© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Μεγαλώνοντας με την προγιαγιά στη Ρουμανία του '90
Istorima Code
12582
Story URL
Speaker
Αντρέεα "Pseudonym" (Αντρέεα)
Interview Date
27/03/2022
Researcher
Σοφία Ελένη Ζουλούμη (Σ.Ζ.)
[00:00:00]Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα μπορούσες να μας πεις το όνομά σου;
Ναι. Με λένε Αντρέεα.
Λοιπόν, εγώ είμαι η Ζουλούμη Σοφία - Ελένη. Είμαι ερευνήτρια για το Istorima. Είμαι εδώ μαζί με την Αντρέεα στην Καρδίτσα. Είναι 23, 28 Μαρτίου του 2022 και η συνέντευξη ξεκινάει.
Ναι.
Λοιπόν, Αντρέεα, πες μας κάποια πράγματα για σένα.
Λοιπόν, γεννήθηκα στο Βουκουρέστι, Ρουμανία, αλλά δεν μεγάλωσα εκεί. Μεγάλωσα στη Βάλτσα, στη Ράμνικου Βάλτσα, με τη, με τους γονείς μου στην αρχή. Μετά η μαμά μου έφυγε απ’ τη ζωή όταν εγώ ήμουν 6 χρονών. Και μετά μεγαλώσαμε με την προγιαγιά. Είχαμε πολύ ωραία παιδική ηλικία και εγώ και η αδερφή μου. Εντάξει, στο σχολείο πηγαίναμε, όπως όλα τα άλλα τα παιδάκια. Ήμασταν με… Όχι πλούσιοι αλλά στην καλή κατάσταση οικονομική. Τι άλλο να σου πω τώρα;
Ωραία. Λοιπόν, θα ήθελες έτσι για αρχή να μας περιγράψεις αυτήν την πόλη, στην οποία–
Ναι.
Μεγάλωσες;
Η πόλη είναι —τώρα δεν θυμάμαι πόσοι, πόσον πληθυσμό έχει.
Δεν πειράζει!
Δεν θυμάμαι καθόλου. Παλιά ήταν πάρα πολύ ωραίο πόλη. Και τώρα είναι, αλλά έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα. Τα σχολεία εκεί καμία σχέση με το τι μαθαίνουν σήμερα. Ήταν πάρα πολύ… Αλλιώς μαθαίναμε και μαθαίναμε πιο καλά και πιο… Είχαμε πιο πολύ σεβασμό, πιο πολύ... Οι δάσκαλοι ήταν πάρα πολύ αυστηροί. Δηλαδή, δεν είναι το, δεν υπάρχει να λείπεις, γιατί έλειπες: «Α! Με πονούσε το χεράκι. Δεν ήρθα σήμερα». Δεν υπήρχε τότε αυτά τα πράγματα. Εγώ έβγαλα και το λύκειο, έβγαλα και σχολή ως μοδίστρα, αλλά δεν το συνέχισα. Τι άλλο να σου πω τώρα;
Ωραία. Στο σχολείο, λοιπόν, πώς διέφερε δηλαδή με τώρα; Τι διαφορετικό παρατηρείς;
Λοιπόν, τότε κάναμε, ήταν —πώς να σου πω;— το σχολείο εκεί πήγαινες και είχες λίγο: «Αχ πώς θα κάνω; Πώς θα…; Άμα δεν ξέρω, θα με μαλώσει η κυρία, αν δεν έγραψα ή δεν διάβασα σήμερα». Ήταν πολύ αυστηροί οι δάσκαλοι. Έτρωγες και ξύλο καμιά φορά. Εγώ είχα έναν δάσκαλο, μας έπαιρνε από δω απ’ τα… Πώς τα λένε αυτά;
Τα αφτιά;
Όχι τα αφτιά. Τις–
Φαβορίτες!
Τις φαβορίτες, αν δεν ηξέραμε το μάθημα. Ή όπως ήταν παλιά, στο, στη γωνία και καθόσουν μέχρι την τελευταία ώρα. Ήταν η τιμωρία. Σε τιμώρηναν τότε. Όχι όπως τώρα, δηλαδή ας πούμε: «Δεν διάβασα σήμερα. Δεν θα με πει η κυρία τίποτα». Ήταν πάρα πολύ, ήταν πιο καλά για μένα τότε από ό,τι είναι τώρα το σχολείο. Μάθαινες πιο καλά και πιο καλά πράγματα από ό,τι μαθαίνεις τώρα. Τώρα εκεί στο σχολείο δεν υπήρχε bullying, δεν υπήρχε να μαλώνουν τα παιδάκια ή να χτυπάν τότε σ’ εκείνες τις εποχές. Όλοι ήταν φίλοι. Δεν υπήρχε να σε προσβάλλουν, να σε βρίζουν στο σχολείο, πώς είναι τώρα που βλέπεις και στην τηλεόραση ότι χτυπάν, κάνουν. Για μένα ήταν πιο καλά τότε και ως ζωή και ως —δεν ξέρω πώς να το πω—, και σαν τρόπος ζωής. Μπορεί να μην είχαμε όλα τα καλά που έχουμε τώρα, αλλά ήμασταν πιο, πιο καλά, πιο... Είχαμε σεβασμό πάνω απ’ όλα. Είχαμε ασφάλεια. Ενώ τώρα… Ενώ τώρα δυστυχώς δεν...
Ωραία, συνεχίζουμε.
Ναι. Μετά και πάνω στη δουλειά ήταν πιο καλά. Γιατί μόλις τελείωνες το σχολείο, ο κράτος σ’ έβαζε στη δουλειά. Σε οτιδήποτε δουλειά, μα σουπερμάρκετ, μα αυτό που τέλειωσες. Πάντως έμπαινες στη δουλειά. Τώρα τελειώνεις το σχολείο και να σπουδάζεις, δεν μπορείς να βρεις δουλειά. Γι' αυτό λέω ότι ήταν καλύτερα τότε, τα παλιά τα χρόνια να τα πω έτσι. Πώς να τα πω; Τότε ειδικά, τότε που ήταν ο Τσαουσέσκου, δεν είχες τον φόβο ότι: «Θα βγαίνω έξω και θα αργήσω και πώς θα γυρίσω;». Τότε ας πούμε στο, την εποχή του Τσαουσέσκου δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Στην πόλη μου δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Υπήρχαν δρόμους, αλλά ήταν όλα γεμάτα με λουλούδια, σαν πάρκο. Τώρα όπου περνάς είναι αυτοκίνητα. Δεν βλέπεις τίποτα ωραίο, μόνο πολυκατοικίες, μαγαζιά. Ενώ τότε ήταν κινηματογράφο, υπήρχαν ζαχαροπλαστεία που καθόσουν κι έτρωγες το γλυκό σου, έπινες ένα καφεδάκι. Τώρα δεν υπάρχουν. Τώρα είναι καφετέριες, εμπορικά κέντρα και τα κλαμπάκια, που είναι τώρα που βγαίνεις τα βράδια. Για μένα ως, ως Αντρέεα μ’ άρεσαν πάρα πολύ εκείνα τα χρόνια παρά αυτά που ζούμε τώρα. Και για τα παιδάκια ήταν[00:05:00] ασφαλείς. Δηλαδή, έβγαιναν έξω, έπαιζαν όλη μέρα, ήξερες ότι–. Εντάξει, το να χτυπάνε τώρα και τώρα χτυπάνε, μπορεί να πέσεις και να χτυπήσεις. Αλλά δεν υπήρχε ότι βγαίνεις στον δρόμο και θα σε χτυπήσει το αυτοκίνητο ή θα περάσει ο άλλος με το φορτηγό ή με τη νταλίκα και ή κάνει βόλτα με το ποδήλατο και δεν ήξερες πού μπορεί να πάει. Υπήρχε άλλος τρόπος ζωής.
Και τα σπίτια πώς ήταν τότε;
Τα σπίτια, τα σπίτια ήταν πολύ παλιά και οι πολυκατοικίες πολύ παλιές. Κάθε σπίτι είχε το αυλή του, κάθε πολυκατοικία ας πούμε είχε και αυτή η αυλή του. Τώρα δεν υπάρχουν πλέον αυλές και τέτοια. Υπάρχουν πάρκινγκ ή πάλι μαγαζιά από κάτι ή ό,τι θέλει ν’ ανοίξει ο καθένας. Αλλά ήταν όμορφα. Σε κάθε σπίτι υπήρχε αγάπη. Δηλαδή, πήγαινες να επισκεφθείς κάποιος και δεν ήξερε τι να σε δώσει, δεν ήξερε πώς να σε ευχαριστήσει. Ενώ τώρα πηγαίνεις κάποιον, ούτε καλημέρα δεν σε λέει, που λέει ο λόγος. Γιατί έχουμε γίνει λίγο. Αλλά ήταν πολύ ωραία.
Εσείς σε πολυκατοικία μένατε;
Εγώ σε πολυκατοικία, ναι. Και είχαμε ένα πάρα πολύ ωραίο πάρκο μπροστά στην πολυκατοικία. Και εκεί παίζαμε, είχαμε δέντρα, είχαμε λουλούδια, σκαρφαλώναμε, είχαμε κούνιες. Πίσω από μία, από την πολυκατοικία μας υπήρχε και σαν ένα δασάκι και εκεί πηγαίναμε και παίζαμε. Η Επισκοπία που την είχαμε δίπλα, που ήταν πάρα πολύ ωραία. Και τώρα είναι φυσικά, αλλά δεν είναι όπως ήταν παλιά. Και τώρα κάθε φορά που πηγαίνω και περνάω από κει, με πιάνει πολλή μελαγχολία, γιατί εκεί μεγάλωσα. Αλλά βλέπεις πάρκινγκ. Δεν βλέπεις πώς ήταν παλιά. Δηλαδή, δεν βλέπεις τα παιδάκια που έπαιζαν. Τότε εμείς δεν είχαμε κινητά. Δεν υπήρχαν τότε κινητά. Και όλοι παίζαμε, μα κρυφτό, μα… Παίζαμε τράπουλα. Δηλαδή, όλο και κάτι βρίσκαμε να κάνουμε. Πηγαίναμε περπατούσαμε. Τώρα, ενώ τα παιδιά τώρα είναι μ’ ένα κινητό και μ’ ένα tablet στο χέρι. Αυτά. Ήταν πιο, πιο καλά, πιο χαρούμενη ζωή, πιο… Μπορεί να είχαμε λίγο φτώχεια, αλλά ήμασταν χαρούμενοι. Χαιρόμασταν να κάνουμε πράγματα. Ενώ τώρα είμαστε λίγο–
Είπες πριν–
Αλλιώς.
