.Α.] μέσα. Δεν είναι κλέφτης». Και μετά αυτός, και μετά με το ζόρι, το ένα, το άλλο, αυτά, να με παρακαλάει… Και μου φόρτωσε με το ζόρι το πουκάμισο, χωρίς να το πληρώσω. Τέλος πάντων, είναι ένα αυτό. [01:00:00]Τώρα είναι εδώ και μετά. Μία άλλη περίπτωση, είχα φορτώσει ένα ακριβό λίπασμα από την Ισπανία για την… πάλι για τη Σικελία. Το λιμάνι λεγότανε Port Empedocle. Εκεί που πήγα, είχε κι ένα άλλο βαπόρι, που ήτανε τούρκικο, φορτωμένο. Και μου λέει ο καπιτάνιος: «Πρόσεχε, γιατί αυτοί θα σου κλέψουνε το μισό φορτίο. Εδώ είναι η καρδιά της Μαφίας». Τέλος πάντων, ήθελα να κάμω διάφορες διατυπώσεις, να αυτό, μου λένε: «Εντάξει» και να κάμω εγώ τον υπολογισμό εκεί, στου αυτού, να, ας πούμε, κάτι πιο πρώτα, να αποδείξω, ας πούμε, ότι είναι το φορτίο όλο μέσα. Ξεφόρτωνα εγώ εκεί –αυτό το λίπασμα ήταν πολύ ακριβό, το ζυγίζαν και το κιλό. Και όπως απεδείχθη δηλαδή, το φορτίο αυτό πάλι ήταν της Μαφίας, ήτανε το φορτίο. Αλλά η ίδια, θέλανε πάλι να κλέψουν, για να πάρουνε από ασφάλειες και τέτοια. Κι όπως ξεφορτώνανε τα αυτοκίνητα, το ξεφορτώνανε, και αφού γέμιζε το αυτοκίνητο, συνεχίζανε αυτοί, και γέμιζε και μετά το φορτίο, έβγαινε από το αυτοκίνητο και πήγαινε γύρω γύρω από το αυτοκίνητο και αφήναν τους σωρούς και πηγαίναν πιο πέρα. Και μετά, όταν έφευγε, που σχολούσανε –γιατί περνούσανε και το ζυγίζανε από το τελωνείο–, ερχόντανε τη νύχτα, που έκλεινε το τελωνείο, δεν υπήρχε κόσμος, και το παίρναν το φορτίο. Λέω του πράκτορα: «Να κάμω διαμαρτυρία ότι μένει το φορτίο εδώ και έρχονται και το κλέβουν το φορτίο». Εν τω μεταξύ, τα αυτοκίνητα που ’ρχόνταν τη νύχτα, γιατί δεν περνούσε για να ζυγιστεί, και έβαζα ότι κάτι… είχα πλήρωμα κάτι μαύρους μέσα και έβαζα ότι αυτοί παίρναν τα… των αυτοκινήτων. Μου λέει: «Μην κάνεις τίποτα, γιατί εδώ», λέει, «είναι η καρδιά της Μαφίας και τους κυνηγούσε ένας διοικητής της Αστυνομίας και πήγανε και βάλανε», λέει, «με βενζίνη το σπίτι του, το αυτό και του κάψαν όλη την οικογένεια». Και φοβήθηκα εγώ και δεν έκαμα τίποτα. Τελευταία, βέβαια, το… δεν αυτό, αλλά τελευταία, κάλεσα την ασφάλεια του φορτίου εκεί πέρα, το κλαμπ, αυτό που τα συμφέροντα, για να… δικαστήρια και τέτοια. Εντάξει. Η μία περίπτωση, αυτό το μέρος, δηλαδή της Μαφίας. Μετά, σε αυτό, ήθελα μια μέρα να πάω έξω, στον πράκτορα κι είχα έναν ναύτη πλήρωμα, που ήτανε απ’ τη Χιλή. Ήξερε και τα ελληνικά, νεαρός ήτανε. Μου λέει: «Θα έρθω κι εγώ», λέει. Εν τω μεταξύ, μου λέει: «Μου ’δωσε και ο μάγειρας ένα τσουβάλι για να πάρω φρέσκο ψωμί». Του λέω: «Εντάξει». «Θέλω», λέει, «να χαλάσω κι ένα κατοστοδόλαρο στην τράπεζα». Του λέω –εγώ πήγαινα στον πράκτορα, ξέρεις ο πράκτορας, agent– λέω: «Εντάξει». Και φύγαμε και πήγαμε στην τράπεζα. Ήτανε μια τράπεζα σε μια πλατεία εκεί πέρα, μία μεγάλη πλατεία κι ήτανε φάτσα αυτή η τράπεζα –Αγροτική, δεν ξέρω. Και η τράπεζα αυτή είχε, όπως έμπαινες μέσα, είχε ένα χώρο μεγάλο μπροστά και είχε εδώ, μπροστά, είχε ένα αυτό, που ήτανε τα γραφεία δηλαδή, κι από μέσα ήτανε πολλά γραφεία. Αυτός κρατούσε το τσουβάλι και πήγε να χαλάσει το κατοστοδόλαρο. Και πήρα εγώ το τσουβάλι –φορούσα κι ένα σακάκι δερμάτινο– και το ’βαλα το τσουβάλι στην αγκαλιά μου και κάθισα έτσι, όπως κάθεται η μάνα σου, σε μια πολυθρόνα. Η τράπεζα, όταν πήγα, ήταν γεμάτη, ήτανε. Καθόμουνα εδώ, εκεί πέρα, γεμάτη. Εν τω μεταξύ, αυτός πήγε να χαλάσει το κατοστοδόλαρο, του λέω: «Ρε συ, μπας κι είναι κάλπικο;» λέω. Γιατί εγώ τους έδινα λεφτά που τα ’χα πάρει από τράπεζα, ήταν ελεγμένα. Μου λέει: « Όχι», λέει, «είναι κανονικό κατοστοδόλαρο». Το βλέπαν αυτοί, του λέει: «Ξέρεις, να ’ρθεις αύριο», λέει. Αυτά, το αυτό… Του λέει ότι αύριο, αυτά… «Τώρα», λέει, «θέλω. Έχει πρόβλημα;» λέει. «Όχι», λέει, «να ’ρθεις αύριο να σου τα δώσουμε τα αυτά». Εν τω μεταξύ, καθόμουνα εγώ εκεί πέρα… Εν τω μεταξύ, πήγε στο ταμείο, αλλά αυτός, το κατοστοδόλαρο το δώσανε σε έναν άλλονε. Δηλαδή δεν το χαλούσε το ταμείο, πήγε προς τα πέρα, ήτανε σαν πάγκος πέρα πέρα. Και μετά, που λες, εκεί πέρα: «Μα», «Μου», δεν ήθελε να… Εν τω μεταξύ, είδα, ας πούμε, κι έμεινα εγώ κι αυτός μες στην τράπεζα –και το παιδί αυτό. Και για μια στιγμή, του ζητάει το διαβατήριο αυτός, ο ένας εκεί πέρα –και ήταν και φαρακλός. Και αυτός δεν είχε, είχα εγώ. Και του λέω: «Έχω εγώ, να του δώσω, να πάρει τα στοιχεία». Πήγα να του δώσω –ήτανε, είχε μείνει μόνο αυτός κι ένας στο ταμείο. Η τράπεζα, νόμιζα ότι είχανε σχολάσει, ότι ήτανε, δηλαδή, μεσημέρι και είχανε φύγει. Και πήγα και έγραφε αυτός, πολεμούσε να μου γράψει το όνομά μου, «Κουτούφαρης», και το χέρι του, έτρεμε το χέρι του, δεν μπορούσε να το γράψει. Και ξανά πάλι και έτρεμε συνέχεια το χέρι του. Και τελικά, του λέω: «Γιατί», λέω, «αυτά;» Μου λέει αυτός: «Μαφία», μου λέει. Του λέω: «Εσύ είσαι Μαφία», του λέω. «Γιατί», λέει, «εσείς μιλάτε ελληνικά, εκεί, αυτός, εμείς ιταλικά» –ότι ήμαστε Μαφία, δηλαδή, γιατί αυτός μιλούσε, αυτοί ξέρουνε ισπανιόλικα, δηλαδή μιλάνε ιταλικά, ξέρουν μαζί και συνεννοούντανε. Σου λέει: «Αυτοί…» Έτρεμε, έτρεμε το χέρι του. Τελευταία, του έδωσα το διαβατήριο εγώ και ξαναπήγα κι έκατσα πάλι στο αυτό. Ξαφνικά, όπως ήμαστε εκεί, η τράπεζα… εκείνη τη στιγμή, είχαν αδειάσει όλη η τράπεζα και είχαν μείνει μόνο αυτοί οι δύο. Μπαίνουνε δύο αστυνομικοί μέσα και του βάζουνε τα μπιστόλια δεξιά κι αριστερά αυτουνού κι εγώ καθόμουνα στην καρέκλα, στην αυτή εκεί. Και φεύγει αυτός και δείχνει το διαβατήριο –αυτός που καθόταν εκεί πέρα– το δείχνει στον ταμεία. Και σηκώνομαι εγώ θυμωμένος –εγώ, τώρα, πίστευα ότι το κατοστοδόλαρο είναι κάλπικο, αυτό, ότι η φασαρία, δηλαδή, που μας κάνανε. Και όπως πήγα εγώ, δεν ήβλεπα δεξιά. Πήγα νευριασμένος να πάρω το διαβατήριό μου, γιατί εγώ δεν είχα στο μυαλό μου τίποτα. Νόμιζα ότι ήτανε το εικοσαδόλαρο κάλπικο και γι’ αυτό κάνανε κι αυτουνού. Κι όπως καθόμουν εκεί, ήταν απέναντι, σηκώνομαι νευριασμένος να πάω να πάρω το διαβατήριό μου. Και όπως πήγα να πάρω το διαβατήριό μου, εγώ δεν έβλεπα αριστερά, αλλά αυτοί πιάσαν και σημαδεύαν εμένα. Και τους λέει αυτός, ο άλλος, τους λέει: «Γιατί θέλετε να τονε σκοτώσετε;» λέει. «Είναι καλός άνθρωπος», λέει, «είναι ο καπιτάνιος μου», λέει αυτός. Που ήταν έτοιμοι, δηλαδή, αν του ξέφευγε. Και μετά, μας βάνουνε μες στη μέση εμάς και βγαίνουμε απ’ όξω, στην πλατεία, μας είχαν οι αστυνομικοί μες στη μέση αυτοί κι άλλοι, κι όπως βγαίνουμε απ’ όξω, είχανε κλείσει όλη την πλατεία με αυτοκίνητα. Τα αυτοκίνητα ήτανε έτσι, δηλαδή, το ένα μπροστά στο άλλο, δηλαδή γύρω γύρω. Είχαν ανοίξει, όπως ήταν κλειστή, είχαν ανοίξει και τις τέσσερις πόρτες και από κείνη τη μεριά, δηλαδή, σημαδεύαν όλοι εμάς, προς την τράπεζα. Όλοι, δηλαδή. Εάν μιανού… εάν μιανού απ’ αυτούς που μας σημαδεύανε, κατά λάθος, του ξέφευγε μια σφαίρα και μας σκοτώνανε, τι θα λέγανε, λες; Ότι κάμανε λάθος; Ότι πήγαμε, πράγματι, να κλέψουμε την τράπεζα. Και μας βγάζανε αυτούς μες στη μέση, ήρθαν κι άλλοι, μας συνοδεύανε και μας πηγαίνανε –τώρα, δεν ξέρω. Εγώ τους έλεγα ότι εμείς, όπως πηγαίνανε, ότι: «Πού μας πάτε;» Δηλαδή, ήτανε η Ιταλία, μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα, δεν ήτανε σαν Λιβύες και άλλα μέρη, ξέρω ’γω, που είναι… Εμείς: «Τι, να μας πείτε τον σκοπό που μας παίρνετε και πού μας πάτε». Και μου λέγανε: «Μαφία» αυτοί. Μας σημαδεύανε με τα πιστόλια. Κι είχε κι άλλους απ’ όξω, πολλοί, άμα βγήκαμε, πολλοί μας συνοδεύανε. Και όπως πηγαίναμε, αυτός, άμα του είπε ότι: «Αυτός είναι ο καπιτάνιος μου», φαίνεται αυτοί, το όνομα, ότι ειδοποιήσανε ή το Λιμεναρχείο εκεί, του… αυτό ή τον πράκτορα. Και τους είπε ότι πράγματι, το όνομά μου, όλα. Και μετά, όπως πηγαίναμε, που ήτανε, σου λέω, όλοι με τα όπλα, έτσι, του λένε αυτουνού: «Το τσουβάλι», λέει, «γιατί το κρατάς;» Λέει: « Πήγα να… Αυτό», λέει, «τα δημιούργησε όλα, το τσουβάλι». Και του λένε του Νιγηριάνου –του Χιλιάνου, λέω. Εντάξει, μετά, μας ζητούσαν συγγνώμη, το ένα, το άλλο και μας αφήσανε. Αλλά εν τω μεταξύ, ενώ μας είχαν κυκλώσει, είχε και στο βάθος, καμιά εκατοστή, είχε μέχρι κάμερες, είχαν προλάβει κι είχαν έρθει και οι δημοσιογράφοι. Αυτοί μας καθυστερούσαν μέσα με το κατοστοδόλαρο, για να ειδοποιήσουν την Αστυνομία. Κι είχε απέναντι πολύ, είχε, δημοσιογράφους είχε. Τώρα, τι γράψαν οι εφημερίδες, τι έγινε, δεν ξέρω πάντως. Αλλά θέλω να σου πω, [01:10:00]δηλαδή, αν αυτό, θα λέγαν οπωσδήποτε ότι πήγα να ληστέψω την τράπεζα, γιατί… εκεί, αυτό. Και ποιος θα πιστέψει, ότι δεν πήγα να… Ναι. Είναι μία περίπτωση, βέβαια, αυτή.

