© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Το αρτινό ιδίωμα: Μια σπάνια έρευνα και καταγραφή
Istorima Code
12336
Story URL
Speaker
Θεοχάρης Βαδιβούλης (Θ.Β.)
Interview Date
13/06/2022
Researcher
Αγγελική Αλβανού (Α.Α.)
[00:00:00] Λοιπόν, Θεοχάρη, καλησπέρα, για ακόμα μια φορά μαζί. Είναι Τρίτη 14 Ιουνίου 2022, βρισκόμαστε στην Άρτα, είμαι με τον Θεοχάρη Βαδιβούλη, ονομάζομαι Αγγελική Αλβανού, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Λοιπόν, σήμερα είμαστε εδώ για να μιλήσουμε μαζί σου, Θεοχάρη για μια διπλωματική εργασία που έχεις κάνει, έρευνα θα το έλεγα εγώ, ουσιαστικά, πάνω στη διάλεκτο την τοπική εδώ της Άρτας. Έτσι; Ιδιωματισμούς, φωνολογικά κτλ. Θα ήθελα να ξεκινήσουμε με το πώς προέκυψε η ιδέα αυτής της διπλωματικής.
Η ιδέα… Γενικά, επειδή είμαι λίγο αρτινοκεντρικός τύπος, αγαπάω τον τόπο και έτσι όλα αυτά για μένα είναι βίωμα. Δηλαδή εμείς στο σπίτι, παρόλο που και ο πατέρας μου, ας πούμε, είναι, είναι μορφωμένος, έχει πάει στο πανεπιστήμιο και η μάνα μου έχει τελειώσει το σχολείο κ.τ.λ. Νομίζω ότι η επιλογή των γονιών μου ήταν να μιλάμε ακομπλεξάριστα όπως μιλούσαν και αυτοί με τους γονείς τους. Ούτως ή άλλως είτε μιλάς πολύ είτε λίγο διαλεκτικά όταν φεύγεις από την πόλη και πηγαίνεις κάπου αλλού –εγώ σπούδασα στην Αθήνα ας πούμε– πάντα θα πεις: «A, οι τένες μου [αθλητικά παπούτσια]» και δεν θα καταλάβει κανείς και λες: «Γιατί, ρε παιδιά, τι είπα; Τένες είπα». Ή είχαμε πάει, ξέρω γω, μία φορά σε καφετέρια στην Αθήνα και ζήτησα έναν μαστραπά νερό και μου φάνηκε πολύ περίεργο που δεν έλεγαν μαστραπάς, ας πούμε, για την κανάτα. Ναι, αυτά συμβαίνουν σε όλους λίγο-πολύ. Τουλάχιστον συνέβαιναν στη δική μου ηλικία, οπότε για μένα ήτανε πάρα πολύ, έτσι, όμορφο να γράψω όλα αυτά τα οποία δεν είχαν γραφτεί για το ιδίωμα το αρτινό. Είναι πολύ δυσάρεστο αυτό γιατί έχει γίνει σχεδόν –εντάξει, με μία μικρή υπερβολή– εξαντλητική δουλειά, ερευνητική, στο Ζαγόρι και σε χωριά των Τζουμέρκων και στα Γιάννενα και δεν ξέρω εγώ πού. Για την πόλη της Άρτας δεν υπήρχε τίποτα. Όταν λέμε τίποτα, τίποτα. Οπότε στην ουσία βασίστηκα σε τέτοιες έρευνες –γιατί η εργασία μου είναι δευτερογενής, δεν είναι ότι πήγα σε φυσικούς ομιλητές και μου μίλησαν κ.τ.λ.– από άλλες πηγές βρήκα λέξεις. Π.χ., ας πούμε, ένα βιβλίο εδώ του κυρίου Μπάμπη του Ξυλογιάννη που έγραψε για τον κάμπο και –ο ίδιος είναι από το Ψαθοτόπι, αν θυμάμαι καλά, από τ’ Αλή Μπέη– λοιπόν και είχε γράψει έτσι και είχε ένα γλωσσάριο, χρησιμοποίησα το γλωσσάριο που έχουν φτιάξει στο artinoi.gr, άλλα βιβλία για τα χωριά των Τζουμέρκων. Δυστυχώς, δυστυχώς δεν υπήρχε κάτι στο οποίο θα μπορούσα να βασιστώ για την πόλη. Γενικά είμαι άνθρωπος που αγαπάει τη γλώσσα και τις ξένες γλώσσες και τη δική μας σε όλες τις εκφάνσεις της και θεωρώ ότι τα ιδιώματα κουβαλάνε ένα σπουδαίο πολιτισμό και ορισμένες φορές μία φοβερή ακριβολόγια για πράγματα τα οποία δεν μπορούν να εκφραστούν στην κοινή νεοελληνική. Όπως είπαμε και νωρίτερα είναι άλλο το κρέμομαι κι άλλο το κρεματζλιέμαι. Είναι πολλά. Δηλαδή εγώ, ας πούμε, δεν μπορώ ποτέ να κόψω το κιο γιατί το κιο είναι πιο δυνατό από το να πεις: «Αφού σου έδωσα τα κλειδιά». Είναι πολύ πιο δυνατό να πεις «Κιο σ' τα έδωσα τα κλειδιά». Βγάζει και περισσότερο θυμό και είναι πιο αυτονόητο όταν το λες έτσι. Δηλαδή είναι πολύ πιο ισχυρή έκφραση. Όλα αυτά λοιπόν έγιναν, ας πούμε, ο στόχος. Δεν ήταν πολύ, δεν ήταν πολύ εύκολο αλλά νομίζω, εντάξει, τα κατάφερα και αντικειμενικά, γιατί τελικά παρουσίασα τη διπλωματική και το πήρα, τον πήρα τον μεταπτυχιακό τίτλο. Για μένα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πέρα από τις γλώσσες επαφής οι οποίες έδωσαν λέξεις στο δικό μας το ιδίωμα που προφανώς είναι τα τουρκικά, είναι τα ιταλικά πάρα πολύ –τα ιταλικά ίσως περισσότερο και από τα τουρκικά, όσο και αν κάνει εντύπωση– κάποιες λίγες αλβανικές λέξεις, κάποιες λίγες σλαβικές, λίγες από τα αγγλικά, πολύ λίγες από τα εβραϊκά ακόμα, γιατί στην Άρτα υπήρχαν Εβραίοι. Είναι πολύ σημαντικό, ας πούμε, ότι στο ιδίωμά μας τονίζουμε μία συλλαβή πιο πίσω, γιατί δεν λέμε φάγαμε, λέμε έφαγαμαν, το οποίο στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν υπάρχει. Εγώ προσωπικά δεν το έχω ακούσει ποτέ.[00:05:00] Δεν παίζω τον ειδικό σε καμία περίπτωση. Απλά όταν άρχισα να μαθαίνω ιταλικά, στα ιταλικά υπάρχει αυτός ο τονισμός. Δηλαδή το τηλεφωνούν είναι «telefonano». Υπάρχει δηλαδή αυτή η δυνατότητα τονισμού πριν την προπαραλήγουσα. Παρηγορήθηκα, γιατί λέω: «Κοίτα όπως και στην Άρτα και στα ιταλικά είναι κάτι αποδεκτό». Απλά πρέπει να έχουμε υπόψη, γιατί πολλές φορές γίνεται λόγος ότι αυτό είναι λάθος, το λέμε μόνο… Το ιδίωμα ή η διάλεκτος, τέλος πάντων, όπως και να το πούμε, είναι ένα ξεχωριστό γλωσσικό σύστημα. Στο γλωσσικό σύστημα το δικό μας λοιπόν, στην Άρτα, αυτό είναι φυσιολογικό αυτό το γλωσσικό σύστημα δέχεται τονισμό και σε μία συλλαβή πιο πίσω από την κοινή νεοελληνική. Προφανώς και είναι μία νεοελληνική διάλεκτος ή νεοελληνικό ιδίωμα. Όμως είναι και αυτό ένα μικρό σύστημα αυθύπαρκτο. Οπότε έχει αυτούς τους κανόνες. Όπως λέμε, ας πούμε, τι άλλο να πω;... Ή οι καταλήξεις στον αόριστο ακολουθούν λίγο πιο πολύ από την αρχαία γλώσσα. Δηλαδή το έπαιξαμαν. Όλα αυτά τα αν είναι από τα αρχαία, είναι πιο κοντά στα αρχαία. Προφανώς και στην εξέλιξη της γλώσσας το ιδίωμα έμεινε λίγο πιο πίσω, ας πούμε. Όλα αυτά είναι σπουδαία και, ας πούμε, ότι σε πολλά… Στη διπλωματική γράφω, ας πούμε, ένα σωρό λέξεις που στην κοινή νεοελληνική είναι λέξεις δανεισμένες από ξένες γλώσσες, όπως το καρπούζι που το λέμε χειμωνικό, όπως το φουντούκι που είναι τούρκικη λέξη και το λέμε λεφτόκαρο ή λεφτοκάρι, το καλαμπόκι το λένε αραποσίτι ή ας πούμε την ντομάτα που πάλι είναι ξένη λέξη, αλλά τη χρησιμοποιούμε από τα ιταλικά κι είναι το κομποδόρι από το πομοντόρο. Όλα αυτά σε μένα, έτσι, ασκούν φοβερή γοητεία και πολύ μ’ άρεσε. Ας πούμε, πότε χρησιμοποιούμε το θα να που λέμε «θα να ‘ρθω», «θα να ‘μαι». Γιατί δεν λέμε «θα να παίξω»; Ή λέμε «θα να ‘ρχομαν», «θα να ‘παιζα», «θα να ‘κανα», «θα να ‘ρανα». Όλα αυτά. Γιατί, λοιπόν, σε αυτό που θα λέγαμε στα αρχαία ευκτική, χρησιμοποιείται σε όλα και δεν χρησιμοποιείται στο μελλοντικό, στο «θα να ‘μαι»; Στο «θα να ‘μαι» χρησιμοποιείται, αλλά στο «θα να παίξω» γιατί όχι; Όλα αυτά λοιπόν ήταν έτσι φοβερή η περιέργειά μου και επίσης το γεγονός ότι σε ό,τι αφορά το ιδίωμα των Αρτινών Εβραίων, οι οποίοι ήταν ρωμανιώτες Εβραίοι και μιλούσαν ελληνικά μόνο, τα ρωμανιώτικα ήταν στην ουσία αρτινά, ήταν ηπειρώτικα, αλλά είχαν την ιδιοτροπία να έχουν λίγο περισσότερες ιταλικές λέξεις απ’ ότι το ιδίωμα που χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί και κάποιες εβραϊκές λέξεις, οι οποίες ήταν συνδεδεμένες οι περισσότερες με τη θρησκευτική λατρεία, αλλά κάποιες από αυτές ήταν άσχετες με τη λατρεία, ήταν λέξεις καθημερινές, όπως ας πούμε έλεγαν «στα χαραφόθ» και εννοούσαν «τέρμα Θεού». Ή τα χαρτσουπόθ και εννοούσαν τα μικροπράγματα. Λοιπόν, όλα αυτά. Ή ας πούμε, το χαμόρι. «Είσαι, ντιπ χαμόρι είσαι;». Χαμόρι είναι το γαϊδούρι που είναι ο βλάκας στα Εβραϊκά. Γαϊδούρι σημαίνει χαμόρ, αλλά το χρησιμοποιούσαν με αυτή την έννοια. Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα και να σκεφτεί κανείς ότι πάλι σε μελέτες για τα ρωμανιώτικα, το δείγμα που υπήρχε μέχρι να γράψω και εγώ αυτή την εργασία, προερχόταν αποκλειστικά από ομιλητές Γιαννιώτες. Δηλαδή ούτε σε Πρεβεζάνους είχε γίνει ποτέ καμία συνέντευξη για τα ρωμανιώτικα, ούτε σε Αρτινούς. Τουλάχιστον εγώ δεν βρήκα. Οπότε βασιζόμενος στη συνέντευξη του Γιοζέπ Σαμπά, ενός Αρτινού Εβραίου, έτσι, που τον ήξερε όλη η Άρτα και αυτόν και την οικογένειά του και η κόρη του η Τελένια μού έστειλε το link της συνέντευξής του και είναι πραγματικά ένας γλωσσολογικός θησαυρός, γιατί μιλάει ρωμανιώτικα και φυσικά μιλάει με αρτινή προφορά φουλ, γιατί τα ρωμανιώτικα είχαν αυτή την προφορά, αυτήν ακριβώς όμως. Αυτά και είμαι πολύ χαρούμενος που, εντάξει, είναι μία διπλωματική μεταπτυχιακού, δεν είναι και καμία διατριβή. Όμως πιστεύω ότι όποιος έχει όρεξη να ασχοληθεί μπορεί μέσα από αυτή τη διπλωματική να βγάλει διαμάντια. Δηλαδή τίθενται[00:10:00] πολλά ζητήματα που εγώ τώρα σε αυτό το επίπεδο δεν θα μπορούσα να τα αναλύσω ιδιαίτερα, αλλά εγώ πιστεύω ότι μπορούν να βγουν τουλάχιστον 20 άρθρα για κάποιο γλωσσολόγο, αν θέλει να ασχοληθεί, έτσι; Αυτό.
