© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
«Αυτό είναι ιεροτελεστία, δεν είναι απλός χορός και απλό γλέντι»: Το Αυγουστιάτικο πανηγύρι στο Φωτεινό Ιωαννίνων
Istorima Code
12136
Story URL
Speaker
Ουρανία Οικονόμου (Ο.Ο.)
Interview Date
06/07/2022
Researcher
Αριστούλα Τόλη (Α.Τ.)
[00:00:00]Καλησπέρα σας.
Καλησπέρα σας.
Πείτε μας το όνομά σας.
Λέγομαι Ράνια Οικονόμου.
Είναι Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2022. Βρισκόμαστε στη Νέα Σμύρνη με τη Ράνια Οικονόμου και είμαι η Αριστούλα Τόλη για το Istorima. Ράνια, θα μπορούσες να μας πεις λίγα λόγια για εσένα;
Όπως είπαμε, λέγομαι Ράνια Οικονόμου. Είμαι 53 χρονών, ζω όλη μου τη ζωή στη Νέα Σμύρνη γιατί είχα μια γιαγιά Μικρασιάτισσα. Οι γονείς μου είναι από εδώ, εργάζομαι, έχω τρεις γιους και έχω την καταγωγή μου κατά τα τρία τέταρτα από την Ήπειρο, συγκεκριμένα από τον Νομό Ιωαννίνων, από ένα πάρα πολύ μικρό χωριό, που τώρα πια έχει μόνο πέντε-έξι μόνιμους κατοίκους από μία οικογένεια, και ανήκει στον Δήμο Ζίτσας.
Πώς λέγεται αυτό το χωριό;
Το χωριό λέγεται Φωτεινό και παλιά, πριν αλλάξουν τα ονόματα το 1953 που αλλάξαν όλα, λεγόταν Ζελίστα. Μας αρέσει να το κρατάμε το Ζελίστα και το χρησιμοποιούμε συχνά, αλλά επισήμως το χωριό λέγεται Φωτεινό.
Σημαίνει κάτι η Ζελίστα;
Υπάρχουνε δύο εικασίες σχετικά με την ονομασία. Η μία είναι ότι, επειδή στα σλάβικα σημαίνει «τόπος», «ζέλιο» με πολλούς κήπους, πιθανά λοιπόν να είναι σλάβικη η καταγωγή του ονόματος εξαιτίας αυτού. Ή υπάρχει και ένας μύθος ότι υπήρχε μία Ζέλιω, Ελληνίδα, που της χάρισε ο πασάς την περιοχή, εξαιτίας της ομορφιάς της φυσικά –γιατί οι Ηπειρώτισσες είμαστε και κούκλες– και αυτή τον είχε υπό την προστασία της τον τόπο, και εξαιτίας αυτού πήρε το όνομά της. Αυτές είναι δύο εικασίες.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του χωριού, της γεωμορφίας του;
Το χωριό είναι χτισμένο στην πλαγιά, την δυτική πλευρά του Κασιδιάρη, του όρους Κασιδιάρη. Είναι 44 χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα, πολύ κοντά στα όρια με τον Νομό Θεσπρωτίας. Βλέπει μπροστά ένα καταπληκτικό βουνό, την Μουργκάνα, που η πίσω πλευρά, για να καταλάβετε, της Μουργκάνας είναι αλβανική, αυτό που βλέπουμε εμείς είναι το ελληνικό. Έχει παρθένα φύση, έχει πάρα πολλά τρεχούμενα νερά, έχει πηγές, η κυριότερη πηγή δίνει νερό σε άλλα τέσσερα χωριά. Ωστόσο, είναι ένα χωριό που μπήκε στη μοίρα της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης εξαιτίας της φτώχειας, του πολέμου αλλά κυρίως από ένα συνταρακτικό γεγονός που χάραξε την ιστορία του και την πορεία του, που το 1915 κατολίσθησε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι πρόγονοί μας δεν είχαν προλάβει να το χαρούνε. Το 1913 που απελευθερώθηκε η Ήπειρος από την τουρκική κυβέρνηση είχανε περάσει μόνο δύο χρόνια που ουσιαστικά ήταν ελεύθερη και δύο χρόνια πριν που είχαν καταφέρει να εξαγοράσουν το χωριό. Το ’15, λοιπόν, το χωριό καταστράφηκε, δεν έμεινε σχεδόν τίποτα όρθιο, έφυγε πάρα πολύς κόσμος. Όσοι έμειναν προσπάθησαν να επιβιώσουν και τους φιλοξένησαν τα γύρω χωριά. Τότε πρότειναν να μετοικήσουν όλοι οι Ζελιστινοί, να πάνε προς μία άλλη περιοχή, προς το Καλπάκι. Όμως οι Ζελιστινοί δεν ήθελαν να φύγουν, δεν ήθελαν να αφήσουν τον τόπο τους και παρέμειναν εκεί. Είχαν έρθει και κάποιοι γεωλόγοι και είχανε δώσει εγγυήσεις ότι ήταν η τρίτη χρονολογικά κατολίσθηση που είχε συμβεί και πια έχει κατακάτσει ο τόπος, δεν κινδύνευαν. Και ξανάχτισαν λίγο-λίγο το χωριό. Βέβαια, το χωριό δεν έγινε ποτέ αυτό που ήτανε πριν, και μάλιστα χωρίστηκε, η φύση το χώρισε και φτιάχτηκε και ένας συνοικισμός, η Κουρνόραχη. Είναι όμως πολύ πλούσιο από τη φύση και αυθεντικό και παρθένο χωριό με πολύ λίγα σπίτια, είκοσι πετρόχτιστα με την παραδοσιακή ηπειρώτικη τεχνοτροπία, με κήπους, αλλά άδειο, έρημο. Παρόλα αυτά, μαζευόμαστε όποτε μπορούμε, αυτά τα είκοσι σπίτια δεν είναι άδεια. Συχνά πυκνά το Πάσχα, το καλοκαίρι ή όποτε μπορεί ο καθένας, με απαραβίαστο ραντεβού και συγκεκριμένο, που σχεδόν όλοι πια πηγαίνουμε, τον Δεκαπενταύγουστο, καλοκαίρι.
Εσύ δηλαδή με την οικογένειά σου πηγαίνετε συχνά στο χωριό;
Εγώ πηγαίνω συχνά στο χωριό γιατί έχω μνήμες από το χωριό. Όταν ήμουνα μικρή, εκεί ζούσε μόνιμα ο παππούς μου και η γιαγιά μου και έμενα έναν μήνα οπωσδήποτε, μέχρι που να έρθουν και οι γονείς μου που τελείωναν τις δουλειές τους. Έχω την τύχη, παρόλο που μεγάλωσα και έζησα στην Αθήνα, να έχω ζήσει τη χωριάτικη ζωή. Η γιαγιά μου είχε ζώα, είχαμε μεγάλο μποστάνι, ξέρω τι πάει να πει να φτιάχνεις βούτυρο και τυρί, και μου λείπουν αυτά. Νιώθω την ανάγκη να πηγαίνω συχνά και όσο μεγαλώνω το νιώθω ακόμα περισσότερο. Γιατί μπορεί να είναι ένα πολύ μικρό χωριό, αλλά είναι ένα καταφύγιο συγκριτικά με τη ζωή που κάνω στην Αθήνα και τις υποχρεώσεις που έχω.
