Age Restricted Interview
This interview is only available to users who are eighteen years old or over.
Τα έθιμα στο Καρπερό Γρεβενών
Segment 1
Ο αφηγητής και τα έθιμα της πρωτοχρονιάς
00:00:00 - 00:04:10
Partial Transcript
Καλησπέρα. Καλησπέρα σας. Πώς ονομάζεστε; Βαζούρας Ευθύμιος του Παναγιώτου. Είναι Παρασκευή 29 Απριλίου 2022, είμαι με τον Θύμιο Βαζο… βράδυ της Πρωτοχρονιάς, σαν ρεβεγιόν, όπως θέλεις πες το, το σημερινό που ‘χουμε τότε δεν λεγόταν ρεβεγιόν και τελείωνε η Πρωτοχρονιά.
Lead to transcriptSegment 2
Το έθιμο των Φώτων: «Κυριαλέσο»
00:04:10 - 00:11:36
Partial Transcript
Μετά πηγαίνουμε στα Φώτα. Και τα Φώτα τα καρναβάλια συνήθως ήταν τα ίδια, λίγο πιο διαφορετικά, γιατί έβαζαν και γινόταν κλέφτες, γινόταν δι…χεράδι, που το ‘λεγαν, το γουρούνι που έσφαζαν ήταν μεγάλο, πήγαιναν και τηγανιές και μαζευόταν όλοι μαζί και έτρωγαν το βράδυ τα Φώτα.
Lead to transcriptSegment 3
Οι αποκριές και τα πασχαλιάτικα έθιμα
00:11:36 - 00:18:19
Partial Transcript
Και από εκεί φεύγουμε, κορίτσι μου, ύστερα και πηγαίνουμε, πάμε στα... Αποκριές. Στις Αποκριές, το βράδυ στις Αποκριές ανάβουμε φωτιά στην π…υργία. Και έκλεινε η Διακαινήσιμη εβδομάδα, η εβδομάδα της Διακαινησίμου, που λένε, και από εκεί πάλι συνέχιζε η ζωή μέχρι το πανηγύρι.
Lead to transcriptSegment 4
Τα πανηγύρια του καλοκαιριού
00:18:19 - 00:20:45
Partial Transcript
Φτάναμε στο πανηγύρι, μαζεύονταν ο κόσμος, τότε έρχονταν και από τα χωριά, γιατί δεν ήταν η σημερινή κατάσταση που να μπορείς να έχεις τα αμ…ν μαλλιά, έπαιρναν κι αυτά και έτσι έκλεινε και το παζάρι με αυτόν τον τρόπο, με τα όργανα και με τις προμήθειες που έκαναν οι κάτοικοι.
Lead to transcriptSegment 5
Οι γιορτές των Αγίων και τα έθιμα των Χριστουγέννων
00:20:45 - 00:25:18
Partial Transcript
Ύστερα πάμε στου Αϊ-Δημήτρη. Και του Αϊ-Δημήτρη έβγαιναν και χόρευαν, ήταν μεγάλη γιορτή, όπως και ο Άγιος Γεώργιος το ίδιο, αλλά ο Αϊ-Γιώρ…θόρμητα που βγαίνουν από μένα... Εννοείται. Και δεν θέλω να προσθέσω ούτε να βάλω κάτι πρόσθετο που να μην έχει αξία. Έγινε, κορίτσι μου.
Lead to transcriptSegment 6
Οι Αποκριές και η Καθαρά Δευτέρα
00:25:18 - 00:29:06
Partial Transcript
Σήμερα... Ναι. Τη σήμερον ημέρα ποια από αυτά τα έθιμα έχουν επιβιώσει; Έχουμε τα «Κυριαλέσο», τα οποία δεν καταργούνται με τίποτα. Μπρο…ρνούσαμε στα σπίτια, περνούσε η βραδιά, δεν μαζεύαμε τίποτα τότε, δεν είχαμε τίποτα απολύτως, απλώς ήταν να περάσουν τα… δηλαδή τα εθίματα.
Lead to transcriptSegment 7
Τα γλέντια και το δημοτικό σχολείο
00:29:06 - 00:32:34
Partial Transcript
Σας έχει μείνει κάποιο συγκεκριμένο γλέντι στο μυαλό; Έτσι κάτι... Πολλά, κορίτσι μου. Πολλά; Πολλά, πολλά, πολλά. Τότε γινόταν πολύ καλ…έσια, δεν υπάρχει σε άλλο χωριό, κορίτσι μου. Πενταθέσιο δημοτικό σχολείο στο Νομό των Γρεβενών δεν υπάρχει, μόνο εμείς έχουμε στο Καρπερό.
Lead to transcriptSegment 8
Όταν ο κύριος Θύμιος πήγαινε σχολείο
00:32:34 - 00:36:18
Partial Transcript
Εσείς, όταν πηγαίνατε σχολείο, πώς ήτανε; Εμείς το πρωί, κορίτσι μου, σηκωνόμασταν, παίρναμε ένα ξύλο για σόμπα και το πηγαίναμε στο σχολε…, μαζί, το πήρε το απολυτήριο», ενώ δεν είχε ‘ρθει. Ο κόσμος με τον άλφα ή βήτα τρόπο επέζησε, κορίτσι μου.Αυτά είχα να σε πω, κορίτσι μου.
Lead to transcriptTags
Segment 9
Τα πασχαλιάτικα έθιμα
00:36:18 - 00:40:53
Partial Transcript
Σ’ όλα αυτά τα έθιμα που μας περιγράψατε συμμετείχατε ενεργά; Πάντα, από το ‘75, από το ‘74 πες το φθινόπωρο, μέχρι σήμερα και ακόμα είμαι…μως θα έχει πορτοκαλάδα, γλυκά, κέικ και διάφορα γλυκά, και θα περάσει η μέρα. Αν έχεις τίποτα άλλο να με ρωτήσεις καλώς, αν δεν έχεις.
Lead to transcriptSegment 10
Το έθιμο του Αγίου Χριστοφόρου
00:40:53 - 00:47:22
Partial Transcript
Κάναμε μία παράλειψη, κορίτσι μου, την οποία, με συγχωρείς, αλλά μέσα στα γενικά ξεχάστηκα. Έχουμε την… Μετά τα Φώτα είναι η κυριότερη γιορτ…σα στη ζωή, καλό τυχερό και να είσαι καλότυχη πάντα στη ζωή σου, πάντα κορίτσι μου, τίποτα άλλο δεν έχω να σε πω. Να ‘στε καλά. Ευχαριστώ.
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα.
Καλησπέρα σας.
Πώς ονομάζεστε;
Βαζούρας Ευθύμιος του Παναγιώτου.
Είναι Παρασκευή 29 Απριλίου 2022, είμαι με τον Θύμιο Βαζούρα στο Καρπερό Γρεβενών. Εγώ είμαι η Μυρτσιώτη Μαρία, ερευνήτρια στο Ιstorima, και ξεκινάμε. Θα μας πείτε λίγα λόγια για σας;
Τι να σου πω, γεννήθηκα στο Καρπερό, στα Γρεβενά κανονικά γεννήθηκα το 1948, αλλά είμαστε γραμμένοι όλοι στο Καρπερό και όπως και όλοι καταδικόμενοι τότε, καταδιωκόμενοι που ήταν, γυρίσαμε πάλι στο Καρπερό και πλέον είμαι κάτοικος Καρπερού από γεννήσεως, που λέμε, μέχρι σήμερα. Είμαι 74 χρονών, συνταξιούχος και κάθομαι στο Καρπερό. Τώρα έρχονται τα παιδιά μου, πάω εγώ εκεί, δεν έχω τίποτα άλλο, καμιά δραστηριότητα σήμερα.
Γιατί θα θέλατε να μας μιλήσετε;
Για ό,τι θέλετε, κορίτσι μου. Εγώ είμαι διατεθειμένος να μιλήσω για τα πάντα, για τα εθίματα που έχουμε εδώ, τα οποία, αν μπορείς, να τα καταγράψεις για να τα ‘χεις.
Ωραία, πείτε μου για τα έθιμα του χωριού μας.
Ξεκινάμε από Πρωτοχρονιά. Την Πρωτοχρονιά το πρωί οι γυναίκες σηκώνονται πρωί πρωί — —και σήμερα ακόμα, αλλά όχι στο βαθμό που ήταν παλιά—, άναβαν την φωτιά, άναβαν και έκαιγαν τη γάστρα, εν συνεχεία έφτιαχναν την πίτα, τη βασιλόπιτα, που λέμε, με πέτουρα την έκαναμε εμείς. Τα πέτουρα τα ‘χαν φτιαγμένα πιο μπροστά, φυσικά, και μετά έπαιρναν τυρί, την αρμύρα, που λέμε, δηλαδή το τυρόγαλο με τρίμματα τυριού, τα οποία τα έριχναν μέσα και έβαζαν και τα σημάδια, που λέμε, έβαζαν πρώτα το Σταυρό, που συμβολίζει το Χριστό, δεύτερο ένα τετράγωνο με ξυλαράκια, που συμβολίζει το σπίτι, ύστερα έβαζαν το ζευγάρι, ένα ζυγό, ο οποίος σήμαινε, ήταν τα βόδια, δηλαδή, τα άλογα, τι είχε ο καθένας. Μετά ήταν το κοπάδι, το μαντρί, ένα στρογγυλό πλεγμένο με αυτό, και το φλουρί, το φλουρί ήταν εκ των προτέρων, το βάζαν ανάμεσα στο σπίτι και στην περιουσία, δηλαδή στο ζευγάρι, εκεί το ‘βαζαν το φλουρί. Την έκοβαν την πίτα, συνήθως ο μεγαλύτερος της οικογένειας καθόταν εκεί, σταύρωνε την πίτα, έβγαζαν πρώτα το Χριστό, ύστερα τον τρανύτερο της οικογενείας, δηλαδή τον παππού, γιαγιά, και εν συνεχεία ο καθένας με την ηλικία του έπαιρνε το κομμάτι που τον αντιστοιχούσε. Καθόταν το μεσημέρι, έφτιαχναν και τηγανιά και καθόταν όλοι μαζί κι έτρωγαν. Μετά έβγαιναν έξω, γινόταν διάφορα καρναβάλια και έπαιρναν συνήθως τα δέρματα απ’ τα χοιρινά, τα γουρουνοτόμαρα που τα ‘λεγαν τότε παλιά, τα οποία τα ‘βαζαν —ήταν ακόμα μαλακά, δεν είχαν ξεραθεί—, τα ‘βαζαν στην πλάτη, έβαζαν στο κεφάλι διάφορα αυτά, άλλοι γινόταν αρκούδες, άλλοι γινόταν καμήλες, διάφορα αυτά, δεν είχαν… και έβγαιναν έξω και διασκέδαζε ο κόσμος με τρόπο σωστό και μετά έρχονταν και οι Μπουλάδες, οι Μπουλάδες ήταν και η Μπούλα. Ήταν ένα έθιμο, που κάποιον τον έβαζαν ένα κάπα, ας το πούμε, ταλαγάνι το λέγανε παλιά, είχε και κατσούλα από πάνω, το ‘βαζαν αυτό, τον έβαφαν, τον έβαζαν μουστάκια, για να συμβολίζει σαν τον Άγιο Βασίλη περίπου, τον έδωναν και το αντί από τον αργαλειό, που ύφαιναν οι γυναίκες, για να είναι ισχυρός με το αντί. Έβαζε και ένα αυτό, στάχτη εδώ, μία σακούλα με στάχτη, την κρεμούσε δίπλα από το ταλαγάνι του, τον έβαζαν τα κουδούνια, κυπριά, και γυρνούσε στο χωριό μαζί με τους νέους, οι οποίοι άλλοι κρατούσαν ένα κακάβι για να μαζεύουν αλεύρι, οι άλλοι άλλο κακαβάκι μικρό πάλι για να μαζεύουν κρέας, άλλοι να μαζεύουν λίπος και το βράδυ… Πολλοί έπαιρναν και λουκάνικα από πάνω, που τα ‘χαν κρεμασμένα ακόμα, γιατί δεν γίνονταν τότε εύκολα, δεν είχαν τα σημερινά αυτά να τα ξεράνουν, φυσιολογικά ξεραίνονταν. Αν μπορούσε κανένας έπαιρνε καμιά θηλιά λουκανίδα, που λέμε, και αυτά τα μάζευαν το βράδυ όλα μαζί τα παιδιά, έρχονταν τα κορίτσια, έφτιαχναν πίτες, τηγανιές, έπιναν και κρασί και καθόταν και διασκέδαζαν. Δηλαδή, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, σαν ρεβεγιόν, όπως θέλεις πες το, το σημερινό που ‘χουμε τότε δεν λεγόταν ρεβεγιόν και τελείωνε η Πρωτοχρονιά.