Λες ότι υπήρχε μέσα στη διάλεκτο την αρτινή, υπήρχαν επιρροές από Ιταλία και από τους Εβραίους που ζούσαν εδώ, οι οποίοι και αυτοί ήταν επηρεασμένοι από Ιταλία, πολλές λέξεις τους.
Ναι γιατί υπήρχε εμπόριο με την Ιταλία. Υπήρχε εμπόριο με την Ιταλία. Μετά ήμασταν πάρα πολύ κοντά στο Ιόνιο. Δηλαδή, ναι, δεν είναι δυνατόν τώρα. Και ούτως ή άλλως και η Πάργα νομίζω κάποια στιγμή είχε ενετοκρατία κτλ.. Δηλαδή ήταν πάρα πολύ, ήταν μία ανάσα από μας, οπότε νομίζω είναι έτσι αυτονόητο. Όταν λέμε «σηκώθηκα μπονώρα», μπονώρα είναι buon’ora είναι η ώρα η καλή. Η ώρα η καλή, τότε τουλάχιστον, σήμαινε ότι είναι πολύ νωρίς το πρωί. Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα. Δεν ξέρω, αν το βλέπετε εσείς. Εγώ το βλέπω πάντως.
Φυσικά γιατί δείχνει την επαφή των λαών, των πολιτισμών και αυτό αποτυπώνεται στη διάλεκτο του κάθε τόπου, έτσι;
Ναι, ναι, ναι.
Αυτό που θέλω να μου πεις είναι… Αυτές οι έρευνες, συνήθως, έχουν πολλές δυσκολίες. Εσύ πώς ξεκινάς; Παίρνεις την απόφαση να κάνεις αυτή τη συγκεκριμένη διπλωματική και από πού ξεκινάς;
Από πού ξεκινάω. Είναι καλή ερώτηση. Εγώ λίγο την είχα αφήσει και τελευταία στιγμή και πραγματικά βρέθηκα σε μία φοβερή δυσκολία, αλλά πέρα από τα υποκειμενικά –δηλαδή το ότι την είχα αφήσει τελευταία στιγμή είναι δικό μου θέμα– άρχισα να ψάχνω βιβλιογραφία και είδα ότι δεν υπάρχει τίποτα και αυτό λίγο έτσι με άγχωσε. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι πριν το μεταπτυχιακό αυτό, είχα αποφοιτήσει από την ιταλική φιλολογία και εκεί είχα κάνει μία εργασία στο πλαίσιο ενός μαθήματος, τίποτα σπουδαίο ας πούμε, στην οποία κατέγραφα τις ιταλικές λέξεις στις διαλέκτους της Ηπείρου. Και όταν λέω της Ηπείρου εννοώ και της Ηπείρου που ανήκει σήμερα στο ελληνικό κράτος και της Βορείου Ηπείρου. Και η εργασία αυτή είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον, επίσης. Οπότε είχα μία ιδέα. Δηλαδή κάποια βιβλιογραφία την είχα στον νου μου ήδη από την εργασία που είχα κάνει κάποτε, αλλά φυσικά και έπρεπε να ψάξω πολύ ευρύτερα και να ψάξω πολύ ευρύτερα και σε διαλέκτους άλλων περιοχών. Δηλαδή και ένα σύγγραμμα για την Κοζάνη, νομίζω, ή κάποιο χωριό του Νομού Κοζάνης που δεν θυμάμαι τώρα και αυτό με βοήθησε πολύ, γιατί ήταν επίσης βόρειο ιδίωμα –το δικό μας ιδίωμα είναι βόρειο γιατί έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που τέλος πάντων, τα χαρακτηριστικά αυτά τα έχουν όλα τα βόρεια ιδιώματα– οπότε μπόρεσα και εκεί να βασιστώ και στην ανάλυση τη φωνολογική κ.τ.λ. κ.τ.λ. Εντάξει, ελπίζω να είναι κάτι κάτι χρήσιμο για όποιον ενδιαφερθεί αύριο-μεθαύριο. Ωραία. Οπότε ξεκίνησα κάπως έτσι. Εντάξει βήμα-βήμα άρχισα να βρίσκω παρακαλούσα… Υπήρχαν βιβλία τα οποία, τώρα, ας πούμε, μπορείς να φανταστείς, ότι όταν βγαίνει ένα βιβλίο για ένα χωριό και έχει ένα γλωσσάριο κ.τ.λ. κ.τ.λ., ότι αυτό κάπως εξαντλείται. Γιατί στην ουσία προορίζεται για ανθρώπους του χωριού και μερικά από αυτά δεν φτάνουν καν σε βιβλιοθήκες. Και υπήρχε μία δυσκολία να τα βρω κ.τ.λ. Αλλά, εντάξει, ζήτησα βοήθεια. Φυσικά με βοήθησε πάρα πολύ η βιβλιοθήκη του «Σκουφά», η οποία, εντάξει, προφανώς και υπάρχουν όροι δανεισμού τους οποίους με πολλή κατανόηση με βοήθησαν και δανείστηκα βιβλία για αρκετό καιρό. Πραγματικά δηλαδή, αν βρισκόμουν στην Αθήνα και ήθελα να κάνω την ίδια εργασία. Γιατί το λέω. Γιατί όταν έκανα την εργασία στην ιταλική φιλολογία, έμενα ακόμα στην Αθήνα και έψαχνα ένα συγκεκριμένο σύγγραμμα το οποίο υπήρχε στη βιβλιοθήκη της Φιλοσοφικής και βασικά υπήρχε σε πολλές βιβλιοθήκες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η μία βιβλιοθήκη μου ‘λεγε: «Απαγορεύεται να το φωτοτυπήσεις. Πρέπει να έρχεσαι να κρατάς σημειώσεις». Η άλλη μου ‘λεγε ότι: «Μπορείς να φωτοτυπήσεις μέχρι 15 σελίδες και να βγάλεις μία κάρτα για τη φωτοτύπηση που θα τη γεμίζεις λεφτά». Δηλαδή κάτι πολύ περίεργα πράγματα και μιας και είχα έρθει Άρτα κάποια στιγμή ρωτάω στον «Σκουφά» και πάλι από τον «Σκουφά» με έσωσαν και μου είπαν ότι μπορείς να τα πάρεις 15 μέρες σπίτι σου και να τα μελετήσεις. Δηλαδή μου έλυσαν τα χέρια, πραγματικά. Είναι μία σπουδαία βιβλιοθήκη. Όχι μόνο επειδή συνέβη αυτό. Είναι σπουδαία βιβλιοθήκη με σπουδαίο υλικό. Οπότε ναι. [00:15:00]Κάπως έτσι. Κάπως έτσι πήγε. Φυσικά με βοήθησαν και οι καθηγητές και η επιβλέπουσα, δόξα τω Θεώ. Βέβαια εντάξει κινείσαι και κάπως αυτόνομα, γιατί για κάτι που δεν έχει, έτσι, γίνει αντικείμενο ερεύνης νωρίτερα και οι καθηγητές δεν είναι ότι ξέρουν όλα τα ιδιώματα απ’ έξω και ανακατωτά. Έχουν, προφανώς και έχουν τη μέθοδο κτλ. κτλ. Θυμήθηκα κάτι, μία παρατήρηση που μου είχε γίνει στην παρουσίαση της διπλωματικής. Μία από τις καθηγήτριες της τριμελούς μου είχε πει ότι αποκλείεται να ξεκινάει λέξη από τλ-. Γιατί το σύμπλεγμα αυτό στην αρχή της λέξης απαντάτε στα αρχαία ελληνικά σε ελάχιστες λέξεις, μία λέξη είναι η τλημοσύνη. Όμως στην Άρτα έχουμε την τλούπα. Λοιπόν, κι υπάρχει και ο Τλούπας [τοπικό επώνυμο] κτλ. Λέγεται πάρα πολύ. Έτσι, ένα παράδειγμα. Απλά θέλω να πω ότι και οι καθηγητές είναι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν το ίδιο το ιδίωμα. Και τέλος πάντων, εντάξει, όλα καλά. Απλά, ναι, κάποια πράγματα ακούγονται περίεργα παραέξω, όσο και αν είσαι έτσι μέσα στα ιδιώματα και τα μελετάς κ.τ.λ., ακούγονται περίεργα, φαντάζομαι.
Μιας και το ανέφερες.
Ναι.
Ήταν μία από τις λέξεις που ήθελα να σε ρωτήσω γι’ αυτή.
