«Αν είχα χρονομηχανή, θα πήγαινα -εννοείται- στο παρελθόν, για να γνωρίσω τον τότε Γαβριηλίδη»: Ο Πέτρος και η ιστορία της οικογένειάς του
Segment 1
Πρώτες αναμνήσεις
00:00:00 - 00:02:11
Partial Transcript
Έτοιμος; Καλησπέρα. Καλησπέρα και σ' εσένα. Θέλω να μου πεις πώς ονομάζεσαι. Ονομάζομαι Πέτρος. Να πω και το επίθετό μου βασικά;…υδάζω βασικά, είμαι στο Πτυχίο αυτήν τη στιγμή, στην Ξάνθη. Σπουδάζω Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης. Μηχανολόγος Μηχανικός, ουσιαστικά.
Lead to transcriptTopics
Segment 2
Η πρώτη οικογενειακή ιστορία που άκουσε ο Αφηγητής
00:02:11 - 00:07:02
Partial Transcript
ΟΚ. Ωραία, μιλήσαμε και στο τηλέφωνο και γενικότερα για κάποιες ιστορίες που ξέρεις και μοιράζεσαι κτλ. όσον αφορά για τους παππούδες σου, κ…με είχε πάντα κοντά του. Και άρχισε να μου λέει και το τι άνθρωπος ήταν ο προπάππος μου, κι έτσι άρχισε να μου λέει και την ιστορία. Αυτό.
Lead to transcriptTopics
Tags
Media
Segment 3
Η επαφή με την παράδοση του Πόντου και τους χορούς
00:07:02 - 00:11:00
Partial Transcript
Οπότε εκεί, μετά, ξεκίνησες να ρωτάς περισσότερα πράγματα; Μετά η αλήθεια είναι ότι, εντάξει, ήμουν μικρός οπότε την ιστορία απλά τη θυμό… ένα έναυσμα εκεί πέρα να ξεκινήσεις να ψάχνεις περισσότερο… Ναι, ναι. Για την ιστορία της οικογένειάς σου, ουσιαστικά. Ναι, ναι.
Lead to transcriptLocations
Segment 4
Οι ιστορίες των παππούδων και των γιαγιάδων του Αφηγητή
00:11:00 - 00:19:26
Partial Transcript
Θυμάσαι πώς πήγες να πεις, ας πούμε, στον παππού σου ότι «Θέλω να μου πεις για την ιστορία σου»; Δεν είναι ότι πήγα, είναι ότι όσες φορές…θηκε; Γεννήθηκε το 1929. Τέλεια, ΟΚ, λίγο για να τοποθετηθούν χρονικά οι ιστορίες. Αυτό. Ναι, ναι. Δώσε μου ένα λεπτό. Ναι.
Lead to transcriptTopics
Locations
Segment 5
Τα συναισθήματα του Αφηγητή για όσα έζησαν οι πρόγονοί του
00:19:26 - 00:24:16
Partial Transcript
Το θυμήθηκα. Εσένα πώς σε επηρέασαν αυτές οι ιστορίες, όταν τις άκουσες; Είτε, αν θες να μου πεις ξεχωριστά, είτε και για τις δύο συνολικά. …ένουν στα Ίμερα στην Κοζάνη, σε ένα χωριό στην Κοζάνη. Η γιαγιά μου, η Ουρανία, κι ο παππούς μου, ο Γιώργος, μένανε στην Αλιστράτη Σερρών.
Lead to transcriptTopics
Segment 6
Πώς βιώνει ο Αφηγητής την πρώτη ιστορία που μας διηγήθηκε
00:24:16 - 00:28:14
Partial Transcript
ΟΚ, ΟΚ, μια χαρά. Τώρα δώσε μου ένα λεπτό. Θυμάσαι κάπως... θα πάω λίγο πάλι πίσω, στην πρώτη ιστορία που μου είπες, η οποία ήταν πολύ σκληρ…βαια, κάποια στιγμή, θέλω να τις καταγράψω τις ιστορίες σε κάποιο, έτσι, έγγραφο και να τις έχω για να τις διασταυρώσω και να τις θυμάμαι.
Lead to transcriptLocations
Segment 7
Σκέψεις πάνω στον ερχομό των Ποντίων στην Ελλάδα, η σημασία της παράδοσης
00:28:14 - 00:43:40
Partial Transcript
Και από εκεί και πέρα, τα έψαχνες κάπου αυτά, τα οποία σου έλεγαν; Εννοείς… Τις έμπειρες ιστορικά, ξέρω γω, ή ο,τιδήποτε. Ναι, κοίτ… δέσει σαν γουρούνι που πάει στο σφαγείο, για να τον πάνε πάνω στο ελικόπτερο, νομίζω, και να τον πάνε στο ιατρικό κέντρο και κάτι τέτοια.
Lead to transcriptTopics
Segment 8
Η Ιστορία είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλος, η χρονομηχανή που θα ήθελε να έχει
00:43:40 - 00:47:31
Partial Transcript
ΟΚ. Ωραία, ναι. Κάτι τελευταίο, υπήρξαν κάποια πράγματα, τα οποία είχες ακούσει, που μετά τον θάνατο των παππούδων σου, δεν ξέρω, κάποιοι ζο…, μετά την αναδρομή; Νιώθω πάρα πολύ ωραία. Πάρα πολύ ωραία. Ωραία. Σε ευχαριστώ, πάρα πολύ. Κι εγώ σ' ευχαριστώ πολύ, Κωνσταντίνε.
Lead to transcript[00:00:00]Έτοιμος; Καλησπέρα.
Καλησπέρα και σ' εσένα.
Θέλω να μου πεις πώς ονομάζεσαι.
Ονομάζομαι Πέτρος. Να πω και το επίθετό μου βασικά;
Ναι, ναι.
Γιατί έχει σημασία νομίζω στην προκειμένη περίπτωση. Ονομάζομαι Πέτρος Γαβριηλίδης.
Είμαι ο Κωνσταντίνος Καραΐσκος, είμαι με τον Πέτρο Γαβριηλίδη, βρισκόμαστε στην Ξάνθη. Είναι 22 Φεβρουαρίου του 2022, είμαι ερευνητής στο Istorima και μπορούμε να ξεκινήσουμε.
Ωραία.
Θέλω να μου πεις πότε γεννήθηκες και πού.
Γεννήθηκα το 1995, στη Θεσσαλονίκη.
Ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις;
Ωραία, η πρώτη ανάμνηση που έχω είναι - πρέπει να ήμουν τριών, τρεισήμισι, νομίζω κάπου εκεί ξεκινάμε και αποκτούμε αναμνήσεις οι άνθρωποι γενικά. Και θυμάμαι ότι είχα πάει στη Waterland στη Θεσσαλονίκη, ένα πάρκο έτσι με πισίνες και τέτοια, και θυμάμαι ότι έβλεπα τον μπαμπά μου να κάνει τσουλήθρα στη Waterland και να έρχεται προς το μέρος μου, ξέρω γω, και να μου λέει «Έλα, πάμε να παίξουμε». Αυτό.
ΟΚ.
Νομίζω, αυτό πρέπει να είναι.
Τους γονείς σου πώς τους λένε;
Τον πατέρα μου τον λένε Ματθαίο και τη μητέρα μου τη λένε Κατερίνα.
ΟΚ. Γενικότερα τι αναμνήσεις έχεις από εκείνα τα πρώτα χρόνια; Ας πούμε, πριν πας σχολείο αρχικά.
Πριν πάω σχολείο, έχω αναμνήσεις τύπου ότι έπαιζα με την αδερφή μου, με τον ξάδερφό μου, με τα ξαδέρφια μου γενικά, γιατί στην πολυκατοικία μου είμαστε όλοι συγγενείς. Θυμάμαι να μου διαβάζει η μαμά μου παραμύθια, να ακούω μουσική με τον μπαμπά μου. Και να παίζω με τα παιχνίδια που είχα, πολύ φυσιολογικά πράγματα.
ΟΚ. Παιχνίδια εννοείς τύπου…
Είχα και παιχνίδια, ας πούμε, στρατιώτες, ξέρω γω, είχα και πειρατές και καουμπόηδες. Είχα και LEGO, αυτά τα παιχνίδια τα οποία έπρεπε να τα συναρμολογήσεις κιόλας, τουβλάκια. Τέτοια πράγματα.
Ωραία. Μετά, από το σχολείο; Θες να μου πεις πού πήγες σχολείο;
Ναι, πήγα σχολείο στη Θεσσαλονίκη. Βασικά πήγα σχολείο στην Πυλαία και στη Χαριλάου. Γυμνάσιο και Λύκειο πήγα στη Χαριλάου. Μπορώ να πω ότι πέρασα πολύ καλά στα σχολικά μου χρόνια. Και μετά σπούδασα, σπουδάζω βασικά, είμαι στο Πτυχίο αυτήν τη στιγμή, στην Ξάνθη. Σπουδάζω Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης. Μηχανολόγος Μηχανικός, ουσιαστικά.
ΟΚ. Ωραία, μιλήσαμε και στο τηλέφωνο και γενικότερα για κάποιες ιστορίες που ξέρεις και μοιράζεσαι κτλ. όσον αφορά για τους παππούδες σου, και για την παράδοση γενικά.
Ναι, ναι, ναι.