Μετά πηγαίνουμε στα Φώτα. Και τα Φώτα τα καρναβάλια συνήθως ήταν τα ίδια, λίγο πιο διαφορετικά, γιατί έβαζαν και γινόταν κλέφτες, γινόταν διάφοροι αυτοί και έριχναν χαράτσια, δηλαδή, ερχόταν σε αυτόν που είχε παράδες, ας το πούμε, και έλεγαν ότι: «Δώσε τόσα», τυπικά, άλλα τους έδιναν για να βγουν το βράδυ να κάνουν τη διασκέδασή τους, ένα ποσό. Το πρωί σηκωνόταν τα Φώτα τα παιδιά, η ώρα 6:30 περίπου, γιατί έχουμε το έθιμο το «Κύριε Ελέησον», το «Κυριαλέσο» κανονικά λέγεται, «Κυριαλέσο». Σηκώνονταν το πρωί 6:00 η ώρα, 6:30, έβγαιναν, δεν υπήρχε καφενείο τότε, γιατί δεν πήγαιναν τα παιδιά στο καφενείο κάτω από 18 χρονών. Πήγαιναν εκεί στο νάρθηκα της εκκλησίας από κάτω, καθόταν εκεί, έρχονταν[00:05:00] ο παπάς 7:00 η ώρα, 7 παρά, έβαζε «Ευλογητός» και έβγαινε στην ωραία πύλη με τα… πρώτα με τον σταυρό και το χτυπούσαν, τότε δεν είχαν παράδες, αλλά έλεγαν: «Εμείς σιτάρι». Ανάλογα, αυτός που είχε ζευγάρι καλό και χωράφια έδωνε και παραπάνω σιτάρι για την εκκλησία, αντί για χρήματα έδωναν σιτάρι. Ανάλογα, άλλος έλεγε: «Πενήντα ντενεκέδια σιτάρι», «πέντε ντενεκέδια», όποιος έδωνε το περισσότερο, έπαιρνε το σταυρό. Έκλεινε ο σταυρός, πήγαινε η βάπτιση, έπαιρναν και τη βάπτιση το ίδιο, με τον ίδιο τρόπο, και μετά πήγαιναν στις εικόνες, οι οποίες έλεγε ο καθένας ότι μπορούσε να δώσει, άλλος ένα ντενεκέ, άλλος μισό, άλλος δυο, ανάλογα, ανάλογα τι δυνάμεις είχε. Έπαιρναν αυτά τα εικονίσματα, χτυπούσαν οι καμπάνες φυσικά, έπαιρναν τα εικονίσματα και έφευγαν όλοι μαζί, έφερναν τρεις φορές γύρω γύρω από την Αγία Τριάδα, έβγαιναν έξω και ξεκινούσαν προς τον Άγιο Ταξιάρχη. Είναι ένα σαν εξωκλήσι, μέσα στον οικισμό είναι, αλλά εμείς το έχουμε σαν εξωκλήσι, δεν είναι ο κυρίως ναός και δεν ήταν ποτέ για το Καρπερό, γιατί παλιά εκεί ήταν και τα νεκροταφεία, στην άκρη στο χωριό. Πηγαίνουν εκεί σ’ αυτήν την εκκλησία, κάνουν το σταυρό τους, γυρίζουν τρεις φορές γύρω γύρω, φωνάζουν: «Κύριε Ελέησον» και εκεί γίνεται η κατανομή των ομάδων, γίνονται σε δυο ομάδες. Η μία πηγαίνει ανατολικά κι η άλλη δυτικά, ανάλογα με τα οικονομικά συμφέροντα που έχει καθένας. Άλλοι που έχουν τα μαντριά δυτικά και τα χωράφια θα πάν’ δυτικά, άλλοι που έχουν τα χωράφια και τα μαντριά ανατολικά θα πάν’ ανατολικά και από κει βγαίνουν σε ένα… από δυτικά βγαίνουν σε ένα εξωκλήσι που λέγεται «Άγιοι Πάντες». Βγαίνουν εκεί, φέρνουν τρεις φορές γύρω γύρω, χορεύουν και κάνα τραγουδάκι άμα είναι κατά κάποιο τρόπο καλός ο καιρός, να μην κρυώνουν. Καλά, γιατί όταν έχει χιόνι πολύ, αφού τρέχεις όλη την ώρα, θα χορέψεις κιόλας; Δεν μπορείς. Και από κει βγαίνει, το γκρουπ αυτό βγαίνει στον Άγιο Αθανάσιο. Το ίδιο και το άλλο γκρουπ, ξεκινάει από δω και πηγαίνει σε ένα εξωκλήσι, «Παλιοκλήσι» το λέμε εμείς σήμερα, φέρνουν και εκεί το ίδιο, αν πάλι οι ίδιες οι συνθήκες και γυρνούν στον Αϊ-Θανάση. Στο δρόμο όμως που περνούν, και οι μεν και οι δεν, τα ρέματα τ’ αγιάζουν με τις εικόνες, εκεί που θα πάει ο σταυρός δεν θα πάει η βάφτιση, θα πάει ξεχωριστά ο σταυρός και ξεχωριστά η βάφτιση, αγιάζουν τα νερά των ρεμάτων. Και από εκεί βγαίνουν μαζί όλοι στον Άγιο Αθανάσιο, το εξωκλήσι που είναι βόρεια απ’ τον οικισμό. Βγαίνουν εκεί, μαζεύονται, εκεί τους περιμένουν συνήθως οι ηλικιωμένοι, από 60, 55-60 χρονών κι απάν’, ανάλογα πόσο μπορεί ο καθένας να αντέξει με τον καιρό και την ηλικία που έχει. Μαζεύονται εκεί, ανάβουν φωτιά μεγάλη και περιμένουν τα παιδιά. Τότε δεν είχαν τίποτα, μόνο στραγάλια και τσίπουρα έπαιρναν, δεν είχαν αλλά αυτά να πάρουν, όπως σήμερα παίρνουν ουίσκια, παίρνουν κονιάκ, παίρνουν οτιδήποτε, ας πούμε, και πηγαίνουν φιστίκια. Στραγάλια και τσίπουρο είχαν. Έρχονταν τα παιδιά, τα ‘δωναν, χόρευαν όλοι μαζί, έφερναν γύρω γύρω από τον Άγιο Αθανάσιο τρεις φορές, φώναζαν: «Κύριε Ελέησον», άφηναν τα εικονίσματα στην άκρη και πηγαίναν στη φωτιά. Εκεί τα κερνούσαν, έλεγαν τα «Χρόνια Πολλά», κερνιόνταν τα παιδιά απ’ τους ηλικιωμένους και όλοι μαζί πιάνονταν στο χορό και ξεκινούσαν συνήθως με το χορό: Βρέχουν χιονίζουν τα βουνάκαι οι κάμποι χαλαζιώνουν (χαλάζι δηλαδή)κι η θάλασσα ταράζεταικαι η γης ανατρομάζει.Και όσα καράβια στο γιαλόόλα στην άκρη πάνε,μόνο ένα καράβι ελληνικόόλο στη μέση πάει.Και δεν σε φοβάμαι κυρ-Βοριάκαι σένα κυρ-Λιμπίσιε,έχω σκαρί από Μυρτιάκαι κατάρτι από σφεντάνι και τελειώνει, δηλαδή αυτό είναι το πρώτο τραγούδι και εν συνεχεία παίρνουν πολλά: Τόσον καιρό την ξενιτιά και όνειρο δεν είδα. Διάφορα τραγούδια. Από εκεί έρχονται στην Αγία Τριάδα, τα εικονίσματα, μόλις χτυπήσει η τρίτη καμπάνα και μετά από λίγο έρχονται, γιατί τώρα τα ειδοποιούν με τα κινητά τηλέφωνα ότι έφτασε η ώρα περίπου για να τελειώσει, γιατί ξέρουμε από κει μέχρι την Αγιά Τριάδα σήμερα κάνουν περίπου ένα τέταρτο, απ’ τον Άγιο Αθανάσιο στην Αγιά Τριάδα κάνουν ένα τέταρτο φωνάζοντας στο δρόμο: «Κύριε ελέησον, Κυριαλέησον. Κυριαλέσο», όχι «Κύριε ελέησον», «Κυριαλέσον, Κυριαλέσον». Και έβγαιναν τότε —και τώρα λίγα είναι τα παιδιά—, έβγαιναν οι γυναίκες με τα μικρά τα παιδιά, τα ‘ριχναν στο δρόμο και περνούσαν τα εικονίσματα από πάνω, δηλαδή να τα βοηθήσει ο Θεός τα παιδιά τα μικρά. Έρχονταν στην εκκλησία, έφερναν πάλι γύρω γύρω τρεις φορές, φώναζαν: «Κύριε Ελέησον» και περίμεναν έξω, αν ήταν καλός ο καιρός, για να γίνει η βάφτιση. Έβγαινε έξω ο παπάς, που συνήθως τις περισσότερες φορές, επειδή δεν είμαστε και πολύ ορεινό χωριό, είμαστε σε ένα υψόμετρο κανονικό περίπου των 500 μέτρων, που δεν πιάνουν 500, 500 μέτρων από τη θάλασσα και είναι και κάμπος και έχουμε καλό καιρό συνήθως τα Φώτα, σπάνιες φορές θα έχουμε χιόνια και γίνεται έξω η βάπτιση. Τελειώνοντας η βάφτιση και απολονάει η εκκλησία, περνάμε όλοι μαζί από ένας ένας, χαιρετάμε τις εικόνες και[00:10:00] ο καθένας πηγαίνει στο σπίτι του. Τα παιδιά μεν παίρνουν το σταυρό και τη βάφτιση και γυρίζουν στο χωριό, πάλι με ένα κακάβι στο χέρι ο ένας, ο άλλος… Τρία κακάβια, δηλαδή, να μάσουν, αλεύρι —όχι σήμερα, τότε—, να μάσουν πάλι αλεύρι, κρέας ή λουκάνικα και λίπος, λίπος μάζευαν τότε, και λίπος, και έφτιαχναν τις πίτες και τηγανιτές και αυτά και έτρωγαν το βράδυ, πάλι έπιναν κρασί κι έτρωγαν. Τότε όμως είχαν και το εξής έθιμο. Αφού έτρωγαν, δηλαδή γινόταν οι πίτες και αυτά, οι αρραβωνιασμένοι και οι φρεσκοπαντρεμένοι, δηλαδή που δεν έκλειναν χρόνο, πήγαιναν υποχρεωτικά στα εικονίσματα, ήταν αυτό το έθιμο. Εκεί, προτού φτάσουν στα ρέματα, έτρεχαν οι φρεσκοαρραβωνιασμένοι και οι φρεσκοπαντρεμένοι να μην τους πιάσουν και τους βάλουν στο ρέμα, τους έπιαναν όλοι, δεν γλίτωνε κανένας, και εκεί που περνούσαν στο ρέμα τους έλεγαν: «Τάξε, διαφορετικά θα σε βρέξουμε». Και έταζε και έλεγε: «Μία κότα, μία πίτα, κρασί, μία τραμαντζάνα κρασί», ανάλογα με τις δυνάμεις που είχε, «δυο τραμαντζάνες κρασί». Και έτσι και αυτά μαζευόταν πρόσθετα στο τραπέζι και γινόταν το βράδυ το γλέντι πάλι, όπως είπαμε, με τα κορίτσια και με αυτά, γινόταν το γλέντι και πήγαινε μέχρι το πρωί. Συνήθως τα Φώτα κρατούσε πολύ περισσότερο απ’ την Πρωτοχρονιά, να μη σου πω και το διπλάσιο ακόμα, γιατί είχαν πιο πολλά, ήταν και αρραβωνιασμένοι, ήταν και φρεσκοπαντρεμένοι, οι αρραβωνιάρες. Οι γυναίκες πήγαιναν και αυτές, γιατί αυτές έφτιαχναν τις πίτες, έψηναν τις κότες, όλα τα… άλλος έβαζε και τηγανιές, άμα είχε, ήταν και μικρή οικογένεια και είχαν μεγάλο χεράδι, που το ‘λεγαν, το γουρούνι που έσφαζαν ήταν μεγάλο, πήγαιναν και τηγανιές και μαζευόταν όλοι μαζί και έτρωγαν το βράδυ τα Φώτα.
