© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Κάμπος Μολάων-Ασωπού: Ιστορική αναδρομή και μνήμες
Istorima Code
13314
Story URL
Speaker
Ιωάννης Δρίβας (Ι.Δ.)
Interview Date
11/07/2020
Researcher
Χρήστος Κουφάκος (Χ.Κ.)
[00:00:00]Έχω πατήσει την ηχογράφηση, να ξέρετε. Λοιπόν, καλημέρα σας!
Καλημέρα, Χρήστο.
Ονομάζομαι Κουφάκος Χρήστος, είμαι ερευνητής στο Istorima. Βρισκόμαστε στον κάμπο Μολάων-Ασωπού. Σήμερα είναι Κυριακή 12 Ιουλίου του 2020.
Ναι.
Θα θέλατε να μου πείτε το ονοματεπώνυμό σας;
Δρίβας Ιωάννης του Κωνσταντίνου και της Ελένης.
Καλημέρα σας, κύριε Ιωάννη.
Να ‘σαι καλά, καλημέρα.
Πώς θα θέλατε να σας φωνάζω;
Γιάννη.
Μάλιστα, κύριε Γιάννη.
Γιάννη, σκέτο!
Μάλιστα. Θα θέλατε να μου πείτε κάποια πράγματα για τη ζωή σας;
Έχω πολλά να πω. Τι θέλετε συγκεκριμένο δηλαδή; Τι συγκεκριμένα θέματα, ας πούμε;
Πού γεννηθήκατε, πού ζήσατε.
Α, ωραία. Λοιπόν γεννήθηκα στη Ρειχιά Λακωνίας, το 1957. Από γονείς, και τους δύο, που ήτανε Ρειχιώτες. Η Ρειχιά είναι ένα χωριό του Ζάρακα, ορεινό, και κυρίως, η ασχολία των κατοίκων είναι με την κτηνοτροφία και ελάχιστη γεωργία, γιατί δεν έχει καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Εμείς, τότε… Εγώ βέβαια στη ζωή μου… Αν ενδιαφέρει αυτό, αν πω μετά τι έγινα, που πήγα κτλ.;
Μπορείτε να μου πείτε;
Ναι. Συγγνώμη για το βήξιμο, αλλά μας έφαγε το τσιγάρο! Σπούδασα τελικά, για να μη λέμε πολλά, φυσικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τότε, ήδη η ανεργία –τελείωσα το 1981, το 1981–, η ανεργία είχε αρχίσει στους θετικούς επιστήμονες. Οπότε, αναγκάστηκα να δουλέψω σαν αναπληρωτής γύρω στα τέσσερα χρόνια και μετά διορίστηκα κανονικά, που ήρθα στους Μολάους, που μέναμε πια. Είχαμε φύγει πια από τη Ρειχιά, από τον τόπο καταγωγής μας. Που θα φανεί και στη συνέχεια. Που θα φανεί και στη συνέχεια...
Πολύ ωραία. Όσον αφορά τον κάμπο, στον οποίο βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή–
Ναι.
Θα θέλατε να μου πείτε κάποια λόγια;
Ναι, παράλληλα εγώ και σαν φυσικός στους Μολάους, αφού τα χωράφια μου είναι εδώ στον κάμπο Μολάων-Ασωπού, ασχολιόμουνα και με τα χωράφια, γιατί τα είχα αγαπήσει και είχα αγαπήσει τη φύση. Περιγράφω… μπορώ να σας περιγράψω, αν θέλετε, ποιος είναι ο κάμπος των Μολάων-Ασωπού… Ο κάμπος των Μολάων-Ασωπού είναι μια λεκάνη, ας πούμε, που περιλαμβάνει τα χωριά... Μολάοι… Το πάω... Περιβάλλεται, καταρχήν, από λόφους ή βουνά μικρά του ορεινού όγκου του Πάρνωνα. Και μόνο στο νότιο μέρος βρέχεται από τον Λακωνικό κόλπο. Τα χωριά που περιλαμβάνει, τα οποία είναι στις άκρες, για λόγους κλιματικούς, είναι: Μολάοι –πάμε με μια κυκλική σειρά συνεχόμενη–, Πάκια, Ελιά –αυτό είναι παραλιακό–, μετά πάμε Πλύτρα –αυτό είναι παραλιακό–, μετά πάμε Παπαδιάνικα, προς το βουνό. Ασωπός, ίσως το μοναδικό πεδινό. Φοινίκι, ημιορεινό. Συκιά, ημιορεινό, στις άκρες δηλαδή. Μεταμόρφωση, και κλείσαμε τον κύκλο, μετά Μολάοι ξανά. Τι άλλο θα θέλατε πάνω σε αυτόν τον κάμπο;
Από παλιά, που θυμάστε τον κάμπο, τι καλλιέργειες υπήρχαν;
Ο κάμπος αυτός… Ο κάμπος αυτός… Εγώ θυμάμαι από 10 χρονών. Να μη λέω βλακείες, δεν θυμάμαι από 2 χρονών. Ο κάμπος αυτός, δεν ήταν ποτιστικός, δεν υπήρχε νερό. Δεν υπήρχε νερό. Και οι καλλιέργειες ήτανε μη ποτιστικές. Κυρίως συκιές, ελάχιστες ελιές, λίγα αμπέλια –τότε δεν υπήρχανε ουίσκια και ούζα και κονιάκ κτλ. κτλ.–, το αμπέλι, το κρασί, ήτανε ένα βασικό πράγμα από την αρχαιότητα. Μπορούσαν να βάζουν και στάρι οι οικογένειες, να έχουν για το ψωμί τους και αμυγδαλιές γύρω γύρω γιατί τις επηρεάζει το κλίμα, θέλουνε τον [00:05:00]χειμώνα που ανθίζουν να μη ρίχνει πάγο. Αυτά σε έναν βαθμό. Δηλαδή, ξερικά, λίγα πράγματα. Φτώχεια. Και ο… Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, γύρω στο ’60, πολλοί άρχισαν να τα εγκαταλείπουν και να τα πουλάνε και να πάνε στα ανερχόμενα αστικά κέντρα, προς εύρεση εργασίας. Τα αγοράζανε προφανώς οι κτηνοτρόφοι του Ζάρακα –όπως είχαμε... ήμασταν εμείς– κάποιοι άλλοι των χωριών που είχε ο κάμπος κτλ. κτλ.