Θυμάσαι μήπως την πρώτη ιστορία που σου είχαν πει;
Ναι. Η πρώτη ιστορία που μου είπαν, μου την είπε ο μπαμπάς μου, όταν ήμουν Ε' Δημοτικού και μου μίλησε, ουσιαστικά, για τον παππού του. Τον προπάππο μου, δηλαδή, τον οποίο τον λένε κι αυτόν Ματθαίο. Εγώ πήρα το όνομα Πέτρος, από τον παππού μου τον Πέτρο, ο μπαμπάς μου πήρε το όνομά του από τον δικό του τον παππού. Η ιστορία του προπάππου είναι η εξής. Ο προπάππος μου ήταν Έλληνας του Πόντου. Ζούσε σε ένα χωριό το οποίο λεγόταν Καπλάν. Αυτό ήταν στην περιοχή της Χάβζας, είναι δυτική Τουρκία σημερινή. Λόγω της τοποθεσίας στο χωριό του, παρόλο του ότι ήταν Έλληνες του Πόντου, μιλούσαν μόνο τούρκικα σε εκείνα τα μέρη, λόγω της μεγάλη επιρροής που υπήρχε. Σε αντίθεση με τις πιο παραθαλάσσιες περιοχές, που μιλούσαν μόνο ποντιακά. Ο προπάππος μου, με τα γεγονότα της γενοκτονίας των Ελλήνων, αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό. Λίγο καιρό πιο πριν, απ' ό,τι θυμάμαι καλά, τον αδερφό του τον σκοτώσαν, στη Χάβζα, οι Νεότουρκοι, και τον κρεμάσαν. Αυτός έφυγε με τον καλύτερό του φίλο και την αδερφή του, η οποία τότε ήταν πολύ πιο μικρή από αυτόν. Αυτός ήταν νομίζω γύρω στα 30, η αδερφή του ήταν το πολύ 20 χρονών. Ήταν όμως παντρεμένος με παιδιά. Την οικογένειά του, δυστυχώς, την έχασε. Και μάλιστα δυστυχώς δεν την ξαναβρήκε, παρόλες τις προσπάθειες που έκανε. Ουσιαστικά η πρώτη του δυστυχία ήταν όταν τους πήγαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαλέπι, τον καλύτερό του φίλο και την αδερφή του, κι επειδή η αδερφή του ήταν μια μικρή κοπέλα, πολλοί φρουροί Τούρκοι την παρενοχλούσαν. Κι επειδή φοβήθηκε ότι θα της κάνουν κακό, ο προπάππος μου έπεισε κάποιους πλούσιους Τούρκους να την πάρουν σαν ψυχοκόρη, σαν υπηρέτρια. Από τότε δεν την ξαναείδε. Κι ένα βράδυ, μαζί με τον φίλο του, έκαναν τους νεκρούς, δραπέτευσαν από το Χαλέπι και ξεκίνησε ολόκληρο ανθρωποκυνηγητό. Απ' ό.τι μου είπε ο πατέρας μου, τελικά έφτασαν μέχρι τον σημερινό Λίβανο, κοντά στη Βηρυτό, όπου ο φίλος του προπάππου μου σκοτώθηκε και ο ίδιος χτυπήθηκε από μία σφαίρα στο κεφάλι. Ο Ματθαίος εκεί αναγκάστηκε να θάψει τον φίλο του. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, μου είπε ο πατέρας μου, λέει «Πήρε δυο ξύλα, τα ένωσε με ένα καρφί που βρήκε και τον έβαλε εκεί πέρα, τον άφησε εκεί πέρα». Και περπάτησε από τη Βηρυτό μέχρι τη Σμύρνη μόνος του. Στη Σμύρνη, τότε γινόταν η Καταστροφή της Σμύρνης, εκείνο τον καιρό, είχαν αρχίσει να γίνονται οι πρώτες βίαιες ανταλλαγές πληθυσμών, και πήγε σε έναν Τούρκο γιατρό για να τον εγχειρήσει. Ο γιατρός, επειδή ο προπάππος μου ήταν Έλληνας, του είπε «Δεν μπορώ να σε εγχειρήσω, λέει, είσαι Έλληνας, θα φέρω την αστυνομία». Και τότε έρχεται η γυναίκα του γιατρού, μια Γαλλίδα και λέει «Άμα το κάνεις αυτό, ξέχασέ με, θα φύγω και δεν θα με ξαναδείς ποτέ. Αρνείσαι [00:05:00]να θεραπεύσεις έναν άνθρωπο και θα τον προδώσεις κιόλας;». Και λέει στον προπάππο μου «Κοίταξε να δεις, εγώ αυτήν τη στιγμή τη σφαίρα δεν μπορώ να σου τη βγάλω, τα θραύσματα που έχουν μείνει. Θα πρέπει να πας σε έναν γιατρό ο οποίος είναι κανονικός χειρουργός. Εγώ μπορώ απλά να σου κλείσω τις πληγές». Οπότε τον έραψε, κι έτσι ο παππούς μου πήρε το πλοίο για να πάει στην Ελλάδα. Όπου δεν είχε ούτε την οικογένειά του ούτε τίποτα. Επάνω στο πλοίο, γνώρισε την προγιαγιά μου, τη Σωτήρα. Ήταν κι αυτή, είχαν μία μικροδιαφορά ηλικίας, αλλά ένας παπάς εκεί πέρα τους πάντρεψε, έτσι, γιατί... και για να μην μπλέξουν με τους ντόπιους Έλληνες όταν θα... τους γηγενείς, όταν θα πήγαιναν, αλλά και γιατί τα παντρεμένα ζευγάρια είχαν κάποια ψιλοπρονόμια, στην ανταλλαγή των πληθυσμών, για παραλαβή περιουσίας. Ο προπάππος μου όταν έφτασε στην Ελλάδα δεν είχε απολύτως τίποτα, ήταν σαν, θεωρητικά ήταν σαν ξένος, γιατί δεν μιλούσε ούτε τη γλώσσα και δεν είχε τίποτα. Είχε μόνο την καινούρια του γυναίκα. Αυτή ήταν η πρώτη ιστορία. Μου την είπε ο πατέρας μου, θυμάμαι χαρακτηριστικά είχα συγκινηθεί πάρα πολύ. Έκλαιγα από τη λύπη μου, γιατί ήμουν μικρό παιδί όταν μου το… Ήμουν Ε' Δημοτικού, όταν το άκουσα πρώτη φορά.
Πόσο;
Ήμουν Ε' Δημοτικού όταν άκουσα πρώτη φορά αυτή την ιστορία. Αυτό, αυτή ήταν η πρώτη ιστορία που άκουσα.
Ξέρεις πότε γεννήθηκε ο προπάππος σου;
Πρέπει να κάνω κάποιους υπολογισμούς.
Ναι, ναι.
Αλλά ο προπάππος μου πέθανε 75 χρονών. Πέθανε γύρω στο 1980 κάτι, οπότε πρέπει να ήταν γεννημένος εκεί γύρω στο 1900, 1890 κάτι, κάπου εκεί.
ΟΚ. Αυτή την ιστορία πώς την έμαθες, ας πούμε; Ζήτησες εσύ, ρώτησες τον μπαμπά σου «Ποια είναι η ιστορία μας;», ας πούμε, κάτι τέτοιο;
Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια, έτσι, κάποια προφανής νύξη από μέρους μου. Νομίζω ότι απλά, ας πούμε, ρωτούσα απλά τον μπαμπά μου, ξέρω γω, «Ο παππούς πώς έκανε το ένα, πώς έκανε το άλλο; Ο παππούς σου, ποια ήταν η σχέση σου με τον παππού σου; Ήσουν το εγγονάκι του παππού, όπως ήμουν εγώ;», που ο παππούς με είχε πάντα κοντά του. Και άρχισε να μου λέει και το τι άνθρωπος ήταν ο προπάππος μου, κι έτσι άρχισε να μου λέει και την ιστορία. Αυτό.
Οπότε εκεί, μετά, ξεκίνησες να ρωτάς περισσότερα πράγματα;
Μετά η αλήθεια είναι ότι, εντάξει, ήμουν μικρός οπότε την ιστορία απλά τη θυμόμουν, δεν άρχισα να ρωτάω τόσα πράγματα. Περισσότερο άρχισα να ασχολούμαι όταν πέρασα στο Πανεπιστήμιο. Μετά από συναναστροφή μου, επειδή ήρθα στην Ξάνθη, μία πόλη η όποια συστεγάζει πάρα πολλές φυλές ανθρώπων, Έλληνες, Πομάκους, Τούρκους, γύφτους κλπ. Οπότε, με τη συναναστροφή με πάρα πολλούς Πομάκους και Τούρκους, άρχισα να αναπτύσσω ενδιαφέρον για τις παραδόσεις των λαών της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας και των Βαλκανίων. Αλλά το μεγάλο έναυσμα ήταν όταν στο πέμπτο έτος ξεκίνησα, λέω Πόντιος είμαι, τώρα που έχω θεωρητικά ελεύθερο χρόνο, ας πάω να μάθω ποντιακούς χορούς, για να τιμήσω τη μνήμη των προγόνων μου. Και στον Σύλλογο Ποντίων που πήγα, στο Σύλλογο Ποντίων Φοιτητών Ξάνθης, βρήκα ουσιαστικά και δασκάλους, που μου έμαθαν να χορεύω, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι μου έδειξαν ότι είναι πολύ σημαντικό να τιμάς την παράδοση και να μαθαίνεις για την παράδοση και το παρελθόν. Κι έτσι άρχισα κι εγώ από μόνος μου να ψάχνω και να ρωτάω. Να ρωτάω τον παππού μου, τον μπαμπά μου, τους θείους μου, τη μητέρα μου. Αυτό. Και πιο παλιά βασικά ρωτούσα τη μαμά της μητέρας μου, τη γιαγιά μου, για την ίδια της την ιστορία, για το πώς πέρασε αυτή τα πρώτα χρόνια του γάμου της. Τη ρωτούσα για τους γονείς της, τη ρωτούσα για τα αδέρφια της, για τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Και τον παππού μου, τον άντρα της, αλλά δυστυχώς δεν τον έζησα πολύ, γιατί πέθανε το 2007. Δηλαδή υπήρχαν τρία, ουσιαστικά, στάδια στα οποία άρχισα να σκαλίζω περισσότερο την ιστορία μας.
Άρα αυτό το πρώτο στάδιο ήταν… Επειδή μπερδεύτηκα λίγο χρονικά, πρώτα ρωτούσες τη μαμά της μητέρας σου και μετά…
Πρώτα τον πατέρα μου, μετά τη μαμά της μητέρας μου, και τέλος τον παππού μου.
Ωραία.
Και όλους τους υπόλοιπους.
ΟΚ, ΟΚ. Εσένα, ας πούμε, αυτό το… Η επαφή με την παράδοση πώς είχε προκύψει και…
Γενικά στο σπίτι μου… Στο σπίτι μου, οι γονείς μου προσπαθούσαν να μου δώσουν πολλές, ας πούμε, γνώσεις και ερεθίσματα. Και είχα πολλά ερεθίσματα από μουσική, από ταινίες, από Τέχνη. Και γενικά από Ιστορία. Και θυμάμαι η μητέρα μου, η οποία είναι και καθηγήτρια κιόλας εκπαιδευτικός, κι έχει αυτήν την τρέλα των εκπαιδευτικών με τη μάθηση -όχι με το διάβασμα, με τη μάθηση- μου έλεγε ότι είναι πολύ σημαντικό να ξέρεις Ιστορία. Οπότε ήταν αυτό, έτσι, ένα έναυσμα. Δεν ήταν ότι κάποιος μου είπε «Πρέπει να μάθεις σώνει και ντε την ιστορία σου», ούτε μου είπαν ότι «Είσαι Έλληνας, ή Πόντιος, άρα μάθε την ιστορία του ξεριζωμού» ή τίποτα. Απλά, και πάνω στην κουβέντα, οι μεγαλύτεροι στα τραπέζια, πολλές φορές, κυρίως ο παππούς μου, άρχιζε να λέει ιστορίες. Του έλεγαν και τα παιδιά του κι έτσι πήγαινε η κουβέντα. Κι εγώ καθόμουν και τα ρουφούσα όλα αυτά σαν σφουγγάρι, όπως κάνει ένα παιδί.
