© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
«Ο κομμουνιστής ήτανε σαν ένα σκυλί το οποίο είχε λύσσα και το σκοτώνανε, αυτά έκανε η Βάρκιζα»: Οι περιπέτειες των αριστερών μέσα από τις μνήμες του γιου ενός Εαμίτη αγωνιστή
Istorima Code
13521
Story URL
Speaker
Κοσμάς Καμάρας (Κ.Κ.)
Interview Date
05/01/2023
Researcher
Φώτης Κοροσιάδης (Φ.Κ.)
[00:00:00]Είναι 6 Ιανουαρίου 2023, βρισκόμαστε στο Καπανδρίτι Αττικής με τον κύριο Κοσμά Καμάρα. Αρχικά, σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη. Είμαι ο Κοροσιάδης Φώτης, είμαι ερευνητής στο Istorima. Κύριε Κοσμά, θέλετε να μου πείτε, αρχικά, δυο λόγια για εσάς;
Ναι. Εγώ γεννήθηκα το 1953, μετά τον Εμφύλιο δηλαδή. Πήγα στο δημοτικό σχολείο και τελείωσα και δύο τάξεις στο γυμνάσιο. Από κει και πέρα, πήγα στην οικοδομή, μέχρι σήμερα –μέχρι, δηλαδή, που πήρα τη σύνταξη– ήμουνα οικοδόμος. Τώρα, αν θες να σου πω πράγματα, πώς ξεκινήσαμε, να πούμε, τέτοιο… Εγώ, καταρχήν, τον πατέρα μου τον γνώρισα σε ηλικία δύο ετών, γιατί ήτανε εξορία. Να σου πω, καταρχήν, για τον πατέρα μου, ο οποίος γεννήθηκε το 1916. Πήγε στρατιώτης το ’36, απολύθηκε το ’38, το ’39 έγινε ο Μεταξάς –δηλαδή, η δικτατορία του Μεταξά. Πήγε, τότε, στην Αλβανία, έφυγε απ’ την Αλβανία, τελείωσε, μπήκανε οι Γερμανοί μέσα και αναγκάστηκε και βγήκε στο αντάρτικο. Εκεί, βγήκε στο αντάρτικο, γιατί στα Κιούρκα –ο πατέρας μου ήταν απ’ τα Κιούρκα και τα Κιούρκα προπολεμικά ήτανε ένας τόπος στον οποίο πηγαίνανε φυματικοί, σαν σανατόριο δηλαδή, επειδή είχε καλό κλίμα. Κι εκεί, γνώρισε έναν στρατηγό, τον οποίο τον είχαν στο σπίτι τους γιατί ήτανε φυματικός. Και αυτός τον ενέπνευσε, ας πούμε, στα ιδεώδη της Αντίστασης και τα λοιπά. Και όταν ο στρατηγός έγινε καλά, έφυγε για το βουνό και τον πήρε μαζί του. Πήγανε στην Κοζάνη. Στην Κοζάνη εντάχθηκε σε ένα σύνταγμα που επικεφαλής ήταν κάποιος Κολοκοτρώνης, έτσι λεγόταν – ψευδώνυμο, βέβαια, «Κολοκοτρώνης», έτσι; Και εκεί πολέμησε μέχρι το ’44, το οποίο, να πούμε, φύγαν οι Γερμανοί. Στον Εμφύλιο δεν έλαβε μέρος, αλλά τον συλλάβανε και τον καταδικάσανε σε φυλακή και εξορία. Έκανε φυλακή ένα χρόνο και μετά πήγε εξορία στην Αλόννησο. Η κατηγορία ήτανε ότι ήτανε αξιωματικός στη Μέση Ανατολή. Καμία σχέση, βέβαια, με αυτό, αλλά, ψεύτικες κατηγορίες, αλλά… Και τον στείλαν στην εξορία. Έφυγε, βγήκε απ’ την εξορία μετά από ένα χρόνο, παντρεύτηκε τη μάνα μου και έκανε τον αδερφό μου κι εμένα. Το ’52 γεννήθηκε ο αδερφός μου, το ’53 εγώ. Μετά, τον ξανασυλλάβανε, τον ξαναστείλανε εξορία. Το ’55 βγήκε και, από τότε, άρχισε ο Γολγοθάς της Αριστεράς. Η εποχή ήταν πολύ δύσκολη. Δηλαδή, δεν μπορούσε να βρει δουλειά –όπου πήγαινε, του ζητάγανε κοινωνικών φρονημάτων. Δεν υπήρχε περίπτωση, δηλαδή, να πιάσει δουλειά. Και αναγκάστηκε, ένα χρόνο, δύο, έφυγε –μαζί φύγαμε, οικογενειακώς, και πήγαμε στο Μπραχάμι. Δηλαδή, να μην τον ξέρει κανένας. Πήγαμε στο Μπραχάμι, νοίκιασε ένα σπίτι εκεί, ζήσαμε δυο-τρία χρόνια. Από κει, έπρεπε να πάμε σχολείο. Σχολείο, εκεί, δεν υπήρχε τότε στο Μπραχάμι, εκεί. Ήτανε ένα ρέμα, πετάγαν τα σκουπίδια και τα λοιπά, δεν υπήρχε, ήταν μακριά το σχολείο. Οπότε, αναγκάστηκε και ξαναγυρίσαμε πίσω. Ήρθαμε εδώ, πήγαμε σχολείο εγώ με τον αδερφό μου, ο πατέρας μου αναγκάστηκε να φύγει κι αυτός, πάλι να ’ναι στην Αθήνα. Νοίκιασε στην Αθήνα, να είναι άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Έπιασε δουλειά, δούλεψε, ερχότανε κάθε Σαββάτο βράδυ και έφευγε Κυριακή πρωί. Και θυμάμαι, συγκεκριμένα, είχε πιάσει δουλειά στην Ακρόπολη. Και το καλντερίμι, δηλαδή αυτό που ανεβαίνεις απάνω, να πούμε, δούλευε εκεί. Και έχω και φωτογραφία από εφημερίδα. Ναι. Εκεί ήτανε ο Πικιώνης. Ο Πικιώνης ήταν ένας απ’ τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες. Δούλεψε εκεί κάνα μήνα, δύο, ήρθε ο επιστάτης και του ζήτησε κοινωνικών φρονημάτων. Του λέει: «Θα φέρεις χαρτί κοινωνικών φρονημάτων, γιατί αλλιώς δεν μπορείς να κάτσεις». Μάζεψε τα πράγματά του να φύγει. Του λέει ο Πικιώνης: «Πού πας;» Λέει: «Έτσι κι έτσι». Του λέει: «Δεν θα φύγεις. Εδώ. Και αν σου πει τίποτα, να του πεις να ’ρθει σ’ εμένα». Πραγματικά, την άλλη μέρα πάει ο επιστάτης, του λέει. Λέει: «Πήγαινε στον Πικιώνη». Πήγε στον Πικιώνη, του λέει ο Πικιώνης: «Δεν θα τον ξαναπειράξεις, ειδαλλιώς μάζεψέ τα και σήκω φύγε». Και κάθισε εκεί μέχρι που τελείωσε η δουλειά στην Ακρόπολη. Και του είχε ο πατέρας μου τόσο αδυναμία του Πικιώνη, που του είχε κάνει και την προσωπογραφία. Γιατί –ξέχασα να σου πω– ο [00:05:00]πατέρας μου ήταν φοβερός ζωγράφος. Είχε ζωγραφίσει στην εξορία –τα ’χει ο αδερφός μου αυτά βέβαια, δεν τα ’χω εγώ– με κάρβουνο και λουλάκι σε τετράδιο. Πολύ ωραία, ωραία σχέδια. Δηλαδή, τη ζωή στην εξορία. Τέλος πάντων. Από κει και πέρα, ήρθε… Τελείωσε η Ακρόπολη, συνέχιζε να μένει στην Αθήνα, εμείς εδώ πέρα, όλο το βάρος έπεσε στη μάνα μου. Τελειώσαμε το Δημοτικό σχολείο και έπρεπε να πάμε στο Γυμνάσιο. Το Γυμνάσιο ήταν στην Κηφισιά. Χρειαζόμασταν στο σπίτι την ημέρα είκοσι δραχμές. Ήταν πολύ δύσκολο, όμως, να βρεις αυτά τα λεφτά, εκείνη την εποχή. Γιατί ο πατέρας μου ήταν στην Αθήνα, δούλευε, ερχότανε, άφηνε εκατό δραχμές, διακόσιες δραχμές, αλλά έπρεπε να ζήσει το σπίτι και να έχουμε και τα εισιτήρια. Τα εισιτήρια μόνο, τη βδομάδα, τρώγαμε εκατόν είκοσι δραχμές. Η φουκαριάρα η μάνα μου δούλευε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ στα χωράφια για να μας μεγαλώσει και να μπορούμε και να σπουδάσουμε. Τέλος πάντων. Πήγαμε στο γυμνάσιο. Ο αδερφός μου προχώρησε, δηλαδή, το τέτοιο. Εγώ, στη Β’ τάξη, την εγκατέλειψα. Γιατί; Δηλαδή, ενώ ήμουνα πάρα πολύ καλός μαθητής, από μια συγκυρία, δηλαδή. Είχαμε ένα γυμνασιάρχη ο οποίος, πήγα να δώσω εξετάσεις τον Ιούνιο –τελευταίο μάθημα– και φόραγα ένα τζιν παντελόνι. Γιατί φόραγα τζιν παντελόνι, μου λέει: «Δεν θα δώσεις εξετάσεις». Λέω: «Γιατί;» «Να πας να βγάλεις –λέει– το παντελόνι και να ’ρθεις να δώσεις». Λέω: «Να φύγω απ’ την Κηφισιά, να πάω στο Καπανδρίτι να αλλάξω παντελόνι; Δεν γίνεται». Μου λέει: «Δεν θα δώσεις». «Βρε, αμάν, ζαμάν». Τίποτα. Τέλος πάντων. Τα παρατάω, σηκώνομαι, φεύγω. Παίρνω το σκεπάρνι, πάω στην οικοδομή. Μου λέει ο πατέρας μου: «Γιατί;» Του λέω: «Δεν ξαναπάω σχολείο». «Βρε, αμάν». «Δεν ξαναπάω σχολείο». Να φανταστείς ότι ήρθε, τον Σεπτέμβριο, ήρθε μια καθηγήτρια που είχαμε στο σχολείο, μου λέει: «Έλα, εγώ θα σε βοηθήσω» και τα λοιπά. Λέω: «Δεν ξανάρχομαι, τελείωσε». Και από τότε, κάθισα στην οικοδομή και δούλεψα μέχρι σήμερα, να πούμε. Η ουσία ποια είναι; Ότι η μάνα μου δούλεψε σαν σκυλί, κυριολεκτικά. Γιατί του πατέρα μου, στο κάτω κάτω, ήταν επιλογή του να είναι αριστερός, να είναι κομμουνιστής, να είναι οτιδήποτε. Η μάνα μου, η φουκαριάρα, δεν ήταν επιλογή της, αλλά υποστήριξε την επιλογή του άντρα της. Και υπόφερε τα πάνδεινα, δηλαδή, ήτανε φοβερά, τέτοια. Γι’ αυτό λέω, μερικές φορές, γράφεται η Ιστορία και λέει, ας πούμε: «Ο τάδε πήγε