© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Τα πιο σημαντικά χρόνια (Μέρος B')
Istorima Code
12462
Story URL
Speaker
Παύλος Μελάς (Π.Μ.)
Interview Date
01/01/2021
Researcher
Αικατερίνη Βλαχάκη (Α.Β.)
Καλησπέρα σας
[00:00:00]
Καλησπέρα.
Θα μας πείτε το όνομά σας;
Μελάς Παύλος.
Είναι Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021. Είμαι με τον κύριο Παύλο Μελά, ο οποίος βρίσκεται στην Ηλιούπολη. Εγώ ονομάζομαι Κατερίνα Βλαχάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και βρίσκομαι στην Κυψέλη της Αθήνας και η συνέντευξή μας πραγματοποιείται μέσω Skype. Κύριε Μελά…
Θα ήθελα να σας αφηγηθώ μία ιστορία όσον αφορά τα ταξίδια μου που είχα με το εμπορικό ναυτικό, όταν έκανα το εκπαιδευτικό μου ταξίδι για να πάρω ένα ναυτικό δίπλωμα και να το χρησιμοποιήσω στην υπηρεσία μου, σαν κυβερνήτης στο λιμενικό σώμα, στα περιπολικά σκάφη. Έχει σχέση με τον νόμο των πιθανοτήτων. Αρχίζω λοιπόν. Ταξιδεύαμε από τον Κόλπο του Μεξικού, συγκεκριμένα από την Τάμπα, Φλόριντα, Γενάρης του 1979, φορτωμένοι φωσφάτο. Πηγαίναμε στη Χάβρη της Γαλλίας. Είχαμε ξεκινήσει από μετά τα Χριστούγεννα, που κάναμε εκεί στην Τάμπα, Φλόριντα, της παραλίας. Με μπάνιο Χριστουγεννιάτικα, Δεκέμβρης μήνας, ενώ εδώ η Ευρώπη, η Ελλάδα μας είχε χειμώνα. Ήταν μια απίθανη παραλία, μέσα σε εισαγωγικά βάζω τώρα, μια λεπτομέρεια. Μια απίθανη παραλία της Τάμπα, Φλόριντα, η οποία είχε αμμουδιά καμωμένη από τριμμένα όστρακα. Μία λεπτομέρεια αυτή. Λοιπόν, ταξιδεύαμε κι εγώ είχα τη βάρδια σαν ανθυποπλοίαρχος 12:00-04:00. Να ξέρετε ότι –για πληροφορία σας λέω– ότι οι βάρδιες στα καράβια είναι τετράωρες, 080:00-12:00 πρωί-βράδυ, 12:00-04:00 μεσημέρι-βράδυ και 04:00-08:00 το ίδιο ας πούμε, πρωί-βράδυ. Εγώ είχα τη 12:00-04:00. Ταξιδεύαμε κι είχαμε φτάσει σχεδόν ανοιχτά του Κόλπου του Βισκαϊκού και είχα αρχίσει τη βάρδιά μου με μια σκοτεινή, πολύ σκοτεινή βραδιά, με μία θάλασσα γιαούρτι. Γιατί εκτός από τις τρικυμίες που μας δίνει η θάλασσα, έχει και τις απίθανες ηρεμίες της, που βλέπεις μια θάλασσα γιαούρτι και ένα σκοτάδι πυκνό που λέμε ότι κόβεται με μαχαίρι. Πλήρης νύχτα, σκοτάδι και το μόνο φως που έχεις είναι η οθόνη της πυξίδας και η οθόνη του ραντάρ. Και μοναδική σου παρέα ανθρώπινη ο τιμονιέρης. Που και αυτός, μην έχοντας τι να κάνει, κάθεται αμίλητος, όντας ξένος κι αυτός. Και ταξιδεύεις. Το πλοίο, το τιμόνι στον αυτόματο πιλότο και περιμένεις να περάσει η βάρδιά σου. Λοιπόν, τι να κάνεις αυτήν την ώρα που δεν περνάει η ώρα όταν δεν έχεις να ασχοληθείς με κάτι. Ένα φωτάκι μόνο στο δωμάτιο των χαρτών και μπορείς να περιμένεις να κόψεις το σκοτάδι με ένα βλέμμα μόνο. Για να περάσει η ώρα λοιπόν, τι κάναμε τότε; Πηγαίναμε στον ασύρματο, που είναι μόνιμα σε μια θέση συχνότητας για να ακούς και να δίνεις πληροφορίες και για έκτακτες ανάγκες, και γυρίζαμε τη συχνότητα για να μην ενοχλούμε. Και λέγαμε το στερεότυπο, αφού αλλάζαμε συχνότητα: «Ακούει κανένας Έλληνας;» Λοιπόν έκανα κι εγώ αυτό για να περάσει η ώρα, αφού το πηδάλιο ήταν στον αυτόματο και ήταν πλήρης ησυχία και τάξις στον πλου. Κάνω κι εγώ αυτό, την αλλάζω τη συχνότητα και φωνάζω: «Ακούει κανένας Έλληνας;» «Έλα, σε ακούει το Ελίζα!» ακούω από την άλλη φωνή. «Είμαι ο