Όταν πήγες σε αυτά τα μαθήματα για να μάθεις ποντιακούς χορούς, αισθάνθηκες κάπως, ή…
Ναι. [00:10:00]Στην αρχή αισθάνθηκα λίγο μειονεκτικά διότι δεν... μέχρι τότε δεν χόρευα. Ήξερα τα βήματα από έναν, δύο χορούς ποντιακούς, παραδοσιακούς, αλλά δεν είχα κάτσει να ασχοληθώ. Όταν πήγα, στην αρχή, ένιωθα πολύ μειονεκτικά, διότι δεν μπορούσα να ακολουθήσω τα βήματα, μπερδευόμουν. Δεν μου έβγαιναν, ήμουν σφιγμένος. Ήταν δύσκολο στην αρχή. Αυτό. Μετά με το που έμαθα, ξεπέρασα ουσιαστικά το πρώτο εμπόδιο, που ήταν να αρχίσω να ακούω τη μουσική, γιατί το παν στον χορό είναι να ακούς τη μουσική και να συγχρονίζεσαι, ξεκλείδωσα το σώμα μου, όσον αφορά τον χορό. Κι από τότε μπορώ να πω ότι είχα και καλύτερη εξέλιξη.
Χορευτικά εννοείς;
Χορευτικά, ναι. «Χορευτικά»... δεν είμαι χορευτής, είμαι απλά ένας άνθρωπος που αγαπάει τον χορό.
ΟΚ. Οπότε λες ότι είχες ένα έναυσμα εκεί πέρα να ξεκινήσεις να ψάχνεις περισσότερο…
Ναι, ναι.
Για την ιστορία της οικογένειάς σου, ουσιαστικά.
Ναι, ναι.
Θυμάσαι πώς πήγες να πεις, ας πούμε, στον παππού σου ότι «Θέλω να μου πεις για την ιστορία σου»;
Δεν είναι ότι πήγα, είναι ότι όσες φορές πήγαινα στο χωριό, μπορεί να καθόμασταν, να βλέπαμε κάποια θεματική εκπομπή -θυμάμαι χαρακτηριστικά βλέπαμε μία πολύ ωραία εκπομπή στην ΕΡΤ που μιλούσαν για τον ξεριζωμό των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, κι είχαν και μία κοπέλα από το Κουρδιστάν και τραγούδησε στα κουρδικά πολύ ωραία τραγούδια. Κι ο παππούς μου λέει «Α, κουρδικά, τα ψιλοαναγνωρίζω σαν άκουσμα γιατί κάποιοι από τον Πόντο είχαν πάρε δώσε με Κούρδους». Και τον ρωτούσα, ας πούμε. Του λέω «Παππού, εσύ πώς έμαθες να χορεύεις;» ή «Ο παππούς σου, ο πατέρας σου πώς έμαθε να χορεύει;» Ή είμαστε στο χωράφι μαζί κι εκεί πάνω στην κουβέντα τον ρωτούσα «Παππού, εκείνη την εποχή τι γινόταν; Τότε, τι γινόταν;». Το ένα, το άλλο, ο,τιδήποτε από ιστορίες. Από τις ιστορίες που είχε ο ίδιος ως φαντάρος, ως παιδί τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου, δυστυχώς. Για το τι άνθρωπος ήταν ο πατέρας του όταν ήρθε εδώ πέρα και για την ιστορία του. Μέχρι και για το ποιος τον βάφτισε έμαθα κάποια στιγμή, για τον νονό του και τη νονά του. Απλά εγώ έπιανα, πιανόμουν από κάτι και ξεκινούσα τη συζήτηση.
Τις ιστορίες αυτές τις κατέγραφες κάπως;
Τις έχω καταγεγραμμένες, τις έχω σε αρχεία. Και έχω περάσει και το γενεαλογικό μου δέντρο, όχι όλο, δεν είναι ολοκληρωμένο, σε μία ιστοσελίδα που λέγεται Family Echo, που κάνεις ουσιαστικά το γενεαλογικό δέντρο, βάζεις στοιχεία, ημερομηνία γέννησης, θανάτου, και διάφορα άλλα περιγραφικά χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου.
Υπάρχει κάποια ιστορία που να σου έκανε πολύ εντύπωση;
Ναι. Είναι δύο. Θα σου πω ότι είναι η ιστορία της γιαγιάς μου, της Ουρανίας, της μητέρας της μητέρας μου. Η γιαγιά μου η Ουρανία μεγάλωσε, γεννήθηκε στην Μπάφρα, χωριό στην περιοχή της Δράμας είναι. Έζησε από πρώτο χέρι τις δυσκολίες της Κατοχής. Ναι της Κατοχής, βασικά, πολύ δύσκολα χρόνια. Ώσπου ξαφνικά της έφεραν προξενιό τον παππού μου. Δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, αλλά τον είδε και αρέστηκαν, όπως γινόταν τότε εκείνη την περίοδο. Όταν πήγε όμως να ζήσει με τον παππού μου, ανακάλυψε ότι είχε έρθει σε ένα περιβάλλον το οποίο, εντάξει, με τα σημερινά δεδομένα θα θεωρούνταν απαράδεκτο. Διότι η οικογένεια του παππού μου ήταν άνθρωποι χειριστικοί, υπολογιστικοί, αυταρχικοί και προπαντός σκληροί. Γιατί σε σκληρή εποχή ζούσανε, σκληροί άνθρωποι βγαίνανε. Δηλαδή είχαν τη γιαγιά μου παραδουλεύτρα, να κάνει όλες τις δουλειές, να φροντίζει τα παιδιά, από τις αδερφές του παππού μου, οι οποίες δεν έκαναν κάτι ουσιαστικά μες στη μέρα, να υπηρετεί τα πεθερικά, να υπηρετεί και τον παππού μου, να έχει και δύο, τρία παιδιά μέχρι ένα σημείο, τη μητέρα μου και τα αδέρφια της. Κι όχι μόνο να μην παίρνει ανταπόδοση, ένα ευχαριστώ, έναν καλό λόγο αλλά ίσα ίσα να τα ακούει κιόλας πολλές φορές. Και χαρακτηριστικά, τα πεθερικά της, ο προπάππος μου, της μιλούσαν με τον χείριστο τρόπο. Ήταν άνθρωποι οι οποίοι κιόλας πίνανε πολύ. Είχαν πρόβλημα με το ποτό, όλο το σόι του παππού μου. Οπότε είχε και αυτό η γιαγιά μου. Χαρακτηριστικά, θυμάμαι, μου είχε πει ότι μία φορά είχε μαλώσει τόσο άσχημα με την αδερφή του παππού μου, που πήρε ένα ολόκληρο ταψί από φαγητό και της το πέταξε -ένα πυρέξ γυάλινο- και της το πέταξε στο κεφάλι. Η γιαγιά μου ήταν πολύ δυναμικός άνθρωπος, δεν δεχόταν τίποτα. Αλλά ο παππούς μου δεν τη στήριζε, τον πρώτο καιρό. Ώσπου μία μέρα ανακάλυψαν ότι είχαν χαθεί κάποια χρήματα στο σπίτι. Η αλήθεια είναι ότι τα είχε παίξει ο ξάδερφος του παππού μου στα χαρτιά και τα είχε χάσει. Κι επειδή δεν ήθελαν να ντροπιαστεί το σόι του παππού μου στο χωριό, κατηγόρησαν τη γιαγιά μου ότι πήρε τα χρήματα. Της σπάσανε ένα μπαουλάκι, στο οποίο κρατούσε ένα κομπόδεμα, ένα κομπόδεμα το οποίο είχε και την ανάγκασαν να τα δώσει. Και η γιαγιά μου μάλωσε πάρα πολύ άσχημα και σηκώθηκε από την Αλιστράτη, κοντά στα Χριστούγεννα -η μαμά μου ζούσε εκείνη την περίοδο, ήταν δεκατεσ[00:15:00]σάρων ετών. Και σηκώθηκε η γιαγιά μου, Χριστούγεννα, από την Αλιστράτη, η οποία από την Μπάφρα πρέπει να είναι νομίζω κοντά στα 20 χιλιόμετρα, και περπάτησε μέσα στα χιόνια και τα λαγκάδια και πήγε στο σπίτι της, στο πατρικό της. Τότε είχε και λύκους στην περιοχή, μια γυναίκα μόνη. Άφησε το σπίτι της, τον σύζυγό της, τα παιδιά της και έφυγε. Και μόνο τότε ο παππούς μου την παρακάλεσε να ξαναέρθει. Και του απάντησε χαρακτηριστικά η γιαγιά μου ότι «Δεν θα γυρίσω για το στεφάνι μου, αλλά για το κλωνάρι μου. Θα γυρίσω για τα παιδιά μου. Οτιδήποτε άλλο το έχω ξεγράψει». Και νομίζω ότι από τότε ήταν κι η τελευταία φορά που ο παππούς μου μέθυσε. Δεν ξαναήπιε ποτέ, ποτέ παραπάνω. Και μου είχε κάνει εντύπωση που η γιαγιά μου, μία γυναίκα η οποία μέχρι και ξύλο είχε φάει από τα πεθερικά της, την είχαν χτυπήσει τόσο άσχημα στο λαιμό, που τα τελευταία χρόνια της ζωής της, πριν πεθάνει, τα τελευταία δέκα χρόνια, είχε Πάρκινσον στο κεφάλι. Και με είχε εκπλήξει που σε εκείνη την εποχή, που η γυναίκα ήταν το υποχείριο, ήταν το υποζύγιο του σπιτιού, της οικογένειας, του άνδρα, των παιδιών της, όλων. Και η άλλη μου η γιαγιά ήταν... υπηρετούσε ουσιαστικά τα πεθερικά της, και τον παππού της, τα πεθερικά της, τις κουνιάδες της. Με εξέπληξε το ότι μία γυναίκα βρήκε το σθένος, τη δύναμη να κάνει αυτό το πράγμα. Κι ότι είπε «Το και το. Εγώ αυτό θα κάνω και τέλος. Και δεν με ενδιαφέρει τίποτα». Αυτή είναι η πρώτη ιστορία. Η άλλη ιστορία που με έχει πολύ κεντρίσει, ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη, είναι λίγο πολιτικά φορτισμένη. Ο παππούς μου ήταν 15 χρονών, ο πατέρας του πατέρα μου, ο Πέτρος, ήταν 15 χρονών, την περίοδο του Εμφυλίου. Στο χωριό μου, κυρίως στα χωριά, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ήταν αντάρτες, ήταν με τον εθνικό στρατό. Οι αντάρτες, όμως, στα χωριά πήγαιναν πολλές φορές και έκαναν πράγματα τα οποία, προσπαθούσαν να αναζωπυρώσουν, ας πούμε, τα μέτωπα υπέρ των, απ' όσο θυμάμαι ιστορικά. Και πολλές φορές, αυτή είναι μια απόδειξη ότι δυστυχώς, όταν γίνεται και ένας πόλεμος, οι άνθρωποι καταφεύγουν σε τερατώδεις πράξεις. Τον παππού μου, για κάποιο λόγο, τον είχαν υποπτευθεί κάποιοι αντάρτες από το χωριό. Και 15 χρονών παιδί τον πήραν, τον κράτησαν τρεις μέρες στη φυλακή. Ο παππούς, μου λέει «Μου έριξαν τόσο ξύλο, που στο τέλος τα έκανα πάνω μου». Κι ήταν να τον βάλουν, να τον σκοτώσουν, στο απόσπασμα. Μέχρι που πέρασε ένας από το χωριό και λέει «Καλά, το παιδί θα σκοτώσετε, είστε σοβαροί; Τι σας έφταιξε ένα παιδί;». Και τελικά σώθηκε. Κι είναι χαρακτηριστικό πώς, από αυτήν την εμπειρία, ο παππούς μου κατέληξε να μισεί τους κομμουνιστές. Κι είναι όντως, δείχνει όντως, μου έδειξε όντως, πώς ήταν εκείνη την εποχή, το ποσό σκληρή ήταν η ζωή. Ότι αυτές οι ιστορίες δεν έγιναν κάποιον αρχαίο αιώνα. Τα πέρασαν άνθρωποι πριν από σαράντα, πενήντα χρόνια. Χαρακτηριστικά ένας αστερίσκος, ότι η μητέρα μου, όταν γεννήθηκε το 1968, γεννήθηκε τόσο αδύνατη, που ο γιατρός είπε στον παππού μου «Δεν πειράζει, θα κάνετε κι άλλα παιδιά». Όπως γινόταν την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ας πούμε. Αλλά αυτά τα πράγματα γίνονταν μέχρι και πολύ πρόσφατα. Αυτό το ενδιαφέρον μο;y προκαλούν αυτές οι ιστορίες. Ότι αυτά τα πράγματα, αυτές οι σκληρές εποχές, το ποσό σκληρά ζούσαν οι άνθρωποι, πόσο δύσκολα ζούσαν οι άνθρωποι στην Ελλάδα, και δη στην επαρχία, έγιναν στο κατώφλι της ιστορίας μας. Λίγο πριν γεννηθούμε. Είδα και το πώς έζησε ένας άνθρωπος όντως τα γεγονότα. Και τα είδε μέσα από τη δική του οπτική μεριά. Κι ότι, ό,τι και να πιστεύω εγώ πολιτικά, προφανώς δεν σημαίνει ότι θα με επηρεάσει, θα με κάνει να είμαι προκατειλημμένος απέναντι σε έναν άνθρωπο που μου λέει τι έζησε στην τελική.