εξορία, πήγε φυλακή». Ναι, αλλά ήταν επιλογή του. Της γυναίκας δεν είναι επιλογή. Έμενε πίσω μια γυναίκα και κράταγε ένα σπίτι ολόκληρο. Ήταν φοβερή η κατάσταση. Και γι’ αυτό δεν έχει γραφτεί ποτέ γι’ αυτές τις γυναίκες που μείνανε πίσω. Τέλος πάντων. Ο πατέρας μου συνεχίζει, ας πούμε, να μένει στην Αθήνα, να δουλεύει στην Αθήνα, έρχεται η Χούντα. Έρχεται η Χούντα, εκεί τα χρειαστήκαμε. Εν τω μεταξύ, ξέχασα να σου πω ότι εμείς, από πολύ μικροί, αρχίσαμε και συνειδητοποιούσαμε, πλέον, τι είμαστε. Βλέπαμε, ας πούμε, ότι εδώ πέρα κυριαρχούσε μαύρη μαυρίλα, κυριολεκτικά μαυρίλα. Να φανταστείς ότι είχαμε φτιάξει το σπίτι, είχαμε το μπροστινό σπίτι κάτω, ένα υπόγειο, είχε βάλει ο πατέρας μου σιδερένιους ταμπλάδες στα παράθυρα και το βράδυ ερχόντουσαν και ρίχναν πέτρες. Όλοι αυτοί, βέβαια, μεσουρανούσανε τότε. Εδώ ήτανε πολύ λίγοι αριστεροί, αλλά ήτανε δυνατοί, πραγματικά δυνατοί. Ήταν οι Οικονομαίοι που ’χαμε εδώ πέρα, ένα σόι, οι Οικονομαίοι, οι οποίοι ήταν εξαιρετικοί άνθρωποι. Αυτοί δεν ήταν στο ανταρτικό, αλλά ήτανε στο πολιτικό ΕΑΜ, που ήταν τότε στα πράγματα. Οι οποίοι βοήθησαν πάρα πολύ κόσμο και στο τέλος, ας πούμε, κι αυτοί πήγανε στην εξορία και στη φυλακή. Ξέχασα να σου πω ότι όταν σχολάγαμε απ’ το σχολείο, ειδικά στο δημοτικό σχολείο, ήτανε δύσκολο να βρεις και φαγητό, γιατί η μάνα έλειπε, ήταν η γιαγιά. Η γιαγιά έκανε ό,τι μπορούσε, η καημένη, αλλά πρέπει να έχεις και κάτι, για να φας, πρέπει να έχεις κάτι να μαγειρέψεις. Άμα δεν έχεις, τι να μαγειρέψεις; Το βασικό μας φαγητό ήτανε ψωμί στο τηγάνι με νερό και κρεμμύδι. Και το πρωί, ένα τσάι. Τσάι, και μάλιστα δεν ήταν αγοραστό τσάι, ήταν από κυδωνόφυλλα, το θυμάμαι μέχρι τώρα. Τέλος πάντων. Πορευτήκαμε μέσα σ’ αυτό το τέτοιο. Τότε, εκείνη την εποχή, ειδικά επί Καραμανλή –του πρώτου Καραμανλή, του γέρου–, στην αρχή, υπήρχανε οργανώσεις, παραοργανώσεις, δηλαδή, φασιστικές, τις οποίες χρηματοδοτούσανε. Λεγόντουσαν τα [00:10:00]περιβόητα μυστικά κονδύλια, τα οποία ήτανε… Η σημερινή ΕΥΠ, ήτανε η ΚΥΠ τότε, η οποία δεν ήταν για την ασφάλεια της χώρας, αλλά για την ασφάλεια απ’ τους κομμουνιστές και τους αριστερούς. Δηλαδή, χρηματοδοτούσε ανθρώπους εδώ, οι οποίοι παρακολουθούσανε, λέγανε στην αστυνομία ότι: «Αυτό, εκείνο, το ένα, το άλλο», πού πήγες, τι έκανες, ξέρω ’γω τι. Να φανταστείς, μια φορά, ήταν ο πατέρας μου, βράδυ. Είχε βγει στο καφενείο, στην πλατεία. Και ένας απ’ αυτούς είχε πάρει το όπλο και την είχε στήσει εδώ, από πάνω. Τότε δεν υπήρχαν και φώτα, έτσι; Ήτανε σκοτάδι. Κάποιος του το σφύριξε του πατέρα μου, του λέει: «Σου την έχουνε στήσει εκεί». Ο πατέρας μου –στο αντάρτικο, ήταν και παλικάρι τότε, ήταν αυτά– πήγε κρυφά από πίσω του και του παίρνει το όπλο. Το παίρνει το όπλο, το φέρνει στο σπίτι. Τώρα, αυτός δεν μπορούσε να φύγει χωρίς όπλο, πού να πάει; Πήγε, τελικά, εκεί, λέει: «Μου πήρε το όπλο». Του κάνει μήνυση ο πατέρας μου. Γιατί το δικαστήριο –άκου να δεις απόφαση. Δεν τον τιμώρησε γιατί του φύλαγε για να τον σκοτώσει, τον τιμώρησε γιατί του πήρε το όπλο. Καταλαβαίνεις τώρα. Πορευτήκαμε, ήρθε η Χούντα. Θυμάμαι, εκείνη την ημέρα, κανένας… Πηγαίναμε σχολείο εμείς, μας γυρίσαν απ’ τον Άγιο Στέφανο πίσω, να πούμε. Είχαμε καταλάβει, εγώ κι ο αδερφός μου ήμασταν οι μόνοι που καταλάβαμε ότι είχε γίνει δικτατορία, κανένας άλλος. Τα πιτσιρίκια, όλοι χασκογελάγανε, κάνανε, να πούμε. Κλείναμε για το Πάσχα τότε και: «Δεν θα μας βάλουνε μαθήματα» κι αυτά… Εμάς μάς έκοβε, όμως, από μέσα. Ήρθαμε εδώ, έρχεται το βράδυ ο πατέρας μου. Έρχεται να μας κάνει, ας πούμε, τώρα, μάθημα. Δηλαδή: «Άμα με πιάσουνε, θα με πάνε μέσα, σας στέλνω γράμμα, αν έχω το “ρο” –ας πούμε– έτσι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σημαίνει αυτό. Αν έχω το “κάπα” –ξέρω ’γω– έτσι, σημαίνει αυτό». Δηλαδή, ήταν κάποιο –πώς να το πω;– κρυφό τέτοιο, να μπορούσαμε…
Σαν κώδικας.
Ναι. Εντάξει. Η ουσία είναι, όμως, ότι έφυγε πάλι από δω. Ήρθε η αστυνομία πολλές φορές, δεν το πιάσανε, δεν τον συλλάβανε. Και τη βόλεψε έτσι, βολεύτηκε έτσι. Ενώ άλλους εδώ, τον Μήτσο τον Τόφη παραδείγματος χάριν, έναν, τον καημένο, ο οποίος ήτανε στη φυλακή, να πούμε, τον συλλάβανε –λέει– με την κατηγορία ότι έβρισε τον βασιλιά. Πήγαν, ας πούμε, μάρτυρες μερικοί ότι έβρισε τον βασιλιά. Και θέλω να πω τώρα – βέβαια, φεύγω απ’ το ένα, πάω στο άλλο… Την εποχή που ήταν οι Γερμανοί εδώ, οι περισσότεροι είχανε υποταχθεί στους Γερμανούς, να πούμε. Δηλαδή, δεν μιλάγαν ο κόσμος, ήταν κι αγράμματος ο κόσμος κι αυτά… Αλλά ήταν και το μόνο χωριό που δεν είχε αντίσταση κατά των Γερμανών, ας πούμε. Και γενικά, όλα τα αρβανιτοχώρια εδώ, δεν δώσανε, ας πούμε, μεγάλη έμφαση στην αντίσταση, να πάνε να πολεμήσουνε τον Γερμανό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν αυτοί, μεταξύ των οποίων είχανε κρεμάσει και ένα παιδί –Αναγνώστου λεγότανε. Γιατί; Όταν φεύγαν οι Γερμανοί, είχανε μία αποθήκη εδώ με τρόφιμα, με εργαλεία κι αυτά. Φεύγοντας οι Γερμανοί, την αφήσαν την αποθήκη κλειδωμένη. Πήγαν από δω πέντε-έξι άτομα, να πούμε, την ανοίξανε, πήρανε ό,τι ήταν να πάρουνε –τα πήραν όλα δηλαδή– και κατηγορήσαν… Γυρίζουν οι Γερμανοί να δούνε τι έγινε η αποθήκη, τη βλέπουν ανοιχτή, ότι λείπαν όλα τα πράγματα μέσα. «Ποιος το ’κανε;» «Το ’κανε ο Δημήτρης ο Αναγνώστου». Ο οποίος ήταν τσοπάνης, ο φουκαράς, δεκαεννιά χρονώ παιδί. Ενώ δεν την είχε ανοίξει αυτός, την είχαν ανοίξει άλλοι. Και τον κατηγόρησαν αυτοί που είχαν ανοίξει την αποθήκη. Πάνε στο σπίτι του πατέρα του –εδώ από πάνω ήταν το σπίτι. «Ο γιος σου πού είναι;» Λέει: «Στα πρόβατα». «Πήγαινε φέρ’ τον –του λέει– γιατί αλλιώς θα σου κάψουμε το σπίτι». Και αυτός –τώρα, εντάξει, πατέρας, να πούμε– αντί να πει: «Άσ’ το παιδί», να πάει εκεί να του πει: «Σήκω, φύγε μακριά», του λέει: «Έλα γιατί θα μου κάψουν το σπίτι». Λέει και το παιδί: «Εγώ δεν έχω κάνει τίποτα. Τι να πάω;» Και γυρίζει, τον βουτάνε οι Γερμανοί, τον πάνε στη Μαλακάσα, τον κρεμάσανε. Οι άλλοι ζήσανε, μέχρι τώρα πεθάναν, ας πούμε. Το ’χανε, βέβαια, κρίμα στον λαιμό τους, αλλά το στείλαν το παιδί αδιάβαστο. Γιατί αυτός έκανε και την κουταμάρα –λέμε την κουταμάρα, δεν ήταν κουταμάρα– εφοδίαζε και τους αντάρτες με γάλα, τυριά και τέτοια. Ήρθε η Χούντα, υποφέραμε, απ’ την άποψη, δηλαδή, ότι εμείς δεν μπορούσαμε ούτε να έρθει κάποιος συγγενής –τότε απαγορευότανε και η συγκέντρωση παραπάνω από τρία άτομα, δεν σου επιτρέπανε. Εν τω μεταξύ, να σου πω και το άλλο. Ο πατέρας μου είχε… Έξι αγόρια ήτανε και τρία κορίτσια. Εννιά στην οικογένεια, δηλαδή, αδέρφια. Οι τρεις ήταν ταγματασφαλίτες και οι τρεις ήτανε αριστεροί. Και μάλιστα ο τελευταίος πέθανε πριν από τέσσερα-[00:15:00]πέντε χρόνια, ο ταγματασφαλίτης. Και να φανταστείς ότι δεν μίλαγε ο πατέρας μου μ’ αυτούς σ’ όλη του τη ζωή. Μέχρι που πέθανε, δεν μίλησε με αυτά τα αδέρφια του. Και φαντάσου και τη γιαγιά μου, την άλλη από κει, να τα ’χει τα παιδιά, τα μισά από δω, τα