Ι.Κ.:

Τώρα, άλλη περίπτωση, ήτανε… είχα φορτώσει από τη Γιουγκοσλαβία ένα φορτίο, τρόφιμα και διάφορα, που το πήγαινα στη French Guinea, στη Γαλλική Γουινέα, στην Ανατολική Αφρική, κάτω, κοντά στη Νιγηρία δηλαδή. Εκεί, μου λένε –αυτοί είχανε, σαν εξέγερση ήτανε κάτι– και μου λένε: «Εντάξει, να προσέχεις». Δεν μου είπαν τίποτα, αλλά, μου είπαν: «Όταν μπαίνεις μέσα εκεί» –ήταν ένα ποτάμι– «να προσέχεις», αυτά. Επήγα εκεί και ήτανε… πήγα τρόφιμα και διάφορα άλλα είδη για ένα εργοστάσιο αλουμινίου, που ήταν να το φτιάξουνε οι Γιουγκοσλάβοι. Είχα φορτώσει απ’ τη Γιουγκοσλαβία. Και στο εργοστάσιο αυτό είχε, ήταν Γερμανοί. Και εκεί, αυτοί, στη French Guinea είχε ένας –λοχίας ήταν; Ξέρω ’γω; Και είχε ξεσηκωθεί με τον στρατό και είχε καταλάβει την εξουσία. Σεκού Τουρέ τον λέγανε αυτόν. Και έπιασε τους Γερμανούς και τους σκότωσε εκεί πέρα αυτούς. Και μετά, αυτό το εργοστάσιο, αυτός ήτανε αριστερός, ήτανε, βοηθούμενος απ’ τους Ρώσους ήτανε –ο στρατός, δηλαδή, διοικούσε– και αυτό το εργοστάσιο το ’δωσε να το κατασκευάσουνε οι αυτοί, οι Γιουγκοσλάβοι. Είχε δε κι έναν Έλληνα που αυτό, και με πήγαινε και μέσα εκεί, που ήταν ζούγκλες και τρώγανε… τρώγανε ρίζες αυτοί, μέσα. Ήταν μέσα, στη ζούγκλα, εκεί πέρα, βόλτα με πήγε. Ελληνικής καταγωγής. Τέλος πάντων, ξεφόρτωσα εκεί πέρα και πήγα μετά στο Κόνακρι, που είναι η πρωτεύουσα της… η πρωτεύουσα της αυτής, της French Guinea ήτανε, της Γαλλικής Γουινέας. Και εν τω μεταξύ, πλήρωμα ήτανε… αυτό είχε Νιγηριάνους το βαπόρι, δηλαδή το κατώτερο πλήρωμα ήταν Νιγηριάνοι. Η ελληνική σημαία, οι αξιωματικοί ήταν Έλληνες –δεν ξέρω και πόσοι ήμαστε μέσα, αλλά οι πιο πολλοί. Και πήγαμε εμείς στη ράδα, που λέμε, φουντάραμε, και στο λιμάνι μέσα, δίπλα, είχε ένα άλλο της ίδιας εταιρείας, δίπλα. Και έφυγα εγώ να πάω να βρω –που είχε και Καριώτες μέσα– τους άλλους, δίπλα, στο λιμάνι. Όταν πήγαινα εγώ με τη βάρκα του βαποριού, άκουγα τη σειρήνα του βαποριού και σφύριζε. Έτρεξα εγώ με τα κουπιά, πήγα στο άλλο βαπόρι, με το VHF –τότε δεν υπήρχαν αυτά τα… αυτά, πώς τα λένε, τα κινητά– και πήρα το δικό μου, μου λέει: «Εξεγερθήκανε οι μαύροι και έχουμε», λέει, «κλειστεί όλοι στη γέφυρα». Λέω κι εγώ: «Να πάρω να ειδοποιήσω εδώ, Λιμεναρχείο, Αστυνομία, να πάω απάνω να… που εξεγερθήκανε και…» Δηλαδή, πηγαίναν να τους σκοτώσουν τους Έλληνες αυτοί που ήταν εκεί πέρα. Και πήγα και παίρνω εκεί και έρχεται στρατός εκεί –μισός λόχος, ένας λόχος– και τους παίρνω και πάω στο βαπόρι. Εν τω μεταξύ, χωρίς να ξέρω τι γίνεται εκεί πέρα. Εκεί πέρα, πιο πρώτα σου λέω, που είχαν εξεγερθεί εκεί πέρα, αυτόν, για να τον βάλουν στην εξουσία, τον βοηθήσαν οι Νιγηριάνοι να μπει στην εξουσία. Κι είχε με τους Νιγηριανούς, ό,τι θέλαν κάναν οι Νιγηριανοί εκεί πέρα. Και πήγα εκεί πέρα και μόλις είδαν αυτοί τον στρατό, ένα τουπέ, αυτά. Και λέω: «Να γίνουν ανακρίσεις». Αλλά αυτοί ήτανε… ξέραν τι γινόταν εκεί. Κι ευτυχώς, εκεί πέρα –που μπορεί να τους σκότωναν τους Έλληνες– είχε κι ένα βατραχάνθρωπο μέσα –είχαμε– κι όταν επιτεθήκαν εκεί –του υποπλοιάρχου επιτεθήκανε και πήγανε με κανένα κοντάρι, αυτά που είναι στις βάρκες, που έχει μπροστά σαν βέλος εκεί. Αλλά τους έπιασε αυτός, τον πρώτο –πολύ γυμνασμένος αυτός– τον έβαλε κάτω και τον πατούσε, ξέρω ’γω τι έκανε, και φοβηθήκαν οι άλλοι, δεν πλησιάζανε. Και έτσι, το… Αυτοί οι άλλοι ήτανε κλεισμένοι στη γέφυρα. Ήτανε μονάχος του αυτός, ο βατραχάνθρωπος, εκεί πέρα. Ένας κοντός ήταν, Κρητικός ήταν, αλλά ήτανε πολύ αυτό, γυμνασμένος. Και ερχόταν εκεί και αυτοί πήραν το μέρος… μου λένε: «Ή εμείς θα φύγουμε», μου λένε οι Έλληνες, «ή αυτοί». Λέω: «Αυτοί να φύγουνε» –πλήρωμα ήταν, κατώτερο πλήρωμα. Και τους παίρνουν όλους να τους πάνε έξω για να φύγουνε. Και τους παίρνουνε, λοιπόν, τους πάνε όξω και τους πάνε στο καλύτερο ξενοδοχείο –πώς λέμε το Γκραν Βρετάνια. Και τους πήγαν εκεί πέρα και λέγαν αυτοί ότι ζητούσανε εκατομμύρια –ξέρω ’γω; Παραπάνω απ’ την αξία του βαποριού ζητούσανε. Και εγώ δεν… Λέω: «Αυτοί, λογαριασμούς, αυτά, το ένα…» Εν τω μεταξύ, το βαπόρι ελληνική σημαία. Και ζητούσαν τα λεφτά. Τους λέω εγώ: «Τι;» Παίρναμε τηλέφωνο… αυτοί τους… Λέω: «Να τους ξεπληρώσουμε αυτά που τους χρωστάμε να φύγουνε». Λέει… Εν τω μεταξύ, έρχεται ο πράκτορας, ένα παιδί, κι αυτοί είχαν συνεννοηθεί εκεί, με τον υπουργό –ξέρω ’γω τι, πώς λεγόταν ο υπουργός εκεί; Ασφαλείας; Ξέρω ’γω; Και μου λέει ο πράκτορας ότι: «Εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Ό,τι θέλουν αυτοί, πρέπει να κάμεις αυτό που θέλουν αυτοί». Και εν τω μεταξύ, ερχόταν κάθε μέρα και μου ’φερνε χιλιάδες δολάρια εκεί πέρα να υπογράφω. Αλλά εγώ δεν μπορούσα να του πω εκεί: «Έχει κι άλλα ξενοδοχεία, πιο φθηνά, το ένα, το άλλο». Λέει: «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα», λέει, «Έχω εντολή, δεν μπορείς», λέει, «να αρνηθείς, να υπογράψεις. Με το ζόρι». Κι υπόγραφα, αλλά υπόγραφα από κάτω, ελληνικά: «Υπογράφω διά της βίας», υπόγραφα στα ελληνικά. Κατάλαβες; Ένα καλό παιδί ήταν αυτός. Και τελικά, μέσα στο βαπόρι είχανε και σκοπούς με όπλα εκεί πέρα. Αλλά αυτοί ήταν άνθρωποι απλοί, δεν ξέραν τι γινόταν. Και πιάσαμε και φιλίες. Και το βαπόρι ήταν για να φύγει και αυτό. Αυτοί, εν τω μεταξύ, το γραφείο, μου κόψανε τελείως την επαφή. Δεν είχα επαφή, τίποτα. Ούτε ήξερα εγώ τι να κάμω δηλαδή. Και εν τω μεταξύ, με ειδοποιάει ο πρέσβης της Νιγηρίας να πάω να τον βρω, δηλαδή, εκεί, να συνεννοηθούμε. Εγώ, δηλαδή, ζήτησα, να βρω μια [Δ.