Μία παρένθεση λίγο, για να τα... για κάποιες λεπτομέρειες.
Ναι.
Αν θες να πεις πώς λένε τον σύζυγο της γιαγιάς σου, της Ουρανίας.
Τον λένε Γιώργο.
ΟΚ.
Γιώργος Χριστόπουλος. Τη γιαγιά μου την έλεγαν Ουρανία Ταγκάλογλου.
Η γιαγιά σου πότε γεννήθηκε βασικά;
Η γιαγιά μου γεννήθηκε, νομίζω, το 1927; Κάπου εκεί.
Κι άμα ξέρεις, πότε παντρεύτηκε;
Παντρεύτηκε, νομίζω, παντρεύτηκε εκεί κοντά, το 1950; Κάπου εκεί πέρα.
ΟΚ.
Κάπου εκεί.
ΟΚ, ΟΚ. Κι ο παππούς σου ο Πέτρος ποτέ γεννήθηκε;
Γεννήθηκε το 1929.
Τέλεια, ΟΚ, λίγο για να τοποθετηθούν χρονικά οι ιστορίες. Αυτό.
Ναι, ναι.
Δώσε μου ένα λεπτό.
Ναι.
Το θυμήθηκα. Εσένα πώς σε επηρέασαν αυτές οι ιστορίες, όταν τις άκουσες; Είτε, αν θες να μου πεις ξεχωριστά, είτε και για τις δύο συνολικά.
Γενικά θα σου πω, θα σου ψιλοεπαναλάβω αυτά που σου είπα πριν, ότι και συναρπάστηκα από το πόσα έζησαν, από το πόσα ζούσαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, και συναρπάστηκα από το γεγονός ότι ήταν κυριολεκτικά σαν να βλέπω ταινία. Σαν να παίζω σε ταινία, που πάει κάποιος πρωταγωνιστής, ας πούμε, και βρίσκει έναν παλιό μυστικό πράκτορα και του διηγείται το τι μπορεί να έγινε εκείνη την εποχή, κι ότι «Δεν ξέρει ο κόσμος» κλπ. Ένιωσα δηλαδή αυτήν την έξαψη που νιώθεις. Κ[00:20:00]ι ένιωσα ότι έμαθα και πολλά πράγματα από αυτές τις ιστορίες, ότι… Έμαθα βασικά ότι δυστυχώς η αλήθεια και η εμπειρία κάποιου δεν την ενδιαφέρει ούτε το τι πιστεύουμε εμείς κοινωνικά, πολιτικά, ούτε το τι θεωρούμε ότι μπορεί να είναι ψέματα ή αλήθεια. Διότι στην τελική ένας άνθρωπος 90 χρονών δεν νομίζω να έχει λόγο να πει, ακόμα και τώρα, στον στερνό του χρόνο της ζωής, να πει ψέματα. Δεν βρίσκω λογική. Κι επίσης, με έκανε να δω το πώς ένας άνθρωπος το βίωμά του αναγκάζεται να το κάνει ιδεολογία του. Αυτό που λέω ο παππούς μου, που κάθε φορά που μπορεί να πιάσουμε κάποια έτσι πιο πολιτική συζήτηση, μου λέει «Οι κομμουνιστές το ένα, οι κομμουνιστές το άλλο». Και καταλαβαίνω για ποιο λόγο το λέει. Ξέρω ότι δεν είναι ένας άνθρωπος ο οποίος απλά κάθεται στον καναπέ του και κριτικάρει αυτούς με τους οποίους διαφωνεί, στο οποιοδήποτε φάσμα της κοινωνικοπολιτικής θεωρίας ανήκει. Ότι δεν το κάνει επειδή απλά το σκέφτηκε μια μέρα. Το κάνει επειδή αυτό έζησε, επειδή έτσι έζησε κι έτσι έμαθε. Το ίδιο ας πούμε, βλέπω ότι έκανε η γιαγιά μου για τις κουνιάδες της και για τα πεθερικά της. Γιατί παρόλο που της έκαναν τη ζωή κόλαση, και οι δύο πέθαναν στα χέρια της. Τους φρόντισε αυτή. Και δεν τους συγχώρησε. Η πεθερά της, η προγιαγιά μου ουσιαστικά, τη στιγμή που ήταν να πάει στον άλλο κόσμο τής είπε «Ουρανία, σου ζητώ συγγνώμη γι' αυτά που σου έκανα. Δεν σου φερθήκαμε καλά, δεν σου αξίζαμε. Άξιζες κάτι καλύτερο, θα με συγχωρέσεις;» Και θυμάμαι να λέω στη γιαγιά μου «Και γιαγιά, τη συγχώρεσες;» περιμένοντας έτσι να ισορροπήσει τα συναισθήματα και να αποδοθεί δικαιοσύνη στην αληθή τραγωδία που λέμε. Και μου κάνει μία «Όχι, γιατί να τη συγχωρήσω; Μου 'φάγαν τη ζωή». Και μέσε άκρες, δεν έχει και άδικο. Να τα λέμε κι αυτά. Θεωρώ ότι με επηρεάζουν και σαν άνθρωπο για να πορευτώ. Διότι εγώ, για την παράδοση έμαθα δύο πράγματα. Ότι παράδοση δεν είναι η συντήρηση αλλά η μεταφορά της φλόγας. Δεν είναι η θεοποίηση της στάχτης, είναι η αναλαμπή της φλόγας και το μέλλον. Ότι το παρελθόν πρέπει να γίνεται εφαλτήριο για το παρόν και το μέλλον.
Ωραίο αυτό που λες.
Ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Την ιστορία για τη γιαγιά σου την Ουρανία, πότε την άκουσες;
Ήμουν Γυμνάσιο; Γυμνάσιο πρώτη φορά.
Πάλι την είχες ρωτήσει εσύ;
Γενικά τα συζητούσαν με τη μάνα μου, γιατί εκείνη την περίοδο ήμουν στο Γυμνάσιο. Είχε πρώτα πεθάνει ο παππούς μου, μετά είχε πεθάνει η μία της η κουνιάδα, η αδερφή του παππού μου. Μετά εντάξει, είχαν γίνει και κάποια άλλα πράγματα, νομίζω, μετά πρέπει εκεί να... πρέπει νομίζω όταν ήμουν και πρώτη Λυκείου να είχε πεθάνει η αδερφή του πεθερού της, η οποία ζούσε κι είχε φτάσει 108 χρονών.
ΟΚ.
Κι ήταν, έχαιρε άκρας υγείας η γυναίκα, τα 'χε 400, απλά είχε φτάσει 108 χρονών. Κάποια στιγμή θα πέθαινε.
Οπότε λες ότι ήσουν μπροστά σε αυτές τις…
Ναι, σε όλες αυτές. Κι επειδή κιόλας ήταν και λίγο συναισθηματικά φορτισμένες, και από τη γιαγιά μου και από τη μητέρα μου, γιατί θυμόντουσαν τα παλιά και το πώς, έβλεπα και το πώς τα εκλάμβανε η μητέρα μου όλα αυτά, τα κλάματα, τους καυγάδες, τις ζήλιες, το ένα, το άλλο. Κι ήταν και πολύ ωραίο που έβλεπα τις δύο διαφορετικές οπτικές. Ότι ναι μεν συμφωνούσαν, αλλά η μαμά μου πάντα είχε μία έτσι σύνδεση και με τη γιαγιά της και με τον παππού της. Και η μητέρα μου όταν μου έλεγε τις ιστορίες, μου τα έλεγε πάνω κάτω με τα ίδια συναισθήματα, απλώς με λίγο πιο… Κάποια πράγματα, δεν είναι ότι τα ζαχάρωνε, λίγο προσπαθούσε να απαλύνει κάποιες... να αμβλύνει κάποιες γωνίες της ιστορίας.