μισά από εκεί, να πούμε. Τέλος πάντων. Εγώ είμαι περήφανος για τον πατέρα μου και για όλη τη διαδρομή αυτή που έκανε. Τώρα, γενικά, η περιοχή εδώ έχει δημοκρατικούς ανθρώπους, αλλά οι παλαιοί ήταν –οι περισσότεροι– ήτανε, ας πούμε, φασισταριό. Ήτανε… Πραγματικά, δεν μπορούσες, δηλαδή, να το φανταστείς. Τώρα, να σ’ το λέω είναι… κι άλλο να το ζεις. Είχαμε, απ’ τη μία, την κατάρα και την ευλογία να ζούμε εδώ, στο Καπανδρίτι, την οποία, ας πούμε, ήτανε είκοσι οικογένειες Πόντιοι εδώ –γι’ αυτό λέγεται Πόντου. Η κατάρα ποια είναι; Ότι οι Αρβανίτες δεν χωνεύαν τους Πόντιους και θέλαν, τους Πόντιους, να τους βγάλουν το μάτι, ας πούμε. Ενώ οι Πόντιοι ήταν ένα γκέτο. Κυριολεκτικά, γκέτο. Και αυτό μας έσωσε, το γκέτο αυτό. Δηλαδή, μπορούσες να μην έχεις να φας, θα πήγαινες στη γειτόνισσα, θα σου ’δινε κάτι να φας εδώ. Οι Αρβανίτες ήτανε μακριά, μακριά. Δηλαδή, έτσι, μας λέγανε που παίζαμε και μας λέγανε: «Να πάτε στην Τουρκία να παίξετε». Με αυτό το στυλ. Τέλος πάντων. Βέβαια, ο χρόνος όλα αυτά τα απάλυνε. Ήρθαν οι νέες γενιές, άρχισαν πλέον τα πράγματα να έρχονται πιο ομαλά, πιο ήσυχα. Αυτός ο Εμφύλιος πόλεμος που, για μένα, ας πούμε, ήταν ό,τι κατάρα για το έθνος και για τον κόσμο, το οποίο, ας πούμε, ακόμα κατάλοιπα ελάχιστα έχουνε μείνει. Ελάχιστα κατάλοιπα. Δηλαδή, μέχρι το ’90, θα έλεγα, υπήρχε ακόμα αυτό το μίσος και αυτό, ότι ήταν τα καφενεία τα πράσινα, τα κόκκινα, τα τέτοια και τα λοιπά, ας πούμε. Άμα σε έβλεπε, έμπαινε στο λεωφορείο μέσα, να πούμε, και έλεγε: «Δεν κάθομαι σε αυτόν, γιατί είναι αριστερός». Και έβλεπες να είναι όρθιοι και να μην κάθεται κανένας δίπλα, γιατί είναι αριστερός. Ή τα καφενεία. Καθόταν ο χωροφύλακας απ’ έξω και, όποιος έμπαινε στο καφενείο του Κώστα του Οικονόμου, που είναι αριστερό –ο τάδε, ο τάδε. Αν έμπαινε κανένας δεξιός μέσα, τονε φωνάζανε: «Έλα εδώ. Γιατί πήγες εκεί; Μην ξαναπάς γιατί θα έχεις συνέπειες». Τέτοιες καταστάσεις φοβερές. Να περνάς, ας πούμε, στον δρόμο και να φοβάσαι από πού θα σου ’ρθει. Μπορεί να σε χτυπήσει, να σε κάνει και δεν έδινες βάση σε κανέναν. Μέσα σε αυτή τη φτώχεια, τη μιζέρια, την κακομοιριά, να πούμε, μεγαλώσαμε. Βέβαια, ήρθε η Μεταπολίτευση, πήγαμε στρατιώτες, ήρθε η Μεταπολίτευση. Και στον στρατό, κι εκεί, είχαμε και εκεί προβλήματα. Ξέρω ’γω, με είχανε βάλει οδηγό αρμάτων, πήγα πάνω, μόλις είδαν το τέτοιο, με ρίξαν από κει, μου λέει: «Οδηγός αυτοκινήτου». Εντάξει, αυτό δεν με πείραζε, αυτό. Εδώ που τα λέμε, εμένα δεν με πειράξαν στον στρατό, να μου κάνουνε κανένα τέτοιο. Όχι. Κάνα-δυο φορές με καλέσανε, μου είπαν, ας πούμε, μερικά πράγματα, μερικά λόγια, να με συνετίσουνε δήθεν. Εντάξει, αυτά είναι συνηθισμένα, ας πούμε. Ήρθε μετά η Μεταπολίτευση, οργανωθήκαμε καλύτερα μέσα σε κόμματα και σε αυτά. Αρχίσαμε, πλέον, κι εμείς να βγάζουμε τα απωθημένα μας, εδώ που τα λέμε. Να αρχίζουμε να πάμε στο καφενείο και να τα λέμε, ότι: «Κάνατε αυτά», ότι: «Ήσασταν αυτοί, κάνατε το ένα, το άλλο». Δηλαδή, βγάζαμε από μέσα μας αυτή τη φλόγα που είχαμε τόσο καιρό μέσα και μας έκαιγε. Σε γενικές γραμμές, αυτά ήθελα να σου πω. Τώρα, αν θέλεις κάτι άλλο, έτσι, συγκεκριμένα, με λεπτομέρειες, μπορώ να σου μιλήσω.
Αν θέλετε να μου πείτε κάτι παραπάνω για το στίγμα αυτό που σας ακολουθούσε ως παιδιά, αλλά και τη μητέρα σας…
Ναι. Κοίτα, η μητέρα μου ήταν από μια δεξιά οικογένεια, θα ’λεγα φασιστική οικογένεια. Να φανταστείς ότι ο παππούς μου, μόλις έμαθε ότι η μάνα μου θα έπαιρνε, τα είχε με τον πατέρα μου, της είπε: «Άμα πεθάνω εγώ, τότε θα τον πάρεις». Και πραγματικά, πέθανε αυτός και τον πήρε. Αλλά στάθηκε τόσο δυνατή… Και στην εξορία που ήταν ο πατέρας μου και στις φυλακές και στο κυνήγι και σε αυτά, τον υπερασπίστηκε παντού και πάντα, δεν κώλωσε σε καμία περίπτωση. Δηλαδή, η μάνα μου, μου άρεσε που έβγαινε έξω και τους τα ’λεγε χύμα. Δεν την ενδιέφερε, δηλαδή, μπορεί να ’τανε… Του ’λεγε, ας πούμε: «Εσύ, τομάρι, έκανες αυτό, έκανες εκείνο». «Εσύ, αυτό, αυτό, αυτό». Τους τα ’λεγε ανοιχτά. Δεν τολμήσαν να την πειράξουν, ας πούμε. Εντάξει, η δουλειά, βέβαια… Τότε, οι δουλειές δεν υπήρχαν, ας πούμε. Δούλευε στα χωράφια, θέριζε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, έπαιρνε ένα μεροκαματάκι, να πούμε, ξέρω ’γω, τριάντα-[00:20:00]σαράντα δραχμές, τα μάζευε όλα αυτά, έσπερνε και τα χωράφια που είχαμε και συμπλήρωνε το εισόδημα. Δηλαδή, είχαμε το αλεύρι της χρονιάς για να φάμε ψωμί, προσπαθούσε, μάζευε χόρτα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, τα πούλαγε σε έναν έμπορα, ας πούμε, για να βγάλει και από κει, ξέρω ’γω, κάποια χρηματάκια. Και έδωσε, δηλαδή, έναν αγώνα φοβερό. Έναν αγώνα που, πραγματικά, σήμερα δεν μπορεί να τον δώσει κανένας άνθρωπος. Ποτέ δεν την είδα, ας πούμε, να βάψει τα νύχια της ή να φτιάξει τα μαλλιά της ή να βαφτεί, να κάνει. Μια ζωή ήτανε μέσα στα χωράφια, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Ερχόταν, ας πούμε, το βράδυ, έπρεπε να… Αν είχε κάτι να μαγειρέψει, θα μαγείρευε. Έπρεπε να φτιάξει τα ζώα, να τα αρμέξει, να τα κάνει, να τα τακτοποιήσει, να τα ταΐσει. Πήγαινε η ώρα έντεκα-δώδεκα, ας πούμε, για να κοιμηθεί, να σηκωθεί το πρωί στις πέντε η ώρα και να φύγει. Δηλαδή, ήρθε σε αυτή τη ζωή και δεν ευχαριστήθηκε, κυριολεκτικά, τίποτα. Τίποτα. Όταν λέμε τίποτα, τίποτα. Μέχρι που πέθανε. Τώρα, στο τέλος, που εμείς μεγαλώσαμε πλέον και μπορούσαμε κάτι να της προσφέρουμε, έζησε κάποια χρόνια, έτσι, καλά – καλά, μέσα σε εισαγωγικά, τι καλά; Τέλος πάντων. Αυτό. Αλλά σου λέω και πάλι ότι η Ιστορία έγραψε για τους άντρες, δεν έγραψε για τις γυναίκες. Είναι κρίμα, δηλαδή, που κάποιος άνθρωπος δεν κάθισε να μελετήσει και να γράψει γι’ αυτές τις γυναίκες. Μόνο η Καράγιωργα, ένα βιβλίο που διάβασα, έγραψε για τις γυναίκες στην εξορία. Αυτό, εντάξει, ήταν ένα σοβαρό τέτοιο. Και η κουνιάδα του Χρόνη του Μίσσιου έγραψε ένα βιβλίο, «Των αφανών», το οποίο κυκλοφόρησε σε είκοσι κομμάτια περίπου και μου το ’κανε και αφιέρωση. Το ’χω, βέβαια, αυτό, αν θέλεις να το διαβάσεις, να σ’ το δώσω να το διαβάσεις, να δεις κι από κει μέσα το τι υποφέραν οι γυναίκες. Αγόρι μου, τώρα, αυτά. Τώρα, αν θέλεις και πιο πολλές λεπτομέρειες… Ο πατέρας μου πέθανε, βέβαια, στα εβδομήντα δύο του χρόνια. Πρόλαβε, είδε, ξέρω ’γω, και τα εγγόνια του – απ’ τον αδερφό μου, βέβαια. Κάτι ήτανε κι αυτό. Γιατί έλεγε, ας πούμε, εγώ πάντα τον άκουγα να λέει ότι: «Είμαι ευτυχισμένος γιατί πρόλαβα, έζησα και είδα, ας πούμε, εγγόνια, που δεν περίμενα –λέει– ποτέ στη ζωή μου». Γιατί πέρασε τρεις πολέμους και γλίτωσε. Αλλά αυτό ήταν το τίμημα. Και όχι μόνο του πατέρα μου, όλων των αριστερών, γιατί πολεμήσαν τους Γερμανούς, βρέθηκαν, ας πούμε, μετά, να παλεύουνε για τη ζωή τους. Έτσι είναι στην Ελλάδα, αυτά είναι. Ποτέ δεν αναγνωρίστηκε αυτός που αγωνίστηκε. Όλη η Ιστορία, δηλαδή, το λέει κι από παλιά, δεν το λέει τώρα μόνο. Κι απ’ το ’21 και τα λοιπά. Όλοι οι αγωνιστές είχανε κακό τέλος.