Πολύ ωραία. Το καλοκαίρι που πηγαίνετε υπάρχει κάτι που να σας συγκεντρώνει όλους μαζί, όλη την όλη την κοινότητα μαζί;
Η Παναγία. Ανεβαίνουμε, πριν φτάσουμε στο χωριό είναι ένα ξωκλήσι από το 1660, είναι Βυζαντινό. Λίγο πριν φτάσουμε, όταν πλησιάζουμε πια και ξέρουμε ότι είναι από την κάτω πλευρά του δρόμου, έχω το συνήθειο και κάνω τον σταυρό μου και λέω: «Παναγιά, μάς μάζεψες πάλι φέτος». Ο Δεκαπενταύγουστος, λοιπόν, είναι ο λόγος που πηγαίνουμε στο χωριό, η Παναγία, γιατί δεν είναι μόνο ο εκκλησιασμός, δεν είναι μόνο το να ανοίξουμε τα σπίτια μας, είναι το ότι ανταμώνουμε όλοι μαζί. Ξέρετε, όταν είναι ένα πολύ μικρό χωριό, μπορεί να του λείπουν διάφορα πράγματα, αλλά περισσεύει το οικογενειακό κλίμα και το κλίμα το φιλικό, που ο ένας έχει ανάγκη να πάει στο σπίτι του άλλου –δεν έχουμε και καφενείο καν στο χωριό, δεν έχουμε τίποτε που να μπορούμε να αγοράσουμε– οπότε, όταν θα βγεις απ’ το σπίτι σου, θα πας στο σπίτι του γείτονα κι αυτός στο δικό σου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για την αλληλεγγύη, το δέσιμο και την αγάπη που διατηρούμε. Και, φυσικά, γιατί την πανηγυρίζουμε την Παναγιά μας με μια μεγαλοπρέπεια, η οποία ξεκινάει από τις 14, από την Παραμονή, και τελειώνει στις 16 χαράματα, 17 Αυγούστου. Αυτές οι τρεις μέρες είναι οι κορυφαίες μέρες, κάποιοι έρχονται μόνο για αυτές τις τρεις μέρες και είναι μεγαλόπρεπες, γιατί οτιδήποτε κάνουμε, είτε για την Παναγία μας είτε για το πανηγύρι που διοργανώνει η Αδελφότητα, γίνεται από εμάς, περνάει από τα χέρια μας, στηρίζεται, είμαστε εμείς οι διοργανωτές, δεν το έχουμε δώσει το προνόμιο αυτό σε κανέναν άλλον, και μέσα από αυτήν την προσφορά, μέσα από αυτή τη δημιουργικότητα έχουμε τη χαρά της δημιουργίας, της απόλαυσης του τι έχουμε κάνει. Τι έχουμε κάνει; Έχουμε δώσει ζωή στο χωριό μας και ζωή ο ένας στον άλλον μεταξύ μας. Είναι λίγο κουραστικές αυτές οι μέρες, αλλά μπροστά στο γλέντι που στήνεται, ειδικά στις 16 του μηνός, ή τις στιγμές που ζούμε καθόλη τη διαδικασία της διοργάνωσης και της εκτέλεσης των εθίμων που παραλάβαμε και προσπαθούμε να διατηρήσουμε και τις μεταλαμπαδεύουμε στα παιδιά μας, βιώνουμε –πώς να το πω;– τη μεγάλη οικογένεια του χωριού μας.
Υπάρχει κάποιος Σύλλογος, κάποια Αδελφότητα που...;
Υπάρχει η Αδελφότητα Φωτεινού Ιωαννίνων, η οποία είναι η γηραιότερη μάλλον των υπολοίπων χωριών της περιοχής. Είναι από το 1897, πέρασε Τουρκοκρατία, πέρασε απελευθέρωση, τους πολέμους όλους της χώρας. Κατά διάρκεια της κατοχής, φυσικά, υπήρχε ύφεση, είναι για τους απόδημους, φυσικά, Φωτεινιώ[00:10:00]τες, αλλά πια είναι όλοι απόδημοι, οπότε και όλοι πηγαίνουμε εκεί. Η Αδελφότητα μαζί με την Κοινότητα, που έχει συνεργαστεί πολλές φορές και συνεχίζει να συνεργάζεται, είναι ο διοργανωτής του πανηγυριού που γίνεται στις 16. Όμως, την Παναγιά την γιορτάζουμε, ξεκινάμε στις 14.
Στις 14 τι γίνεται;
Στις 14 υπάρχει ένα άτυπο ραντεβού που δεν χρειάζεται να το επιβεβαιώσουμε. Ξέρουμε ότι γύρω στις 6:00 η ώρα το απόγευμα θα πρέπει να είμαστε όλοι στο ξωκλήσι. Το ξωκλήσι ανοίγεται μετά από έναν χρόνο περίπου, καθαρίζεται, στολίζεται. Είναι εκπληκτικό! Είναι όλες οι ηλικίες εκεί, είναι άνδρες, είναι γυναίκες, είναι τα μικρά παιδιά και όλοι συμμετέχουν, κρεμιέται η καμπάνα, φέρνουμε λουλούδια για να στολιστεί η εικόνα. Υπάρχει κι ένα έθιμο το οποίο είχε γίνει μάλιστα άλλη μία φορά τελευταία: Zώνεται η εκκλησιά γύρω γύρω με κερί, όσοι έχουνε κάποιο τάμα, βγαίνουν έξω οι εικόνες και πλένονται, ανάβονται τα καντήλια λίγο πριν σουρουπώσει και είναι έτοιμη ώστε την επόμενη ημέρα να γίνει η Θεία Λειτουργία. Γυρνώντας στο σπίτι ετοιμαζόμαστε και πηγαίνουμε στο πανηγύρι που κάνει ο συνοικισμός την Παραμονή και την άλλη ημέρα από νωρίς πηγαίνουμε στην εκκλησιά, παρακολουθούμε τη Θεία Λειτουργία. Απαραιτήτως φοράμε τα καλά μας, όπως κάνανε παλιά. Τα παιδιά προς το τέλος της Θείας Λειτουργίας κάνουνε τη σειρά και μεταλαμβάνουν. Όταν τελειώνει η Θεία Λειτουργία, γίνεται η αρτοκλασία. Στον περίβολο της εκκλησίας, του ναού βγαίνει ο παππάς. Έχουνε μπει οι πέντε άρτοι όπου ευλογούνται, έχουμε έρθει προετοιμασμένοι από την προηγούμενη με τα χαρτάκια μας και έχουμε γράψει τα ονόματα υπέρ υγείας όλων και διαβάζονται, και όταν τελειώσει και η αρτοκλασία, η εκκλησιαστική επιτροπή κερνάει, εκτός από τον άρτο που κόβεται και μοιράζεται, λουκούμι τριαντάφυλλο και τσίπουρο, αγνό τσίπουρο. Εκεί είναι όλες οι ευχές, εκεί είναι τα αγκαλιάσματα, οι κουβέντες, ευχόμαστε στους Παναγιώτηδές μας, στις Μαρίες μας, στους Μάριους. Και λίγο πιο πέρα απ’ την εκκλησία, πολύ κοντά δηλαδή, είναι ένα μεγάλο πουρνάρι που παλιά εκεί κάναμε το πανηγύρι. Και εκεί στήνει κάποια τραπέζια η Αδελφότητα και κερνάει και το κάτι παραπάνω. Έχουμε φέρει και όργανα, που φυσικά δεν είναι συνδεδεμένα ηλεκτρικά, και πριν φύγουμε πρέπει η Παναγιά να ακούσει και λίγο κλαρίνο. Ρίχνουμε κάνα δυο γυροβολιές, βάζουμε τις Μαρίες μας να χορέψουν και ξεκινάμε για το χωριό –κάνει συνήθως και ζέστη εκείνη την ώρα–, όπου ο καθένας πάει στο σπίτι του.