Και από εκεί φεύγουμε, κορίτσι μου, ύστερα και πηγαίνουμε, πάμε στα... Αποκριές. Στις Αποκριές, το βράδυ στις Αποκριές ανάβουμε φωτιά στην πλατεία, από ανέκαθεν, όχι από τώρα, ανάβουμε φωτιά στην πλατεία και μαζεύονταν οι άντρες και χόρευαν γύρω γύρω κι έλεγαν διάφορα τραγούδια, με αισχρόλογα, ας το πούμε. Δηλαδή, της ανοίξεως, αυτά τα περί αναγεννήσεως του πληθυσμού και της φύσεως κι έλεγαν τέτοια και μαζεύονταν και γυναίκες, άνδρες και γελούσαν και έλεγαν χίλια δυο πράγματα, περνούσαν καλά. Το πρωί γινόταν και ρουγκατσάρια διάφορα με —όπως είπαμε—, με κρεβατόγυρους έπαιρναν τότε και έφτιαχναν φουστανέλες, χολέβια, δεν ήταν τότε —με συγχωρείτε— τα βρακιά, αυτά τα άσπρα που βάζουν τώρα, αλλά ήταν ποδόγυροι από τις γυναίκες που έβαζαν, γύρω γύρω στα κρεβάτια έβαζαν κάτι άσπρες, κοντά, αυτά τα ‘βαζαν, τα ‘φτιαχναν σαν κάλτσες εδώ, έβαζαν, και αυτά τα ‘φτιαναν και φουστανέλες και έβγαιναν, ε, διάφορα, να δείξουν άλλος γίνονταν αστυνόμος, άλλος αξιωματικός, διάφορα πράγματα, άλλος κλέφτης, διάφορα... χίλια δυο πράγματα. Ό,τι σοφίζονταν ο καθένας, γκαμήλα, έβγαιναν και περνούσαν το βράδυ ωραία. Κι από κει πηγαίναμε στην Πασχαλιά ύστερα, το μεγάλο ατού της περιοχής. Την πασχαλιά τα πρώτα αυτά που ήταν, ήταν απ’ τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ. Τελείωνε η… Την Κυριακή των Βαΐων πρώτα, πρώτα είναι —με συγχωρείτε, ξέχασα, κορίτσι μου—, πρώτα ήταν η Κυριακή των Βαΐων. Το Σάββατο του Λαζάρου τα κορίτσια έβγαιναν, γινόταν Λαζαρίνες και πήγαιναν στα σπίτια. Και αυτές μάζευαν, αλλά συνήθως καλαμπόκι, αβγά και διάφορα, άλλος έδινε καραμέλες και χίλια δυο πράγματα, δηλαδή ό,τι είχε, άλλος κάστανα, καρύδια, ό,τι είχαν αγορασμένα, ας πούμε, αλλά συνήθως καρύδια, αμύγδαλα και γλυκά. Τις έδωναν τις Λαζαρίνες, τραγουδούσαν, είχαμε και πολλά τραγούδια τις Λαζαρίνες, πολλά τραγούδια και έτσι περνούσε κι η μέρα. Ντυμένες όμως οι κοπέλες με παραδοσιακές στολές, όχι όπως είναι σήμερα, με παραδοσιακές στολές. Και την ημέρα των Βαΐων γινόταν η εκκλησία και έβγαιναν έξω από την Αγία Τριάδα και στήνονταν στο χορό όλοι, γυναίκες και άνδρες, δύο χοροί, μπορεί και τρεις, αλλά συνήθως δυο χοροί, γιατί ήταν πολλοί, ήταν μεγάλο το χωριό, χίλια οχτακόσια άτομα, έβγαιναν και χόρευαν και ξεκινούσαν συνήθως με το τραγούδι: Πανηγυρίτσι γίνεται μπροστά στην Αγιά Τριάδα. Και εν συνεχεία έπαιρναν… όλα τα τραγούδια που έπαιρναν ύστερα ήταν για την απελευθέρωση της Ελλάδος, δηλαδή για να μυήσουν τον πληθυσμό για την απελευθέρωση. Ξεκινούσαν από την «Αγγελίνα», που προκαλούσε τον Τούρκο να βαφτιστεί, δηλαδή χόρευε η Αγγελίνα μπροστά και ήταν ωραία και ο Τούρκος έλεγε: Κύριέ μ’ να ‘μαν κι εγώ Ρωμιός, να ‘μαν και βαφτισμένος,να πάω να πιάσω το χορό μπροστά απ’ την Αγγελίνα. Τα ‘λεγε ο Τούρκος απ’ το σαράι που κοιτούσε από ψηλά, δηλαδή τον προκαλούσαν και τον Τούρκο, όχι μόνο να ξεσηκωθεί ο ελληνισμός, αλλά να γίνει και χριστιανός και δεν το… και το πέτυχαν. Εμείς εδώ πέρα έχουμε εικόνα από τον Σελίμ Μπέη, που είχαμε στο Καρπερό, της Αγίας Τριάδας, δώρο, την οποία μπορείς, κορίτσι μου, να πας στην εκκλησία να τη βγάλεις φωτογραφία και να την έχεις. Είναι εικόνα μεγάλη, η οποία είναι και βαριά, δεν μπορούσαμε να πάρουμε αυτήν… Ο γερότερος άνδρας έπαιρνε αυτήν κι έβγαινε στα εικονίσματα. Έβγαιναν, χόρευαν έξω, έλεγαν: «Για δες καμάρι που φορεί του Ρήγα η θυγατέρα». Αυτό σήμαινε ότι όλα τα κορίτσια του ελληνισμού να γίνουν θυγατέρες του Ρήγα, δηλαδή να είναι επαναστατημένες.[00:15:00] Είχαν τραγούδια πολύ ωραία, ήδη τ’ άλλο: Από πέρα απ’ του Βαρλάμη από δώθε απ’ το ποτάμικάθονταν Ρωμιός και Τούρκος.Τον Ρωμιό τον ‘λέγαν Γιάννη και τον Τούρκο Σουλιμάνη.– Δωσ’ μου, Γιάννη, την Βαϊούλανα την κάνω Τουρκοπούλα.– Δεν τη δίνω τη Βαϊούλανα την κάνεις Τουρκοπούλα,στην εκκλησιά να μην πααίνει, το σταυρό να μην τον κάνει. Δηλαδή, έδιναν και την άρνηση, αν πήγαινε κάποιο κορίτσι να αγαπηθεί, γιατί τα νιάτα είναι νιάτα, δεν κοιτούν και θρησκεία αλλά και υπηκοότητα, ας πούμε. Και έφταναν σε αυτό το σημείο ότι: «Δεν θα πας να αγαπήσεις Τούρκο». Και διάφορα τραγούδια, έχουμε κι άλλα πολλά, έτσι. Δεν είπαμε όμως για… αυτό είναι των Βαΐων. Και από κει πάμε στη Μεγάλη Παρασκευή. Η Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μετά τα εγκόσμια, τα εγκόσμια που ψέλνονται και τελειώνει η εκκλησία, οι κοπέλες πήγαιναν στο σπίτι και άδειαζαν τα νερά όλα που είχαν, το νερό που είχαν το ‘χυναν έξω, δεν το χρησιμοποιούσαν αυτό το νερό, γιατί ήταν νεκρικίσιο, που λέν’. Και πήγαιναν στις βρύσες, που ήταν έξω απ’ το χωριό, μαζευόταν στη μια την βρύση δεκαπέντε είκοσι κορίτσια, στην άλλη δεκαπέντε είκοσι κορίτσια και ξεκινούσαν το τραγούδι. Είχαμε δύο βρύσες εδώ —δεν θέλω να ονομάσω την μία πώς λέγεται—, η μία λέγεται «Πούστης» και η άλλη η «Μπαραλέτσι». Πήγαιναν άλλες στον Πούστη και άλλες στο Μπαραλέτσι, αρχινούσαν τραγούδια πασχαλιάτικα, δηλαδή τραγουδούσαν τραγούδια της Ανάστασης. Ήταν όλα ωραία, μέχρι που πήγαιναν έπαιρναν το νερό, γέμιζαν, πότε να περιμένουν όλες να γεμίσουν, τραγουδούσαν εκεί όλα τα κορίτσια και μετά γύριζαν στο σπίτι και από ένα ένα πήγαινε στο σπίτι του, σταματώντας και το τραγούδι η καθεμία ανάλογα που είχε το σπίτι. Και έρχονταν η Μεγάλη Παρασκευή. Το Μέγα Σάββατο γινόταν οι ετοιμασίες για την Ανάσταση. Το βράδυ πήγαιναν στην Ανάσταση, τελείωνε, δεν είχαν... πήγαιναν στο σπίτι, έτρωγαν, σούπα την έφτιαναν τότε, τώρα τη λέμε μαγειρίτσα, τέλος πάντων. Δηλαδή, μια σούπα έτρωγαν εκεί και το πρωί σηκωνόταν και τότε γινόταν και δεύτερη Ανάσταση για τους τσομπαναραίοι, δηλαδή τους βοσκούς, που λέμε. Αυτοί δεν μπορούσαν το βράδυ να αφήσουν τα κοπάδια τους και να ‘ρθουν. Το πρωί ο παπάς —τώρα δεν έχουμε το πρωί συνήθως λειτουργία—, τότε το πρωί ο παπάς σηκωνόταν κατά η ώρα 8:00-8:30, χτυπούσε την καμπάνα και έκανε κι άλλη Ανάσταση. Δηλαδή, για να μπορέσουν και οι βοσκοί, για να είναι, να αισθανθούν και αυτοί τον καλό το λόγο, έτσι το έλεγαν την Ανάσταση, δηλαδή το «Χριστός Ανέστη» το ‘λεγαν τον καλό το λόγο. Κι από κει πάλι στήνονταν οι γυναίκες στο χορό μπροστά στην Αγιά Τριάδα και το απόγευμα της Κυριακής πάλι χορό, Δευτέρα το Πάσχα χορό και συνέχιζε μέχρι την Κυριακή του Θωμά. Σε όσες λειτουργίες γινόταν είχαμε τα ξωκλήσια, όπως είπαμε τον Άγιο Ταξιάρχη, πήγαιναν εκεί, γινόταν η λειτουργία, χόρευαν, πηγαίναν στο Χριστό στον Άγιο Αθανάσιο και εκεί χόρευανε, πήγαιναν στο Γκουμπλάρι πέρα, είναι ο Άγιος Γεώργιος, και εκεί χόρευαν, από εκεί έρχονταν στον Άγιο Θανάση, τελευταία πάντα γινόταν ο Άγιος Αθανάσιος, επειδή ήταν στην άκρη στο χωριό και δεν είχε πρόβλημα από καιρό. Δηλαδή, και να βρέχει και να… είναι κοντά στο χωριό, μπορούν να πάει ο κόσμος και να παρακολουθήσει την λειτουργία. Και έκλεινε η Διακαινήσιμη εβδομάδα, η εβδομάδα της Διακαινησίμου, που λένε, και από εκεί πάλι συνέχιζε η ζωή μέχρι το πανηγύρι.