Με την ύδρευση, τελικά, άλλαξε αυτό το πράγμα;
Όχι. Αυτό άλλαξε πολύ αργότερα. Στα παράλια, κυρίως στον Ασωπό και στα Παπαδιάνικα –για την Ελιά δεν ξέρω, νομίζω όχι όμως– ανοίχτηκαν πηγάδια, γιατί το νερό ήτανε σε μικρό βάθος, 15 μέτρα, 20 μέτρα, κι έτσι άρχισαν να καλλιεργούν. Και κηπευτικά και δειλά δειλά να βάζουν εσπεριδοειδή –που θέλει νερό– και η μεγάλη έκρηξη έγινε… Υπήρχε βέβαια… Υπήρχε βέβαια μία άποψη, έτσι, γενική κυκλοφορούσε, ότι δεν υπάρχει νερό σ’ αυτόν τον κάμπο, υπόγειο. Το κράτος είχε κάνει κάποιες... Κι εδώ στην περιοχή μου, που είναι όρια Πακίων ουσιαστικά, είχε κάνει το κράτος μια δοκιμαστική γεώτρηση… Τώρα μου επιτρέπεις, κύριε Χρήστο, Χρήστο, όχι κύριε Χρήστο, να κάνω κι ένα τσιγαράκι; Δεν επηρεάζει, νομίζω.
Κανένα πρόβλημα! Μόνο αν μπορούμε, τον καπνό προς τα πάνω.
Α, ναι.
Ευχαριστώ πολύ. Μπορείτε να συνεχίσετε.
Λοιπόν, η μεγάλη έκρηξη έγινε από ιδιώτες, γύρω στο 1979, που ανοίχτηκαν οι πρώτες γεωτρήσεις και είχανε επιτυχία. Πριν απ’ αυτά με τις γεωτρήσεις, το νερό που χρειάζονταν οι άνθρωποι και τα ζώα τους –γιατί τότε δεν υπήρχανε αμάξια– το συλλέγανε στις λεγόμενες στέρνες, από τις σκεπές. Και ήτανε φοβερά πολύτιμο. Η χρήση του γινότανε πολύ περιορισμένη, για να φτάσει και να πιούνε και να μαγειρέψουνε και να ταΐσουν τα ζώα τους.
Για το συγκεκριμένο πράγμα που είπατε με τις στέρνες, το θυμάστε εσείς ο ίδιος σαν εικόνα;
Βεβαίως! Αφού οι στέρνες υπάρχουνε και τώρα. Υπάρχουν και τώρα. Αλλά τώρα δεν τις χρησιμοποιεί κανένας. Και στις πόλεις υπήρχανε. Και στα χωριά υπήρχανε στέρνες. Δυστυχώς, όμως, μετά την εξόρυξη του υπόγειου νερού με τις γεωτρήσεις, τις περισσότερες στα χωριά τις κάνανε βόθρους. Στον κάμπο υπάρχουνε, αλλά δεν χρησιμοποιούνται.
Όσον αφορά τα εσπεριδοειδή, πότε άρχισε μαζικά να γίνεται μεγάλη φύτευση αυτών;
Μετά το 1979. Η μεγάλη έκρηξη, η μεγάλη αλλαγή του κάμπου έγινε από το 1980 έως το 1985. Φύτευση εσπεριδοειδών –γιατί τότε τα εσπεριδοειδή είχανε τιμή–, ελιών και σταδιακή μείωση συκιών, διότι, με την υγρασία που προκαλούσε το πότισμα, τα σύκα, οι συκιές δεν θέλουνε νερό ούτε υγρασία πολλή, θέλουνε πολύ ξερικό κλίμα… Κι έτσι τώρα σχεδόν οι συκιές, σ’ αυτόν τον κάμπο που ήταν το κύριο εξαγώγιμο προϊόν της περιοχής, που γινόταν από το λιμάνι της Πλύτρας, δεν υπάρχει καθόλου!
Κι είναι ένα είδος υπό εξαφάνιση πια;
Ναι, ναι, βέβαια. Ναι. Ναι, Χρήστο.
Ωστόσο, μ’ αυτήν τη μετάβαση η οποία έγινε, από τις πρώτες καλλιέργειες στις επόμενες, υπήρχε ανάπτυξη; Με αυτήν τη μετάβαση εννοώ.
Υπήρχε κάποια ανάπτυξη, ώσπου να γίνουν τα δέντρα. Υπήρχε βέβαια και η ελπίδα, κι αυτό ίσως είναι το βασικότερο, ότι: «Δουλεύουμε τώρα για πέντε χρόνια, έξι, για να έχουμε μετά [00:10:00]κατάλληλο εισόδημα». Και μπορεί να βάζανε και κηπευτικά. Ντοματούλες, μελιτζανούλες, κτλ. Να τα ποτίζανε τα ζώα τους άνετα, να έχουν άφθονο νερό για χρήση τους κτλ. κτλ. κτλ. Γενικά, βέβαια, αυτήν την περίοδο που αναφερόμαστε, ανάπτυξη υπήρχε γενικά στην Ελλάδα.
Θεωρείτε, δηλαδή, ότι άλλαξε και το βιοτικό επίπεδο της περιοχής, λόγω του κάμπου;
Από την «άνοιξη» των γεωτρήσεων σε μια εφταετία άλλαξε, ναι. Σημαντικά, σημαντικά. Και τα χωράφια από, ας πούμε, ασήμαντα, γίνανε ξανά σημαντικά. Και γινόντουσαν περισσότερες αγοραπωλησίες.
Σήμερα, θεωρείτε ότι υπάρχει μεγαλύτερη αξία στη γη, εδώ πέρα;
Δυστυχώς όχι. Δυστυχώς όχι, διότι οι τιμές των εσπεριδοειδών, για διάφορους λόγους που λένε, να μην καθόμαστε τώρα να αναλύουμε γιατί δεν είναι και σίγουρο… Οι τιμές των εσπεριδοειδών έχουνε πέσει σημαντικά, του λαδιού ανεβοκατεβαίνουνε οι τιμές και η νεολαία φεύγει και πηγαίνει στα μεγάλα αστικά κέντρα, να σπουδάσει και παραμένει εκεί. Τώρα, αυτοί που ασχολούνται είναι μεγάλης ηλικίας και υπάρχουνε ξένοι εργάτες. Ξεκινήσαμε από Ρουμάνους, Βούλγαρους, Αλβανούς και διάφορους άλλους, και τώρα έχουμε κύρια Πακιστανούς.
