© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Απ' το παγκάκι στο όνειρο για μια καλύτερη ζωή: Ένας πρώην άστεγος της Αθήνας αφηγείται την ιστορία του

Istorima Code
12209
Story URL
Speaker
Κωνσταντίνος Κουτσουμπός (Κ.Κ.)
Interview Date
26/07/2022
Researcher
Οδυσσέας Γραμματικάκης (Ο.Γ.)
Ο.Γ.:

[00:00:00]Είμαι ο Οδυσσέας Γραμματικάκης, είμαι ερευνητής στο Ιstorima. Έχουμε 27 Ιουλίου του 2022. Βρισκόμαστε στο Impact Hub, στην Αθήνα, στα γραφεία της “Ithaca” Laundry” και είναι μαζί μου ο κύριος Κωνσταντίνος Κουτσουμπός. Καλησπέρα.

Κ.Κ.:

Καλησπέρα. Χαίρω πολύ. Όπως σας είπε και ο Οδυσσέας, με λένε Κωνσταντίνο Κουτσουμπό. Έχω μεγαλώσει κι έχω ζήσει στην Αθήνα. Είμαι 50 χρονών, συγκεκριμένα, μεθαύριο τα κλείνω τα 50. Μεγάλωσα στη Δάφνη. Εκεί πήγα σχολείο, εκεί ήτανε τα πρώτα βήματα και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Δεν έχω βγάλει Λύκειο. Έχω βγάλει Τεχνική Σχολή.

Ο.Γ.:

Μεγαλώσατε στην Δάφνη;

Κ.Κ.:

Ναι, μεγάλωσα στη Δάφνη. Σπούδασα Μηχανικός Αυτοκινήτων, δηλαδή εντάξει. Έβγαλα… μόλις τελείωσα το Γυμνάσιο, μετά, αντί για Λύκειο, προτίμησα να πάω Τεχνική Επαγγελματική Σχολή. Και έβγαλα… ακολούθησα τον κλάδο Μηχανικών Αυτοκινήτων. Να μου πεις: «Γιατί πήγα;». Γιατί δεν ήμουνα και καλός στα μαθήματα. Γι’ αυτό. Μετά, πήγα φαντάρος. Απολύθηκα από φαντάρος, πήγα σε συνεργείο αυτοκινήτων, όπως ήτανε και το επάγγελμα μου. Τότε, τα χρόνια αυτά ήτανε πάρα πολύ καλά, μπορώ να πω και πολύ ικανοποιητικά και από θέμα αποδοχών και απ’ όλα τα θέματα. Στα 35 μου παντρεύτηκα. Έκανα οικογένεια. Εντάξει. Δεν έκανα παιδιά. Γνώρισα μια πολύ άψογη και πολύ καλή σύζυγο, η οποία μεγαλωμένη και αυτή στην Δάφνη, στην γειτονιά μου δηλαδή, είχε μαγαζί με κλωστικά είδη. Παντρευτήκαμε. Ζήσαμε, μπορώ να πω, κάποια χρόνια πολύ καλά και πολύ δημιουργικά και πολύ άψογα. Δεν ξέρω αν επιτρέπεται να μιλάμε έτσι ελεύθερα. Okay. Λοιπόν. Και ήτανε κάποια χρόνια μπορώ να πω πολύ ωραία. Και πολύ καλά και στη ζωή μου… σε όλα δηλαδή ήτανε. Από εκεί και πέρα, έπιασα… να! Ξέχασα να πω το σημαντικό ότι την παράτησα τη δουλειά, δηλαδή τη δουλειά του συνεργείου, γιατί ασχολήθηκα με το μαγαζί της γυναίκας μου. Έγινα κι εγώ αφεντικό. Ήθελα να γίνω και εγώ αφεντικό, ναι. Τέλος πάντων, από δω και πέρα αρχίζει η ιστορία η πραγματικιά η δική μου. Μέχρι τώρα, ήταν τα πράγματα okay, καλά και ωραία. Τέλος πάντων, όπως σου είπα και στην αρχή, παντρευτήκαμε, φτιάξαμε έναν κύκλο πολύ καλό. Η δουλειά πήγαινε πάρα πολύ καλά. Δυστυχώς όμως, μπορώ να πω ότι εγώ δεν ήμουνα εντάξει απέναντι… και στη σύζυγο μου και στις υποχρεώσεις μου. Ο λόγος είναι ότι… πώς να το πω τώρα; Μας πήρε η κάτω βόλτα. «Ποιος είναι ο λόγος;», θα μας πεις. Ναι. Θα μου επιτρέψεις να πω ότι ήτανε η χρήση. Από εκεί, δηλαδή, ξεκινήσανε και τα δικά μου τα σκαλώματα και τα δικά μου τα… η δικιά μου κατηφόρα. Και βέβαια, μαζί με μένα ήρθανε κι άλλες. Πήρα μάλλον κι άλλους στον λαιμό μου. Δεν μπορώ… δεν κρύβω και δεν θέλω να το κρύψω, γιατί είναι ένα μήνυμα που θέλω να περάσω κιόλας. Κανείς να μην ασχοληθεί ποτέ με τα ναρκωτικά. Ποτέ! Είναι μια μάστιγα, που ακόμη και τη σημερινή ημέρα… συγνώμη… λοιπόν, είναι μια μάστιγα, που και τη σημερινή μέρα, ακόμα και τώρα δηλαδή, βασανίζονται πολλά παιδιά. Και είναι κρίμα. Βέβαια, να μου πεις… αν έχεις την θέληση και την δύναμη, όλα γίνονται. Ναι, όλα γίνονται. Αυτό είναι σχετικό το «Όλα γίνονται». Πολύ σχετικό. Τέλος πάντων. Λοιπόν, όπως σας είπα, ήμουνα με τη σύζυγό μου. Είχαμε ένα μαγαζί. Να αρχίσω από το… μάλλον, μπορώ να πω απ’ το -όχι μπορώ να πω- απ’ το 2001 μέχρι και το 2008, δηλαδή πριν αρχίσει όλη η κατρακύλα… εντάξει. Όλη η κατρακύλα άρχισε… πηγαίναμε πάρα πολύ καλά. Τέλος πάντων, το ’07, το ’07-’08, το μαγαζί δεν πήγαινε και τόσο καλά, γιατί εντάξει -σ’ ευχαριστώ- υπήρχανε πολλές δυσκολίες οικονομικές. Εγώ, το ’07 -ναι- μετά τη χρήση δηλαδή που είχα, έπεσα σε μια βαριά κατάθλιψη και έπρεπε να αποχωρήσω από το μαγαζί και όλο το σκηνικό το τράβηξε η σύζυγος. Τέλος πάντων, το ’08 πιάνω δουλειά στο αεροδρόμιο, δηλαδή μετά την κατάθλιψη που έπαθα, έπρεπε να πάρω λίγο πάνω μου, πάλι να πατήσω πάλι λίγο στα πόδια μου. Το ’07 πιάνω… το ’08-’09 πιάνω δουλειά στο αεροδρόμιο. Τώρα, δεν θυμάμαι καλά τις ημερομηνίες. Όταν ξεκίνησα στο αεροδρόμιο, γιατί όπως σου είπα είχα πάθει κατάθλιψη και είχα γίνει 170 κιλά -ναι- γιατί καθόμουν σ’ έναν καναπέ μπροστά σε μια τηλεόραση. Έτρωγα. Φάρμακα πολλά, για να πάρω τα πάνω μου. Εγώ, αντί να πάρω τα πάνω μου, έπαιρνα τα κάτω μου. Μέχρι που έκανα ένα «μπαφ», δηλαδή, από μόνος μου και ξανασηκώθηκα στα πόδια μου. Πήγα στο αεροδρόμιο. Στο αεροδρόμιο έπιασα το ΄10, το 2010, ναι. Μέχρι το ’15. ’15-’16. Μέχρι το ’16. Μιλάμε για κούραση πολλή. Στο αεροδρόμιο δούλευα στον διαχωρισμό. Εκεί δεν υπήρχανε ούτε γιορτές, ούτε Χριστούγεννα, ούτε τίποτα. Καλά, αυτό ήταν δεδομένο έτσι κι αλλιώς, γιατί έτσι ήτανε η φύση της δουλειάς. Λοιπόν, το ’15, ναι το ’15, το ’15… ’15 μου φαίνεται. Τέλος πάντων. Σου λέω. Στις ημερομηνίες δεν πολύ… είναι εγκεφαλικά καμένο. Το ’15, που ακόμη ήμουνα στο αεροδρόμιο, παθαίνει ο πατέρας μου… μπαίνει ο πατέρας μου, μάλλον, στο νοσοκομείο. Έπρεπε να ήμασταν… λογικά, σαν παιδιά του, έπρεπε να ήμασταν δίπλα. Καλά. Εγώ δεν είχα ποτέ σχέσεις με τους γονείς μου. Αυτό ξέχασα να το πω. Όχι ότι με τιμά, αλλά δεν είχα ποτέ. Κι όπως δεν μου ‘χουνε λείψει και ποτέ. Το ξαναλέω και πάλι και το τονίζω. Όχι ότι με τιμά, αλλά είναι… δεν ξέρω. Είναι το κόλλημά μου τέτοιο. Μπορεί επειδή να μην μου σταθήκανε δίπλα μου; Μπορεί, χίλια δυο. Αλλά δεν παύει να ήτανε γονείς. Τέλος πάντων. Λοιπόν. Το ’17, όμως, πεθαίνει ο πατέρας μου. Στο καπάκι, αρρωσταίνει η μητέρα μου. Ούτε κι εκεί ήμουν διπλά και ούτε αυτό με τιμά, αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει. Λοιπόν, τώρα, από το ’17 αρχίζει η δικιά μου ιστορία και ο δικός μου Γολγοθάς. Το ’17, εντάξει, που πέθανε η μητέρα μου και μέχρι τα «σαράντα» ήμουνα στο σπίτι. Με ξαναπαίρνει, βέβαια, εμένα από κάτω. Όχι από το θέμα της μητέρας μου. Δεν μπορώ να πω ότι στεναχωρήθηκα και τόσο πολύ ιδιαίτερα. Απλά, μου ξανακόλλησε πάλι εμένα ο κάλος στο κεφάλι. Όχι όμως ότι ξαναγύρισα πάλι στα ναρκωτικά. Αυτό είναι… γύρισα σε κάτι παρόμοιο με τα ναρκωτικά. Χρήση η μια, χρήση και η άλλη. Δεν παύει να είναι χρήση. Όταν σου είπα στην αρχή ότι είχα πέσει σε μια κατάθλιψη, μου είχανε δώσει κάτι φάρμακα, κάτι χάπια μάλλον, για να κοιμάμαι, γιατί δεν κοιμόμουνα. [00:10:00]Εγώ, μετά το ’17, δηλαδή μετά που πέθανε η μητέρα μου, ξανακολλάω πάλι με τα φάρμακα. Κι αυτό χρήση είναι. Και μπορώ να πω ότι είναι και περισσότερη κατάχρηση. Τέλος πάντων. Γιατί το βρίσκεις πολύ άνετα και πολύ ελεύθερα. Να μου πεις: «Το ναρκωτικό δεν το βρίσκεις;». Το βρίσκεις. Τέλος πάντων. Αυτό είναι άλλη ιστορία. Μέχρι τα «σαράντα» ήμουνα στο πατρικό μου. Μπορώ να πω… ξέχασα να σου πω ότι το ’15, η γυναίκα μου έφυγε. Όχι με εγκατέλειψε. Χωρίσαμε, κατόπιν συμφωνίας, γιατί έπρεπε να γίνει αυτό. Γιατί υπήρχανε πολλά χρέη, λόγω του μαγαζιού και έπρεπε να φύγει από Ελλάδα. Έχω επικοινωνία ακόμα μαζί της. Δεν μπορώ να πω… δηλαδή, αν δεν ήτανε αυτή, δεν ξέρω αν θα ήμουνα αυτή τη στιγμή εδώ. Όχι εδώ, ζωντανός, να το πω έτσι. Τέλος πάντων, το ’17 ξεκινάει η ιστορία μου ως προς τι; Ως προς άστεγος και ως προς… εγώ ένιωθα άχρηστος στην κοινωνία. Το ’17-’18, ήμουνα σ’ ένα φίλο που είχε ένα μηχανουργείο. Δούλευα εκεί. «Δούλευα»… τέλος πάντων. Δούλευα. Το ’18, τέλος του ’18 με αρχές του ’19, παθαίνω ένα ατύχημα στο χέρι μου,, από δικιά μου, δηλαδή, φταίξιμο, όχι ότι έφταιγε κανείς άλλος και μπαίνω στο νοσοκομείο. Ήμουνα 17 μέρες στον Ευαγγελισμό. Παραλίγο να χάσω το δεξί μου χέρι. Όταν μπήκα στο νοσοκομείο… εντάξει. Μπορώ να πω ότι με προσέξανε πάρα πολύ. Δεν έχω παράπονο κανένα και ευχαριστώ δηλαδή. Όποιος το ακούσει… τέλος πάντων. Βέβαια, την ημέρα που χτύπησα στο χέρι μου, είχα κάνει χρήση των υπνωτικών χαπιών. Και βέβαια, όταν πήγα στο νοσοκομείο, το ανακαλύψανε κατευθείαν με τις εξετάσεις που μου κάνανε. Εντάξει. Με ρωτήσανε. Εγώ, βέβαια, τι θα έλεγα; «Όχι, δεν έχω πάρει τίποτα». Okay. Το ανακαλύψανε. Έρχονται μου το λένε. «Ναι», λέω. «Εντάξει». «Okay, αλλά έπρεπε να μας το είχες πει τουλάχιστον…». Ξέρεις. Τέλος πάντων, τελειώνει. Κάθισα στο νοσοκομείο 17 μέρες. Φεύγω απ’ το νοσοκομείο. Ωστόσο, δεν είχα επικοινωνία με κανέναν. Δεν είχα επικοινωνία ούτε με τον… ο αδερφός μου το έμαθε, όταν μπήκα στο νοσοκομείο. Τον πήρα τηλέφωνο, γιατί ήμουνα σε μια κατάσταση χάλια, λιπόθυμη. Τι λιπόθυμη δηλαδή; Ευτυχώς… δεν ξέρω πώς, πώς πήγα κι εγώ στην Δάφνη, γιατί ήμουνα στον Άγιο Δημήτριο και βρέθηκα στη Δάφνη και από τη Δάφνη ήρθε και με μάζεψε το ασθενοφόρο και με πήγε στον Ευαγγελισμό. Και μπορώ να πω ότι μπορεί και να μ' εντοπίσανε κι αυτοί. Δεν θυμάμαι. Το περιστατικό δεν το θυμάμαι καθόλου. Καθόλου. Εντάξει. Ήρθε, μιλήσαμε. Okay. Ερχόταν, αυτό το διάστημα που ήμουνα στο νοσοκομείο, μια φορά την ημέρα. Δεν είχα και απαίτηση να έρχεται παραπάνω. Τέλος πάντων, βγαίνω από το νοσοκομείο. Δεν είχα που να μείνω όμως. Γιατί, όπως σου είπα και στην αρχή, πέθανε η μητέρα μου. Μετά τα «σαράντα»… Α! Ξέχασα να σου πω ότι μέχρι τα «σαράντα», που έγιναν στη μητέρα μου, έμεινα στο πατρικό μου. Έρχεται, όμως, ένα πρωί ο αδερφός μου και με βρίσκει σε χάλια κατάσταση. Και με διώχνει απ’ το σπίτι. Πολύ καλά έκανε, μπορώ να πω. Εκεί ήτανε το πρώτο σοκ. Όχι ότι έφυγα απ’ το πατρικό μου. Εκεί ήτανε το πρώτο σοκ, ότι «Ουψ! Τι γίνεται τώρα;». Εντάξει. Έχεις μια πόρτα να μείνεις. Το δεύτερο σοκ ήτανε όταν μπήκα στο νοσοκομείο και μετά, που βγαίνω από το νοσοκομείο. Που μένεις; 17 μέρες ήσουνα στον Ευαγγελισμό. Σε φροντίζανε στον Ευαγγελισμό. Εντάξει. Επικοινωνία, ας πούμε, με τον αδερφό μου είχα, αλλά δεν είχαμε και τις καλύτερες σχέσεις. Θα μου πεις: «Έχεις τώρα;». Εντάξει, τώρα τις έχω, λόγω επειδή είναι τα παιδιά, τα ανίψια μου. Γι’ αυτό. Για κανέναν άλλο λόγο.