Α.] Αλλά του λέω εγώ ότι: «Εγώ έχω πλήρωμα κι από άλλα κράτη. Εγώ, εδώ, το βαπόρι το ελέγχω εγώ». Γιατί μου λέει: «Ό,τι λέει εδώ, ό,τι θέλουν…» «Ναι, αλλά μέσα στο βαπόρι… Τους νόμους τους σέβομαι τους δικούς σας, αλλά το βαπόρι έχει ελληνική σημαία και μέσα στο βαπόρι το κουμάντο είμαι εγώ». Αφού, πια, είδα το αδιέξοδο και με κρατούσαν και ερχόνταν κάθε μέρα και εκατομμύρια εκεί –δεν ξέρω, ούτε έβλεπα ούτε καθόμουν να βλέπω πόσα χρεώνανε–, αποφασίζω, λέω: «Να πάω τώρα στον πρέσβη». Και πάω, με πάει αυτός στον πρέσβη. Εν τω μεταξύ, μου λέει ένας άλλος καπιτάνιος εκεί πέρα ότι: «Εδώ», λέει, «τον πρέσβη τον Έλληνα» –είχε και πρεσβεία– «τον έχουνε φυλακή, γιατί είπε», λέει, «είπανε εδώ αυτοί, ο Σεκού Τουρέ, αυτοί, είπε, είπανε», λέει, «ότι διοικάει αυτός» –κάτι τον κατηγορούσανε στη δικτατορία εκεί πέρα. Και πιάσανε τον πρέσβη τον δικό μας και τον βάλαν φυλακή κι αυτόν, ισόβια. Δεν είχα εγώ να αποταθώ πουθενά. Και λέω: «Να πάω στον πρέσβη το… τους Νιγηριάνους». Ήμουν και νέος τότες. Ντύθηκα και πήγα. Μια μεγάλη αίθουσα, που ήτανε και ντυμένος Νιγηριάνικα, και πράγματι, με υποδέχθηκε ωραία αυτός, ο πρέσβης και… Ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα αυτός. Και του εξήγησα, ας πούμε, ότι: «Εγώ σέβομαι τους νόμους σας, όλα, αλλά μέσα στο βαπόρι… Τουλάχιστον», λέω, «εντάξει τα άλλα», λέω, «αλλά τουλάχιστον να πάνε, μέχρι να ξεκαθαρίσουμε, σε ένα ξενοδοχείο πιο φθηνό», λέω, «Δεν είναι στο Γκραν Βρετάνια να είναι». Και συμφωνήσαμε να τους κάνω τον λογαριασμό, να τους διώξω εκεί πέρα, και αυτό, να τους δώσω τα μισθά τους και ό,τι αυτά, ξέρω ’γω, εκεί, και να πάνε, μέχρι να φύγουνε, να τους κάνουμε τα έξοδα να φύγουνε, να πάνε σε ένα άλλο ξενοδοχείο. Και πάω στο βαπόρι και έρχονται την άλλη μέρα ο πράκτορας και μου λέει: «Αυτοί δεν δέχονται», λέει, «Θέλουν να πάνε πάλι στο Γκραν Βρετάνια», λέει, «και δεν μπορώ να κάμω αλλιώς». Και πήγανε στο Γκραν Βρετάνια, εκεί. Το βαπόρι το κρατούσανε, δεν [01:20:00]μ’ αφήναν να φύγω και ευρέθηκα σ’ ένα σημείο που δεν ήξερα τι να κάμω. Το γραφείο, αφού τους ειδοποιούσαν και ζητούσανε λεφτά, όπου δεν ξέρανε, εκεί, αυτοί χρέωναν εκεί πέρα. Να σκεφτείς ότι αυτό το μέρος το είχανε οι Γάλλοι πιο πρώτα και είχε ουρανοξύστες και τους διώξαν τους Γάλλους και άμα φύγαν οι Γάλλοι, καινούριοι ουρανοξύστες και μένανε στον πρώτο όροφο. Τα ασανσέρ, δηλαδή, που χαλάσανε, δεν μπορούσαν να τα φτιάξουν, να πάνε πιο πάνω. Στα βαπόρια πήγαινες να ξεφορτώσεις και έβαζες φώτα –ξέρεις, αυτά– στα αμπάρια και –άμα ήταν νύχτα– και μόλις αυτό, τα κλέβαν τα φώτα και δεν μπορούσαν τη νύχτα να ξεφορτώσεις. Τέλος πάντων, και βρέθηκα, δεν ήξερα τι να κάμω εγώ. Εν τω μεταξύ, άρχισα και σκεφτόμουνα να πάρω το βαπόρι να φύγω –λαθραία δηλαδή. Άρχισα κι έκανα διάφορες έρευνες, πόσα αεροπλάνα έχουνε, πού έχουν εκπαιδευτεί, τι αυτές, σκάφη, τέτοια, περιπολικά έχουνε, δηλαδή, πώς κινούνται –όλα δηλαδή–, πότε κινούνται. Και πήγα, που λες, είχανε κάνα-δυο αεροπλάνα, τα οποία τα ’χανε από τους Ρώσους πάρει. Αυτοί βέβαια, δεν ξέρω, τώρα, πόση πείρα, λέω: «Δεν θα έχουν και μεγάλη πείρα, άμα είναι και νύχτα, άντε να τους βρεις και το ένα και το άλλο». Τα περιπολικά, αυτά που είχαν εκεί, πήγα, τους παρακολουθούσα, πότε φεύγουν, πότε αυτά. Και σκέφτηκα να πάρω το βαπόρι και να φύγω. Και εν τω μεταξύ, αυτοί, κανονικά, αν ήταν ξύπνιοι, μπορούσαν να μου πάρουν απ’ τη μηχανή ορισμένα εξαρτήματα, να μην μπορώ να φύγω εγώ, να μείνω εκεί πέρα. Αλλά αυτοί δεν… το μυαλό τους, νόμιζαν τα λεφτά. Και πιάσαμε με τους σκοπούς εκεί –γιατί είχε σκοπούς, σου λέω, πολίτες σκοπούς, με τα όπλα– πιάσαμε εκεί, ουίσκι, το ένα, τσιγάρα… Και μια νύχτα, σκέφτομαι να το πάρω το βαπόρι και να φύγω. Ανοιχτά, είχε ένα ρώσικο βαπόρι, ποστάλι ήτανε. Είχε ένα νησί και είχε έναν μεγάλο προβολέα που έλεγχε και το λιμάνι και είχε έναν δίαυλο με σημαδούρες, που έπρεπε να βγεις, και γύριζε αυτό κι είχε κι άλλα φουνταρισμένα βαπόρια εκεί, που έλεγχε γύρω γύρω την κίνηση –ένας μεγάλος προβολέας. Πιάνουμε, λοιπόν, τη νύχτα και… αυτοί, τους δίνουμε κάμποσο ουίσκι, αυτοί, και πιάσανε και τους πήρε ο ύπνος, τους πιάσαμε απ’ το βαπόρι, τους βγάλαμε και τους αφήσαμε και τα όπλα τους δίπλα. Και παίρνω το βαπόρι εγώ και σιγά σιγά βγήκα απ’ το λιμάνι. Κι όπως ήταν ο δίαυλος, προχωρούσα και μόλις ήταν ο προβολέας για να έρθει, είχα την άγκυρα –δηλαδή την αλυσίδα δεν τη σήκωσα απάνω, την είχα κάτω, έτσι. Και σταματούσα εγώ, βλέπαν αυτοί το βαπόρι σταματημένο, αυτά. Γιατί είχε σκοπό και στο νησί αυτό, που μπορεί να κοιμόταν κιόλας και να γύριζε ο προβολέας γύρω γύρω. Και μετά ξεκινούσα σιγά σιγά, σιγά σιγά, σιγά σιγά, προχωρούσα και μόλις βγήκα ανοιχτά, κοντά στο ρώσικο, δεν πήγα την παραλία, δηλαδή να πιάσω την ακτή της Αφρικής να ανέβω, αλλά του ’δωσα για την Αμερική, να πάω ανοιχτά… Αν είναι, δηλαδή, να στείλουν αεροπλάνο, να μην μπορούν να πάνε αυτοί τόσο μακριά, δηλαδή. Που ήταν άπειροι αυτοί, θα ψάχνανε την παραλία. Και αφού πήγα πολύ, πολύ προς αυτό, μετά πάνω κι ήρθα εδώ και μετά ζητούσαν αυτοί τα λεφτά και τους λένε ότι: «Εφόσον του κάνατε εκβιασμό του καπιτάνιου, δεν σας δίνουμε φράγκο». Και ήτανε, πήγε ένας καπιτάνιος μια φορά, μετά από μένα, εκεί, στο λιμάνι και του λέει ο λιμενάρχης εκεί: «Αυτός ο καπιτάνιος», λέει, «να μην έρθει εδώ, γιατί δεν θα τους κρεμάσουμε», λέει, «όπως κρεμάσαμε τους Γερμανούς. Αυτόν θα τον κρεμάσουμε ανάποδα», λέει. Από τότε, όταν μπαρκάριζα με βαπόρι, έλεγα: «Από αυτό το μέρος θα περνάω εκατό μίλια μακριά». Όχι κοντά δηλαδή, μήπως έρθει κάνα περιπολικό και με πιάσει, κατάλαβες; Τώρα, βέβαια, μετά, αλλάξανε εκεί, τώρα τελευταία αλλάξαν κυβερνήσεις, το ένα, το άλλο, κατάλαβες;

Ι.Κ.:

Ναυτικές ιστορίες τώρα. Άλλη ναυτικιά ιστορία… Ναι. Εν τω μεταξύ, έχω πάρει και βραβείο, μου έχουνε δώσει ο Καντάφι και αυτό, χρυσό αυτό, πώς τα λένε; Την έχω από κει… Πλακέτα χρυσή, με τα δικά του εκεί. Γιατί πήγαινα εγώ συχνά, πήγαινα στη Λιβύη και είχα πιάσει γνωριμίες εκεί. Δηλαδή, εκεί πέρα το Κράτος, είδα ότι δεν μπορούσε να μας βοηθήσει πολύ εμάς και έπρεπε μόνοι μας να πιάσουμε εκεί, με τις Αρχές, γνωριμίες, για να μπορούμε να βοηθηθούμε. Η πρώτη περίπτωση ήτανε σημαία τους –αυτοί ήταν πολύ εθνικιστές. Επειδής έμεινε πολύ καιρό στη ράδα, ανοιχτά, σκίστηκε η σημαία και ήρθανε εκεί πέρα και μου κάναν έλεγχο. Και εν τω μεταξύ, αυτοί που ήρθανε και κάναν έλεγχο εκεί πέρα –και κάτι άλλες παρανομίες είχε γίνει–, έπιασα εγώ, τους έδινα τσιγάρα, ξέρω ’γω, κάτι, διάφορα πράγματα εκεί, και… γιατί με βάλαν να υπογράψω πρόστιμο, μεγάλο πρόστιμο. Γιατί ήτανε, είχαν εθνικισμό αυτοί. Και βγαίνοντας όξω, τους έπιασε ο προϊστάμενος. Τους λέει: «Γιατί δεν του βάλατε πρόστιμο;» Λέει: «Αυτό» Λέει: «Γυρίστε τα πίσω και να σας υπογράψει για πρόστιμο» μεγάλο». Δεν ξέρω, δέκα χιλιάδες –ευρώ τότες; Και πήγαν πίσω, μου λέει… Του λέω… «Θέλεις, δεν θέλεις», λέει, «θα υπογράψεις και αύριο θα πας, θα περάσεις από δικαστήριο, εδώ, στο…» στο κέντρο, δηλαδή, εκεί που ήταν ένα κτήριο, που ήταν η Διοίκηση. Πήγα εγώ, μου λέει ο πράκτορας: «Το πρόστιμο δεν πρόκειται να το γλυτώσεις», λέει, «δεν το έχει γλυτώσει κανένας», μου λέει. Γιατί υπήρχε κι ένα δανέζικο βαπόρι και αυτοί, απαγορευόταν εκεί πέρα τα ποτά. Κι έπινε μπύρες αυτός και πήγανε εκεί και του λένε ότι απαγορεύεται κι έπιασε, τους έβριζε: «Δεν έχετε δημοκρατία», το ένα, το άλλο. Δέκα, είκοσι χιλιάδες πρόστιμο! Τέλος πάντων. Και πήγα εκεί και μου λέγανε αυτά, το ένα, το άλλο, γιατί τούτο, γιατί το άλλο. Έβρισκα διάφορες δικαιολογίες εκεί. Μου λένε: «Καπιτάνιε», λέει, «θα σου βάλουμε αυτό το πρόστιμο, δέκα χιλιάδες, εκτός να θέλεις να πας δικαστικά». Σηκώνομαι απάνω και τους λέω: «Ακούστε να δείτε, εγώ έρχομαι», λέω, «είκοσι χρόνια εδώ πέρα. Τα παιδιά μου», λέω, «τα έχω… Είναι η δεύτερή μου πατρίδα. Τα παιδιά μου», λέω, «τα έχω ζήσει από τη Λιβύη και προτιμώ να πληρώσω», λέω, «το πρόστιμο, παρά δικαστήρια και τέτοια». Και σηκώνεται εκεί ο πρόεδρος που ήτανε, και με χαιρετάει, μου λέει: «Excuse me, captain, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε», λέει, «διαφορετικά». Και μετά βαπόρι κι ερχόταν ο πράκτορας, μου λέει: «Απορώ», λέει, «πώς… Πρώτη φορά», λέει, «που δεν βάλανε πρόστιμο». Άλλη περίπτωση, όταν είχανε βομβαρδίσει οι… οι αυτοί… οι Αμερικάνοι τη Λιβύη κι είχανε σκοτώσει και έναν γιο του Καντάφι, είχανε σκοτώσει. Το κτήριο, δηλαδή, που έμενε. Αλλά αυτός είχε φύγει κι είχε πάει αλλού και κρυβότανε –φαίνεται, τον είχαν ειδοποιήσει. Και εγώ ερχόμουνα ερχόμουνα από τη Λιβύη –από τη Γαλλία… Κι είχε coils. Αυτά ήτανε, τα coils, είναι κάτι μεγάλα σίδερα, λαμαρίνες, που είναι τυλιχτές και είναι σαράντα τόνοι η καθεμιά. Που τις βάζεις έτσι και τις δένεις με κάτι τσέρκια, που άμα ξεφύγει, μπορεί να φύγει. Και ήτανε δέκα μποφόρ και όπως ήμουνα ανοιχτά στην… ανοιχτά στην αυτή, στη Σικελία, μου λέει εκεί ένας ναύτης που ήταν απάνω, μου λέει: «Φωτάκια», λέει, «δεξιά-αριστερά, γυρίζουνε», λέει. Του λέω: «Κάνα ναυάγιο θα ’γινε». Κι όπως ανοίγω το VHF –VHF ξέρεις τι είναι, αυτό που μιλάς, δηλαδή, με τα άλλα βαπόρια– βλέπω επιτακτικά και μου λέει: «Το πλοίο αυτό που είναι εδώ, που παραπλέει δίπλα μας, να απομακρυνθεί εννιακόσιες γιάρδες». Αλλά είχε τόσο φουρτούνα, που τα κύματα το καλύβαν όλο το βαπόρι κι έμενε μόνο η γέφυρα. Και αν εγώ γύριζα, αυτά, όπως θα έκανε το αυτό, θα βουλιάζαν. Και το κλείνω, λέω: «Τι να ’ναι;» Αλλά ευτυχώς, δεν πήγαινα, πήγαινα επάνω, στο… Αυτοί κάναν γυμνάσια νυχτερινά για να επιτεθούνε του Καντάφι. Βροχή, φουρτούνα, ένα φωτάκι είχανε κόκκινο και προσγειωνόνταν κι απογειωνόντανε αεροπλάνα. Και εν τω μεταξύ, και είχε και καταδρομικά, που πηγαίνανε και το φυλούσαν αυτό το βαπόρι, δηλαδή γύρω γύρω, διάφορα βαπόρια, ήτανε, το αεροπλανοφόρο «Independence» ήτανε. Εάν [01:30:00]πήγαινα εγώ απάνω, η πορεία μου, που δεν μπορούσα, θα μου ρίχναν έναν πύραυλο και θα εξαφανιζόμουνα και δεν θα ’ξερε κανένας τι έγινε –όπως έχουν εξαφανιστεί πολλά βαπόρια που δεν ξέρει κανένας τι είχαν γίνει. Τέλος πάντων, λοιπόν, μετά, θέλω να σου πω δηλαδή, στη Λιβύη, εκτός απ’ αυτά τα δυο γεγονότα, είχα πάει –επειδής άρχισα και γνωριζόμουν εκεί πέρα, με αυτούς, δηλαδή. Δηλαδή, με νομίζανε εμένα ότι ήμουνα Κανταφικός. Έχω και τα βιβλιαράκια του Καντάφι. Το ένα είναι αυτό… Κι είναι ωραία βιβλιαράκια. Θα σου δείξω και ένα εδώ, που τα μεταφράζω, δύο βιβλιαράκια. Είναι για την Οικονομία, το άλλο είναι για τη Διοίκηση, δηλαδή το σύστημα της διοικήσεως, που τα ’χει αυτός. Κι εγώ πήγα και κοίταξα κι είδα ότι δεν υπήρχανε στα ελληνικά –στα