Ότι έχασες τη μαμά σου–
Ναι.
Μικρή–
Πολύ μικρή, ναι.
Και μετά πώς, πώς μεγαλώσατε;
Μεγαλώσαμε με την προγιαγιά μου. Ήταν η γιαγιά της μαμάς μου. Όταν πέθανε η μαμά μου, η γιαγιά από την μεριά του μπαμπά μου δεν μπορούσε να μας μεγαλώσει και η προγιαγιά αποφάσισε να μας πάρει, να μας αναλάβει και να μας μεγαλώσει αυτή. Και μεγαλώσαμε πολύ όμορφα, με πολλή αγάπη. Δεν μας έλειπε ποτέ τίποτα. Εντάξει, σαν παιδάκια και εμείς κάναμε ζαβολιές. Εντάξει, κοριτσάκια ήμασταν. Τρώγαμε και από κανένα, αλλά εντάξει δεν ήταν. Πώς ήταν μία παροιμία και λέγαμε τότε Το ξύλο βγήκε από… Δεν θυμάμαι πώς το λένε τώρα.Απ’ τον Παράδεισο; Απ’ τον Παράδεισο, ναι. Όντως για μένα ισχύει αυτό. Καλά εγώ τώρα δεν χτυπάω την κόρη μου ποτέ. Προσπαθώ με τα λόγια. Αλλά τότε έτσι ήταν η ζωή. Σε μάλωναν και έτρωγες και από καμιά. Αλλά δεν ήταν τίποτα, γιατί–. Εγώ, εγώ αγαπάω πολύ την κόρη μου.
Ωραία. Άρα, λέγαμε για την προγιαγιά και–
Ναι.
Το πώς μας μεγάλωσε.
Το πώς μας μεγάλωσε, ναι. Ήταν μια γυναίκα που έδινε μόνο αγάπη. Δεν ήξερε τι να σε προσφέρει. Δεν ήξερε τι να… Βοηθούσε όλον τον κόσμο. Ήταν πάρα πολύ καλή. Είχε, έχει δει πολλά τα μάτια της. Δούλευε ως —στα νιάτα της—, δούλευε ως μαγείρισσα στον πόλεμο που είχαμε με τους Γερμανούς. Και ήταν μια γυναίκα που ήξερε και από πόνο και από αγάπη, από όλα. Ήταν μια γυναίκα που δεν, δεν υπάρχουν σ’ αυτές. Δηλαδή, τώρα που είμαστε 2022, δεν υπάρχει τέτοια γυναίκα και σαν νοικοκυρά και σαν ψυχή και σαν χαρακτήρα. Και αυτό λέω ότι μακάρι να μπορούσα να της μοιάσω, να φέρομαι κι εγώ και να έχω την κόρη μου, όπως μας είχε αυτή εμάς. Ήταν πολύ πολύ καλή γυναίκα. Έχασε παιδί, έχασε σύζυγο πολύ νέα, στα 35 της. Δεν ξαναπαντρεύτηκε και ασχολήθηκε μόνο με τα παιδιά και με τα εγγόνια και με τα βέβαια δισεγγόνια. Ναι, αλλά ήταν, έφυγε μετά στα 96 χρονών, έφυγε απ’ τη ζωή. Για μένα ήταν σαν να τελείωσε η ζωή. Δεν… Είχα περάσει πολύ καιρό να μπορώ να το ξεπεράσω. Γιατί θεωρούσα ότι αν δεν υπάρχει η γιαγιά, δεν μπορώ, δεν θα μπορέσω να ζήσω. Αλλά είχα την αδερφή μου κοντά μου και μαζί εντάξει. Μετά παντρεύτηκε η αδερφή μου, έκανε κι αυτή παιδάκια[00:10:00], ασχολήθηκα με τα ανίψια μου. Δούλευα και εγώ από δω από κει, όπου μπορούσα, και μετά έφυγα απ’ τη, απ’ τη Ρουμανία.
Η γιαγιά σάς έλεγε ιστορίες για τότε, δηλαδή για τον πόλεμο που ανέφερες;
Μας έλεγε, μας έλεγε, αλλά δεν θυμάμαι και πολλά. Δηλαδή, ας πούμε θυμάμαι που μας έλεγε ότι είχαν χτυπήσει, είχαν βομβαρδίσει ακριβώς δίπλα που έμεινε. Και σε αυτόν τον πόλεμο είχαν πεθάνει όλα τα αδέρφια της, μόνο αυτή είχε μείνει. Θυμάμαι ήταν τότε, ερχόταν και αυτοί απ’ τη Γερμανία —τότε που ήταν με τη Γερμανία— βίαζαν γυναίκες, σκότωναν παιδιά. Δηλαδή, ακριβώς πώς τα ακούμε τις ιστορίες, ακριβώς έτσι μας τα ‘λεγε και η γιαγιά, ότι όντως υπήρχε. Έτσι γίνονται όταν είναι πόλεμος. Είχαμε μία κυρία στην πολυκατοικία που αυτή δούλευε ως νοσηλεύτρια στον πόλεμο. Και ακόμα χρησιμοποιούσε, δεν χρησιμοποιούσε σύριγγες. Δηλαδή, αν πήγαινε σε κάποιους να κάνει ένεση ως, αν χρειαζόταν κάποιος καμιά ένεση, είχε τις παλιές τις σύριγγες που χρησιμοποιούσαν στον πόλεμο, που ήταν σιδερένιες, τεράστιες και με πολύ μεγάλη βελόνα, που καμιά φορά–. Επειδή εγώ περπάτησα δύο χρόνων —είχα πρόβλημα με τα πόδια, όταν γεννήθηκα και έπρεπε μέχρι στα 20 μου να κάνω ενέσεις— και είχαμε αυτήν την κυρία, που ήταν στην πολυκατοικία, και ερχόταν και με έκανε ενέσεις. Και όταν ερχόταν να με κάνει ενέσεις δεν ήξερα πού να κρυφτώ —μες στη ντουλάπα; Κάτω απ’ το κρεβάτι;—, γιατί έβλεπα τη σύριγγα και ούρλιαζα. Και πάντα μας έλεγε ότι με τέτοιες σύριγγες χρησιμοποιούσαν εκεί. Και αυτή τα είχε και τα χρησιμοποιούσε κι αυτή. Αλλά ήταν πολύ δύσκολο τότε που ήταν με τον πόλεμο με τους Γερμανούς. Ήταν πολύ πολύ δύσκολα. Έτυχε να, να είχε και με τους Τούρκους, να τυχαίνει να είναι η γιαγιά, αλλά ήταν μικρό κοριτσάκι, δεν ήταν μεγάλη. Αλλά εκεί που ήταν, εκεί που μεγάλωσε η γιαγιά, η προγιαγιά, καταστράφηκαν. Δεν υπήρχε τίποτα. Και από κει έφυγαν, όπως φεύγουν οι πρόσφυγες. Και έτσι ήταν και η γιαγιά. Εκεί στην πόλη που μεγαλώσαμε εμείς, η γιαγιά ήταν πρόσφυγη. Αλλά είχε έρθει νέα εκεί και εκεί έκανε, παντρεύτηκε, έκανε τα παιδάκια της. Ναι.
Η γιαγιά ήταν καλή μαγείρισσα; Γιατί είπες μαγείρευε.
Πάρα πολύ. Δεν υπάρχουν, δεν υπάρχουν, τέτοια μαγείρισσα δεν υπάρχει. Τα φαγητά της και ακόμα τα λαχταράω. Αν και αυτό λέω, ότι δεν της έμοιασα ούτε, ούτε σ’ αυτό. Όχι, μου αρέσει να μαγειρεύω, αλλά —πώς να το πω;— καμιά φορά λέω: «Ε, βαριέμαι –λέω– θα κάνω τώρα; Ένα κέικ θα φτιάξω στα γρήγορα» λέω. Ενώ η γιαγιά έφτιαχνε κάτι φαγητά, κάτι γλυκά. Τα τσουρέκια που πουλάνε τώρα στα σούπερ μάρκετ, η γιαγιά μου τα ‘φτιαχνε μόνη της. Και δεν έφτιαχνε ένα-δύο τσουρέκια. Έφτιαχνε είκοσι και μοίραζε σ’ όλην την πολυκατοικία. Όταν έφτιαχνε φαγητό, δηλαδή μοσχοβολούσε όλοι και έλεγαν όλοι: «Ε, γιαγιά! –γιατί έτσι την φώναζαν– Ε, γιαγιά, τι μαγείρεψες πάλι;» έλεγαν. Και είχανε την κυρία που μας σκούπιζε την πολυκατοικία και κάθε πρωί την είχε το καφεδάκι έτοιμο, την είχε το καφεδάκι έτοιμο, το πρωινό της, κουβέντιαζαν. Εμείς κάθε πρωί που σηκωνόμασταν, μας έβαζε πρώτα να πλυθούμε. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάτσεις στο τραπέζι χωρίς να πλύνεσαι. Μας έδινε να φάμε αυτό το ψωμάκι απ’ την εκκλησία κάθε πρωί και αγίασμα να πιούμε, να κάνουμε την προσευχή μας και μετά ξεκινήσαμε να φάμε και να πάμε σχολείο. Και πάντα που γυρνούσαμε απ’ το σχολείο μάς περίμενε με το φαΐ έτοιμο στο πιάτο και μετά μας βοηθούσε και στο διάβασμα, όσο μπορούσε κι αυτή. Εντάξει, τώρα ήταν μεγάλη, δεν ήταν και 40 χρονών. Αλλά ήταν πάρα πολύ καλή μαγείρισσα.