Υπάρχουν όμως κάποιοι συντονιστές που συγκεντρώνονται στην πλατεία, και τι κάνουν αυτοί οι συντονιστές; Έχουνε φτιάξει τη σειρά των σπιτιών που θα πάνε τα όργανα για να γιορτάσουμε με το έθιμο που έχουμε, τις «Βίζιτες». Ξεκινάνε, λοιπόν, αυτή η επιτροπή, αυτοί οι δύο-τρεις που έχουν τον συντονισμό από σπίτι σε σπίτι. Στο πρώτο σπίτι, λοιπόν, υποδέχεται ο νοικοκύρης και η φαμίλια του, μπαίνουν τα όργανα, κερνάει, παίζει κάνα δύο-τρία τραγούδια, οι μουσικοί παίζουν τα τραγούδια που παραγγέλνει ο νοικοκύρης να χορέψει και φεύγοντας πρέπει απαραιτήτως κάποιος από το σπίτι να ακολουθήσει. Έρχεται, λοιπόν, και πάμε στο επόμενο και στο παρεπόμενο, κάθε σπίτι ό,τι έχει ο καθένας: Μα λίγο τσίπουρο, μα ένα γλυκό, μα έναν μεζέ. Αυτό, επειδή τα σπίτια δεν είναι και το ένα δίπλα στο άλλο, δεν είναι βέβαια και πολύ απομακρυσμένα, δεν σταματάει η μουσική και περπατάμε και μπαίνουμε στο σπίτι και ξεκινάμε. Καθόλη τη διάρκεια που περπατάμε στα μονοπάτια του χωριού, οι μουσικοί παίζουν και οι υπόλοιποι χωριανοί τραγουδούν. Και φτάνοντας, λοιπόν, στο σπίτι, τον φωνάζουμε, μας περιμένει, μας έχει ανοιχτή την πόρτα και επαναλαμβάνεται. Με μια εξαίρεση, αν τύχει. Αν τύχει και κάποιο σπίτι απ’ το χωριό έχει πένθος, όλοι το ξέρουμε βέβαια, εκεί μας περιμένει κάποιος απ’ το σπίτι –όποιος αντέχει βασικά, γιατί είναι συγκινητική η στιγμή–, μας περιμένει στην αυλόπορτα, τα όργανα δεν μπαίνουν στο σπίτι, κερνάει ο νοικοκύρης αυτός που είναι έξω από την αυλόπορτα, γιατί οι υπόλοιποι είναι μέσα, και τιμής ένεκεν του παίζει ένα μοιρολόι μπροστά στην πόρτα, και συνεχίζουμε. Είναι μια καταπληκτική στιγμή που κρατάει, πολλές πολλές στιγμές που κρατάνε γύρω στις τρεις, τέσσερις, πέντε ώρες, που κρατάνε πάρα πολλά χρόνια. Και γέλια και πειράγματα και συγκίνηση και διαγωνισμός τυρόπιτας και «Να η μία την έκανε καλύτερη, εσύ δεν την έκανες καλή» και «Τι είναι αυτό που μας έβγαλες τάχαμου, φέρε το άλλο, το καλύτερο το έχεις κρυμμένο». Όλα αυτά είναι μοναδικές στιγμές που δεν μπορείς να τις ζήσεις πουθενά αλλού. Εγώ δεν μπορώ να διανοηθώ Δεκαπενταύγουστο κάπου αλλού εκτός από εκεί. O Δεκαπενταύγουστος είναι το Πάσχα του καλοκαιριού. Όπου κι αν πάω αλλού, δεν τα έχει αυτά και δεν έχει και αυτούς τους ανθρώπους. Όλα αυτά σχολάνε αφού έχουμε πιει, νωρίς νωρίς τις πρώτες απογευματινές ώρες. Λίγη ξεκούραση και κατά τις εξίμισι η ώρα το απόγευμα βαράει η καμπάνα. Πάλι δεν υπάρχει ραντεβού, το ξέρουμε, και ξέρουμε και ποιος το κάνει και κάθε χρόνο αυτό. Αυτή η καμπάνα σημαίνει «ό,τι κάνατε κάνατε, τώρα έχει δουλειά». Η δουλειά είναι ότι ανεβαίνουμε όλοι μαζί σ’ έναν χώρο που είναι και μέσα και έξω απ’ το χωριό, που τον έχει διαμορφώσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια η Αδελφότητα, λέγεται Μπριζάκος. Εκεί είναι πολλές πηγές, ένας τόπος ευλογημένος, μέσα στα πλατάνια, δεν περνάει σχεδόν καθόλου ο ήλιος, οι ακτίδες του, τα νερά τρέχουν από παντού. Σε αυτόν τον χώρο, που πριν πολλά χρόνια η Αδελφότητα τον πλακόστρωσε, έφτιαξε πέτρινα τραπέζια, έφτιαξε πάλκο, έφτιαξε μαγειρείο, από το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ μαζεύεται κάθε ένας από κάθε σπίτι από το Φωτεινό. Δεν είμαστε και πολλοί, άντε να μαζευτούμε καμιά πενηνταριά άτομα, και προετοιμάζουμε το τι θα γίνει την επόμενη μέρα. Είναι μαγικό να βλέπεις από τριών χρόνων παιδιά μέχρι γυναίκες άνω των 70 ετών να κάνουνε όλοι κάτι. Οι γυναίκες ας πούμε κάθονται και καθαρίζουν περί τα 100 κιλά κρεμμύδια, τα οποία μουλιάζουν όλη τη νύχτα μετά σε τεράστια καζάνια. Άλλοι βγάζουν τους πάγκους, ξύλινοι. Προσπαθούμε να –όχι προσπαθούμε, το έχουμε εφαρμόσει– να μην έχουμε στοιχεία τα οποία δεν είναι φυσικά στον χώρο. Τα παιδιά φτιάχνουνε τα κουταλοπίρουνα, καθαρίζονται τα πιάτα, αποφεύγουμε –χρόνια τώρα, δεν είναι τελευταία μόνο υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος, συνείδησή μας, είναι πάρα πολλά χρόνια που σερβίρουμε το φαγητό την επόμενη μέρα σε πιάτο με κουτάλι και πιρούνι κανονικό. Μπαίνουν οι προβολείς, μπαίνει ένα μεγάλο πανό, το οποίο είναι ζωγραφισμένο στο χέρι, το οποίο περιγράφει όλη τη διαδικασία του πανηγυριού, από την προετοιμασία μέχρι την άλλη μέρα που τελειώνει. Βγαίνουν οι ψησταριές, στήνονται οι πάγκοι, ετοιμάζονται κάποιοι καταψύκτες που μπαίνουνε μέσα τα[00:20:00] κρασιά και τα τσίπουρα. Και αργά το βράδυ, γύρω στις 10:00-11:00 η ώρα πια που είμαστε και κατάκοποι, πριν φύγουμε κάνουμε ένα τελευταίο συμβούλιο, το Διοικητικό Συμβούλιο της Αδελφότητας μαζί με όλους τους χωριανούς και επιβεβαιώνουμε ο καθένας τον ρόλο που θα έχει την επόμενη ημέρα. Άλλος θα είναι στην υποδοχή, άλλος θα είναι υπεύθυνος στην κουζίνα, άλλος θα είναι υπεύθυνος σερβιρίσματος, με τις ομάδες του ο καθένας, άλλος θα έρθει από τις 5:00 η ώρα το πρωί που θα βάλουμε φωτιά στα φλόγιστρα, θα παραλάβουμε τα κρέατα για να βάλουμε να γίνεται σιγά σιγά το γιαχνί, άλλος θα είναι υπεύθυνος για την ψησταριά, και μετά πάμε και κοιμόμαστε για να μας ξημερώσει η μέρα που είναι η μόνη και η μεγαλύτερη, λαμπρότερη μέρα του χωριού. Αυτός ο τόπος εκεί, ο Μπριζάκος, αυτά τα πλατάνια, ακούνε μια φορά τον χρόνο κλαρίνο αλλά είναι μοναδική μέρα, ξεχωριστή μέρα. Όχι μόνο για εμάς που τη διοργανώνουμε και φιλοξενούμε και για όλους όσους έρχονται. 5:00 η ώρα, λοιπόν, ανοίγει το μαγειρείο. Βάζουμε φωτιά στα φλόγιστρα, πλένεται η προβατίνα, η οποία σιγολιώνει μαζί με τα κρεμμύδια στα τεράστια καζάνια, η ντομάτα τρίβεται στο χέρι για να μοσχοβολά. Κάποιοι έχουν το προνόμιο –μία απ’ αυτές είμαι εγώ– να δοκιμάζουν το πρώτο πιάτο κατά τις 11:00 η ώρα που είναι έτοιμο, για να είμαστε σίγουροι τι θα προσφέρουμε. Τα φαγητά που φτιάχνουμε εκτός από το παραδοσιακό γιαχνί, που είναι πολύ δύσκολο και είναι και μια συνταγή που πια δεν τη βρίσκεις, υπήρχε πάντα στα επίσημα τραπέζια που είχανε οι Ηπειρώτες μαζί με τις πίτες τους στις μεγάλες γιορτές που είχε κάθε σπίτι, αλλά δεν είναι εύκολο να φτιαχτεί. Η συνταγή φυλάσσεται σαν κόρη οφθαλμού, είναι όμως σημαντικό να φτιάχνεται. Η γαστρονομία μας είναι εξαιρετική, δεν γίνεται να χάνεται. Εκτός, λοιπόν, από το γιαχνί, φτιάχνουμε και ριγανάτο κρέας, αλλά ριγανάτο κρέας, όχι με όποια κι όποια ρίγανη. Κάποιοι έχουν ανέβει από τον Ιούλιο, την έχουνε μαζέψει τη ρίγανη, που είναι ό,τι κυριότερο παράγει μετά το νερό το χωριό μας, αλλά την έχουμε μαζέψει με τον ανθό της για να μοσχοβολά, και μόνο αυτή η ρίγανη χρησιμοποιείται, με πιλάφι που είναι το δεύτερο πιάτο που προσφέρουμε και από εκεί και ύστερα ό,τι υπόλοιπο από τις προσφορές του φαγητού έχει να κάνει μόνο με την Ήπειρο. Το κρασί είναι από τη Ζίτσα. Η Ζίτσα είναι στα 15 χιλιόμετρα από το χωριό, δεν θα μπορούσε να είναι από πουθενά αλλού το κρασί, το γαλοτύρι είναι από το Ζαγόρι, η φέτα είναι ηπειρώτικη και τα μποστανικά, οι ντομάτες για τη σαλάτα. Το ψωμί έχει παραγγελθεί και έχει έρθει το πρωί ζεστό γιατί έχει ψηθεί το βράδυ, νωρίς τα χαράματα, από τους καλύτερους αρτοποιούς αυτής της χώρας, τους Ηπειρώτες, τους Γιαννιώτες. Αυτά διοργανώνουμε.