Η τλούπα;
Ναι. Γιατί έχω ακούσει από διάφορους, τέλος πάντων, να λένε, ας πούμε: «Μου έλεγε η γιαγιά μου: Τλουπώσου θα κρυώσεις». Αυτό το τλούπα, εσύ πιστεύεις, μετά από αυτή τη παρατήρηση που σου έκανε η καθηγήτρια, είναι από τα αρχαία ελληνικά;
Νομίζω το είχα ψάξει. Νομίζω ότι είναι, ναι, νομίζω ότι είναι από τα αρχαία. Η τλούπα όπως τη χρησιμοποιούμε εμείς, νομίζω ότι έχει την έννοια του κουβαριού, γιατί και αυτό το «τλουπώξου» είναι κουβαριάσου, τυλίξου. Επίσης λέμε, όταν το χιόνι είναι πολύ χοντρό λέμε: «Ρίχνει τλούπες», πέφτουν δηλαδή σαν κουβάρια, έτσι πολύ χοντρές οι νιφάδες κτλ.. Ναι, ναι, νομίζω ότι είναι… Νομίζω στα Αρχαία Ελληνικά λέγεται τολύπη [τούφα από κατεργασμένο μαλλί]. Δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς. Αλλά ναι. Μία λέξη για την οποία γίνεται συνεχής παρανόηση και πιστεύω ότι –το ‘χω ρωτήσει σε πολλές παρέες αυτό, έτσι, δειγματοληπτικά– για τη λέξη «μχούστης». Ο Μχούστης που έχουμε κάθε τέλη Σεπτεμβρίου που είναι ας πούμε μία εμποροπανήγυρη και παλιά ήταν και ζωοπανήγυρη. Όλοι νομίζουν ότι είναι λέξη τουρκική, όμως προέρχεται από τη λέξη «αμμόχωστος», γιατί εκεί όπου γινόταν ο μχούστης ήταν περιοχή στην οποία πλημμύριζε το ποτάμι και έφερνε φερτά υλικά. Οπότε όλο αυτό το σημείο ήταν χωμένο στην άμμο, ήταν αμμόχωστο, ήταν μχούστης. Δεν πάει το μυαλό, αλλά έτσι είναι. Και νομίζω ότι επειδή, προφανώς και υπάρχουν πολλές τουρκικές λέξεις και το «πάω κοσί» [τρέχω] και δεν ξέρω εγώ τι. Και η τσάντα. Και ειδικά στον κάμπο που τα τονίζουν πολύ και είχαν και λίγη τουρκοκρατία περισσότερη στον κάμπο. Ναι, είναι το πρώτο πράγμα στο οποίο πάει το μυαλό, αλλά όχι, είναι ελληνικότατη λέξη.
Πιστεύεις ότι φταίει ίσως και το πώς τα προσφέρουν ή που τα κόβουν, οπότε θυμίζουν λίγο-
Γενικώς υπάρχει έτσι, πολλές φορές υπάρχει και μία τάση προς υπερδιόρθωση. Δηλαδή πολλές φορές, ξέρω ‘γω, κάποιες γιαγιάδες, παππούδες νομίζουν ότι η τυρόπιτα, επειδή έχουμε αυτή την τάση το -ε- να γίνεται -ι-, όταν δεν τονίζεται ειδικά, νομίζουν… Πολλές φορές λένε: «Θέλω μία τερόπιτα», γιατί νομίζουν ότι κάνοντας το -ι- -ε- ότι μιλάν καλά. Νομίζουν δηλαδή ότι το τυρόπιτα είναι χωριάτικο. Ή που λένε, ξέρω ‘γω: «Μία χαριτοπετσέτα» γιατί νομίζουν ότι το χαρτοπετσέτα είναι κομμένο. Ναι, υπάρχει μία γενικότερη παρεξήγηση. Που λένε «το γιουβαριλάκι». Εντάξει ΟΚ. Ναι, προφανώς, εντάξει δεν μπορεί τώρα να τα σκεφτεί ο καθένας ούτε έχει τη… Δεν είμαστε όλοι, έτσι, εκπαιδευμένοι και εντάξει προφανώς. Και πολλούς δεν τους ενδιαφέρει κιόλας, αλλά, εντάξει, είναι ωραία, είναι ωραία και έχει και πολύ γέλιο το ιδίωμα. Έχει πολύ γέλιο.
Για πες μου τώρα εσύ, λέξεις που θυμάσαι από τη γιαγιά, τον παππού, τη μαμά και τον μπαμπά.
Σχεδόν, σχεδόν… Εντάξει, προφανώς και οι ίδιες οι… Και η μάνα μου και ο πατέρας μου, σε σχέση με τους γονείς τους, κάποιες λέξεις τις έχουν χάσει και τις αναγνωρίζουν, αλλά οι ίδιοι δεν τις λένε ποτέ, αλλά υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις οι οποίες είναι σε εφαρμογή, έτσι, σε χρήση. Δηλαδή... Κ[00:20:00]αλά, ο παππούς μου έλεγε –επειδή ήμουν και μεγάλος όταν τον χάσαμε– δηλαδή αυτά που είπα πριν, τα κομποδόρια και οι πατριτζάνες και αυτά εννοείται τα ‘λεγε και τα καστραβέτσια που ήταν τα αγγούρια. Το ζαπώνω είναι πολύ κλασικό ρήμα που χρησιμοποιείται πάρα πολύ, το «κλέβω γη» δηλαδή. «Το ζάπωσε το οικόπεδο». Αυτό το λέμε πάρα πολύ. Τα ζαπωμένα. «Που τα 'βρηκαν αυτοί;», ξέρεις τώρα, «Τα ζάπωσαν. Πού θα τα ‘βρισκαν;». Το κλασικό που λένε στην Άρτα: «Το ζάπωσαν όλο το ποτάμι. Το ‘φκιασαν οικόπεδα». Λοιπόν, αυτές είναι πολύ κλασικές λέξεις. Μετά, που σου ‘πα, το κιο, αυτό το θα να ‘ρθω, θα να ‘κανα. Το τον είναι, ξέρω ‘γω «Τον ήταν άρρωστος. Κρίμα το παιδάκι», ξέρεις. Τα λέμε, τα λέμε όλα αυτά και σου λέω, πολλές φορές μπορεί να πεις κάτι, να το πεις επίσημα. Αν και εγώ, ας πούμε, με τους γονείς μου δεν μπορώ, δεν μπορώ να μπω στο σπίτι και να πω: «Τι κάνετε;». Μου φαίνεται ότι μιλάω αφ’ υψηλού. Θα πω: «Τι φκιάνετε;» μάλλον. Νομίζω ότι είναι κάπως για έξω από το σπίτι το «τι κάνετε». Καλά εννοείται βέβαια και με τις παρέες μου και όλα αυτά θα μιλήσουμε, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο. Όχι, εντάξει, χρησιμοποιούμε λέξεις. Δηλαδή και με τη μάνα μου και τα τζαμλίκια [χώρισμα / τοίχος / διάφραγμα φτιαγμένο από τζάμι] και τα… Πολλά, πολλά. Ας πούμε, νομίζω στη Ρόδο, δεν ήξεραν τη νεροτριβή, ξέρω εγώ, που η νεροτριβή είναι μία πολύ… Βέβαια, εντάξει, στη Ρόδο δεν έχουν νεροτριβές. Μάλλον δεν έχουν ποτάμια, δεν ξέρω τι παίζει. Μπορεί να είχαν άλλο σύστημα καθαρισμού ή να έτυχα εγώ σε άνθρωπο που δεν ξέρει τι είναι η νεροτρουβιά. Λοιπόν ή, ας πούμε, δεν υπάρχει αυτό που το λέμε πολύ συχνά, επίσης, στο σπίτι, το «κενώνω το φαΐ». «Να κενώσω» λέει η μάνα μου. Τώρα εγώ πιστεύω ότι είναι από το να αδειάσω την κατσαρόλα, να την κάνω κενή, κενώνω. Μετά που λέμε, εννοείται τα popcorn, τα λέμε φακιόλες. Τι άλλο; Είχαμε μία γειτόνισσα που έλεγε: «Αι ‘στε παρέκια [παρακεί, πιο πέρα], να σαρώσω». Σαρώνω είναι το σκουπίζω. Και είναι και αυτό αρχαίο. Η σκούπα λέγεται είναι από τα ιταλικά. Σάρωθρο είναι η ελληνική λέξη. Είναι αυτό που σαρώνει. Τι άλλο; Πολλά. Ή το τζάκι που είναι τούρκικη λέξη, από το τζακ, και είναι η στια, στια. Είπαμε, το καρπούζι που είναι χειμωνικό. Αυτό με τις τένες είναι πολύ βασικό, επίσης, που είναι… Αυτό με τις τένες, μάλλον προέκυψε από τον πόλεμο, όταν ήρθαν Άγγλοι στρατιώτες, από το tennis shoes. Αυτές είναι οι τένες, το αθλητικό παπούτσι, ξεκίνησε από το tennis shoes. Ναι λίγο κουφό κι αυτό και πώς, γιατί η λέξη αυτή έμεινε εδώ και δεν έμεινε στην Αθήνα, ας πούμε. Ναι δεν το ξέρω, δεν το ξέρω. Προφανώς, ίσως οι ντόπιοι να μην έχουν ξαναδεί και αθλητικά παπούτσια. Τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό. Ναι, είναι… Δεν ξέρω, το λέω πολλές φορές, αλλά είναι πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά. Επίσης στον κάμπο πολλοί που λένε, που έχουν και περισσότερη επιρροή από τα τουρκικά που το πολύ μικρό το λένε το κουτσουτζούκι. Γιατί υπάρχει το κούτσικο και το κουτσικάκι, ας πούμε, εντάξει, ok, αλλά το κουτσουτζούκι είναι ακόμα πιο, έτσι, τούρκικο. Ή που λένε τα γιούρτια. Γιουρτ είναι, ας πούμε, η γη. Είναι το γιουρτ είναι ένα, έτσι, ένα κομμάτι γης, αυτό. Εντάξει, είναι και πράγματα που προφανώς έχουν μείνει στα ελληνικά δηλαδή γενικότερα, πώς λέμε ο κλαριτζής, ας πούμε. Θα το λέγαμε κλαρινίστα; Δεν ξέρω πώς θα το λέγαμε. Τέλος πάντων, η κατάληξη -τζης, προφανώς και είναι από τα τουρκικά. Το κοσεύω που είπαμε νωρίτερα που είναι, κοσμάκ είναι στα τουρκικά το απαρέμφατο του τρέχω. Ή που λένε ιτς κρισ’, όταν δεν μιλάει ο άλλος. «Ιτς κρίσ’», καμία απόκριση δηλαδή. Αυτό που λέμε το κραίνω που είναι και αυτό από τα… «Δε μο’ κρινε. Τον είδα στο δρόμο και δεν μο’ κρινε». Αυτό είναι από το κρίνω, πάρα πολύ ελληνικό. ‘Η το τηράω. «Με τήραε καλά-καλά», αυτό τηρώ τέλος πάντων, παρατηρώ κ.τ.