Κ.Κ.:

'18, ναι. ’18, μια εβδομάδα ήμουνα αριστερά-δεξιά σε κάτι γνωστούς, σε κάτι συγγενείς, να το πω έτσι. Τέλος πάντων, τέλος του ’18 βγαίνω στον δρόμο και πάω Πειραιά, στην Ε7. Με δύο βαλίτσες, με δύο τσάντες, με ένα τσαντάκι, με 5€ και μ’ ένα πακέτο τσιγάρα. Ε7, χειμώνας, ’18. Ημέρα Σάββατο. Ημέρα Σάββατο. Ε7, ναι. Κυριακή πρωί. Ξυπνάω και δεν έχω τίποτα. Μ’ έχουνε κλέψει. Στην Ε7. Από δω αρχίζει μια ιστορία, η οποία μού βγήκε και σε πάρα πολύ καλό. Λοιπόν. Κάθομαι στην Ε7… μάλλον, κάθομαι στον Πειραιά, 3 μήνες, ναι, 3 μήνες. Χειμώνα, έτσι; Με κρύο και με χιόνι, έξω, τότε, στην Αθήνα. Το ’18. Κάθομαι 3 μήνες Πειραιά. Καλά. Θέλω να δώσω και άλλο ένα μήνυμα, ότι, ποτέ μα ποτέ, όπως είπα και στην αρχή, μην βρεθεί κανένας κάτω από χρήση και μη βρεθεί και κανένας στον Πειραιά. Είναι πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Πάρα πολύ δύσκολες. Στον Πειραιά μιλάμε για έξω, έτσι; Είναι πάρα πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Καταρχήν, πρέπει να κάνεις. Να κάνεις… σε φέρνει -πώς να το πω; Οι συνθήκες; Η διαβίωση- να κάνεις παρέα και φίλους με όλους. Έλα ντε, όμως, που τα πράγματα δεν είναι έτσι, γιατί okay. Να κάνεις παρέα, να κάνεις φίλους, αλλά μέχρι ένα λογικό σημείο. Όσον αφορά… για τον Πειραιά τώρα πάντα μιλάω, που εκεί ήμουνα 3 μήνες άστεγος-άστεγος, δηλαδή είναι η θλίψη, η… δε θέλω να χαρακτηρίσω, γιατί δε θέλω να ξαναθυμάμαι αυτές τις κουβέντες. Δηλαδή, okay. Τέλος πάντων, λοιπόν. 3 μήνες, παγκάκι. Πειραιάς. Ε9, Ε9-Ε7. Εκεί γυρνάς. Δεν μπορείς να πας και παραπάνω. Δεν έχεις τι να κάνεις δηλαδή. Και μια Κυριακή, πρωί, 09:00, τρώω μια φλασιά και λέω: «Πρέπει να φύγω απ’ τον Πειραιά. Δεν γίνεται, γιατί δεν βγαίνει. Η διαβίωση δεν είναι δηλαδή… οι συνθήκες δεν είναι… θα με φάνε». Σε τρώνε. Στο άψε σβήσε. Γι’ αυτό είπα ότι πρέπει να κάνεις παρέες, να είσαι με όλες τις παρέες ανθεκτικός, να είσαι… αλλά δεν γίνεται όμως. Τέλος πάντων, μια Κυριακή ξυπνάω και λέω: «Πρέπει να φύγω απ’ τον Πειραιά». Η κλίκα που ήτανε εκεί πέρα, να το πω έτσι, γιατί κλίκα είναι στην ουσία, φάνηκε περίεργο και με ρωτήσανε πού πάω. «Φεύγω», λέω. «Πάω μια βόλτα -λέω- και θα ξανάρθω. Μην με…». Αυτό ήτανε. Βέβαια, ναι. Ξαναγύρισα στον Πειραιά, αλλά γύρισα στον Πειραιά με άλλες ιδέες, με άλλες συνθήκες, με όλα άλλα. Τέλος πάντων, φεύγω απ’ τον Πειραιά, Κυριακή. Εντάξει. Και εκείνη την ημέρα έπαιζε Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός. Λέω: «Πού να πάω; Πού να πάω, για να περάσει η ώρα μου;». Λέω: «Να πάω στο γήπεδο». Φανταστείτε το τώρα. Στο γήπεδο, ε; Με μια φόρμα, ένα μπουφάν, ένα ζευγάρι παπούτσια. Με τίποτα άλλο. Αυτά. Okay. Πάω στο γήπεδο. Μετά, λέω: «Πειραιά δεν ξαναγυρνάω. Κάπου πρέπει να πάω να κοιμηθώ, -να κοιμηθώ- [00:20:00]να πάω ν’ αράξω». Λοιπόν. Και λέω: «Okay. Ας ξαναγυρίσω στα παλιά μου λημέρια». Όχι Δάφνη. Μιλάω για Νέα Σμύρνη, που υποτίθεται ότι έχει πιο πολύ κόσμο. Ο κόσμος είναι εντελώς διαφορετικός απ’ ό,τι είναι στον Πειραιά. Και πάω Νέα Σμύρνη. Συγκεκριμένα, σε μια γνωστή καφετέρια, που τότε μαζευόμασταν. Εντάξει. Η πλατεία έχει αλλάξει πάρα πολύ. Βρίσκω ένα παγκάκι. Την πέφτω εκεί. Την άλλη μέρα το πρωί βόλτα. Αριστερά-δεξιά. Ρεμάλι είσαι. Δεν έχεις πού να πας, δεν έχεις τι να κάνεις. Το βράδυ, ξαναγυρνάω. Με πλησιάζει ένα παλικάρι, καλή του ώρα. Εντάξει. Με είδε και ήρθε και με ρώτησε πώς με λένε, που μένω. Του λέω: «Εδώ». Μου λέει: «Φαγητό;». Λέω: «Δεν υπάρχει». «Okay», μου λέει. «Κάτσε παρέα μου. Ο “Βενέτης” κλείνει… –sorry που χρησιμοποιώ ονόματα- θα κλείσει -μου λέει- μας μοιράζει φαγητό. Κι εγώ -μου λέει- στο ίδιο καζάνι είμαι». Με επιφύλαξη βέβαια, γιατί όπως σου είπα, λόγω Πειραιά… μου λέει… εντάξει. Πιάσαμε κουβέντα. Μου λέει: «Με τι σκεπάζεσαι;». Λέω: «Με το μπουφάν -λέω- που έχω». Μου λέει: «Να πεταχτώ μέχρι το σπίτι μου να σου φέρω ένα sleeping-bag;». Λέω: «Άμα δεν σου κάνει κόπο, φέρε μου. Δεν έχω πρόβλημα», του λέω. Εντάξει αφού… μπορώ να πω ότι μου ‘φερε sleeping-bag. Εντάξει. Το βράδυ, παρέα ήμασταν. Δεν ήθελα κι εγώ να μπω κατευθείαν… δηλαδή, να αρχίσω να ρωτάω: «Ρε φίλε, πώς και τι;». Λέω… θα ανοιχτεί φαντάζομαι μόνος του. Όντως, μπορώ να πω ότι ανοίχτηκε μόνος του αυτός μετά. Ήτανε ένας… εξελίχθηκε ένα πολύ καλό παιδί, από θέμα συμπαράστασης δηλαδή. Από τίποτα άλλο. Από θέμα συμπαράστασης, δηλαδή να μου φέρει ένα sleeping-bag, να μου φέρει ένα ζευγάρι κάλτσες. Ωστόσο, ξέχασα να σου πω ότι, όταν ήμουνα στον Πειραιά, μας είχε πλησιάσει μια ομάδα Ιταλών από το Νέο Κόσμο. Και μπορώ να πω ότι εκείνο το βράδυ που ‘χε έρθει, παρόλο που ήμασταν πάρα πολλοί κάτω στο λιμάνι, με είχε φωνάξει και γι’ αυτό μου έκατσε, δηλαδή, στο μυαλό, στο πίσω μέρος του μυαλού, αλλά μου ‘κατσε. Με είχε φωνάξει και μου είχε πει ότι έχει ένα κέντρο φιλοξενίας στο Νέο Κόσμο, που είναι ανοιχτά κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Πέμπτη το απόγευμα, που μπορείς να πας να κάνεις μπάνιο, να φας, να κοιμηθείς και την άλλη μέρα το πρωί να φύγεις. Μου ‘χε κάτσει αυτό. Τέλος πάντων, όπως σου είπα, όταν έφυγα από τον Πειραιά και βρέθηκα στην Νέα Σμύρνη, Νέα Σμύρνη κάθισα 1 μήνα. 1 μήνα… ναι. 1 μήνα, αλλά ένα βράδυ μου ‘ρχεται φλας στο κεφάλι και λέω: «Ρε φίλε, ο