Φτάναμε στο πανηγύρι, μαζεύονταν ο κόσμος, τότε έρχονταν και από τα χωριά, γιατί δεν ήταν η σημερινή κατάσταση που να μπορείς να έχεις τα αμάξια και να πηγαίνεις κάθε εβδομάδα και να κρύβεται ο συγγενής, αντί να βγαίνει να σε δεχτεί, κρύβεται γιατί σε έχει τόσες, τόσες πολλές φορές. Δεν ήταν μόνο αυτό, είχαν και τα άλογα, είχαν τα γαϊδούρια, έρχονταν τα μουλάρια, έρχονταν μ’ αυτά, γιατί δεν είχε τότε λεωφορεία, πήγαιναν τα ‘δωναν σανό, το ένα το άλλο, έτρωγαν και αυτά, και ήταν και οι συγγενείς. Άλλοι μπατζανάκηδες, δηλαδή αδερφές, ας πούμε, πήγαιναν εκεί, άλλοι ξαδέρφια, πήγαιναν το πρωί στη λειτουργία, έβγαιναν έξω χόρευαν, γυρνούσαν στο σπίτι, συνήθως έσφαζαν και τότε. Άλλος έσφαζε αρνί, άλλος κατσίκι, άλλος καμιά γίδα παχιά, στείρα, για να φτιάξουν το φαγητό τους στο πανηγύρι και χόρευαν κιόλας το βράδυ, συνήθως έφερναν και όργανα. Εμείς δεν είχαμε ποτέ οργανοπαίχτες στο Καρπερό, πάνω μας έρχονταν απ’ την Κατάκαλη, παίρναμε απ’ το Αγιόφυλλο, γιατί αυτά είχανε… η Δεσκάτη, αυτά είχαν όργανα, εμείς δεν είχαμε εδώ στο Καρπερό, δεν είχαμε οργανοπαίχτες ποτέ. Χόρευαν και τελείωνε και το πανηγύρι. Τώρα έγινε και ένα άλλο έθιμο για το 18-19 Αυγούστου, το παζάρι που κάνουμε. Αυτό είναι τριήμερο, ήταν εμποροζωοπανήγυρις, δεν ήταν, όπως το λέμε, σήμερα παζάρι κι αυτά, ήταν εμποροζωοπανήγυρις. Έφερναν ό,τι ζώα είχαν εδώ για να τα πουλήσουν, είτε μανάρια είτε καναράδες, που έλεγαν, είτε παλιοπρόβατα, είτε βόδια, είτε αγελάδια, ό,τι ό,τι ήταν για να πουλήσουν από ζώα, άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, ό,τι ό,τι ό,τι ήταν, απ’ όλα τα[00:20:00]… Και γινόταν η εμποροζωοπανήγυρις τρεις μέρες, δίπλα από το χωριό νοτιοανατολικά, εκεί που είναι σήμερα το δημοτικό σχολείο, εκεί γινόταν η εμποροζωοπανήγυρις για τρεις ημέρες. Ερχόταν όμως και όργανα στο χωριό, χόρευε ο κόσμος, γλεντούσε. Οι γυναίκες συνήθως τότε έπαιρναν από δω απ’ το παζάρι του Καρπερού, συν τοις άλλοις που έπαιρναν παπούτσια, ρούχα, κι αυτό, έπαιρναν και μαλλιά για να κάνουν το προικιό της θυγατέρας και ακόμα ακόμα και του σπιτιού, τι έλειπαν, κιλίμια, βελέντζες, πατάκια, οτιδήποτε. Και έπαιρναν και μαλλιά από εδώ, έρχονταν αυτοί που πουλούσαν μαλλιά, συνήθως Βλάχοι ήταν, γιατί είχαν πολλά πρόβατα, έρχονταν εδώ και πουλούσαν μαλλιά, έπαιρναν κι αυτά και έτσι έκλεινε και το παζάρι με αυτόν τον τρόπο, με τα όργανα και με τις προμήθειες που έκαναν οι κάτοικοι.
Ύστερα πάμε στου Αϊ-Δημήτρη. Και του Αϊ-Δημήτρη έβγαιναν και χόρευαν, ήταν μεγάλη γιορτή, όπως και ο Άγιος Γεώργιος το ίδιο, αλλά ο Αϊ-Γιώργης συνήθως έπεφτε στο Πάσχα μέσα και πνιγόταν με τα αυτά… ξεχωριστά τραγούδια μεν, αλλά πνιγόταν απ’ την γιορτή των Πασχαλόγιορτων, που λέμε. Του Αϊ-Δημήτρη πάλι μαζεύονταν, χόρευαν, διασκέδαζαν, πάλι κυρίως οι νέοι. Πάλι έσφαζαν κάτι, έτρωγαν και πάμε ύστερα στα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα ήτανε ολόκληρη τελετή για το γουρούνι. Συνήθως το έσφαζαν το γουρούνι, πολύ σπάνια τ’ Αϊ-Κολέντρι, ή τις 23, τις 22, τις 20, ανάλογα πώς τον βόλευε τον καθένα, κορίτσι μ’, για να μπορεί να διαχειριστεί μέχρι τα Χριστούγεννα το λίπος, το κρέας να το τακτοποιήσει, γιατί τότε δεν υπήρχαν και ψυγεία. Το ‘βαζαν το κρέας στο αλάτι, ‘ρίχναν κάδες, το ‘στρωναν μία στρώση, έριχναν αλάτι, ξανά, συνήθως έβγαζαν τα κόκαλα, γιατί τα κόκαλα μύριζαν, ας είχε αλάτι, έβγαζαν τα κόκαλα ή αν είχαν κόκαλα τα ‘βαζαν στην άκρη, σε άλλο αυτό πάλι με αλάτι, αλλά τα ‘βαζαν σε ένα άλλο, με άλλη κάδη, πυθάρι —όπως θέλεις πες το— για να το φάνε πιο γρήγορα, γιατί τα κόκαλα μυρίζουν, δεν κρατούν, ενώ το ψαχνό το κρατούσαν και ένα μήνα, και ενάμιση, ανάλογα, επειδή ήταν και κρύος ο καιρός, το ‘χαν έξω. Σάμπως και πού είχαν φωτιά κανονική; Εν πάση περιπτώσει, το κρατούσαν έξω απ’ το σπίτι, συνήθως στα μαγειριά, σ’ αυτά που είχαν πιο πολύ κρύο, είχαν και το αλάτι, και κρατούσε περίπου μέχρι το Φεβρουάριο μήνα εκεί μέσα, αρχές Φεβρουαρίου, γιατί ύστερα έμπαιναν οι ζέστες και δεν κρατούσε, γι’ αυτό. Έφτιαχναν και τον καβουρμά, ήτανε… την έκαναν τηγανιά, μαζί με το λίπος έβραζαν και κομμάτια ψαχνά, αλλά και λιπαρά. Τα ψαχνά τα ‘βαζαν καβουρμά για να φτιάνουν φαγητό, έστω και το Μάιο ακόμα, και τα λίπη αυτά που είχαν τα ‘φτιαχναν συνήθως σε αυτούς που δούλευαν στο ζευγάρι, στα πρόβατα που πήγαιναν και όλη μέρα περπατούσαν, για να μπορέσει να κρατήσει ο οργανισμός από λίπος, γιατί τότε το λάδι ήταν δυσεύρετο, δεν μπορούσες να βρεις λάδι, και έτσι είχαν το λίπος. Και αυτό το κρέας και το παχύ, που έβγαζαν από την κοιλιά, και το έφτιαχναν καβουρμάδες και το παχύ και το… Αλλά το ψαχνό το είχαν συνήθως να φτιάνουν και στο σπίτι να τρών’, αλλά και στο ζευγάρι που πήγαιναν, αλλά και το λιπαρό συνήθως το ‘τρωγαν έξω. Δηλαδή, αυτός που δούλευε, όργωνε και έκανε και αυτός που ήταν στα πρόβατα, το λιπαρό. Το υπόλοιπο στα παιδιά και αυτά έδιναν το ψαχνό. Μετά γινόταν οι τσιγαρίδες, τηγανιές, κρασί, τραγούδια, ξεφάντωμα όλοι και την ουροδόχο κύστη, που λέμε, του χοίρου την έπαιρναν οι παππούδες συνήθως, έπαιρναν και… δηλαδή κορμό από βρίζα, από σιτάρι που είναι κούφιο, το ‘βαζαν μέσα και γιατί τότε δεν είχαν καλαμάκια και αυτά να φουσκώσουν, το ‘βαζαν και φούσκωναν την φούσκα, δεν το ‘φτιαναν φούσκα που έλεγαν τότε, γιατί αυτό ήταν μπάλα, το τόπι που λέμε σήμερα, εμείς το αγοράζουμε σήμερα. Τότε δεν είχαν να αγοράσουν, το ‘φτιαχναν αυτό και έπαιζαν τα παιδιά, το έδεναν καλά από πάνω να μην φεύγει ο αέρας και έπαιζαν τα παιδιά. Κρατούσε τρεις τέσσερις μέρες, ανάλογα πόσο το πίεζαν τα παιδιά, άμα το πίεζαν και πολύ τρυπούσε και την πρώτη την ημέρα, γιατί δεν είχε και αυτά τους δρόμους που έχει σήμερα, είχε χαλίκια, είχε διάφορα αυτά, ξύλα κι αυτά. Μαζεύονταν αυτοί που έσφαζαν το γουρούνι, έτρωγαν εκεί, τραγουδούσαν, περνούσε η μέρα τους. Άλλοι το ’καναν τις 23, άλλοι τις 22, άλλοι τις 20, ανάλογα με το αυτό που είχαν. Την ημέρα τα Χριστούγεννα έβγαιναν πάλι έξω, γινόταν διάφορα καρναβάλια πάλι, γιατί… Τα Ρουγκατσάρια τα ξεχάσαμε να πούμε, τέλος πάντων, πέρασε αυτό. Τα Ρουγκατσάρια τα ‘καναν την Αποκριά, που όπως είπαμε έβγαιναν και τραγουδούσαν κι αυτά και ήταν ντυμένοι, αυτά γινόταν σε μεγάλο βαθμό γιατί τα λέγαμε Ρουγκατσάρια. Αυτό είναι για τις Αποκριές, αλλά τούτο εδώ και τούτο εδώ γινόταν όπως την Πρωτοχρονιά, στο ίδιο στυλ περίπου, με διαφορετικά, άλλα εθίματα, άλλα… Δηλαδή, αν έκαναν τώρα την αρκούδα, ύστερα μπορεί να ‘καναν τον καπετάνιο, ύστερα μπορεί να κάναν τον αστυνόμο, δηλαδή ήταν διάφορα αυτά, άλλος να κάνει τον κλέφτη. Ήταν διάφορα καρναβάλια που ‘καναν, ό,τι σοφίζονταν ο καθένας. Και περνούσε και η μέρα των Χριστουγέννων, έβγαιναν έξω, πάλι, τραγουδούσαν το πρωί τα κορίτσια εκεί, και[00:25:00] περνούσε η μέρα των Χριστουγέννων και έκλεινε πλέον όλος ο χρόνος με διάφορες τελετές. Τώρα, αν ξεχάσαμε και καμία, κορίτσι μου, αυτά είναι όλα αυθόρμητα που βγαίνουν από μένα...