Κάποτε το πανηγύρι ήταν πιο μικρό, οι παλαιοί το έκαναν έξω απ’ την εκκλησιά, την Παναγιά, είχαν όμως προβλήματα με το νερό, δεν ήταν άφθονο εκεί το νερό, όπως επίσης δεν γινόταν πάντα στις 16 Αυγούστου, γινόταν πολύ παλιά στις 8 Σεπτεμβρίου. Μετά, επειδή 8 Σεπτεμβρίου πια, ειδικά εκεί πάνω, αρχίζει και ψυχραίνει ο καιρός και ο κόσμος έφευγε, γύρναγε στις πόλεις, αποφάσισαν να το γυρίσουν στις 15 Αυγούστου. Όσο ήτανε μικρό το πανηγύρι μας, 15 Αυγούστου ήτανε μια πολύ καλή ημερομηνία, γιατί όλοι μαζί ανταμώναμε και ευχόμασταν ο ένας τον άλλον. Όσο όμως το πανηγύρι γινόταν γνωστό εξαιτίας της παραδοσιακής του μορφής, ο κόσμος αυξανόταν στις 15 Αυγούστου και δεν ήτανε πια η χαρά να γιορτάσουμε την Παναγιά και τους εορτάζοντές μας. Πήρε, λοιπόν, κάποια στιγμή η Αδελφότητα την απόφαση –πάνε περίπου τριάντα χρόνια– και είπε ότι 15 Αυγούστου γιορτάζουμε την Παναγιά και αυτούς που γιορτάζουν, και το πανηγύρι πήρε σταθερή ημερομηνία 16 Αυγούστου.
Τι διαφορετικό έχει το δικό σας πανηγύρι από τα κοντινά;
Η μεγαλύτερη διαφορά είναι ότι το πανηγύρι μας είναι ημερήσιο, δεν είναι βραδινό. Ξεκινάει γύρω στη 1:00 η ώρα το μεσημέρι και πολλές φορές τελειώνει τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας. Βοηθάει ο τόπος, είναι τα πλατάνια, υπάρχει σκιά, υπάρχει δροσιά. Και έχεις τη δυνατότητα με το πρωινό πανηγύρι και να κοιμηθείς και να δεις τον άλλον και να δεις το τοπίο. Είναι πολλές ώρες, αλλά γίνονται τόσα πολλά έθιμα κατά τη διάρκειά του που περνάνε οι ώρες και περνάνε πολύ ευχάριστα, πολύ χαρούμενα. Γι’ αυτό και κάθε χρόνο υπάρχουν άνθρωποι όχι μόνο από την Ήπειρο, και από πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας. Έχουμε υποδεχτεί ανθρώπους ακόμα κι από την Ξάνθη, να φανταστείτε, που ψάχνουνε κάτι αυθεντικό και κάτι καθαρό. Αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά, ότι είναι ημερήσιο. Επίσης, το να επιμένεις να διατηρήσεις κάποια πράγματα που δεν τα βρίσκεις εύκολα αλλού μπορεί να είναι δύσκολο, αλλά σε κάνει ξεχωριστό. Ξέρεις, λοιπόν, ότι στο Φωτεινό θα πας μεσημέρι, θα ανέβεις βέβαια ένα βουνό με στροφές, αλλά δεν θα κουραστείς μετά να φύγεις γιατί θα έχει νυχτώσει, ξέρεις ότι θα φας μόνο παραδοσιακά φαγητά και όχι, δυστυχώς, τα σουβλάκια μόνο που προσφέρονται σε άλλα πανηγύρια ως επί το πλείστον. Ξέρεις ότι όλα αυτά προσφέρονται. Άμα δεν θέλεις, δεν τα πληρώνεις, δεν ρίχνεις στην κανίστρα. Ξέρετε τι είναι η κανίστρα;
Όχι, θα μας πεις τώρα τι γίνεται, πώς ξεκινάει αυτό το πανηγύρι, ποιο είναι το τυπικό;
Το τυπικό είναι όταν καλεί η Αδελφότητα, συνήθως ο πρόεδρος της Αδελφότητας βγαίνει, ξεκινάει λέει το καλωσόρισμά του, έχει γεμίσει ο Μπριζάκος, ο οποίος είναι στημένος, τα τραπέζια, τα τραπεζομάντιλα, τα λουλούδια. Γιατί, ξέρετε, θέλουμε η εικόνα να είναι σαν να πηγαίνει ο άλλος σπίτι κάποιου φίλου, σαν να τον έχει καλεσμένο κάποιος στο σπίτι του, και όχι απλά κάνει ένα πανηγύρι ένα χωριό. Θέλουμε να νιώθει οικία. Κάνει το καλωσόρισμα ο πρόεδρος της Αδελφότητας και μετά καλεί τον παπά. Ο οποίος παπάς θα δώσει το «Ευλογητός» και θα προσευχηθούμε πριν ξεκινήσουμε το φαγητό μας. Ξεκινάμε και σερβιρίζουμε τον κόσμο με τα πρώτα: Το τυρί, το γαλοτύρι, το ψωμί, τις σαλάτες. Πριν απ’ όλα αυτά έχουμε καλωσορίσει τον κόσμο με το τσίπουρο και μετά το πιο όμορφο απ’ όλα αυτά είναι η αλυσίδα που φτιάχνουμε, μια ανθρώπινη αλυσίδα. Που στην αρχή, επειδή ήμασταν πολύ λίγοι, δεν φτάναμε και βάζαμε μέχρι και τα μικρά. Αυτή η αλυσίδα τι κάνει; Χέρι-χέρι σερβίρει στον κάθε έναν ξεχωριστά το γιαχνί. Το γιαχνί είναι σούπα, πηχτή σούπα, κόκκινη, που έχουνε λιώσει τα κρεμμύδια και έχει μελώσει η προβατίνα, αλλά καίει. Φανταστείτε, λοιπόν, ότι αυτό περνάει χέρι-χέρι και σερβίρεται στον καθέναν ξεχωριστά. Ήμασταν λίγοι, αυτό όμως το έθιμο αρέσει και πολλές φορές σηκώνονται καλεσμένοι, άνθρωποι δηλαδή που έχουνε έρθει απλά και συμμετέχουν γιατί τους αρέσει αυτό, να συμμετέχουν στο σερβίρισμα. Το οποίο δεν είναι ένα σερβίρισμα σερβιτόρου. Το αφήνεις το πιάτο, λες «Καλή όρεξη» και λες και «Χρόνια πολλά» στον κάθε ένα.