Φίλιππας μου είχε πει ότι έχει έτσι και έτσι στον…». Ψάχνω, το βρίσκω. Εντωμεταξύ την θυμόμουν την οδό. Τώρα, αν με ρωτήσεις, δεν την θυμάμαι. Μόλις φύγω από εδώ, θα το θυμηθώ. Ψάχνω το βρίσκω και τυχαίνει και ήτανε Δευτέρα. Και πάω. Με καλωσορίσανε, με θυμηθήκανε. Λοιπόν. Απ’ αυτό το σημείο και πέρα, αρχίζει και μπαίνει η ζωή μου, πλέον ξανά, με βήματα σιγά-σιγά, μπορώ να πω στο καλύτερο. Στο καλύτερο; Κανείς δεν το ξέρει αυτό. Στο καλύτερο, δηλαδή, από το θέμα να φύγω από το θέμα της αστεγίας και του δρόμου. Τέλος πάντων, μου ανοίξανε την πόρτα, μπήκα μέσα, με φιλοξενήσανε -μπορώ να πω- άψογα. Μου δώσανε ένα πιάτο ζεστό φαγητό, έκανα ένα μπάνιο και μετά ξάπλωσα σ’ ένα κρεβάτι, το οποίο μέχρι να κοιμηθώ… να φανταστείς ότι σε κρεβάτι λες: «Τι έγινε; Που είσαι τώρα;». Νόμιζες ότι είσαι στα σύννεφα, γιατί απ’ το παγκάκι να βρεθείς σε κρεβάτι; Είναι λίγο… Είναι λίγο. Τέλος πάντων, κάθισα στον Φίλιππο. Πήγαινα… για κάνα-δυο μήνες πήγαινα δύο φορές την εβδομάδα. Τις υπόλοιπες να μου πεις: «Τι έκανες;». Τις υπόλοιπες ήμουνα έξω. Παγκάκι, παραλία Γλυφάδα. Πεντάστερο κιόλας. Κάτω από ομπρέλα. Πεντάστερο. Και σιγά-σιγά, ο Φίλιππος μου παραχώρησε μια θέση να πηγαίνω κάθε μέρα. Κάθε μέρα το βράδυ. Το πρωί… στυλ υπνωτήριο, να στο πω έτσι. Το πρωί φεύγαμε. Σου λέει: «Το πρωί, ρε φίλε, πήγαινε, κάνε κάτι, βρες μια δουλειά». Πού να βρεις δουλειά; Άμα εσύ είσαι κολλημένος ότι έχεις το φαγητό σου, δεν σε νοιάζει τίποτα άλλο. Σε νοιάζει το φαγητό. Σε νοιάζουν τα τσιγάρα; Σε νοιάζουνε. Σε νοιάζει να είσαι λίγο -ρε παιδί, μου πώς να το πω;- να είσαι λίγο πιο άνετος. Okay. Το συνηθίζεις. Αυτό είναι το δύσκολο. Η συνήθεια είναι το δύσκολο. Γιατί, άμα το συνεχίζεις, ούτε θα κάτσεις να ψάξεις να βρεις δουλειά ούτε τίποτα. Τέλος πάντων, κάθισα στον Φίλιππο, έγινα μόνιμος. Μετά δηλαδή, πήγαινα κάθε μέρα. Σχεδόν ένα χρόνο. Μπορεί και παραπάνω. Δεν θυμάμαι. Και ερχόμαστε τώρα στον COVID, που εκεί ξεκινήσανε… δεν ξεκινήσανε… ναι, ξεκινήσανε όλα τα στραβά. Και από θέμα, δηλαδή, δικό μου και από άλλους ανθρώπους. Όταν έγινε… όταν μπήκαμε στην πρώτη καραντίνα, μίλησα με τον Φίλιππο. Μου λέει: «Κώστα, με πιέζουνε από την Ιταλία. Πρέπει να κλείσουμε», γιατί το μεγάλο ντου ξεκίνησε από Ιταλία. Λέω: «Okay. Και τι γίνεται;». Μου λέει: «Κοίτα. Το μόνο που μπορώ να σου κάνω εγώ, σαν Φίλιππας, για σένα, θα σου βρω για 1 μήνα ένα…» -πώς τα λένε αυτά; Hostel; Καλά το είπα;- «ένα μήνα -μου λέει- θα πας να μείνεις εκεί. Πληρωμένο από εμένα –από εμένα… απ’ την οργάνωση – μέχρι να βρεις κι εσύ τι θα κάνεις. «Okay. Εντάξει -λέω- ρε Φίλιππα». Του λέω: «Που είναι;». Μου λέει: «Γαλάτσι». Γαλάτι; Γαλάτσι. «Θα μάθουμε -λέω- και το Γαλάτσι». Λοιπόν, όντως πήγα εκεί. Ναι. Είχε αρχίσει όλη η ιστορία… «Απαγορεύεται…». Το πρώτο lockdown που λέγανε. Κάθισα 1 μήνα. Έκλεισε ο μήνας. Τελείωνε, μάλλον, ο μήνας και λέω: «Ρε φίλε; Τι γίνεται τώρα; Ξανά πάλι παγκάκιους;». Κι εκεί μαθαίνω ότι ο Δήμος Αθηναίων έχει ανοίξει ένα Πολυδύναμο. Λέω: «Κάτσε να πάω να δω». Εντωμεταξύ, είχα βρει και δύο-τρείς φίλους, που ήμασταν… που πηγαίναμε στα συσσίτια και μου είπανε ότι έχει ανοίξει ένα Πολυδύναμο. «Δέχονται -λέει- τους πάντες». Λέω: «Κάτσε λέω να πάω να δω κι εγώ πού είναι αυτό το πολυδύναμο». Τέλος πάντων, πάω στο Πολυδύναμο. Βλέπω γινόταν ένας πανικός. Α! Ωστόσο, ζητάγανε, για να μπεις μέσα, ταυτότητα. Όπως σου είχα πει στην αρχή, όταν βρέθηκα στην Ε7, μου τα κλέψανε όλα. Εντάξει, ταυτότητα έβγαλα. Μου ‘βγαλε, δηλαδή, ο Φίλιππας. Αυτό ήταν το πρώτο… δηλαδή, από εκεί ξεκίνησα, ξανά πάλι, να νιώθω ότι έχω και εγώ κάτι. Όταν έφτασε και πήγα στο Πολυδύναμο, μου λέει ένας κυριούλης, που ήτανε στην είσοδο… μου λέει: «Έχεις ταυτότητα;». Λέω: «Ναι, έχω». Του δίνω την ταυτότητα, την κοιτάει καλά-καλά. Μου λέει: «Είσαι στο Δήμο Δάφνης». «Και τι σημαίνει αυτό, ότι είμαι στον Δήμο Δάφνης;», του λέω. «Ναι, αλλά, φαίνεται ότι έχεις σπίτι». «Έμενα -του λέω- στο σπίτι. Άστεγος είμαι. Δεν με δέχεσαι;», του λέω. Με κοιτάει καλά-καλά. [00:30:00]Τέλος πάντων, δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά, γιατί έτσι ήτανε. «Ναι. Περίμενε. Πήγαινε σε γιατρούς…». Τέλος πάντων, εντάξει. Μπαίνω μες στο Πολυδύναμο. Με πάνε σ’ έναν όροφο με τρία άτομα, κρεβάτι. Να μου πεις: «Δεν είχες κρεβάτι; Είχες. Εντάξει. Τηλεόραση; Και τηλεόραση είχες». Απλά, δεν θα είχα πάλι αυτή την ταλαιπωρία, που θα είχα παγκάκι και άντε πάλι άπλυτος και άντε πάλι χωρίς ρούχα καθαρά και άντε πάλι. Τέλος πάντων, ρώτησα εκεί τα παιδιά. Λέω: «Τι παίζει, ρε παιδιά;». «Μια χαρά», λέει. «Φαγητό, ξάπλα». «Πω! Τι λε, ρε φίλε;». Όπως σου είπα και στην αρχή, είναι να μην σου γίνει συνήθεια. Η συνήθεια είναι το… τέλος πάντων. 'Ντάξει. Λέω: «Κάθε πότε έχουμε φαγητό;». Λέει: «2 φορές την ημέρα». «Εντάξει. Δεν θα γυρνάμε και στα συσσίτια. Θα έχουμε φαγητό εδώ». Αλλά okay. Να κάθεσαι, τώρα, μέσα σ’ ένα κτίριο… με τόσα άτομα. Εγώ δεν το μπορούσα αυτό το πράγμα. Τέλος πάντων, όπως είπα, η συνήθεια δύσκολα κόβεται, αλλά κόβεται. Πήγαινα κι εγώ, να πούμε… πλέον, δεν πήγαινα καθημερινά σε όλα τα συσσίτια. Πήγαινα σε δύο-τρία συσσίτια, για να περάσει η ώρα μου. Όχι ότι είχα πρόβλημα από φαγητό και λοιπά. Αφού φαγητό είχαμε.