Θεωρείτε, δηλαδή, ότι τώρα πια το βασικό πρόβλημα για την περιοχή, που δεν υπάρχει τόσο η ανάπτυξη, εννοώ, στον κάμπο, είναι το κύμα αστικοποίησης των νέων;
Η απαξίωση της γεωργικής γης! Ότι οι νέοι, δυστυχώς, και από τα σχολεία, μιας και ήμουνα και δάσκαλος... καθηγητής, οι γονείς τους από τη μαύρη μοίρα που είχανε με τα χωράφια, προσπαθούσανε να τα μάθουνε γράμματα. Σου ‘λεγε: «Μάθε γράμματα, παιδάκι μου, να αποκτήσεις μια θεσούλα και να παίρνεις έναν μισθό βρέξει χιονίσει», όπως λέγανε. Και έτσι, σιγά σιγά, ο κάμπος… Πώς να το πω; Ο κάμπος αφήνεται. Αφήνεται. Συν τοις άλλοις, ότι έχει μπει το πρόβλημα του νερού τώρα πια. Το κράτος είχε προσπαθήσει, είχε κάνει μελέτες, γεωλογικές μελέτες, η υπηρεσία ΙΓΜΕ, η οποία είχε αποφασίσει… Το ‘χε συμπεράνει μάλλον, όχι είχε αποφασίσει, είχε συμπεράνει ότι το υπόγειο νερό του κάμπου Μολάων-Ασωπού φτάνει να αρδευτεί το μισό του κάμπου. Αυτό δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη. Με αποτέλεσμα οι παράκτιες περιοχές, όπως ο κάμπος του Ασωπού, ο κάμπος των Παπαδιανίκων, τώρα κοντεύουμε να εισχωρήσει η θάλασσα. Αφού το γλυκό νερό είναι λιγότερο και προσπαθείς να τραβήξεις πολύ με τις αντλίες, μπαίνει η θάλασσα. Και το θαλασσινό νερό που περιέχει αλάτι δεν επηρεάζει τις… Επηρεάζει. Επηρεάζει σημαντικά τις καλλιέργειες. Δηλαδή δεν αναπτύσσονται τα δέντρα, τους κάνει ζημιά.
Κάτι λιγότερο σχετικό, αλλά συνδέεται με τον κάμπο της περιοχής–
Ναι.
Υπάρχουνε άλλοι κάμποι, άλλα τέτοια μέρη, σημεία–
Ναι.
Όπως εδώ; Στη Λακωνία. Κάποιος άλλος κάμπος δηλαδή;
Στη Λακωνία, δεν ξέρω. Η Λακωνία, ένα αντίστοιχο μπορούμε να πούμε, έτσι, υπό έλλειψη νερού, είναι ο κάμπος των Βοιών. Ο κάμπος Σκάλας-Βλαχιώτη –πώς λέγεται δεν ξέρω ακριβώς–, αυτός παρόλο ότι έχει πολύ νερό και είχε, οι παράκτιες περιοχές κι εκεί, εισχώρησε η θάλασσα. Π.χ. στη Γλυκόβρυση. Π.χ. στη Γλυκόβρυση εισχώρησε η θάλασσα κι έχουνε κι εκεί πολλά προβλήματα.
Οπότε θεωρείτε ότι είναι κοινό πρόβλημα η εισχώρηση της θάλασσας σε όλα αυτά τα σημεία τα οποία μου αναφέρατε;
Ε βέβαια, δεν είναι μόνο εδώ, είναι και στον κάμπο της Αργολίδας. Στον κάμπο της Αργολίδας είναι χαρακτηριστικό. Οπότε, ένα σχέδιο που έχουν σκεφτεί οι επιστήμονες είναι ο [00:15:00]εμπλουτισμός των υπόγειων νερών τον χειμώνα, να ανοιχτούνε τρύπες στον κάμπο, να φέρνουνε με αγωγούς από ποτάμια που χύνονται στη θάλασσα και πάει άχρηστο το νερό, και να γίνει εμπλουτισμός. Για να ‘χουνε οι γεωτρήσεις το καλοκαίρι γλυκό νερό. Αυτό έχει εφαρμοστεί σε μια περιοχή της Αργολίδας και στην Κύπρο, αλλού δεν ξέρω.
Μάλιστα. Αναφερθήκατε στην αρχή της συνέντευξης για την κτηνοτροφία.
Ναι.
Τι σχέση έχετε με την κτηνοτροφία;
Εμένα ο πατέρας μου και η μάνα μου ήτανε κτηνοτρόφοι, όπως είπαμε. Κι όλη η Ρειχιά. Τότε το κλίμα ήτανε πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι είναι σήμερα. Και δεν θέλω να φανώ πονηρός, έχω διαβάσει πολλά πράγματα, είμαι και φυσικός, οπότε, αυτό που λένε, κλιματική αλλαγή, ισχύει. Δηλαδή, βρέχει πολύ λιγότερο σήμερα, την τελευταία δεκαπενταετία μπορούμε να πούμε, εικοσαετία, χιονίζει πολύ λιγότερο... χιονίζει πολύ λιγότερο, οπότε ο υδροφόρος ορίζοντας δεν ανανεώνεται με νερό! Τότε έβρεχε. Βέβαια τότε δεν το είχαμε ανάγκη! Δυσκολίες μας έφερνε και χιόνιζε, γι’ αυτό και αναγκαζόμαστε εμείς οι κτηνοτρόφοι της Ρειχιάς και της Κρεμαστής και των Κουπιών και κάποιων άλλων ορεινών του Ζάρακα, ή αντίστοιχα στην Αρκαδία ή στη Βοιωτία που κατεβαίνανε στην Αθήνα… να φεύγουνε από τα βουνά τον χειμώνα –γιατί τότε δεν υπήρχανε σταβλικές εγκαταστάσεις όπως υπάρχουνε σήμερα– και να πηγαίνουνε τα ζώα τους για πέντε ή έξι μήνες, ανάλογα την εποχή, στους κάμπους. Όπου τότε ήτανε, επειδή είπαμε αυτήν την περίοδο που λέω εγώ, 1967 μέχρι 1980, ας πούμε, και παραπάνω, υπήρχαν αφύτευτα χωράφια, δηλαδή βοσκοτόπια και βόσκανε τα πρόβατα… Και δεν τα… Ναι, πες μου!