Μετά το σερβίρισμα του γιαχνιού υπάρχει το έθιμο, που[00:30:00] είναι σαν δρώμενο αυτό όλο, το έθιμο της «Κανίστρας». Η κανίστρα είναι ένα μεγάλο καλάθι, ψάθινο καλάθι, το οποίο καλάθι αυτό έχει ένα καταπληκτικό χειροποίητο, κοφτό, λευκό τραπεζομάντιλο. Το κρατάει ο πρόεδρος και ο ταμίας συνήθως, φυσικά, της Αδελφότητας. Μαζί με τον παπά περνάει από κάθε τραπέζι και το «Ευλογητός», που έχει κάνει ο παππάς σε όλους στην αρχή, το κάνει σε κάθε έναν ξεχωριστά. Περνάει η εικόνα από τον κάθε ένα ξεχωριστά. Ακολουθεί η κανίστρα όπου ο καθένας ρίχνει, για να βγάλουμε τα έξοδα, ό,τι θέλει και αν θέλει, και πίσω από την κανίστρα είναι τα όργανα που παίζουνε, και μπορεί και ο καθένας εκείνη την ώρα, την ώρα που ρίχνει τον οβολό του, το «ευχαριστώ» του στην Αδελφότητα για να βγάλει τα έξοδα, μπορεί εκείνη την ώρα να παραγγείλει κιόλας ένα τραγούδι, και να σταθούν τα όργανα και να το παίξουνε να το ακούσει ο μερακλής. Και με αυτόν τον τρόπο περνάμε απ’ όλους, τους ευλογεί, φιλάνε και την εικόνα, δίνει κι ο καθένας ό,τι θέλει, ακούει και το τραγούδι που θέλει. Αποσύρονται όλοι και μπαίνει το χορευτικό μας, που κατά την πλειοψηφία των πανηγυριών μας ανοίγει τον χορό η νεολαία μας. Υπάρχουν χρονιές που έχουμε βάλει τον γηραιότερο να ανοίξει τον χορό, φυσικά, υποστηριζόμενο και υποβασταζόμενο από τη νεολαία. Και μετά το γλέντι. Και μετά μπαίνουν όλοι στον χορό. Όμως, ακόμα και η μουσική μας, που και εκεί αυστηρά είναι παραδοσιακή ηπειρώτικη μουσική, που η ορχήστρα αποτελείται από κλαρίνο, ντέφι, βιολί και λαούτο μόνο και κανένα άλλο όργανο που δεν χρησιμοποιούνταν παλιότερα, δεν είναι προπληρωμένη. Αυτό είναι μια συνειδητή απόφαση που έχει πάρει η Αδελφότητα. Ξέρετε, δεν είναι και πολύ εύκολο αυτό, γιατί και οι μουσικοί χρειάζονται να έχουνε μια εγγύηση ότι θα πληρωθούν, ότι θα έρθουν, θα παίξουν και θα φύγουν οι άνθρωποι με το μεροκάματό τους. Από την άλλη όμως, επειδή μελετήσαμε πάρα πολύ τι κάνανε οι παλιοί, που ούτε τότε ήτανε συμφωνημένα, και είχανε καταπληκτικά πανηγύρια και τότε, εκεί λοιπόν στη μελέτη και στις κουβέντες που κάναμε με τους παλιότερους, ανακαλύψαμε κάτι πάρα πολύ απλό –γιατί η παράδοση είναι απλή, δεν είναι σύνθετη, είναι πολύ απλή. Η απλότητα, λοιπόν, της χαρτούρας έγκειται στο κίνητρο που δίνεις στον μουσικό να παίξει καλά. Κι όσο πιο καλά παίζει ο μουσικός, τόσο πιο καλή είναι η χαρτούρα και όσο πιο καλά παίζει ο μουσικός, τόσο πιο πολύ ευχαριστιέται ο χορευτής. Αυτό δεν είναι εύκολο, ειδικά οι νέας γενιάς μουσικοί, να το καταλάβουν, έχει μια επισφάλεια για αυτούς. Αλλά όσοι το καταλάβουνε, ότι μπορούνε με αυτό πραγματικά να κερδίσουν περισσότερα, γιατί είναι στο χέρι τους να μερακλώσουν τον χορευτή, και ο μερακλωμένος χορευτής θα τους καλοπληρώσει και θα τον καλοπληρώσουν και οι οικείοι του πρωτοχορευτή, άρα στο τέλος θα είναι κερδισμένος. Να μη σας πω κιόλας ότι οι καλοί οι μουσικοί που αντιλαμβάνονται και το κομμάτι αυτό της παράδοσης –γιατί έχουμε πάρα πολλούς καλούς μουσικούς οπωσδήποτε, αλλά αντιλαμβάνονται κι αυτήν την ιδιαιτερότητα της παράδοσης– ευχαριστιούνται τελικά να παίζουν έτσι από το να βγάζουνε μία κονσέρβα και να ξέρουν το τι θα είναι το ένα πίσω από το άλλο. Γιατί μερικές φορές ζητιούνται και τραγούδια που είναι πολύ σπάνια και ακούσματα που ακόμα κι εμείς βλέπουμε έναν μεγάλο να χορεύει και λέμε ποιο να είναι αυτό το τραγούδι. Ένας 75άρης που θα σηκωθεί να χορέψει πριν πενήντα χρόνια είχε διαλέξει τ’ αγαπημένο του τραγούδι, που μπορεί σε αυτά τα πενήντα χρόνια να χάθηκε, για αυτόν όμως είναι το τραγούδι του. Από αυτούς τους ανθρώπους ακούς τα ξεχωριστά και τα σπάνια.
Μπορείς να μας πεις κάποια παραδείγματα από το ρεπερτόριο, κάποιους τίτλους τραγουδιών. Τι ζητείται;
Βέβαια. Έχουμε ένα τραγούδι πάνω το οποίο σε όποιον δάσκαλο χορευτικού του το ζητήσεις θα σου πει: «Ποια παραλλαγή θες;». Έχουμε τους «Κλέφτες», αυτούς τους «Κλέφτες», είναι τουλάχιστον δύο ή τρεις οι παραλλαγές του, μπορεί και περισσότερες ακόμα, όχι μόνο στα βήματα, ακόμα και στην εξέλιξη των στίχων. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι αυτό, αλλά ειδικά στο δικό μας το χωριό. Επειδή, όπως σας είπα και πριν, έχουν καταγωγή οι Χαλκιάδες, έχουμε τραγούδια γραμμένα μόνο για εμάς. Υπάρχει η «Παπατσάβαινα». Η Παπατσάβαινα ήταν υπαρκτό πρόσωπο στη Ζελίστα. Ο Μούκας, ο καημένος, που τον ζεμάτισε, είναι παππούς κάποιου που σερβίρει ή χορεύει, απογόνου, στις 16 Αυγούστου και θα χορέψει τώρα το 2022. Η Παπατσάβαινα είναι μια κοπέλα που είναι η γραμματέας της Αδελφότητας αυτή τη στιγμή, εγγόνα της, Βασιλική Μιλιώνη. Αυτό το έγραψε ο συγχωρεμένος ο Τάσος, ο Χαλκιάς, ο μεγαλύτερος κλαρινίστας όλων των εποχών σε αυτόν τον τόπο. Το έγραψε για τη γιαγιά της γραμματέως της Αδελφότητας, για κάτι μύλους που έχουμε στο χωριό, που οι μύλοι αυτοί «χάλασαν τ’ αυλάκια, χάλασε κι ο μύλος». Για ποιον χάλασε; Με κάποιες κατολισθήσεις που σας είχα πει και πριν χάλασε. Έχουμε, λοιπόν, γραμμένα κάποια τραγούδια ειδικά για εμάς. Υπάρχει και το «Μοιρολόι της Ζελίστας», που έγραψε ο Τάσος ο Χαλκιάς για το χωριό του, για το χωριό των προγόνων του, γιατί αυτός έφυγε λίγο πριν γεννηθεί, εγκυμονούσα η μάνα του, γιατί κατολίσθησε το χωριό.