ανθυποπλοίαρχος από το Irish Rhapsody –που ήταν το πλοίο μας– και ταξιδεύουμε από Κόλπο Μεξικού για Χάβρη». «Εμείς κατεβαίνουμε, πάμε για Βανκούβερ». «Τι κάνεις; Πώς τα περνάς εκεί στην βάρδιά σου;» «Καλά, καλά, μια χαρά. Ησυχία, ηρεμία, τα ταξίδια, η οικογένεια...» Λεπτομέρειες[00:05:00]. «Για μίλα μου, για μίλα μου» μου λέει η άλλη φωνή. Σε μια στιγμή «Μήπως σε λένε Παύλο;» Κόκαλο εγώ. «Ναι». «Έμενες στην Καλλιθέα με τον Δημήτρη τον Τσατσάκη;» «Ναι». «Είχες ένα μηχανάκι φλορέτα που πήγαινες τον αδελφό του βόλτες;» «Ναι». «Είσαι ο Παύλος ο Μελάς;» «Ναι!» Τρελάθηκα! Τι είχε συμβεί; Όταν ήμουνα στην Καλλιθέα, εργένης, με έναν συγκάτοικο από την Κρήτη, τον Δημήτρη τον Τσατσάκη –φοιτητής αυτός, εγώ στον Πειραιά υπηρετούσα– μοιραζόμαστε ένα διαμέρισμα, δυαράκι, και φιλοξενούσε πού και πού τον αδελφό του που ήτανε μικρότερος και πήγαινε στη σχολή ασυρματιστών του εμπορικού ναυτικού. Πράγματι, ερχότανε τα Σαββατοκύριακα, πηγαίναμε βόλτες. Τον πήγαινα βόλτες με το μηχανάκι μου. Και μετά έφυγα εγώ, πήγα στη σχολή πλοιάρχων στις Οινούσσες. Αυτός έφυγε, τελείωσε τη σχολή του, μπάρκαρε. Έγινε λοιπόν ασυρματιστής. Και ποιος ήταν αυτός λοιπόν ο οποίος μιλούσα με το «Ελίζα» εγώ από το «Irish Rhapsody»; Ο Ζαχαρίας ο Τσατσάκης, ο Ζαχάρης, που είχαμε ανταμώσει τότε σαν νέοι –πιο νέοι ας πούμε– και βρεθήκαμε στη μέση, στον Ατλαντικό, στο πουθενά. Λοιπόν, πόσο σχέση έχει αυτό; Πόσες πια πιθανότητες υπάρχουν να συναντήσεις μέσω ασυρμάτου έναν φίλο σου από τα παλιά; Λοιπόν, περιττό να σας πω ότι η βάρδια 12:00-04:00 εκείνη τη νύχτα πέρασε διηγούμενοι τα δικά μας. Αυτό ήτανε ένα πολύ συγκινητικό στιγμιότυπο από τη ζωή στα καράβια και μου ’χει μείνει ανεξίτηλο. Και πού και πού το θυμόμαστε όταν μιλάμε και συζητάμε και συγκινούμεθα ακόμα. Αυτό ήταν μια εμπειρία όσον αφορά τη σχέση των πιθανοτήτων και δεν ξέρω αν έχει ενδιαφέρον να την ακούσει ή να την περιγράψει κανείς κάπου αλλού.
Φοβερή σύμπτωση.
Ναι, πάρα πολύ. Για μένα πάντως μου έχει μείνει εντυπωμένη μέσα στη συνείδησή μου. Τώρα, θα ήθελα να συνεχίσω, αν ενδιαφέρει, από παραστάσεις παιδικών μου χρόνων.
Βεβαίως.
Όταν ήμουν παιδί, μαθητής, ο πατέρας μου λόγω του ότι ήτο δημόσιος υπάλληλος έπαιρνε μεταθέσεις σε διάφορα… Και θέλω να πω τις παραστάσεις που είχα σαν παιδί από τα διάφορα μέρη στα οποία μετατίθεντο και τοποθετείτο ο πατέρας μου και παραστάσεις τις οποίες δεν έχουν τα παιδιά τα σημερινά. Παραδείγματος χάριν, όταν ήμαστε σε μία κωμόπολη, στο Λεβίδι έξω από την Τρίπολη, στο σπίτι μας δίπλα ήτανε ένα γύφτικο. Το γύφτικο τι ήτανε τότε; Το σιδεράδικο το σημερινό. Λοιπόν, εμένα μου άρεσε να πηγαίνω στο σιδεράδικο αυτό να τραβάω το φυσερό, να βάζει ο σιδεράς –ο γύφτος ο λεγόμενος– το σίδερο στη φωτιά να γίνεται κόκκινο, κατακόκκινο και να το χτυπάει πάνω στο αμόνι και να διαμορφώνει διάφορα εργαλεία. Αξίνες, τσάπες, αλέτρια… Και μ’ είχε εντυπωσιάσει αυτό. Εγώ σαν παιδάκι 8-9 χρονών να τραβάω το φυσερό και να βλέπω αυτόν τον μάστορα –τον καλλιτέχνη στα μάτια μου– να διαμορφώνει ένα άμορφο σίδερο σε ένα χρήσιμο εργαλείο για να το χρησιμοποιήσει ένας άλλος άνθρωπος. Ο αγρότης, ο σιδεράς, ο χτίστης και διάφορα… Εντύπωση μού έκανε όταν περνούσε τις ρόδες, οι