Οπότε υπήρχε άμεση σύνδεση κτηνοτροφίας με τον κάμπο;
Ναι. Τα πηγαίνανε στους κάμπους τον χειμώνα. Εδώ, ο κάμπος Μολάων-Ασωπού είχε ελάχιστους κτηνοτρόφους, ενώ η Ρειχιά, τα Κουπιά, η Κρεμαστή, οι περισσότεροι ήταν κτηνοτρόφοι. Οπότε, φέρνανε, μετακινούσανε τα πρόβατα, όπως γίνεται και σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Ξέρω ‘γώ, από την Ήπειρο τα πάνε στη Λάρισα, στον κάμπο της Λάρισας. Πού μένανε αυτοί οι ανθρώποι; Και πού σταβλίζανε τα ζώα τους; Σε κάποια πρόχειρα μαντριά, που γύρω γύρω είχε κλαριά, όχι στάβλους. Ευτυχώς όμως οι άνθρωποι και τα ζώα τους μένανε σε κάποιες καμάρες, όπως λέμε, ή καλύβια. Ή καλύβια, τις οποίες οι κάτοικοι των χωριών αυτού του κάμπου που αναφερόμαστε, τις είχαν φτιάξει για το καλοκαίρι, να πάνε μετά τον Δεκαπενταύγουστο, γιατί τότε οι μετακινήσεις –δεν υπήρχαν αμάξια– ήτανε δύσκολες, να πάνε να μαζέψουνε τα σύκα. Και μπορούμε να πούμε ότι ήτανε και ένα είδος, ας πούμε, τουρισμού, ας το πούμε. Ξεφεύγανε από το χωριό τους, αλλά δεν μπορούσανε κι αλλιώς. Έτσι και οι κτηνοτρόφοι, τον χειμώνα αυτών των ανθρώπων, των κατοίκων του κάμπου αυτού που αναφερόμαστε, Μολάων-Ασωπού, τον χειμώνα δεν τις θέλανε τις καμάρες. Και μένανε εκεί. Εντάξει, μία καμάρα – πώς λέει ένα τραγούδι ο Νταλάρας, «Εφτά νομά σ’ ένα δωμά»… Δηλαδή, εντάξει, μπορεί να μένανε πέντε άτομα σ’ ένα δωμάτιο. Το μόνο που μπορεί… ήτανε προϋπόθεση να ήτανε, να είχε στέρνα και κάποιο τζάκι. Δεν τους [00:20:00]ενδιέφερε άλλο. Να βάλουν το κεφάλι τους μέσα και να μαγειρέψουνε. Τότε βέβαια φως δεν υπήρχε. Εγώ που ήμουνα, που ερχόμουνα εδώ πέρα από 10 χρονών, από το 1967… Ερχόμουν πιο νωρίς, αλλά λέμε, θυμάμαι από το 1967 που ήμουνα 10 χρονών. Δηλαδή πήγαινα στην πέμπτη δημοτικού ή τετάρτη δημοτικού, από τότε θυμάμαι. Μέχρι τον Νοέμβρη ήμασταν στη Ρειχιά. Και τα άλλα παιδιά των κτηνοτρόφων. Μετά, φέρναμε τα πρόβατα, εννοείται με τα πόδια, απόσταση πάνω από 30 χιλιόμετρα με τα πόδια, εννοείται, πάνω από 30 χιλιόμετρα με τα πόδια, στον κάμπο. Και μετά πηγαίναμε στο πλησιέστερο χωριό που είχαμε πάει τα πρόβατά μας. Εμείς τα πηγαίναμε κοντά στα Πάκια, κι εγώ πήγαινα στο Δημοτικό Σχολείο Πακίων, όπως και τα δύο αδέρφια μου, με τα πόδια! Και τότε το Δημοτικό Σχολείο, την εποχή αυτή, ήτανε και πρωί και απόγευμα, με μεσημεριανή διακοπή δύο χρόνων… Ε, συγγνώμη, δύο ωρών. Εμείς δε μπορούσαμε να επιστρέψουμε στο σπίτι μας –ήτανε μακριά– και να ξαναγυρίσουμε, οπότε παίρναμε λίγο ψωμί με λίγο τυρί, καμιά ομελέτα και παραμέναμε. Τα παιδιά των Πακίων πηγαίνανε στα σπίτια τους. Τρώγανε, ξεκουράζονταν, δεν ξέρω τι κάνανε, ενώ εμείς παραμέναμε στο σχολείο. Τρώγαμε και, εντάξει, κουβεντιάζαμε. Δηλαδή στο Δημοτικό Σχολείο των Πακίων που πήγαινα εγώ, ένα 15%, 20 μπορώ να πω, ορισμένες εποχές, ήτανε παιδιά κτηνοτρόφων. Και μετά, τον Απρίλη ξαναφεύγαμε, τέλος Απριλίου ανάλογα πότε έπεφτε το Πάσχα, και ξαναπηγαίναμε στο Δημοτικό Σχολείο της Ρειχιάς, αλλάζαμε δηλαδή ξανά.
Οπότε οι δυσκολίες για ένα παιδί κτηνοτρόφων ήτανε αρκετές.
Ε βέβαια! Όταν πηγαίναμε με τα πόδια, ενώ τώρα τα πηγαίνουνε τα σημερινά παιδιά σε απόσταση 200 μέτρων με τ’ αμάξι και πάνε και τα παίρνουνε άμα ψιχαλίζει... Ε, αρκετές... Και δεν είναι πολύ μακριά, γιατί όλη η ανάπτυξη η τεχνολογική, η κοινωνική –πώς να την πούμε– οικονομική, έγινε ραγδαία. Περάσαμε γρήγορα σε αυτοκίνητα, σε τρακτέρια. Σήμερα έχουμε… Εγώ δεν είχα τηλέφωνο ούτε σταθερό, ούτε φοιτητής. Σήμερα έχουμε κινητά, έχουμε ό,τι θέλεις. Έγινε μια ραγδαία ανάπτυξη, γρήγορη, πολύ γρήγορη. Τι άλλο, Χρήστο μου, θες να με ρωτήσεις;
Λοιπόν, έχοντας ζήσει αρκετά πράγματα και ως γόνος κτηνοτρόφων και με τον κάμπο και λόγω της ιδιότητάς σας ως καθηγητής, θα θέλατε να μου πείτε κάποια βιώματα, από αυτήν την περιοχή εδώ;
Απ’ αυτήν την περιοχή λέω, γιατί έχω βιώματα κι από το χωριό μου, δεν αναφέρω αυτά! Γιατί τώρα ζω σ’ αυτήν την περιοχή, ενδιαφέρομαι γι’ αυτήν την περιοχή, αισθάνομαι σαν κάτοικος αυτής της περιοχής κτλ. κτλ. Εξετάζω τα προβλήματα αυτής της περιοχής, φωνάζω κιόλας, διαμαρτύρομαι ότι πρέπει να βελτιώσουμε πολλά πράγματα κτλ. κτλ. κτλ.