Να σας ρωτήσω για τα χρόνια που ήσασταν στο σχολείο, σας ακολουθούσε εσάς αυτό το… Του αριστερού;...
Ναι, πάντα μας ακολουθούσε, αλλά ξέρεις ποια ήτανε η τύχη μας; Η καλή μας τύχη ήταν ότι, ειδικά εδώ, στο Καπανδρίτι, είχε έρθει ένας δάσκαλος ο οποίος ήταν αριστερός. Και αν μάθαμε πέντε γράμματα, ήταν απ’ αυτόν τον άνθρωπο, ήταν φοβερός άνθρωπος. Δηλαδή, να φανταστείς ότι το πρωί που θα πηγαίναμε –αυτός ήταν απ’ τον Αυλώνα, Παπακωνσταντίνου λεγόταν, πέθανε πριν από δυο χρόνια, να πούμε… Το πρωί, πριν ξεκινήσουμε, μας έπαιζε βιολί. Το φαντάζεσαι τώρα, το 1961-’62, ας πούμε, ένας δάσκαλος να παίζει βιολί πριν ξεκινήσει, το πρωί. Γιατί τότε, τα παιδιά ήταν αγρίμια, έτσι; Όταν λέμε αγρίμια, αγρίμια. Ο ένας πέταγε την πέτρα και σου ’σπαγε το κεφάλι, έτσι, για πλάκα, για καλαμπούρι. Και έβλεπες, ηρεμούσε την τάξη και έκανε μάθημα. Δεν μας έκανε ποτέ μάθημα μες στο σχολείο άμα ήτανε καλός ο καιρός. Έξω. Και ό,τι μάθαμε, μάθαμε απ’ αυτόν τον άνθρωπο. Δηλαδή, μας έμαθε να χορεύουμε, μας έμαθε να τραγουδάμε, μας έμαθε μουσική, μας έμαθε γράμματα, τα πάντα. Δηλαδή παιδεία, πραγματική παιδεία. Γιατί βλέπω τώρα, πήγαινε το παιδί μου σχολείο. Του δίναν ένα φυλλάδιο, εκεί πέρα, «Φτιάχ' το», εκεί. Ανούσια πράγματα, δηλαδή. Δεν δίνει, δηλαδή, η παιδεία, αυτά που πρέπει να δώσει. Δηλαδή, να κάνει έναν άνθρωπο σκεπτόμενο, να κάνει έναν άνθρωπο να αγαπήσει τη φύση. Εμάς μας έβαζε, να πούμε, λέει: «Σήμερα θα φυτέψουμε –ξέρω ’γω– αρακά». Πηγαίναμε, σκάβαμε στον κήπο –γιατί είχαμε κήπο στο σχολείο– σκάβαμε, φυτεύαμε αρακά, φακές, το ένα, το άλλο, τα λουλούδια, να προσέχουμε, να κάνουμε. Έβγαινε έξω, σου έλεγε… Είχαμε [00:25:00]Φυσική Ιστορία, σου ’δειχνε το δέντρο, πώς αναπτύσσεται, τι κάνει, το ’να, τ’ άλλο, ζωντανά πράγματα, μπροστά σου. Σήμερα, αυτά έχουν τελειώσει. Σήμερα, δεν είναι δάσκαλοι, είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Πάνε να περάσουν το οκτάωρο, πόσο είναι, να πάρουν τον μισθό τους και να σηκωθούν να φύγουνε. Αυτό είναι που μου τη δίνει εμένα. Θυμάμαι –τώρα που λέγαμε για τον Χρόνη τον Μίσσιο– ξέρεις τι μου ’λεγε; Λέει: «Εγώ, αν είχα παιδί, δεν θα το ’στελνα σχολείο. Δεν θα το ’στελνα σχολείο. Θα καθόμουν, θα του ’λεγα εγώ, να μάθει, ας πούμε, εντάξει, ένα κι ένα κάνουν δύο και τα λοιπά, ας πούμε, αλλά θα του μάθαινα πώς να ζήσει μέσα στη φύση. Πώς, δηλαδή, να δημιουργήσει, να αφήσει το μυαλό του να σκέφτεται». Τη στιγμή που δεν αφήνουν τα παιδιά να ’χουνε περιθώριο να διαβάσουν ένα βιβλίο εξωσχολικό, να διαβάσουνε κάτι να ανοίξει ο ορίζοντας τους, τα μυαλά τους να πάνε πιο πέρα, ας πούμε. Όχι. Τα ’χουνε στριμώξει, εκεί, σε πράγματα ανούσια, τελείως ανούσια, τα οποία, τρελαίνεσαι. Εγώ καθόμουνα και τα κοίταζα και λέω: «Μα είναι δυνατόν, ρε παιδί μου;» Τα ίδια και τα ίδια, πάντα; Να μην υπάρχει ένας παιδαγωγός, να πούμε, ένας ωραίος άνθρωπος να τα βάλει κάτω, να μιλήσουνε, να κάνουνε. Δεν ξέρω. Ακόμα και η άρθρωση τους, δηλαδή, είναι τελείως… Σου λέει πράγματα κουφά. Εγώ, μερικές φορές, κουβεντιάζω με τον γιο μου και δεν τον καταλαβαίνω τι μιλάει. «Τι λες; –του λέω– Μιλάς ελληνικά τώρα;» Δεν μιλάει ελληνικά. Μιλάνε, ας πούμε, τη δικιά τους γλώσσα, την καινούρια γλώσσα, αργκό και τα λοιπά. Δεν ξέρω.
Αυτός ο δάσκαλος είχε πρόβλημα στην περιοχή; Ήτανε γνωστό ότι ήταν αριστερός;
Κοίτα να δεις. Δεν ξέρω, τότε εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ αν είχε πρόβλημα, αλλά, ο καημένος, φυλαγότανε, δεν ήτανε, ας πούμε… Δηλαδή, κράταγε αποστάσεις. Αλλά ήτανε εξαιρετικός. Εγώ έμαθα ότι ήταν αριστερός μετά, αργότερα, ας πούμε. Τότε, δεν μπορούσα να τον… Αλλά ήτανε τόσο αγαπητός, τόσο ωραίος άνθρωπος! Να φανταστείς ότι το καλοκαίρι, ξέρεις τι μας έλεγε; «Θα ερχόσαστε μία φορά την εβδομάδα στο σχολείο να κάνουμε φροντιστήριο». Και πραγματικά, μία μέρα την εβδομάδα, το καλοκαίρι, θα πηγαίναμε στο σχολείο και μας έκανε – όχι μάθημα, τώρα έτσι, τέτοιο… Μας έκανε διάφορα πράγματα, ας πούμε. Που λένε: «Λιβάνιζε το χώμα του», ήτανε δάσκαλος, δάσκαλος πραγματικά. Τέτοιοι δάσκαλοι δεν βγαίνουνε.