λ. Υπάρχει απλά στα νέα ελληνικά δεν το χρησιμοποιούμε, έτσι, χωρίς πρόθεση. Ναι, όλα, όλα αυτά, όλα αυτά. Και στα χωριά ακόμα περισσότερο. Ίσως και, εντάξει, και άλλες λέξεις, τώρα που στα χωριά λόγω των διαφορετικών επαγγελμάτων δικαιολογείται. Δηλαδή πράγματα τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της καθημερινής ζωής στην πόλη προφανώς και έχουν ξεχαστεί ή δεν υπήρξαν και πότε, έτσι; Ή έχουμε, ας πούμε, που λέμε τις κούλιες. Οι κούλιες στην Κορωνησία[00:25:00]. Είναι και αυτή από το κουλέ, από τα τουρκικά. Μετά έχω βρει και σε συμβόλαια το ονομασία δωματίου στα σπίτια και γράφεται και στα συμβόλαια, το μαντζάτο. Προφανώς είναι από τα ιταλικά. Είναι η ανγκούσα, «μου ‘ρθε ανγκούσα». Δεν ξέρω αν το έχεις ακούσει ποτέ. Είναι angoscia στα ιταλικά είναι το άγχος, είναι αυτό το βάρος, το σφίξιμο, δεν ξέρω. Ή που λέμε τα νέσπουλα. Δεν έχεις ακούσει τα νέσπουλα; Nespolo στα ιταλικά είναι αυτό που λέμε μούσμουλο, που εμένα η λέξη μούσμουλο δεν μου αρέσει καθόλου και πάντα τα λέω νέσπουλα. Αν έχεις δει ξέρω ‘γω, γίνεται σίγουρα στον Άγιο Νικόλαο γιατί είναι η ενορία μας. Στις μεγάλες γιορτές που δίνουν το φιόρο. Το έχεις δει ποτέ αυτό; Εγώ επειδή γιορτάζω τα Θεοφάνεια, περνάει ο δίσκος στην εκκλησία και έχει μέσα, είναι ένα ματσάκι το οποίο είναι γαρύφαλλο και γύρω-γύρω έχει μπαρμπαρόζα και αυτό το παίρνει όποιος γιορτάζει και αυτός είναι ο φιόρος. Που προφανώς είναι από τα ιταλικά, το λουλούδι. Αλλά δεν είναι οποιοδήποτε λουλούδι. Είναι αυτό το συγκεκριμένο που παίρνει αυτός που γιορτάζει την ονομαστική του γιορτή. Για αυτό στο ιδίωμα πάντα είναι αυτή η ακριβολογία, αυτή η λεπτομέρεια. Εγώ αν πω ας πούμε ότι πήγα στην εκκλησία και πήρα το λουλούδι, ποιο λουλούδι; Δεν έχει κανένα νόημα. Πήρα το φιόρο, είναι κάτι εντελώς άλλο. Εντάξει, που λέμε το πιατέλο. Δεν λέμε το πιατάκι. Είναι το πιατελάκι του καφέ. Δεν είναι το πιατάκι του καφέ. Ή τι άλλο; Γενικά προτιμάμε τη λέξη κοπέλα και όχι τη λέξη κορίτσι. Οι κοπέλες και οι κοπέλες και η κοπέλα που θα πάρει και… Το κορίτσι δεν το λέμε τόσο πολύ. Ή που λένε: «Πήγαν κούδα». Το έχεις ακούσει αυτό; Κούδα είναι η ουρά, coda λέγεται στα ιταλικά. «Πήγαν» ξέρω ‘γω «κούδα». Πολύς κόσμος μαζί. Ή, ξέρω γω, «Τον έπιακε κολιάντζα». Κολιάντζα είναι αυτή η ταλαιπωρία, η αρρώστια που σε ταλαιπωρεί πολύ. Στα ιταλικά accoglienza είναι η περιποίηση, γιατί ο άρρωστος θέλει περιποίηση. Είναι η, έτσι, η υποδοχή, πώς να στο πω; Οπότε… Ή που λέμε τα μακαροτσίνια. Που όλοι λένε το μακαρονάκι το κοφτό κι εμείς λέμε μακαροτσίνια και αυτό από τα ιταλικά είναι. Ή λέμε: «Αυτός τον είναι μούτος, δεν μιλάει». Ο μούτος επίσης.
Αυτό;
Αυτό είναι πάρα πολύ διαδεδομένο. Έτσι; Το λέμε πάρα πολύ. Muto στα ιταλικά είναι ο μουγκός, προφανώς. Μετά εντάξει, έχεις ακούσει ποτέ την μπύρα, τσαφωμένη μπύρα; Αυτό είναι από τα αλβανικά, αυτό είναι το τσαφ. Το τσαφ είναι η πάχνη η πρωινή. Και για αυτό η μπύρα είναι, η παγωμένη είναι τσαφωμένη. Μετά είναι και άλλες ακατάλληλες. Είναι ο τσόκος, τα λιόκια που είναι πάλι αλβανικές λέξεις και είναι ακατάλληλες. Τα τσαουλιά. «Μο’ φυγαν τα τσαούλια πέρα».
Αυτή η λέξη από πού προέρχεται, το τσαούλι;
Είναι αλβανική, αλβανική και σημαίνει σαγόνι. Ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ε αυτά. Μετά εντάξει, η γκοστέρα, ας πούμε, είναι σλαβική λέξη.
Η μπαούτα;
Η μπαούτα νομίζω ότι είναι ιταλική, ιταλική. Ούτως ή άλλως η μπαούτα ως φιγούρα ήρθε ως φιγούρα του καρναβαλιού. Το καρναβάλι της Άρτας το παραδοσιακό έχει ούτως ή άλλως ρίζες. Αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης συνέντευξης και υπάρχουν άνθρωποι πολλοί πιο ειδήμονες από μένα. Αλλά το αρτινό καρναβάλι προέρχεται, έχει ρίζες στη Βενετία και στην ουσία στα βυζαντινά χρόνια ήρθε, ίσως την ύστερη εποχή του δεσποτάτου. Οπότε ναι, με αυτό το έθιμο του καρναβαλιού που ήρθε από τη Βενετία, ήρθε και η μπαούτα ως φιγούρα και ως λέξη προφανώς. Και όλα αυτά, δηλαδή, πώς τραγουδάμε παραδοσιακά «Θα γίνουμε γιατρούδες, θα γίνουμε γιατροί, την Καθαρά Δευτέρα θα φάμε πιταστή» που η πιταστή είναι η λαγάνα που λένε σε όλη την Ελλάδα. Όλη η Ελλάδα τρώει λαγάνα, εμείς τρώμε πιταστή και είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και θέλω να πω ότι και η φιγούρα του γιατρού πάλι είναι φιγούρα της κομέντια ντελ άρτε κτλ. κτλ.. Μετά από τα Εβραϊκά μία χαρακτηριστική λέξη είναι ο μαμουνάς, που μαμόν στα Εβραϊκά σημαίνει χρήμα. «Για το μαμουνά γίνονται όλα» και σου κάνει και έτσι το χέρι. Ή ας πούμε, υπάρχει μία προτίμηση, όπως είπαμε πριν, προτιμάμε τη λέξη κοπέλα έναντι της λέξης κορίτσι, προτιμάμε, όταν κάνουμε σύγκριση σε ηλικίες στην υπόλοιπη Ελλάδα υπάρχει ένα πρόκριμα «είστε ίσα;». Εμείς λέμε: «Είμαστε όμοια;». Δηλαδή, είμαστε όμοια. Λένε: «Είναι ίσα στην ηλικία». Εμένα αυτό δεν μου κολλάει στο μυαλό. Δεν μπορώ να πω ότι είμαστε ίσα. Είμαστε όμοια. Δεν μπορώ, δεν μπορώ. Όπως δεν μπορώ να πω μούσμουλο. Αυτά.[00:30:00] Ή διάφορες εκφράσεις, ξέρω ‘γω, το «πίσω βάβω μ’ κλούρια», το «πήρε η χλιάρα σου νερό» όταν το παίρνεις πάνω σου. Γιατί πάλι από τα αρχαία η χλιάρα είναι κουτάλα και το χλιάρι είναι το κουτάλι και όλα αυτά. Από το κοχλιάριον. Κι αυτό πολύ συνηθισμένο. Σαούρα [όταν κάποιος κάθεται σούζα, ήσυχα]. Σαούρα φοβερό. Διάφορα, διάφορα. Το τσαβίδι [ο πολύ ομιλητικός, ο πάρλας]. Δηλαδή πολλά, πολλά, πολλά. Ή «παένει βούγκα». Βούγκα είναι η σφαίρα.
Σε ποια γλώσσα;
Τώρα αυτό μπορεί να είναι ιταλικό, αλλά το λέω με πάσα επιφύλαξη, έτσι, εντελώς αυθόρμητα το λέω. Εγώ όταν ήμουν μικρός μού έλεγε η μαμά μου, ξέρω ‘γω: «Θα πας να πάρεις γάλα;» και της έλεγα: «Βούγκα θα πάω, βούγκα θα γυρίσω». Δηλαδή το θυμάμαι σαν τώρα. Ναι, πολύ ωραία πράγματα αυτά.
Άλλα πράγματα, έτσι, που θυμάσαι να σου λέει, ας πούμε, η γιαγιά σου λεξούλες. Ξέρω ‘γω, εκεί που έπεφτες για ύπνο και να σου λέει αυτό που σου είπα πριν: «Τλουπώσου θα κρυώσεις» ή-
Επειδή κάναμε φασαρία –η μαμά μου τα έλεγε αυτά – επειδή όπως όλα τα παιδάκια δεν θέλαμε να κοιμηθούμε, η κλασική ατάκα ήταν πριν τον ύπνο «λάρωσε και κλιόρεψε», δηλαδή «ησύχασε και κοιμήσου», «λάρωσε και κλιόρεψε», αυτό ήταν… Ή όταν αργούσαμε να φάμε – γιατί μη με βλέπεις πώς είμαι τώρα, κάποτε ήμουνα αδύνατος και με κυνήγαγαν να φάω – έλεγε η μάνα μου: «Τι θα γίνει τώρα; Θα πονιαστείτε καμιά ώρα;». Πονιάζομαι είναι το τρώω, αλλά έχει μία αρνητική χροιά. Είναι το βιάζομαι να φάω, το τρώω σαν ζώον. Δηλαδή κάπως είναι αρνητικό. Δεν θα πεις ποτέ: «Α, να πονιαστώ τώρα λίγο». Όχι δεν θα το πεις αυτό. Είναι σαν αυτό που λέμε «θα φαρμακώσω» στα νέα ελληνικά. Έχει κάποια έτσι, μία αρνητική χροιά. Μετά διαφορά. «Χαλασιά μου και βολιά μου» και τέτοια. Εκφράσεις πολύ ωραία. Ο γίκος, ξέρω γω, είναι πολύ κλασικό, σε γάμους, σε τέτοια που βάζουμε στο γίκο. Ξέρεις τι είναι; Ο γίκος είναι αυτός ο σωρός, αλλά τακτοποιημένος σωρός, από στρωσίδια και βελέντζες και όλα αυτά που ήταν για την προίκα και δεν ήταν μόνο για την προίκα. Όταν τα έβαζες, ερχόταν καλοκαίρι, τα έφτιαχνες γίκο.