Ποιο ήταν το αγαπημένο σου φαγητό που έφτιαχνε η γιαγιά;
Τα ντολμαδάκια. Τα ντολμαδάκια. Έφτιαχνε κάτι ντολμαδάκια και έφτιαχνε, όπως είναι εδώ το σιμιγδάλι, η γιαγιά το ‘φτιαχνε —εμείς το λέμε mămăligă— με αβγό βραστό, με γιαούρτι και με λίγο βιτάμ και τυρί. Τι να φας; Και με τα ντολμαδάκια; Δεν υπήρχε, δεν υπήρχε. Εγώ έτρωγα δέκα ντολμαδάκια μαζί. Ήταν, τα ‘φτιαχνε νόστιμα. Πεντανόστιμα, πεντανόστιμα. Εγώ ψαρόσουπα δεν, δεν μ’ αρέσει γενικώς. Αλλά της γιαγιάς το ‘τρωγα. Το ‘φτιαχνε τόσο ωραίο που δεν καταλαβαίνεις ότι είναι ψαρόσουπα. Ήταν πάρα πάρα πάρα πολύ νόστιμα τα φαγητά της. Τα… Και ό,τι έφτιαχνε ήταν νόστιμο.
Σου 'μαθε, σου 'μειναν κάποιες συνταγές;
Ναι, Σίγουρα, ναι.
Θες να μας πεις;
Άμα μ’ έρχεται κάνα στο μυαλό. Ναι. Έφτιαχνε ψάρι, πλακία το λέμε. Αυτό γίνεται στον φούρνο με πολλή ντομάτα, πολύ κρεμμύδι, πιπεριές κίτρινες, κόκκινες, πράσινες, σαλτσούλα, αλατάκι, πιπε[00:15:00]ράκι και πολύ λίγο νερό. Και στον φούρνο για μισή ωρίτσα. Ήταν λουκούμι. Και λίγο μαϊντανούτσικο από πάνω στο πιάτο. Ήταν λουκούμι. Και αυτό πάλι μπορούσες να το, να το τρως ή με ψωμάκι ή με αυτό το που λέμε mămăligă εμείς. Με ό,τι ήθελες μπορείς να το φας. Και κρύο τρωγόταν και ζεστό. Ήταν πολύ, πολύ νόστιμο. Και άλλα θυμάμαι και τη συνταγή απ’ το, απ’ τα τσουρέκια τα θυμάμαι. Αλλά έχει πολλή, πολλή διαδικασία. Δηλαδή, θέλει να τα αφήσεις να φουσκώσουν πέντε-έξι ώρες. Και θυμάμαι η γιαγιά μου —ψυχούλα— σηκωνόταν από τις 4 η ώρα. Γιατί αυτά τα ‘φτιαχνε εκεί —λένε στη Ρουμανία—, οι πιο πολλοί το φτιάχνουν τσουρέκι, το λέν cozonac το λένε. Είναι ή με κακάο ή με βανίλια, αλλά θέλει πολύ μεγάλη διαδικασία. Δηλαδή, σηκώνεσαι, τα ζυμώνεις πρώτα καλά σε ένα μεγάλο τεράστιο μπολ και πρέπει να τα’ αφήσεις να φουσκώσουν μόνα τους για πέντε-έξι ώρες. Και σηκωνόταν η γιαγιά μου από τις 4 η ώρα να τα ζυμώσει και μετά όταν ξεκινούσε κατά τις 10-11 τα ‘βαζε σε ταψί να τα ψήσει. Και έβγαζε είκοσι-τριάντα τέτοια τσουρεκάκια. Αλλά τσουρεκάκια που ήταν έτσι μεγάλα και φουσκωμένα έτσι. Ήταν πάρα πολύ ωραία. Μακάρι να ζούσε και τώρα η γιαγιά μου να μ’ έφτιαχνε φαγητά! Ναι.
Με την αδερφή σου δηλαδή σας μάθαινε και δουλειές και μαγείρεμα;
Τα πάντα. Ναι, ναι. Μας μάθαινε, αλλά όχι και πολύ, γιατί θεωρούσε ότι είμαστε μικρά ακόμα, να μην κουραζόμαστε. Δηλαδή, μέχρι και που πέθανε σκούπιζε, σφουγγάριζε, έπλυνε τα ρούχα, τα πάντα έκανε. Δηλαδή, τα πάντα. Κι εμάς δεν μας άφηνε να κάνουμε τίποτα. Εγώ, ας πούμε, πιο πολύ μόνη μου έμαθα δηλαδή να κάνω. Ας πούμε, όσο ήμουνα στη γιαγιά ούτε ένα αβγό δεν τηγάνιζα. Το μόνο που τη βοηθούσα έτσι να απλώσω κανένα ρούχο. Δεν μας άφηνε. Έλεγε: «Θα παντρευτείτε και θα κάνετε και θα κουραστείτε. Γιατί να κουραστείτε τώρα; Αφού είμαι εγώ! Μπορώ εγώ να τα κάνω». Και εμείς λέγαμε: «Ρε γιαγιά, είσαι μεγάλη. Πόσο πια να κάνεις;». «Δεν πειράζει. Αντέχω εγώ! Μπορώ εγώ!». Κι ήταν πάντα με την μαντηλίτσα της, ήταν και τα ‘κανε τα πάντα, τα πάντα. Δεν σταματούσε ποτέ, μόνο όταν ξάπλωνε για το βράδυ να κοιμηθεί. Ναι. Και όταν πέθανε ήταν πολύ δύσκολο για μένα. Και δεν έχει πεθάνει μέχρι δεν μας είδε. Ήμασταν, ήταν Χριστούγεννα και είχαμε πάει με την αδερφή μου, πήγαμε σ’ ένα χωριό να κάνουμε την Πρωτοχρονιά. Και μας παίρνει ο μπαμπάς μου τηλέφωνο και μας λέει ότι η γιαγιά είναι έτοιμη να φύγει απ’ τη ζωή και να γυρίσουμε. Και γυρίσαμε και, μόλις μας είδε, μας έσφιξε το χέρι και αυτό ήταν. Αλλά δεν έφυγε μέχρι Δεν… Που μας είδε εκεί. Ναι.
Η γιαγιά, δηλαδή η προγιαγιά, είχε μετακομίσει σπίτι σας. Πιο πριν όμως δεν μένατε μαζί;
Όχι. Εμείς μετακομίσαμε σπίτι της. Εμείς μετακομίσαμε. Αυτή η πολυκατοικία που έμενε η γιαγιά ήταν μία περιοχή που ήταν, ήταν μια περιοχή που ήταν όλο πολυκατοικίες και ένα μεγάλο πάρκο με κούνιες, λουλούδια. Τότε εμείς στα παράθυρα δεν είχαμε βεράντες και μπαλκόνια. Ήταν έτσι και τα παλιά πολυκατοικίες. Και εμείς μετακομίσαμε στο σπίτι της. Ο μπαμπάς έμεινε στη διπλανή πολυκατοικία.
Δεν μένατε δηλαδή μαζί με τον μπαμπά;
Όχι. Όχι. Από τότε που είχε πεθάνει η μαμά μου, μας πήρε η γιαγιά στο σπίτι της και ο μπαμπάς έμεινε μόνος του. Και εμείς πηγαίναμε μετά που μεγαλώσαμε. Λίγο τον σκουπίζαμε, τον καθαρίζαμε, τον επαίρναμε τα ρούχα να τα πλύνουμε, ξέρω ΄γώ, τέτοια. Ή να τον πάμε φαγητό ή καμιά φορά τον φώναζε η γιαγιά για φαγητό τα σαββατοκύριακα, μαζευόμαστε όλοι μαζί. Αλλά ο μπαμπάς έμεινε μόνος του μετά. Εντάξει, μόνος του… Δηλαδή, έβρισκε καμιά φιλενάδα έτσι, αλλά δεν... Γιατί δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ. Είχε έτσι φιλενάδες, αλλά δεν, όχι για πολύ. Δηλαδή, όχι να παντρευτεί και να ξανακάνει παιδιά. Έλεγε ότι δεν, δεν μπορεί να ξαναπαντρευτεί. Η μαμά μου πέθανε ακριβώς την ημέρα τα γενέθλιά του. Η μαμά μου, ναι. Και το είχε, δεν ήθελε ποτέ να ξαναπαντρευτεί. Αλλά είχε σχέσεις, εντάξει. Δεν μπορούσε και να είναι και μόνος του. Αλλά τώρα είναι μόνος του. Είναι τελείως μόνος του.