Και με τον Χρόνη τον Μίσσιο πώς γνωριστήκατε;
Τον Χρόνη, κοίτα. Ο Χρόνης ήρθε και έψαξε σπίτι εδώ, το ’87. Και τυχαία, είχε πιάσει μια φωτιά κι εγώ ήμουνα, τότε, να πούμε, στην κοινότητα αντιπρόεδρος. Και πήγα από κει να δω αν χρειάζονται τίποτα –δεν ήξερα ότι ήταν ο Χρόνης εκεί, ας πούμε– αν χρειάζονται κάτι γιατί η φωτιά πλησίαζε προς αυτούς. Και εκεί τονε γνώρισα κι εκεί, από κει και πέρα είχαμε μια τόσο στενή φιλία, φοβερή φιλία, δηλαδή… Να φανταστείς ότι αυτός ο άνθρωπος είχε μία αύρα που σε τρέλαινε, κυριολεκτικά. Όταν εγώ είχα, ας πούμε, στεναχώριες, μου ερχότανε τέτοιο, τον έπαιρνα τηλέφωνο, του λέω: «Χρόνη, να ’ρθω;» «Έλα». Με το που πήγαινα απάνω και τον έβλεπα, μου φεύγαν όλα. Δηλαδή, ηρεμούσα, ρε παιδί μου, ξέρω ’γω; Αυτός ο άνθρωπος, δηλαδή, ήταν σαν… είχε φωτοστέφανο, όπως λέμε, ας πούμε, αυτοί οι θρήσκοι, που βλέπουν τον Θεό… Έτσι ακριβώς. Και όταν άνοιγε το στόμα του να μιλήσει, κρεμόσουν απ’ τα χείλη του, ρε παιδί μου. Ο άνθρωπος αυτός, παρόλο που ήτανε, δεν τελείωσε ούτε καμία σχολή ούτε τίποτα, τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και μέσα απ’ τις εξορίες και τις φυλακές, σπούδασε, ας πούμε. Να φανταστείς ότι ήταν οδοντίατρος στην εξορία, είχε μάθει οδοντίατρος. Και πολλά άλλα πράγματα. Αλλά ήτανε ένας φοβερός τύπος, ένας φοβερός άνθρωπος, να πούμε. Αυτός ήταν αντιεξουσιαστής πέρα για πέρα, έτσι; Ενώ ήτανε στέλεχος της αριστεράς, στην ΕΔΑ τότε, στη Νεολαία Λαμπράκη και τα λοιπά, έφτασε στο σημείο –και είχε δίκιο, βέβαια– ότι όπου υπάρχει εξουσία, τέρμα. Δεν υπάρχει, ας πούμε, τέτοιο… Ήταν αντιεξουσιαστής, αλλά όχι αντιεξουσιαστής με την έννοια ότι: «Παίρνουμε μία τέτοια και πηγαίνουμε κάτω και βαράμε και σκοτώνουμε και κάνουμε και χτυπάμε». Αντιεξουσιαστής ότι: Δεν θέλω εγώ… Θέλουμε να ζούμε σε κοινότητες, να ανταλλάσσουμε τα προϊόντα μας, να ζούμε έτσι και να ζούμε αγαπημένοι». Ήταν υπέρ του έρωτα, ήταν υπέρ του τέτοιου… Σ’ αυτά τα ζητήματα. Αλλά, σου λέω, εμένα μου στοίχισε πάρα πολύ ο θάνατος του. Έχω, τώρα, με τη γυναίκα του, βέβαια, επαφές. Με αξίωσε, που λέει, ο Θεός να τον γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο και είμαι πολύ ευτυχισμένος, πάρα πολύ. Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Δεν μπορείς να φανταστείς, δηλαδή, δεν μπορώ να σ’ το [00:30:00]περιγράψω. Ήτανε κάτι άλλο. Και αν έβλεπες, ας πούμε, ότι την ημέρα θα περνάγανε και πενήντα άνθρωποι απ’ το σπίτι, για να τονε γνωρίσουνε, για να τον δούνε, διαβάζαν τα βιβλία του, ας πούμε. Δηλαδή, κάποια στιγμή, μου λέει: «Δεν αντέχω άλλο, εγώ θέλω να ξεκουραστώ λίγο –ήταν και μεγάλος άνθρωπος, ας πούμε– να ξεκουραστώ και δεν μπορώ», μου λέει. Και έκλεινε το τηλέφωνο για να μη δέχεται κανέναν, δεν μπορούσε. Και ειλικρινά, πραγματικά. Αλλά ήτανε άλλο πράγμα. Εξαιρετικός άνθρωπος. Έζησα πάρα πολύ ωραίες στιγμές μαζί του, πάρα πολύ ωραίες. Τι καλλιτέχνες, τι… Να φανταστείς ότι ήμουνα μια μέρα εκεί, στο σπίτι του, και παίρνουνε τηλέφωνο, τότε που ήταν το ΠΑΣΟΚ στα χάι του, να πούμε, τον είχε πάρει ο –πώς τον λέγανε αυτόν;– Λαλιώτης. Του λέει: «Να σε κατεβάσουμε πρώτο στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας» και τα λοιπά. Το τι βρισίδι του πέταξε, δεν έχεις ιδέα. Το τι βρισίδι του πέταξε, δεν έχεις ιδέα. Δηλαδή, ήτανε ο άνθρωπος, δεν ήταν καιροσκόπος. Αν ήθελε να κάνει τέτοια καριέρα, έκανε καριέρα φοβερή! Δηλαδή, να πήγαινε, όπως κάναν οι περισσότεροι. Γιατί οι περισσότεροι αυτό κάνανε, ας πούμε. Εκμεταλλευτήκανε όλοι τα Πολυτεχνεία είτε αυτά και γίνανε φίρμες, να πούμε. Καλά, κάτι Δαμανάκηδες, κάτι Ανδρουλάκηδες, κάτι τέτοια, όλοι αυτοί, αυτά… Και γίνανε της μάσας. Αυτός δεν είχε τέτοια. Ζούσε ταπεινά, με μία συνταξούλα που είχε πάρει, που δούλευε, να πούμε, σε ένα υφαντουργείο, και μέσα στο κτήμα του είχε τα βιβλία του. Τα βιβλία του πουλήσανε, ευτυχώς, πουλήσαν πάρα πολύ και έβγαλε κάποια λεφτά και πήρε το κτήμα εδώ, να πούμε, και έφτιαξε το σπιτάκι του. Σε γενικές γραμμές, αυτά. Αν θες κάτι άλλο, να σου πω.
Κάτι ακόμα, αν θέλετε, να πείτε για την εξορία του πατέρα σας στην Αλόννησο.
Ναι, ο πατέρας μου πήγε εξορία στην Αλόννησο. Εκεί τον στείλαν.
Ποια χρονιά;
Το 1949. Το ’49, και βγήκε το ’51 από κει, απ’ την Αλόννησο. Απ’ ό,τι μου έλεγε τότε, βέβαια, η Αλόννησος τότε ήταν ένα ξερονήσι, να πούμε, δεν ήτανε… Ήτανε χάλια. Και μάλιστα, εκεί ήταν και ο Κατράκης. Και ο πατέρας μου είχε και… Αν δεις τη φωτογραφία του πατέρα μου και του Κατράκη, είναι σχεδόν ίδιοι στη φάτσα. Λοιπόν, εκεί κάθισε δύο χρόνια και μετά τον αφήσαν, ας πούμε, βγήκε έξω. Μετά, τον ξαναπιάσανε, τον ξαναστείλανε εκεί, αλλά για πολύ λίγο. Και μετά, τον αφήσανε, να πούμε, τελείως. Αλλά, εντάξει, ήτανε δύσκολος ο πατέρας μου, δεν ήτανε… Δηλαδή, μπορούσε να υπογράψει και να σηκωθεί να φύγει, αλλά δεν το ’κανε. Δεν το ’κανε, μέχρι που πέθανε δεν το ’κανε. Ενώ ήξερε ότι πίσω, να πούμε, η οικογένεια υπόφερε. Δεν το έκανε και καλά έκανε, βέβαια, γι’ αυτόνε. Αλλά εκεί ήτανε και το λάθος του ΚΚΕ, νομίζω. Δηλαδή, αν άφηνε και υπογράφαν, τι θα γινόταν; Θα αλλάζαν από κομμουνιστές; Δεν θα ’τανε κομμουνιστές, θα ’τανε κάτι άλλο; Τέλος πάντων. Ήτανε και λάθη που κάνανε τα μεγάλα κεφάλια, από πάνω, οι οποίοι στείλαν τον κόσμο στα κρεματόρια και στις φυλακές και στις εξορίες. Εντάξει. Αυτή είναι η ιστορία της Αριστεράς, μια ζωή αγώνα και μια ζωή κυνήγι και μια ζωή καμία αναγνώριση. Αυτό είναι γεγονός. Και μέχρι σήμερα, ας πούμε. Και μέχρι σήμερα, αν κάποιος είναι αριστερός –μιλάμε τώρα για αριστερούς, έτσι; Δεν μιλάμε, τώρα, για ιμιτασιόν πράγματα, που λέει: «Πάω εδώ, στην αριστερά, γιατί θέλω να βολέψω το παιδί μου» ή «Πάω από δω» ή «Πάω από κει». Αυτοί που ήταν αριστεροί, πραγματικά, μέχρι και σήμερα υποφέρουνε, κυριολεκτικά. Δηλαδή, δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα. Γιατί, μερικές φορές, κάθομαι και σκέφτομαι, έτσι, βλέπω κάτι συνδικαλισταράδες, να πούμε, και τα λοιπά, βγαίνουνε στις τηλεοράσεις, λένε, λένε και άμα του πεις: «Τι δουλειά κάνεις; Κάθεσαι στο γραφείο σου». Δεν είναι έτσι. Ο συνδικαλιστής ο καλός είναι πρώτος στη δουλειά και πρώτος στον αγώνα. Δεν είναι να είναι: «Κάθομαι στο γραφείο και λέω και λέω». Βλέπω έναν –τον οποίο τον ήξερα από παλιά, στο ΚΚΕ– ο οποίος, μια ζωή, ήτανε επαγγελματικό στέλεχος, λέει. Δηλαδή, πληρωνότανε απ’ το ΚΚΕ. Και βγαίνει, τώρα, να μου μιλήσει εμένα για αγώνες. Τι μιλάς, ρε ξεφτίλα; Αφού στη δουλειά δεν πήγες πότε. Ήσουνα συνδικαλιστής του γραφείου. Και μας λες, τώρα, για αγώνες; Εσύ μιλάς για αγώνες; Και τι λες σ’ εμάς, που πηγαίναμε στο τέτοιο και έπεφτε και ξύλο. Και ξύλο έχουμε φάει… Έφευγα, ξέρω ’γω «Έχει απεργία –λέει– το εργοστάσιο στην Ελευσίνα και πάμε». Τρέχαμε, εκεί πέρα, μας πλακώναν τα ΜΑΤ. Ξύλο. Πόσες φορές έχω φάει ξύλο. Αλλά δεν είναι το θέμα [00:35:00]εκεί. Το θέμα είναι ότι είσαι αριστερός; Πρέπει να ’σαι πρωτοπόρος. Δηλαδή, αυτά που πιστεύεις, να πούμε, να τα κάνεις στην πράξη και όχι να ’ναι στο μπλα μπλα. Γι’ αυτό, εγώ έχω αποτραβηχτεί, δηλαδή, απ’ το ΚΚΕ, δεν έχω καμία σχέση μαζί τους, γιατί κατάλαβα ότι, πλέον, είναι καιροσκόποι εκεί μέσα και δεν είναι τέτοιοι. Έτσι, παραμένω στην αριστερά, αλλά με τα δικά μου τα μυαλά. Κατάλαβες; Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν, δεν θέλω να τέτοιο. Αγαπάω όλο τον κόσμο. Και να σου πω και το άλλο; Εδώ, τα περισσότερα παιδιά ήτανε δεξιά. Το πιστεύεις ότι, αυτή τη στιγμή, οι καλύτεροί μου φίλοι είναι δεξιά παιδιά; Που ξέρουνε τη δικιά μου τέτοια, ας πούμε, τι είμαι και τι πρεσβεύω και τέτοια, ερχόμαστε και σε αντιπαράθεση πολλές φορές. Αλλά αυτή τη στιγμή, τα παιδιά αυτά είναι εξαιρετικά παιδιά. Μπορεί να είναι δεξιοί, μπορεί να είναι τέτοιοι, αλλά είναι τίμιοι, είναι εξαιρετικά παιδιά. Δηλαδή, δεν έχω κανένα παράπονο απ’ τα παιδιά που είναι δεξιά, εκτός από μερικές εξαιρέσεις που, εντάξει, αυτά είναι μέσα στο τέτοιο. Και αυτό μ’ αρέσει, δηλαδή, το ότι ήρθαμε σε ένα σημείο τώρα, να μην έχουμε αυτό τον κωλοεμφύλιο και αυτή τη φαγωμάρα. Γιατί θα μου πεις τώρα: «Ρε φίλε, ποιος έφταιγε;» Όλοι φταίγανε. Δεν θα βάλουμε μόνο ότι φταίγανε οι δεξιοί. Φταίγαν και οι αριστεροί. Γιατί κάνανε λάθος πράγματα, σε πολλές περιπτώσεις κάναν πολλά λάθος. Δηλαδή, ξέρω ’γω, που δεν λάβανε μέρος στις εκλογές, τότε, μετά που φύγαν οι Γερμανοί. Γίναν εκλογές, λέει: «Αποχή». Κάτσε, ρε! Τι αποχή; Και αναγκαστήκανε μετά να τους πετσοκόψουνε στο ξύλο. Ο πατέρας μου μού ’λεγε ότι όταν παραδώσαν τα όπλα και γυρίζανε, μέχρι να φτάσουνε στην Αθήνα, τους σταματάγανε σε κάθε τέτοιο, μπλόκο, τους πλακώνανε, τους ανεβάζαν στο αμάξι, ερχόντουσαν παραπέρα, άλλο μπλόκο, άλλο ξύλο, μέχρι που φτάσανε στην Αθήνα, ας πούμε. Τρώγανε ξύλο. Δηλαδή, καταλάβανε, πλέον, ότι μπαίνουμε σε άλλη τέτοια. Ενώ ήτανε καβάλα στ’ άλογο, που λέμε, είχανε τα όπλα, είχανε, ας πούμε, το τέτοιο στα χέρια τους, παραδώσανε τα όπλα, τελείωσε. Τους αλλάξαν τα φώτα.