Λοιπόν, τα χαρακτηριστικά που μου ‘χανε μείνει, ήτανε και με την αλλαγή κλίματος που λέμε, ότι για να πάμε εμείς από την καμάρα που μέναμε, πες το, στο Δημοτικό Σχολείο των Πακίων, ορισμένες φορές έβρεχε. Τώρα δεν θυμάμαι αν είχαμε αδιάβροχα ή ομπρέλες. Μπορεί να παίρναμε κάνα παλιό παλτό, δεν το θυμάμαι αυτό. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι υπήρχε ένας χείμαρρος που δεν μπορούσαμε να τον διασχίσουμε με τα πόδια. Δηλαδή θα μας έφτανε μέχρι τη μέση και θα βρεχόμαστε, πώς θα τη βγάζαμε στο σχολείο; Θα κρυώναμε. Οπότε, θυμάμαι [00:25:00]ότι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου έπαιρνε μια σκάλα, οι οποίες σκάλες τότε ήτανε ξύλινες και μεγάλες, την τοποθετούσαμε… την τοποθετούσαμε σε υψηλά σημεία της όχθης του χειμάρρου και πολύ προσεκτικά περπατούσαμε στα σκαλάκια της σκάλας, να μην πέσουμε μέσα. Πολύ προσεκτικά. Κι έτσι βγαίναμε στην αντίπερη πλευρά και πηγαίναμε στο σχολείο.
Οπότε είχατε φτιάξει ένα αυτοσχέδιο–
Ε, να περάσουμε να μη βραχούμε. Πώς θα γινόταν; Τώρα, αν ψιλόβρεχε κτλ., αυτό δεν το θυμάμαι. Αδιάβροχα αποκλείεται να υπήρχαν. Μπορεί να φοράγαμε κάνα παλιό παλτό και μετά, πριν φτάσουμε στο σχολείο, να το πετάγαμε πουθενά να μη μας κοροϊδεύουνε… Ε, κατάλαβες τι σου λέω. Και να ήμασταν, κάπως, όχι τόσο βρεγμένοι. Όχι τόσο βρεγμένοι. Μετά, τελείωνε το μεσημέρι, καθόμαστε στο σχολείο κτλ. Εδώ θέλω να επισημάνω ότι είχαμε –θα μπορώ να το χαρακτηρίσω σήμερα– αυτό που λέμε ρατσισμό, από την πλευρά των μαθητών του συγκεκριμένου χωριού. Απ’ ό,τι ξέρω, ίσχυε και σε άλλα χωριά. Μας έλεγαν καταρχήν «βλαχάκια». «Βλάχοι» λεγόντουσαν όσοι ήταν τσοπάνηδες. Είναι μεγάλο λάθος, δεν το ξέρει κανένας. Βλάχοι είναι ένας λαός από τη Βλαχία της Ρουμανίας που ζούσε κυρίως στην Ήπειρο, αλλά οι περισσότεροι ήτανε κτηνοτρόφοι, κι από κει παρέμεινε. Από κει παρέμεινε η έννοια «Βλάχος». Δεν μας λέγανε, ας πούμε, «τσοπάνηδες», ή, ξέρω ‘γώ, «παλιοκτηνοτρόφοι» ή ξέρω ‘γώ, τι να πω άλλο πιθανώς. «Βλάχοι»! Έχει παραμείνει, δηλαδή, και σήμερα, χωρίς να ξέρουν την πραγματική έννοια του όρου «Βλάχος», τι σημαίνει. Είναι από τη Βλαχία της σημερινής Ρουμανίας, που την είχαν μετακινήσει παλιά, με τις μετακινήσεις πληθυσμών, είχαν πάει πολλοί στην Ήπειρο… Και πολλοί, ο Ρήγας Φεραίος, παραδείγματος χάρη, ήτανε στην καταγωγή Βλάχος, δεν ήταν Έλληνας. Και πολλοί δωρητές άλλοι, κάτι Τοσίτσιδες, κάτι τέτοιοι, αυτοί ήτανε Βλάχοι, δεν ήταν Έλληνες. Όμως είχανε, παρόλο που μιλάγανε μια ειδική διάλεκτο... Γιατί έχω διαβάσει και ιστορία, όπως βλέπεις, δεν είναι να αναλύω για την έκρηξη του Bing Bang, που ‘μαι φυσικός, αναλύω ιστορικά θέματα και κοινωνικά. Φύγανε… Εδώ μας αντιμετωπίζανε «βλαχάκια», δηλαδή με ποια έννοια; Το θεωρώ εγώ ρατσισμό, κι ακόμα το ‘χω μέσα μου! Κι ακόμα θέλω να εκδικηθώ! Και τώρα που έχω εδραιωθεί, αν μου δοθεί η ευκαιρία, δυστυχώς εκδικούμαι. Γιατί το όνομα Δρίβας, το έχω ψάξει ιστορικά. Είναι από την Ήπειρο. Όταν ο Αλή Πασάς, πριν γίνει η Ελληνική Επανάσταση, δεν θυμάμαι τώρα, το 1805 το 1803… είχε τσακωθεί με τους Σουλιώτες και πολλοί Σουλιώτες αναγκάστηκαν κι έφυγαν και κατέβηκαν στα ορεινά χωριά του Ζάρακα, γιατί τα πεδινά είχαν ήδη καταληφθεί από άλλες περιοχές επαναστατημένες της Ελλάδας που απέτυχαν. Από την Κρήτη, το όνομα, όλα τα -άκης… Βλαχάκης, ξέρω ‘γώ, Σταθάκης κτλ., όλα αυτά είναι κρητικά, είχανε φύγει από την Κρήτη και είχανε ‘ρθεί στον κάμπο αυτόν και είχαν καταλάβει τον κάμπο. Εμείς είμαστε ουσιαστικά... Και προκαλώ όποιον θέλει να μου αποδείξει το αντίθετο, ότι δεν είμαστε… Να μην το μπερδεύουμε με τους λεγόμενους Αρβανίτες. Οι Αρβανίτες ήταν Τουρκαλβανοί… Ήταν Τουρκαλβανοί, οι οποίοι τότε που ο Αλή Πασάς τσακώθηκε με τον σουλτάνο της Τουρκίας, επειδή φοβηθήκανε, φύγανε και κατέβηκαν προς την Πελοπόννησο. Δεν [00:30:00]είμαστε... γιατί μας «βρίζουνε» τώρα εμάς ότι είμαστε Αρβανίτες. Δεν είμαστε Αρβανίτες, είμαστε απόγονοι Ελλήνων του Σουλίου. Λοιπόν, επιστρέφουμε στο θέμα, γιατί εδώ θέλουμε καμιά μέρα, να πούμε. Αυτά πρέπει να τα γράψω