σιδερένιες ρόδες των κάρων. Δεν ξέρω αν ξέρεις τα κάρα ή τις άμαξες που είχαν ρόδες ξύλινες και γύρω γύρω είχε ένα στεφάνι σιδερένιο. Λοιπόν, αυτό το σιδερένιο στεφάνι για να έχει πλήρη εφαρμογή, το έκαιγε σε αυτό το καμίνι, γινόταν κόκκινο, διεστέλλετο, το πέρναγε στη στρογγυλή ξύλινη ρόδα και την πέρναγε καυτή έτσι όπως ήταν το σίδερο και μετά το έβρεχε. Κι αυτό εσυστέλλετο αυτόματα κι έσφιγγε και δεν έβγαινε με τίποτα. Έπρεπε να σπάσει όλη η ρόδα για να βγει το σίδερο. Ήμουνα τόσο εντυπωσιασμένος απ’ αυτή τη δουλειά. Και πέρναγα τις ελεύθερες ώρες που μ’ άφηνε η μάνα μου να παίξω, πήγαινα εκεί. Μία άλλη ωραία παράσταση που μου ’χει μείνει απ’ αυτό το χωριό ήταν το βαρελάδικο που ήτανε δίπλα πάλι[00:10:00] πιο αριστερά απ’ το σπίτι μας. Που ’τανε δυο βαρελοποιοί που φτιάχναν τα βαρέλια τότε είτε για κρασί είτε για τυρί είτε για οποιαδήποτε άλλη χρήση. Λοιπόν έπαιρναν τις δούγες –οι δούγες είναι οι τάβλες που αποτελούν το βαρέλι– και ο ένας απέναντι απ’ τον άλλον έστηνε τις δούγες όρθιες και περνούσαν τα στεφάνια για να τις στερεοποιήσουν. Κι είχαν ένα σφυρί και ένα ειδικό εργαλείο κι ερχόντουσαν γύρω γύρω και χτύπαγαν με ρυθμό «τακ τακ τουκ, τακ τακ τουκ» κι αυτός ο ρυθμός μού έχει μείνει ακόμα. Είναι σαν μουσική. Και να βλέπεις ένα σωρό από τάβλες να διαμορφώνονται σε ένα ωραίο βαρέλι. Είτε μεγάλο για κρασί, είτε μικρό για τυρί, είτε για νερό, βαρελίτσες μεγάλες διάφορες. Και μου έχουν μείνει αξέχαστες αυτές οι εντυπώσεις που έβλεπα τους βαρελοποιούς αυτούς να φτιάχνουν τα αντικείμενα αυτά. Μία άλλη ωραία ιστορία που έχω ανάμνηση, μία ωραία εικόνα που έχω από το Λεβίδι ήταν ότι το σχολείο μου ήταν στο άκρο του χωριού κάτω κάτω σε μία κατηφόρα. Κι όταν το χειμώνα χιόνιζε, που είχαμε χιόνι τουλάχιστον για ένα μήνα –το λιγότερο–, και βάζαμε τις τσάντες μας εν είδει ελκήθρου κι ανεβαίναμε πάνω και φτάναμε από το σπίτι μέχρι το σχολείο με την τσάντα, τσουλώντας. Αλλά το αντίθετο όταν ανεβαίναμε στο σχόλασμα. Άντε να ανέβεις τόση ανηφόρα! Και να βγαίνεις με τη γλώσσα έξω και να φτάνεις στο σπίτι για να φας τη ζεστή φασολάδα ή το ζεστό, τον καυτό τραχανά που είχε έτοιμο η μητέρα. Αυτό έτσι ήταν μια ωραία… Μια άλλη όμως άσχημη περίοδος ήταν τότε, μια άσχημη εικόνα, στο ίδιο χωριό, όταν ήμουν στο επάνω σχολείο. Γιατί το χωριό είχε δύο σχολεία και τον ένα χρόνο εγώ –επειδή οι γονείς μου ψάχνανε τον καλύτερο δάσκαλο, την καλύτερη δασκάλα– τον έναν χρόνο πήγα στο πάνω σχολείο και τον άλλο χρόνο στο κάτω σχολείο. Τον πρώτο χρόνο που ήμουνα στο πάνω σχολείο, ήταν διθέσιο το σχολείο. Πρώτη-δευτέρα-τρίτη σε μια αίθουσα, τετάρτη-πέμπτη-έκτη σε άλλο σχολείο. Ήτανε μία ημέρα κακοκαιρίας, τρομερή κακοκαιρία, βροχές, αστραπές. Εμείς φοβισμένα μέσα τα παιδιά. Και σε μια στιγμή ρίχνει έναν κεραυνό και πέφτει επάνω στο σχολείο. Στην τάξη στην αίθουσα της πρώτης-δευτέρας-τρίτης. Άνοιξε μια μεγάλη τρύπα στη γωνία. Ευτυχώς έπεσε πίσω από τη δασκάλα, η οποία ως εκ θαύματος σώθηκε. Φύγαν όλα τα παιδάκια και ήρθαν στη δικιά μας αίθουσα. Και περιμέναμε να νυχτώσει, για να τελειώσει αυτή η νεροποντή για να μπορέσουμε να φύγουμε. Όντως είχαμε τότε Άγιο και σωθήκαμε. Και μου έχει μείνει αξέχαστη αυτός ο εκκωφαντικός θόρυβος.