Από τη μαμά τι θυμάσαι;
Από τη μαμά. Απ’ τη μαμά θυμάμαι όχι και πολλά. Θυμάμαι που υπέφερε. Θυμάμαι την ημέρα που πέθανε. Θυμάμαι είχε έρθει μία φίλη της να την δει να πιούνε καφεδάκι. Εν τω μεταξύ η μαμά μου ήταν άρρωστη. Εμείς ηξέραμε ότι η μαμά μου είχε διαβήτη. Είχε, γιατί έκανε και ινσουλίνες και αυτά. Αλλά δεν νομίζω να πέθανε μόνο από διαβήτη. Πιστεύω ότι είχε και καρκίνος, γιατί την έπεφταν τα μαλλιά. Η μαμά μου είχε πολύ μακριά μαλλιά και φορούσε περούκα. Δεν κοιμόταν ποτέ στο κρεβά[00:20:00]τι και κοιμόταν όλο στο τραπέζι με το κεφάλι έτσι γυρισμένο στο τραπέζι, γιατί είχε πολύ πόνο. Και θυμάμαι την ημέρα που έχει πεθάνει. Την άρεσε πάρα πολύ τη μαμά μου τον καφέ. Έπινε πολύ καφέ, ήταν πολύ με τον καφέ. Πάντα ήταν περιποιημένη. Δεν έβγαινε —καλά, δεν έβγαινε από το σπίτι. Τρόπος του λέγειν—, δεν υπήρχε περίπτωση να ξυπνήσει και να μην βάφεται, να μην έχει βαμμένα ρούχα, να μην φοράει κραγιόν, άρωμα. Ήταν πάντα περιποιημένη. Την ημέρα που πέθανε, είχε έρθει μία φίλη της, ήπιαν το καφεδάκι τους και είχε πάει λίγο στο μπάνιο και ακούμε ένα «γουπ». Και όταν μπαίνω στο μπάνιο να δω τι, γιατί άκουσα τον θόρυβο, βλέπω τη μαμά μου πεσμένη κάτω δίπλα στην μπανιέρα και έλεγε ότι δεν είναι καλά, να φωνάξω τη γιαγιά. Φώναξα τη γιαγιά, την πήγαμε στο κρεβάτι, φέραμε γιατρό. Μετά μέχρι το βράδυ, εντάξει... Στη νύχτα που μας έστειλε η γιαγιά για ύπνο, είπε να πάμε να κοιμηθούμε, λέει στη —γιατί τη φώναζε τη γιαγιά της, μάνα την έλεγε, γιατί και η μαμά της πέθανε πολύ νέα—, και λέει: «Φέρε τα κορίτσια εδώ!». Μας κοίταζε, μας χάιδευε και αυτό ήταν. Έφυγε.
Πόσων χρονών ήσουνα;
Εγώ; Εγώ ήμουνα 6 χρονών. Η μαμά μου ήταν 35 χρονών και η αδερφή μου 8 στα 9.
Η μαμά δούλευε πιο πριν;
Δούλευε, ναι. Η μαμά μου ήταν, δούλευε σε μία, σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Τότε —για αυτό λέω ότι— τελείωσε σαν σχολή σαν βιβλιοπώλισσα και έχει βρει δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο και δούλευε εκεί. Αλλά λόγω που ήταν άρρωστη και πάθαινε συνέχεια κρίσεις απ’ τον διαβήτη και έκανε συνέχεια ινσουλίνες, δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο τη δουλειά και οπότε βγήκε σε σύνταξη πολύ, πολύ νωρίς. Οπότε, δεν πρόλαβε να δουλεύει πολύ. Αλλά επειδή τότε ήταν αλλιώς, έπαιρνες μια συνταξούλα. Γιατί και εμείς, όταν πέθανε η μαμά, λόγω που ήμασταν ορφανές —να πούμε έτσι— απ’ τη μαμά, ο κράτος μάς έδινε σαν σύνταξη, σαν μια βοήθεια. Ναι. Και δεν μπορούσε να δουλεύει, αλλά τη θυμάμαι. Θυμάμαι την αδερφή μου που τη βοηθούσε να κάνει τις ενέσεις της. Θυμάμαι την αδερφή μου που καταλάβαινε ότι είναι, ότι η μαμά είναι έτοιμη να παθαίνει κρίση και έπρεπε να τη δώσει κάτι γλυκό να φάει, για να μπορεί να, να συνέλθει. Θυμάμαι που μάλωνε με τον μπαμπά μου. Εντάξει, όπως όλοι εντάξει.
Επειδή είπες για τη σχολή της βιβλιοπώλισσας. Δηλαδή, μετά το σχολείο πώς ήταν, πώς διάλεγες τι θα ακολουθήσεις;
Υπήρχαν σχολές του δήμου, του κράτους, να το πω έτσι. Τελειώνεις το σχολείο και μετά πήγαινες και έκανε σαν πρακτική. Την μαμά μου την άρεσαν πάρα πολύ τα βιβλία. Στο σπίτι είχαμε μπορώ να σου πω και πάνω από —χίλια ευρώ— χίλια βιβλία στο σπίτι μας. Είχε ένα πολύ μεγάλο —στο δωμάτιο, στο σαλόνι, να το πούμε έτσι—, είχε πάνω από χίλια βιβλία. Την άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα και ό,τι έβλεπε κι αυτό, τ’ αγόραζε. Έπαιρνε και είχε στο σπίτι ένα, μόνο το σαλόνι ήταν γεμάτο βιβλία. Δηλαδή, ένα, ένα —πώς να το πω;— βιβλιοθήκη όσο είναι το δωμάτιο, ήταν όλο στον τοίχο, όλο βιβλιοθήκη με βιβλία. Ναι, έκανε το, την πρακτική της. Αυτό γινόταν, δεν ήταν, δεν ήταν στο, στην πόλη μας. Αυτή η σχολή ήταν στο Βουκουρέστι και πήγαινε εκεί, έκανε την πρακτική της —πόσο ήταν; Πέντε-έξι μήνες; Δεν θυμάμαι τώρα πόσο ήταν—. Γιατί δεν κάνεις και πολλή πρακτική. Απλά εντάξει, έτσι το επιβάλλουν. Δηλαδή, τελειώνεις το σχολείο, πρέπει να κάνεις και την πρακτική. Και μετά βρήκε δουλειά σε βιβλιοπωλείο εκεί στην πόλη.
Σας διάβαζε βιβλία;
Πάρα πολύ. Πολλά παραμύθια. Είχαμε πολλά παραμύθια. Αλλά μετά πούλησε ο μπαμπάς μου το σπίτι και χάθηκαν όλα.
Δεν κρατήσατε δηλαδή κανένα βιβλίο;
Είχαμε κρατήσει, ναι. Είχαμε κρατήσει, αλλά και τώρα πολύ λίγα έχει η αδερφή μου στο σπίτι της. Πολύ λίγα. Γιατί πολλά τα πούλησε ο πατέρας μου, τα ‘δωσε σε… Όχι τα πούλησε. Όχι, δεν το είπα σωστό. Επειδή ήταν πολύ παλιά, τα πήγαινε ας πούμε όπως είναι αντίκα, επειδή ήταν πολύ παλιά. Και έπαιρνε κάποιο ποσό. Όχι πολλά, εντάξει. Τα πήγαινε εκεί. Γιατί λέει ο μπαμπάς: «Καλύτερα να τα δώσουμε, παρά να χαλάσουν. Κρατήστε εσείς τι θέλετε να έχετε ως, να το, τη θυμάστε και τα υπόλοιπα…». Ήταν πάρα πολλά, δεν μπορούσαμε να έχουμε τόσα βιβλία στο σπίτι, εκεί που μετακομί[00:25:00]σαμε μετά. Η γιαγιά έχει ένα μικρό σπιτάκι. Δεν μπορούσαμε. Ό,τι πήραμε εμείς. Μετά που πούλησε ο μπαμπάς το σπίτι τα ‘δωσε τα βιβλία. Κράτησε κι αυτός μερικά κι εμείς μερικά, είχε πάρει και η, τα παιδιά, τα ξαδέρφια μου είχαν πάρει και αυτά μερικά. Όλοι πήραμε από λίγα και τα υπόλοιπα τα ‘δωσε μπαμπάς.
Ποιο ήταν το αγαπημένο σου σαν παιδί ν’ ακούς;
Ήτανε η «Κοκκινοσκουφίτσα». Είναι το αγαπημένο μου. Και ακόμα και στην κόρη μου αυτό της λέω κάθε βράδυ. Δεν θέλει ν’ ακούσει άλλο παραμύθι. Κάθε βράδυ εγώ της λέω ένα παραμύθι και η γιαγιά άλλο παραμύθι. Εγώ πάντα της λέω την «Κοκκινοσκουφίτσα», ναι.