Κ.Κ.:

Τέλος πάντων, πήγαινα σ’ ένα συσσίτιο, που γνώρισα μία ομάδα, που λεγότανε “Steps”. Από εκεί, μπορώ να πω ότι ξεκινάνε τα πρώτα μου βήματα, ως πλέον… ως μέλλον, ως ένα σωστό άτομο στην κοινωνία και ως προς τους συνάνθρωπους μου. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί μέχρι να μάθω τι σημαίνει “Steps”… εντάξει. Ήξερα ότι φέρνει μια μερίδα φαγητό, μέχρι εκεί. Δεν ήξερα τίποτα παραπάνω. Τέλος πάντων, αφού με είδανε ότι okay. Ήμουνα… δεν ήμουνα, ρε παιδί μου… πώς να το πω έτσι… να το πω… όπως το λέμε ωμά. Δεν ήμουνα αυτουνού του τύπου, δηλαδή του άστεγου, του βρωμιάρη, του έτσι. Ήμουνα ένα… θα στο πω μετά τώρα, αλλά δεν μου ‘ρχεται… και μου λένε: «Έχουμε ένα χώρο που μαζευόμαστε. Θέλεις να έρθεις να μιλήσουμε;». Μπορώ να πω ότι δέχτηκα κατευθείαν. Τέλος πάντων, όταν πήγα, η πρώτη μου συνάντηση δηλαδή, μου είπανε ότι «Ξέρεις κάτι; Εκτός από φαγητό, είμαστε και μια παρέα», να το πω έτσι. Δεν θέλω να το πω. Δεν θέλω να πω την λέξη ούτε «οργάνωση», αν και είναι οργάνωση αλλά: «Είμαστε μια παρέα, που κάνουμε αυτό, αυτό κι αυτό». Δηλαδή, τι κάνουμε; Δίνουμε κάποιο φαγητό, αλλά βοηθάμε και ανθρώπους που έχουνε πρόβλημα με χρήση. Ουψ! καμπανάκι. Λέω: «Τι γίνεται εδώ; Τι βοηθάμε δηλαδή;». Εντάξει. Όσο… δηλαδή, όσο μπαίνεις πιο πολύ στην ομάδα. Στην ομάδα… ναι, στην ομάδα. Βλέπεις. Βλέπεις, κρίνεις. Κρίνεις… δεν κρίνεις. Βλέπεις, γιατί άμα κρίνεις, εκεί είναι δύσκολο. Όλοι, που ήμασταν, ο καθένας είχε την δικιά του ιστορία, δηλαδή ο ένας μπορεί να είχε πρόβλημα με τη χρήση, ο άλλος μπορεί να είχε πρόβλημα σεξουαλικής παρενόχλησης και τέτοια. Όλοι είχαμε να μοιραστούμε κάτι. Και ήτανε μια θεραπεία, να το πω έτσι, όταν ήμασταν… όταν μέναμε… όταν έμενε η ομάδα. Βέβαια, όταν βγαίναμε στον δρόμο έξω και είδα ότι δίναμε στους χρήστες καθαρές σύριγγες… είχαμε και μια ομάδα με γιατρούς, που περιποιούμασταν τους χρήστες απ’ την χρήση τους, απ’ τα τραύματά τους. Είχαμε ψυχολόγους. Αυτούς τους είχαμε τώρα τελευταία. Τέλος πάντων, αποκτήσαμε και δικηγόρο, γιατί υπήρχανε ορισμένα άτομα, που έχουνε… όσοι, δηλαδή, έχουνε πρόβλημα αστεγίας ή πρόβλημα χρήσης, έχουνε πρόβλημα με δικαστικά, με τα πάντα. Και εντάξει. Δεν έχουνε λεφτά. Να μου πεις: «Δεν έχεις λεφτά, ρε φίλε, αλλά έχεις λεφτά για την χρήση;». Ναι, για τη χρήση, πάντα, έχεις. Μπορεί να μην έχεις να πληρώσεις το δικηγόρο, το τηλέφωνο, αλλά όταν είσαι χρήστης, θα βρεις. Δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρεις. Γιατί; Θα πας να κλέψεις. Αυτό… γι’ αυτό, σου είπα στην αρχή: «Ποτέ κανείς να μην φτάσει να κάνει χρήση». Ποτέ! Να μου πεις: «Εσύ, έκλεψες;». Όχι, δεν έκλεψα. Γιατί δεν έκλεψα; Γιατί, όπως σου είχα πει και στην αρχή-αρχή, οι πόροι μου ήτανε πάρα πολύ καλοί. Δηλαδή, εντάξει. Εγώ δεν είχα φτάσει και στο φτηνό ναρκωτικό. Εγώ, παρόλο που άρχισα στα 35 μου να πίνω, πήγα κατευθείαν στα βαριά. Δεν είχα ελαφριά. Στην κόκα. Αλλά όταν είσαι όμως έξω, μαθαίνεις και ποιο είναι το φτηνό ναρκωτικό, το οποίο δεν το ήξερα εγώ το φτηνό ναρκωτικό. Το φτηνό ναρκωτικό είναι των 3€ και των 5€. Να μου πεις: «Τι σου κάνει;». Σε καταστρέφει. Σε φτιάχνει για 1 ώρα, αλλά σε καταστρέφει. Και η ομάδα που ήμασταν είχαμε πέντε-έξι γιατρούς, που έτσι… τέλος πάντων. Και αφού ο επικεφαλής της ομάδας με είδε, ρε παιδί μου, ότι εντάξει. Okay. Ενδιαφέρομαι και για την ομάδα και ότι είμαι συνέχεια… και δεν έχω όχι «Δεν μπορώ να έρθω» και το ένα και το άλλο… να μου πεις: «Τι είχες να κάνεις;». Τέλος πάντων. Μου λέει, μια μέρα, «Έχω να σου κάνω μια πρόταση. Ψάχνεις για δουλειά;». Του λέω: «Βεβαίως!». «Ωραία», μου λέει. «Έχω μια οργάνωση. Θα πας οδηγός». «Ναι ρε -του λέω- να πάω οδηγός. Δίπλωμα -του λέω- έχω, αλλά δεν το ‘χω βγάλει». «Μην αγχώνεσαι -μου λέει- θα το καλύψουμε κι αυτό». Εντάξει; Εντάξει. Στις 3 μέρες, μου λέει: «Θα σε πάρει κάποια κυρία Δήμητρα τηλέφωνο. Να μιλήσεις μαζί της, να πας. «Okay», λέω. Όντως, στις 3 μέρες με παίρνει η κυρία Δήμητρα Κουντουριώτη τηλέφωνο. «Γεια σας». «Γεια σας». Μου λέει: «Είμαστε απ’ το “Ithaca”». Λέω: «“Ithaca”; Δεν ξέρω -λέω- τι σημαίνει το “Ithaca”». Τέλος πάντων, μου λέει: «Τα γραφεία μου είναι εκεί. Μπορείς να περάσεις από εδώ;». «Ναι», λέω. «Ώρα;». Τάδε-τάδε. Okay. Την άλλη μέρα, όντως, έρχομαι εδώ, γνωρίζω την Δήμητρα. Μου λέει: «Είμαστε μια οργάνωση, έτσι κι έτσι. “Ithaca”. Πλυντήρια αστέγων. Κινητή μονάδα». Λέω: «Κάπου σας ξέρω». «Ναι, -μου λέει- είμαστε και με τον Τάσο. Συνεργαζόμαστε». «Ώπα», λέω. Τους είχα δει στο Μοναστηράκι, κάθε Κυριακή που πήγαινα, στην αγορά μάλλον, στην κεντρική αγορά απέναντι, όταν κάθε Κυριακή οι “Steps”, συνεργαζόντουσαν μαζί με το “Ithaca”. Δηλαδή, ο ένας ήτανε… μάζευε τον κόσμο για φαγητό, γιατρούς, καφέ, τσάι, να περάσουνε λίγο αυτοί που είναι άστεγοι λίγο χρόνο, να έχουνε να φάνε ένα ζεστό πιάτο και να έχουνε και πέντε ρούχα καθαρά. Και έτσι είχα γνωρίσει… δηλαδή, έτσι είχα γνωρίσει… έτσι ήξερα το “Ithaca”. Το “Ithaca”, βέβαια, όταν ήρθα για συνέντευξη, μου λέει η Δήμητρα… «Ναι -της λέω- σε έχω ξαναδεί. Εκεί, εκεί, εκεί». «Ναι -μου λέει- αφού συνεργαζόμαστε με τον Τάσο». Okay. Και μου προσφέρει μια θέση εργασίας. Της λέω: «Ξέρεις, όμως, κάτι; Δεν έχω… έχω δίπλωμα, αλλά αυτό κι αυτό». «Μην στεναχωριέσαι», μου λέει. Και μπορώ να πω ότι με βοήθησε η Δήμητρα. Βγάλαμε το δίπλωμα και ξεκίνησα στο “Ithaca”, να δουλεύω στην κινητή μονάδα. Ξεκίνησα το 2000… πόσο; Ναι, το 2020. Το 2020. Μέχρι το ’21. Μεγάλο σχολείο και μεγάλη εμπειρία. Από ποια άποψη. Όχι ότι [00:40:00]τον κόσμο δεν τον ήξερα. Τον κόσμο τον ήξερα, αλλά στο “Ithaca” γνωρίζεις όμως…. καταρχήν, μαθαίνεις, πλέον, πώς να συμπεριφέρεσαι, γιατί από τη μια στιγμή που είσαι έξω και ξαναρχίζεις να παίρνεις τα πάνω σου και από θέμα οικονομικό και από θέμα να σε σέβονται οι άλλοι. Ο σεβασμός είναι το κάτι άλλο. Να σε υπολογίζουνε οι άλλοι. Όλο αυτό το πακέτο. Να μου πεις: «Δεν το είχες;». Το είχες, αλλά το είχες χάσει για ένα διάστημα και το είχες χάσει τελείως. Και το ξαναβρίσκεις από μια οργάνωση, που… σου είπα. Σου έχει… σου προσφέρει μια θέση εργασίας. Πολύ σημαντικό, όταν είσαι δηλαδή άστεγος και στον δρόμο. Και σου ξαναδίνει ένα «μπαπ» να ξαναπιάσεις τη ζωή απ’ τα χέρια… στα χέρια σου! Και αυτό το πέτυχα, μπορώ να πω στην “Ithaca”. Και μπορώ να πω ότι με βοήθησε, δηλαδή, μόλις τελείωσε η σύμβασή μου με το “Ithaca”, με σύστησε σε μια άλλη εταιρεία, στον «Σκλαβενίτη», που είμαι αυτή την στιγμή. Και η ζωή μου έχει ξαναρχίσει πάλι και παίρνει τον καλό τον δρόμο. Εύχομαι να μην στραβώσει ποτέ, αλλά δεν ξέρεις ποτέ τι σου ξημερώνει. Ποτέ!