Τρανταχτήκατε; Πώς ήταν εκείνη τη στιγμή που έπεσε ο κεραυνός;
Τρομερά… Δηλαδή μια λάμψη τρομερή, ένας τρομερός θόρυβος που ένιωσες τ’ αυτιά σου να κουδουνίζουν. Την άλλη μέρα που τελείωσε και πήγαμε και είδαμε την τρύπα στο σχολείο στην άλλη αίθουσα, κάναμε το σταυρό μας. Κι όλο το χωριό πέρναγε να δει την τρύπα που άνοιξε ο κεραυνός στο σχολείο. Αυτό ήταν μια άλλη... αυτό το χωριό. Λοιπόν τα καλοκαίρια όταν τελείωνε το σχολείο –όπου και να βρισκόμαστε– η μητέρα μου όταν τελείωνε το σχολείο, επειδή κατάγετο από την Ερμιόνη, μ’ έστελνε στην Ερμιόνη. Που και η Ερμιόνη είναι μια απίθανη κωμόπολη με θάλασσα. Είναι χτισμένη σε μια χερσόνησο και καταλήγει σ’ ένα ωραίο δάσος, το λεγόμενο Μπίστι. Όταν κλείνανε τα σχολεία, μ’ έβαζε στο λεωφορείο και μ’ έστελνε στην Ερμιόνη. Εκεί στην Ερμιόνη είχα πολλούς θείους, γιατί η μητέρα μου ήταν 14 αδέλφια. Ένας απ’ τους θείους μου είχε μπακάλικο. Να φανταστείτε, τη δεκαετία του ’50 εκείνο το μπακάλικο, το παντοπωλείο που ’χε ο θείος μου ήταν μια μικρογραφία ενός σημερινού σουπερμάρκετ. Μόνο που δεν είχε κρέατα, ψάρια και λαχανικά, διότι τότε είχαμε το οπωροπωλείο, είχαμε το κρεοπωλείο και κάθε είδος. Αλλά ο θείος μου είχε στο μπακάλικο αυτό από υφάσματα μέχρι [00:15:00]κάρβουνα στο υπόγειο. Οι νοικοκυρές και οι μοδίστρες έραβαν τότε και κάθε κυρία που έραβε το φόρεμά της ερχότανε στον θείο μου να ντύσει κουμπιά στο ίδιο χρώμα του υφάσματος που είχε το φόρεμά της. Κι είχε μία μηχανή που έντυνε κουμπιά και είχε σε διάφορα μεγέθη από μικρά μέχρι τεράστια. Μου έμαθε λοιπόν να ντύνω τα κουμπιά και ήταν η καλύτερή μου απασχόληση όταν ερχόταν η κυρία με το πανάκι. Όταν την έβλεπα να βαστάει στα χέρια της πανί έκανα χαρά ότι θα ντύσω τα κουμπιά, τα κουμπάκια. Έπαιρνα τη μηχανή, έκοβα με το ψαλιδάκι το κομματάκι το ύφασμα, το ’βαζα στην αντίστοιχη θέση που είχε. Έπαιρνα το αντίστοιχο κουμπάκι, κάλυκα που είχε ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό και με μία πίεση, μ’ έναν λεβιέ, έβγαινε ένα όμορφο κουμπάκι. Και μου άρεσε πάρα πολύ. Η χειρότερή μου βέβαια ασχολία ήτανε να πάω να βάλω κάρβουνα στο υπόγειο και πετρέλαιο. Η άλλη όμορφη ασχολία ήταν να κατέβω στο λιμάνι. Γιατί η Ερμιόνη είναι έτσι αμφιθεατρικά χτισμένη επάνω σ’ αυτήν τη χερσόνησο. Και επειδή ο θείος μου είχε και αμύγδαλα ψίχα, έφερνα σε διάφορα εργαστήρια ζαχαροπλαστικής αμύγδαλα ψίχα. Λοιπόν, όταν είχαμε τέτοια παραγγελία, έπαιρνα εγώ τ’ αμύγδαλα και τα πήγαινα στο λιμάνι κάτω. Γιατί τα περισσότερα εργαστήρια ζαχαροπλαστικής ήταν στο λιμάνι. Δεν με πείραζε η ανηφόρα και η κατηφόρα που κατέβαινα, αλλά με ενθουσίαζε ότι θα έβλεπα τις βάρκες και τ’ άλλα πλεούμενα στο λιμάνι.