σ’ ένα βιβλίο, να τα έχουνε οι επόμενες γενιές, γιατί βγήκε βέβαια το ίντερνετ, αλλά σήμερα η περισσότερη νεολαία, δυστυχώς το ιντερνέτ το χρησιμοποιεί για λόγους κουτσομπολιού και όχι γνώσης. Facebook, τι τούτα έκανε η άλλη, τι μαγείρεψε εχτές κτλ. κτλ. κτλ. Δυστυχώς. Και το είχανε κάνει θεό το ίντερνετ, που ήμουνα πάντα αντίθετος, κι έτσι αποδείχθηκε. Βέβαια, δεν το κατηγορώ, η καλή του χρήση είναι πολύ χρήσιμη, η καλή του χρήση. Τώρα δυστυχώς, από τη μεγάλη πλειοψηφία της νεολαίας γίνεται κακή χρήση, κουτσομπολιό και παιχνίδια, τίποτ’ άλλο. Τι άλλο, ρε Χρήστο; Για ρώτα με, γιατί τα ξεχνάω τώρα, είμαι 63 χρονών, γιατί έχω γεννηθεί το…
Θα είχατε κάποια άλλη ιστορία να μας… να μοιραστείτε;
Προσωπική, έτσι, που μου ‘χει μείνει.
Μάλιστα.
Που μου ‘χει μείνει. Έτσι, σαν, απ’ ό,τι θυμάμαι, είπαμε, μετά από 10 χρονών, να μη λέω διάφορες βλακείες, οι οποίες δεν… Εκεί που λέγαμε για τα «βλαχάκια», δεν θα μας κάνανε παρέα, δεν μας παίζανε κτλ. κτλ. κτλ. Μαζί… Μας θεωρούσανε κατώτερους, ας πούμε. Συν τις άλλοις, ότι το καλοκαίρι από… Αφού τότε ξένοι εργάτες δεν υπήρχανε, για να μάσουν τα σύκα τους, ερχόντουσαν από τα ορεινά χωριά για έναν μήνα και δουλεύανε για να μάσουν τα σύκα αυτοί οι κύριοι. Για ένα κομμάτι ψωμί! Δουλεύανε από την ανατολή του ηλίου μέχρι τη δύση του ηλίου. Λοιπόν. Μια άλλη, έτσι, σημαντική, προσωπική εμπειρία που μπορώ να πω, που μου έχει μείνει από το σχολείο εδώ πέρα. Δεν λέω από το σχολείο της Ρειχιάς, λέω από δω που ζω τώρα και αισθάνομαι εδώ πέρα, γιατί άμα επεκταθούμε εκεί πέρα θέλουμε μέρες. Λοιπόν, εγώ, δόξα τω Θεώ, όπως συνηθίζεται να λέγεται, ήμουνα καλός μαθητής, γι’ αυτό και δεν μου πολυκολλάγανε οι συμμαθητές μου. Ο δάσκαλός μου, στο τέλος της τρίτης λυκείου, στις 25 Μαρτίου κάναμε στα Δημοτικά Σχολεία θεατρική παράσταση, για κάποιο θέμα που αναφερότανε στην Ελληνική Επανάσταση. Με είχε επιλέξει, τώρα δεν ξέρω αν ήμουνα καλός ηθοποιός ή όχι, ή λόγω επειδή ήμουνα καλός μαθητής, ή λόγω επειδή ότι αυτός ήταν ξένος και δεν πήγαινε τους Πακιώτες... Με είχε επιλέξει σαν πρωταγωνιστή της θεατρικής αυτής παράστασης, που είναι σημαντική και ακόμα παραμένει σημαντική. «Ο γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει», που μάλλον πρέπει να είναι του Βαλαωρίτη. Μάλλον πρέπει να είναι του ποιητή, τι ήτανε, λογοτέχνης, τι ήτανε... Του Βαλαωρίτη. Εκεί, ο γερο-Δήμος είχε... ήτανε σαράντα χρόνια κλέφτης κι είχε κουραστεί. Δεν σκοτώθηκε, απλώς μάζεψε όλα τα παλικάρια του, αυτούς που τον συνοδεύανε στα βουνά, να τους ανακοινώσει ότι κουράστηκε. Και τους ανακοίνωσε ότι: «Ανακηρύχτε εσείς αρχηγό, εγώ δεν ορίζω κανέναν. Δεν θέλω να επέμβω σε αυτήν την υπόθεση, ανακηρύχτε τον καλύτερο και φωνάχτε: “Ο γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει!” Φωνάξτε, να ακουστεί!» Δεν πέθανε, δεν είχε πεθάνει. Λοιπόν, αυτό με επέλεξε να παίξω. Με άλλα παιδιά, δεν ξέρω αν ήτανε και «βλαχάκια» μέσα, αλλά τα περισσότερα πρέπει να ‘τανε Πακιώτες. Ο δάσκαλος, ο συγχωρεμένος μάλλον τώρα, γιατί δεν ήταν από την περιοχή [00:35:00]μας, ήτανε από άλλη περιοχή, Γιαννούλη τον λέγανε, δεν θυμάμαι το μικρό του, Γιαννούλη το επίθετο… Έκανε σπουδαία δουλειά. Ήθελε να φτιάξει τη θεατρική παράσταση τέλεια. Μου είχε βρει από… υπήρχανε και πιθανόν τώρα οικογένειες σε σπίτια να έχουν, αλλά δυστυχώς, όπως καταντήσαμε σήμερα θα τα πετάξανε όλα. Φουστανέλα είχε βρει, βράκα, τσαρούχια, κάλτσες… το –πώς το λέγανε– πάνω, ρε Χρήστο, που φοράγανε; Το φέσι, οι Έλληνες. Όχι, το φέσι ήταν τούρκικο. Πώς το λέγανε; Δεν θυμάμαι. Που φοράγαν στο κεφάλι. Το είπα στον πατέρα μου και στη μάνα μου –τα αδέρφια μου τότε πηγαίνανε γυμνάσιο στους Μολάους κι είχανε νοικιάσει σπίτι στους Μολάους– και του λέω: «Έτσι κι έτσι». «Εντάξει, πώς θα πας, παιδάκι μου, κει πάνω; Θα λερωθείς στον δρόμο με τις φουστανέλες και με τα λοιπά». Και μου ‘δωσε τότε –εμείς σαν ζώα μεταφορικά είχαμε ένα μουλάρι κι ένα γαϊδούρι–, και μου ‘δωσε το μουλάρι, το οποίο ήτανε, απ’ ό,τι θυμάμαι, σημαντικό, αξιόλογο. Το καβάλησα εγώ, ντύθηκα στο σπίτι μου, εδώ στο μαντρί, που λέμε, και πήγα. Ήτανε βραδάκι η παράσταση. Ανέβαινα προς τα πάνω, ο δάσκαλος είχε πάει στο σχολείο και αγνάντευε, όπως λέμε, τον κάμπο. Και με είδε που πήγαινα στο Δημοτικό Σχολείο έτσι, ντυμένος, με την παραδοσιακή ελληνική στολή. Όταν έφτασα στο σχολείο, έδεσα το μουλάρι σ’ ένα δέντρο λίγο πιο κάτω και πήγα. Με υποδέχτηκε θερμά, και μάλιστα έκλαψε για λίγο και μου είπε: «Γιαννάκη, μου θύμισες το πραγματικό 1821».