Εννοείται.
Και δεν θέλω να προσθέσω ούτε να βάλω κάτι πρόσθετο που να μην έχει αξία. Έγινε, κορίτσι μου.
Σήμερα...
Ναι.
Τη σήμερον ημέρα ποια από αυτά τα έθιμα έχουν επιβιώσει;
Έχουμε τα «Κυριαλέσο», τα οποία δεν καταργούνται με τίποτα. Μπροστά από τον κορονοϊό είχαμε και τα... Φωτιές στα καρναβάλια, γινόταν Ρουγκατσάρια γυναίκες και εγώ ντύθηκα πολλές φορές, ντύθηκα. Μια χρονιά έφτιαξάμε και Carolain εδώ, πότε έπαιζε το έργο Carolain, τις Αποκριές. Γινόταν διάφορα εθίματα, άλλος καρναβάλι, έτσι, άλλος αλλιώς, άλλος παπάς θυμιάτιζε, άλλος στεφάνωνε, δηλαδή διάφορα καρναβάλια και γενικά είχαμε το χορό το βράδυ —σε είπα πρωτύτερα—, λέγαμε και τα αισχρόλογα, αυτό γινόταν συνήθως τις Αποκριές. Κι αυτά έμειναν μέχρι τώρα, αλλά τώρα δεν ξέρω αν θα συνεχίσουμε, κορίτσι μου. Φέτος η αποκριά πάλι χάθηκε, γιατί ήταν απαγορευμένο, τώρα του χρόνου θα δούμε. Εμείς πάντως είμαστε πρόθυμοι οι ηλικιωμένοι να ξεκινήσουμε πάλι, αν θελήσουν τα παιδιά να προχωρήσουν. Γιατί εσείς οι νέοι έχετε άλλα ενδιαφέροντα τώρα, για σας είναι καφετέρια είναι… Βγαίνετε μεν, κοιτάτε, γιατί βλέπαμε και πιο μπροστά απ’ τον κορονοϊό ότι κορίτσια, γυναίκες, ηλικιωμένοι, ηλικιωμένες έβγαιναν έξω κι αυτές και άκουγαν αυτά. Εδώ εγώ ήμαν συνήθως αυτός που παρακινούσε στα τραγούδια και τα οποία και τα ξέρω σχεδόν όλα. Παραδείγματος χάρη, ρωτούσα τις γυναίκες: «Θέλετε να τα πούμε όπως είναι ή να τα βάλουμε παραλλαγή;». «Όχι, όχι, θα τα πεις όπως είναι κανονικά». Και ξεκινούσαμε το χορό δεκαπέντε είκοσι άντρες και τραγουδούσαμε κανονικά όπως είναι τα… αισχρόλογα μεν, αλλά έπρεπε να ειπωθούν και τα λέγαμε. Μετά από κει πηγαίναμε στο... ο καθένας στις ταβέρνες, τρώγαμε, πίναμε και περνούσε η βραδιά των Απόκριων. Και ξημερώναμε Καθαροδευτέρα, έπαιρνε ο καθένας ό,τι είχε, τότε δεν έψηναν και δεν έκαναν, τώρα είναι φυσικά. Ψένουμε το πρωί άλλος κατσίκι, άλλος κεμπάπ, άλλος κοτόπουλα, ό,τι ό,τι τον βολεύει τον καθένα την μέρα της Καθαροδευτέρας. Εμείς ψένουμε εδώ οι περισσότεροι, δεν την κρατούμε την Καθαροδευτέρα, όπως κρατούν δηλαδή νηστεία και το ένα και τ’ άλλο. Γιατί το θεωρούμε ότι καθαρνούμε ό,τι έμεινε, η Καθαροδευτέρα καθαρνάει ό,τι έμεινε από της Αποκριάς το βράδυ, δηλαδή κρέατα και αυτά τα καθαρνάει όλα η Καθαροδευτέρα. Άλλοι το ‘χουν ότι την Καθαροδευτέρα τρώνε νηστίσιμα, εμείς εδώ τρώμε κανονικά. Και δεν έχουμε και θαλασσινά, κορίτσι μου. Μην κοιτάς τώρα που μετακινούνται με τα αυτοκίνητα κι αυτά, τότε δεν μπορούσες, πού να πας να βρεις θαλασσινό; Έπρεπε να πας στην Καλαμπάκα που είχε ψυγείο και να του ‘φερνες για τις Αποκριές, τις Αποκριές ήταν κλειστό, γιατί, άμα το κρατούσες εδώ πέρα τρεις μέρες, τέσσερις το χταπόδι ή οτιδήποτε άλλο, θα βρωμούσε, δεν μπορείς να το κρατήσεις, γι’ αυτό εμείς είχαμε τα κρέατα. Αυτά περίπου είναι, κορίτσι μου, δεν έχω άλλα να προσθέσω. Σε είπα, αν κάναμε και καμιά παράλειψη, συγχώρεσέ με. Καλό σου βράδυ, κούκλα μου.
Τι ντυνόσασταν συνήθως εσείς;
Ε;
Τι ντυνόσασταν στις Απόκριες;
Εγώ ντύθηκα μια φορά παπάς, την άλλη χρονιά ντύθηκε ο Αντρέας ο Στυλόπουλος, άλλη χρονιά εγώ ήμαν καουμπόης, ανάλογα δηλαδή τι ντύνονταν ο καθένας, χίλια δύο πράγματα. Άλλος γινόταν αρκουδιάρης, έπαιρνε έναν νταϊρέ, βάφονταν και χτυπούσε. Έφτιαχναν δε μια αρκούδα, ντύνονταν με φλοκάτη, βελέντζα, δεν είχαν, δηλαδή δεν έβαζαν τότε… αυτές τις βελέντζες που έχουν τα φλόκια, με τα μαλλιά προς τα έξω δηλαδή, την έβαζαν από πάνω, την έβαζαν και κουκούλα, τέτοια μαλλιαρή πάλι, και χτυπούσε το νταϊρέ ο γύφτος, ο αρκουδιάρης και χόρευε η αρκούδα, την έλεγε: «Έλα, Μάλο» είτε... ανάλογα ονόματα που την έλεγε. Τον αρκουδιάρη τον έλεγαν συνήθως Μήτσο και γινόταν… Γυρνούσαμε στα σπίτια, περνούσε η βραδιά, δεν μαζεύαμε τίποτα τότε, δεν είχαμε τίποτα απολύτως, απλώς ήταν να περάσουν τα… δηλαδή τα εθίματα.
Σας έχει μείνει κάποιο συγκεκριμένο γλέντι στο μυαλό; Έτσι κάτι...
Πολλά, κορίτσι μου.