Ποιο είναι το story της «Παπατσάβαινας»;
Δεν είναι κάτι... Είναι χιουμοριστικό, είναι χιουμοριστικό. Είναι ότι έβραζε φασόλια αυτή η Παπατσάβαινα, δεν υπήρχαν αποχετεύσεις μάλλον τότε. Και κάποια στιγμή έριξε χοχλαστό νερό κάτω από ένα μπαλκόνι όπου είχε πάει ο Μούκας, ο καημένος, προς ανάγκη του, και τον ζεμάτισε. Είναι ένα χιουμοριστικό, μόνο χιουμοριστικό έχει να κάνει, αλλά είναι πολύ φημισμένο, κι εμείς ξέρουμε για ποιον γράφτηκε και βάζουμε την εγγόνα αυτηνής και το χορεύει. Αυτές είναι οι ιδιαιτερότητες και στα τραγούδια και στον τρόπο που εμείς επικοινωνούμε αυτά τα τραγούδια, γιατί ξέρουμε γιατί έχουν γραφτεί και για ποιους έχουν γραφτεί. Και φυσικά, οτιδήποτε άλλο ρεπερτόριο ακούγεται κυριαρχεί βέβαια το Πωγώνι, κυριαρχεί ο πωγωνίσιος ήχος σε εμάς και ο βαρύς. Και όσο πιο βαρύς και όσο πιο αργός, τόσο καλύτερα. Γιατί αυτός ο ήχος βγάζει συναίσθημα, βγάζει δάκρυ και βγάζει δάκρυ όχι μόνο γι’ αυτούς που φύγανε, βγάζει δάκρυ και για εμάς τους ίδιους. Όμως, όχι δάκρυ πένθους, όπως πολλοί πιστεύουν ότι οι Ηπειρώτες έχουν τα μοιριολόγια και τα τραγούδια τα βαριά, τα αργά, τα βαρετά ίσως. Εμείς στα μνημόσυνα που κάνουμε δεν κλαίμε γιατί έφυγες. Τώρα εδώ εγώ σε χορεύω γιατί σε θυμάμαι και δεν έχεις ξεχαστεί ποτέ! Κάθε φορά που ανοίγω το σπίτι της γιαγιάς μου, που την κορόιδευα όταν ζούσε και μου έλεγε: «Θα έρχεσαι, παιδί μου, ψυχή μου» και της έλεγα «Σιγά μην έρχομαι[00:40:00] στο χωριό σου», το έχω έθιμο, με το που μπαίνω, το κλειδί στην εξώπορτα, «Άντε, κυρά Ουρανία», λέω, «σ’ το άνοιξα και φέτος». Και ξέρω ότι είναι πολύ χαρούμενη που έχει φως η αυλόπορτά της και έχουν έρθει και τα δισέγγονά της. Άρα, λοιπόν, το δάκρυ που ρίχνουνε οι Ηπειρώτες είναι απ’ την ψυχή τους μέσα, δεν είμαστε κλαψιάρηδες! Τιμούμε κι αυτούς που φύγανε, τιμούμε κι αυτούς που έχουμε δίπλα μας και ευχαριστούμε την Παναγιά μας που μας μαζεύει. Γιατί αυτή μας μαζεύει. Αφού χορεύουμε, στην αρχή βέβαια δίνουμε την προτεραιότητα στους καλεσμένους μας να χαρούν αυτοί, να ευχαριστηθούν αυτοί, να γλεντήσουν, να το κάψουνε. Σιγά σιγά έχει πάει 7:00-8:00 το απόγευμα και αρχίζει και γέρνει ο ήλιος μέσα από τα φύλλα του πλάτανου. Εκεί πια είναι η δικιά μας σειρά. Οι περισσότεροι ξένοι έχουν φύγει και εκεί πια μπαίνουμε εμείς και γλεντάνε για εμάς. Ξέρουμε ποιο είναι το τραγούδι του καθενός, αφήνουμε τον χρόνο του να το απολαύσει, ξέρουμε και ποιος κρατάει ποιον. Είναι μία ρουτίνα, αλλά είναι τόσο απαραίτητη αυτή η ρουτίνα, τόσο σημαντική αυτή η ρουτίνα και είναι απ’ όλους σεβαστή. Είναι μαγικό να βγαίνεις να χορέψεις μπροστά και να ξέρεις ότι ο μπάρμπας σου, γιατί ο πατέρας σου έχει πεθάνει, θα σηκωθεί και θα ρίξει στα όργανα για εσένα. Νιώθεις ότι η οικογένειά σου είναι κοντά, οι άνθρωποι που σ’ αγαπάνε, οι φίλοι σου ξέρουνε γιατί τον χορεύεις αυτόν τον χορό. Όταν εμείς χορεύουμε μεταξύ μας, κρινόμαστε κιόλας μεταξύ μας. Βγαίνουνε επιπλέον κρασί, επιπλέον τσίπουρο και κατά την ώρα που χορεύουμε τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας. Εκεί μερικές φορές σταματάει και η μικροφωνική –τις περισσότερες μπορώ να σας πω– και πια ακούγεται ο αυθεντικός καθαρός ήχος του κλαρίνου και των υπόλοιπων οργάνων, το βιολί, και το μόνο που το διακόπτει είναι το θρόισμα. Ακούς πολύ προσεκτικά και τα βήματά σου και το χέρι σου δίνει ρυθμό πώς θα παίξει ο οργανοπαίκτης. Εσύ του δίνεις τον ρυθμό και εσύ με νεύματα ή με απλές χειρονομίες με τα δάχτυλα του δίνεις να καταλάβει ότι θέλω να πας πιο γρήγορα, θέλω να το πας πιο αργά, θέλω να σπάσεις το κλαρίνο. Αυτό είναι ιεροτελεστία, δεν είναι απλός χορός και απλό γλέντι. Κι αυτό κρατάει... Μπορεί να φτάσει και 12:00 και 1:00 και 2:00 η ώρα το βράδυ. Φανταστείτε ότι είμαστε από τις 5:00 η ώρα το πρωί. Όχι όλοι, αλλά κάποιοι είμαστε. Και, φυσικά, εκείνη την ώρα το τελευταίο αποχαιρετιστήριο είναι το «Μοιριολόι της Ζελίστας» που θα παιχτεί, όπου θα καθόμαστε όλοι γύρω από τα όργανα, θα είναι χαμηλός ο φωτισμός, θα αγκαλιαστούμε και θα φιληθούμε μεταξύ μας, θα παίξει το κλαρίνο κι όλοι, όλη η ορχήστρα, όλοι, θα παίξουμε το μοιρολόι που είναι γραμμένο για εμάς, θα κλείσουνε τα φώτα, θα αγκαλιαστούμε, θα φιληθούμε, θα ευχαριστήσουμε ο ένας τον άλλον που ήμασταν εκεί και θα ευχηθούμε «Και του χρόνου».
Την άλλη μέρα, βέβαια, έχει το μάζεμα και την τακτοποίηση και την απογραφή. Και ό,τι περίσσεψε να μοιραστεί σε όλους που θα κάτσουμε το απόγευμα να ψήσουμε τα τελευταία, να πιούμε τα τελευταία, να πούμε πως περάσαμε, να σχολιάσουμε αν κάτι δεν πήγε καλά να το διορθώσουμε, να το λάβουμε υπόψη μας, και μετά να έχει τελειώσει ένα πολύ δυνατό τριήμερο με στιγμές ανεπανάληπτες! Το οποίο θα το ζήσουμε τώρα σε έναν μήνα περίπου, όλο αυτό, να είμαστε καλά. Μας έλειψε, μας έλειψε πολύ που τα τελευταία δύο χρόνια ο Μπριζάκος ήταν σιωπηλός. Πήγαμε, καθόμασταν και τρώγαμε μόνοι μας, ο ένας μακριά από τον άλλον, αλλά για να του κάνουμε παρέα, να μην είναι μόνος του αυτές τις ώρες, αυτή τη μέρα. Φέτος, ευτυχώς, θα ‘χουμε τη χαρά να το ξαναζήσουμε και μακάρι να μην ξανασταματήσει ποτέ –για όλον τον κόσμο, όχι μόνο για εμάς, για κάθε χωριό που κάνει τις εκδηλώσεις του και τις γιορτές του.
Για πόσα άτομα ετοιμάζεται οι μερίδες, το φαγητό;
Το 2019, που ήταν η τελευταία φορά που έγινε το πανηγύρι, ήταν και το ρεκόρ, η μεγαλύτερη προσέλευση από όλους, ήτανε οκτακόσια άτομα. Σκεφτείτε ότι αυτά τα οκτακόσια άτομα τα φιλοξενούν, τα υποδέχονται, τα εξυπηρετούν άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι επαγγελματίες, είναι εθελοντές κι είναι όλοι κι όλοι εξήντα –να είμαστε εμείς; Κι όταν λέω εξήντα, εννοώ μέσα από το τρίχρονο παιδί –που, εντάξει, αυτό δεν προσφέρει κάτι– μέχρι τον μεγαλύτερο που μπορεί και παίρνει τα πόδια του.