Στοίβα;-
Δηλαδή τα έβαζες σε σειρά, ναι στοίβα, σε σειρά το ένα πάνω στο άλλο, όχι στοίβα ότι να ‘ναι. Αυτό λέγεται γίκος από τα τουρκικά. Γιουκ που σημαίνει βάρος. Γιατί αυτό είχε πολύ μεγάλο βάρος όταν το έφτιαχνες. Είναι σαν πύργος. Ο παππούς μου έλεγε, ήθελε να πει δηλαδή ότι τα τρώω όλα και έλεγε: «Με χαλάει μονάχα τα απ’ όξω της κοκόσας και το μέσα της ελιάς». Κοκόσα είναι η καρύδα. Και αυτό από τα ιταλικά. Είναι δηλαδή το σκληρό που έχει το καρύδι απ’ έξω και το από μέσα της ελιάς, το κουκούτσι δηλαδή. Αυτά μόνο λέει δεν τρώω. «Το απ’ έξω της κοκόσας και το από μέσα της ελιάς». Αυτά. Ή αυτό που λέμε, ας πούμε, ότι – δεν θα είναι ωραίο αυτό που θα πω όμως – ξέρω ‘γω, «Με έμασε χέσιμο» αυτό το «με έμασε».
Ή «με έμασε το κρύο».
Ναι «με έμασε το κρύο» επίσης. Εγώ ξέρεις, κατευθείαν…
Ό,τι έχεις συνηθίσει να ακούς, αυτό είναι.
Ναι. Διάφορα άλλα τοπικά που λέμε. Ας πούμε, όταν κάτι είναι πάρα πολύ παλιό λέμε «από τον καιρό του Κουρτ Πασά». Υπήρχε ένας πασάς που λεγόταν Κούρτ Πασάς και λέμε «από τον καιρό του Κουρτ Πασά». Ο οποίος προφανώς, επειδή δεν υπήρξε παντού Κουρτ Πασάς δεν θα το λένε έτσι. Δεν ξέρω αν χρησιμοποιούν παρόμοια έκφραση για κάποιον Πασά συγκεκριμένα, κάπου αλλού, αλλά ο Κουρτ Πασάς εδώ ήταν, δεν νομίζω να χρησιμοποιείτε αλλού. Ή που λένε «Εγώ είμαι όμοια με την Παρηγορήτισσα [τοπικό Βυζαντινό Μνημείο της πόλης της Άρτας, μεγαλειώδης βυζαντινός ναός]». Που λέμε «ίσα με την Ακρόπολη». Λοιπόν, «όμοια με την Παρηγορήτισσα». Αυτά. Αυτά. Αλλά αυτά είναι πράγματα που ακούω ακόμα. Δεν είναι τίποτα φοβερό.
Καθώς έκανες την έρευνά σου, φαντάζομαι ειδικά στα ιταλικά πρέπει να έπαθες μεγάλο σοκ με το πόσες λέξεις ταιριάζουνε με τις λέξεις που γνώριζες εσύ από τα αρτινά.
Ναι ήταν και λίγο αναμενόμενο, γιατί γενικά ήξερα ιταλικά από τα σχολικά μου χρόνια οπότε τα είχα ήδη επεξεργαστεί στο μυαλό μου, αλλά όντως, όταν κάθεσαι και τα γράφεις, εκεί είναι που έρχεται η συνειδητοποίηση. Εκεί πραγματικά. Αλλά είναι πολύ όμορφο αυτό το αίσθημα της ποικιλίας. Θεωρώ ότι έχει πολύ ενδιαφέρον. Δεν είναι καθόλου βαρετό. Μπορεί να ακούγεται λίγο κάπως, αλλά πρέπει να συνειδητοποιούμε πάντα ότι, ας πούμε, η κοινή νέα ελληνική που την οποία μιλάμε και κυρίως τη γράφουμε -γιατί εγώ δεν θεωρώ ότι μιλάμε ποτέ με τον τρόπο που γράφουμε, πάντα γράφουμε πολύ πιο επίσημα από αυτό που μιλάμε στην πραγματικότητα- οπότε θεωρώ ότι η κοινή νέα ελληνική βασίστηκε κυρίως στο ιδίωμα της Πελοποννήσου και στα νότια ιδιώματα. Αν τα πράγματα ιστορικά είχαν πάει κάπως αλλιώς, θα ήταν πάρα πολύ πιθανό η κοινή νέα ελληνική να ήταν το «έρχομασταν»[00:35:00] ή το «έρχονταν» και όποιος έλεγε «ερχόντουσαν» να λέγαμε: «Κοίτα τον χωριάτη πώς μιλάει». Ή-
Πολύ σημαντικό αυτό που λες.
Ναι. Και φαντάσου να ήταν η κοινή νέα ελληνική -αν είχαν έρθει ιστορικά αλλιώς τα πράγματα- το «δε μο’ κρινε ντιπ» και να λέει ο άλλος: «Δεν μου μίλησε καθόλου». «Απαπα χωριατιά!» Ξέρεις αυτά είναι πολύ, πολύ ρευστά και είναι όλα ζήτημα ιστορικής βάσης, έτσι; Το ποιος θα επικρατήσει. Εδώ ξέρουμε πολύ καλά ότι, ας πούμε, η Λειβαδιά έγινε πρωτεύουσα του Νομού Βοιωτίας, γιατί η Λιβαδειά έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του ‘21. Όπως και το Μεσολόγγι. Το Αγρίνιο είναι μεγαλύτερη πόλη. Γιατί το Μεσολόγγι έγινε πρωτεύουσα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας; Για ιστορικούς λόγους έγινε. Ή, ας πούμε, γιατί έγινε η Τρίπολη πρωτεύουσα της περιφέρειας Πελοποννήσου. Η Τρίπολη είναι μικρή πόλη σε σχέση με την Καλαμάτα, ας πούμε, ή με την Κόρινθο. Είναι πιο μικρή. Όμως στην Τριπολιτσά έγιναν πολλά στην Επανάσταση. Οπότε έτσι εξηγούνται πολλά πράγματα.
Εσύ στην πορεία της έρευνας υπάρχει κάτι που να θυμάσαι ότι ανακάλυψες και, έτσι, σε σόκαρε, σου έλυσε απορίες; Το πιο τρανταχτό.
Το πιο τρανταχτό, που έτσι με χαροποίησε πολύ, είναι το πότε χρησιμοποιούμε το «θα να» στο μέλλοντα. «Θα να» λέμε «θα να ‘μαι» και «θα να ‘ρθω». Δεν το χρησιμοποιούμε με άλλα ρήματα. Γιατί –μιλάω για το μέλλοντα– γιατί το να πρέπει να τονίζεται και τα άλλα ρήματα… Για αυτό δεν μπορούμε να πούμε «θα να παίξω». Γιατί δεν μπορεί να τονιστεί το να. Είναι δηλαδή… Για να εφαρμοστεί αυτό, θα πρέπει να τονίζεται το να και το να τονίζετε μόνο με το «θα να ‘μαι» και με το «θα να ‘ρθω». Δεν μπορούμε να πούμε «θα να πάω» Εκεί κόβεται το να. Γιατί μου δημιουργούσε πάντα την απορία. Ξέρεις, το 'ξερα ότι είναι το «θα να ‘μαι» και το «θα να ‘ρθω» μόνο στο μέλλοντα, αλλά δεν ήξερα γιατί. Και εκεί που καθόμουν και έλεγα, τι έχουν κοινό, τι έχουν κοινό; Και για να λέμε «θα να» στο μέλλοντα θα πρέπει να τονίζεται το να. Και ο λόγος για τον οποίο σε όλα τα ρήματα τα παρελθοντικά μπορούμε... τα παρελθοντικά λέω, αυτά της εντός εισαγωγικών της ευκτικής, αυτό τον τύπο «θα ήμουν», «θα έκανα», «θα έρανα», είναι επειδή υπάρχει αυτή η δυνατότητα να κόψουμε την αύξηση και να πούμε «θα να ‘κανα», θα να ‘ρανα», «θα να ‘παιζα», «θα να ‘τρωγα». Γιατί δεν γίνεται να πεις «θα να έτρωγα». Πάντα τρως την αύξηση για να τονιστεί το να και να μπορεί να… Επίσης, είναι φοβερό ότι και το λεξιλόγιο και διάφορες εκφράσεις δεν μπορούν να μπουν σε καλούπια εξωραϊσμού και εξαθηναΐσμού. Δηλαδή ή θα πεις «μουχούστς» ή θα πεις εμποροπανήγυρη. Δεν μπορείς να πεις «μουχούστης». Είναι εντελώς παράταιρο. Ή θα πεις «θα να ‘ταν». Δεν μπορείς να πεις «θα να ‘τανε». Ή θα πεις «θα να ‘ταν» ή θα πεις «θα ήταν» ή «θα ήτανε». Που αυτά τα «αυτόνανε, εκείνονε, τον άλλονε» κτλ., που λένε στην Αθήνα, εγώ δεν μπορώ να τα πω ποτέ γιατί το δικό μου DNA, δεν μπορώ να τα ξεστομίσω. Πώς να σου πω; Μιλάω πιο κοφτά, δεν μιλάω αθηναίικα. Εντάξει, έμαθα να μιλάω αυτό που λέμε – εντός εισαγωγικών, που είναι λάθος – έμαθα να μιλάω σωστά, από το πανεπιστήμιο και μετά, αλλά είναι πάρα πολύ εφικτό νομίζω. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο και δεν χρειάζεται να χάσεις ή να σταματήσεις να μιλάς το ιδίωμα. Μπορείς να μιλάς και καλά νέα ελληνικά, την κοινή νέα ελληνική και να μιλάς και ιδίωμα. Δεν νομίζω ότι είναι τόσο έτσι φοβερό. Ούτως ή άλλως, μιλάμε για διαφορετικές χρήσεις. Είναι διαφορετικά επίπεδα γλώσσας. Οπότε νομίζω ότι ένας άνθρωπος εγγράμματος μπορεί να καταλάβει τη διαφορά και να κάνει τη σωστή χρήση, την οποία δεν κάθεσαι να τη σκεφτείς εκείνη την ώρα. Βγαίνει πολύ αυθόρμητα, νομίζω.
Πες μου τώρα κάποια αστεία περιστατικά κατά τη διάρκεια της προσαρμογής από την αρτινή διάλεκτο, στην κοινή ελληνική.