Ο.Γ.:

Θέλω να ρωτήσω, γιατί μου αναφέρατε ότι ξεκινήσατε τη χρήση σε μεγάλη ηλικία.

Κ.Κ.:

Ναι.

Ο.Γ.:

Πώς ξεκίνησε αυτό;

Κ.Κ.:

Έλα ντε. Αυτό είναι και το ερώτημα το δικό μου και δεν το έχω απαντήσει ποτέ. Θες να το πεις… θες να το πεις περιέργεια; Δεν θα το πω ούτε... Μαλακία θα το πω. Έτσι ξεκίνησε, από μαλακία. Από καθαρά μαλακία. Θα μου πεις: «Ρε φίλε, δεν ήξερες;». Ήξερες! Αλλά okay. Ερώτηση. Σε ακούω. Ό,τι θες εδώ είμαι.

Ο.Γ.:

Μου είπατε ότι η σύζυγός σας, η πρώην σύζυγος σας, την θεωρείτε ως τον άνθρωπο που είστε ακόμα ζωντανός.

Κ.Κ.:

Ναι. Γιατί;

Ο.Γ.:

Γιατί;

Κ.Κ.:

Ναι. Γιατί, όταν στο διάστημα που σου είπα ότι ήμουνα στον Πειραιά, ενώ είχα κινητό, τα πάντα, σου είπα ότι με κλέψανε. Φυσικά, εννοείται ότι μου κλέψανε και το κινητό. Φυσικά. Δεν θυμάμαι αν μου το κλέψανε ή αν το πούλησα εγώ… μάλλον, το δεύτερο πρέπει να είναι. Μάλλον, το πούλησα εγώ, για να βγάλω ένα εικοσάρικο, για να πάω να βγάλω τσιγάρα. Να έχω δηλαδή… δεν το θυμάμαι. Τέλος πάντων, ανησύχησε. Έπαιρνε τον αδερφό μου τηλέφωνο. Εγώ επικοινωνία δεν είχα, τότε, με τον αδερφό μου και ένας φίλος… ναι. Ένα φίλος μου λέει… με βρήκε τυχαία δηλαδή, στο δρόμο και μου λέει: «Ρε συ, πού είσαι;». Τέλος πάντων, του είπα την ιστορία. Όταν λέω φίλος, μεγάλος σε ηλικία, όχι μικρός, δηλαδή οικογενειάρχης άνθρωπος. Κατάλαβες. Ο άνθρωπος είχε τα λογικά του. Μου λέει: «Μαλάκα, θα πάω να σου πάρω ένα κινητό, να μπορούμε να επικοινωνούμε». Έτσι, μου πήρε κινητό, το παλιό νούμερο που είχα και ξαφνικά μια μέρα χτυπάει και ήταν η πρώην σύζυγος και τρελάθηκε. Μου λέει: «Τι έγινε;». Τέλος πάντων, της είπα την ιστορία, πώς, τι και γιατί. Και στο ερώτημά σου. Βρέθηκα, μια μέρα, στο λιμάνι. Μια μέρα… μια απ’ τις πολλές μέρες στην προβλήτα, μάλλον, του λιμανιού και λέω: «Να φουντάρω ή να μην φουντάρω;». Δεν φούνταρα. Δεν άξιζε τον κόπο να φουντάρω. Και να σου απαντήσω σε αυτό που είπες. Γιατί, από εκείνη την ημέρα μέχρι και σήμερα, παρόλες τις… σε όλους τους ψυχολόγους που ‘χω πάει, όλες τις συνεδρίες, εκτός… είπαμε. Εκτός από το “Steps” και από το “Ithaca”, που είχα μια επικοινωνία, γιατί η επικοινωνία είναι που μετράει. Είχα με την πρώην σύζυγό μου επικοινωνία και αυτή με κράτησε στο θέμα «Okay, μπορείς να προσφέρεις πολλά παραπάνω. Γιατί η ζωή σου να πάει στο μηδέν;». Γι’ αυτό σου λέω ότι της χρωστάω. Καλά. Της χρωστάω… της χρωστάω πάρα πολλά, γιατί εγώ την πήγα εκεί. Διαφορετικά, δεν θα πήγαινε. Γι’ αυτό. 

Ο.Γ.:

Η ζωή στους δρόμους;

Κ.Κ.:

Αν είναι εύκολη η δύσκολη;

Ο.Γ.:

Θα ήθελα να δώσουμε ένα πλαίσιο… ας πούμε… ένα εικοσιτετράωρο, ας πούμε, στη ζωή σας, είτε στον Πειραιά είτε στη Νέα Σμύρνη.

Ο.Γ.:

Κοίτα. Ένα εικοστετράωρο δεν είναι τίποτα. Δηλαδή, δεν καταλαβαίνεις τίποτα σ’ ένα εικοστετράωρο, γιατί ένα εικοστετράωρο περνάει, πλέον, περνάει πολύ μπαμ, πολύ εύκολα. Βέβαια, ένα εικοστετράωρο, χειμώνα, άστεγος είναι δύσκολο. Γιατί τον χειμώνα, και ειδικά άμα βρέχει… πού πας; Άμα βρέχει; Άμα κάνει κρύο; Φοράς δύο μπουφάν, μια μπλούζα. Okay. Όταν βρέχει όμως; Δεν μπορείς να πας πουθενά. Ούτε για φαγητό μπορείς να πας ούτε να πα να βρεις το φίλο σου, ρε παιδί μου, για να πάτε σ’ ένα συσσίτιο μαζί, όταν βρέχει. Ένα εικοστετράωρο, πλέον, αστεγίας -τώρα, με τα δεδομένα τα τώρα σου μιλάω- είναι εντάξει. Αν ήτανε πριν από…αστεγίας μιλάμε, έτσι; Αν ήτανε πριν από ένα χρόνο, δεν θα ήτανε εντάξει. Γιατί, ναι μεν, είχανε βγει πολλές οργανώσεις έξω, αλλά δεν ξέρανε πώς να βοηθήσουνε και τον άστεγο. Γιατί το να μου φέρουνε ένα πιάτο φαγητό δεν μου λέει κάτι. Εμένα προσωπικά. Σε άλλους λέει. Εμένα δε μου λέει κάτι, γιατί εμένα δε μ’ ενδιαφέρει να μου φέρεις ένα πιάτο φαγητό. Εμένα μ’ ενδιαφέρει και το παραπάνω. Και το μετά. Ένα πιάτο φαγητό θα το βρω και τώρα. Μια βόλτα να κάνεις, θα το βρεις. Γι’ αυτό σου λέω. Τώρα, είναι εντάξει τα πράγματα.