Ποιες είναι οι δυσκολίες σε όλη αυτή τη διοργάνωση;
Κατ’ αρχάς, καμία δυσκολία που αντιμετωπίζουμε εμείς τώρα δεν είναι, δεν μετριέται μπροστά στις δυσκολίες που είχαν οι παλιότεροι. Οι παλιότεροι κουβαλάγανε πράγματα όταν δεν υπήρχαν δρόμοι, όταν δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Άρα, λοιπόν, ό,τι δυσκολίες και να έχουμε, σίγουρα είναι ευκολότερα τα πράγματα από αυτά που έκαναν οι παππούδες μας και που κατάφεραν να τα διατηρήσουν και να τα μεταβιβάσουν, να μας τα κληροδοτήσουν. Τώρα γίνονται πολλά πράγματα πολύ πιο εύκολα. Ένα πρόβλημα είναι η μεταφορά όλων των αγορών από τα Ιωάννινα που χρειάζονται, είναι 45 χιλιόμετρα, αν κάτι σου λείψει πρέπει να τρέχεις, είναι οι αργίες οι ενδιάμεσες, που πρέπει 16 του μηνός το πρωί να τα έχεις όλα, τα πάντα, έτοιμα. Οι καιρικές συνθήκες που μπορεί κάποια στιγμή, επειδή είναι ανοιχτός χώρος, να μη βοηθήσουν. Δόξα τω Θεώ δεν μας έχει τύχει ποτέ, σαν να βάζει η Παναγιά το χέρι της και να λέει: «Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά σήμερα». Υπήρξε κάποια στιγμή μια δυσκολία, όταν ο κόσμος ήτανε λίγο πιο μεγάλος τότε, πριν μεγαλώσουν αυτή η νεολαία που ευτυχώς τώρα έχουμε, που θέλανε λίγο να απλοποιήσουν τα πράγματα και να τα κάνουνε πιο εύκολα. Να αφαιρέσουμε δηλαδή κομμάτια της προετοιμασίας του φαγητού, να μην προσφέρουμε το γιαχνί. Τότε, λοιπόν, είχε υπάρξει μια μεγάλη συζήτηση να τα απλοποιήσουμε. Ευτυχώς, επικράτησε η άποψη ότι «Όχι, θα παραμείνουμε ως έχουμε», παρόλο που είναι πάρα πολύ κουραστικό, παρόλο που έρχονται άνθρωποι πάνω για πέντε μέρες για να ξεκουραστούν, έχοντας την άδειά τους, και δεν ξεκουράζονται. Αλλά, ξέρετε, όλα αυτά στις 17 το απόγευμα, που τρώμε και τσιμπολογάμε και συζητάμε τι έγινε, ή στις 16 το βράδυ, που λέμε το «καληνύχτα» αγκαλιασμένοι, δεν υπάρχουνε! Και το άλλο, είναι ότι είναι τόση η λαχτάρα να πας εκεί που φεύγει η κούραση, υπάρχει βέβαια. Μια άλλη δυσκολία που μπορεί να αντιμετωπιστεί –αντιμετωπίστηκε στο παρελθόν, φυσικά, δυσκολευτήκαμε με αυτό στο παρελθόν– ήτανε το να είσαι απόλυτα σύμφωνος με την ορχήστρα ότι δεν θα σου φέρει τελευταία στιγμή την εύκολη λύση που μπορεί να λέγεται αρμόνιο, που μπορεί να λέγεται ντραμς, που μπορεί να λέγεται κακή ποιότητα ήχου, ακόμα και στα μηχανήματα. Γιατί, ξέρετε, ένας εξωτερικός χώρος που δεν έχει μόνωση, που[00:50:00] ο ήχος χάνεται, που υπάρχουν τα πλατάνια, που τρέχουν τα νερά, πρέπει να έχει πολύ καλά μηχανήματα. Εμείς δεν φειδόμαστε αυτού του πράγματος. Πρέπει ο μουσικός που θα έρθει, η μπάντα που θα έρθει, η ορχήστρα που θα έρθει να είναι σωστή. Το 50% της επιτυχίας ενός πανηγυριού είναι η μουσική, μη σας πω και παραπάνω από το 50%. Ειδικά σε κάποια πανηγύρια ή κάποια χωριά που δεν έχουνε αυτό που έχουμε εμείς, το φυσικό τοπίο, και τα παραδοσιακά κομμάτια, τα δρώμενα που σας είπα, την «Κανίστρα», την «Αλυσίδα», δεν μπορείς να μην έχεις καλή ποιότητα μουσικής, δεν μπορείς να μην έχεις τα σωστά όργανα, γιατί πια δεν είναι πανηγύρι παραδοσιακό, δεν είναι ηπειρώτικο πανηγύρι, είναι κάτι άλλο, πες το κάπως αλλιώς. Οι μουσικοί, είτε το γράφουμε με όμικρον γιώτα είτε το γράφουμε με ήττα, είναι οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι που μελέτησαν, σπούδασαν, δούλεψαν την παράδοσή μας και πρέπει να τους έχουμε πολύ ψηλά. Αλλά κι αυτοί οφείλουν αυτό που τους ζητάς. Όταν θες να υπηρετήσεις αυτό που λένε διατήρηση και μετάδοση της παράδοσης, και αυτοί πρέπει να είναι συνεπείς. Εμείς είμαστε πολύ τυχεροί σε αυτό, πολύ τυχεροί στην ορχήστρα που ειδικά τα τελευταία χρόνια συνεργαζόμαστε. Πρωτομιλήσαμε με τον Δημήτρη, τον Ζιάγκα που παίζει το κλαρίνο πριν μερικά χρόνια και προσπαθήσαμε να του εξηγήσουμε τι είναι αυτό που κάνουμε. Να σηκωθεί και να έρθει ένας μουσικός 16 Αυγούστου, που είναι στην κορυφή της σεζόν, είναι οι πιο σημαντικές μέρες, είναι όλο το πικ εκείνες τις μέρες, γίνεται χαμός από πανηγύρια παντού, να δεχτεί ένας, λοιπόν, μουσικός με την ορχήστρα του, με τους συναδέλφους του να πάει σ’ ένα πανηγύρι ενός τόσο μικρού χωριού που δεν το ξέρει και να του λέει ο άλλος: «Δεν θα σε προπληρώσω, θα ‘ρθεις με χαρτούρα, γιατί, αν σε προπληρώσω, αυτό δεν είναι παράδοση», ξέρετε δεν είναι εύκολο να πειστεί. Όμως, το κατάλαβε, το ενστερνίστηκε, το πίστευε και ο ίδιος από πριν, αλλιώς δεν θα το… Και δεν το μετάνιωσε ποτέ. Και εμείς είμαστε ευχαριστημένοι και αυτό είναι που υποστηρίζουμε και τα λέμε και σε όλους, ότι «Ακολούθα την απλή συνταγή της παράδοσης και δεν θα πας χαμένος». Οι γρήγορες λύσεις είναι λύσεις σουπερμάρκετ, που τα σουπερμάρκετ είναι μια χαρά, αλλά για άλλα πράγματα στη ζωή μας, όχι για τις λίγες στιγμές που ψάχνουμε να βρούμε το κάτι διαφορετικό. Αυτά κάνουμε, αυτά υποστηρίζουμε, αυτά ευχαριστιόμαστε οι ίδιοι. Γιατί δεν το κάνουμε μόνο για τους άλλους, το κάνουμε για εμάς, και ευτυχώς συμμετέχουν τα παιδιά μας. Ευτυχώς τα παιδιά μας, όταν κανονίζουν τις εκδρομές τους, ξέρουν ότι εκείνες τις ημέρες θα είναι στην Ήπειρο, γιατί όσα δοκίμασαν να πάνε αλλού το έκαναν για μία χρονιά.