γαλλικά, στα ιταλικά, στα αγγλικά. Και λέω του πράκτορα εκεί –τότες ήταν όπως η δικτατορία εδώ, στα πρακτορεία είχανε κομισάριο, δηλαδή ήταν ένας μεγάλος αξιωματικός στο πρακτορείο, που αυτός ήτανε… δηλαδή ήταν οι πρακτόροι, αυτά, αλλά αυτός ήταν το κουμάντο, δηλαδή. Και ζητάω του πράκτορα δυο χιλιάδες βιβλιαράκια για να τα μοιράσω στην Ελλάδα. Του Καντάφι. «Και θα τα πληρώσω», λέω, «να μου δώσετε στα ελληνικά, να τα πληρώσω». Μου λέει: «Αμέ! Αύριο», λέει «θα πάω να πάρω» λέει «να του πω». Και πάει και βρίσκει αυτόν, τον κομισάριο, αλλά δεν υπήρχαν εκεί πέρα βιβλιαράκια. Αλλά εγώ έπιασα επαφή, δηλαδή, με αυτό. Μετά, ήτανε… αφού τον είχανε βομβαρδίσει αυτόνε –τον Καντάφι– οι Αμερικάνοι, είχε φοβηθεί κιόλας, αλλά ήθελε και σχέσεις να πιάσει, δηλαδή. Ήμαστε μέσα στο λιμάνι, καμιά σαρανταριά βαπόρια ήτανε. Και είχε… ήτανε να παίξει ο στρατός της Λιβύης, το ποδόσφαιρο δηλαδή, ο στρατός της Λιβύης, με τα πληρώματα των… να κάμει μια ομάδα τα πληρώματα των πλοίων. Και κάμανε μια ομάδα. Βέβαια, Έλληνες ήτανε, αν είχε κάνα-δυο, οι πιο πολλοί ήτανε Γιουγκοσλάβοι, αυτοί ξέραν και πιο καλό ποδόσφαιρο. Και γυρίζει ο λιμενάρχης στα βαπόρια και έλεγε ότι: «Θα έρθετε την τάδε ώρα, θα έρθει το πούλμαν να σας πάρουμε, να έρθετε στο γήπεδο, να παρακολουθήσετε τον αγώνα». Κι έφυγα εγώ… Κι ήρθε αυτός, πράγματι, το βαπόρι, το λεωφορείο, το πούλμαν και πήγα εγώ και πήγα στο γήπεδο. Και ήταν αυτοί, ο Καντάφι κι οι στρατηγοί εκεί και τι ήτανε, καθόντανε σε ένα μέρος και σε ένα άλλο μέρος ήταν το πλήρωμα, εκεί, η συνοδεία του, τι… που ήταν και γυναίκες συνοδεία, είχε αυτός –πώς τους λένε αυτούς; Φύλακες δηλαδή, που ήταν οπλισμένες. Και πήγα εγώ κι έκατσα όπως ήταν τα υπόλοιπα πληρώματα. Και έρχεται ένας αξιωματικός και μου λέει: «Έλα εδώ. Εσύ θα ’ρθεις να κάτσεις με τους επισήμους, απάνω». Λέω: «Εντάξει». Και πάω και κάθομαι με τους επισήμους, απάνω. Μετά, τελείωσε ο αγώνας και είχε σαν δεξίωση μετά. Φύγαμε από κει όλοι και πήγαμε σ’ ένα μεγάλο μέρος και κάτσανε αυτοί οι αξιωματικοί και αυτός, και ο Καντάφι, έτσι, και κάτσανε, είχε σαν… μπροστά, έτσι, και ήμαστε όλοι πίσω. Και πήγα πάλι εγώ και έκατσα σαν πλήρωμα, δηλαδή, γιατί εγώ λέω: «Τώρα εδώ δεν είμαι μόνος μου, θα έχει και από τα άλλα βαπόρια καπιτάνιους και το ένα, το άλλο, αφού αυτά». Και πήγα και ξανάκατσα πάλι. Κι έρχεται πάλι αυτό και μου λέει: «Έλα εδώ». Όπως ήταν οι αξιωματικοί εκεί κι αυτός –κι ο Καντάφι– κι όλοι, και μου λέει: «Εσύ θα ’ρθεις να κάτσεις εδώ, με τους επισήμους». Και σηκώνομαι εγώ και πάω με τους επισήμους. Και εν τω μεταξύ, μου δίνουνε το κύπελλο, εμένα. Ενώ είχαμε χάσει, η ομάδα μας είχε χάσει, κατάλαβες; Και μου δίνουν το κύπελλο και λέω: «Να πω δυο λόγια» και λέω εγώ: «Ευχαριστώ τον ωραίο λαό της Λιβύης και τον ηρωικό στρατό της». Γιατί είπα –δεν είπα για τον Καντάφι, είπα για τον ηρωικό στρατό. Γιατί είχε προσαράξει ένα ελληνικό βαπόρι εκεί, όταν έμπαινες στο λιμάνι, και ήταν οχτώ μποφόρ, εννιά και το… τα κύματα, και δεν μπορούσαν, ήταν αυτοί πάνω στη γέφυρα που ήταν προσαραγμένο και δεν μπορούσαν να πάνε να τους πάρουνε. Και μόλις λιγόστεψε και πήγε εφτά μποφόρ, πήγανε με τα ελικόπτερα αυτοί και τους πιάσανε απ’ τη γέφυρα και τους βγάλαν έξω. Και ήταν ο Καραμανλής τότες –τους βγάλαν στη στεριά. Το βαπόρι ήτανε καθισμένο. Και εν τω μεταξύ, ο Καραμανλής τους ευχαρίστησε, ήθελε να τους ευχαριστήσει που σώσανε το πλήρωμα, ο στρατός της Λιβύης. Και αυτός έδωσε συγχαρητήρια στον Καντάφι. Και λέει: «Δεν θα δώσεις σ’ εμένα», λέει, «θα δώσεις στον στρατό της Λιβύης». Κατάλαβες; Και το θυμόμουνα εγώ. Και μετά, αφού πήγα και ξανάκατσα πάλι με το γήπεδο και πιάσανε αυτοί «ψιψιψι» εκεί –δεν ξέρω τι λέγανε– στη δικιά τους γλώσσα. Και μετά, με καλάνε πάλι και μου λένε, μου παίρνουνε το κύπελλο και μου δίνουνε μια πλακέτα του… ο Καντάφι, μια πλακέτα, που ’χει, απ’ το βιβλίο του, έχει ορισμένα με χρυσά γράμματα γράψει εκεί πέρα. Από τότε, εγώ έλυνα κι έδενα στη Λιβύη. Ό,τι ήθελα έκανα εγώ. Δηλαδή, κανένας, δηλαδή δεν λογάριαζα τίποτα, «Ό,τι έλεγε, ό,τι λέει αυτός πρέπει να το κάνετε», κατάλαβες; Τέλος πάντων. Και έτσι την έβγαλα, δηλαδή, για πολύ καιρό, μια χαρά, που είχε προβλήματα εκεί πέρα, άμα αυτό. Ήτανε, ένα διάστημα, ήτανε Πάσχα και πιάσανε και ρίχνανε φωτοβολίδες οι Έλληνες και τους πιάσαν όλους τους καπιτάνιους και τους πήρανε και τους πήγανε σε ένα αεροδρόμιο και τους είχαν όλη τη μέρα. Ήτανε και ο συχωρεμένος, τότες, ο καπεταν-Γιάννης, ο αυτός, ο Μακάριο, που λέμε, του Πατσούρη. Και ένας ήθελε να κάνει τον παλικαρά και λέει: «Γιατί μας… όλη μέρα μας είχατε εκεί, χωρίς φαΐ, μες στο αεροδρόμιο, κλεισμένους σ’ ένα μέρος;» Λέει: «Θέλω», λέει, «τον δικηγόρο μου, δικαστήριο». Και τον πήρανε και εξαφανίστηκε αυτός. Ναι. Καλά, κι άλλες, ας πούμε, κι άλλες ιστορίες έχει, πολλές, ας πούμε, τέλος πάντων. Πόση ώρα είναι τώρα;