Πολύ όμορφη ιστορία. Όσον αφορά τον κάμπο–
Για πες μου.
Έχετε κάποια ιστορία; Για παράδειγμα, ένα ακραίο φυσικό φαινόμενο, όπως είχατε πει για τον χείμαρρο, αλλά ήταν στο χωριό.
Ναι.
Αλλά κάτι που έχει επηρεάσει τον κάμπο, ενδεχομένως.
Στον κάμπο μία χρονιά, που θυμάμαι, που εδώ τώρα τόσα χρόνια –δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήτανε– που λέμε ότι έχει αλλάξει το κλίμα κι έχουνε δίκιο οι επιστήμονες που λένε για κλιματική αλλαγή. Έχουνε δίκιο, γιατί υπάρχουνε και πολλοί που διαφωνούνε και είναι –εγώ που είμαι φυσικός και έχω ασχοληθεί και με μετεωρολογία– μαλάκες. Και για λόγους σκοπιμότητας τα κάνουν όλα αυτά. Τα παίρνουνε από τις μεγάλες εταιρίες, να γίνεται μόλυνση του περιβάλλοντος, να τα κονομάνε οι μεγάλες εταιρίες και ό,τι γίνει έγινε, σου λέει. Θυμάμαι ότι σ’ αυτόν τον κάμπο, πριν –σήμερα έχουμε 2020, 2020, ναι– μιλάμε όταν είμαι εδώ, μπορώ να πω… Γύρω στο 1970, περίπου, δεν μπορώ να θυμηθώ. Είχε ψιλοχιονίσει. Που εδώ στον κάμπο δεν έχουμε δει στα γειτονικά βουνά… δεν έχουμε δει στα γειτονικά βουνά χιόνια τώρα τελευταία. Τότε εδώ είχε χιονίσει. Και αναγκαστήκαμε, για να ταΐσουμε τα πρόβατα, να πάμε να βρούμε κλαρί, να τους ρίξουμε, γιατί τότε δεν υπήρχαν και ζωοτροφές, για να επιζήσουνε. Αυτό θυμάμαι, έτσι, σημαντικό. Καλά, το ότι τότε δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, για εκείνη την εποχή… Ούτε λάμπα πετρελαίου δεν είχαμε!
Και πώς εξυπηρετούσατε τις ανάγκες σας;
Με λυχναράκι, πώς φτιάχνουνε σήμερα το καντηλάκι; Πώς ανάβουνε ένα καντηλάκι σε μία εκκλησία; Ή πάνε και παίρνουνε το Άγιο Φως στην Ανάσταση, με ένα καντηλάκι, όπως το λένε. Με αυτό. Και με το φως του τζακιού που είχαμε αναμμένο. Εγώ διάβαζα, όσο διάβαζα, με το καντηλάκι. Μετά βέβαια από χρόνια, πήραμε και λάμπα πετρελαίου. Που τότε, όπως ξέρεις, Χρήστο, το πετρέλαιο… [00:40:00]Το αλάτι. Το αλάτι παλιά ήτανε πάρα πολύ σημαντικό προϊόν, γιατί χρειαζότανε… χρειαζότανε για τη συντήρηση τροφίμων… για τη συντήρηση τροφίμων, από την αρχαιότητα δηλαδή. Το αλάτι ήταν ο «άσπρος χρυσός». Τι θέλω να πω για τ’ αλάτι τώρα; Μπερδεύτηκα. Ναι, το χρησιμοποιούσαμε παραδείγματος χάρη… Καλά, ψυγεία δεν είχαμε. Παίρναμε κάποια προϊόντα για να φάμε, αλατισμένα. Δηλαδή, μπακαλιάρο με αλάτι. Σαρδέλες με αλάτι. Και λαχανικά που μαζεύαμε, χόρτα τότε που υπήρχαν άγρια κτλ. κτλ. κτλ. Κρέας ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο, παρόλο που είχαμε πρόβατα. Διότι, να ‘σφαζες ένα αρνί, δεν μπορούσες να το αποθηκεύσεις σε ψυγείο! Δεν μπορούσες να το φας σε δυο μέρες! Συνήθως, σφάζαμε κότες, μια κότα. Είχαμε και κότες. Με την οποία κότα, που ‘μασταν εμείς τρία αδέρφια, θυμάμαι, και οι δυο γονείς μου, πέντε άτομα. Τρώγαμε τέσσερα γεύματα. Το πρώτο γεύμα ήτανε τα συκωτάκια, οι καρδούλες, οι κοιλίτσες, που λέμε, μέσα, με αυγά στο τηγάνι… Ωραία! Και τα επιθυμώ και τώρα! Την άλλη μέρα, τα μαγείρευε, το μισό κοτόπουλο η μάνα μου με χυλοπίτες. Χυλοπίτες τις παράγαμε εμείς, γιατί είχαμε γάλα, και αλεύρι αγοράζαμε, και αυγά. Τις παράγαμε εμείς και τις ξεραίναμε και τις είχαμε. Τότε δεν υπήρχανε βιομηχανίες, βιοτεχνίες, όπως υπάρχουν σήμερα και πας και φτιάχνεις χυλοπίτες. Γι’ αυτό κι έχει συνδεθεί το κοτόπουλο με τις… Ούτε μακαρόνια δεν είχαμε δηλαδή να φάμε! Χυλοπίτες. Ούτε μακαρόνια! Ε, τρώγαμε… Ο πατέρας μου ο κακομοίρης, για να ευχαριστήσει τα παιδιά, έτρωγε το κεφάλι –δεν το πετάγαμε– της κότας ή του κόκορα, τέλος πάντων, και τα ακραία πόδια, όχι τα μπούτια. Ε, και μας… Εμείς, μας έβαζε η μάνα μου από ένα μεζεδάκι και το τρώγαμε.