Σαν παιδιά πώς περνούσατε τον χρόνο σας; Πώς διασκεδάζατε;
Σαν παιδιά βγαίναμε έξω στην αυλή της πολυκατοικίας, να το πω έτσι. Ήταν πολύ μεγάλη. Παίζαμε το λάστιχο, παίζαμε —πώς να στο πω;— το κουτσό που λέτε εδώ, σκαρφαλώναμε στα δέντρα, κάναμε κούνιες και βγαίναμε. Με τις κούκλες μας παίζαμε, στρώναμε κάτω μία κουβερτούλα και παίζαμε. Ή τράπουλα, βρίσκαμε εκείνην τη στιγμή ή πηγαίναμε βόλτες. Κάτι βρίσκαμε να κάνουμε και να παίζουμε. Γι’ αυτό λέω ότι είναι αλλιώς τώρα, αλλιώς. Τότε πάντα βρίσκαμε κάτι να παίζουμε. Και θυμάμαι μια χρονιά που είχαμε σεισμός και ήμανα με τον ξάδερφό μου και με την αδερφή μου και μ’ άλλα παιδάκια και παίζαμε. Και καθόμουν έτσι σ’ ένα μικρό καγκελάκι έτσι και θυμάμαι άρχισε να κουνιέται η γη. Και λέω στον εξάδερφό μου, λέω: «Σταμάτα να κουνάς το κάγκελο!» και μου λέει: «Δεν κουνάω ‘γώ!» και λέω: «Πλάκα με κάνεις;» και λέω: «Όχι!» και λέω: «Σεισμό είναι τώρα;» και μου λέει: «Ναι, σεισμό!». Και τρέχω μέσα για να δω τη γιαγιά, γιατί φοβήθηκα να μην πέσει. Και η γιαγιά μου έχει πέσει μέσα στο ψυγείο. Πήγε να βγάλει το φαγητό, να βγάλει το φαγητό για να μας βάλει να φάμε, γιατί ήταν μεσημέρι. Και εμείς να τραβάμε τη γιαγιά από μέσα και να λέμε: «Παιδάκι μου, βγες έξω! Έχει σεισμό!». «Δεν πειράζει!» λέει «Εγώ πέρασα πόλεμο –λέει– και δεν έπαθα τίποτα. Τον σεισμό –λέει– θα με πειράξει εμένα;». Και δεν ήθελε να βγει έξω από το σπίτι και εμείς να την παρακαλάνε. Αλλά μετά γελούσαμε, δηλαδή μας φαινόταν κάτι αστείο, να βρίσκουμε τη γιαγιά μέσα στο ψυγείο που έψαχνε τις κατσαρόλες, για να βγάλει, και εμείς να την τραβάμε να βγει έξω, γιατί είχε σεισμό και αυτή να μη θέλει να βγει. Λέει: «Και άμα θα πέσει το σπίτι; Τουλάχιστον να είμαι σπίτι. Είναι το σπίτι μου» λέει. «Εσείς βγείτε έξω!» λέει και δεν ήθελε να βγει από κει. Και μετά εμείς το κάναμε σαν πλάκα, το είχαμε και γελούσαμε «Α, ρε γιαγιά! –λέω– Είχαμε σεισμό και εσύ μέσ’ το, μέσ’ το ψυγείο». Ενώ τώρα σεισμό και δεν ξέρεις πού να κρυφτείς. Εγώ τις προάλλες που είχαμε εδώ σεισμό και ήμουν έξω στη βεράντα και άπλωνα ρούχα και δεν ήξερα τι να κάνω. Φοβήθηκα τόσο πολύ. Το μυαλό μου πήγε στην κόρη μου που ήταν σχολείο και λέω: «Τώρα θα κλαίει. Τι θα κάνει το καημένο; Άμα έπεσε το σχολείο... Άμα…». Ναι, ήτανε, ήταν αλλιώς. Ήταν —δεν ξέρω— πιο, πιο ωραία η ζωή από ό,τι είναι τώρα. Πολλές φορές με πιάνει μελαγχολία και θυμάμαι πώς περνούσαμε —τώρα και πώς είμαστε— τότε και πώς είμαστε τώρα. Έχει πάρα, πάρα πολύ μεγάλη διαφορά οι χρονιές από τότε με αυτά τα χρόνια τώρα.
Είπες όμως ότι είχε και δυσκολίες. Είχατε πείνα είπες.
Πείνα. Όχι, δεν θα το πω πείνα, ότι δεν είχαμε τι να φάμε. Απλά ήταν λίγα. Δηλαδή, δικαιούσουν να πάρεις —ας πούμε, πόσοι μέλη της οικογένειας ήσασταν;—, θα έπαιρνες, ας πούμε, από μία μπριζόλα ο καθένας. Αλλά αυτό το έπαιρνες μια φορά την εβδομάδα. Δεν έπαιρνες παραπάνω. Το ψωμί ερχόταν κάθε μέρα και το γάλα και τα αβγά. Και καθόσουν, έπρεπε για να πιάσεις να πάρεις, δηλαδή να μην τελειώσουν, έπρεπε να πας απ’ τις 4 η ώρα στο, ή στον φούρνο ή στο, γιατί όλα ήταν κοντά. Έπρεπε να πας να περιμένεις, για να πάρεις δύο λίτρα γάλα, τα αβγά σου και τα, και το ψωμί. Και επειδή εγώ πεινούσα —επειδή ήμουν πιο μικρότερη, η αδερφή μου ήταν πονηρή και δεν ήθελε να πάει να σηκωθεί το πρωί και έστελνε η γιαγιά εμένα—, σηκωνόμουν και μέχρι να, μέχρι να φτάσει η σειρά μου να πάρω και εγώ ψωμί και μέχρι να φτάσω στο σπίτι, έτρωγα το μισό καρβέλι ψωμί και δεν έφτανε μετά στο σπίτι. Γιατί επιτρεπόσουν να, να πάρεις δύο, δύο —πώς το λένε; πώς το λένε;—
Καρβέλια;
Δυο. Φραντζέλες; Πώς τα λένε;
Φραντζόλες.
Φραντζόλες. Και εγώ τη μισή την έτρωγα μέχρι στο σπίτι. Αλλά η γιαγιά η καημένη δεν με μάλωνε ποτέ, γιατί ήξερε ότι θα πεινάω μέχρι να φτάσω στο σπίτι, να κάθομαι τόσες ώρες. Γιατί ο φούρναρης, αυτοί που έφερναν το ψωμί, το γάλα, ερχόταν 10 η ώρα και εγώ έπρεπε να είμαι στην ουρά να περιμένω, για να πιάνω πρώτη, για να τα πάρω να τα. Και υπήρχε καρτέλα. Δεν υπήρχαν τότε, δηλαδή δεν πληρώναμε τον–. Δεν θυμάμαι και καλά τό[00:30:00]τε αν πλήρωνε η γιαγιά τίποτα τον μήνα, δεν θυμάμαι αυτό. Αλλά θυμάμαι ότι είχαμε κάτι καρτούλες έτσι κίτρινες και έβαζες σφραγίδα, ότι πήρα γάλα, ψωμί και, ναι, κάθε μέρα.
Κι εσύ πήγαινες πριν το σχολείο δηλαδή;
Πριν το σχολείο, ναι. Για αυτό και πήγαινα 4, για να μπορώ να προλάβω, για να μπορώ να φύγω σχολείο. Ναι.
Ανέφερες έτσι και την εκκλησία. Δηλαδή, είχατε καλή σχέση με την–
Ναι.
Θρησκεία;
Ναι. Είμαστε, όπως και εδώ, Ορθόδοξοι. Δεν υπήρχε Κυριακή να μην πάμε εκκλησία, δεν υπήρχε γιορτή. Πάντα η γιαγιά μάς αγόραζε ρούχα να έχουμε για το Πάσχα με δύο μήνες μπροστά. Δεν μας άφηνε να τα φορέσουμε, όσο και αν μας άρεσαν, γιατί έλεγε ότι πρέπει να τα έχουμε καινούρια για το Πάσχα ή για τα Χριστούγεννα. Τότε παπούτσια έλεγε ότι, για να μη μας αγοράζει συνέχεια, γιατί δεν υπήρχαν και πολλά λεφτά, και μας αγόραζε παπούτσι με δύο νούμερα μεγαλύτερο και μας έβαζε πάτους μέσα. Ναι, δεν υπήρχε. Κάθε Κυριακή μάς πήγαινε εκκλησία να μεταλάβουμε, όπως πάν όλοι. Αλλά ήταν πολύ ωραία. Το Πάσχα που πηγαίναμε στην εκκλησία και μαζευόμαστε όλα τα παιδιά και έβγαινε η Ανάσταση, ήτανε… Μετά που τσουγκρούσαμε τα αβγά, να τα βάφουμε, ήταν πολύ ωραία.