Γιατί δεν σας άρεσε η ασχολία με το πετρέλαιο;
Το πετρέλαιο γιατί; Γιατί μύριζαν τα χέρια μου, έπρεπε να πιάσω το μπουκάλι της νοικοκυράς που ερχόταν να πάρει πετρέλαιο, φωτιστικό πετρέλαιο, πετρέλαιο θέρμανσης και κάρβουνα που ήταν όλο σκόνη και μουντζούρα. Κι έπρεπε να πάω να πλυθώ, να πάω πάλι να πιάσω να σερβίρω φασόλια ή να βάλω ρεβίθια ή φακές ή να πιάσω ύφασμα να μετρήσω, να κόψω. Κι όλα αυτά ένα παιδάκι δεκαετία του ’50 που τα ’χα μάθει και τα ’παιζα στα δάχτυλά μου. Αλλά αυτό οφείλεται στον θείο μου, ο οποίος ήταν πάρα πολύ ειδικός στο να σου μεταδίδει. Είχα έναν άλλο θείο ο οποίος ήταν κι αυτός ωραίος. Γιατί είχαμε δύο θείους με μπακάλικο. Ο άλλος ήταν πρόσφυγας απ’ τη Μικρά Ασία. Και πήγαινα και σ’ αυτό το μπακάλικο, γιατί δυστυχώς ο θείος που σου ανέφερα προηγουμένως πέθανε νωρίς, 46 χρονών. Και μετά αφού δεν είχα εγώ αποκούμπι, πήγα στον άλλον. Κι έγινα μπακαλογατάκι στον άλλο θείο, ο οποίος ήταν πρόσφυγας, ήτανε από τη Μικρά Ασία. Και δεν τον λέγανε ο Προβελεγκάτος, ο Βασίλης ο Προβελεγκάτος, τον λέγανε «ο πρόσφυγας». «Πού θα πας;» «Στον πρόσφυγα». Και πήγαιναν να πάρουν στον πρόσφυγα το ονομαστό τουλουμοτύρι. Το τουλουμοτύρι ήταν ένα τυρί το οποίο ήταν μέσα σε τουλούμι. Το τουλούμι τι ήταν; Το τουλούμι ήταν δέρμα από κατσίκι, από γίδα με τις τρίχες από μέσα. Το γύριζαν λοιπόν και είχε τέτοια επεξεργασία, που έβαζαν μέσα το τυρί και διατηρείτο. Αλλά ήτανε μία νοστιμιά, ένα απίθανο! Αυτό ήταν λοιπόν το περιβόητο τουλουμοτύρι που ερχόνταν να πάρουν από τον θείο μου τον Βασίλη τον πρόσφυγα. Αυτός ήτανε ο πρώτος.
Γνωρίζετε λεπτομέρειες σχετικά με τις συνθήκες που έφτασε στην Ελλάδα ο θείος σας ως πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία;
Ο θείος μου αυτός ο πρόσφυγας έφυγε τότε το ’22 και αφηγείτο τις κακουχίες που επέρασαν τότε και πώς μπόρεσε και σώθηκε και ήρθε αυτός κι ο αδελφός του. Γιατί δεν μας είπε ποτέ για τους γονείς του. Γιατί ήτανε δύο αδέλφια, ήρθαν από τότε κι άνοιξαν κι οι δύο παντοπωλείο. Και οι οποίοι ορθοπόδησαν στην Ελλάδα γιατί αυτοί οι Μικρασιάτες ήταν τρομερά νοικοκυραίοι και τρομερά δουλευταράδες. Να φανταστείς ο θείος μου αυτός ο Προβελεγκάτος που ήρθε από το πουθενά και έφτιαξε μπακάλικο, έφτιαξε αμπέλια, έφτιαξε αμυγδαλεώνα, έφτιαξε φιστικιές. Δηλαδή ήτανε αξιέπαινοι οι άνθρωποι. Και το λυπηρό είναι με τον πρώτο μου θείο που είπαμε που είχε υφάσματα μέχρι και κάρβουνο ο οποίος έφυγε αδικοχαμένος από τι; Από μια ασθένεια ρουτίνας, ένα σκωληκοειδίτη, που λόγω των μέσων και των[00:20:00] άσχημων έτσι εκτιμήσεων και διαγνώσεων έφυγε άδικα. Τέλος πάντων είναι μια παρένθεση αυτό. Αυτός ο θείος μου είχε κι ένα μηχανάκι. Να πω ότι κάθε Σαββατοκύριακο με έπαιρνε και πηγαίναμε, όχι στην παραλία που πηγαίναμε κάθε μέρα να κάνουμε μπάνιο όταν ερχόταν το μεσημέρι η θεία μου –η αδερφή του– να με πάρει να κάνουμε μπάνιο, αλλά με έπαιρνε με το μηχανάκι σε μακρινές παραλίες κι ήτανε η χαρά μου. Άλλη μια χαρά μεγάλη είχα, Σαββατοκύριακα άλλα, να πηγαίνω από την Ερμιόνη με τα ξαδέρφια μου στο περιβόλι του άλλου θείου μου, αδερφού της μητέρας μου, που ήταν πιο μακριά στον κάμπο της Ερμιόνης. Για να περάσουμε λοιπόν να πάμε από την Ερμιόνη –την πόλη– στα περιβόλια, έπρεπε να περάσουμε πρώτα