Ο.Γ.:

Από ποια άποψη;

Κ.Κ.:

Από άποψη… καταρχήν, είναι πιο ενημερωμένος ο κόσμος που θα βρει να έχει κι ένα ρούχο καθαρό να φορέσει, γιατί κάναμε πολύ αγώνα μέχρι να μάθουνε ότι συγκεντρωνόμαστε σε κάποια σημεία. Πάντα, μιλάμε με τον COVID, έτσι; Γιατί, όσο δεν ήτανε ο COVID, υπήρχανε συγκεκριμένα σημεία. Πήγαινε η “Ithaca”. Okay. Μόλις έγινε, όμως, ο COVID, όλοι σπάσανε. Όλοι ψάχνανε να βρούνε… «Πού είναι η “Ithaca”; Πού είναι το ένα…». Και ξαναρχίσαμε, πάλι, να μαζεύουμε τον κόσμο σιγά-σιγά, γιατί όλοι δεν ξέρανε που να πάνε. Ή μάλλον, ξέρανε που να πάνε. Πηγαίνανε όλοι στο Πολυδύναμο, όπως σου είπα, αλλά δεν καθόντουσαν και πολύ. Γιατί, οι συνθήκες πες; Η διαβίωση; Δεν τους γούσταρε; Είχανε μάθει διαφορετικά; Είχανε μάθει στην ελευθερία και ξαφνικά ότι πρέπει να φεύγεις και αν θα φύγεις; Αν σου δώσουνε χαρτί να φύγεις, λόγω των μέτρων που είχανε. Πρέπει να γυρνάς 22:30. Γιατί πρέπει να γυρνάω 22:30; Ώπα, ρε φίλε. Για κάτσε. Εγώ ήμουνα έξω και δεν μου έλεγε κανένας τίποτα για τι ώρα πρέπει να γυρίσω. Θα μου πεις εσύ ότι πρέπει να γυρίσω 22:30, για να μου δώσεις, ας πούμε, ένα κρεβάτι;

Ο.Γ.:

Υπήρχανε συμπλοκές, ας πούμε, με Αστυνομία και αστέγους, οι οποίοι, δεν είχανε πού να πάνε; Ας πούμε, ένα κρεβάτι ή κάτι, στην εποχή του κορονοϊού και της πανδημίας;

Κ.Κ.:

Αν υπήρχανε συμπλοκές μεταξύ αστέγων…

Ο.Γ.:

Με την έννοια, ας πούμε… έρχεται ένας αστυνομικός και βλέπει, ας πούμε, αστέγους, οι οποίοι είναι στον δρόμο. Μετά, έχει περάσει, πλέον, η ώρα στην οποία πρέπει να μπει ο κόσμος μέσα…

Κ.Κ.:

Απ’ αυτή την άποψη μιλάς. Όχι! Από θέμα, δηλαδή, COVID, όταν έβλεπε ένας αστυνομικός. Καλά, εντάξει. Παιδιά, μην το κρύβουμε. Όταν είσαι άστεγος ή όταν είσαι χρήστης, κάνεις μπαμ. από χιλιόμετρα. Θα μου πεις: «Γιατί κάνεις μπαμ;». Κάνεις μπαμ, ρε φίλε, γιατί εντάξει. Είσαι με μια τσάντα, είσαι μ’ ένα μπουφάν και ένα παντελόνι, που από μαύρο έχει γίνει… δεν ξέρω [00:50:00]κι εγώ τι χρώμα. Και εντάξει. Όταν είσαι και σε άθλια κατάσταση, μετά από κάποια ώρα και λοιπά, θες κάπου να αράξεις, να απλώσεις τα πόδια σου, γιατί okay. Να βγάλεις, μάλλον, τα παπούτσια σου. Όχι να απλώσεις τα πόδια σου. Αλλά, όχι. Δεν υπήρχανε εμπλοκές, δηλαδή τότε, όταν ήτανε η απαγόρευση με την Αστυνομία. Δεν υπήρχανε. Δηλαδή, όποιος λέει ότι υπήρχανε… μάλλον, ότι η Αστυνομία… -όχι ότι είμαι με τους μπάτσους. Προς Θεού, έτσι;- ότι κυνηγάγανε, ας πούμε, η Αστυνομία τους άστεγους, όχι. Ότι κυνηγάει… μου επιτρέπεις να το πω; Ναι, ε; Ότι κυνηγάει ο Δήμος Αθηναίων τους άστεγους, ναι. Πώς; Να τους φέρνει την Αστυνομία. Ας πούμε, ένα παράδειγμα. Όταν είχαμε βγει και με την “Ithaca”, που είχαμε βγει, όταν κάναμε τις δράσεις το βράδυ, στην Σταδίου. Υπήρχανε άτομα, που θέλανε… είχανε εκεί πέρα το στέκι τους. Το στέκι τους… πηγαίναν, δηλαδή, για τον ύπνο τους και ξέρανε ότι θα περάσει ο Αχιλλέας, ο Κώστας, η Έρρικα, η Δήμητρα να τους φέρουν ένα πιάτο φαγητό. Ξέρανε ότι… λοιπόν, όταν πηγαίνανε εκεί πέρα τα παιδιά να κοιμηθούνε και πήγαινε ο Δήμος, τους μάζευε, για να τους πάει στο Πολυδύναμο, για να παρουσιάσει κόσμο στο Πολυδύναμο και τα παιδιά δεν θέλανε να μείνουνε, γιατί… σου είπα ότι «Δεν έχω μάθει, ρε φίλε, να μ’ έχεις 22:30 μέσα. Έχω μάθει να γυρνάω, όλη την ημέρα, ελεύθερος». Να μου πεις: «Ρε φίλε, τώρα τα λες εσύ, που τας ‘χεις κάνει. Τώρα, τι κάνεις;». Τώρα; Ναι, όντως. Με το που θα τελειώσω τη δουλειά μου, θα πάω σπίτι. Εντάξει. Είμαι και σε μια ηλικία πλέον, που οkay, ρε φίλε… έχω κουραστεί. Εντάξει. Έχω περάσει και τόσα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχω σταματήσει να βοηθάω και τους ανθρώπους. Γιατί όπως. Όπως… όπως έχω πει, αν με χρειαστεί το “Ithaca”, είμαι δίπλα του για οποιαδήποτε ώρα και οποιαδήποτε στιγμή χρειαστεί. Και όπως κάθε Κυριακή… να σου ξαναγυρίσω στο… θυμάσαι που σου είπα ότι ξαναπήγα στον Πειραιά; Όπως κάθε Κυριακή, πηγαίνω με μια ομάδα και μαγειρεύουμε στον Πειραιά. Για αστέγους. Όχι του Πειραιά. Μάλλον... όχι του Πειραιά... για τον Πειραιά πάμε, αλλά έχει κατεβεί όλη η Αθήνα. Αυτό είναι αλλουνού παπά Ευαγγέλιο. Αυτό. Σε κάλυψα;

Ο.Γ.:

Φιλίες κάνατε;

Κ.Κ.:

Τι εννοείς;

Ο.Γ.:

Από ανθρώπους που βρεθήκατε στην ίδια κατάσταση.

Ο.Γ.:

Όχι, ποτέ. Δεν κάνεις φιλίες τέτοιες. Γνωστούς μου, ναι. Φιλίες, όχι. Γιατί, σου είπα ότι δεν ξέρεις ο καθένας τι… – πώς να το πω; από τι σόι είναι. Από τι σόι… τι άνθρωπος είναι, γιατί δεν μπορείς να τον μάθεις τον άνθρωπο μέσα σε μια εβδομάδα ή μέσα σε ένα μήνα. Και σε ένα χρόνο ακόμα. Γιατί, αφού το ανέφερες, ναι, okay. Κι εγώ υποτίθεται ότι είχα κάνει φίλο, νόμιζα, αλλά τελικά δεν είναι φίλος, όταν σου σκάβει τον λάκκο σου. Έτσι, δεν είναι φίλος. Γι’ αυτό σου λέω. Γνωστούς. Η λέξη φιλία είναι μεγάλο πράγμα, πολύ μεγάλο πράγμα. Για εμένα… για εμένα, έτσι; Φίλος είναι αυτός που θα με χαιρετήσει και τώρα ακόμα. Δηλαδή, υπάρχουν άτομα που με βλέπουν έξω και μου λένε: «Γεια σου, Κώστα!». Για μένα, αυτοί είναι φίλοι. Φίλος-φίλος… ούτε ο αδερφός μου δεν είναι φίλος. Για μένα, έτσι; Για μένα. Σαν Κώστας. Εμένα αυτό που με’ ευχαριστεί, σου είπα, και το παίρνω σαν φίλος, είναι αυτός που θα με χαιρετήσει και θα με δει και έξω. Όπως έγινε και τώρα. Πριν έρθω εδώ, που πέρασα από το Μοναστηράκι, παρόλο που ξέρουν ότι έχω… δηλαδή, δεν είμαι πλέον… μάλλον, δεν μπορώ να πω ότι είναι 100% σίγουροι όλοι. Είναι τρεις-τέσσερις ότι «Πώς γίνεται εσύ τώρα και έχεις, πλέον, καθαρά ρούχα και φοράς, ας πούμε, adidas παπούτσι, είσαι με την τσάντα;». Τώρα, δεν έχω ξυριστεί. Σε βλέπουνε περιποιημένο. Σου λέει: «Τι γίνεται;». Κι όμως. Μπορώ να σου πω ότι τώρα, που πέρασα από το Μοναστηράκι, πέντε άτομα που με είδανε, με χαιρετήσανε, «Γεια σου, Κώστα». Για μένα αυτό είναι… αυτός είναι φίλος. Αυτό. Τώρα, αν σε κάλυψα...