Βασικά είναι κυρίως αυτά που είπα στην αρχή. Δηλαδή ότι έλεγα λέξεις που δεν ήξερα ότι δεν λέγεται έτσι. Θα σου πω όμως ένα περιστατικό από δικαστήριο που έχει πολλή πλάκα. Οι δικαστές στην Άρτα δεν είναι από την Άρτα, δεν είναι από δω, είναι από άλλα μέρη. Τέλος πάντων σε μία Πρόεδρο που δεν ήταν από δω προφανώς, έρχεται μάρτυρας –ήταν, το θέμα του δικαστηρίου ήταν διόρθωση ληξιαρχικής πράξης– και η αιτούσα[00:40:00], η οποία είχε γεννηθεί σε άλλη ημερομηνία από αυτή που γραφόταν στα έγγραφά της, έφερε μάρτυρα τη νονά της, την οποία τη λέμε νούνα. Η νονά είναι νούνα. Και τέλος πάντων, το βαφτιστήρι που λένε στη υπόλοιπη Ελλάδα, εμείς το λέμε αναδεχτός και αναδεχτή και το αναδεχτούδι γενικά. Τα ανδεχτούδια και τέτοια. Και πάλι ελληνικότατη λέξη, αναδέχομαι και όλα αυτά, ο ανάδοχος. Και τέλος πάντων, ρωτάει η πρόεδρος: «Εσείς αυτά πώς τα γνωρίζετε; Δηλαδή πώς γνωρίζετε ότι γεννήθηκε την τάδε ημερομηνία και όχι την τάδε; Τι σχέση έχετε με την αιτούσα;». Και λέει: «Είναι αναδεχτή μ’». Λέει η πρόεδρος: «Τι σας είναι;», «Αναδεχτή μ’» λέει. Και της λέει: «Συγγνώμη, δεν κατάλαβα. Τι σχέση έχετε;». Και βάζει έτσι το χέρι μπροστά και της λέει: «Είμαι η νούνα τς!». Τέλος πάντων έχουν ακουστεί διάφορα και στις δικαστικές αίθουσες. Δηλαδή θυμάμαι κάποια στιγμή σε μία –είναι λίγο σαν του Ψαθά «Η Θέμις έχει κέφια» κ.τ.λ.– σε μία θανάτωση ζώου συντροφίας ήταν το αδίκημα, ποινικό και να λέει η κατηγορούμενη: «Εγώ, κύριε πρόεδρε, το σκυλάκι το ‘χα μες στην αγκαλιά». Και τέλος πάντων αυτή, αν θυμάμαι καλά, είχε καταδικαστεί, είχε ρίξει φόλες και είχαν σκοτωθεί, ας πούμε, 15 σκυλιά, τα οποία ήταν τώρα όπως καταλαβαίνεις σε χωριά του κάμπου, είχαν σκοτωθεί και σκυλιά από διπλανά χωριά που όπως περιφέρονται τα σκυλιά έφαγαν τη φόλα και πήγαν και ψόφησαν τα καημένα. Οπότε εκείνη την ώρα που λέει αυτή ότι «τα ‘χα μες στην αγκαλιά μ’» σηκώνεται μία, προφανώς παθούσα, που είχε χάσει το σκυλάκι της κ.τ.λ. και λέει: «Αστραπόπ'τσα να σε βαρέσει». Λοιπόν, το θέμα είναι ότι το κοινό κατάλαβε, αλλά οι δικαστές δεν κατάλαβαν και πολλά. Αλλά, εντάξει, είναι και ωραία αυτά, έτσι, αυτό το συνθηματικό και πόση δύναμη, επίσης έχει αυτή η έκφραση, χωρίς να είναι υπερβολικά χυδαία. Πάντως είναι πολύ περιγραφική σίγουρα. Ναι, από τέτοια περιστατικά άλλο τίποτα, άλλο τίποτα.
Σου έχει τύχει, φαντάζομαι, όπως σε όλους μας, να μην είσαι σε αρτινή παρέα και να πρέπει να περιγράψεις κάτι, το οποίο όμως, οι λέξεις που σου έρχονται στο μυαλό είναι μόνο η αρτινή έννοια.
Ξέρεις τι, κάποια στιγμή είχαν έρθει κάτι φίλες μου συμφοιτήτριές και είχαμε, ο πατέρας μου και ο κάθε πατέρας κ.τ.λ. είχε ένα συγκεκριμένο τρόπο που λέει ιστορίες κ.τ.λ. Θυμάμαι ήταν μία ιστορία από όταν ήταν μικρός που έκλεβε το γλυκό του κουταλιού, το καρυδάκι ξέρω ‘γω που είχε φτιάξει η μάνα του και χρησιμοποιούσε λέξεις δηλαδή, έλεγε: «Η μάνα μ’ το ‘χε το γλυκό σε μία λαΐνα [δοχείο]» ή ξέρω εγώ κιούπι [δοχείο], νομίζω λαΐνα έλεγε η ιστορία και εξηγούσα εγώ τώρα τι είναι λαΐνα, παράλληλα μίλαγε ο πατέρας μου πεταγόμουν και εγώ ή έλεγε ξέρω ‘γω ότι «Μετά έτσι όπως το έτρωγα άφηνα ντορό» που ντορός είναι τα σημάδια. Τον ντορό τον λένε και στο κυνήγι είναι οι πατημασιές από τα θηράματα κτλ. και είχαμε αυτή την παράλληλη, είχε πολύ πολύ γέλιο πάντα τα απολαμβάναμε πολύ αυτά και δεν φτάνει ποτέ σε σημείο ασυνεννοησίας. Δηλαδή πολύ δύσκολα θα φτάσει σε σημείο ασυνεννοησίας, γιατί μπορεί να μην το αντιλαμβανόμαστε αλλά όσοι χρησιμοποιούμε το ιδίωμα έχουμε γεννηθεί –το οποιοδήποτε ιδίωμα– έχουμε γεννηθεί δίγλωσσοι, δηλαδή κινούμαστε σε δύο γλωσσικά συστήματα και αυτό είναι το μεγάλο λάθος που κάνουμε. Για αυτό λέμε πολλές φορές αυτό είναι λάθος δεν πρέπει να το λέμε ή ας πούμε ο άμμος, στην Άρτα δεν είναι η άμμος είναι ο άμμος όπως δεν είναι ο φράχτης είναι η φράχτη, έτσι είναι. Αυτός είναι ο κανόνας δεν είναι λάθος, είναι λάθος όταν το γράφεις σε μία έκθεση που είναι γραμμένη στην κοινή να γράφεις ο άμμος, αυτό είναι λάθος, αλλά σε αυτό το περιβάλλον του ιδιώματος είναι το σωστό. Ναι είναι ο άμμος και δεν είναι λάθος. Οπότε ούτε τύψεις να αισθανόμαστε, ούτε για το έτρωγαμαν και έφαγαμαν και όλα αυτά. Επίσης ένα γλυκό εδώ τοπικό που έτσι και σε βαφτίσεις αλλά πολύ ωραίο, τα παστιτσάκια –δεν ξέρω αν έχεις φάει– το οποίο είναι ένα γλυκό, το παστιτσάκι είναι γλυκό, όλοι νομίζουν ότι είναι αλμυρό ότι έχει σχέση με παστίτσιο. Είναι εντάξει, ιταλική είναι η ρίζα και του παστιτσακίου. Παστιτσερία στα Ιταλικά είναι το ζαχαροπλαστείο[00:45:00], που είναι πάστα, η ζύμη και όλα αυτά. Δηλαδή αυτή είναι η ρίζα και είναι ένα πάρα πολύ νόστιμο και πολύ κομψό γλυκό, τα λένε και φορμάκια αν τα έχεις ακούσει, όχι; Τι στο καλό από την πεθερά καμία συνταγή τίποτα, ντροπή, ούι μάνα μου, τι καλονοικοκυρά θα να σαι εσύ, τέλος πάντων, απλά μου ήρθε στο μυαλό όπως τα λέγαμε, αυτά. Το «έχει ζάντζα» το έχεις ακούσει; Είναι αυτό που θα λέγαμε αλλιώς βλαμάρα, έχει – καλά από τα Ιταλικά είναι και αυτό usanze είναι η συνήθεια – αλλά εν προκειμένω είναι η κακιά συνήθεια, είναι, έχει βλάψιμο που λέμε έχει, τέτοιο. Αυτή είναι «έχει ζάντζα», τι άλλο, αυτά μου ήρθαν τώρα. Έτσι τα πετάω ξεκάρφωτα. Τις μπότσικες τις ξέρεις;
Ναι.
Οι μπότσικες είναι αυτά που λέμε αγριοκρέμμυδα στην Αθήνα που τα έχουν για γούρι της Πρωτοχρονιάς και έτσι ακούγεται πολύ glamorous το αγριοκρέμμυδο αλλά όταν καταλαβαίνεις ότι είναι η μπότσικα, ναι.
Άρα αυτό είναι μία περίπτωση από την ανάποδη, δηλαδή άκουσες κάτι το οποίο εδώ στην Άρτα το λέγατε διαφορετικά-
Βασικά δεν ήξερα ότι λέγονται αγριοκρέμμυδα δεν είχα ιδέα.
Ναι.
Δεν είχα ιδέα, εγώ μπότσικες τα ήξερα ή, ας πούμε, τις ζουμπουγιές που είναι οι βιολέτες, εγώ δεν ήξερα τι είναι η βιολέτα. Δηλαδή, όταν τα κορίτσια έλεγαν: «Ένα φράγκο η βιολέτα τσιγκολελέτα» δεν ήξερα τι είναι η βιολέτα, δεν ήξερα καν ότι είναι λουλούδι, γιατί εμείς τις βιολέτες τις λέγαμε ζουμπουγιές. Ή ας πούμε τις βοστίνες [αυγουστίνες ή μικροί νάρκισσοι (λουλούδι χειμερινό)], δεν ξέρω πώς λέγονται οι βοστίνες, δηλαδή πώς θα το ζητήσω αυτό στην Αθήνα, δεν το ξέρω, δεν έχω ιδέα, για μένα είναι πάντα οι βοστίνες, δεν ξέρω στην Αθήνα έχουν βοστίνες; Καλά προφανώς θα πουλιούνται αλλά τέλος πάντων ναι δεν το έψαξα ποτέ και δεν πραγματικά δεν το ξέρω.
Μόλις μου έλυσες μία απορία.
Ναι.
Τι είναι οι ζουμπουγιές.
Αλήθεια; Εσύ από την ανάποδη δεν ήξερες τι είναι οι ζουμπουγιές.
Ναι, γιατί η πεθερά μου το χρησιμοποιεί ως ζουμπουγιά και δεν μπορούσα να καταλάβω για ποιο λουλούδι μιλάμε.
Καλά εμείς είχαμε και μία γάτα η οποία ήταν πολύ αγαπημένη μας και η μάνα μου της έλεγε συνέχεια «Ζουμπουγιά μου, κυρά μου, φρεγάδα μου» όπως θα έλεγε σε μία κοπέλα, ρε παιδί μου, τα λέγαμε στη γάτα, κατάλαβες;
Λοιπόν, στην έρευνά σου χρειάστηκε καθόλου να κάνεις αυτό που λέμε επιτόπια έρευνα δηλαδή να μιλήσεις και λίγο με κάποιους.