Ο πατέρας ήταν στη Βάρκιζα δηλαδή;
Ναι, ναι.
Πείτε μου κάτι για τη Συνθήκη αυτή.
Κοίτα, ο πατέρας μου ήτανε στην Κοζάνη τότε. Και μάλιστα σε ένα τέτοιο, τα οποία, δυστυχώς, καταστραφήκανε. Είχαμε ένα βιβλίο με φωτογραφίες και είχε τη στιγμή που παρέδινε το όπλο. Κοίτα, η Βάρκιζα ήταν μια προδοσία. Κυριολεκτικά, προδοσία. Τσιριμώκος και Παπανδρεϊκοί και όλοι αυτοί. Τέλος πάντων, η παράδοση των όπλων έγινε χωρίς να έχουν εξασφαλίσει, να πούμε, αυτοί οι άνθρωποι που είχανε τα όπλα, που πολεμήσαν τον Γερμανό και τα πάντα, τι θα κάνουνε; Πού θα πάνε; Πώς θα γίνει; Δηλαδή, δεν πήρανε κανένα μέτρο τέτοιο, ώστε να προφυλάξουν αυτούς τους ανθρώπους. Να φανταστείς ότι μετά τη Βάρκιζα, τους σκοτώνανε στον δρόμο. Πήγαινε ο ένας, μπαμ, τον σκότωνε. «Τι έγινε;» «Διεπιστώθη ότι ήταν κομμουνιστής». Κατάλαβες; Εντάξει, δεν τρέχει τίποτα. Άντε, τον άλλον, παραπέρα. Τον σκοτώνανε. «Διεπιστώθη ότι ήταν κομμουνιστής». Δηλαδή, ο κομμουνιστής ήτανε σαν ένα σκυλί το οποίο είχε λύσσα και το σκοτώνανε. Αυτά έκανε η Βάρκιζα. Παραδώσαν τα όπλα χωρίς τα εχέγγυα, που λέμε, χωρίς να έχουνε, ας πούμε, το τέτοιο, τι θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι. Αφού, σου λέει, ο πατέρας μου: «Μόλις φτάσαμε στη Λάρισα και μας σταματήσαν –λέει– μας κατεβάσανε κάτω και μας πλακώσανε στις μπουνιές και στις κλωτσιές –οι φίλοι των Γερμανών, ας πούμε–, καταλάβαμε, πλέον, ότι κάναμε μεγάλο λάθος. Και έφτασα στην Αθήνα, αφού το τελευταίο ξύλο το φάγαμε στην Ελευσίνα. Μόλις φτάνω –λέει– στην Αθήνα, έφτασα και μεσάνυχτα, ας πούμε, προσπαθούσα να πάω από γωνία σε γωνία», για να φτάσει στο σπίτι ενός φίλου του, να πούμε, συγγενή. «Και πήγα στο σπίτι», λέει, και του έδωσε ρούχα και άλλαξε –ήταν με τα στρατιωτικά ρούχα, κατάλαβες; «Άλλαξα ρούχα –λέει– κι αυτά και μπορούσα να βγω έξω. Αλλιώς, θα με είχανε φάει». Τους τρώγανε, αν βλέπαν τον άλλο με στρατιωτικά ρούχα του ΕΛΑΣ, τον είχαν φάει. Δεν υπήρχε περίπτωση. Και να φανταστείς ότι είχα ένα μπάρμπα, είχε ένα φωτογραφείο στο Φάληρο. Τώρα αυτό, σου λέω, μετά τον Εμφύλιο, έτσι; Από πάνω απ’ το φωτογραφείο έμενε ο στρατηγός ο Σαράφης. Αρχηγός του ΕΛΑΣ αυτός, ο Σαράφης, ο στρατηγός. Και όταν σκοτώσαν τον Σαράφη στο Φάληρο, τότε, οι Αμερικάνοι –δήθεν από ατύχημα, ενώ περπατούσε ο άνθρωπος, έκανε τη βόλτα του, πήγε το αμάξι, τον κοπανήσανε, τον σκοτώσανε. Τη στολή του την είχε δώσει στον μπάρμπα μου η γυναίκα του, την έδωσε στον [00:40:00]μπάρμπα μου, αυτόν που είχε το φωτογραφείο. Και ο μπάρμπας δεν είχε οικογένεια, παιδιά, ας πούμε, και τέτοια, την έδωσε στον πατέρα μου. Και ο πατέρας μου την έφερε στο σπίτι, εδώ. Αλλά η μάνα μου –ήταν και αγράμματη γυναίκα, βέβαια– το πήρε, το ’βαλε μέσα σ’ ένα μπαούλο και δεν το άνοιξε ποτέ το μπαούλο να δει, ας πούμε, δεν έβαλε και λίγο ναφθαλίνη μέσα, και την έφαγε ο σκόρος τη στολή και χάσαμε, δηλαδή, ένα κειμήλιο το οποίο ήτανε ανεκτίμητο. Όπως και το απολυτήριο του ΕΛΑΣ του πατέρα μου, ας πούμε. Εντάξει, εκεί έφταιγε κι ο πατέρας μου. Τα πήραμε, τα θάψανε επί Χούντας, όταν έγινε η Χούντα, φύγαμε, πήγαμε στο Συρράκο, κάτω. Τα ’χε βάλει μέσα σε νάιλον, τα ’χε τυλίξει, να πούμε, αυτά και κάτι βιβλία και τα λοιπά, ας πούμε, τα ’χε τυλίξει, μόλις τελειώσει η Χούντα να μπορούμε να τα βγάλουμε. Πήγαμε με τον Ντίνο –αυτόν τον Τοτόμη που με πήρε τηλέφωνο για να έρθεις εδώ– πήγαμε και τα βγάλαμε. Είχανε διαλύσει, είχανε χαθεί όλα. Αυτά. Ό,τι θέλεις, ρώτησε με.
Στην Αλόννησο ποια ήταν η πειθαρχία, η εργασία η καταναγκαστική που έκανε ο πατέρας σας;
Κοίτα να δεις, εκεί ήτανε, αυτοί πάντα ήτανε υπ’ αριθμόν ένα να σπάνε πέτρες. Βράχους, βαριές και να σπάνε πέτρες. Ο πατέρας μου, εν τω μεταξύ, ήταν και πολύ καλός πετράς. Δηλαδή, στο χτίσιμο, στην πέτρα ήτανε άπιαστος, δεν πιανόταν, ας πούμε. Λοιπόν, και τον βάζανε και έχτιζε κιόλας, έφτιαχνε… Τώρα, δεν έχω πάει στην Αλόννησο, σου λέω, δεν έχω πάει καθόλου. Κι ούτε ο πατέρας μου πήγε από τότε στην Αλόννησο. Και φτιάχναν διάφορα, μάντρες, δρόμους και τα λοιπά. Αυτή ήταν η δουλειά τους. Μια ζωή, έτσι ήτανε, αυτό μου ’λεγε –ο Χρόνης ήτανε στη Μακρόνησο. «Εκεί –λέει– μας βάζανε και σπάγαμε πέτρες για να κάνουμε χαλίκι, όλη μέρα. Βέβαια, εμένα –λέει– με βάζανε στο ηλιακό κελί». Ήταν ένα κελί έξω, μαντρωμένο γύρω γύρω, δεν υπήρχε ούτε δέντρο ούτε σκιά. Καλοκαίρι, τώρα, να κάθεσαι στον ξερόβραχο και να σε βαράει ο ήλιος. Και μιλάμε τώρα, ένα επί δύο, ξέρω ’γω, δεν ήτανε, τουλάχιστον, να έρχεσαι βόλτα, να πούμε. Ήταν απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ εκεί, στον ήλιο, με τόσο νερό. Και να τον έχουνε μήνες, όχι τέτοιο. Μήνες.