Γ.Ν.:

Τώρα μιλάτε σαράντα λεπτά.

Ι.Κ.:

Σαράντα είναι. Ναι, να πούμε την… γιατί, και μετά λέμε, άμα είναι, για ναυτικές ιστορίες.

Γ.Ν.:

Ναι, τι-

Ι.Κ.:

Να πούμε για το-

Γ.Ν.:

Που πήγατε στον Μαγγανίτη, που θέλατε-

Ι.Κ.:

Ναι, πώς πήγα στον Μαγγανίτη.

Γ.Ν.:

Ναι, ναι.

Ι.Κ.:

Σ’ ένα μήνα. Όταν ήταν για να πάω στο Γυμνάσιο –ήμουνα δεκατριών χρονών;– να πάω… Δηλαδή, μόλις πέτυχα στο Γυμνάσιο, ήθελα να πάω στο Γυμνάσιο του Αγίου Κηρύκου. Τότε, είχε αντάρτικο στην Ελλάδα. Είχανε, μαζί με τους εξορίστους, είχανε και βγει Έλληνες που ήτανε, που δεν θέλαν να πάνε στον στρατό και είχανε όπλα, είχανε, γινόταν, μάχες γινόντανε. Κι είχανε σκοτωθεί και χωροφύλακες, είχανε, και Καριώτες είχανε σκοτωθεί –ένας Μάντζαρης, που του κόψαν το κεφάλι τότες, θυμάμαι. Ένας, του είχαν κόψει το κεφάλι οι χωροφύλακες και δεν θέλαν να το θάψουνε. Και πήγε ο Κυπραίος, ένας παπάς, που ήταν πρώην ναυτικός και λέει: «Εγώ δεν μπορώ να δικάσω, μόνο ο Θεός δικάζει». Κι ο μόνος, τον έθαψε κιόλας αυτός. Τέλος πάντων. Και εν τω μεταξύ, ήτανε το καΐκι του θείου μου του Ζάνου. Και εν τω μεταξύ, συγκοινωνίες τότες δεν είχε με τον Άγιο, ήτανε –δεν ξέρω, είχαν κόψει τις βενζίνες, δεν πηγαίναν συχνά; Κι ήμουνα στο Καρκινάγρι κι είχε… το καΐκι αυτό, το βράδυ, έπρεπε να πηγαίνει στον Άγιο. Απαγορευόταν να… αλλού. Γιατί εκεί είχε στρατό και χωροφυλακή και λιμενικό, κάνανε βάρδιες, αυτά. Μόνο τη μέρα μπορούσανε να πάνε, να φορτώσουνε και δίνανε κι έναν ναύτη για συνοδό. Και δώσανε έναν ναύτη να πάει να φορτώσει στο Καρκινάγρι. Αλλά το βράδυ έπρεπε να γυρίσει στον Άγιο και λέει, έλεγε ο αυτός, λέει η θεία η Βάσω: «Πάρετέ τονε, μια που θα πηγαίνετε στον Άγιο, να τονε βγάλετε στον Μαγγανίτη». Δηλαδή, ακόμη δεν είχε ανοίξει το Γυμνάσιο, αλλά επρόκειτο να πάω. Και πήγα με το καΐκι και, όταν πήγαινα, ήταν, καλοσύνη ήτανε. Μόλις πιάσαμε τον Κουρελό, που λέμε, εκεί, έναν κάβο της Νικαριάς, έπιασε κι έβαζε αέρα, πολύ αέρα. Και βάλανε και το πανί. Εν τω μεταξύ, βάλαν και το πανί να πάμε, να με βγάλουνε και να συνεχίσουνε για τον Άγιο. Αλλά βάλαν το πανί και πηγαίναμε για Μαγγανίτη. Αλλά προτού πάμε στον Μαγγανίτη, χαλάει η μηχανή και με το πανί απάνω δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε τον Μαγγανίτη, γιατί πηγαίναμε… Και λέει… Εν τω μεταξύ, με το πανί, λέμε: «Τώρα, σιγά σιγά, με το πανί, να πάμε στον Άγιο». Και ξεκινήσαμε να πάμε στον Άγιο, αλλά όπως [01:40:00]πηγαίναμε, ο αέρας μας έβγαζε πιο ανοιχτά. Δεν μπορούσαμε να γιαλώσουμε, γιατί είχε καπνούς, το πανί θα το έσκιζε δηλαδή, πιο γιαλό δεν αυτό. Και προχωρούσαμε, μου λέει: «Θα βγεις στον Άγιο». Αφού προχωρούσαμε, που λες, εκεί, προς τον Άγιο, τελικά δεν μπορούσαμε να… Αντί να πάμε στον Άγιο, πολεμούσαμε, πηγαίναμε μέχρι εκεί, προς τον Άγιο, και κάναμε βόλτες. Για να πέσεις γιαλό, πρέπει να κάμεις βόλτα, δηλαδή γωνία, για να κλέβεις σιγά σιγά, να πας γιαλό με το πανί. Δεν μπορείς να πας κατευθείαν γιαλό, σαν τη μηχανή. Αλλά τελικά, αντί να μας πηγαίνουμε αυτά, μας έβγαζε πιο ανοιχτά. Και τελικά, βγήκαμε ανοιχτά, μεταξύ Ικαρίας και Πάτμου, και τη Νικαριά δεν μπορούσαμε να την πλησιάσουμε. Μηχανή δεν είχαμε και αφού δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε, λέμε να πάμε στην Πάτμο, που θα πηγαίναμε πρίμα, που ήταν… Και εν τω μεταξύ, με το πανί πήγαμε και πήγαμε στην Πάτμο και φουντάραμε σ’ ένα σημείο της Πάτμου. Φουντάραμε, για να πάμε, δηλαδή, από κει, σ’ ένα μέρος εκεί, σε έναν κόλπο, να πάμε μέσα να φτιάξουμε τη μηχανή για να πάμε στο Καρκινάγρι. Εν τω μεταξύ, που ’λεγα κιόλας, είχε κι να μοναστήρι εκεί πέρα κι είχε έναν καλόγερο. Εμείς, δεν είχε και πολλά τρόφιμα τότες εκεί πέρα. Είχε αμπέλια, αυτός φοβούνταν μην πάμε και κλέψουμε τίποτα σταφύλια. Λέει: «Άλλοι», λέει, «που είχαν έρθει, πήγαν να κλέψουν και έκλεισε το λιμάνι». Τελικά, καθίζουμε μερικές μέρες εκεί πέρα και μετά πήγαμε, πήγαν και ειδοποιήσαμε μέσα στο λιμάνι, το κέντρο της Πάτμου και στείλαν ένα καΐκι και μας ρυμούλκησε και μας πήγε από μέσα. Τότες, δεν υπήρχε ούτε τουρισμός, τίποτα. Εμάς… για να φτιάξουμε και τη μηχανή, να μπορέσουμε να πάμε. Μόλις είδαν το καΐκι και τους είπαμε εμείς ότι είμαστε απ’ τη Νικαριά και δεν μπορούσαμε να πάμε και ξωργιάσαμε, ο κόσμος εκεί, άλλος μας έφερνε ψωμί, φαγιά, γιατί είμαστε… Ήταν ο ναύτης, ήταν κανένα-δυο, τρεις επιβάτες απ’ το… που θέλαν να πάνε στον Άγιο απ’ το Καρκινάγρι, ήτανε δυο εκεί, ήμαστε εφτά άτομα μέσα. Μας δίναν εκεί πέρα, το ένα, το άλλο. Εν τω μεταξύ, μας είχανε χάσει από κει. Ήτανε το αντάρτικο και δεν ξέρανε τι εγίνανε. Νομίζανε ότι πήρανε το ναύτη και φύγανε, πήγανε, ξέρω ’γω. Βλέπανε, προσπαθούσαν να βρούνε τα στοιχεία μας, δηλαδή, τι άνθρωποι είμαστε, το ένα, το άλλο, να δουν πού είμαστε. Δεν υπήρχαν, εμείς, δεν είχανε τότες, ούτε σκεφτήκαν να στείλουν κανένα τηλεγράφημα πουθενά, πού ήμαστε. Τέλος πάντων, ήρθε ένα πολεμικό, θυμάμαι, και πηγαίναν εκεί και μας βλέπανε καλά καλά. Θα ’ταν, τότες, καμιά δεκαπενταριά μέρες που μείναμε εκεί. Μετά, ξεκινάμε να πάμε στην Ικαρία και να με βγάλουν κι εμένα στον Μαγγανίτη. Κι όπως πηγαίναμε, θα ’μαστε κάνα μίλιο μακριά από τον Μαγγανίτη, και ξαναχαλάει πάλι η μηχανή και δεν μπορούσαμε πάλι να πλησιάσουμε και μας ξαναβγάλει πάλι ο καιρός και ξαναπάμε πάλι στην Πάτμο, πάλι. Και μένουμε πάλι εκεί πέρα να φτιάξουμε τη μηχανή. Την ξαναφτιάχνουμε, ξαναξεκινάμε πάλι να πάμε και να με πάνε εμένα στον Μαγγανίτη και να πάνε στον Άγιο. Και χαλάει πάλι η μηχανή και μετά αρχίσαν τις βόλτες και μετά, αφού πηγαίναμε από το ένα μέρος στη Νικαριά, για να μπορέσουμε να πάμε γιαλό, να πιάσουμε, δεν μπορούσαμε, και μας βγάζει στο μπουγάζι ο καιρός, ανοιχτά. Και μόλις μας έβγαλε μεταξύ… ανοιχτά, εκεί, απ’ το φανάρι προς τη Μύκονο, τα κύματα βουνά –δηλαδή ήτανε, καραντί το λένε. Σταματάει ο αέρας, μηχανή δεν είχαμε κι έμεινε το καΐκι τελείως ακυβέρνητο και το πήγαινε το ρέμα όπου ήθελε. Εκεί πέρα, λοιπόν –τώρα, μια μέρα; Δυο μέρες; Δεν ξέρω πώς ήτανε. Εκεί κινδύνεψα να πάω και στη θάλασσα, με βουτήξαν και με γλυτώσανε. Και μετά από δυο μέρες, βλέπαμε κάτι νησιά. Αλλά δεν ξέραν τι νησιά είναι, γιατί δεν είχαν ούτε πορείες ούτε… τώρα, δεν ξέρω αν είχε κάνα φανάρι και το γνώρισαν. Άλλος έλεγε η Νάξο, άλλος έλεγε Τήνος, άλλος… Λέγανε ότι είναι, καθένας έλεγε τι νησί. Και… αλλά το ρέμα μας πήγαινε όπου ήθελε. Και ξαφνικά, πλησιάζαμε ένα νησί και έβαλε αγέρα και βάλαμε το πανί και, όπως ήταν το πανί, πήγαμε από κάτω από το νησί και μόλις πήγαμε από κάτω απ’ το νησί, δηλαδή κοντά στο νησί, φουντάραμε και στείλαμε τον ναύτη με το τουφέκι, με τη βάρκα, να πάει να ρωτήσει τι νησί ήτανε. Και μας είπαν ότι ήταν τα Κουφονήσια, ένα μικρό νησί, ωραίο νησί. Και ήρθαν εκεί και μας ρυμουλκήσαν, μας πήγανε μέσα στα Κουφονήσια. Και εκεί πέρα πάλι, τότες δεν υπήρχε ούτε τουρισμός, τίποτα, αλλά οι ανθρώποι ήτανε όλοι… μεταξύ τους υπήρχε, δηλαδή, έτσι μια αλληλοβοήθεια. Και θυμάμαι που ζυμώνανε οι άνθρωποι και μας φέρνανε ψωμιά, φαγιά. Εμείς δεν είχαμε. Βέβαια, πηγαίναμε και ψαρεύαμε και βράζαμε τα ψάρια και τα τρώγαμε έτσι, χωρίς λάδι, χωρίς τίποτα. Και όταν πηγαίναμε, αυτός, ένας είχε, που ’κανε το δρομολόγιο με τη Νάξο, και πηγαίναμε στο καφενείο και ό,τι θέλαμε πίναμε, ούτε λεφτά, κανένας. Και μετά, έφυγα, αφού βλέπαμε, μείναμε εκεί, κάπου δέκα-δεκαπέντε μέρες μέναμε. Και μετά, σκέφτηκε να πάει στη Νάξο ο συχωρεμένος ο θείος για να φτιάξει τη μηχανή και λέει, είχε περάσει και είχε ανοίξει και τα σχολεία. Λέει: «Τουλάχιστον να σε στείλω στη Νικαριά». Τώρα, πώς θα πήγαινα μέσω Πειραιά, μέσω Νάξου, δηλαδή. Και με πήρε κι εμένα να πάω στη Νάξο. Ήμουν δεκατριών χρονών. Εν τω μεταξύ, πεινούσα κιόλας κι όπως ήταν εκεί, κάτω, στο αμπάρι του καϊκιού, είχε τσουβάλια που ήτανε ξερά αυτά, γουπί μικρό στον ήλιο, με πολύ αλάτι. Εγώ, όπως πεινούσα, τρύπησα μια με το χέρι μου κι έπαιρνα αυτά κι έτρωγα. Αλλά αυτό, λόγω το πολύ αλάτι, όσο τρως, θέλεις να τρως πιο πολύ. Κι έτρωγα, έτρωγα, και για να μη με δουν κιόλας, ότι κλέβω δηλαδή –γιατί έκλεβα. Και μ’ έπιασε ένα πράγμα σαν τρέλα, μ’ έπιασε. Τελικά, βγήκαμε εκεί πέρα, έτρεξα εκεί και να πιω νερό. Φτιάξανε μετά τη μηχανή και ξαναγυρίσαμε πίσω και πήγαμε μετά και να σκεφτούμε να ξαναπάμε πάλι για τη Νικαριά. Πήγαμε προς τη Νάξο, εκεί, σ’ ένα μέρος, στο τέλος, που ήταν ορυχεία, βγάζαν το σμυρίγλι, βγάζανε, και μείναμε κάμποσες μέρες και μόλις καλοσύνισε, ξεκινήσαμε και φτάσαμε καμιά φορά στη Νικαριά και πήγαμε –δεν ξέρω αν έπιασε Καρκινάγρι, νομίζω για Άγιο πήγαινε, γιατί δεν μπορούσαμε, άμα ήταν μέρα, δεν μπορούσαμε να μείνουμε. Και πήγα, με βγάλανε στον Μαγγανίτη και πήγαν αυτοί στον Άγιο. Αλλά δεν ήξερε, ευτυχώς που δεν ξέραν ότι… Κατάλαβες; Κι έκανα ένα μήνα να πάω! Για έξι μίλια, Καρκινάγρι-Μαγγανίτη, έκαμα ένα μήνα να πάω από το Καρκινάγρι στον Μαγγανίτη. Δηλαδή, οι συνθήκες τότες. Γιατί οι μηχανές που είχανε ήτανε ελληνικές μηχανές, κάτι μηχανές οι οποίες χαλούσανε συνέχεια. Δηλαδή, πώς βγάζαν το ψωμί τους αυτοί οι άνθρωποι για να ζήσουν την οικογένειά τους. Τώρα, άλλες-