από το εργοστάσιο της τομάτας. Είχε τότε ένα ωραίο εργοστάσιο τοματοπελτέ με καμινάδα η οποία σώζεται μέχρι σήμερα και κακώς, πρέπει να την συντηρήσουμε γιατί την έχει χτυπήσει κεραυνός κι αυτήν. Έχει φύγει ένα κομμάτι από πάνω, που είναι έργο τέχνης. Και τώρα σαν εργοστάσιο είναι ερείπιο. Τότε λοιπόν, που ήταν στις δόξες του, περνούσες απ’ έξω και μύριζε όλη η περιοχή τομάτα. Δηλαδή αυτή η γλυκόξινη μυρωδιά που έχει η τομάτα. Μου έχει μείνει ακόμα στην εντύπωση ότι όταν περνάω από κει –γιατί για να περάσεις να μπεις στην Ερμιόνη είναι στην είσοδο της Ερμιόνης αυτό το εργοστάσιο–, νομίζω ότι μυρίζω ακόμα την ντομάτα! Λοιπόν, φεύγοντας από το εργοστάσιο, περνούσες από τα πηγάδια που υδρεύετο η Ερμιόνη κι είχε τότε τα άλογα με το μαγκανοπήγαδο. Κι ερχόντουσαν γύρω-γύρω τ’ άλογα κι έβγαινε το νερό. Και πήγαινε ο κάθε ένας κι έπαιρνε νερό. Κι από ΄κει το υπόλοιπο πότιζε τα περιβόλια. Περνώντας λοιπόν από τα πηγάδια, περνούσαμε μέσα από τα περιβόλια που ήταν γεμάτα, ανθισμένα λεμονιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, μια μαγεία. Πηγαίναμε λοιπόν στο περιβόλι του θείου και τρέχαμε και τρελαινόμαστε να βλέπουμε στη δεξαμενή, γιατί είχε μια τεράστια δεξαμενή, όταν έβγαζε το νερό από το πηγάδι με το μαγκανοπήγαδο. Το έβαζε στη δεξαμενή και να τρέξει μετά να ποτίσει τα δέντρα, τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια. Εκεί λοιπόν ήταν γεμάτη χρυσόψαρα. Τρελαινόμασταν να πάμε να βλέπουμε τα χρυσόψαρα κάθε λογής και μεγέθους, πολλών ειδών χρυσόψαρα. Και σαν παιδάκια εμείς εντυπωσιαζόμαστε. Κάθε λοιπόν φθινόπωρο που έφευγα, αυτός ο θείος ο οποίος ήταν περιβολάρης –ένας αγαπητός θείος, ο θείος Αντώνης– έπλεκε και καλάθια. Κάθε Σεπτέμβρη λοιπόν που έφευγα, μου έπλεκε ένα καλαθάκι, μου το γέμιζε μύγδαλα. Μου το έραβε απάνω και η θεία μου η Μίνα, η γυναίκα του, με μια ωραία πετσέτα άσπρη και μου το έδινε να το πάω στη μητέρα μου. Ήταν μία πάρα πολύ ωραία ανάμνηση κι αυτή. Πάλι μια ωραία βόλτα μες την Ερμιόνη τότε τα Σαββατοκύριακα, επειδή είχα πολλά ξαδέρφια και περισσότερο ξαδερφούλες –γιατί τα ξαδέρφια μου τ’ αγόρια ήταν μεγάλα–, ήταν που έπαιρνα τις ξαδερφούλες μου και πηγαίναμε στο Μπίστι που ανέφερα προηγουμένως, που ήταν πευκόφυτο και γύρω-γύρω βρέχεται με θάλασσα και στην άκρη του έχει τον φάρο. Πηγαίναμε λοιπόν μέχρι τον φάρο και κατεβαίνοντας από τον φάρο μέχρι τα βράχια κάτω στη θάλασσα, να μαζέψουμε καβούρια, να μαζέψουμε πεταλίδες, να μαζέψουμε θρουμπίλια και να τα πάμε να τα κάνουμε σούπα το βράδυ, να μας τα φτιάξει η θεία. Πηγαίναμε λοιπόν στα πεύκα και τους έκοβα φλούδες από πεύκα κι επειδή έχω και μια καλλιτεχνική τάση, τους σκάλιζα βαρκούλες, τους σκάλιζα κορνιζούλες για μικρές φωτογραφίες, τους σκάλιζα σταυρουδάκια και μάλωναν ποια θα πρωτοπάρει και ποια θα της φτιάξω. Γιατί δεν γινόταν αμέσως, γινόταν στη βδομάδα αυτή η διαδικασία. Πότε θα τους φτιάξω τη βαρκούλα, το καραβάκι, την κορνίζα, το σταυρουδάκι και διάφορα άλλα. Αλλά κι άλλη μία πολύ ωραία ανάμνηση είναι η εξής: Η μητέρα μου είχε μία αδερφή τη θεία τη Μίνα, η οποία είχε παντρευτεί ναυτικό και συγκεκριμένα σφουγγαρά. Έφευγε λοιπόν κάθε φορά το τσούρμο για να πάει στη Μπαρμπαριά για σφουγγάρια κι έλειπαν 6 μήνες. Έπαιρναν μαζί τις