Όχι όχι, δεν μίλησα, δεν μίλησα και δεν γινόταν, δηλαδή δεν είχα χρόνο. Μακάρι να εμπνευστεί κάποιος γιατί έχει πάρα πολύ ζουμί ή να εμπνευστούν κάποιοι, όχι μόνο ένας, και να γίνει και αυτό στο μέλλον. Πολύ θα το ήθελα, εντάξει δεν γίνεται. Μακάρι μακάρι, τόσοι Αρτινοί σπουδάζουν Φιλολογία, Γλωσσολογία κτλ., πιστεύω ότι αν κάποιος έχει το μεράκι για τη γλώσσα. Στην Ελλάδα γενικώς έχουμε μία μία αποστροφή στην ιδιαιτερότητα, στη γλωσσική ιδιαιτερότητα. Πάλι για λόγους ιστορικούς και εθνικής ενότητας και όλα αυτά έχουν σβήσει γλώσσες οι οποίες μιλιόταν στην ελληνική επικράτεια ή κοντεύουν να σβήσουν τέλος πάντων αλλά και τα ιδιώματα και τις διαλέκτους, έτσι, δεν πριμοδοτούνται. Το γεγονός ότι έχουν καταγραφεί από τον κοινό νου ότι είναι χωριάτικο αυτό. Θεωρώ ότι μόνο οι Κρήτες έχουν καταφέρει να λένε: «Αχ τι ωραία από την Κρήτη, τι όμορφα». Αυτό λοιπόν, που μιλάνε οι Κρητικοί είναι όμορφο και αυτό που μιλάμε στην Ήπειρο είναι χωριατιά. Εγώ αυτό δεν το καταλαβαίνω. Δηλαδή αυτή τη στιγμή, ας πούμε, ο Ανδρουλάκης που είναι πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, whatever, μιλάει -τσ-, -τσ-, -τσ- και τέτοια και είναι κουλ, ενώ, ας πούμε, αν μιλούσε ένας Ηπειρώτης ηπειρώτικα, θα ήταν χωριατιά. Εμένα αυτό με τσαντίζει λίγο γιατί, δεν υποτιμώ τα κρητικά, αλλά θεωρώ ότι είναι πολύ όμορφη και η δική μας η ντοπιολαλιά, πολύ. Και όλες, όλες, η κάθε μία έχει τη δική της γοητεία, τη δική της ιστορία πάρα πολύ ωραία όλα αυτά. Γιατί; Ναι, δεν το καταλαβαίνω καθόλου. Αλλά εντάξει, τι να κάνουμε, έτσι είναι.
Μήπως πιστεύεις ότι έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι οι προφορές αυτές, από Πελοπόννησο, από Ήπειρο –κυρίως από Ήπειρο και Θεσσαλία– έχουν χρησιμοποιηθεί από την ελληνική, από τον ελληνικό κινηματογράφο ένα διάστημα ως ο ρόλος του χωριάτη;
Ναι, η καρικατούρα.
Η καρικατούρα, μπράβο.
Ναι. Το θέμα είναι, επίσης, ένα πράγμα που με, έτσι λίγο, με εκνευρίζει που προφανώς γίνεται με τη δόση της υπερβολής που χρειάζεται για την κωμωδία κ.τ.λ. και τη σάτιρα, [00:50:00]το καταλαβαίνω αυτό πολύ καλά. Όμως στην ουσία αυτό που παρουσιάζεται στην τηλεόραση ως ηπειρώτικο ιδίωμα ούτε προφέρεται καλά από τους ηθοποιούς ούτε ασχολείται κανένας να τους πει ότι: «Ξέρεις τι; Όταν παίζεις, ας πούμε…». Π.χ. αν είχε παίξει ποτέ στις «Επτά θανάσιμες πεθερές» η Αρτινιά πεθερά, είμαι βέβαιος ότι θα έκανε λάθη τύπου θα έλεγε «το κταλ, το προυν». Δηλαδή αυτά που σου λένε οι φίλοι σου οι Αθηναίοι: «Δηλαδή εσείς τι λέτε το ψάρ;». Ναι, δεν λέμε το ψάρ, γιατί πάντα υπάρχει ένα ίχνος του -ι-. Το κταλ. Δεν υπάρχει κταλ. Αυτά τώρα είναι, ναι. Στην τηλεόραση προφέρονται τόσο άσχημα με αυτή τη δόση της υπερβολής προφανώς και μπερδεύονται πολλά ιδιώματα, ώστε αυτή η καρικατούρα του χαρακτήρα στην ουσία να μη μιλάει κανένα συγκεκριμένο ιδίωμα. Θα σου πει, ξέρω γω: «Θα με κάινς» το οποίο είναι, το με που λένε στη βόρεια Ελλάδα και δεν ξέρω αν ίσως στη Μυτιλήνη, ας πούμε, να τα λένε αυτά, δεν το ξέρω αυτό, που έχει έτσι ένα συνδυασμό βορείου ιδιώματος κ.τ.λ. Τέλος πάντων, πάντως αυτό επίσης είναι πολύ. Βέβαια, εντάξει, τηλεόραση κάνουν οι άνθρωποι, δεν είναι… Είμαι και εγώ δηλαδή, έτσι, πιάνομαι με το παραμικρό, αλλά ναι, με εκνευρίζει πάρα πολύ.
Είναι όμως κι αυτό που λες με τους Κρητικούς. Ότι εκεί έχει γίνει μελέτη ώστε-
Καλά, έχουν γίνει μελέτες σίγουρα και τα κρητικά έχουν και πάρα πολύ ενδιαφέρον και εκεί υπήρξε ενετοκρατία κι όλα αυτά. Εντάξει, υπήρξε και σπουδαία λογοτεχνική παραγωγή και ο Ερωτόκριτος και όλα αυτά, έτσι; Δεν το συζητώ, δηλαδή. Αλλά, ναι, όλα τα ιδιώματα έχουν αξία και ιστορία και είναι φορείς πολιτισμού, όλα αυτά. Γιατί η μάνα μου λέει: «Πλένω τα αγγειά». Και είναι από τα αγγεία. Όχι επειδή είμαι Ελληνάρας και ουάου όλες οι λέξεις προέρχονται από τα ελληνικά, που έλεγε ο Γκας Πορτοκάλος. Όχι, απλά είναι πολύ ωραίο να ξέρεις ότι πλένει την κατσαρόλα και είναι το αγγειό. Έχει ένα νόημα.
Δεν υπάρχουν Αρτινοί συγγραφείς ή ποιητές, οι οποίοι να έχουν καταγράψει με κάποιο τρόπο-
Εντάξει, έχουν, έχουν, έχουν-
Κάποιες λέξεις; Ο Κρυστάλλης, ας πούμε;
Εντάξει, ο Κρυστάλλης είναι από το Συρράκο έζησε στην Άρτα, δεν έζησε και πάρα πολλά χρόνια. Έγραψε. Προφανώς ο Κρυστάλλης έγραψε σε ιδίωμα, αλλά υπάρχουν και δηλαδή και ο Νίκος Καραβασίλης από τους Μελισσουργούς, ας πούμε, που έχει γράψει διηγήματα, έτσι, πολύ ωραία και ιδιωματικά δηλαδή αναφέρονται γύρω από την Άρτα πάντα, αλλά ναι πολλοί, πολλοί, υπάρχουν, υπάρχουν, ναι, στα νεότερα χρόνια. Απλά πριν αναφέρθηκα στην κρητική λογοτεχνία, γιατί ήταν πάρα πολύ σημαντική και έτσι εκείνη τη μεσαιωνική ποίηση κ.τ.λ. που εδώ δεν είχαμε αντίστοιχα. Τουλάχιστον δεν ξέρω εγώ.
Οι νέοι εδώ στην Άρτα πώς διασώζουν αυτή τη διάλεκτο;
Νομίζω γενικά ότι η τάση που υπάρχει είναι της ομογενοποίησης και ισοπέδωσης και δηλαδή περπατώντας στον δρόμο θεωρώ ότι ακούω πολύ περισσότερο έτσι αθηναίικα, να το πω, σε σχέση με τη δική μου ηλικία που εμείς μιλάγαμε πολύ περισσότερο. Θεωρώ ότι διασώζονται λέξεις και εκφράσεις μέσα από το χιούμορ, γιατί πάντα έχει πλάκα να πεις κάτι που λένε οι γονείς σου και να το είτε ακόμα και να το κοροϊδέψεις, δεν έχει σημασία. Αυτή η έκφραση εξακολουθεί να ζει. Ακόμα και μέσα από το χιούμορ. Θεωρώ ότι στα χωριά είναι πολύ περισσότερες οι πιθανότητες και μες στην Άρτα, βέβαια, δεν είναι ότι δεν ακούω καθόλου από νέα παιδιά, αλίμονο. Ναι, δεν είναι δύσκολο να βρεις κάποιον να σου μιλήσει ιδιωματικά. Από κάποια ηλικία και πάνω σίγουρα. Αλλά και πάλι, δηλαδή εγώ δεν νομίζω ότι θα βρω έστω και γιαγιά με την οποία δεν θα μπορέσω να συνεννοηθώ, ας πούμε. Δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Να μην καταλάβω τι μου λέει. Άντε να μην πιάσω μία λέξη στο τόσο. Αλλά γενικά η δική μου γενιά θεωρώ ότι είναι σε πολύ καλό επίπεδο. Και έχω την εντύπωση –αυτό εντελώς εμπειρικά– ότι εμείς οι άντρες κρατάμε λίγο περισσότερο την προφορά. Οι γυναίκες θεωρώ την κρατάνε λιγότερο και θέλουν να την αποβάλουν. Αυτό το είδα από τα φοιτητικά χρόνια και μετά που φύγαμε, ας πούμε, ότι εγώ και μία συμμαθήτριά μου φύγαμε έχοντας την ίδια προσφορά λίγο-πολύ και ότι μετά από 10 χρόνια, ας πούμε, είπα ξέρω γω: «Α κι ήθελα να πάρω τένες και βαρέθηκα και δεν πήγα» και όλα αυτά. «Τένες;» Και να λες τώρα,[00:55:00] δεν θα το πω, αλλά πού τα πουλάς αυτά; Δηλαδή πραγματικά πού τα πουλάς αυτά; Εντάξει, ίσως είναι θέμα κομψότητας και οι γυναίκες είναι πιο χαριτωμένες πάντα, οπότε εμάς δεν μας πολυνοιάζει μάλλον, αυτό.