Ο.Γ.:

Θέλω να ρωτήσω. Εσείς, που το ζήσατε κιόλας, ζήσατε την αστεγία, πώς θα πρέπει ο κόσμος, οι άνθρωποι, ν’ αντιμετωπίζουν τους αστέγους; Γιατί υπάρχει προκατάληψη, υπάρχει φοβία, υπάρχει αυτή η λύπηση στα όρια, ας πούμε, του… δεν ξέρω γω τι. Θα ‘θελα τη δικιά σας άποψη πάνω σ’ αυτό-

Κ.Κ.:

Okay-

Ο.Γ.:

Που ζήσατε και ως άστεγος και πλέον έχετε ορθοποδήσει και είστε καλά.

Κ.Κ.:

Ναι. Εγώ θα ήθελα να… να το πω από μέσα απ’ την καρδιά μου. Όταν βλέπεις έναν άστεγο, να μην τον φοβάσαι καθόλου. Και μπορώ να πω ότι… θα ήθελα, μάλλον, αν μπορούνε όλοι να βοηθήσουνε είτε με… όχι να δώσουνε χρήματα. Δεν είπα αυτό, έτσι; Μην ακουστεί περίεργα. Είτε να του πάρεις ένα πακέτο τσιγάρα είτε να του πάρεις έναν καφέ, είτε να του πάρεις ακόμη και μια τυρόπιτα, ρε φίλε. Θα του δώσεις μεγάλη ικανοποίηση και μεγάλη χαρά. Γιατί, παρόλο που είναι άστεγος, σου είπα. Δεν ξέρεις την ιστορία του, δεν ξέρεις που ήτανε και γιατί έφτασε σ’ αυτό το σημείο που έφτασε. Κανείς δεν το… να μην φοβούνται. Δηλαδή, όπως το είχα ξαναπεί, άνθρωποι είμαστε. Και εμείς εδώ είμαστε, όπως όλοι. Μην φοβάται κανένας. Δηλαδή, τον άστεγο μην τον φοβούνται. Αυτό;

Ο.Γ.:

Και η Πολιτεία;

Κ.Κ.:

Τι εννοείς; Τι θες να πεις; Κάν' το μου πιο…

Ο.Γ.:

Πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το όλο ζήτημα αυτό;

Κ.Κ.:

Της αστεγίας;

Ο.Γ.:

Ναι. Κατά την γνώμη σας πάντα.

Κ.Κ.:

Ναι. Ν’ ανοίξει περισσότερα κέντρα φιλοξενίας, αλλά να είναι πραγματικά κέντρα φιλοξενίας, όχι να είναι… να μην χαρακτηρίσω, γιατί okay. Και αυτά είναι ακόμη καλύτερα από τα κέντρα φιλοξενίας, από το κέντρο φιλοξενίας μάλλον. Και μην μας πούνε ότι δεν έχουνε κτίρια. Έχει πόσα κτίρια, που μπορούνε να τα αξιοποιήσουνε πολύ ωραία. Και δεν είναι μόνο κτίρια. Υπάρχουν και κατοικίες, που… δώσε την δυνατότητα, ρε φίλε. Όλοι υποτίθεται ότι έχουνε σπουδάσει στην Ευρώπη και… ναι. Δηλαδή, άμα πας έξω στην Αγγλία, ντρέπεσαι να πεις ότι είσαι άστεγος. Εντάξει. Υπάρχουν άστεγοι. Υπάρχουν, όμως, οι πέμπτης κατηγορίας άστεγοι; Εμείς δεν έχουμε τέτοιους εδώ, αλλά έχω… δηλαδή, από φίλους. Από φίλους… από γνωστούς, που έχουνε κάνει και στο εξωτερικό, μου ‘χουνε πει ότι «Ρε φίλε, αυτό το…». Εντάξει. Υπάρχουνε οι άστεγοι-άστεγοι, δηλαδή… πώς να τους ονομάσω; Όχι άστεγοι… είναι αυτοί που… ρε παιδί μου. Ρε φίλε, δεν θέλω να το εκφράσω, αλλά okay. Είναι αυτοί που είναι κάτω από τις γέφυρες, οι οποίοι θέλουνε να μείνουνε κάτω απ’ τις γέφυρες, δηλαδή θέλουνε να είναι με τα ποντίκια. Εδώ δεν έχουμε κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε κάτι τέτοιο… έχουμε, αλλά είναι η εξαίρεση. Λοιπόν, η Πολιτεία μπορεί να κάνει πάρα πολλά. Παίρνουνε πάρα πολλή χρηματοδότηση. Ας σπρώξουνε, να πούμε, και στους άστεγους. Ας σπρώξουνε και σε οργανώσεις, αλλά οργανώσεις. Όχι αυτές που γίνονται «μπαμ» και την άλλη μέρα χάνονται. Αυτό. Αν σε κάλυψα.

Ο.Γ.:

Θα ήθελα να ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη μ’ ένα μήνυμα, που θέλετε να περάσετε, σ’ αυτούς που θα μας ακούσουνε, που να τους εμπνεύσει και να τους γεμίσει και ελπίδα-

Κ.Κ.:

Ένα μήνυμα σε ποιους;

Ο.Γ.:

Σ’ αυτούς τους ανθρώπους που θα μας ακούσουνε.

Κ.Κ.:

Για ποιους;

Ο.Γ.:

Εσείς ξέρετε γι’ αυτό. Εννοώ μέσα από τα δικά σας βιώματα, αυτά που συζητήσαμε εδώ πέρα,

Κ.Κ.:

Εγώ θα ήθελα-

Ο.Γ.:

Από αυτά που ζήσατε-

Κ.Κ.:

Ναι-

Ο.Γ.:

[01:00:00]Μια αποφώνηση. Που θέλετε να απευθυνθείτε. Σε ποιους εσείς το ορίζετε αυτό.

Κ.Κ.:

Α! Φυσικά, στην πολιτεία. Τη μεγαλύτερη ευθύνη και το μέρος την έχει η Πολιτεία. Και θα ήθελα και να στείλω… δηλαδή, αν ακουστεί ποτέ η φωνή μου, που είμαι σίγουρος ότι θα ακουστεί, στην Πολιτεία. Και το μήνυμα, στον κόσμο τον απλό -τον απλό… τον δικό μας τον κόσμο, τον κοινό κόσμο- να μην φοβάται κανέναν άστεγο. Δεν είναι… όλοι οι άστεγοι… αν τους έχουνε χωρίσει σε καλούς και κακούς. Όλοι είναι άστεγοι, αλλά να μην φοβάται κανένας. Δηλαδή, ένα «Καλημέρα», άμα θα μου πεις ή ένα «Καληνύχτα», όταν είσαι άστεγος, ρε φίλε… όχι και άστεγος. Και τώρα δηλαδή. Εμένα, άμα δε μου πεις «Καλημέρα» και «Καληνύχτα», τρελαίνομαι. Λέω: «Γιατί; Τι έγινε;» Την «Καλημέρα» την έδωσε ο Θεός, ρε φίλε. Δωρεάν είναι. Δεν σου ζητάει κανένας «Δωσ’ μου 5€ ή 1€. Έτσι δεν είναι; Ή κάνω λάθος; Αυτό. Μην φοβούνται τίποτα. Και ό,τι λένε είναι βαριές… για τους άστεγους.

Ο.Γ.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Κ.Κ.:

Τίποτα. Κι εγώ σ’ ευχαριστώ και πιστεύω να σε κάλυψα.

Ο.Γ.:

Νομίζω… εκτός κι αν έχετε κάτι εσείς που έχετε παραλείψει και θα θέλατε ν’ αναφερθεί στην συνέντευξη.

Κ.Κ.:

Όχι. Μπορώ να σου πω ότι είμαι okay. Δεν τα ήξερε… ας πούμε, ότι το “Ithaca” τόσο τέλεια δεν τα ήξερε.

Ο.Γ.:

Οπότε, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Κ.Κ.:

Ναι ‘σαι καλά. Κι εγώ σ’ ευχαριστώ.