Για πες μου λίγο έτσι να θυμάσαι ένα Πάσχα που γιορτάσατε να μας το περιγράψεις. Πώς το περνούσατε;
Μία... Ναι, μια φορά είχαμε πάει σε ένα βουνό, πήγαμε, που έχει και μία, ένα μικρό μοναστηράκι πολύ παλιό. Εκεί έλεγαν ότι είναι —πώς να το εξηγήσω;—, έλεγαν τότε παλιά ότι υπάρχουν —πώς να το πω;— όχι φαντάσματα, ότι υπάρχουν κακά πνεύματα. Και ότι αυτή, αυτό το μοναστηράκι, σ’ αυτό το μοναστηράκι φέρνουν άτομα που έλεγαν τότε ότι έχουν τον Διάολο μέσα. Και μας έτυχε μια φορά το Πάσχα —πρέπει να ήταν Μεγάλη Εβδομάδα— εκείνην τη χρονιά είχαμε πάει σ’ αυτό το, σαν βουνό έτσι ήταν, να περάσουμε εκεί το Πάσχα. Και εκεί έφεραν ένα κοριτσάκι, πρέπει να ήταν 17-16 χρονών, που έλεγαν ότι έχουν τον, τον Διάολο μέσα. Έχουμε φοβηθεί τόσο πολύ που φύγαμε. Αυτό το κοριτσάκι ήταν —τι να σε πω;—, πολύ πολύ μικρούλα, 16-17 να ήταν. Να ουρλιάζει, να είναι τέσσερις άντρες και να μην μπορούν να την κρατήσουν, να πέσει κάτω, να φωνάζει, να ουρλιάζει, να έχει τέτοια δύναμη που οι άντρες δεν μπορούσαν να την κρατήσουν. Και την έβαλαν κάτω και δεμένη —την έδεσαν τα χέρια και τα πόδια να σταματήσει, να μπορεί να τη διαβάζει ο παπάς— κι αυτή από τη δύναμη που είχε, έσκισε το, αυτό που την είχαν δέσει στα χέρια και στα πόδια και άρχισε να τρέχει από κει. Και εμείς ήμασταν, ήταν κάτι καρεκλίτσες που καθόμασταν εκεί και ακούγαμε και εμείς τη λειτουργία. Και μόλις την είδαμε, φύγαμε τρέχοντας. Ούτε Πάσχα κάναμε ούτε τίποτα. Γυρίσαμε στην πόλη. Φοβηθήκαμε τόσο πολύ. Λέω: «Εδώ δεν κάνουμε Πάσχα! –λέω– Θα ‘ρθει και θα μας κάνει και τίποτα!». Και φύγαμε, ναι. Αλλά πιο πολύ κάναμε στην οικογένεια. Αυτή φόρα ήταν η πρώτη φορά που είχαμε φύγει από το σπίτι, δηλαδή μόνες μας. Αλλά κάθε Πάσχα και κάθε Χριστούγεννα πάντα τα κάναμε με τη γιαγιά. Δεν πηγαίναμε πουθενά, δεν την αφήναμε μόνη της. Και αυτό έγινε που μεγαλώσαμε και φύγαμε έτσι λίγο με παρέα. Δεν, όχι, δεν την άφηνε ποτέ μόνη της. Πάντα μαζί στην εκκλησία, πάντα μαζί. Παντού παντού. Και τότε όταν πηγαίναμε επισκέψεις κάπου το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και μας έντυνε όμορφα και μας έλεγε, λέει: «Δεν θα μιλάτε! Θα καθίσετε στην καρέκλα και δεν θα, δεν θα κάνετε, δεν θα κάνετε κιχ!». Και εγώ με την αδερφή μου να καθόμασταν έτσι και μας, όπως μας κερνούσαν με γλυκό του κουταλιού και αυτά και εμείς καμιά φορά με την αδερφή μου δεν μας άρεσαν. Μας άρεσαν δεν μας άρεσαν, έπρεπε να το φάμε, γιατί δεν θα σεβόμασταν την νοικοκυρά. Και μόλις μας έκανε έτσι με τα μάτια, έπρεπε να ξέρουμε ότι θα σηκωθούμε να φύγουμε. Δεν θα μας έλεγε, δεν μας το ‘λεγε με λόγια: «Σηκωθείτε! Φεύγουμε!». Μας έκανε έτσι με τα μάτια και σηκωνόμαστε, «Ευχαριστούμε! Μας άρεσε και το γλυκό!», και ας μη μας άρεσαν. Πάντα μας έλεγε ότι και να μη σ’ αρέσει κάτι, πρέπει να πεις ότι σ’ αρέσει, για να μην προσβάλεις τον άλλον. Ναι, μας… Προσπαθούσε να μας μάθει καλούς τρόπους. Εγώ πιστεύω ότι όντως μας έχει μάθει. Εγώ σαν Αντρέεα, σαν... Αγαπώ πολύ τον άνθρωπο και άμα μπορώ να τον βοηθήσω, θα το κάνω με όλη μου την καρδιά. Αλλά αν και καταλαβαίνω ότι προσπαθεί να με εκμεταλλεύει, έχω νύχια, να το πω έτσι. Αλλά όχι, ούτε μ’ αρέσει να μαλώ[00:35:00]σω ούτε μ’ αρέσει να κουτσομπολεύω. Γιατί πάντα μ’ έλεγε η γιαγιά: «Ό,τι και να ακούσεις και να σε ρωτάει άλλος, εσύ θα πεις δεν ξέρω τίποτα. Και ας, ας άκουσες και ας έβλεπες, δεν θα πεις ποτέ!». Και έτσι, ό,τι ακούω από δω μπαίνει κι από δω βγαίνει. Ούτε μιλάω ούτε τίποτα.
Θυμάσαι όλες τις συμβουλές της γιαγιάς, ε;
Τις θυμάμαι, ναι, γιατί ήταν ωραίες συμβουλές. Ήταν ωραίες συμβουλές. Και μας έλεγε ας πούμε, όταν μας έλεγε: «Θα παντρευτείτε και θα κάνετε οικογένεια. Πρέπει να είστε καλές νοικοκυρές, να μην έχετε το σπίτι…». Πώς πηγαίναμε εμείς στο σπίτι και μια μπλούζα την πετάγαμε αριστερά και μια δεξιά —που λέει ο λόγος— και η γιαγιά τα μάζευε. Και ερχόταν και μας έλεγε: «Πάντα τα ρούχα σας να τα έχετε διπλωμένα ή στην καρεκλίτσα ή στη ντουλαπίτσα σας. Δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί αύριο» λέει. «Μπορεί να έχει σεισμό». Είχε πολύ, πολύ αυτό με τον σεισμό. Τον φοβόταν πολύ, παρόλο που δεν το παραδεχόταν. Πάντα μας έλεγε: «Τα παπουτσάκια σας να είναι πάντα στη σειρά!», «Να ξέρετε να μιλάτε!», «Να είστε πάντα με το ‘‘σεις’’ και με το ‘‘σας’’!», «Δεν θα μιλάς στον άλλον με τον…» —πώς το λένε; Στο εσύ. Πώς να το πω;—.–
Στον ενικό.–
Στον ενικό, ναι —γιατί τώρα αυτά τα μαθαίνω που είναι η μικρή στο σχολείο και δυσκολεύομαι—. Ναι, πάντα μας έλεγε: «Δεν θα μιλάς σε κάποιον στον ενικό! Πάντα θα τον έχεις με το ‘‘σεις’’ και με το ‘‘σας’’!», «Πάντα το καλημέρα να του πεις και ας τον έβλεπες εκατό φορές την ημέρα». Και λέγαμε εμείς, γιατί ήμασταν κοριτσάκια, «Ε, ρε γιαγιά, όλην την ώρα καλημέρα θα πω;». «Έτσι πρέπει! Να είσαι ευγενική! Να είσαι ευγενική, γιατί –λέει– στη ζωή θα μείνεις μόνη σου! Και τι θα κάνεις;» λέει. «Πρέπει να βγάλεις τη ζωή μόνη σου. Και άμα δεν έχεις άνθρωποι να σ’ αγαπάν και να σε εκτιμάν γι’ αυτό που είσαι, πώς θα είσαι; –λέει– Μια ζωή μόνη σου; Γιατί άμα σε βλέπουν ότι δεν είσαι, δεν είσαι καλός άνθρωπος, κανένας δεν θα ‘χεις δίπλα σου!». Και όντως αληθεύει, γιατί το βλέπω σε μένα. Εγώ έχω πολύ καλά πεθερικά. Για μένα είναι σαν τους γονείς μου. Αλλά εφόσον μου φέρονται πάρα πολύ καλά, εγώ δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, να τους φέρομαι άσχημα. Γιατί μου φέρονται άψογα. Οπότε, δεν με αφήνει ο εαυτός μου να τους φέρομαι ή να τους πω μια κουβέντα ή να τους προσβάλλω ή να τους πω κάτι. Και πάντα η γιαγιά με έλεγε: «Θα είσαι, θα είσαι σωστή πάντα. Και ας μην έχεις δίκιο, –λέει– και ας νομίζει ο άλλος ότι είσαι άδικη. Εσύ θα είσαι σωστή. Εσύ θα κάνεις και θα πεις αυτό που πρέπει». «Ούτε να πας –λέει– να κουτσομπολεύεις ούτε…». Ήμουν μικρή και θυμάμαι που πήγα και έκλεψα μία τσίκλα, γιατί δεν ήθελε η γιαγιά να με δώσει για να πάρω τσίκλα, γιατί έλεγε: «Χαλάν τα δόντια!» τότε που ήταν και «Δεν θα φάμε καραμέλες και τέτοια!». Και βέβαια ήμασταν πιο πολλά παιδιά και πήγαμε και κλέψαμε από μια τσίκλα. Ωχ, τι έχω φάει! Τι έχω φάει! «Ποτέ δεν θα απλώνεις χέρι!» λέει. «Καρφί να το βλέπεις κάτω, δεν θα το πάρεις. Θα το πάρεις μόνο, για να το βάλεις στο τραπέζι να το βλέπει αυτός που την έπεσε. Δεν θα απλώσεις!». Με ‘λεγε: «Καλύτερα να σου κοπεί το χέρι παρά να απλώσεις!». Και έτσι είναι και έτσι είναι κι έτσι είναι. Ήταν πολύ σοφή γυναίκα. Ήταν πάρα πολύ. Μας έλεγε: «Θα δείτε! Θα κάνετε και εσείς παιδιά και θα δείτε πώς είναι να μη σας ακούνε και να…», γιατί και εμείς σαν παιδάκια δεν την ακούγαμε ή, ξέρω ‘γώ, λέγαμε: «Ε, γιαγιά!». Την κοροϊδεύαμε, ξέρω ‘γώ, πώς κάνουν τα παιδάκια. Και τώρα και εγώ και η αδερφή μου που έχουμε παιδιά και λέμε: «Πω πω! Πόσο, πόσο δίκιο είχε η γιαγιά!». Να κάθεσαι να το παρακαλάς να φάει, να μη θέλει να φάει εκείνο, να μη θέλει να φάει το άλλο. Και έτσι κάναμε και εμείς. Κι έλεγε–.
Συνεχίζουμε.
Ναι, ήταν πολύ σοφή γυναίκα. Δηλαδή, ό,τι, ό,τι μας έχει πει και ό,τι μας έμαθε έτσι είναι. Και εγώ τώρα που είμαι με την, με την κόρη μου και λέω: «Ωχ, αμάν!», λέω: «Πού είναι αυτή η γιαγιά;» λέω. «Όντως ό,τι έλεγε δηλαδή έτσι είναι;». Και την παρακαλάω: «Φάε εκείνο! Φάε το άλλο!». «Δεν θέλω! Δεν θέλω εκείνο! Δεν το θέλω το άλλο!». «Ε, με έσκασες!», έτσι όπως έλεγε η γιαγιά. «Ε, με σκάσατε!» λέει. «Έφυγε η μαμά σας, –λέει– για να με σκάτε εμένα;» έλεγε τότε, ναι. Έτσι είμαι κι εγώ τώρα —κι όχι μόνο εγώ— και η αδερφή μου και όλος ο κόσμος με τα παιδάκια. Γιατί τα παιδάκια τώρα είναι, είναι λίγο ζαβούτσικα, αλλά γερά να είναι! Αυτό.