Αυτό πώς έβλεπες να το κάνει;
Ουσιαστικά μο;y εξέφραζε το πόσο, ας πούμε, αγαπούσε και τον παππού της και τη γιαγιά της. Αυτό. Η γιαγιά της την είχε μη στάξει και μη βρέξει με το που γεννήθηκε.
ΟΚ. Γενικότερα… Μάλλον πριν πάω εκεί, αντίστοιχα για την ιστορία του παππού σου, πότε θυμάσαι να την ακούς;
Πρώτη φορά θυμάμαι όταν την άκουσα, ήμουν τρίτο έτος περίπου.
ΟΚ, ναι. Πάλι το ίδιο θα σε ρωτήσω, τον ρώτησες εσύ; Σου το είπε αυτός;
Όχι, είχε… Είχε πιάσει συζήτηση, είχε δει κάτι στην τηλεόραση. Και απλά από εκεί άρχισε να λέει.
Εν τω μεταξύ, παρένθεση πάλι. Αυτοί που έμεναν, ή πού μένουν;
Ο παππούς μου, ο Πέτρος, και η γιαγιά μου, η Κυριακή, μένουν στα Ίμερα στην Κοζάνη, σε ένα χωριό στην Κοζάνη. Η γιαγιά μου, η Ουρανία, κι ο παππούς μου, ο Γιώργος, μένανε στην Αλιστράτη Σερρών.
ΟΚ, ΟΚ, μια χαρά. Τώρα δώσε μου ένα λεπτό. Θυμάσαι κάπως... θα πάω λίγο πάλι πίσω, στην πρώτη ιστορία που μου είπες, η οποία ήταν πολύ σκληρή, η πρώτη ιστορία που άκουσες. Αυτή σου την... ο πατέρας σου νομίζω σου την είχε πει.
Ναι.
Σου την είχε πει έτσι όπως μου την είπες τώρα, ή τώρα πλέον ξέρεις ότι έτσι έγινε η ιστορία;
Μου την είχε πει έτσι όπως την ξέρω τώρα, μου την είπε πιο πολύ σαν παραμύθι, ας πούμε. Δεν μου είπε… Μου την είπε με όλες τις λεπτομέρειες, απλώς προσπάθησε, ρε παιδί μου, να το κάνει όσο πιο απλό γίνεται για ένα παιδί, για να το καταλάβει.
Μετά εσύ έψαξες παραπάνω πάνω σε αυτήν την ιστορία;
Έψαξα, ρώτησα και τον παππού μου. Μου το είπε πάλι με όλες τις λεπτομέρειες, έψαξα και… Μπήκα και σε μία ιστοσελίδα που ασχολείται με τ[00:25:00]ους Έλληνες του Πόντου και βρήκα και το χωριό μας στον χάρτη, και το χωριό του προπάππου μου του Ματθαίου, και το χωριό της γιαγιάς μου της Σωτήρας. Και μάλιστα ανακάλυψα ότι ήταν πολύ κοντά, ήταν… Το χωριό της γιαγιάς μου λεγόταν Ασαρτζούκ κι υπάρχει ακόμα. Το χωριό του προπάππου, του Ματθαίου, έχει καταστραφεί. Της γιαγιάς της Σωτήρας το χωριό υπάρχει, το Ασαρτζούκ. Απ' το χωριό του παππού μου το παλιό απέχει καμία 150 χιλιόμετρα. Και βρήκα και το χωριό, από το οποίο ήρθε ο παππούς της μητέρας μου, ο οποίος ήταν Έλληνας του Πόντου. Το οποίο ήταν πολύ πιο κάτω, ήταν κοντά στην περιοχή της Νικόπολης, που είναι, αν φαντάσου την Τουρκία, σκέψου ανατολικά. Όχι, βασικά, σχεδόν στη μέση της Τουρκίας, λίγο πιο μέσα, κάτω. Νότια, νοτιοανατολικά. Εκεί μιλούσαν ποντιακά. Και μπήκα κιόλας κι έψαξα και στα φυλλάδια, στις ονοματολογίες που έχουν διασωθεί από επίθετο. Βρήκα το επίθετό μας, Γαβριηλίδης, το οποίο ήταν πολύ γνωστό ανάμεσα στους Πόντιους, υπήρχαν πολλοί Γαβριηλιδαίοι. Έχω βρει πολλούς, έχω βρει τέσσερις ανθρώπους που λέγονται Γαβριηλίδης Ματθαίος. Οπότε κάποιος από τους τέσσερις θα είναι ο προπάππος μου. Αλλά ήταν φοβερό το ότι βρήκα κάποιον συγγενή μου σε ένα έγγραφο που ήταν αποτέλεσμα πολέμου. Σαν τους Εβραίους, ας πούμε, που βρίσκουν τα ονόματα των πατεράδων τους στις λίστες, στη λίστα του Σίντλερ, ξέρω γω, ή στο Άουσβιτς. Ήταν φοβερό, με έπιασε συγκίνηση και τρόμος για το τι πέρασαν αυτοί οι άνθρωποι. Και μου γεννήθηκε και η, έτσι, η θέληση να μάθω και τούρκικα. Γιατί από μικρός και ο παππούς και η γιαγιά μου μιλάνε τούρκικα, διότι ο παππούς μου, οι γονείς του, μιλούσαν μόνο τούρκικα. Και ο πατέρας μου τα ψιλομιλούσε τα τούρκικα. Με τη γιαγιά του στα τούρκικα μιλούσαν. Κι επειδή τους άκουγα, από όταν ήμουν μικρός, που μάλωναν, ρε παιδί μου, παππούς και γιαγιά και μιλούσαν μισά ελληνικά, μισά τούρκικα. Η γιαγιά, όταν έφερνε τις φίλες της να κουτσομπολέψουν στο σπίτι, μισά ελληνικά μισά τούρκικα. Οπότε λέω να μάθω να τα μιλάω, για να μπορώ να τους μιλάω, να μπορώ να συνεννοούμαι. Και δεν είναι και άσχημη γλώσσα, είναι μια χαρά όμορφη γλώσσα τα τούρκικα.
Οι φίλες που λες και οι φίλοι ήταν επίσης απ' τα ίδια χωριά;
Ναι, ναι, από τα Ίμερα, εκεί πέρα.
Όχι, εννοώ από τα ίδια χωριά στην...
Όχι, όχι, όταν λέω φίλες, οι φίλοι που έκαναν ο παππούς μου και η γιαγιά μου όταν, όσο μεγάλωσαν στο χωριό, στα Ίμερα.
ΟΚ. Επειδή είπες ότι μιλούσαν κι εκείνοι τούρκικα, γι' αυτό.
Ναι, το χωριό των Ιμέρων έχει Έλληνες του Πόντου από πολλά μέρη. Έχει και ανθρώπους, που ακόμα μιλάνε τα ποντιακά. Έχει και ανθρώπους που ακόμα μιλάνε, που μου μιλούσαν και μόνο τουρκικά, έχει και ανθρώπους που μιλούσαν και τα δύο.
ΟΚ. Πέρα από την… Ναι, μάλλον όχι. Πώς έψαξες τις... αυτήν την έρευνα που είπες, το είπες πάνω κάτω, απλά, αν θες να πεις πιο αναλυτικά, για το πώς σε εισαγωγικά «διασταύρωσες» τις ιστορίες που άκουγες, ή αν διασταύρωσες τις ιστορίες που άκουγες.
Μέσω της μνήμης μου. Άκουγα τη μία ιστορία, κρατούσα τα κύρια ονόματα. Γιατί όταν, επειδή κι ο παππούς μου κι η γιαγιά μου δεν, μεγάλοι άνθρωποι, μιλάνε με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο απ' ότι εμείς. Τα λένε τα μισά, μετά τα άλλα μισά τα ξαναλένε, οπότε από τα χίλια ονόματα που μπορεί να άκουγα, κρατούσα τα πολύ βασικά. Τα ηχογραφούσα και μετά ουσιαστικά τα περνούσα στο γενεαλογικό δέντρο, ή τα κρατούσα και έλεγα αυτός είναι αυτός που έκανε αυτό, ξέρω γω. Βέβαια, κάποια στιγμή, θέλω να τις καταγράψω τις ιστορίες σε κάποιο, έτσι, έγγραφο και να τις έχω για να τις διασταυρώσω και να τις θυμάμαι.
Segment 7
Σκέψεις πάνω στον ερχομό των Ποντίων στην Ελλάδα, η σημασία της παράδοσης
00:28:14 - 00:43:40
Και από εκεί και πέρα, τα έψαχνες κάπου αυτά, τα οποία σου έλεγαν;
Εννοείς…
Τις έμπειρες ιστορικά, ξέρω γω, ή ο,τιδήποτε.
Ναι, κοίταξα κάποια άρθρα από εφημερίδες εκείνη την εποχή. Συγκεκριμένα, για την εποχή που έζησε ο προπάππος μου και για τα γεγονότα είχα βρει κάποιες εφημερίδες, που τις είχα δει σε ένα σεμινάριο που έκανα για την γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την Καταστροφή της Μικράς Ασίας. Κι έβλεπα εφημερίδες από την Αμερική, από τη Ρωσία, από την Αγγλία, από τη Γαλλία κι από την Αυστραλία που… Με είχε εντυπωσιάσει, ας πούμε, το πόσο, το πώς… Βέβαια, και το ότι υπήρχε όντως τότε κάλυψη αυτών που γίνονταν στην περιοχή της Τουρκίας, και με την γενοκτονία των Αρμενίων, και με την γενοκτονία των Ελλήνων, και με τη γενοκτονία των Ασσυρίων. Και το φοβερό, το οποίο δεν καταλαβαίνω γιατί εμείς δεν το κάνουμε, είναι ότι δεν διαχώριζαν, δεν έκαναν τον διαχωρισμό σε Μικρασιάτες και Πόντιους. Άμα έχεις παρατηρήσει, τόση ώρα λέω Έλληνες. Διότι δεν είχαν καμία διαφορά, ήταν Έλληνες. Είτε υπήρχαν στην περιοχή του Πόντου Έλληνες που ήταν χριστιανοί, υπήρχαν Έλληνες που ήταν μουσουλμάνοι. Αλλά ήταν Έλληνες, και είναι Έλληνες. Και όλες οι εφημερίδες έλεγαν massacre of Greeks. Δεν έλεγαν of Pontics, of Minor Asians. Αυτό είναι που μου άλλαξε τελείως την οπτική, σε σχέση με το έγινε. Και μάλιστα, μετά από λίγο, με τις ιστορίες και αυτά που άκουσα, γιατί και κάποια πράγματα, που μου είπε ο παππούς μου, ήταν και καθαρά θέματα παράδοσης. Το πώς έμαθε να παίζει λύρα, κεμεντζέ. Το πώς έμαθε να χορεύει σέρρα, τον περίφημο πυρρίχιο που λένε, που δεν είναι πυρρίχιος. Είναι η σέρρα, είναι ένας χορός ο οποίος απλά χορευόταν. Δεν είναι πολεμικός χορός, δεν έχει καμία σχέση με τον αρχαιοελληνικό πυρρίχιο. Είναι ένας χορός, τέλος πάντων. Μου είπε ο ίδιος πώς έμαθε, πώς ήξερε ο πατέρας του να χορεύει. Κι άρχισα να ψάχνω κιόλας, να διασταυρώνω, να [00:30:00]βλέπω το τι φορεσιές φορούσαν στην περιοχή του Πόντου, από την οποία κατάγομαι, στα χωριά. Και μάλιστα κάποια πράγματα να τα ανατρέπω και στο μυαλό μου, ότι ναι, όντως, η σέρρα δεν είναι πολεμικός χορός. Ή ότι ο παππούς μου μού έλεγε ότι την λύρα την έφεραν εδώ πέρα γιατί δεν ακουγόταν πολύ, και τους Έλληνες του Πόντου δεν τους άφηναν πολύ να κάνουν γλέντια. Γιατί τους έβλεπαν Τούρκοι. Τον πατέρα μου και τα αδέρφια του στην διπλανή κωμόπολη, στα Σέρβια, τον πατέρα μου τους φώναζαν τουρκούλια. Ή Τουρκόσπορους. Γιατί ήταν απλά Έλληνες του Πόντου. Εξού που βγήκε το περίφημο «Στα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος». Έμαθα, λοιπόν, ότι στην περιοχή μου το κύριο όργανο ήταν, απ' ό,τι θυμάμαι, η φλογέρα, ο ζουρνάς, που ήταν κυρίως και στην περιοχή της Μπάφρας, αν θυμάμαι καλά, και ο κεμανές, η πιο μπάσα εκδοχή της λύρας.