γαλέτες. Η γαλέτα είναι το παξιμάδι, ένα παξιμάδι το οποίο διατηρείται στον χρόνο. Φόρτωναν λοιπόν το καΐκι με τις βάρκες που θα ψάρευαν τα σφουγγάρια να πάνε [00:25:00]στη Μπαρμπαριά. Λοιπόν, όταν τελείωνε η αποστολή αυτή και γύριζαν, περιμέναμε πώς και πώς τον θείο τον Μίμη –ο θείος ο Μίμης ήταν ο σφουγγαράς– να έρθει στο σπίτι να μας φέρει τις γαλέτες. Γιατί πάντα θα έφερνε. Κι όπως τα τρώνε τα σημερινά παιδιά τα μπισκότα, τέτοιες λιχουδιές, εμείς περιμέναμε πώς θα φάμε μία γαλέτα από τον θείο τον Μίμη, από το σφουγγαράδικο που είχε μείνει 6 μήνες στη θάλασσα και μας φαινότανε γλύκισμα. Ο θείος λοιπόν αυτός όταν συνταξιοδοτήθηκε είχε μία βάρκα. Με έπαιρνε τότε για να πάμε για ψάρεμα, να πάμε για χταπόδια. Ήταν τρομερός σφουγγαράς κι είχε μια πολύ ωραία βάρκα. Μας πήγαινε στον προφήτη Ηλία από παραμονή και κάναμε τη λειτουργία και κατεβαίναμε κάτω μετά και κάναμε κούνια σε μια ωραία χαρουπιά. Αλλά η πιο ωραία μου ανάμνηση ήταν τότε που μετά το ψάρεμα για μέχρι να σηκώσουμε τα δίχτυα, πηγαίναμε σε ένα νησάκι, ξερονήσι, που ήταν γεμάτο φραγκοσυκιές, να μαζέψουμε φραγκόσυκα. Κι είχε φτιάξει ένα ωραίο κλαράκι που είχε τρεις ακίδες και το είχε στερεώσει σε ένα μεγάλο καλάμι. Πέρναγε από τη βάρκα στο φραγκόσυκο, το έστριβε και το έριχνε κατευθείαν στον κουβά. Γιατί, ξέρεις, τα φραγκόσυκα είναι όλο αγκαθάκια και θέλει ειδική τέχνη να το καθαρίζεις. Κι από κει μου ’χει μείνει και τώρα η τέχνη αυτή και καθαρίζω τώρα τα φραγκόσυκα. Κι όποτε καθαρίζω φραγκόσυκα… Επειδή η Ερμιόνη έχει πάρα πολλές φραγκοσυκιές κι είναι ένα ωραίο φρούτο κι αυτό, αρκεί να αντέχεις τα κουκούτσια του. Γιατί είναι πάρα πολύ χοντρά τα κουκούτσια του, αλλά είναι πεντανόστιμο. Κι όταν κόβω φραγκόσυκα και τα καθαρίζω, πάντα μου ‘ρχεται στο νου ο θείος ο Μίμης.
Αυτές ήτανε-
Στις διάφορες-
Ορίστε.
Στις διάφορες περιοχές που ζήσατε σαν παιδί, υπήρχαν ποτέ τοπικές γιορτές συνδεδεμένες με διάφορα αγροτικά προϊόντα; Ας πούμε γιορτή πορτοκαλιού για παράδειγμα;
Βεβαίως. Θα αρχίσουμε λοιπόν από τη γιορτή του πορτοκαλιού που ήμαστε στο Άργος. Γιατί το πατρικό μου σπίτι… Επειδή ο πατέρας μου γύριζε, έπρεπε να κατασταλάξει κάπου. Είχε πάρει ένα οικόπεδο και έχτισε το σπίτι μας στο Άργος. Επειδή το Άργος έτσι είναι αγροτική περιοχή, έκανε κάθε άνοιξη –προς την άνοιξη, χειμώνα περίπου, πριν βγει ο χειμώνας, γιατί το πορτοκάλι είναι χειμερινό φρούτο– τη γιορτή του πορτοκαλιού. Με άρματα, με μουσικές, με χορούς. Ήταν πολύ ωραία. Στην Τρίπολη έκαναν τη γιορτή του κάστανου. Στην Ερμιόνη, επειδή έχει πολλές ροδιές, έχει τη γιορτή του ροδιού, κάθε 28 Οκτωβρίου, εκεί περίπου. Και το ρόδι της Ερμιόνης είναι ονομαστό λόγω της γλυκύτητάς του και λόγω του ότι έχει πολύ τρυφερό κουκούτσι. Γι’ αυτό και έχει πάρει και την ΠΟΠ, προστατευόμενη ονομασία προέλευσης. Η Ερμιόνη, βέβαια, ξέχασα να πω ότι είναι μια άνυδρη περιοχή. Δεν βρέχει πολύ. Και μάλλον γι’ αυτό τα προϊόντα της είναι πάρα πολύ νόστιμα από τα λαχανικά μέχρι το περίφημο ρόδι που περιέγραψα προηγουμένως. Άλλες γιορτές στην Ερμιόνη, το Πάσχα καίνε τον Ιούδα. Βάζουν ένα μεγάλο ομοίωμα στη μέση του λιμανιού, το γεμίζουν εκρηκτικές ύλες και όταν έρθει η στιγμή που πρέπει να τον κάψουν τον Ιούδα, παίρνουν οι βάρκες και τον