Ωραία. Ολοκληρώνοντας σιγά σιγά τη συνέντευξή μας–
Πες μου, ναι! Ό,τι θέλεις εσύ.
Για να ολοκληρώσουμε, θα θέλατε να προσθέσετε εσείς κάτι για τον κάμπο εδώ πέρα;
Θα ήθελα να προσθέσω… Σήμερα πού καταντήσαμε. Σήμερα πού καταντήσαμε. Τα βλέπω τα πράγματα άσχημα. Φυτεύτηκε πολύ, το νερό είπαμε έγινε υφάλμυρο, έγινε παγκοσμιοποίηση, οι τιμές των προϊόντων είναι πολύ χαμηλές και το ερώτημα είναι: «Τι θα γίνει;» Και ειδικά σ’ αυτόν τον κάμπο, έχεις την αγωνία, πατάς τη γεώτρηση και λες: «Θα βγάλει νερό ή θα βγάλει νερό με άμμο και θ’ αναγκαστώ ν’ ανοίξω άλλη;» Κι άντε βρες μετά λεφτά για να την ανοίξεις. Γι’ αυτό και οι νέοι δεν έρχονται. Τι θα γίνει δεν ξέρω. Η Ελλάδα έχει προσανατολιστεί –δυστυχώς για μένανε– στην περίπτωση του τουρισμού. Όλα τ’ άλλα, όπως τα ξέρεις, φύγανε. Βιοτεχνίες, βιομηχανίες, δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο τριτογενής τομέας οικονομίας υπάρχει. Ο τουρισμός, όμως, είναι ένα πρόσκαιρο πράγμα, διότι… Να, το βλέπουμε και φέτος με τον κορονοϊό, που θα έχουμε μεγάλη καταστροφή! «Εντάξει», μπορεί να πει κάποιος, «τι έγινε, μωρέ, του χρόνου θα φτιάξουν τα πράγματα». Του χρόνου μπορεί να γίνει… Ας πούμε, τον Απρίλη, ένας πολύ μεγάλος σεισμός στο [00:45:00]Αιγαίο, γιατί όπως ξέρουμε, η περιοχή της Ελλάδας στην περιοχή του Αιγαίου είναι η πιο σεισμογενής χώρα της Μεσογείου και από τις σημαντικότερες του κόσμου. Λοιπόν, όλες οι κρατήσεις θα ακυρωθούνε, πάει ο τουρισμός. Υπάρχει κι άλλη περίπτωση. Αν οι γείτονές μας, ο κύριος εχθρός μας για διάφορους λόγους –οι εκπρόσωποί του, όχι ο λαός, όχι ο τούρκικος λαός, οι εκπρόσωποί τους– θέλουν να μας τινάξουν στον τουρισμό, κάνουνε ένα θερμό επεισόδιο, έναν πόλεμο δύο ημερών στο Αιγαίο κι αμέσως όλες οι κρατήσεις τουριστών ακυρώνονται. Γιατί ποιος τουρίστας θα πάει σε μία χώρα που είναι –πώς να το πω– σε περίπτωση πολέμου, ας πούμε, σε τέτοια κτλ. κτλ. και να διακινδυνεύσει τη ζωή του. Γι’ αυτό η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να σταθούμε στον πρωτογενή τομέα οικονομίας και να παράγουμε τουλάχιστον τα… Να τρώμε και να επιδοτήσουμε και ορισμένες βιοτεχνίες. Εγώ τώρα που είμαι καθηγητής συνταξιούχος και ασχολούμαι με τη γεωργία, παίρνω χειροπρίονα για να κλαδέψω τα δέντρα μου, τις ελιές κτλ. Όλα, χειροπρίονα, είναι κατασκευής «Made in Taiwan» ή «Made in China». Θα μπορούσαμε κι αυτά να τα φτιάξουμε. Κι ας δώσουμε… Αν αυτά έχουνε κόστος, ας πούμε, στην Ελλάδα τώρα 6 ευρώ, ας δίναμε 8, για να ενισχύσουμε την παραγωγή στην Ελλάδα και για να γίνουμε κάπως πιο ανεξάρτητοι κτλ.
Πολύ ωραία.
Τι άλλο, Χρήστο, θες να με ρωτήσεις; Έχω πολλά να σου πω, μπορώ άλλη φορά να σου πω κι άλλα.
Προς το παρόν για το θέμα μας, νομίζω, έχουμε ολοκληρώσει.
Εσύ, ό,τι θέλεις.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σας.
Να ‘σαι καλά, δεν… Εγώ ποτίζω κιόλας τώρα, πάω να αλλάξω τη στάση...
Να ‘στε καλά!
Και να πάω για το σπίτι μου.
Λοιπόν, κλείνω την ηχογράφηση.