Ωραία.
Γενικά ανατράπηκαν πολλές ιδέες που είχα για την παράδοση γενικά, και κατάλαβα κιόλας ότι, καλώς ή κακώς, κακώς, μένουμε μόνο στο θέμα της γενοκτονίας και δεν κοιτάμε τον πολιτισμό που είχαν οι Έλληνες της περιοχής. Και δεν κοιτάμε να διαιωνίσουμε αυτόν τον πολιτισμό, γιατί, αν το κάνουμε αυτό, θα μας μείνουν μόνο οι ιστορίες από τη γενοκτονία και τίποτα άλλο. Κι ότι κάποια πράγματα τα είχα έτσι μεγαλοποιήσει πολύ στο μυαλό μου, όπως ο περίφημος πυρρίχιος, είναι στην πραγματικότητα ένας απλός χορός. Και προφανώς το ότι δεν είναι πολεμικός χορός, που μου το είπαν άνθρωποι, οι οποίοι όντως το έζησαν εκείνη την εποχή, δεν σημαίνει ότι δεν είναι όμορφος χορός. Είναι ο αγαπημένος μου χορός.
Τι άλλα πράγματα έτσι ανατράπηκαν;
Αυτό το οποίο με εντυπωσίασε είναι το ότι, σε αντίθεση με πολλούς της γενιάς του πατέρα μου, πολλοί της γενιάς της αμέσως προηγούμενης, δεν είχαν έτσι αυτόν τον… Ενώ κουβαλούσαν όλη αυτήν τη θλίψη για τον ξεριζωμό και το ότι... όχι μόνο τον ξεριζωμό, και για το πώς τους φέρθηκαν στην Ελλάδα, και γι' αυτά που πέρασαν στο οικογενειακό τους περιβάλλον, ότι παρόλες αυτές τις δυσκολίες, δεν έγιναν κακοί άνθρωποι. Δεν ζήτησαν ποτέ ούτε εκδίκηση, ούτε, ας πούμε, «να πάρουμε πίσω την Πόλη» ή τίποτα. Ο παππούς μου πήγε στα χωριά του. Και το μόνο που έκανε ήταν να πάει στο χωριό, να πάρει χώμα και μάλιστα, επειδή τον ψιλοαποπήραν οι χωριανοί από εκεί, οι Τούρκοι, του λένε «Τι ήρθες εδώ να κάνεις εσύ;». Τους λέει και τους έδειξε, ξέρω γω, «Σε αυτό το χωριό κάποτε ζούσαν οι γονείς μου. Να, δεν ήρθα με όπλα, ψάξτε με. Ήρθα να πάρω μια χούφτα χώμα από τον τόπο να το πάω πίσω στους γονείς μου. Να τους έχω χώμα από τον τόπο τους». Δηλαδή το ότι αυτός ο άνθρωπος πέρασε τόσα πράγματα στη ζωή του, έφαγε τόση πίκρα, τόση καταπίεση, πόνο, και το ένα και το άλλο, και γεννήθηκε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον το οποίο είχε όντως ακόμα τον πόνο, γιατί ο προπάππος μου είχε χάσει την οικογένειά του, έκανε καινούρια οικογένεια, και αυτή η κατάσταση τον έκανε έναν πολύ σκληρό άνθρωπο. Ήταν πολύ σκληρός ο προπάππος μου ο Ματθαίος. Κι ο πατέρας μου το έλεγε, ότι ο προπάππος μου ο Ματθαίος έτρωγε και τον κοιτούσαμε και πεινούσαμε. Και δεν μας έδινε φαγητό. Και βλέπω ότι αυτός ο άνθρωπος, ο παππούς μου, που πέρασε όλα αυτά τα πράγματα, δεν έγινε κακός άνθρωπος. Ίσα ίσα, έγινε καλύτερος. Και η γιαγιά μου η Ουρανία, ενώ όντως δεν συγχώρεσε ποτέ αυτό που της έκαναν, δεν έγινε κακός άνθρωπος. Δεν έκανε κακό ποτέ σε κανέναν. Και ο παππούς μου, ο Γιώργος. Ο παππούς μου, ο Γιώργος, στην Κατοχή έφαγε πολύ ξύλο. Από Έλληνες, έτσι; Φυσικά. Πολύ ξύλο. Και χαρακτηριστικά, επειδή Κατοχή δούλευαν όλη τη μέρα γιατί είχαμε Κατοχή, ήταν 15 χρονών και είχε αρχίσει να υποσιτίζεται. Και η μητέρα του, η προγιαγιά μου, πούλησε δύο σκουλαρίκια της και αγόρασε μία αγελάδα. Για να έχει γάλα να πίνει. Αυτό, ακόμα και ο παππούς μου πέρασε όλα αυτά τα πράγματα, δεν έγιναν κακοί άνθρωποι. Έγιναν καλύτεροι. Και παρέμειναν και ειλικρινείς και σωστοί. Και ξεροκέφαλοι, αλλά αυτή η ξεροκεφαλιά τους και, πολλές φορές, αυτή η συμπεριφορά που είναι πολύ κοφτή, και περνάει, πολλές φορές, σαν αγενής, όμως αυτή τους η συμπεριφορά τους έκανε πολύ αληθινούς ανθρώπους στα μάτια μου. Τους κάνει σαν το γυαλί, το γυαλί σε κόβει αλλά το γυαλί τα δείχνει όλα πεντακάθαρα.
Σε ξαναρώτησα περίπου, αλλά αυτές οι ιστορίες σε έχουν επηρεάσει σε κάποια ίσως απόφαση που έχεις πάρει;
Ναι. Γενικά εγώ επειδή... ένα αρνητικό που είχε όλη αυτή η επίδραση πάνω μου είναι το ότι, επειδή γεννήθηκα ως ο Πέτρος Γαβριηλίδης του Ματθαίου, ο Πέτρος του Πέτρου ουσιαστικά, γιατί τον παππού μου τον λένε Πέτρο.
Ναι, ναι.
Ο παππούς έκανε, μισό λεπτό, έκανε έξι παιδιά. Το ένα, ο Χρήστος, αρρώστησε πέθανε όταν ήταν πολύ μικρός. Έκανε τον πατέρα μου, τον Ματθαίο, τον θείο μου, τον Αγάπιο, την θεία μου, την Ελένη, τη θεία μου, τη Ρούλα, από το Σωτήρα, και τον θείο μου, τον Μιχάλη. Οπότε ο παππούς μου είχε συγκινηθεί πάρα πολύ, όταν γεννήθηκα εγώ. Η μητέρα μου μού είπε ότι ποτέ δεν με είπαν μπέμπη.[00:35:00] Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκα, με είπαν Πέτρο. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάρω άλλο όνομα. Αν έπαιρνα άλλο όνομα, ο παππούς μου θα είχε πάρει το δίκανο. Οπότε όλο αυτό μου έφερε ότι, ξέρεις «Είσαι ο Πέτρος Γαβριηλίδης του Ματθαίου», πώς λέει ο, έχεις δει Game of Thrones; Που λέει συνέχεια ο Tywin στον Tyrion «Είσαι σοβαρός; Είσαι ο γιος του Tywin Lannister». Αυτό κουβαλούσα το ότι «Είσαι ο Πέτρος Γαβριηλίδης του Ματθαίου, είσαι ο εγγονός του Πέτρου Γαβριηλίδη, ο γιος του Ματθαίου Γαβριηλίδη». Οπότε όλο αυτό μου έβαλε... έλεγα το ότι πολλές φορές, σε πολλές περιπτώσεις, έκανα «Τι θα έκανε ο παππούς μου εδώ; Τι θα έκανε ο μπαμπάς μου εδώ, πώς θα αντιδρούσε;» Σε μερικές φορές, το αναρωτιέμαι αυτό για να καταλάβω το τι δεν πρέπει να κάνω. Ιδιαίτερα σε κάποιες βιαστικές αποφάσεις. Οπότε, όλο αυτό όντως με έχει επηρεάσει. Και προφανώς, είναι και οι δύο άνθρωποι, τους οποίους τους έχω σαν πρότυπα. Σε πολλά πράγματα.
Όλα αυτά που έχεις ακούσει τα έχεις μοιραστεί κάπως;
Ναι. Άμα το φέρει η περίσταση. Γενικά, στην περίοδο που ασχολούμουν πάρα πολύ εντατικά με τους παραδοσιακούς χορούς και τον Σύλλογο Ποντίων, και ταξίδεψα σε πανελλήνιες συναντήσεις Φοιτητικών Συλλόγων, όπου συζητούσαμε τέτοια θέματα και μοιραζόμασταν ιστορίες, επειδή οι φίλοι μου, οι παρέες μου, γενικά, δεν ασχολούνται τόσο πολύ με την παράδοση, άμα τύχει μόνο να πούμε κάτι το οποίο αναφέρει την ιστορία και κάτι πολιτικό, οπότε θα πω «Εγώ θυμάμαι ο παππούς μου είχε πει αυτό, εκείνη την εποχή γινόταν». Αυτό. Δεν είναι ότι απλά λέω «Εγώ να σου πω για τον παππού μου», ξέρεις, σαν κανένας θείος στα καφενεία.