πυροβολούν. Τον πυροβολούν κι αρχίζουν κι ανάβουν τα βεγγαλικά που έχει μέσα και γίνεται ο χαμός! Αφού τελειώσει αυτή η διαδικασία και καεί ο Ιούδας, αρχίζουν τα πυροτεχνήματα, αρχίζουν οι χοροί, αρχίζουν τα τραγούδια. Και είναι πάρα πολύ ωραία εκδήλωση αυτή. Άλλη μια ωραία εκδήλωση είναι στην Ερμιόνη που γίνεται το γιάλα-γιάλα. Το γιάλα-γιάλα γίνεται τα Θεοφάνια. Όταν ρίξουν τον σταυρό, βαφτίσουν τον σταυρό στη θάλασσα και πετάξει ο παπάς τον σταυρό στη θάλασσα, έχουνε πάει τα παλικαράκια τα οποία θα πάνε στρατό. Αυτά μόνο δικαιούνται να πέσουν στη [00:30:00]θάλασσα, τα παιδιά που είναι να πάνε να υπηρετήσουν τη θητεία τους. Ανεβαίνουν στις βάρκες, κάθονται απέναντι από τον ιερέα που είναι έτοιμος στην εξέδρα να ρίξει στη θάλασσα το σταυρό και αρχίζουν και κουνάνε δεξιά-αριστερά τις βάρκες και τραγουδάνε ένα τραγούδι, το γιάλα-γιάλα που λένε. Κι είναι ωραία. Αλλά από βραδύς αυτά τα παιδάκια αρχίζουν και τραγουδάνε και γυρίζουν τα σπίτια και λένε ευχές. Και όποιο παιδάκι την άλλη μέρα πιάσει τον σταυρό, πάλι μετά όλα μαζί γυρίζουν τις γειτονιές για να τους δώσουν δώρα οι κάτοικοι του χωριού. Ντύνονται και με ωραίες, ομοιόμορφες στολές. Με μαντήλια και πουκάμισο και παντελονάκι άσπρο-μπλε και γυρίζουν και τραγουδάνε στο χωριό και χορεύουν στο τέλος. Κι άλλη μία εκδήλωση είναι, πάλι στην Ερμιόνη, το γαϊτανάκι που χορεύουν τις Απόκριες και γίνεται και κει μια πολύ ωραία γιορτή. Αυτά όσον αφορά τις παραστάσεις μου από τις εορταστικές εκδηλώσεις των χωριών μου.
Ευχαριστώ πολύ. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι άλλο που θα θέλατε να προσθέσετε-
Αυτή τη στιγμή θα μπορούσα να πω για τις χειροτεχνίες που κάναμε όταν ήμαστε στο σχολείο. Που για να κόψουμε, να πάρουμε, να σκαλίσουμε, να κάνουμε χειροτεχνία, έπρεπε ν’ ανεβούμε στο βουνό, στο Λεβίδι συγκεκριμένα. Παίρναμε ξύλο κουμαριάς. Κουμαριά είναι το φυτό που κάνει ένα ωραίο φρούτο, άγριο, το κούμαρο. Το οποίο όταν είναι ώριμο είναι πάρα πολύ γλυκό. Και παίρναμε ξύλα απ’ αυτό –θάμνος είναι στην ουσία– κι επειδή σκαλίζεται εύκολα, κάναμε διάφορα κατασκευάσματα, ξυλογλυπτική τέλος πάντων ας το πούμε. Α, κι ένα άλλο είναι ότι τα παιχνίδια μας τότε τα κάναμε μόνοι μας. Δηλαδή παίρναμε ρουλεμάν, μαζεύαμε από το μηχανουργείο, όπου πηγαίναμε, από χαλασμένες μηχανές. Παίρναμε τα ρουλεμάν και σανίδια και φτιάχναμε τα πατίνια, τα φτιάχναμε μόνοι μας. Κι ήταν ένα έργο τέχνης! Να βλέπεις δεκατετράχρονα τότε –γιατί εγώ ήμουνα μικρός, απλώς συμμετείχα σ’ αυτή τη διαδικασία, βοηθώντας– αλλά τ’ αδέρφια μου τα μεγαλύτερα, να βλέπεις παιδάκια να φτιάχνουν, με δικά τους σύνεργα κι απ’ αυτά τα φτωχά υλικά, παιχνίδια που σήμερα θα τα ζήλευαν οι καλύτεροι τεχνίτες. Άλλη μια ωραία απασχόληση ήταν όταν ήταν ο αδερφός μου ο μεγάλος φοιτητής στη Γεωπονική και έπρεπε να μαζέψει τη συλλογή του. Είχε έρθει τότε που έπρεπε να κάνει την πτυχιακή του να μαζέψει έντομα και πεταλούδες να φτιάξει την πτυχιακή του. Και τρέχαμε με την απόχη στον κάμπο, στα βουνά, στα χωράφια να μαζέψουμε πεταλούδες και έντομα να φτιάξει τη συλλογή του. Ήταν πάρα πολύ ωραία απασχόληση κι αυτή. Αυτά είχα να πω όσον αφορά τα παιδικά μου.
Σας ευχαριστώ πάρα, πάρα πολύ!
Ευχαριστώ κι εγώ που είχατε την υπομονή και με ακούσατε.