Και Ακροπόλεις δεν τους βάζανε να φτιάχνουν;
Ε;
Μικρές Ακροπόλεις δεν τους βάζαν να φτιάχνουν;
Όχι, όχι. Θα σου πω, τώρα, σ’ αυτό. Ο μπατζανάκης του Χρόνη, ο οποίος ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος, ο Στέφανος ο Στεφάνου –πέθανε πριν από πέντε-έξι χρόνια. Έχω το βιβλίο του κι αυτουνού. Λέει στο βιβλίο του –και μου το ’χε πει και δια ζώσης– ότι: «Κακώς λένε ότι οι εξόριστοι φτιάχναν, ας πούμε, αυτά τα μνημεία που λέει εκεί ότι… Όχι. Εμείς δεν φτιάξαμε ποτέ –λέει– τέτοια. Αρνούμασταν όλοι. Αυτά τα ’φτιαξε ο στρατός». Δηλαδή, ένα πράγμα που δεν περνάει… Περνάει στον κόσμο και νομίζουν ότι το έχουνε κάνει οι εξόριστοι. Λέει: «Εμείς αρνηθήκαμε. Ποτέ. Σπάγαμε πέτρες, ναι, στα βαριά εκεί, με τη βαριά, όλη μέρα σπάγαμε πέτρες. Αλλά ποτέ δεν φτιάξαμε αυτά τα πράγματα. Τα φτιάξανε οι ίδιοι». Και λέγανε, ας πούμε, ότι τα φτιάξανε οι εξόριστοι. Δεν τα φτιάξανε. Όπως μου ’χε πει, ας πούμε, ότι θεωρούσαν ότι οι φυλακές της Κέρκυρας, τις χειρότερες φυλακές. Μου λέει: «Οι χειρότερες φυλακές ήταν της Κεφαλλονιάς. Δεν υπήρχε χειρότερη φυλακή απ’ της Κεφαλλονιάς. Εκεί –λέει– υπόφερες φοβερά». Είναι πράγματα τα οποία τα λένε άνθρωποι οι οποίοι έχουνε μαρτυρήσει, πραγματικά, εκεί. Ειδικά ο Χρόνης, έκανε είκοσι πέντε χρόνια φυλακή, δεν ήτανε ένα χρόνο και δύο. Πήγε από δεκαπέντε χρονών στη φυλακή.
Για τα χρόνια που ο πατέρας σας ήταν στο ΕΑΜ θέλετε να μας πείτε κάποιες ιστορίες που σας έχει πει;
Κοίτα, μου ’χε πει σε πόσες μάχες είχε λάβει μέρος. Έλαβε μέρος στη μάχη της Κοζάνης, στη μάχη στο Σαραντάπορο, στο Αηδονοχώρι –εδώ, στην Καρδίτσα–, σε ένα τέτοιο στα Γρεβενά έλαβε μέρος στη μάχη… Και μάλιστα μου ’χει πει ιστορίες, ειδικά ότι πήγαν να περάσουνε ένα ποτάμι το οποίο, αυτό συνδέεται με τη λίμνη της Καστοριάς. Και τους είχανε παρακολουθήσει, βέβαια, προδότες. «Την ώρα που μπήκαμε στο ποτάμι, ανοίξανε το τέτοιο της λίμνης και έρχεται το νερό όλο. Και πήρε –λέει, ας πούμε– σχεδόν το μισό τάγμα, τους σκότωσε, τους έπνιξε». Εκεί, τη γλίτωσε ο πατέρας μου. Εντάξει, του έκανα κι ερωτήσεις κι εγώ: «Είχες σκοτώσει –ας πούμε– Γερμανούς και τέτοια;» «Τώρα [00:45:00]–μου λέει– εντάξει, πόλεμο είχαμε, να πούμε, θα είχα σκοτώσει κιόλας». Αλλά σε γενικές γραμμές, ήταν υπερήφανος για τέτοιο, για τον αγώνα του. Κοίτα να δεις, αν πας απ’ το ’38 μέχρι το ’44, να πούμε, να είσαι στρατιώτης… Απ’ το ’36 μέχρι το ’44, είναι οχτώ χρόνια. Οχτώ χρόνια με ένα όπλο στην πλάτη, ήτανε μεγάλη υπόθεση. Εντάξει, τι να κάνουμε; Ήτανε μαύρα χρόνια, αγόρι μου, ήτανε… Δηλαδή, ποτέ να μη ζήσει κανένας αυτά τα χρόνια. Όλοι οι άλλοι δεν καταλαβαίνουνε, βέβαια, τώρα, τα παιδιά –της ηλικίας μου– οι οποίοι δεν ήτανε οι πατεράδες τους, δεν μπορούν να καταλάβουν, ας πούμε, ούτε εμένα ούτε το σπίτι μου ούτε τον αδερφό μου ούτε κανέναν. Το τι τραβήξαμε και το τι περάσαμε, ας πούμε. Δηλαδή, αυτό το κοινωνικών φρονημάτων ήτανε ένα φοβερό χτύπημα, όχι αστεία. Δηλαδή, έπιασε δουλειά στην εταιρεία υδάτων –όχι στο Δημόσιο, σε έναν εργολάβο τότε. Και πήγε μια βδομάδα, τον λέει: «Ξέρεις, πρέπει να μου φέρεις κοινωνικών φρονημάτων». Αναγκάστηκε, πήρε την τσάντα του, έφυγε. Δηλαδή, να μην μπορείς να πιάσεις να δουλέψεις, ρε παιδί μου, για να πάρεις ένα μεροκαματάκι και να ζήσεις την οικογένειά σου, τέτοια κατάσταση. Δηλαδή, αυτοί οι άνθρωποι ήταν υπερήφανοι για την ιδεολογία τους και το τέτοιο τους. Δεν μπορώ να το καταλάβω, ας πούμε, αυτό. Δεν μπορούσα να το καταλάβω ποτέ.
Και αυτό που έκανε ο διευθυντής σ’ εσάς σ’ εκείνες τις εξετάσεις, πιθανά, σχετίζεται και με αυτό, κάπως να...
Όχι, θα σου πω εκεί. Εκεί, είναι η τέτοια, δεν σχετίζεται με αυτό. Σχετίζεται με το ότι αυτός ήτανε κομμουνιστής. Και γιατί φόραγα αμερικάνικο παντελόνι. Το καταλαβαίνεις, δηλαδή, ότι είχαμε και τέτοια; Και ήξερα ότι είναι κομμουνιστής, γιατί κάθε 28 Οκτωβρίου, μετά την παρέλαση, πηγαίναμε στο σπίτι του Μεταξά και καταθέτανε στεφάνι. Το σπίτι του Μεταξά ήτανε δίπλα στο γυμνάσιο. Αυτός δεν μας πήγαινε ποτέ. Μας έπαιρνε και φεύγαμε, πηγαίναμε στο τέτοιο. Το λύκειο πήγαινε, το γυμνάσιο το έπαιρνε και έφευγε. Από τότε τον ήξερα. Ήτανε καλός, αλλά ήτανε άρρωστος με την ιδεολογία του, κατάλαβες; Ήτανε κομμουνιστής, δεν ήτανε τέτοιο. Και αυτός με έκανε, ας πούμε, να φύγω απ’ το σχολείο. Ο εγγονός του είναι οφθαλμίατρος στον Άγιο Στέφανο. Και πήγα μια μέρα εκεί και του το ’πα. Του λέω: «Έτσι κι έτσι ο παππούς σου». Τι να έλεγε ο άνθρωπος, εντάξει. Αλλά ήταν κομμουνιστής, δεν ήτανε δεξιός. Είχαμε και τέτοια, μη νομίζεις. Ό,τι άλλο θες, πες μου, αγόρι μου, θα σου πω εγώ –αυτά που ξέρω δηλαδή, έτσι;
Άμα θυμάστε κάποια άλλη ιστορία σχετική με όλα αυτά που είπαμε…
Τώρα, για ιστορία…
Κάτι που να σας είπε, κάποια άλλη αφήγηση απ’ τον πατέρα σας.
Ναι, άμα θυμηθώ καμία τέτοια ιστορία, τώρα… Κοίτα να δεις. Όταν, το ’58, γίναν οι εκλογές και πήρε η ΕΔΑ, τότε, είκοσι πέντε τα εκατό –ήταν, δηλαδή, ένα φοβερό ποσοστό για την αριστερά εκείνη την εποχή. Να φανταστείς ότι είχαμε μια ανάταση, ας πούμε, ψυχική άλλο πράμα, γιατί τότε, η αριστερά έπαιρνε, ξέρω ’γω, ένα πέντε τα εκατό, ένα έξι, εφτά. Τότε, γινόταν και βία και νοθεία, έτσι; Τότε, αδειάζαν τις κάλπες και βάζαν αυτά που θέλανε, αλλά εκείνη την εποχή δεν μπορούσαν, να πούμε. Το ’58, που πήρε η αριστερά το είκοσι πέντε τα εκατό και έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, έγινε χαμός, εδώ, χαρές, πανηγύρια, να πούμε… Βέβαια, χωρίς να ρίχνουμε βεγγαλικά, γιατί τέτοια δεν ήτανε. Αλλά αυτό κράτησε για πολύ λίγο, γιατί μετά έπεσε η κυβέρνηση και κάναν εκλογές πάλι και τότε βγήκε ο Παπανδρέου, μετά –ο γέρος ο Παπανδρέου. Ο οποίος, αυτός ήτανε ο τάφος της αριστεράς, απ’ την αρχή. Αυτός έκανε τη Βάρκιζα, αυτός έκανε όλα αυτά τα τέτοια και αυτός κυνήγησε τους κομμουνιστές περισσότερο απ’ όλους. Και μετά, ήρθε ο Καραμανλής, ο οποίος ήτανε… Το παλάτι του ’κανε κουμάντο και γίνανε όλα αυτά που γίνανε.