Θες να μιλήσεις για αυτές τις συναντήσεις, τις πανελλήνιες, των Φοιτητικών Συλλόγων; Φαντάζομαι εννοείς των Ποντιακών.
Ναι, ναι. Ουσιαστικά εγώ έχω πάει σε τρεις. Η πρώτη που πήγα ήταν, όταν πρωτοασχολήθηκα στο πρώτο έτος, που πήγαμε ουσιαστικά… Κάθε χρόνο οι Σύλλογοι Ποντίων Φοιτητών από όλη την Ελλάδα διοργανώνουν, νομίζω ακόμα διοργανώνουν, μία συνάντηση όπου συναντιούνται, συζητάνε για θέματα της ποντιακής νεολαίας και φέρνουν αναλυτές να μιλήσουν για το θέμα της παράδοσης κλπ. Ανθρώπους οι οποίοι όντως έχουν να πουν ιστορίες. Και προφανώς υπάρχει και το καθιερωμένο γλέντι που χορεύουμε όλοι. Ήταν εμπειρίες, οι οποίες μου άρεσαν πάρα πολύ, μου άνοιξαν πάρα πολύ τα μάτια, γνώρισα πάρα πολύ κόσμο, ο οποίος ο καθένας είχε τη δική του ιστορία. Δηλαδή, έβλεπα, ας πούμε, παρατηρούσα όλα τα παιδιά που ήμασταν μες στην αίθουσα, και ακούγαμε και σκεφτόμουν, όλοι από εδώ καταγόμαστε από κάπου. Αυτός είναι από την Τραπεζούντα, αυτός είναι από το Κιουμούς Μαντέν, αυτός είναι από το -πώς το λένε- από τη Ματσούκα κλπ. Ο καθένας έχει μία ιστορία να πει. Επίσης, ο καθένας είχε μία προσωπικότητα, την οποία την έβγαζε στον χορό. Δηλαδή ένα παιδί μου φαινόταν πιο φιγουρατζής, έκανε λίγα περισσότερα τσαλίμια. Ένας που ήταν πιο ήσυχος, φαινόταν ένα θηρίο 1,90, ξέρω γω, μέχρι πάνω, χόρευε στην άκρη. Δεν τον επηρέαζε, ήταν ατάραχος. Κάποιες κοπέλες που ήταν πιο, ήθελαν να δείξουν λίγο έτσι τον «ερωτισμό» τους, σε εισαγωγικά, χόρευαν λίγο πιο ερωτικά τον καρσιλαμά. Κάποιες άλλες ήταν πολύ πιο άνετες, δεν τους ενδιέφερε καν. Και το πιο σημαντικό ήταν αυτό, ότι γνώρισα ανθρώπους, οι οποίοι είχαν κοινούς προβληματισμούς μαζί μου, οι οποίοι όντως, γνώρισα ανθρώπους που έλεγαν ότι δεν μας φτάνει μόνο το θέμα της γενοκτονίας. Θέλουμε κι άλλα πράγματα. Θέλουμε να... δεν μας φτάνει το ότι μας θυμούνται μόνο κάθε 19η Μαΐου. Θέλουμε να διδάσκονται πράγματα, για τους Έλληνες της διασποράς. Ή συγκεκριμένα, γνώρισα ένα παιδί από την Κομοτηνή, ο οποίος σπουδάζει στο τμήμα της Κομοτηνής, Παρευξείνιων Σπουδών, που μαθαίνουν ρώσικα. Και χάρη στην επιμονή αυτού, ο Πρύτανης της Σχολής έστειλε μήνυμα στο Υπουργείο Παιδείας και άρχισε να μαθαίνεται, σαν μάθημα επιλογής, η ποντιακή διάλεκτος. Εμένα με εντυπωσίασε αυτό το πράγμα. Διότι έβλεπα έναν άνθρωπο ο οποίος ήθελε κάτι, αξιοποίησε ό,τι μέσα έχει στην πολιτεία και κατάφερε κάτι. Όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για την κοινωνία του, για την κοινότητά του, για την πόλη του, για το Πανεπιστήμιό του. Και το γεγονός ότι απλά έκανα, και στη μία στη συνάντηση έκανα εθελοντισμό, που βοηθούσα στο στήσιμο και σε όλα και θυμάμαι ότι, αυτό, ότι πέρασα τρεις μέρες που δεν κοιμόμουν οριακά. Γιατί έπρεπε να κουβαλήσουμε όλα εμείς, να κάνουμε όλη την προετοιμασία. Αλλά όλη αυτή η κούραση, κι όλο αυτό το τέτοιο, μου έφερε μια υπερένταση να συνεχίσω, να χορέψω, να ξεφαντώσω, να κάνω και δύο... Τέλος, είχαμε και την επιβράβευση, που μας έλεγαν όλοι «Μπράβο παιδιά, πολύ καλά το κάνατε, πολύ ωραία διοργάνωσατε ό,τι διοργάνωσατε, αφήσατε τον κόσμο να... δείξατε στον κόσμο ότι όντως, πώς γίνεται μία σωστή εκδήλωση, και πέρασαν όλοι πολύ καλά και έμαθαν πράγματα». Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ αυτό. Ή το γεγονός ότι -θυμάμαι στη συνάντηση που ήμουν εθελοντής- ότι το πιο χαρακτηριστικό, ότι είχε φέρει ο καθένας από μία λύρα ή ένα αγγείο, το πνευστό όργανο, ή ένα νταούλι, το τύμπανο, και έπαιζαν μόνοι τους. Και λεω σε ένα παιδί «Ρε συ, γιατί παίζουν μόνοι τους; Πάμε να τους μαζέψουμε». Και πήγαινα εγώ σε κάθε παρέα και έλεγα «Άντε, σηκωθείτε, να χορέψουμε όλοι μαζί». Και καταλήξαμε να χορεύουμε όλοι μαζί.
Δεν ξέρω αν ανέφερες πού ήταν τα…[00:40:00] οι συναντήσεις.
Η πρώτη συνάντηση ήταν στη Λάρισα. Η άλλη συνάντηση ήταν στην Προσοτσάνη, σε ένα χωριό της Δράμας, και η τρίτη συνάντηση ήταν στη Φλώρινα.
Ωραία, ωραία. Ρώτησα επίσης, αν μοιράζεσαι ιστορίες, γιατί ξέρω ότι είχες και μία εκπομπή στο φοιτητικό ραδιόφωνο της Ξάνθης.
Ναι.
Στον Underground.
Ναι.
Πάνω στην παράδοση.
Ναι, είχα μια εκπομπή η οποία λεγόταν «Φωνές του Κόσμου». Στόχος μου ήταν να τελειώσω με τις περιοχές της Ελλάδας και την παράδοσή τους και να πιάσω παραδόσεις από όλον τον κόσμο. Αλλά προφανώς, δεν το πρόλαβα, γιατί ξέσπασε ο κορονοϊός. Μετά μεγάλωσα, πλέον είμαι μεγάλο έτος, δεν ασχολούμαι με το ραδιόφωνο. Ναι, τις ιστορίες αυτές, τις μοιράστηκα όχι σε τόσο εκτενή μορφή, στην εκπομπή που έκανα για τον Πόντο, σε δύο κομμάτια. Ήταν πολύ ωραίο να μιλάω στο ραδιόφωνο και να με ακούει ο κόσμος γι' αυτές τις ιστορίες, να μοιράζομαι ένα δικό μου κομμάτι. Το οποίο συνδέεται άρρηκτα και με την παράδοση και με όλα. Οπότε ναι, μου άρεσε πάρα πολύ. Ήταν πολύ ωραία και σαν εμπειρία, να κάνω μια εκπομπή που ήθελε όντως ψάξιμο, έρευνα κλπ, αλλά και το να μιλάω για κάτι πολύ προσωπικό μέσα από κάτι καθαρά εγκυκλοπαιδικό.
Θα ήθελες να τις μοιραστείς περισσότερο; Να μοιραστείς αυτά που έχεις ακούσει;
Θα ήθελα πάρα πολύ. Και ευχαριστώ κιόλας για την ευκαιρία, για τη συνέντευξη αυτή.
Αλίμονο.
Θα ήθελα να, ας πούμε… Θα ήθελα βασικά, σε περίπτωση που τύχει να μοιραστώ την ιστορία μου, αυτό να δώσει και το εφαλτήριο σε κάποιον να ψάξει κι ο ίδιος τη δικιά του ιστορία, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουμε τη δική μας ιστορία, όλοι καταγόμαστε από κάπου. Και να ψάξει τη δικιά του ιστορία, αλλά και να λάβει κι αυτός τις… Όχι να τον επηρεάσει απαραίτητα η ιστορία αυτή, αλλά έστω, ας πούμε, να τον αφυπνίσει σε κάτι, στο θέμα της παράδοσης. Για εμένα το θέμα της παράδοσης είναι αρκετά σημαντικό, γιατί είναι σημαντικό… Γιατί αυτός που ξέρει από πού κατάγεται, ξέρει από πού ξεκινάει. Κι όταν ξέρεις από πού ξεκινάς, είσαι άνθρωπος, ή έθνος, με μνήμη. Αυτό, ακόμα και τη γλώσσα να ψάξει από πού κατάγεσαι. Χαρακτηριστικά, έχω έναν φίλο, ο οποίος έχει καταγωγή από το Πακιστάν, και τον έχω κάνει «χρυσό» να κάτσει να μάθει τη γλώσσα, πώς λέγονται, Ούρντου μιλάνε στο Πακιστάν, δεν ξέρω. Του λέω «Κάτσε, μάθε τα, είναι η γλώσσα σου». Εγώ άμα είχα καταγωγή από εκεί, τώρα σκέφτομαι ότι θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έκανα σαν ασχολία, σαν μια πρώτη επαφή με την καταγωγή μου.
Γενικότερα τι θεωρείς ότι σου προσφέρει αυτή η αναβίωση των ιστοριών που σου αφηγούνται; Δηλαδή, αρχικά υπάρχει αναβίωση; Περίπου επίσης το απάντησες, ότι νιώθεις, το ακούς και το ζεις εκείνη τη στιγμή.