Πολλά;
Πολλά, πολλά, πολλά. Τότε γινόταν πολύ καλά γλέντια και δεν είχε την πονηριά ο κόσμος που έχει σήμερα. Δηλαδή, τότε τα κορίτσια… η αδερφή του φίλου σου ήταν και δική σ’ αδερφή. Άλλο αν έρχονταν η αγάπη, εκείνο είναι άλλο παπά ευαγγέλιο, μην μπλεκόμαστε εκεί, αλλά λέμε ως προς το σεβασμό. Σεβασμός υπήρχε και αυτοί που αγαπιούνταν αγαπιούνταν, μέσα στη ζωή είναι και αυτή, δεν μπορεί να τη σβήσει την αγάπη κανένας. Πάντα αγαπιούνταν από τη φύση του ανθρώπου και πάντα θα αγαπιούνται, αλλά υπήρχε ο σεβασμός. Δηλαδή, μπορούσες με την αδερφή του φίλου σου να πας οπουδήποτε χωρίς να την πειράξεις, όχι μόνο να την πειράξεις, αλλά δεν την έλεγες ούτε κουβέντα, να την κοιτάξεις, να την κοιτάξεις πονηρά, ούτε σ’ αυτό, γιατί είχε μπέσα ο κόσμος, τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Είναι πολύ διαφορετικά τα πράγμα[00:30:00]τα και απ’ τις κοπέλες και από τα αγόρια. Αλλά, πάντως, μ’ έμειναν πολλά γλέντια, όχι ένα και δυο, πολλά γλέντια. Ειδικά τα Παζαριώτικα, όπως είπαμε τα Φώτα το βράδυ, πολλά πολλά γλέντια. Και τα Χριστούγεννα σε είπα, αλλά τα Φώτα το βράδυ γινόταν τα μεγαλύτερα γλέντια εδώ στο χωριό, γιατί ήταν αυτά τα «Κυριαλέσο» που εκτός το ότι μάζευαν πολύ… Και την Πρωτοχρονιά, αλλά συνήθως τα «Κυριαλέσο» γινόταν χαμός, που λέμε. Πρώτα πρώτα μαζεύονταν εβδομήντα ογδόντα παιδιά. Να φανταστείς το δημοτικό σχολείο τότε —δεν σε λέω τίποτε άλλο— είχε διακόσια εβδομήντα παιδιά, διακόσιοι εβδομήντα μαθητέ, και το σχολείο ήταν διαιρεμένο σε δύο τάξεις. Φαντάσου τι γινόταν μέσα εκεί. Και επειδή τα νήπια έκαναν στο νάρθηκα της Αγίας Τριάδος από κάτω, στην εκκλησία, ήταν μικρά, οι υπόλοιποι ήταν όλοι μαζί μέσα στο δημοτικό που είχαμε. Μετά γίνηκε το δημοτικό, το ΄77 ξεκίνησε, το ΄79 με ΄80 τελείωσε, μπήκαμε μέσα και μετά το γυμνάσιο και το λύκειο, που το γυμνάσιο λειτούργησε το ΄77 —πάλι όταν ήμαν πρόεδρος εγώ, και τα δύο φυσικά—, λειτούργησε το ΄77 για πρώτη χρονιά με εκατόν σαράντα πέντε μαθητές μόνο δύο τάξεις, μόνον δύο τάξεις, η Πρώτη και η Δευτέρα, εκατόν σαράντα πέντε μαθητές. Να φανταστείς ότι πάλι στο δημοτικό, το δημοτικό πήγαινε το απόγευμα και το γυμνάσιο πήγαινε το πρωί, γιατί ήταν και τα παιδιά από τα διπλανά χωριά και κράτησε αυτό μία χρονιά εδώ. Μετά νοικιάσαμε ένα σπίτι, το οποίο τον βοηθήσαμε τον νοικοκύρη —όχι εγώ φυσικά, η νομαρχία— με άτοκο δάνειο. Τότε δινόταν κάτι άτοκα από το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος και εμείς… Αυτά δινόταν για φτωχούς, αλλά εμείς με αυτόν τον τρόπο το χρησιμοποιήσαμε και για να φτιάξουμε το σχολείο, γιατί άλλος δεν έπαιρνε δάνειο για να έχει τόκο, και ήταν ο τόκος κατά κάποιον τρόπο μεγάλος και έτσι το δώσαμε, έφτιαξε το οίκημα ο Παπαθεοδώρου και πήγαν τα παιδιά εκεί μετά ως γυμνάσιο και το ΄81 το φθινόπωρο, δηλαδή το ΄82, το ΄81 το φθινόπωρο και μέχρι το… έγινε το γυμνάσιο το κτήριο και λειτούργησε και εν συνεχεία και το λύκειο και σήμερα έχουμε γυμνάσιο, λύκειο και πενταθέσιο δημοτικό. Εμείς και τα Γρεβενά έχουμε πενταθέσια, δεν υπάρχει σε άλλο χωριό, κορίτσι μου. Πενταθέσιο δημοτικό σχολείο στο Νομό των Γρεβενών δεν υπάρχει, μόνο εμείς έχουμε στο Καρπερό.
Εσείς, όταν πηγαίνατε σχολείο, πώς ήτανε;
Εμείς το πρωί, κορίτσι μου, σηκωνόμασταν, παίρναμε ένα ξύλο για σόμπα και το πηγαίναμε στο σχολειό για να έχουμε φωτιά, αλλιώς δεν είχαμε. Είχαμε σόμπα μεγάλη, την άναβαν το πρωί, γιατί εμείς τρώγαμε στο σχολείο γάλα, ένα ποτήρι γάλα, μπορεί και δεύτερο όποιος δεν τον έφθανε, ένα ποτήρι γάλα, ένα κομμάτι κασέρι και βούτυρο μάς έβαζαν ψηλά στο ψωμί και το τρώγαμε για πρωινό. Αυτά ήταν όλα από την ούντρα, τάιζε όλα τα παιδιά του δημοτικού σχολείου, γιατί πού να φας τότε πρωινό, δεν υπήρχε τίποτα. Εδώ τον έλεγαν το απόγευμα ότι… τον έβαζαν λίγο τυρί εδώ ψηλά στο κεφάλι τα παιδιά και τα ‘λεγαν: «Κοίτα να δεις, τρύπησε η σκούφια, άμα θα φας, θα πεθάνει η μάνα σου», βγαίνει το τυρί από δω και πεθαίνει η μάνα, για να κοιμηθούν νηστικά, δεν είχαν να τα δώσουν τι να φάνε, κορίτσι μου. Για να κοιμηθούν τα παιδιά νηστικά, γιατί, άμα έτρωγαν, δεν είχαν να τα δώσουν, θα έκλαιγαν και έτσι με διάφορους τρόπους τα… Και περνούσε η μέρα μας με το ξύλο, στο δημοτικό έπεφτε και ξύλο γερό, όχι… άμα δεν ήξερες κάτι αυτά. Εγώ όμως, επειδή πήγαινα και στα πρόβατα, ήμαν από κτηνοτροφική οικογένεια, και πήγαινα το ψωμί το βράδυ συνήθως στο μαντρί, το πρωί αργούσα να ‘ρθω στο σχολείο και ο παππούς μου είχε πιάσει το δάσκαλο,τον είχε πει ότι: «Κοίταξε, το παιδί έχει δουλειά, αυτό κι αυτό» και δεν με ενοχλούσε που αργούσα. Έλεγε: «Εντάξει Θανάση, αρκεί να προσπαθήσει λίγο να διαβάσει». Πότε διάβαζα, πότε δεν διάβαζα, δεν πειράζει, το τελείωσα το δημοτικό, ας είναι και με 5. Κι αυτά, κορίτσι μου, έτσι ήταν η ζωή μας. Το παιχνίδι ήταν απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, αν δεν μας κυνηγούσε ο δάσκαλος, δεν πααίναμε στο σπίτι. Έβγαινε ο δάσκαλος στα σοκάκια, που λέγαμε τότε, και κοιτούσε τα παιδιά να πάνε στο σπίτι να διαβάσουν, γιατί δεν πήγαιναν καθόλου οι γονίδες. Τότε οι γονίδες ήταν όλοι εξωτερικοί, είχαν πρόβατα, άλλος προς τα εδώ, προς τα εκεί, άλλες ανάγκες επιβίωσης, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει το παιδί. Οι γυναίκες ήταν αγράμματες, η αλήθεια να λέγεται, δεν ήταν γραμματισμένες, γιατί περάσαμε όλο πολέμους εδώ στην περιοχή, ξεκινήσαμε πόλεμο απ’ το ‘40 και τελειώσαμε το ’50. Δεν μπορούσε κανένας να πάει σχολείο και εδώ όταν ήρθαν μετά το ‘50 πήγαιναν 18 χρονών, 17 χρονών παιδιά και κορίτσια στο σχολείο. Ο δάσκαλος φοβούνταν να μη φάει και ξύλο, σε αυτό το σημείο. Ο άλλος —να φανταστείς— ήταν γεννημένος το ‘35 και πήρε το απολυτήριο του δημοτικού το ‘54. Και κορίτσια το ίδιο, όχι μόνο άντρες, και κορίτσια, [00:35:00]που δεν πήγαιναν μία εβδομάδα στο σχολείο και ο δάσκαλος τις έλεγε κι αυτό… πετάζονταν η γυναίκα του δασκάλου και τον λέει: «Εγώ ξέρω γιατί δεν ήρθε». Δεν το ‘λεγαν στο δάσκαλο ότι τα κορίτσια είχαν την περίοδο, δεν πήγαιναν σχολείο μια βδομάδα, γιατί δεν ήταν και τα σημερινά μέσα, ήταν διαφορετικά τότε. Πέρασαν όμως τα χρόνια, λίγο πολύ έκαναν… Και όσοι δεν τα πήραν, τους πήγαιναν νυχτερινό σχολείο. Τι νυχτερινά; Τυπικώς, για να πάρουν το απολυτήριο, γιατί ούτε για δουλειά δε σε παίρνουν. Και σήμερα, άμα δεν έχεις απολυτήριο του δημοτικού, δεν μπορείς να πας πουθενά, ούτε σκουπιδιάρης. Να μην σε πω ότι πάει τώρα, έφτασε στου γυμνασίου, αλλά ούτε σκουπιδιάρης δεν σε παίρνουν. Γιατί εδώ στα αρχαία που ήταν να πάν’, για να σκάψουν με το σκαμπάνι και σ’ έλεγαν να φέρεις απολυτήριο του δημοτικού και εξαναγκάστηκε εδώ ο δάσκαλος, οι δικοί μας —επιθεώρηση εδώ που ήταν—, εξαναγκάσθηκε και τους έδωσε απολυτήρια δημοτικού, που είχαν πάει μόνο μέχρι τρίτη τάξη, απλώς και μόνο για να μπορέσουν να πάνε να κάνουνε εργασία. Ο άλλος ήταν 52 χρονών, τίποτα δεν υπήρχε στο δημοτικό, δηλαδή από το ΄56-΄57, και βγαίναμε και λέγαμε: «Ναι, ναι, μαζί πήγαμε στο σχολείο, με αυτόν, βέβαια, μαζί, το πήρε το απολυτήριο», ενώ δεν είχε ‘ρθει. Ο κόσμος με τον άλφα ή βήτα τρόπο επέζησε, κορίτσι μου.Αυτά είχα να σε πω, κορίτσι μου.