Άμα θέλετε να επιστρέψουμε λίγο ξανά στη Βάρκιζα και άμα θυμάστε κάτι πιο αναλυτικά… Τι θυμάται ο πατέρας σας από κείνη τη στιγμή;-
Κοίτα να δεις, εγώ το ήξερα τον πατέρα μου ότι όταν μίλαγε για τη Βάρκιζα, τον έπιανε το παράπονο. Δηλαδή, το θεωρούσε τη μεγαλύτερη προδοσία που έχει γίνει στο κίνημα. Δεν μπορείς, τώρα, ένας λαός που έχει τα όπλα στο χέρι –γιατί ήταν πλειοψηφία, έτσι; Και να μη λέμε, τώρα, ότι το ΕΑΜ ήτανε μόνο [00:50:00]κομμουνιστές. Δεν ήταν μόνο κομμουνιστές. Ήταν και ανθρώποι, ας πούμε, δημοκράτες, ήταν ανθρώποι, οι οποίοι δεν αντέχαν τον Γερμανό και τέτοια και πήγανε και πολεμήσανε. Και τους πουλάς κατ’ αυτόν τον τρόπο; Δηλαδή, τους λες: «Παραδώστε τα όπλα άνευ όρων, τίποτα». Δηλαδή, παραδίνουμε τα όπλα, ναι, εντάξει, καμία αντίρρηση, να τα παραδώσουμε τα όπλα. Αλλά τι εχέγγυα; Πώς θα προχωρήσουμε, τι θα κάνουμε, ας πούμε; Δηλαδή, παραδίνουμε τα όπλα εμείς και οπλίζετε τους αντιπάλους μέσα στο τέτοιο; Και πραγματικά, τους οπλίσανε. Δηλαδή, τα όπλα που πήρανε απ’ τους τέτοιους, τα δώσανε σε αυτούς –που σου ’πα, που του πήρε το όπλο και τα λοιπά. Σε αυτούς τα δώσανε τα όπλα, κάτι ΤΕΑ, κάτι τέτοια, που λέγαν, ας πούμε. Τους τα δώσανε και τους λένε: «Τώρα κυνηγάτε τους κομμουνιστές, να μη μείνει κανένας. Ισοπεδώστε τους». Αυτό είναι. Να φανταστείς, εγώ έχω παιδί… Μετά τις εκλογές, που γίναν οι εκλογές το ’81. Ήταν το ΚΚΕ τότε, ας πούμε. Και άκουσα παιδί, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από μένα. Είχαμε γραφεία εδώ, απάνω, του ΚΚΕ, στην πλατεία. Και ήρθε ένας νεοδημοκράτης βουλευτής να μιλήσει εκεί, σε ένα καφενείο. Και ήταν ένα παιδί, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από μένα. Και να πιάσει τα κλάματα και να του λέει: «Έλα, ρε Χρήστο, γιατί θα μας φάνε οι κομμουνιστές». Δηλαδή, το ’81 μιλάμε τώρα, έτσι; Καταλαβαίνεις τι σημαίνει; Έχουμε περάσει τον Εμφύλιο είκοσι χρόνια και. Κι όμως, αυτό το παιδί ήταν, τόσο το ’χανε βάψει, τόσο ’χανε ποτίσει με μίσος, που: «Έλα γιατί θα μας φάνε οι κομμουνιστές». Έπιασε τα κλάματα. Και του λέει αυτός: «Έλα ρε, δεν είναι τίποτα –του λέει–, μη στεναχωριέσαι. Νόμιμοι είναι, στη Βουλή», ας πούμε και τέτοια. Τίποτα. Δεν μπορούσε να το χωνέψει. Άφησε πολλά κατάλοιπα και την πληρώσαν, βέβαια, πάντα οι ηττημένοι, να πούμε. Οι ηττημένοι ήτανε, να πούμε, η Αριστερά. Και την πλήρωσε μέχρι πρότινος.
Με τη χωροφυλακή είχατε προβλήματα εσείς στο σπίτι, η μητέρα σας, εσείς, ως παιδιά;
Κοίτα, με τη χωροφυλακή δεν είχαμε σοβαρά προβλήματα. Δηλαδή, καλέσαν τον πατέρα μου, επί Χούντας, δυο-τρεις φορές απάνω, δεν βρήκανε κάτι να κάνει, να είναι οργανωμένος και τα λοιπά, ας πούμε. Δεν ήταν οργανωμένος, πράγματι. Και δεν έγινε, ας πούμε, τίποτα. Ξέρανε, βέβαια, ότι είναι αριστερός, ότι είναι κομμουνιστής, ότι είναι αυτά, αλλά του είπανε: «Να κάτσεις εκεί που κάθεσαι, γιατί αν κουνηθείς, θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα». Και στην ουσία, δεν κουνήθηκε ο πατέρας μου, δηλαδή, δεν πήρε μέρος σε οργάνωση ενάντια της Χούντας κι αυτά. Ενώ παλιότερα, ήταν οργανωμένος στην ΕΔΑ κι αυτά. Αλλά μόλις έγινε η Χούντα κι αυτά, χαθήκαν αυτοί, διαλύσανε τα κόμματα όλα, χάθηκε κι αυτός, οι επαφές που είχε με ανθρώπους. Γιατί την πρώτη μέρα της Χούντας συλλάβανε οχτώ χιλιάδες κόσμο. Τον είχανε κάτω, στον Ιππόδρομο, σε διάφορα μέρη, είχανε συλλάβει πολύ κόσμο. Την πρώτη μέρα κιόλας. Και θυμάμαι ότι το βράδυ, είχαμε ένα ραδιόφωνο με μπαταρία, μεγάλο –έτσι, αυτά, ξέρεις, τα παλιά ραδιόφωνα και είχε και κεραία έξω που έπιανε πάνω στη μουριά– και πιάναμε τη Σόφια και Μόσχα και ακούγαμε, ας πούμε, και τα Τίρανα. Και ακούγαμε και έλεγε ότι έχουνε συλληφθεί οχτώ χιλιάδες κόσμος και τα λοιπά. Το βράδυ μαζευόντουσαν απ’ τη γειτονιά, είχαμε κι έναν άλλον –μπαρμπα-Χαράλαμπο εκεί, αριστερό κι αυτόνε– και ερχότανε εκεί, ανοίγαμε και ακούγαμε το τέτοιο. Άλλος φύλαγε τσίλιες και οι άλλοι ακούγανε, ας πούμε. Σ’ αυτό το στυλ. Εν τω μεταξύ, είχαμε εφημερίδες πολλές, της αριστεράς τότε. Ήτανε μία εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή» και η «Αυγή». Η μάνα μου έκαιγε, η φουκαριάρα, όλη μέρα εφημερίδες στον φούρνο –είχαμε ένα φούρνο απ’ έξω, εκεί… Δηλαδή, άσ’ τα να πάνε στο διάολο. Είχαμε εγκυκλοπαίδειες, είχαμε τέτοια, βιβλία μαρξιστικά, αυτά όλα πάνε, χαθήκαν όλα. Γι’ αυτό σου λέω, τότε ήτανε φοβερά τα πράγματα. Εμάς μας έσωσε, βέβαια, κι εδώ, το ποντιακό στοιχείο. Δηλαδή, η μάνα μου ήτανε Πόντια. Κι εδώ, είχαμε ένα γκέτο το οποίο είχε αλληλοβοήθεια μεταξύ τους. Έβλεπε ποιος έχει πρόβλημα, θα τον βοηθάγαν. Μα θα σου ’φερνε, ξέρω ’γω, μια ντομάτα, θα σου ’φερνε λίγο τυρί, αν δεν είχες, αυτό, εκεί, ή εσύ θα ’δινες στον άλλονε κι αυτά… Αυτό βοήθησε πάρα πολύ, πάρα πολύ. Κοίτα, ερχόντουσαν ημέρες που δεν είχαμε και να φάμε, ας πούμε. Δηλαδή, σχόλαγες απ’ το σχολείο, ερχόσουν εδώ… Είχαμε ένα κομμάτι ψωμί. Έπαιρνα το ψωμί, θυμάμαι, και πήγαινα απέναντι, είναι κάτι ελιές. Και –όταν υπήρχαν οι ελιές, βέβαια, [00:55:00]τότε που είχαν, ας πούμε– πέφτανε κάτω οι πιο ψημένες, ξέρεις. Κι έτρωγα απ’ αυτές. Αλλά πόσο να φας; Να φας ένα μήνα, να πούμε, μετά τις μαζεύανε, δεν υπήρχε. Μετά, σου λέω, ψωμί, νερό, λίγο –δυο σταγόνες– λάδι και κρεμμύδι, δηλαδή, έφτιαχνε η γιαγιά και τρώγαμε. Ή θα ’κανε κάνα τραχανά, καμιά χυλοπίτα, αυτά ήταν τα φαγητά. Κρέας; Πού να το ’βρισκες το κρέας; Κρέας; Εδώ είχε τις κότες και κοίταζε πώς να πουλήσει κάνα κοτόπουλο για να πάρει κάνα φράγκο, να ψωνίσει, γιατί πού θα το… Ή με τα αυγά, ας πούμε, πηγαίναμε στον μπακάλη, δίναμε δυο αυγά, παίρναμε ένα αλάτι, ξέρω ’γω, δίναμε δυο αυγά, παίρναμε μισό κιλό –μισή οκά, τότε, ήταν– μακαρόνια. Έτσι. Δηλαδή, οι συναλλαγές μας γινόντουσαν με αυγά. Ήταν δύσκολα, δύσκολα χρόνια. Πού, τότε, να πας ταβέρνα, που λέει σήμερα ή να πήγαινες, ξέρω ’γω, εκδρομή με το σχολείο. Πήγαινε το σχολείο εκδρομή και δεν πηγαίναμε, γιατί δεν είχαμε. Θυμάμαι, πήγανε στο φράγμα –εδώ, στον Μαραθώνα– εκδρομή το σχολείο και έκανε το εισιτήριο πέντε δραχμές. Εμείς ήμασταν δύο, έπρεπε να δώσουμε ένα δεκάρικο. Λέμε της μάνας μου: «Να, πάει το σχολείο εκδρομή». Λέει: «Ελάτε το πρωί, θα σας πάω εγώ», λέει. Σηκωνόμαστε το πρωί, μας βάζει στο γαϊδούρι επάνω, πάμε στο Συρράκο, κάτω, εδώ, στη λίμνη, απέναντι είναι το φράγμα. «Να το φράγμα –λέει–, κοιτάχτε το». Κατάλαβες; Και βλέπαμε τα παιδιά που ’χανε πάει εκεί πέρα, τα βλέπαμε εμείς απ’ την απέναντι πλευρά, ας πούμε. Εντάξει, ήταν οι εποχές δύσκολες. Αλλά τι να κάνεις; Εγώ τα ’χω με την παιδεία, δεν ξέρω, έχω τρελαθεί, δεν μπορώ. Τα παιδιά δεν διαβάζουνε, ρε παιδί μου. Εγώ έχω μεγάλη βιβλιοθήκη, ας πούμε, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ το διάβασμα. Δηλαδή, μπορώ να κάτσω το πρωί και να σηκωθώ το βράδυ απ’ το βιβλίο. Μ’ αρέσει, μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω. Και όπου βρω βιβλία, ας πούμε, κάθομαι, τα ψάχνω και τα παίρνω. Τα παιδιά δεν το ’χουνε, παρόλο που τα παροτρύνω, όχι. Η κόρη διαβάζει, αυτός ο γιος μου, όχι. Τέλος πάντων, τι να κάνουμε; Αυτά.
Κύριε Κοσμά, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτά που μου είπατε.
Να ’σαι καλά, αγόρι μου. Εγώ ό,τι μπορούσα να σου πω, σου είπα. Τώρα… Αλλά, σου λέω, πολλά στοιχεία θα βρεις μέσα από τα βιβλία του Χρόνη. Θα βρεις πάρα πολλά στοιχεία, πάρα πολλά. Είναι εξαιρετικά βιβλία, δεν ξέρω αν έχεις διαβάσει κανένα. Έχεις διαβάσει; Ποιο;
Το Καλά, εσύ σκοτώθηκες…
Ναι. Να διαβάσεις και το άλλο, το Χαμόγελα, ρε… Τι σου ζητάνε;