Ναι, ναι, γιατί η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι, οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, οι περισσότεροι από αυτούς, έχουν, όπως είπα πιο πριν, μιλάνε πολύ απλά, απλοϊκά. Αλλά παρόλο που σου μιλάνε απλοϊκά, λένε πέντε πράγματα, κι αυτά τα πέντε σε βάζουν κατευθείαν εκεί μέσα. Είναι κι ο τρόπος που τα λένε, που παθιάζονται, που τα θυμούνται, που που θυμώνουν, που κάνουν… Οπότε όντως, είναι όντως πολύ παραστατικός ο τρόπος. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, που ήμουν με τον παππού μου στο χωράφι, τον ρωτούσα που τότε, την εποχή που ήταν φαντάρος. Και μου έλεγε για μια άσκηση στον στρατό που κάνανε, που λεγόταν «Φίλιππος Β» κι ο παππούς μου υποτίθεται ήταν τραυματίας. Και μου έλεγε τον τραγελαφικό τρόπο, με τον οποίο εξελίχθηκε η άσκηση, και γελούσε, ξέρω γω, και έτσι όπως γελούσε και μου έλεγε το πώς γινόταν όλη η ιστορία, τέλος πάντων, όντως με έβαλε σε αυτό, στο να σκεφτώ πώς ήταν τότε.
Ποιος ήταν ο τραγελαφικός τρόπος;
Ότι ο παππούς ήταν, υποτίθεται, τραυματίας, και τον είχαν δέσει σαν γουρούνι που πάει στο σφαγείο, για να τον πάνε πάνω στο ελικόπτερο, νομίζω, και να τον πάνε στο ιατρικό κέντρο και κάτι τέτοια.
Segment 8
Η Ιστορία είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλος, η χρονομηχανή που θα ήθελε να έχει
00:43:40 - 00:47:31
ΟΚ. Ωραία, ναι. Κάτι τελευταίο, υπήρξαν κάποια πράγματα, τα οποία είχες ακούσει, που μετά τον θάνατο των παππούδων σου, δεν ξέρω, κάποιοι ζουν, κάποιοι έχουν πεθάνει, άλλαξαν στην πορεία ή έμαθες κάτι παραπάνω;
Ναι και όχι. Για τον παππού μου, τον Γιώργο, έμαθα ότι είχε ένα μικρό πρόβλημα με το ποτό αφότου πέθανε. Δεν άλλαξε η γνώμη μου γι' αυτόν ούτε στο ελάχιστο. Εντάξει, ήμουν και μικρός όταν πέθανε, ήμουν τετάρτη Δημοτικού. Δεν είχα προλάβει να τον ζήσω όσο μεγάλος, όπως τώρα. Ούτε και για τη γιαγιά μου, ίσα ίσα, κάποια πράγματα που μου είπε η μητέρα μου παραπάνω για τη μαμά της, άλλαξαν προς το καλύτερο. Γιατί τη γιαγιά μου την έζησα και πάρα πολύ. Αυτό, δεν άλλαξε κάτι. Και δεν θα αλλάξει νομίζω. Γιατί, στην τελική, πώς να το πω, όπως τους έχω γνωρίσει, πάντα έτσι θα είναι. Ξέρω ότι και ο παππούς μου και η γιαγιά μου, και ο άλλος παππούς, η άλλη μου γιαγιά, είχαν και κάποιους ανταγωνιστές στη ζωή τους. Ανθρώπους, οι οποίοι δεν τους πολυσυμπαθούσαν. Οπότε μπορεί να είμαι και λίγο προκατειλημμένος απέναντι σε αυτά που θα μου πει κάποιος.
Με αυτούς έχεις μιλήσει; Ή σου…
Δεν έχω μιλήσει με κάποιον γνωστό τους για κάποια διασταύρωση. Λίγο με την αδερφή της γιαγιάς μου έχω μιλήσει, τη θεία μου την Σοφία, η οποία πάνω κάτω τα ίδια μου είχε πει για τ[00:45:00]ο πώς περνούσαν εκείνη την εποχή. Αλλά, κατά τα άλλα, δεν έτυχε κιόλας, γιατί τους συγγενείς των παππούδων και των γιαγιάδων μου δεν τους έζησα τόσο πολύ.
ΟΚ. Αντίστοιχα οι γονείς σου είχαν κάποια άλλη οπτική πάνω σε αυτά που ανέφεραν οι παππούδες σου;
Απ' όσο θυμάμαι, όχι. Δηλαδή και κάποιες ιστορίες, που έλεγαν μαζί ο μπαμπάς μου και ο παππούς μου, εντάξει ο μπαμπάς μου μπορεί να διόρθωνε τον παππού μου σε κάτι γιατί μπορεί να μην το θυμόταν καθαρά. Έχει πόσα χρόνια που είχαν περάσει. Αλλά κάτι πολύ τετριμμένο, ότι ας πούμε, ξέρω γω, πήγαμε πρώτα σε εκείνο το χωριό, μετά στο άλλο το χωριό με τη μηχανή, και τότε έγινε το συμβάν που έλεγες. Δεν έγινε το πρωί, έγινε το βράδυ, κάτι τέτοιο. Δεν είναι ότι είχαν διαφωνίες στο πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα.
Ωραία. Υπάρχει κάτι άλλο που θες να προσθέσεις; Που βγαίνει από μέσα σου, κάτι που θες να πεις τώρα;
Όχι κάτι συγκεκριμένο. Μου άρεσε βασικά που βρήκα την ευκαιρία πάλι να μιλήσω για όλο αυτό και σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
Εγώ σε ευχαριστώ.
Κάτι τελευταίο, ότι αυτές οι ιστορίες με κάνουν πολλές φορές να σκέφτομαι ότι είμαι… Βασικά με κάνουν να σκέφτομαι ότι όντως, αν είχα χρονομηχανή, θα πήγαινα εννοείται στο παρελθόν, για να γνωρίσω τον «πρώτο» Γαβριηλίδη. Επίσης το γεγονός ότι τελικά... ότι είμαι ούτε μία τελεία, ούτε ένα σημείο στίξης στο τεράστιο βιβλίο που λέγεται Ιστορία του Ανθρώπου. Κι ότι, και το γεγονός ότι το πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα, μέσα σε δύο γενιές. Δηλαδή το ότι όταν γεννήθηκε ο παππούς μου, δεν είχαμε τηλεόραση, και τα αυτοκίνητα που είχαμε, ήταν κάτι κουτιά, ξέρω γω, με πέντε σίδερα πάνω. Δεν ήταν τα θηρία που έχουμε, τα υπερτεχνολογικά επιτεύγματα που έχουμε σήμερα. Δεν είχαμε καν τηλεοράσεις, και τώρα έχουμε ίντερνετ ταχύτητας πόσων gigabit. Το γεγονός ότι και οι γονείς μου, που δεν είναι και πολύ μεγάλοι σε ηλικία, είναι στα πενήντα, ότι όντως κι αυτοί έζησαν πολλά δύσκολα χρόνια σαν παιδιά και δεν είχαν τις ελευθερίες που είχα εγώ. Και το ότι τελικά η Ιστορία ίσως είναι ο καλύτερος δάσκαλος για να καταλάβουμε τον κόσμο. Αλλά η Ιστορία όπως, η αληθινή ιστορία, 'αληθινή ιστορία', η Ιστορία από αυτούς που την έζησαν. Ούτε από θεωρητικούς, ούτε από κανέναν. Δεν μειώνω τους ιστορικούς, γιατί οι ιστορικοί αυτό κάνουν. Παίρνουν όντως αληθινές μαρτυρίες και τις κάνουν αυτό. Πέρα από θεωρίες, υπάρχει όντως η εμπειρία αυτών που έζησαν αυτά τα πράγματα. Αυτό.
Πώς νιώθεις τώρα, μετά την αναδρομή;
Νιώθω πάρα πολύ ωραία. Πάρα πολύ ωραία.
Ωραία. Σε ευχαριστώ, πάρα πολύ.
Κι εγώ σ' ευχαριστώ πολύ, Κωνσταντίνε.
Summary
Ο Πέτρος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Θυμάται την πρώτη ιστορία που άκουσε από τον πατέρα του, σχετικά με την οικογένειά του. Αφορούσε το ταξίδι του προπάππου του, Ματθαίου Γαβριηλίδη, από το χωριό του στον Πόντο μέχρι την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του οποίου χωρίστηκε από την οικογένειά του. Ο Αφηγητής, στη διάρκεια των σπουδών του, έγινε μέλος του Συλλόγου Ποντίων Φοιτητών Ξάνθης, κι επειδή ήρθε σε επαφή και γοητεύτηκε από την παράδοση του τόπου του, άρχισε να αναζητά κι άλλες ιστορίες που τον συνέδεαν με την καταγωγή των προγόνων του. Μας λέει πόσο εντυπωσιάστηκε από αυτά που άκουγε, που ενώ φαίνονταν μακρινά, έγιναν μόλις λίγα χρόνια πριν γεννηθεί, καθώς και για τη σημασία του να μαθαίνεις και να συντηρείς την παράδοσή σου, όχι μόνο τις ατυχείς πτυχές της Ιστορίας, όπως είναι η Γενοκτονία των Ποντίων, αλλά και όλα όσα έχει να προσφέρει ο Ποντιακός Ελληνισμός.
Narrators
Πέτρος Γαβριηλίδης
Field Reporters
Κωνσταντίνος Καραΐσκος
Historical Events
Tags
Locations
Interview Date
21/02/2022
Duration
47'
Interview Notes
Ο Αφηγητής και ο Ερευνητής είναι φίλοι.
Summary
Ο Πέτρος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Θυμάται την πρώτη ιστορία που άκουσε από τον πατέρα του, σχετικά με την οικογένειά του. Αφορούσε το ταξίδι του προπάππου του, Ματθαίου Γαβριηλίδη, από το χωριό του στον Πόντο μέχρι την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του οποίου χωρίστηκε από την οικογένειά του. Ο Αφηγητής, στη διάρκεια των σπουδών του, έγινε μέλος του Συλλόγου Ποντίων Φοιτητών Ξάνθης, κι επειδή ήρθε σε επαφή και γοητεύτηκε από την παράδοση του τόπου του, άρχισε να αναζητά κι άλλες ιστορίες που τον συνέδεαν με την καταγωγή των προγόνων του. Μας λέει πόσο εντυπωσιάστηκε από αυτά που άκουγε, που ενώ φαίνονταν μακρινά, έγιναν μόλις λίγα χρόνια πριν γεννηθεί, καθώς και για τη σημασία του να μαθαίνεις και να συντηρείς την παράδοσή σου, όχι μόνο τις ατυχείς πτυχές της Ιστορίας, όπως είναι η Γενοκτονία των Ποντίων, αλλά και όλα όσα έχει να προσφέρει ο Ποντιακός Ελληνισμός.
Narrators
Πέτρος Γαβριηλίδης
Field Reporters
Κωνσταντίνος Καραΐσκος
Historical Events
Tags
Locations
Interview Date
21/02/2022
Duration
47'
Interview Notes
Ο Αφηγητής και ο Ερευνητής είναι φίλοι.