Σ’ όλα αυτά τα έθιμα που μας περιγράψατε συμμετείχατε ενεργά;
Πάντα, από το ‘75, από το ‘74 πες το φθινόπωρο, μέχρι σήμερα και ακόμα είμαι ενεργό μέρος σε όλα τα εθίματα. Και χθες και προχθές και αντιπροχθές χορέψαμε στα ξωκλήσια, τραγουδώντας αυτά τα τραγούδια που σ’ είπα γρηγορότερα. Όλα αυτά είναι εθίματα, τα οποία κρατάνε ακόμα σήμερα, τα κρατούμε τα εθίματα, ειδικά το Πάσχα. Όχι στο βαθμό που ήταν παλιά, γιατί δεν υπάρχει κόσμος, σήμερα θα είναι δεκαπέντε είκοσι γυναίκες, το πολύ, το πολύ να είναι είκοσι γυναίκες. Τότε είδες —σε είπα— είχε δυο χοροί και ήταν όλες μαθημένες στο τραγούδι, γιατί δεν υπήρχε ένας τρόπος για να γλεντήσουνε και οι νέες και οι νέοι. Και με αυτόν τον τρόπο και με το τραγούδι και με την προστριβή, όπως είπαμε, άλλοι αγαπιούνταν, άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς, περνούσε δηλαδή… άλλοι παίρνονταν με προξενιά: «Καλός είναι, εκείνο είναι», βλέπονταν συνέχεια. Γιατί έλεγαν και ένα ρητό παλιά: «Γυναίκα την Πασχαλιά και φοράδα το Μάη μην παίρνεις καμιά φορά», γιατί την Πασχαλιά ήταν όλες οι γυναίκες ντυμένες, δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις την άσχημη από καλή, γιατί ήταν όλες το ίδιο στυλ και, δηλαδή, τα ζώα ήταν παχιά, επειδή είχε χορτάρι πολύ και έτρωγαν ήταν παχιά, γι’ αυτό έλεγαν: «Μην παίρνεις», δηλαδή συνδύαζαν, αυτά ήταν η πρακτική των παλιών. Και σήμερα αυτό είναι, κορίτσι μου, έτσι πηγαίνουμε, και στο γυμνάσιο πηγαίνω ρωτάω, φτιάχνω, παρακολουθώ πώς πηγαίνουν οι εξελίξεις και στο δημοτικό πηγαίνω, τα πονάω, επειδή τα ‘φτιαξα με αγώνα, πηγαίνω ακόμα, ως πότε είμαι θα πηγαίνω, από κει εκεί πέρα… Έφτασα και 74 χρόνων, πώς λέμε μετά τα 70 χρόνια φτάνεις στη δεκαετία του θανάτου. Εντάξει, δεν είναι απαραίτητο, μπορεί να πας και 90, μπορεί να πας και 100, αλλά το σύνολο, όμως, απ’ τα 70 μέχρι τα 85, εκεί μέσα, φεύγει. Από κει και πέρα υπάρχει οι εξαιρέσεις που υπάρχουν.
Είπατε ότι χθες χορέψατε σε ξωκλήσι. Τι γιορτάσατε χθες;
Δεν γιορτάσαμε, κορίτσι μου, είναι της Διακαινησίμου. Δεν σου είπα ότι πήγαινε, κάθε Διακαινησίμου πήγαινε… Την δεύτερη μέρα πάλι έκανες στην Αγιά Τριάδα, γιατί συνήθως ήταν του Αϊ-Γιωργιού, γιατί δεν μπορούν τον Γιώργο να τον πάρεις τώρα και να τον πας είτε στο Χριστό είτε στο Γκουμπλάρι, να βγάλει το ύψωμα, που λένε και οι γυναίκες, και τη γυναίκα να γιορτάσει τη γιορτή τ’, γινόταν εδώ στην Αγιά Τριάδα. Την τρίτη μέρα πήγαιναν στον Αϊ-Ταξιάρχη και, όπως φέτος, πήγαμε πάλι στον Άγιο Ταξιάρχη, χορέψαμε και εκεί. Την Τετάρτη δεν πήγαμε πουθενά, την Πέμπτη πήγαμε στον Άγιο Αθανάσιο, στο Χριστό, το Σάββατο θα πάμε στο Γκουμπλάρι στον Άγιο Γεώργιο και τη Δευτέρα, που είναι και Πρωτομαγιά και είναι 2 του μηνός, είναι και του Αγίου Αθανασίου, θα κάνουμε γιορτή στον Άγιο Αθανάσιο, το ξωκκλήσι, και συνεχίζουν οι χοροί και τα έθιμα. Εκεί στα ξωκλήσια αυτοί που έχουν καταγωγή από κει βάζουν μεζέδες. Πρώτα έβαζαν παλιά, επειδή ήταν τσιλιγκάδες, έβαζαν αρνιά, έβαζαν κατσίκια, τώρα δεν υπάρχουν, γιατί δεν έχει σχεδόν κανένας κτηνοτροφία. Βάζουμε συνήθως κεμπάπια, παίρνει τρία τέσσερα κεμπάπια ο καθένας, τρώει, κρασί, αυτά προσφέρονται… Όλοι φυσικά βάζουν, όχι μόνον αυτοί, τώρα βάζουν όλοι. Μαζεύονται 100 ευρώ 150, 200, ανάλογα την χρονιά και τις δυνάμεις που έχει ο καθένας δίνει. Άλλος δίνει 20, άλλος 10, άλλος 5, άλλος 15, ανάλογα τι δυνάμεις έχει. Αυτά τα λεφτά μαζεύονται, παίρνουμε κρέας, τα δίνουμε σε ένα μαγαζί, τα ψένει και τα φέρνει εκεί στο ξωκλήσι. Και χθες στο Χριστό είχε κεμπάπ, έφαγε καλά ο κόσμος, χορέψαμε κιόλας. Τώρα το Σάββατο στον Άγιο Γεώργιο πάλι έχει κεμπάπ, θα φάμε και εκεί, και εδώ στον[00:40:00] Αϊ-Θανάση τα κάνουν οι γυναίκες, επειδή είναι κοντά στο χωριό και το διεκδικούν όλοι, δεν υπάρχει, δηλαδή, σόι να το διεκδικήσει. Κάποιοι που έλεγαν ότι συνέβαλαν τότε η οικογένεια του Κρανιώτη, η οποία δεν υπάρχει σήμερα στο Καρπερό, εξαφανίστηκε το επίθετο και ο τελευταίος Κρανιώτης που ήταν έφυγε και πήγε στη Νάουσα. Αυτός έχει τέσσερα κορίτσια και όνομα Κρανιώτης σβήνει, τώρα ότι… όσα κράτησαν το όνομα, εντάξει, αλλά δεν μπορούν να ‘ρθουν τα κορίτσια εδώ τώρα, να υποχρεώσουν τον άντρα τους για να κρατήσουν το έθιμο. Γι’ αυτό κάνουν οι γυναίκες διάφορα γλυκά, πορτοκαλάδες, λεμονάδες, και εκτός αυτού τώρα τη Δευτέρα είναι και Πρωτομαγιά, ο καθένας θα έχει την ετοιμασία του, άλλος το αρνί, άλλος το κεμπάπ, άλλος το κοτόπουλο για να περάσουν την ημέρα. Το πρωί όμως θα έχει πορτοκαλάδα, γλυκά, κέικ και διάφορα γλυκά, και θα περάσει η μέρα. Αν έχεις τίποτα άλλο να με ρωτήσεις καλώς, αν δεν έχεις.
Κάναμε μία παράλειψη, κορίτσι μου, την οποία, με συγχωρείς, αλλά μέσα στα γενικά ξεχάστηκα. Έχουμε την… Μετά τα Φώτα είναι η κυριότερη γιορτή του Αγίου Χριστοφόρου. Εδώ του Αγίου Χριστοφόρου η εκκλησία μας σφάζει ένα αρνί μαύρο, λάγιο που το ‘λεγαν παλιά, τώρα το λέμε… Είναι μαύρο και το μαύρο το αρνί, να μην έχει άσπρο πουθενά, αυτό το σφάζαν και το ψέναμε, και τότε αλλά και σήμερα ακόμη, συνεχίζει κανονικά. Μαζευόμαστε ήδη το πρωί, μετά τη λειτουργία του Αγίου Χριστοφόρου, χτυπάει η καμπάνα κατά τις 11:00 η ώρα, είναι ψημένο όλο, γίνεται μία τελετή στην εκκλησία, Ευλογητός και διάφορα, διαβάζουν την Απολυτίκιο και λέν’: «Φύλαξον, σκέπασον» και διάφορα αυτά, την πόλη, ο παπάς και αυτό. Πιανόμαστε όλοι από το δίσκο που βγάζει ο παπάς μαζί με τις λειτουργιές, που συνήθως όλα τα σπίτια έχουν λειτουργιές, δεν πηγαίνει λειτουργιά, ας πούμε, σε όλα τα σπίτια. Και πιανόμαστε όλοι από το δίσκο, σηκώνει ο παπάς απάνω και αρχίζει τις ευχές. Τελειώνοντας από κει βγαίνουμε έξω και τρώμε. Τρώμε και η εκκλησία, συνήθως, τότε παλιά δεν έπαιρναν κρασί, γιατί δεν είχαν. Σήμερα έχει και κρασί, έχει και μπίρα, πορτοκαλάδα, λεμονάδα, τι θέλει ο καθένας να πάρει, Σουρωτή, ό,τι επιθυμεί ο καθένας. Τότε έπαιρνε ο παπάς μαυροδάφνες που είχε μέσα και τις έδωνε και έπιναν εκεί ο κόσμος που πήγαινε. Και από αυτά τα κόκαλα απ’ το μαύρο το αρνί μάζευαν, όχι όλα, όχι όλα, ένα τμήμα αυτών και τα έβαζαν σε έναν κρύπτη πίσω από το ιερό της Αγίας Τριάδος. Τότε ήταν με πλάκες, τρεις πλάκες γύρω γύρω, τότε ήταν στην άκρη στο ντουβάρι της εκκλησίας τρεις πλάκες, μία από δω, μία από κει και μία από πάνω που σκέπαζε, η τέταρτη. Τρώγαμε, μετά τα κόκαλα τα ‘παιρναν οι επιτρόποι και τα πήγαιναν και τα ‘θαβαν εκεί πέρα. Τότε δεν ήταν νάιλον σακούλες, είχαμε μια σακούλα πάνινη, τα ‘βαζαν μέσα και τα ‘βαζαν εκεί, κι όταν έπιανε κακοκαιρία, συνήθως τώρα το καλοκαίρι, χαλάζια και αυτά, ξεσκέπαζαν τα κόκαλα, τα ‘βγαζαν έξω ψηλά στην πέτρα και χτυπούσαν την καμπάνα της εκκλησίας. Όσοι πρόφταιναν να πάνε, τέλος πάντων, δεν πήγαιναν, μετά την εκκλησία θα πήγαιναν, μετά την μπόρα θα πήγαιναν στην εκκλησία, και μ’ αυτόν τον τρόπο δεν είχε χτυπήσει ποτέ χαλάζι το Καρπερό. Το ΄75-΄76 ο παλιός ο Δεσπότης ήταν άρρωστος για χρόνια και δεν μπορέσαμε να ‘ρθούμε σε επαφή, τουλάχιστον εγώ, δεν ξέρω οι άλλοι πιο μπροστά και όπως το ΄75 πέθανε. Το ΄76 μας ήρθε καινούριος Δεσπότης, το φθινόπωρο, τον Οκτώβριο μήνα, ο Σέργιος, και ξεκινήσαμε το ΄77 να κάνουμε τη γιορτή. Καμιά φορά, επειδή την θεωρούσαν ειδωλολατρική και οι παπάδες έλεγαν ότι: «Πρόεδρε, κοίταξε να δεις, μπορεί να πάθουμε, να έχουμε κανένα πρόβλημα, ο καινούριος