Αυτό νομίζω είναι το πιο σημαντικό. Πώς τα παιδιά νιώθουν όλο αυτό που γίνεται, πώς το εκλαμβάνουν;
Θα σας πω. Όσο είναι μικρά συμμετέχουν στα πανηγύρια γιατί έτσι γίνεται, είναι γιορτή και η γιορτή αυτή γίνεται έτσι. Μετά γίνεται βίωμα, μετά αντιλαμβάνονται ότι είναι ανάγκη. Προσέξτε, όχι υποχρέωση, είναι ανάγκη. Όταν βλέπεις ένα χωριό ότι έχει πολύ λίγους ανθρώπους και αυτοί οι λίγοι καταφέρουν κάτι τόσο δυσανάλογο του αριθμού τους, και είναι όμορφο, κανένας δεν κάθεται με το ένα πόδι πάνω στο άλλο και περιμένει από τον άλλον. Γιατί ο άλλος είναι ο φίλος που το πρωί μπορεί να έχει πάει στην πηγή μαζί του και να έχει πιει καφέ, οπότε δεν γίνεται να τον αφήσεις να σκουπίσει ή να μεταφέρει. Έτσι όπως πίνεις το πρωί καφέ και ξέρεις ότι το απόγευμα θα μεταφέρεις πάγκους, με τον ίδιο φίλο πας και το κάνεις. Τα παιδιά μας μαθαίνουν και να χορεύουν κιόλας, όλοι στην Αθήνα κάπου τα στέλνουμε και κάνουν χορευτικό, κάτι κάνουνε, και πηγαίνοντας εκεί συμμετέχουν στον χορό. Είναι μια παρέα, είναι μία οικογένεια και τους έχει μέσα όλους, όλες τις ηλικίες, άντρες, γυναίκες. Οπότε είναι έθιμο, είναι βιωματικό. Ξέρετε, ο άνθρωπος είναι βιωματικό ον, νιώθει και μαθαίνει μόνο όταν κάνει πράγματα. Ό,τι και να πεις, όσο και να διαβάσεις, όταν βιώσεις κάτι το μαθαίνεις και το νιώθεις καλύτερα. Αυτά τα συναισθήματα, λοιπόν, που βγαίνουνε, ακόμα και πολλές φορές και η σωματική κούραση, όλα αυτά που μπερδεύονται στο τέλος έχουνε μια γλυκιά, αφήνουνε μια γλυκιά αίσθηση. Και θα σας πω και κάτι άλλο. Δεν είμαστε και οι Άγιοι! Έχουμε και καυγάδες μεταξύ μας και κάποιοι μπορεί να είναι παρεξηγημένοι με κάποιους άλλους, όχι στο χωριό, όχι τίποτα σοβαρά πράγματα, ευτυχώς δεν έχουμε τέτοια πράγματα αντιμετωπίσει σοβαρά. Αλλά εκείνες οι μέρες όλοι κρατιούνται, όλοι σέβονται, όλοι είναι για κάποιον άλλο σκοπό και όχι τον σκοπό να κάνουμε το πανηγύρι μόνο, τον σκοπό: «Εγώ ήρθα αυτές τις τρεις μέρες στο χωριό για να περάσω καλά και θα περάσω καλά», και αυτό είναι συνείδηση όλων. Δεν κάνεις έτσι εύκολα 480 χιλιόμετρα, να κουραστείς, να ανοίξεις ένα σπίτι κλειστό έναν χρόνο, άδειο, που ακόμα και ψωμί να θες να πάρεις πρέπει να κάνεις 45 χιλιόμετρα για να το βρεις, για να πας εκεί και να μην ευχαριστηθείς. Απλά η δικιά μας η ευχαρίστηση δεν είναι η ευχαρίστηση μόνο του να σε σερβίρει κάποιος κάτι, αλλά του να δημιουργήσεις εσύ κάτι και να διατηρήσεις, φυσικά, όλα αυτά. Υπήρξα πρόεδρος της Αδελφότητας τα τελευταία δέκα χρόνια. Παρέλαβα από άξιους ανθρώπους. Αποφασίσαμε, όταν ανέλαβα εγώ, και το υπόλοιπο συμβούλιο, να δείξουμε μια μεγαλύτερη εξωστρέφεια, η οποία, ναι, είχε αντίκρισμα. Βάλαμε καινούργια στοιχεία, βάλαμε το στοιχείο της διαφήμισης, χρησιμοποιήσαμε το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, έχει έρθει το ράδιο Ήπειρος, έχει τραβήξει όλα τα πανηγύρια μας και συχνά πυκνά το παρουσιάζει, τα social αργότερα. Ό,τι καινούργιο μπορούσαμε να βάλουμε όσον αφορά την εξωτερίκευση αυτού που κάνουμε το κάναμε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να έχουμε χορηγούς. Γιατί, ξέρετε, όλη η Ελλάδα είναι ένας ευλογημένος τόπος που βγάζει κρασί παντού καταπληκτικό. Και θα μπορούσαμε να βρούμε ένα καλό κρασί από οποιοδήποτε άλλο μέρος της χώρας, και ίσως και πιο φθηνό από την ποικιλία της Ζίτσας, που είναι εξαιρετική. Αλλά επειδή είναι σπάνια και μικρή η παραγωγή της, για αυτό είναι και πιο ακριβή στην τιμή της, δεν είναι επί πληθώρα των αμπελιών στην Ζίτσα, οι οινοπαραγωγοί μας στη Ζίτσα δυσκολεύονται με τις καιρικές συνθήκες και με το έδαφος να βγάλουν αυτή την καταπληκτική παραγωγή. Όμως, πόσο άτοπο θα ήταν να σερβίρεις κρασί από έναν άλλο τόπο και όχι από αυτόν που έχεις δίπλα σου. Οι οινοπαραγωγοί όμως στη Ζίτσα μάς στήριξαν, τους είχαμε χορηγούς. Το ίδιο και από τις άλλες περιοχές. Αυτό έδωσε μια άλλη εικόνα σε κάποια πράγματα λίγο πιο μοντέρνα, στο πανηγύρι μας, αλλά όχι κατά τη διάρκεια που γίνεται το πανηγύρι, αλλά όσον αφορά την οργάνωσή του. Ακόμα και η προβολή του χορηγού έγινε με έναν απόλυτα οικολογικό και φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο. Ένα σημαιάκι μικρό με το λογότυπο του Γκλίναβου ας πούμε ή το Ζαγόρι, το τυροκομείο, μπήκε ανάμεσα σε περιστύλιο πλατάνων, δεν μπήκε πάνω στο τραπέζι τυπωμένο με εκατό χαρτιά που θα πάνε στα σκουπίδια. Αυτό, λοιπόν, όλα αυτά τα χρόνια που υπήρξα πρόεδρος στην Αδελφότητα εξελίχθηκε χωρίς να επηρεάσει[01:00:00] τον χαρακτήρα του πανηγυριού. Μέχρι που ήρθε ο covid και μας το διέκοψε, και αυτά τα δύο χρόνια έγινε και μια άλλου είδους περισυλλογή από εμένα προσωπικά. Θεώρησα ότι αρκετά παιδιά μεγάλωσαν και ότι έπρεπε όλη αυτή τη γνώση και την εμπειρία να τη μεταβιβάσω, και εγώ και κάποιοι άλλοι φυσικά. Έτσι, στις τελευταίες εκλογές που αναδείξαμε Διοικητικό Συμβούλιο είμαι πολύ χαρούμενη, γιατί αποτελείται απ’ όλη τη νέα μας γενιά. Παιδιά τα οποία μέχρι τώρα ναι μεν ήξεραν τι να κάνουν, αλλά έπαιρναν εντολές. Τώρα παίρνουν πρωτοβουλίες. Κι αυτό δίνει στην Αδελφότητά μας μία ανάσα και μία ζωή για αρκετά χρόνια ακόμα. Όσο κι αν ερημώνει η ακριτική μας αυτή η περιοχή, είναι σημαντικό να το δίνεις σταθερά αυτό το ραντεβού σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, έστω κι αν πήγαινες για μία μέρα. Έχουν έρθει άνθρωποι αυθημερόν, το πιστεύετε; Και μάλιστα, την τελευταία φορά με ειδοποίησαν, ήταν κάπου κοντά στην Αμφιλοχία, είχανε πάθει και μία ζημιά στο αυτοκίνητο και αργούσανε. Κρατούσαμε τα όργανα επίτηδες μέχρι να προλάβουν να έρθουν για να χορέψουν. Και τώρα που το σκέφτομαι, ήταν ο τελευταίος τους χορός, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι πια μαζί μας, δεν ξαναέζησαν άλλο πανηγύρι. Τι κάναν; Μου σηκώθηκαν αυθημερόν και ήρθανε πάνω! Αυτό είναι αγάπη δεν είναι τίποτα άλλο, είναι αγάπη.
Μετά από το τελευταίο γεγονός που μας εξιστόρησες, δεν θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Θα ήθελα να σου πω ένα τεράστιο ευχαριστώ, γιατί νιώθω ότι μέσα από αυτή την αφήγηση είδαμε το χωριό, είδαμε τον τόπο, είδαμε το πανηγύρι που ετοιμάζετε με τόση αγάπη. Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ, Ράνια, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ.
Εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ, και θα είναι πολύ μεγάλη μου χαρά, όποτε θέλετε –να ξέρετε είναι σταθερό, είναι 16 Αυγούστου– να έρθετε, να σας υποδεχτούμε, να σας φιλοξενήσουμε και να αποτελέσετε κι εσείς ένα κομμάτι από τον κρίκο της «αλυσίδας» μας.
Το εύχομαι.