Στον δρόμο υπήρχε κόσμος που να ζητιανέυει, να μένει στον δρόμο τότε;
Ναι, υπήρχε. Υπήρχε, όπως υπάρχουν και τώρα, αλλά δεν υπήρχαν τόσο πολλοί. Γιατί; Γιατί τότε, τότε που ήταν, ειδικά όταν ήταν Τσαουσέσκου —αυτά δεν τα θυμάμαι, αλλά τα είχα διαβάσει κι εγώ να σου πω την αλήθεια— τους έπαιρνε απ’ τον δρόμο και τους έβαζε στη δουλειά. «Θες να δουλεύεις; Θα δουλέψεις!», «Δεν θες να δουλεύεις;». Τους έδινε σπίτι, τους έδινε δουλειά και σπίτι. Και ποιος άλλος ήθελε να πάει και να ζητιανεύε[00:40:00]ι; Κανένας! Αλλά άμα δεν το δεχόταν, τον έδιωχνε. Δεν τον άφηνε να μείνει στην πόλη. Τον έστειλε κάπου αλλού. Δηλαδή, σε έβαζε, σε έδιωχνε ο κράτος. Δηλαδή, σαν να πούμε, σαν να με διώξουν εμένα από δω από την Ελλάδα, ναι. Αλλά υπήρχαν και τότε, αλλά όχι τόσο πολλοί όπως είναι τώρα. Για αυτό λέω, γιατί ήταν πιο καλά τότε. Σε έβαζε, σε έβλεπε ότι ζητιανεύεις. «Γιατί ζητιανεύεις;», «Δεν έχω δουλειά. Δεν έχω πού να μείνω», «Ορίστε! Θα σε δώσω εγώ!». Οτιδήποτε, μα καθαρίστρια, μα οτιδήποτε. Δεν υπήρχε έτσι. Και οι γύφτοι, ας πούμε, γιατί και οι γύφτοι άνθρωποι είναι, δεν είναι; Και αυτοί που πήγαιναν και έκλεβαν. «Γιατί κλέβεις;». Πάλι τους έπιαναν. Τότε η αστυνομία ήταν πολύ αυστηρή. Δηλαδή άμα σε συνέλαβαν, έτρωγες πολύ ξύλο. Οπότε, δεύτερη φορά δεν θα σου ξανατολμούσες να κλέβεις. Αλλά για αυτό λέω ότι ήταν καλύτερα τότε. Ούτε υπήρχαν τότε να κλέβεις, ούτε να σκοτώνουν, ούτε να –. Δεν, δεν υπήρχε, γιατί υπήρχε πολύ φόβος από την αστυνομία, από τους μεγάλους —πώς να το πω;—. Πάντα υπήρχε αστυνομία στον δρόμο. Εγώ θυμάμαι είχαμε πάει με μία φίλη μου και περπατούσαμε. Είχαμε πάει σ’ ένα κλαμπάκι τότε, που είχαν αρχίσει να ανοίξουν’ τα κλαμπάκια και αυτά, και ήμασταν 4 η ώρα στον, για να γυρίσουμε σπίτι. Και μας σταμάτησε η αστυνομία, γιατί περπατάμε εκείνην την ώρα. Γιατί δεν επιτρεπόταν δυο μικρά κορίτσια και δεν μας έκαναν κάτι, δεν μας αυτό... Είπαμε ότι ερχόμαστε από το αυτό και μας πήγαν μέχρι στο σπίτι. Ναι, σε κάθε δρόμο υπήρχε αστυνόμος. Δηλαδή από δύο-δύο, δύο-δύο περπατούσαν στον δρόμο σε κάθε περιοχή της πόλης ενώ τώρα… Ενώ τώρα γίνονται…
Εσύ απ’ τη διακυβέρνηση του Τσαουσέσκου θυμάσαι τίποτα; Ήσουνα μικρή τότε.
Ήμουν πολύ, ναι, ήμουν πολύ μικρή. Δεν θυμάμαι και πολλά. Ήμουν μικρή, δεν θυμάμαι.
Ούτε την εκτέλεση;
Α, την εκτέλεση την είδα στην τηλεόραση. Δεν… Και απ’ αυτά που άκουγα ότι τους βρήκαν και τους πήγαν —δεν θυμάμαι τώρα πού— και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ σε ένα χωράφι, έτσι. Δεν… Ήμουν πολύ μικρή.
Πώς αντιδρούσε ο κόσμος όμως; Θυμάσαι;
Μερικοί θύμωσαν, γιατί, γιατί τους θεωρούσαν τον Τσαουσέσκου και τη γυναίκα του καλοί. Γιατί αυτά που έκαναν για το κράτος δεν, ήταν καλά. Άλλοι τον θεωρούσαν ότι δεν είναι καλός. Εντάξει, ο καθένας έλεγε την άποψή του. Εντάξει. Δεν μπορείς να τους ευχαριστήσεις όλους. Αλλά και εγώ τώρα που καμιά φορά μιλάω, έχουμε αυτήν τη συζήτηση και λένε: «Καλά τους έκαναν!». Εγώ δεν το θεωρώ ότι τους έκαναν καλά. Έλεγαν έκλεβαν. Δεν, δεν ξέρω κατά πόσον έκλεβαν και κατά πόσον έκαναν περιουσίες και κατά πόσον –. Αλλά τουλάχιστον εγώ θυμάμαι ότι ο κόσμος είχε τη δουλειά του και είχε το σπιτάκι του. Και από κει και πέρα αυτό ήταν το πιο σημαντικό στη ζωή, να έχεις μια δουλίτσα και ένα σπιτάκι και να είσαι καλά με την οικογένειά σου. Εγώ για αυτό λέω ότι ήταν καλύτερα, απ’ αυτήν την έννοια. Άλλοι το θεωρούν, λέει: «Δεν ήταν! Καλά του, τους έκαναν!». Τώρα δεν ξέρω. Ήμουν πολύ μικρή για να… Δηλαδή, ό,τι έβλεπα στην τηλεόραση.
Πόσα χρόνια έμεινες στη Ρουμανία;
Μέχρι στα 27. Μέχρι, απ’ τις ‘83 μέχρι στις 27, που ήρθα εδώ στην Ελλάδα.
Και πώς το αποφάσισες να αφήσεις τη χώρα σου;
Επειδή είχα μείνει χωρίς δουλειά. Δούλευα και σε σούπερ μάρκετ, δούλευα και σε restaurant έτσι για πίτσα και με φαγητά και ξενοδοχείο. Αλλά είχα μείνει, είχα μείνει χωρίς δουλειά και δεν μπορούσα να βρω με τίποτα. Και κάποια στιγμή έχει έρθει μία φίλη μου, που ήταν ήδη εδώ στην Καρδίτσα, και όπως το συζητούσαμε, με λέει: «Δεν θες να δοκιμάσεις να έρθεις μαζί μου –λέει– να δουλεύεις εκεί που δουλεύω κι εγώ;». Το συζήτησα λίγο στην αρχή με την αδερφή μου, είπα και στον μπαμπά μου. Ο μπαμπάς μου μού λέει: «Είσαι μεγάλη! –λέει– Αν θες να το δοκιμάσεις, δοκίμασέ το!» λέει. «Άμα δεν μπορείς, θα γυρίσεις!». Η αδερφή μου με λέει: «Μα δεν φοβάσαι; Θα πας σε μια ξένη χώρα. Δεν θα ξέρεις πού θα πας. Δεν ξέρεις τη γλώσσα. Δεν ξέρεις…». Ίσα ίσα λίγο αγγλικά ήξερα. Αλλά το τόλμησα. Το τόλμησα. Ήρθα με τη φίλη μου εδώ. Δούλευα εκεί που δούλευε η φίλη μου. Και σιγά σιγά, εντάξει, άρχισα την καθημερινότητά μου. Σιγά σιγά έμαθα και να μιλήσω ελληνικά[00:45:00]. Μετά γνώρισα τον σύζυγό μου, παντρευτήκαμε και έμεινα εδώ.
Πόσο δύσκολο ήτανε να μαζέψεις τα πράγματά σου, να χαιρετήσεις τους ανθρώπους σου;
Δύσκολο, δεν νομίζω να... Πώς να το πω; Όχι δύσκολο. Λυπόμουν που θα τους αφήσω, θα τους αφήσω μόνοι τους. Εγώ μεγάλωσα μαζί με τον ανιψιό μου, μεγάλο ανιψιός μου. Τον είχα σαν να είναι ο αδερφός μου ο μικρός. Πιο πολύ να σου πω τα ανίψια μου τα σκεφτόμουν, γιατί θα μου έλειπαν πολύ και μου λείπουν, παρόλο που είναι μεγάλα τώρα και μιλάμε καθημερινά και πιο πολύ ο μπαμπάς μου. Γιατί σκεφτόμουν: «Μικρή σαν παιδάκι δεν τον είχα και τόσο κοντά. Τώρα θα φύγω, πάλι δεν θα τον έχω κοντά». Αλλά, εντάξει, λέγαμε, έλεγα ότι θα ‘ρθω, θα πάω πιο συχνά. Στην αρχή πήγαινα πολύ συχνά να τους βλέπω και αυτό. Όμως, μετά παντρεύτηκα, έμεινα έγκυος, δεν μπορούσα να πάω τόσο συχνά. Αλλά τώρα που είναι το internet και αυτό, βλεπόμαστε κάθε μέρα. Αλλά, εντάξει, κάθε φορά που έφευγα, ο μπαμπάς μου έκλαιγε, το ίδιο και η αδερφή μου, ναι, και όλοι.