ο Δεσπότης θα μας πει ότι είναι ειδωλολατρική» κι αυτά. Κάθομαι: «Θα τον πω εγώ». Πέρασε ο Δεσπότης για την Ζάβορδα, τον σταματάω... πάω από κει, λέω τον επίτροπο: «Ξεσκέπασε τα κόκαλα, αυτά εδώ πέρα τα ‘χουμε αυτό και αυτό και κάνουμε αυτό το...». «Κοίταξε να δεις, Πρόεδρε», με λέει, «το έθιμο θα το κρατήσετε είτε διαφωνούμε εμείς οι δεσποτάδες είτε όχι, το έθιμο είναι πάνω απ’ όλα. Δεν μπορώ ‘γώ να σας διώξω ούτε απ' την εκκλησία ούτε από αυτήν την τελετή που κάνετε. Θα καθίσετε εκεί, θα την κάνετε όπως την κάνατε κανονικά» και την συνεχίσαμε. Το μόνο που με ρώτησε είναι: «Από πότε είναι, ρε Πρόεδρε;». Του λέω: «Εγώ τους παππούδες που έχουμε εδώ πέρα, που γεννήθηκαν το ‘870, άλλος το ‘60, το ‘98, άλλος το ‘95... τους έλεγα: «Τι γίνεται, ρε παιδιά, από πότε είναι;». Και λέει: «Όχι, ο πατέρας μου, ούτε ο παππούς μου δεν ξέρει πότε ήτανε, αλλά και ο παππούς μου που ρώτησε τον παππού του δεν ξέρει και αυτός από πότε είναι». Αυτό το έθιμο συνεχίζει, τότε δε κάποιο θα έγινε, κάτι θα έγινε στο χωριό, που μ’ αυτόν τον τρόπο γλίτωσαν κάτι, το οποίο εμείς δεν γνωρίζουμε ούτε ήταν τότε ο κόσμος μορφωμένος να το γράψει ότι αυτήν την γιορτή την κάνουμε γι’ αυτό, δεν είναι πουθενά γραμμένη. Το συνεχίζουμε, όμως, κανονικά κάθε χρόνο και όταν τελειώνει το τραπέζι που τρώμε, ρίχνουμε ο καθένας ό,τι έχουμε. Τότε παλιά έδωναν σιτάρι, άλλος έλεγε ένα ντενεκέ, άλλος δυο, δεν πίεζε κανέναν όμως η εκκλησία, ό,τι ήθελε ο καθένας και άμα ήθελες δεν έδωνες και τίποτα, άμα ήσαν φτωχός, πήγαινες, έτρωγες κι έφευγες[00:45:00]. Σήμερα ρίχνουμε συνήθως άλλος τάλιρο, άλλος δεκάρικο, ανάλογα, άλλος εικοσάρι, ανάλογα τι δυνάμεις έχει, για να βγάλει τα έξοδα η εκκλησία. Γιατί, σήμερα έχει κρασί, έχει μπίρα, έχει λεμονάδα, έχει πορτοκαλάδα, έχει coca cola, ό,τι θες, ό,τι θες, όλα τα ποτά. Και το συνεχίζουμε. Και τώρα που ήρθε ο Δαυίδ λέω μήπως έχουμε κανένα πρόβλημα, πάλι μέσα στον Παπατσάνη ήμασταν εκεί, καθίσαμε, με λέει: «Τι έγινε, Πρόεδρε;» Λέω: «Σεβασμιότατε, καλωσήρθες, τα ‘παμε εκατό φορές, δε θα σου πω και ξανά πάλι, αλλά εμείς έχουμε εδώ πέρα ένα έθιμο, το πρώτο είναι τα Κυριαλέσο», «Ντάξει, αυτό το διάβασα», με λέει, «στα sites που έχουν και αυτά, αυτό συνεχίστε το, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα, αγιάζει τα νερά γύρω γύρω, δεν έχει κανένα πρόβλημα ούτε ειδωλολατρικό ούτε…». «Έχουμε και ένα άλλο», του λέω, «τις 9 Μαΐου σφάζουμε ένα αρνί μαύρο, το τρώμε, παίρνουμε τα κόκαλα, τα θάβουμε δίπλα απ’ την εκκλησία και, αν έχει θεομηνία, τα ξεσκεπάζουμε και χτυπάμε την καμπάνα, ένας επίτροπος, ένας χωριανός, όποιος προφτάσει, αρκεί να χτυπηθεί η καμπάνα. Και δεν πάθαμε εδώ ζημία ποτέ ούτε στα χαλάζια, στα σιτηρά, ούτε τίποτα». Μόνο δύο χρονιές πάθαμε, δεν ξεσκέπασαν τα κόκαλα. Τώρα είναι πίστη, είναι ο ήχος της καμπάνας; Δεν ξέρω, κορίτσι μου, τι είναι. Πάντως δύο χρονιές που δεν ξεσκεπάστηκαν τα κόκαλα πάθαμε μία φορά λίγο χαλάζι, την άλλη φορά μας πήρε πολύ, όχι σε όλες τις μεριές, σε λίγες μεριές, αλλά έκανε ζημία, λίγη ζημία, αλλά ήταν, για μερικές οικογένειες ήταν —ασχέτως αν την πήρε την αποζημίωση—, ήταν όμως κακό. Και λέει: «Από πότε;», το ίδιο του είπα κι αυτόν. Με λέει: «Θα το συνεχίσετε όπως είναι, δεν παρεμβαίνω εγώ σε αυτό το έθιμο, το έθιμο να το κρατήσετε, ασχέτως αν εμείς οι δεσποτάδες λέμε ότι είναι ειδωλολατρικό, το δεχόμαστε». Και έτσι συνεχίζει ακόμα μέχρι σήμερα, κορίτσι μου. Και να με συμπαθάς για την παράλειψη που έκανα, μπορεί να έκανα κι άλλες, οπωσδήποτε έκανα...
Δεν έχει σημασία, μην ανησυχείτε.
Αλλά δεν μπορούμε, κορίτσι μου, να τα βάλουμε όλα σε μία ώρα, τη μισή ώρα που είναι να λέμε αυτά τα πράγματα. Φυσιολογικό είναι, κάνουμε και παραλείψεις.
Εννοείται, μην ανησυχείτε. Θέλετε να πείτε κάτι άλλο;
Όχι, όχι, κορίτσι μου, τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο, αυτά είναι.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Εγώ, κορίτσι μου, σ’ ευχαριστώ, να ‘σαι καλά και καλή πρόοδο στη ζωή σου, τίποτ’ άλλο. Καλό τυχερό, να παντρευτείς και να πάρεις ένα καλό παιδί, που λέν’, ασχέτως αν δεν θες να το δεχτείς σήμερα εδώ, αλλά είναι και αυτό μέσα στη ζωή, καλό τυχερό και να είσαι καλότυχη πάντα στη ζωή σου, πάντα κορίτσι μου, τίποτα άλλο δεν έχω να σε πω.
Να ‘στε καλά.
Ευχαριστώ.
Content available only for adults (+18)
Summary
Οι παραδόσεις του χωριού κατέχουν πρωταγωνιστική θέση στην ζωή του αφηγητή. Ο Ευθύμιος Βαζούρας παραθέτει τα έθιμα του Καρπερού, κάποια εκ των οποίων έχουν λησμονηθεί, ενώ άλλα διατηρούνται έως σήμερα. Ξεκινάει με την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, περιγράφοντας το οικογενειακό τραπέζι και τις μεταμφιέσεις των κατοίκων στα πλαίσια ενός εθίμου, καταληκτικό στάδιο του οποίου αποτελούσε ένα μεγάλο γλέντι. Συνεχίζει με ένα μοναδικό και αναλλοίωτο στο πέρας του χρόνου έθιμο του Καρπερού, τα «Κυριαλέσο» που τελούνται ανήμερα των Θεοφανίων. Μεταβαίνει, εν συνεχεία, στις Απόκριες και από εκεί στην Μεγάλη εβδομάδα και την εβδομάδα της Διακαινησίμου, παρουσιάζοντας διεξοδικά τα έθιμα του Πάσχα, τις Λαζαρίνες του τότε, τους χορούς στα ξωκλήσια του χωριού και τα τραγούδια. Έρχεται έπειτα το καλοκαίρι, με τις εμποροζωοπανηγύρεις του παρελθόντος και τα γλέντια. Ο χρόνος ολοκληρώνεται με τις παραδόσεις των Χριστουγέννων, την τελετή του γουρουνιού, τις τσιγαρίδες και τα Ρουγκατσάρια. Πέρα από τα έθιμα, αφηγείται τις σχολικές του αναμνήσεις και παραθέτει κάποιες πληροφορίες για την λειτουργία των σχολείων του Καρπερού. Η αφήγησή του ολοκληρώνεται με ένα ιδιαίτερο έθιμο, που χάνεται στα βάθη των αιώνων, την σφαγή ενός μαύρου προβάτου ανήμερα του Αγίου Χριστοφόρου.
Narrators
Ευθύμιος Βαζούρας
Field Reporters
Μαρία Μυρτσιώτη
Tags
Interview Date
28/04/2022
Duration
47'
Content available only for adults (+18)
Summary
Οι παραδόσεις του χωριού κατέχουν πρωταγωνιστική θέση στην ζωή του αφηγητή. Ο Ευθύμιος Βαζούρας παραθέτει τα έθιμα του Καρπερού, κάποια εκ των οποίων έχουν λησμονηθεί, ενώ άλλα διατηρούνται έως σήμερα. Ξεκινάει με την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, περιγράφοντας το οικογενειακό τραπέζι και τις μεταμφιέσεις των κατοίκων στα πλαίσια ενός εθίμου, καταληκτικό στάδιο του οποίου αποτελούσε ένα μεγάλο γλέντι. Συνεχίζει με ένα μοναδικό και αναλλοίωτο στο πέρας του χρόνου έθιμο του Καρπερού, τα «Κυριαλέσο» που τελούνται ανήμερα των Θεοφανίων. Μεταβαίνει, εν συνεχεία, στις Απόκριες και από εκεί στην Μεγάλη εβδομάδα και την εβδομάδα της Διακαινησίμου, παρουσιάζοντας διεξοδικά τα έθιμα του Πάσχα, τις Λαζαρίνες του τότε, τους χορούς στα ξωκλήσια του χωριού και τα τραγούδια. Έρχεται έπειτα το καλοκαίρι, με τις εμποροζωοπανηγύρεις του παρελθόντος και τα γλέντια. Ο χρόνος ολοκληρώνεται με τις παραδόσεις των Χριστουγέννων, την τελετή του γουρουνιού, τις τσιγαρίδες και τα Ρουγκατσάρια. Πέρα από τα έθιμα, αφηγείται τις σχολικές του αναμνήσεις και παραθέτει κάποιες πληροφορίες για την λειτουργία των σχολείων του Καρπερού. Η αφήγησή του ολοκληρώνεται με ένα ιδιαίτερο έθιμο, που χάνεται στα βάθη των αιώνων, την σφαγή ενός μαύρου προβάτου ανήμερα του Αγίου Χριστοφόρου.
Narrators
Ευθύμιος Βαζούρας
Field Reporters
Μαρία Μυρτσιώτη
Tags
Interview Date
28/04/2022
Duration
47'