Γ.Ν.:

Έχετε ζήσει ναυάγιο; Έχετε ζήσει ναυάγιο;

Ι.Κ.:

Ναι. Έχω ζήσει, έχει βουλιάξει. Να το πούμε κι αυτό.

Γ.Ν.:

Ναι.

Ι.Κ.:

Ναι. Ήμουνα με ένα βαπόρι και είχαμε φορτώσει τσιμέντα –τσιμέντα big bags, που είναι κάθε τσουβάλι, είναι ένας τόνος, είναι– για τη Νιγηρία. Και όταν ήμαστε ανοιχτά, προς την Πελοπόννησο, στην αυτή, ανοιχτά προς την Ιταλία, το λέγανε, το βαπόρι το λέγανε «Λευκά Σταρ» το λέγανε. Ήτανε και εκλογές, εκείνη τη μέρα νομίζω ήτανε εκλογές, αυτός, βγήκε κι ο Παπανδρέου. Και κουβεντιάζαμε και πήγα να κοιμηθώ. Κι όπως πήγα να κοιμηθώ, γίνεται μια έκρηξη στο μηχανοστάσιο και σβήνουνε τα φώτα όλα. Και γίνεται έκρηξη και μετά, βλέπω, αρχίζει το βαπόρι και μπατάριζε το βαπόρι. Και κοιτάζω, βγαίνω όξω με τον φακό και κοιτάζω κι έβλεπα ότι το βαπόρι βούλιαζε. Και βούλιαζε, πήρα εγώ εκεί πέρα το ημερολόγιο και κάτι φυλλάδια εκεί πέρα, στα γρήγορα, με τον φακό και διέταξα την εγκατάλειψη του πλοίου –γιατί βούλιαζε, να προλάβουμε να… Νύχτα, ήταν τρεις η ώρα τη νύχτα. Και πετάξαμε πρώτα το life raft –ήτανε αυτό το φουσκωτό. Αυτό είναι μια βάρκα που είναι έτσι, σαν αυγό είναι, αλλά άμα την πετάξεις στη θάλασσα και τραβήξεις το σκοινί, είναι σαράντα πόδια, αυτή αμέσως ανοίγει και αυτό το πράγμα, το κέλυφος, [01:50:00]φεύγει. Και αυτή πρέπει να την έχεις δεμένη, γιατί αν κινείται το βαπόρι, δηλαδή, πρέπει να τη ρεμουλκάς. Και αν βουλιάξει το βαπόρι, όταν πάει βαθιά, φεύγει –όπως είναι δεμένη, έχει σύστημα που λύνεται δηλαδή, δεν χρειάζεται να το λύσεις με το χέρι. Και τη ρεμουλκούσαμε. Εν τω μεταξύ, ρίξαμε και τη βάρκα, αυτή που… στην μπάντα και μπήκε και το πλήρωμα μέσα. Και εν τω μεταξύ, το βαπόρι, βούλιαζε το βαπόρι. Δηλαδή, συνέχεια και μπατάριζε. Δηλαδή, ή τούμπα θα ’παιρνε ή θα βούλιαζε το βαπόρι. Και έπιασε το πλήρωμα και μπήκε μέσα στη βάρκα. Και εν τω μεταξύ, αυτή, άμα ρίξεις τη βάρκα, πρέπει να δέσεις δυο σκοινιά για να κρατιέται κοντά στο βαπόρι. Άμα είναι το ένα… Εν τω μεταξύ, η μηχανή δούλευε, η μηχανή. Δηλαδή, δεν είχε σταματήσει. Και πήγα με τον μηχανικό, τα… δηλαδή, τα πετρέλαια, αντί να τα κλείσεις από κάτω, στη μηχανή, έχει σύστημα από πάνω, απ’ το κατάστρωμα, που κλείνεις τα πετρέλαια για να σταματήσει η μηχανή να τροφοδοτείται, για να μπορείς να το εγκαταλείψεις και το βαπόρι. Πήγαμε, το κλείσαμε αυτό, αλλά το βαπόρι συνέχιζε και ταξίδευε και μπήκανε το αυτό. Εν τω μεταξύ, έμεινα εγώ τελευταίος μέσα στο βαπόρι –όπως πρέπει ο καπιτάνιος δηλαδή. Κοίταξα μήπως έχει μείνει καθόλου, τους είπα και μετρηθήκανε μήπως είναι κανένας μείνει και αν είμαστε όλοι εκεί. Και εν τω μεταξύ, δηλαδή, βοήθησα, γιατί η βάρκα δεν είχε τελείως… τα σύρματα αυτά που κρέμεται, έπρεπε να τα λασκάρουν. Αν δεν ήμουν εγώ, δεν θα μπορούσαν να απομακρυνθούν απ’ το βαπόρι, θα πηγαίνανε μαζί, θα τους τραβούσε. Αλλά ήμουνα πάνω και το σύστημα αυτό το λασκάρισα, δηλαδή, πώς να το… αυτό, και η βάρκα, να μπορούν να βγάλουνε, δηλαδή, τους γάντζους της βάρκας, να ελευθερωθεί η βάρκα. Και μετά, πήγα εγώ μέσα, έτσι, με την ανεμόσκαλα και μες στη θάλασσα, μπήκα στη βάρκα και προσπαθούσαμε να απομακρυνθούμε. Αλλά το βαπόρι είχε ταχύτητα, είχε. Εν τω μεταξύ, δεν ξέρανε και όλοι κουπιά. Εγώ κι ένας άλλος ήξερε κουπιά. Και τραβούσαμε να απομακρυνθούμε κι όπως πηγαίναμε, το βαπόρι… το τιμόνι είχε στην μπάντα μείνει και γύριζε γύρω γύρω κι ερχόταν να μας τρακάρει το βαπόρι και πολεμούσαμε να απομακρυνθούμε. Τελικά, κατορθώσαμε και απομακρυνθήκαμε κάπως, καμιά πενήντα-εκατό μέτρα. Και εν τω μεταξύ, το βαπόρι βούλιαζε και άκουγες και τα… βουίζαν και τα νερά, που έπιασαν και μπαίναν πολλά νερά και –ξέρω ’γω, από τα αμπάρια, από πού– και άκουγες βουητό δηλαδή, που βούλιαζε το βαπόρι. Και αφού απομακρύνθηκα, δηλαδή, από το βαπόρι –δηλαδή, ακόμη προσπαθούσα να απομακρυνθώ– κι όταν απομακρύνθηκα, θα ήτανε, δηλαδή, όπως γύριζε το βαπόρι, εγώ θα ήμουν πενήντα μέτρα πιο πέρα. Κατορθώναμε να μη μας τρακάρει. Άρχισε το βαπόρι και αυτό και ξαφνικά, το βαπόρι στάθηκε όρθιο και εξαφανίστηκε στη θάλασσα. Δηλαδή, απομακρυνθήκαμε, να μη μας τραβήξει το κύμα. Καλά, ήταν η βάρκα, δεν μπορούσε, αλλά αν ήσουν στη θάλασσα, θα σε τραβούσε… ή αν έμπλεκες κάτω την ώρα της αυτής. Κι έπιασα κι έριχνα φωτοβολίδες εδώ, για βοήθεια, να αυτό. Και εν τω μεταξύ –αυτές, το πιστόλι. Και δηλαδή, πέρασε δεκαπέντε λεπτά απώς το εγκαταλείψαμε, βούλιαξε το βαπόρι. Και ρίχναμε κατά διαστήματα και μετά –τώρα, μετά από μια ώρα; Δεν ξέρω. Είδε τις φωτοβολίδες ένα βαπόρι, ολλανδέζικο ψυγείο, που πήγαινε από την Ολλανδία στη Ρωσία. Κι ήρθε δίπλα. Εγώ έφυγα και ξυπόλυτος, ούτε παπούτσια δεν πρόλαβα να βάλω, αλλά δεν έφεγγα κιόλας, τα πάντα τα άφησα μέσα, όπως κοιμόμουν και ξαφνικά… Και μας έπιασε αυτό, το βαπόρι, και κατά σύμπτωση, να είναι κι ο καπιτάνιος, να ’ναι στη Χίο παντρεμένος, ο πατέρας του στην Ολλανδία, και να είναι ο καπιτάνιος Έλληνας, Χαλάς τον λέγανε, Χιώτης. Και θυμάμαι που ήταν με κάτι μούσια οι αυτοί, οι Ολλανδοί και μου έλεγε ότι: «Εμείς είμαστε», λέει, «αυτοί». Δηλαδή, που ήτανε, ξέρεις, αυτοί κάτι αυτός, ότι τους Έλληνες εμπιστεύονται, δηλαδή, αυτοί. Και πήγα και μας βγάλανε, βγήκα στη, βγήκα στην αυτή, στην… Μας έβγαλε κιόλας, ο συχωρεμένος, ήρθε με τη βάρκα του νομίζω. Καλά, τραβούσαμε και τη βάρκα μου, τη βάρκα την αυτή, την… που πήγαμε, που ήμαστε μέσα, την τράβηξε το βαπόρι κι αυτός –ο Σπύρος ο συχωρεμένος, ο Φραδέλος. Στο Λαύριο μας έβγαλε όξω με τη βάρκα. Κατάλαβες; Μετά, αρχίσανε τα δικαστήρια, το ένα, το άλλο, να σώσω το βαπόρι… Βέβαια, με αθωώσανε μετά. Αλλά στην αρχή, έπρεπε να με τιμωρήσουνε. Μου πήρανε, ένα χρόνο δεν με αφήσαν να μπαρκάρω. Κατάλαβες; Για κάτι να κάνουν, δεν μπορούσαν να αυτό κιόλας. Και μετά, εντάξει, εντάξει, με αθωώσανε μετά. Και στο δικαστήριο το ποινικό με αθωώσανε. Γιατί δεν είχα… δηλαδή, τι να στείλω τους ανθρώπους, δηλαδή, να πνιγούνε; Δηλαδή, δεν είχα περιθώρια, είδαν ότι δεν είχα… Δηλαδή, τι; Να προσπαθήσω να σώσω το βαπόρι, να μείνουμε μέσα και να πνιγούμε; Ή να ανθρώπους αυτά; Είδαν ότι ήτανε ένα πράμα που δεν μπορούσες να το ανταπεξέλθεις, κατάλαβες; Ναι. Τώρα, άλλο, θέλεις να σου πω κι άλλο τώρα; Τι ώρα είναι;

Γ.Ν.:

Είναι δέκα. Θέλετε να… Το σταματάω.

Ι.Κ.:

Αλλά ήτανε, είχαν αποκλείσει το λιμάνι, κάτω, στη Λιβύη. Γιατί τους βομβαρδίζανε τότες οι Αιγύπτιοι τις βάσεις τους εκεί και είχε στη Λιβύη, είχανε, όλοι οι εργάτες στο λιμάνι ήταν από την Αίγυπτο. Και τους πιάσανε, επειδής τους βομβαρδίζανε οι Αιγύπτιοι, τους πιάσαν όλους και τους βάλαν σε κάτι –μπάριζες τις λένε– κάτι, στη θάλασσα κάτι αυτά, δηλαδή, και χωρίς νερό, χωρίς φαΐ, μέρες τους είχανε εκεί, κοντεύαν να πεθάνουνε. Και τα είχε με τους αυτούς. Οι μόνοι μαζί τους ήτανε οι Παλαιστίνιοι και οι Σύριοι –τότες είχανε κάμει και σαν Συνθήκη με τη Συρία. Και είχα εγώ μέσα Παλαιστίνιους και Σύριους και ήτανε και αυτοί… Αυτός ο ένας μου ’λεγε πως ήτανε και ανθυπολοχαγός στην Παλαιστίνη –αυτούς, πώς τους λένε αυτούς τους… Αυτοί που πολεμάνε τους Εβραίους, δεν ξέρω πώς τους λένε αυτούς τους… Τέλος πάντων, και πιάσαν, αυτοί είχανε πολύ τουπέ. Κι ήρθε μέσα και ζητούσαν κι αυτοί άλλα των αλλών τότες, γιατί αυτοί τον βοηθούσαν εκεί. Μόνο τους αυτούς είχανε, με τους Αιγύπτιους. Και ήρθε πάλι ο στρατός εκεί πέρα και ζητούσαν αυτοί άλλα των αλλών, μου λέει: «Εντάξει». Και με βάλανε σε ένα μέρος εκεί, κοντά στο τελωνείο, το Λιμεναρχείο, και μου λένε: «Μέχρι που να τους πληρώσεις αυτούς ό,τι θέλουνε, δεν θα φύγεις». Είχα μέσα και την Ελένη –το θυμάται η Ελένη– και τη Βάσω, ήτανε μέσα στο βαπόρι. Και ήτανε αυτοί και εν τω μεταξύ, αυτοί, στην αρχή, δεν κοιμόντανε και φυλούσανε, μην τυχόν και φύγω και τους πάρω μαζί μου κι αυτά. Γιατί θέλανε ό,τι αυτός εκεί. Αλλά δεν μπορούσαν να κάμουν κι αλλιώς αυτοί.

Γ.Ν.:

Το σταματάω λίγο. Ωραία.

Ι.Κ.:

Ναι. Που λες, και ήρθαν αυτοί μέσα, ο στρατός εκεί, γιατί θέλανε, επειδή τους βοηθούσαν αυτοί οι Σύριοι κι οι Παλαιστίνιοι, τα ’χαν καλά τότες. Με τους αυτούς ήταν σε πόλεμο, με τους Αιγύπτιους. Και με πήγανε και με φουντάραν –σου το ’πα πιο πρώτα– σ’ ένα εκεί κοντά και μου λένε: «Αν δεν τους πληρώσεις αυτούς» –ο στρατός δηλαδή, δεν ξέραν όμως, εγώ, ότι με τον Καντάφι κι αυτά, πιο πρώτα. Αλλά ούτε με ενδιέφερε αυτό. Και… Γιατί δεν μπορούσαν να πάρουνε το μέρος μου εμένα, γιατί πιο πολλά συμφέροντα είχανε μ’ αυτούς δηλαδή. Δεν μπορούσαν να πάρουν εμένα το μέρος μου και να [Δ.Α.] αυτούς. Αυτοί, λοιπό, καθόντανε και δεν κοιμόντανε, να μην πάρουμε το βαπόρι και φύγουμε. [02:00:00]Εν τω μεταξύ, εγώ είχα τους ανθρώπους μου εκεί και είδα, μετά από μέρες, τι ώρα ξυπνάνε, ρώτησα –ήταν πλήρωμα αυτοί. Αν πάνε να τους ξυπνήσουν, αν ξυπνάνε αμέσως ή αν πρέπει να πας και δεύτερη φορά. Μου είπαν ότι: «Αυτός –ξέρω ’γω– αργεί να ξυπνήσει αν πας». Έπιασα εγώ αυτοί που ήμαστε οι Έλληνες… Και εν τω μεταξύ, κι απ’ τους άλλους ξένους που είχα, σε αυτούς όλους, απ’ όξω αυτά, είδα, αυτοί, αυτοί σου λέει: «Αφού δεν φεύγουνε και κοιμηθήκανε, να πάμε να κοιμηθούμε». Πήγαν και κοιμηθήκαν και αυτοί, πήγαμε, κλειδώσαμε τις πόρτες και τις δέσαμε απ’ όξω και σε καθένανε, ένα παρά ένα, είχα και έναν με σκοινί και είχα και άλλον, άλλους δύο σε επιφυλακή, αν τύχει και βγει κανένας –να μην ειδοποιήσουνε, δηλαδή, ότι τους αυτό, ας πούμε, ότι τους παίρνουμε να φύγουμε. Γιατί τους είπανε: «Άμα δείτε, να μας ειδοποιήσετε και θα τους φτιάξουμε» –εμάς δηλαδή. Και να πάνε να τον πιάσουν, να τον δέσουνε δηλαδή. Αλλά αυτοί πέσαν, κοιμηθήκαν. Μετά, κατά… Αυτοί είχανε φουσκωτά και για να μην μπούνε βατραχάνθρωποι μέσα στο λιμάνι της Τρίπολης, γυρίζαν όλο το λιμάνι και ρίχνανε βόμβες –για βατραχανθρώπους, μην πάει. Είχανε, ήταν και τα πολεμικά τους εκεί πέρα. Μην πάει κάνας βατραχάνθρωπος και κάμει σαμποτάζ εκεί. Αλλά είδα, κατά τις τέσσερις η ώρα, τρεις-τέσσερις, φεύγαν αυτοί. Φαίνεται, πηγαίναν για ύπνο. Και ενώ μου ’λεγε ο συχωρεμένος ο Γιάννης: «Να πάμε», λέει, «να τους πιάσουμε και να τους δέσουμε μπροστά, σε καπούνι, να τους δέσουμε». Λέω: «Άμα φωνάξουν αυτοί που θα είναι κοντά κι έρθουνε;» Λέω: «Ξέρεις τι θα γίνει;» λέω. «Πήγαινε εσύ να τους πιάσεις με το πλήρωμα το δικό μας κι εγώ θα κοιμάμαι. Εάν σε πιάσουν», λέω, «δεν ξέρω τίποτα. Να πάρουν εσένα να σε καθαρίσουν». Και φοβήθηκε αυτός, τίποτα κι αυτός. Αλλά δεν του έλεγα εγώ τίποτα άλλο. Ξαφνικά, του λέω μετά, αφού είδα εγώ, τον ξυπνάω, του λέω: «Θα σηκωθούμε να φύγουμε». Αφού είδα που αυτοί στο λιμάνι δεν κινιόντανε τίποτα –αυτοί που ρίχνανε, δηλαδή, τις βόμβες βυθού αυτές. Και ήτανε στη μηχανή αυτά, απάνω, ήμουνα εγώ κι είχα έναν τιμονιέρη και το λιμάνι το είχανε κλείσει με μπετόνια, πώς να… Δηλαδή, ήτανε κάτι, έτσι, μεγάλα, τετράγωνα, που ήτανε κλειστά, δηλαδή, σαν μαούνες ήτανε, δηλαδή, σιδερένια, που είχανε κλείσει και για να βγεις όξω, όπως τα είχα βάλει, έπρεπε, δηλαδή, ήτανε, ας πούμε, είχανε βάλει εδώ, είχανε έτσι εδώ και έπρεπε μετά έτσι, έπρεπε να μπαίνεις μέσα και να κάνεις ζιγκ ζαγκ, για να φύγεις από αυτά. Και έπρεπε να τα τρακάρεις κιόλας, στην μπάντα. Λοιπόν, εγώ για να τα βλέπω, είχα βάλει δεξιά-αριστερά την Ελένη με… γιατί ήμουνα, έπρεπε να κάνω κινήσεις στη μηχανή. Στη μηχανή δεν κάναμε κινήσεις με τον τηλέγραφο. Με το τηλέφωνο. Γιατί με τον τηλέγραφο κάνει, το σήμα κάνει «γκρ-γκρ». Δηλαδή το σήμα, για να σου κάνουν τις κινήσεις στη μηχανή, άμα κάμεις με τον τηλέγραφο, κάνει το ίδιο, κάνει κάτω, δηλαδή, αυτό, ό,τι κίνηση κάμεις δηλαδή, να ειδοποιείς. Αλλά τους τηλεφωνούσα αργά, πρόσω –οτιδήποτε δηλαδή–, ολοταχώς, με το τηλέφωνο. Και για να μην τρακάρω αυτά, δηλαδή, να μπορώ να αποφεύγω, είχα βάλει την Ελένη και απ’ τις δυο μεριές της γέφυρας και μου λέγανε, ας πούμε, δεξιά, αριστερά, εκεί, τι βλέπανε. Και έβγαινα σιγά σιγά εγώ. Είχα ανάψει τα φώτα όλα της πορείας. Δηλαδή έχει… όταν ταξιδεύεις, έχεις φώτα στα απάνω, στα άρμπουρα, κι έχεις και πλευρικά, κόκκινο και πράσινο. Λέω: «Εάν τα έχω σβηστά τα φώτα, εάν τα έχεις σβηστά τα φώτα, θα υποψιαστούνε, “Σκοτάδι, που πάει αυτό;”» Αλλά πιο πρώτα σκέφτηκα ότι αυτοί, η βάρδια, δηλαδή, που είναι, ήτανε, όπως περνούσαμε, περνούσαμε και από μπροστά απ’ τον στόλο, που ήτανε… τη μέρα γυρίζανε τα κανόνια γύρω γύρω εκεί. Πήγαινες να βγεις όξω, είχε δεξιά ο στόλος, αλλά τον είχαν δεμένο, δεν έβγαζ’ απ’ όξω. Λέω: «Εάν μας δούνε εμάς, που βγαίνουμε με τα φώτα και όλα, θα πουν αυτοί ότι, αυτοί ότι, εντάξει, εάν έχουν αυτό, να παν να ειδοποιήσουν αυτοί ότι…» Έπρεπε, δηλαδή, δεν μπορούσες να φύγεις. Έπρεπε με πλοηγό να φύγεις, πιλότο που λέμε. Να σε πάρει και να ’ναι και μέρα. Τη νύχτα, απαγορευόταν κάθε κίνηση στο λιμάνι. Τίποτα δεν γινόταν. Μόνο αυτοί με τα φουσκωτά, τα αυτά, που ρίχνανε τις βόμβες βυθού. Αυτοί θα πάνε να ειδοποιήσουν τον ανώτερο τους. Ο ανώτερός τους θα πάει να ειδοποιήσει τον πιο πάνω. Ο πιο πάνω θα πάει να ειδοποιήσει τον πιο πάνω. Σου λέει: «Ένα βαπόρι βγαίνει, γιατί; Πήρε άδεια; Τι έκαμε;» Μέχρι που να φτάσει στον ανώτερο, να αποφασίσει, εγώ, λέω, θα έχω βγει. Γιατί κανονικά αυτοί –και ακόμη και εδώ, που, τα δικά μας πλοία, δηλαδή, τα πολεμικά– οι διαταγές πρέπει να είναι πιο πρώτα, πώς θα ενεργήσουν. Όχι όπως κάνανε τότε, με τα Ίμια, που περιμένανε, το ένα, το άλλο. Λοιπόν, δεν είχανε διαταγή αυτοί, κάθε βαπόρι να έχει, ο τελευταίος, να έχουν μια διαταγή αυτοί που ήτανε σκοποί, στα πολεμικά, εκεί, όλοι, Λιμεναρχεία: «Ό,τι δείτε βαπόρι, να διατάξετε αμέσως, να πάει ένα να το σταματήσει, να το πιάσει». Δηλαδή, ο πρώτος να αποφασίσει, να είναι η διαταγή πιο πρώτα δοσμένη, κατάλαβες; Και εν τω μεταξύ, λέω: «Μέχρι να αποφασίσει να πάει κάποιος, θα κοιμούνται». Γιατί αυτούς, τους αρέσει κι ο ύπνος –των αραπάδων. Όπως αυτοί, φεύγανε πιο πρώτα και πηγαίνανε για ύπνο, αυτοί που γυρίζαν εκεί και ρίχναν τις βόμβες βυθού. Εν τω μεταξύ, από δω, από κει, βγήκα εγώ έξω και του δίνω –κανονικά Ιταλία πήγαινα, βέβαια. Και έφυγα εγώ. Την άλλη μέρα, ήμουνα εκατό μίλια εγώ μακριά. Και άμα ξυπνήσαν αυτοί εκεί, μέσα στο λιμάνι, οι πλοηγοί και όλοι αυτοί του λιμανιού, λέγανε –«Σπύρος» το λέγαν το βαπόρι– «Τι έγινε», λέει, «το “Σπύρος;”» Ψάχνανε, δεν ξέραν, πώς εξαφανίστηκε το «Σπύρος». Δεν πιστεύαν ότι έφυγα, σου λέω, γιατί έγινε κάτι θαύμα. Οι μόνοι που μας πήραν είδηση, ήταν ένα άλλο κατασχεμένο ελληνικό, που ήταν εκεί, όπως βγαίναμε, που μας χαιρετούσανε κιόλας. Οι οποίοι, μετά από λίγες μέρες, άκουσα ότι φύγαν και αυτοί. Και αυτοί, εν τω μεταξύ, ξυπνήσανε μετά και ήρθανε τώρα να κάνουνε τον παλικαρά, τώρα, αυτοί. Τους λέω: «Τώρα εγώ είμαι ο καπιτάνιος». Τότες αυτοί κάναν τον καπιτάνιο, ακούγανε αυτούς. Λέω τώρα και λέω στον υποπλοίαρχο, ήρθε στη γέφυρα ένας, για να πιάσει να τηλεφωνήσει, πως πήραν το βαπόρι. Λέω: «Πέταξέ τον απ’ τη γέφυρα κι άμα δεν θέλει», λέω, «πέταξέ τον στη θάλασσα». Του δίνει μια κουτουλιά και έφυγε αυτός. Λέει πως ήταν κι αξιωματικός της Α’ τάξεως, εκεί, των Παλαιστινίων αυτός. Και μετά, πήγαινε ο Γιάννης ο συχωρεμένος, αυτούς τους έπιανε και τους σήκωνε έτσι, πάνω-κάτω, τους έβαζε, τους έκανε να τους σπάσει. Και εν τω μεταξύ, πήγα εκεί πέρα, στην Ιταλία, τους λέω: «Ακούτε να δείτε, σηκωθείτε να φύγετε, ούτε φασαρία ούτε τίποτα, γιατί θα πάτε όλοι στη θάλασσα». Σηκωθήκαν και φύγανε. Άμα γύρισα στη Λιβύη, με είχανε μη στάξει και μη βρέξει. Ούτε μου αναφέρανε το γεγονός, τίποτα, και ούτε τι έγινε, ενώ πιο πρώτα ψάχανε και κάνανε. Μιλιά. Γιατί; Γιατί θα τους καθάριζε ο Καντάφι. Σου λέει: «Σηκώθηκε αυτός και έφυγε και το πήραν… Αν ήταν υποβρύχιο κι έμπαινε μέσα;» Σου λέω, αν είχα ένα υποβρύχιο εγώ, θα πήγαινα τον στόλο όλο και θα τον βούλιαζα, της Λιβύης. Σου λέει: «Πήρατε είδηση… ολόκληρο βαπόρι κι έφυγε;» κι αυτά. Ούτε να μου αναφέρουν τίποτα και με πρόσεχαν κιόλας, και αξιωματικοί κι όλοι που ερχόντανε εκεί μέσα. Κατάλαβες;