Πιστεύεις ότι το να διατηρείς εσύ τη διάλεκτο, το ιδίωμα αυτό, σε κρατάει πιο κοντά στις ρίζες και την οικογένειά σου;
Σίγουρα είναι κάτι που προέρχεται από την οικογένειά μου. Νομίζω ότι είναι στοιχείο του εαυτού μου και με κρατάει πιο κοντά σε μένα. Δηλαδή εγώ είμαι αυτό. Δεν με ενδιαφέρει. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου και το έχω απενοχοποιήσει τελείως και ενώ στη φοιτητική μου ζωή… Καλά προφανώς και θεωρώ προίκα μου το γεγονός ότι έμαθα να μιλάω καλά, στρωτά, πες το όπως θες, στρογγυλά. Όμως θεωρώ εξίσου μεγάλη προίκα, επειδή έμαθα και πολλές ξένες γλώσσες στην πορεία, θεωρώ ότι η προφορά και οι επιπλέον φθόγγοι που έχουμε με βοήθησαν πάρα πολύ στην προφορά των ξένων γλωσσών. Δηλαδή, στα αρτινά έχουμε το -σ-, έχουμε το -ζ-, που δεν υπάρχουν. Όταν λες «έζγε [έζυγε, ζύγωνε, πλησίαζε]» ή «είναι μία σκιά». Λοιπόν αυτό πες το σε έναν Αθηναίο να στο πει. Μα δεν θα μπορεί να το πει εύκολα. Ή αυτό που λέγαμε, το κτάλ και το προυν. Δεν λέμε ούτε κταλ ούτε προυν. Πες σε κάποιον. Όπως, ας πούμε, λέμε, δεν λέμε το «πιδί». Λες το παιδί και είναι κάτι ανάμεσα από αι και ι. Δεν είναι πιδί. Αυτό δεν μπορείς να το μιμηθείς εύκολα, οπότε είναι και αυτό μία προίκα. Είναι. Ή το, ξέρω ‘γω, το -τσ-. Όλα αυτά που λέμε στο ιδίωμα είναι… Ναι βοηθάν, προφανώς και βοηθάν.
Στα παιδιά σου εσύ θα μίλαγες-
Φυσικά, φυσικά, φυσικά. Ναι.
Ήμουν σίγουρη.
Ναι και σου είπα, το θεωρώ προίκα. Προφανώς και αφορά πολιτισμό και μπούρου μπούρου κ.τ.λ. και νομίζω ότι τα παιδιά τα αγαπάνε αυτά. Και έρχεται η ηλικία που τα διαχωρίζεις όλα και δεν είσαι το χωριατάκι και όλα έρχονται φυσικά. Εγώ νομίζω ότι μόνο έχω πάρει. Είμαι ευγνώμων απέναντι στους γονείς μου που δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια. Γιατί ξέρω ότι υπήρχαν γονείς οι οποίοι έκαναν παρατήρηση στους γονείς τους: «Μη μιλάς έτσι στα παιδιά». Αυτό το έχω ακούσει και με τα μάτια μου. Δηλαδή «Μη λες τηράω. Να λες κοιτάζω». Ναι. Σε καμία περίπτωση δεν θα το έκανα αυτό.
Είναι αυτό που λες προίκα. Δεν είναι και κάτι που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τη μάζα, όταν πας φοιτητής σε ένα πανεπιστήμιο και είναι από όλη την Ελλάδα;
Ναι μόνο που σε εκείνη την ηλικία η διαφορά είναι ότι δεν θες να ξεχωρίζεις. Θες να ‘σαι σαν όλους τους άλλους. Αυτή είναι η διαφορά θες να σε in θες να σε αυτό. Ναι ok αλλά έρχεται η ηλικία που αλλάζουν όλα αυτά και σ’ αρέσει και να ξεχωρίζεις και να είσαι περήφανος για την καταγωγή σου και όλα αυτά σίγουρα. Είναι πολύ ωραίο το συνιστώ σε όλους.
Και τώρα θα το κάνω μία τελευταία και καταληκτική ερώτηση. Γιατί κόβουνε τα φωνήεντα οι Αρτινοί;
Γιατί κόβουν; Εγώ νομίζω ότι όλες αυτές οι θεωρίες ότι λόγω κρύου και όλα αυτά, δεν ισχύουν καθόλου. Πρώτα από όλα η Άρτα δεν έχει τόσο κρύο, έτσι;
Ισχύει.
Επίσης κόβουμε ίσως όχι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή ας πούμε και στο Αγρίνιο κόβουν, κόβουν διαφορετικά. Το Αγρίνιο είναι μία από τις πιο ζεστές πόλεις στην Ελλάδα, δηλαδή, πιο ζεστή από την Άρτα. Δεν είναι αυτός ο λόγος. Είναι μία διεργασία τέλος πάντων. Έτσι το κάναμε εδώ. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος κανόνας που λέει αυτοί από εκείνη την περιοχή το κάνουν έτσι. Στο Αγρίνιο ας πούμε δεν λένε «κάνουν», λένε «κάν’νε», «φκιάν’νε». Το οποίο, προφανώς, τρώνε ένα -ου-, αλλά προσθέτουν και μία συλλαβή στο τέλος που εμείς δεν θα το κάναμε ποτέ. Οπότε όλα αυτά τα… Ή είναι διαφορετικός ο επιτονισμός. Δηλαδή και στη Θεσσαλία πάλι κόβουν, αλλά έχουν μία έτσι ας πούμε μουσικότητα και έχουν αυτό το -α- στο τέλος που εμείς δεν το έχουμε από την άλλη, εμάς είναι πολύ πιο τα τα τα, πολύ πιο κοφτά. Οπότε, ναι, δεν κόβουμε όλοι. Πάλι μου ‘ρχεται οι ελληνικές σειρές κ.τ.λ. Δεν κόβουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Εγώ προσωπικά δεν είμαι σε αυτό το επίπεδο και δεν ξέρω αν γλωσσολογικά πώς μπορεί να εξηγηθεί κ.τ.λ. Ένα μεταπτυχιακό τελείωσα, έτσι; Αλλά δεν νομίζω ότι έχει να κάνει με το κρύο καθόλου. Ούτε με το αυτό που λένε ότι από τη μία κορυφή στην άλλη μίλαγε ο ένας και... Εμένα μου φαίνεται λίγο. Γιατί στην πόλη ή στον κάμπο –γιατί ο κάμπος πάντα είχε, έτσι, και πληθυσμό πολύ[01:00:00] και είχε και πλούτο και ζούσαν οι άνθρωποι μαζί κ.τ.λ.– δεν νομίζω ότι ο ένας ήταν στη μία ραχούλα κι ο άλλος στην άλλη, γιατί στον κάμπο δεν έχει και ραχούλες, συν τοις άλλοις.
Σωστά.
Οπότε δεν νομίζω ότι είναι αυτός ο λόγος.
Είναι ίσως η συντομία;
Σίγουρα, αλλά είναι λίγο τώρα, αν έκανε η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα. Δηλαδή το κάνουμε για συντομία ή απλά είναι σύντομο γιατί έτσι έγινε; Δεν ξέρω. Δηλαδή στην Αθήνα δεν θέλουν συντομία; Που λένε «πηγαίνανε και καθόντουσαν και κάνανε και ράνανε». Δηλαδή που τα λένε όλα. Και «αυτόνανε και εκείνονε». Εγώ προσωπικά βαριέμαι όταν το ακούω. Γιατί θεωρώ «Ναι, πουλάκι μου. Άιντε πες το να τελειώνουμε». Αλλά ok, και αυτοί φαντάζομαι ότι ως άνθρωποι δεν έχουν χρόνο για χάσιμο, αλλά έτσι έχουν συνηθίσει να μιλάνε.
Ίσως να είναι δική μου θεώρηση, έχοντας έρθει από άλλο μέρος, ίσως να είναι αυτή η συντομία, με την έννοια ότι όταν μιλάς με την αρτινή προφορά, πράγματα που θα έκανες 10 λεπτά να τα πεις, τα λες σε 5, αυτό που λες.
Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αυτό είναι αλήθεια.
Και οι Αθηναίοι ίσως να μην το κάνουν αυτό, γιατί όλοι μας γνωρίζουμε ότι σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα οι διάλεκτοι έχουν αυτή την προσφορά. Πολλοί κόβουνε λέξεις. Δεν είναι μόνο η Ήπειρος.
Ναι, απλά είναι… Η νότια Ελλάδα δεν κόβει λέξεις, ας πούμε. Δηλαδή και όχι μόνο δεν κόβει, βάζει κιόλας. Ναι εντάξει, δεν, ειλικρινά δεν ξέρω να απαντήσω σε αυτό. Αλλά σίγουρα δηλαδή στην Αθήνα δεν μπορώ να φανταστώ κάποιος να λέει «χα, χα». Ναι δεν μπορώ καν να το φανταστώ. Αυτό.
Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι άλλο, για όλους αυτούς που θα αναρωτηθούν για την αρτινή διάλεκτο;
Δεν ξέρω. Να μη μας βλέπουν ως χωριάτες και να αντιλαμβάνονται το βάρος, αυτό το ιστορικό βάρος και του πολιτισμού. Δηλαδή απλά να προβληματιστούν λίγο και με βάση αυτό που είπαμε και πριν ότι αν είχαν πάει τα πράγματα ιστορικά διαφορετικά ότι θα μπορούσε να έχει γίνει κάτι άλλο. Αυτό μου είχε γίνει –θα πω αυτό και τελειώνουμε– σε ένα μάθημα, πάλι στην Ιταλική Φιλολογία που ήταν, όχι, ήταν γλωσσολογικό, όχι διαλεκτολογικό, απλά με αφορμή αυτό το γλωσσολογικό μάθημα μιλάγαμε για τα ιδιώματα και τις διαλέκτους. Και μας ζήτησε η καθηγήτρια, η κυρία Γιαννουλοπούλου θυμάμαι, να μιλήσουμε ο καθένας στο τοπικό ιδίωμα που θεωρεί ότι είναι πιο κοντά σε αυτόν. Γιατί στην Αθήνα υπάρχουν και παιδιά που είναι δεύτερη γενιά στην Αθήνα και δεν έχουν ιδιαίτερα ακούσματα, αλλά αν είχαν μία γιαγιά από ένα νησί, ξέρω γω, ή οτιδήποτε. Οπότε εγώ μίλησα όπως θα μίλαγα με τη μάνα μου και μία κοπέλα από πίσω μου λέει: «Ρε συ, τα μιλάς πολύ καλά τα χωριάτικα». Και είχε λίγο, έτσι, σηκώσει τους τόνους η καθηγήτρια και της είπε αυτό. Και της λέει: «Το ξέρεις ότι αν είχαν πάει διαφορετικά τα πράγματα ιστορικά θα μιλούσες έτσι και θα ήταν και της μόδας;». Δεν της άρεσε αυτός ο χαρακτηρισμός, όπως δεν μ’ αρέσει και μένα. Δηλαδή μόνο και μόνο να σκεφτούνε τι έχουν προσφέρει οι Ηπειρώτες στο σύγχρονο ελληνικό κράτος δεν νομίζω ότι είμαστε καθόλου χωριάτες, αυτό.
Και δεν σημαίνει ότι ομιλείται αυτή η διάλεκτος μόνο στα χωριά της Άρτας. Αν είναι δυνατόν. Έτσι;
Α, ναι. Εννοείται. Εννοείται. Ναι, ναι. Ναι, απλά στην πόλη έχει λίγο διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Ναι.
Αλλά ναι. Αυτό. Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Και εγώ ευχαριστώ διπλά και τριπλά.
Να ‘σαι καλά.
Γιατί σε ταλαιπώρησα για ακόμα μία φορά.
Όχι, καθόλου, καθόλου. Χαρά μου.
Αλλά ήταν ωραίο το θέμα. Άξιζε. Λοιπόν, ευχαριστώ πολύ.