Ο μπαμπάς τότε πού δούλευε;
Ο μπαμπάς δουλεύει σε μία εταιρεία που ασχολιόταν με χημικά. Αλλά μετά, επειδή ήταν συνέχεια σε ορθοστασία, κάτι έχει πάθει στα πόδια, στα κόκκαλα και αυτά τριβόταν και έπρεπε να βάλει σαν σίδερα, έπρεπε να εγχειριστεί. Και μετά βγήκε σε σύνταξη λόγω που μετά δεν μπορούσε να είναι όρθιος, λόγω που έκανε τις εγχειρήσεις στα πόδια και στη μέση και βγήκε σε σύνταξη. Μετά άνοιξε ένα σαν, σαν μαγαζάκι έτσι με τσιγάρα, γλυκά —γλυκά;—, δηλαδή μπισκότα, αναψυκτικά και τέτοια. Έτσι ασχολιόταν λίγο μ’ αυτά, μέχρι που έπαθε εγκεφαλικό και δεν μπορούσε μετά ν’ ασχοληθεί. Το ‘κλεισε. Ναι.
Οπότε, σας συντηρούσε ο μπαμπάς ή η γιαγιά τότε, όταν ήσασταν μικροί;
Τότε; Η γιαγιά. Αλλά μια φορά τον μήνα μάς, κοίτα, μας έδινε και ο μπαμπάς. Όχι ότι ήταν τελείως δεν αυτό... Μας έδινε κάπου κάπου, αλλά όχι δηλαδή ας πούμε κάθε μήνα, κάθε μήνα, κάθε μήνα, ας πούμε. Να έχουμε, ας πούμε, εκατό ευρώ, μάς τα ‘δωσε ο μπαμπάς, κάθε μήνα μάς τα δίνει. Όχι. Κάπου κάπου μας έδινε. Δηλαδή, άμα πηγαίναμε εμείς και του ζητούσαμε ότι θέλω να πάρω κάτι, θέλω να πάρω το άλλο, δεν μας έλεγε όχι. Μας έδινε, αν είχε φυσικά, εντάξει. Δεν μπορώ να πω ότι μας –. Μετά που πέθανε η προγιαγιά και πήγαμε να μείνουμε στη, στον μπαμπά, εμείς δουλεύουμε ήδη, οπότε… Εντάξει, βοηθούσαμε και μεις στο σπίτι. Ο μπαμπάς πλήρωνε τα μεγάλα, το ρεύμα, το νερό, αυτά και μεις τα φαγητά και αυτά που θέλαμε εμείς. Αλλά τα πιο πολλά τα πλήρωνε ο μπαμπάς. Αλλά μετά από κάποιες μήνες, για να βοηθήσουμε και εμείς τον μπαμπά, γιατί, εντάξει, δυσκολευόταν κι αυτός αρκετά, πληρώναμε και εμείς μισά μισά. Δηλαδή, βάζαμε κι εμείς και οι τρεις, εγώ, η αδερφή μου και ο μπαμπάς μου. Βάζαμε όλοι και οι τρεις λεφτά, ας πούμε για το ρεύμα, για το νερό, για τα σκουπίδια, για την τηλεόραση, [Δ.Α.]. Αυτά, ναι.
Και σαν νέες κοπέλες πού διασκεδάζατε τότε;
Το καλοκαίρι είχαμε σαν —πώς να σε πω;— σαν, έδιναν, έκαναν πάρτι σε ένα πάρκο που ήταν έξω. Εκεί πηγαίναμε ή πηγαίναμε κινηματογράφο. Εντάξει, είχαμε πού να πάμε. Μετά τα τελευταία, άνοιξαν τα εμπορικά κέντρα, πηγαίναμε για πίτσα, πηγαίναμε… Εντάξει.
Τώρα όποτε επιστρέφεις πίσω, πώς νιώθεις που βλέπεις την πόλη σου;
Το νιώθω λίγο ξένο, γιατί δεν είναι όπως ήταν παλιά. Και οι δρόμοι άλλαξαν πάρα πολύ. Δηλαδή, να σε δώσω παράδειγμα: για να φτάσω ‘γώ στον σταθμό, ήξερα έναν δρόμο. Τώρα έφτιαξα άλλον δρόμο. Δηλαδή, άλλαξαν πάρα πολλά. Δηλαδή, δεν είναι η πόλη που ήξερα εγώ, που ήταν όλο πρασινάδα, όλο λουλούδια, όλο παγκάκια. Τώρα είναι όλο μαγαζιά, όλο εμπορικά, όλο καφετέρια. Εντάξει, οι παιδικές χαρές δεν με πειράζουν, μου αρέσουν. Όλο πάρκινγκ παντού. Δηλαδή, δεν είναι… Όλο μεγάλα κτήρια. Δεν βλέπεις τα παλιά τα σπίτια, που ήταν, που χαιρόσουν δηλαδή, χαιρόσουν να τα βλέπεις. Το μόνο που έμεινε τώρα, που είναι το ίδιο, δεν άλλαξε, είναι η Επισκοπία, η εκκλησία που ήταν εκεί δίπλα μας. Τι άλλο; Τον κινηματογράφο και αυτόν τον έκαναν εκεί που τραγουδάν όπερα. Άλλαξαν πάρα πάρα πολλά, πάρα πολλά. Και τον σταθμό έμεινε το ίδιο. Δεν άλλαξαν τίποτα. Άλλα τα άλλα, τ’ άλλαξαν πάρα πολλά, πάρ[00:50:00]α πολλά.
Το μετανιώνεις καμιά φορά που έφυγες;
Όχι. Δεν το μετανιώνω. Απλά μου λείπει. Όσο και να αλλάξει, μου λείπει η πόλη μου. Τα Χριστούγεννα στολίζουν πάρα πολύ ωραία. Είναι πολύ ωραίο, ωραία πόλη. Την αγαπάω, αλλά δεν μετανιώνω, γιατί εδώ η Ελλάδα για μένα είναι δεύτερη πατρίδα μου. Κι εδώ είναι η οικογένειά μου για μένα τώρα. Όχι ότι ο μπαμπάς μου και η αδερφή μου δεν είναι. Προς Θεού! Αλλά απ’ τη στιγμή που έχω παιδί, εδώ πιστεύω ότι ανήκω.
Τον πρώτο καιρό στην Ελλάδα πώς ήτανε;
Δυσκολευόμουν. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Νόμιζα ότι μιλάνε εμένα και λένε: «Πώς είναι έτσι;», «Δεν ξέρει τίποτα». Αλλά, εντάξει, μετά το συνήθισα. Γιατί; Γιατί συνάντησα καλοί άνθρωποι, πάρα πολύ καλοί άνθρωποι. Έχω μία φίλη Ελληνίδα. Δεν έχω φίλες απ’ τη χώρα μου, μόνο Ελληνίδες, και η κοπέλα που, μόνο μ’ αυτή η κοπέλα που ήρθα έχουμε επαφές, αλλά μετακόμισε σε άλλη πόλη με τον άντρα της. Οπότε, έμεινα μόνη μου εδώ. Αλλά έχω φίλες Ελληνίδες που είναι πολύ καλά και τις αγαπάω και με αγαπάνε και τις εκτιμάω. Αλλά όσο και να ‘ναι, μου λείπει η χώρα μου. Ειδικά Πάσχα, Χριστούγεννα με πιάνει μία μελαγχολία.
Έτσι όπως βλέπεις εσύ ότι ζει εδώ πέρα ο κόσμος και πώς μεγαλώνεις το παιδί σου, βλέπεις διαφορές σε σχέση με τη Ρουμανία;
Ναι, γιατί εδώ είναι λίγο πιο ανοιχτά μυαλά. Ενώ στη Ρουμανία είναι λίγο πιο, πιο κλειστοί στο μυαλό, έτσι. Αλλά, όπως και να είναι, είναι η χώρα μου, εντάξει. Παράδειγμα, η κόρη μου δεν θέλει να μαθαίνει τη γλώσσα μου, δεν την αρέσει. Αλλά ούτε εγώ την πιέζω, αν και θα μ’ άρεσε να μάθει. Δεν ξέρω, πιστεύω ότι οι άνθρωποι εδώ είναι πιο —πώς να το πω; —, πιο εξελιγμένοι, πιο —πώς να το πω;—, πιο ανοιχτά μυαλά. Αυτό. Ναι.
Τη γλώσσα πώς την έμαθες;
Ωχ! Τη γλώσσα; Τη γλώσσα είχα εκεί που δούλευα, ήταν μια κοπέλα Ελληνίδα, και αυτή κάθε μέρα καθόταν μ’ εμένα, όταν είχαμε έτσι διάλειμμα, και με ‘λεγε: «Πάρε τετράδιο και θα τα γράφεις όλα όπως τ’ ακούσεις!». Αλλά επειδή όπως τ’ άκουγα και εγώ τ’ άκουγα λάθος, εννοείται ότι τα έλεγα και λάθος. Δεν λέω ότι τώρα δεν κάνω λάθος, —προς Θεού!— δεν μιλάω απίστευτα. Αλλά μετά που ζούσα και μες με Έλληνες και αυτά, οπότε ήταν πιο εύκολο. Εντάξει, δεν δυσκολεύτηκα πολύ να, να μαθαίνω, γιατί μου άρεσε αυτή η γλώσσα. Μου άρεσε.
Ωραία. Εγώ έχω ολοκληρώσει έτσι μ’ αυτά που ήθελα να σε ρωτήσω. Εσύ αν θα ήθελες να προσθέσεις κάτι για το τέλος.
Τι να σε πω; Για το…; Τι; Από εκεί ή από δω;
Όχι. Αν θα ήθελες εσύ, αν κάτι έχεις που θα ήθελες να προσθέσεις. Εγώ είμαι εντάξει.
Δεν νομίζω. Δεν… Δεν έχω.–
Εντάξει. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Αντρέεα!
Κι εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ!