© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
«Είμαι ένας Ελληνοπόντιος ίσως. Με έμφαση στο Πόντιος, για να φαίνεται όλη αυτή η ιστορία, όλος αυτός ο ερχομός»: Το ταξίδι και η εγκατάσταση από τη Γεωργία στην Ελλάδα
Istorima Code
11947
Story URL
Speaker
Γεώργιος Λεονίδης (Γ.Λ.)
Interview Date
17/12/2021
Researcher
Θεμιστοκλής Χαρπαντίδης (Θ.Χ.)
[00:00:00]Καλησπέρα.
Χαίρετε.
Πώς ονομάζεσαι;
Είμαι ο Γιώργος Λεονίδης, έχω γεννηθεί το 1992, Δεκέμβριο 21 στη Γεωργία πρώην Σοβιετική Ένωση της Ρωσίας.
Εγώ είμαι ο Θεμιστοκλής Χαρπαντίδης, είμαι ερευνητής για το Istorima, η μέρα είναι Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021 βρισκόμαστε στην Αλεξανδρούπολη και ξεκινάμε. Μπορείς να μου μιλήσεις για τα παιδικά σου χρόνια εκεί πέρα;
Λοιπόν, όπως είπα γεννήθηκα στη Γεωργία, μία χώρα ανατολικά της Τουρκίας, στην πόλη Τσάλκα. Μία πόλη περίπου 10-20 χιλιάδων κατοίκων τότε, περίπου στην αρχή της δεκαετίας του ’90. Είναι μία πόλη την οποία είχανε χτίσει οι πρόγονοί μου πολλά χρόνια πριν, περίπου μετά τον τουρκορώσικο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε μερικά χρόνια μετά την επανάσταση της Ελλάδας. Ουσιαστικά ζούσαμε στα προάστια του Πόντου, γύρω στις περιοχές της Τραπεζούντας και όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με τους Ρώσους, δηλαδή οι Τούρκοι με τους Ρώσους, τότε κάποιοι Ρώσοι στρατηγοί, δεν γνωρίζω ακριβώς τα ονόματά τους, αποφάσισαν, μάλλον βοήθησαν εμάς οι οποίοι βρεθήκαμε στη μέση του πολέμου, αποφάσισαν να μας εγκαταστήσουν στη γη της Γεωργίας, σε εκείνη την περιοχή. Η Τσάλκα βρίσκεται περίπου 400 με 500 χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα, τη Μαύρη Θάλασσα. Και ήμασταν εκεί πέρα σχεδόν 200 χρόνια. Ναι, ακόμα ζουν εκεί πέρα δικοί μας Έλληνες, Έλληνες του Πόντου. Όπως είπα γεννήθηκα το ’92...
Ποιες είναι μερικές απ’ τις πρώτες σου αναμνήσεις εκεί πέρα;
Οι πρώτες μου αναμνήσεις είναι αρκετά ευχάριστες θα έλεγα. Εγώ δεν είχα –βασικά πρόλαβα, εγώ γεννήθηκα το ’92, η πτώση του κομμουνισμού έγινε το ’91. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να ζορίζονται σε όλη τη χώρα από τότε, δηλαδή είχαμε σταματήσει να έχουμε ρεύμα, να μην έχουμε νερό κλπ., γιατί όλες οι χώρες οι οποίες ήτανε μέσα στον κομμουνισμό προσπαθούσαν κάπως να ξανασταθούνε στα πόδια τους, να ξαναδομήσουν την οικονομία τους και αυτό γινόταν πάρα πολύ δύσκολα. Εγώ σαν μικρό παιδί δεν τα καταλάβαινα αυτά. Άρχισα να τα καταλαβαίνω αφού είχα μεγαλώσει λίγο, όταν είχα γίνει 9 και 10. Αλλά σαν πρώτες αναμνήσεις ήταν αρκετά ευχάριστες. Ήμασταν ακόμα υπό την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης, τα πράγματα ήταν αρκετά ευχάριστα. Η πόλη αναπτυσσόταν ακόμα όσο τη θυμάμαι εγώ ή όσο μπορεί να τη θυμάται ένα παιδικό μυαλό.
Είναι ευχάριστες δηλαδή οι αναμνήσεις σου σαν παιδί;
Σαν παιδί, σαν μικρό παιδί ήτανε αρκετά ευχάριστες. Είχαμε το σπίτι μας, είχαμε ένα πολύ ωραίο σπίτι. Ο παππούς μου ήτανε, γενικά η οικογένειά μου ήταν ευκατάστατη τότε, ο παππούς μου ήτανε γενικός διευθυντής στο κεντρικό νοσοκομείο της πόλης, το οποίο νοσοκομείο το είχε χτίσει και ο ίδιος, δηλαδή το διεύθυνε απ’ την αρχή του. Είχαμε ένα πολύ ωραίο διώροφο σπίτι με την αυλή του, μια μεζονέτα ουσιαστικά με ένα τεράστιο κήπο. Είχα περάσει πάρα πολύ ωραία εκεί, είχα τους φίλους μου, όλος ο δρόμος ήταν φουλ στις μονοκατοικίες και για καλή μου τύχη το κάθε σπίτι είχε παιδιά της ηλικίας μου, οπότε κατάφερνα να περάσω τις ημέρες μου ευχάριστα, ναι.
Θυμάσαι να βγαίνεις έξω σαν παιδί, να παίζετε;
Βεβαίως. Περίπου θα έλεγα θα ήταν το ’96 το ’97, κάθε βράδυ μαζευόμασταν στον δρόμο μας, δηλαδή δεν πηγαίναμε κάπου αλλού. Οι άλλοι δρόμοι ήταν ξένοι για μας, οπότε μαζευόμασταν πάντα στο δρόμο μας και παίζαμε.
Είχατε το στοιχείο της γειτονιάς όπως λέμε;
Θα έλεγα ότι αυτή ήταν η γειτονιά μας. Γνωρίζω ότι κάποια άλλα παιδιά ίσως να μαζεύονται σε σχολεία, σε προαύλια της εκκλησίας. Εμείς είχαμε τον δρόμο μας, δεν πηγαίναμε κάπου αλλού. Ήμασταν περίπου μισό χιλιόμετρο μακριά από το κέντρο, αλλά το μισό χιλιόμετρο για αυτή τη πόλη είναι σαν να βρίσκεσαι σε χωριό απ’ το κέντρο, επειδή είναι αραιοκατοικημένη. Αλλά πέρα από τις παρέες που κάναμε σαν μικρά παιδιά είχα ξεκινήσει και από πολύ μικρή ηλικία να παίζω και ηλεκτρονικά παιχνίδια. Συγκεκριμένα τα Nintendo, τα NES, οπότε είχα και αυτό το μικρόβιο από μικρό παιδί.[00:05:00] Αγαπούσα πάρα πολύ τα ζώα μου, είχαμε πάρα πολλά ζώα, είχαμε πάντα σκυλιά. Ήμασταν γενικώς οικογένεια που είχαμε σκυλιά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα τσομπανόσκυλο το οποίο είχε φέρει ο αδερφός μου, τη Τζούλια. Μεγάλη αγάπη η Τζούλια. Δεν μας είπε ποτέ από πού την έφερε, αν και υποψιάζομαι ότι την έκλεψε από ένα βοσκό, δεν είμαστε σίγουροι. Ήταν ένα ευχάριστο μικρό κουταβάκι άσπρο με κομμένα τα αφτιά, τους κόβανε τα αφτιά για να μην τα βλάψουν οι λύκοι αν δεν κάνω λάθος, το οποίο μεγάλωσε και μου έβαζε τουλάχιστον 2-3 κεφάλια όταν ήταν στα δύο πόδια της. Ήταν ένα τεράστιο σκυλί το οποίο παρεμπιπτόντως μπορούσε άνετα να βλάψει κάποιον. Είχε λυθεί πολλές φορές και είχε επιτεθεί πάρα πολύ άσχημα, είχαμε σκηνικά. Οπότε χαρακτηριστικά θυμάμαι αυτά σαν αγαπημένα μου πράγματα. Προφανώς την οικογένειά μου, τους φίλους μου, τους μερικούς φίλους μου που είχα. Τον φίλο μου τον Ξενάκη, απ’ το Ξενοφών πρέπει να βγαίνει νομίζω, τώρα που το σκέφτομαι, έχω πολλά χρόνια να σκεφτώ από πού βγαίνει το όνομά του. Ναι, γιατί όταν δεν ξέρεις ελληνικά δεν καταλαβαίνεις ότι είναι ελληνικό το όνομα. Εντάξει, όταν μεγάλωνα, στο κέντρο της πόλης είχαμε ένα μεγάλο σουπερμάρκετ. Χαρακτηριστικά περνούσα ένα μεγάλο μέρος της ημέρας εκεί πέρα. Ήταν, για το επίπεδο της πόλης ήταν ένα σχετικά πολύ μεγάλο σουπερμάρκετ. 200 μπορεί και λίγο παραπάνω τετραγωνικά μέτρα. Ήταν ακριβώς στο κέντρο της πόλης, ήταν του πατέρα μου εξολοκλήρου ήταν αυτό το κτίριο. Περνούσα πολλές ώρες εκεί πέρα, είχα την τάση να κλέβω τα μικρά Kinder αβγά από κει πέρα. Ναι, πρέπει να έπαιρνα τρία την ημέρα νομίζω, είχα ρημάξει τελείως όλο το stock με τα Kinder. Τρία την ημέρα, δηλαδή την εβδομάδα ήτανε άπειρα που έπαιρνα είχα όλη τη συλλογή. Οπότε ναι περνούσα το χρόνο εκεί με τα σκυλιά μου, γιατί με συνόδευαν και τα σκυλιά. Όπως είπα δεν ήταν μακριά, ήταν μισό χιλιόμετρο και επειδή η γειτονιά μου βρισκότανε πάνω, ανηφορικά πάνω, ψηλά σε σχέση με το κέντρο της πόλης, ήταν εύκολο να κατέβεις με ένα ποδήλατο και μέσα σε δύο-τρία λεπτά βρισκόσουν εκεί πέρα, στο σουπερμάρκετ. Περνούσα επίσης πάρα πολύ ώρα στην κεντρική τράπεζα της πόλης όπου δούλευε η θεία μου και ακόμη δουλεύει μέχρι σήμερα. Είχε ξεκινήσει σαν απλή λογίστρια εκεί πέρα ας πούμε, δεν ξέρω τι κάνει ένας οικονομικός εκεί στις αρχές του, και τώρα είναι διευθύντρια. Περνούσα πάρα πολλές ώρες εκεί, υποθέτω γιατί δεν είχαν κάπου να με στείλουν οι γονείς μου. Για κάποιο λόγο δεν πήγα ποτέ νηπιαγωγείο, ούτε ο αδερφός μου. Ενώ λειτουργούσανε κανονικά, δεν είχανε κάποιο θέμα, δεν ξέρω, δεν μας πήγαν ποτέ. Οπότε το νηπιαγωγείο μου ήτανε είτε το σουπερμάρκετ είτε η κεντρική τράπεζα της πόλης.
Οπότε είχες κάπου να περάσεις και εσύ τον χρόνο σου.
Ναι, αν δεν ήταν με φίλους το βράδυ ή μπροστά από μια κονσόλα, ήτανε σε αυτά τα δυο μέρη κυρίως.
Μου είπες για λύκους και για πρόβατα. Ήτανε αγροτική η πόλη;
Η πόλη κατά κύριο λόγο άρχισε να γίνεται αγροτική ας πούμε, γιατί μόλις έπεσε ο κομμουνισμός όλη η βιομηχανική περιοχή, γιατί υπήρχε η παραγωγή με τα τυριά, άρχισαν να κλείνουν σιγά-σιγά. Οπότε ναι, τα μόνα ας πούμε επίπεδα, τα αυτόνομα επίπεδα αυτής της περιοχής είχαν να κάνουν με τις αγελάδες, με τα πρόβατα. Όλοι είχανε και προφανώς και υπήρχαν και μεγάλες φάρμες. Αλλά οτιδήποτε σε βιομηχανικό επίπεδο είχε κλείσει. Ξέρω μόνο τα κτίρια που είχαν μείνει σαν φαντάσματα, δηλαδή στην ηλικία μου αυτά ήτανε κτίρια φαντάσματα.
Και παρά όλες αυτές τις ευχάριστες αναμνήσεις, κάποια στιγμή αποφασίσατε να έρθετε στην Ελλάδα. Θυμάσαι αυτήν την απόφαση;
Τώρα περνάμε νομίζω στο δεύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας, αυτά που είπα πρέπει να ήμουν 6, μπορεί 7, δηλαδή πριν το 2000, περίπου το ’96-’97. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να ζορίζουν πάρα πολύ όταν πλησιάζαμε στο 2000. Όπως είπα, έφταιξε η πτώση το κομμουνισμού και το γεγονός ότι η Γεωργία ήθελε να σταθεί στα πόδια της οικονομικά και το ότι σε εισαγωγικά χάσαμε την προστασία [00:10:00]ας πούμε της Ρωσίας εμείς σαν μια κοινότητα, γιατί εμείς κανονικά δεν ανήκαμε σε εκείνο τον τόπο. Βρεθήκαμε ξαφνικά στο κέντρο της Γεωργίας δεκάδες χιλιάδες Πόντιοι. Οπότε, θεωρώ ότι πέρα από την φτώχεια που υπήρχε και την εγκληματικότητα, η οποία είχε αυξηθεί πάρα πολύ, υπήρχαν και κάποιες προσπάθειες εκδιωγμού, θέλανε να μας διώξουνε από κει πέρα, με αποτέλεσμα να γίνονται στοχευμένες ληστείες, εισβολές σε σπίτια σε δικούς μας ανθρώπους. Δηλαδή μπορεί να ήταν μια πόλη στην οποία ζούσαμε Πόντιοι, αλλά προφανώς υπήρχαν και Γεωργιανοί και ήταν αρκετοί. Ήτανε παράλογο σ’ αυτά τα μερικά χρόνια να γίνονται αυτές οι βίαιες ενέργειες κατά των δικών μας ανθρώπων.
Ενώ συζούσατε όλα αυτά τα χρόνια.
Ναι, ναι. Και όλα αυτά τα χρόνια οι αρχές δεν κατάφεραν ποτέ να σταματήσουν αυτές τις ενέργειες. Οι ενέργειες ήταν αρκετά βίαιες, είχαν πεθάνει αρκετοί άνθρωποι, άνθρωποι και γνωστοί, άνθρωποι γνωστοί του πατέρα μου. Επικρατούσε μια αναρχία. Έτσι το νιώθω εγώ δεν είμαι σίγουρος αν... Έτσι το νιώθω. Νιώθω κάποια βράδια, γύρω στο 2000, πλέον να καταλαβαίνω τι γίνεται, να καταλαβαίνω ότι πλέον κάποιες ώρες της ημέρας δεν έχουμε φως, ηλεκτρικό ρεύμα εννοώ, ότι κάποιες, ότι τη νύχτα φοβάμαι υπερβολικά πολύ. Οπότε ο ένας λόγος ήταν αυτός που ο πατέρας μου είπε ότι: «Φτάνει, δεν χρειάζεται». Προφανώς δεν ήταν ο μόνος λόγος. Βασικά ο λόγος για να φύγεις πιστεύω πώς ήταν αυτός, η κατάσταση δεν ήταν καλή. Αλλά υπήρχανε και πολλοί δρόμοι. Πολλοί δικοί μας άνθρωποι ταξιδέψανε στη Ρωσία για ευνόητους λόγους γιατί είχαμε πάντα σχέση με τους Ρώσους, με αυτούς ξεκινήσαμε τις σχέσεις μας. Ο άλλος δρόμος ήτανε προς την Κύπρο και προς την Ελλάδα. Κάτι το οποίο παρέλειψα να πω είναι ότι μόλις έπεσε ο κομμουνισμός, ο παππούς μου σηκώθηκε και έφυγε, αλλά ο παππούς μου έφυγε μόνο και μόνο γιατί ήθελε να πάει στην Ελλάδα. Δεν είχε καμία απολύτως ανάγκη να φύγει, απλώς ήθελε να πάει στην πατρίδα του. Σε πολύ μεγάλη ηλικία συνέχισε το λειτούργημα του γιατρού στην Αλεξανδρούπολη για αρκετά χρόνια, δεν είμαι σίγουρος για πόσα. Δούλευε στο Παλιό Νοσοκομείο χαρακτηριστικά, στο δεύτερο Παλιό που είναι πάνω. Αυτός ο άνθρωπος, δηλαδή τι να σου πω; Δεν με είδε καν ποτέ στη Γεωργία, έτσι; Γνωρίστηκα με τον παππού μου στην Ελλάδα, αυτό είναι το πιο ακραίο σκηνικό. Γνωρίστηκα στην Ελλάδα γιατί ήθελε να φύγει εκεί. Οπότε υπήρχε ήδη ένας ανοικτός δρόμος για εμάς να ‘ρθουμε στην Ελλάδα. Δηλαδή μπορεί αν δεν συνέβαιναν όλα αυτά να πηγαίναμε ούτως ή άλλως, οπότε δεν είμαι σίγουρος για το ποιος είναι ο λόγος.
Είχατε και κάποιον άνθρωπο δηλαδή κάποια χρόνια ήδη στην Ελλάδα;
Βεβαίως. Και δεν–
Οπότε βοήθησε και αυτό.
Δεν ήτανε μόνος του, τώρα είπα για τον παππού μου. Πιστεύω όλη η γενιά του παππού μου, όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι ήτανε, όχι φανατικοί, είχαν την ανάγκη να ξαναπάνε στην Ελλάδα, στην πατρίδα τους, στον τόπο τους. Μόλις έπεσε ο κομμουνισμός ήτανε... Να πω για όσους δεν γνωρίζουν, το να βγεις απ’ τη Σοβιετική Ένωση σου κολλούσαν πάνω δυο-τρεις πράκτορες της KGB οι οποίοι ήταν πάνω σου, μένανε στο διπλανό δωμάτιο, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Άσε που αν δεν είχες σοβαρό λόγο να ταξιδέψεις στην Ευρώπη δεν μπορούσες να ταξιδέψεις. Οπότε μόλις έγινε η πτώση τρέξανε πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα χωρίς κανένα απολύτως λόγο. Όπως είπα, ήταν διευθυντής νοσοκομείου, είχε, είχαμε δύο σπίτια, δεν είχε κανένα λόγο να το κάνει, απλώς ήθελε να…
Το ζητούσε η καρδιά του.
Ναι.
Θυμάσαι ίσως τη μέρα που σου ανακοίνωσαν ότι: «Φεύγουμε και ερχόμαστε στην Ελλάδα;».
Δεν έγινε τόσο απότομα, γιατί το πώς το θυμάμαι εγώ είναι ότι είχε ξεκινήσει ο πατέρας μου να λέει κάποια πράγματα, του τύπου: «Θα πάρω τον μεγάλο αδερφό σου να πάμε να δούμε τι γίνεται στην Ελλάδα». Εντάξει, δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα, αυτό που θυμάμαι εγώ είναι ότι για αρκετά διαστήματα έλειπε ο αδερφός και ο πατέρας μου από την Ελλάδα. Και περίπου το 2000-2001 νομίζω, φύγανε ο αδερφός μου με τον πατέρα μου να κάνουν μια αρχή εκεί πέρα. Προφανώς κάτι το οποίο εγώ δεν το καταλάβαινα, δεν καταλάβαινα. Όταν ρωτούσα: «Πού είναι ο μπαμπάς μου και ο αδερφός μου;», μου λέγανε ότι: «Πήγανε βόλτα στην Ελλάδα, ταξίδι». Δεν κατάλαβα ότι ετοίμαζαν το έδαφος για να μεταφερθούμε όλοι εκεί πέρα. Το ακόμα πιο αστείο είναι ότι ήρθα και ‘γω για ένα ταξίδι, βόλτα, να πάρω μια γεύση και ‘γω. Προφανώς σαν παιδί μου άρεσε πάρα πολύ, έτσι, γιατί είχα τις αναμνήσεις. Την πρώτη επαφ[00:15:00]ή με την Αλεξανδρούπολη, θυμάμαι μεγάλο σοκ! Το να κατέβω απ’ το λεωφορείο και να δω πόσο όμορφη είναι σαν πόλη. Πρέπει να ήταν και χειμώνας, ήταν στολισμένα. Αυτό, το να είναι στολισμένα τα σπίτια δεν υπήρχε αυτό σε εμάς, δεν υπήρχε. Εμείς είχαμε ένα έλατο μέσα στο σαλόνι μας, φωτεινό και ωραίο, αλλά το να είναι στολισμένα τα σπίτια, οι πολυκατοικίες...
Σε μάγεψε.
Τι είναι η πολυκατοικία πρώτα απ’ όλα; Δεν έχω ξαναδεί πολυκατοικία. Δεν υπάρχουν πολυκατοικίες σε εμάς, δεν είχα πάει στην Τιφλίδα, στην πρωτεύουσα της Γεωργίας –η οποία είναι πανέμορφη αλλά τότε δεν είχα πάει. Οπότε το μόνο πράγμα που είχα δει ήτανε την πόλη μου την Τσάλκα και την Αλεξανδρούπολη. Και χαρακτηριστικά θυμάμαι για κάποιο λόγο, μόλις κατέβηκα απ’ το λεωφορείο, αυτοί οι στύλοι που είχανε κάτι μπάλες πλαστικές στα περίπτερα, που τα είχαν κάθε περίπτερο, μου έκανε τεράστια εντύπωση, δεν ξέρω γιατί. Δεν κατάφερα να αγοράσω ποτέ ένα, απλώς μου έκανε εντύπωση, νομίζω είναι το πρώτο πράγμα που θυμάμαι απ’ την Ελλάδα. Ναι αυτό. Και ναι, ήταν πάρα πολύ ωραία, ήτανε πανέμορφα, μου άρεσε πάρα πολύ. Είδα τον αδερφό μου, γνωρίστηκα επιτέλους με τον παππού μου και με τη γιαγιά μου, δεν τους είχα δει ποτέ μου. Περάσαμε πάρα πολύ ωραία τις γιορτές, οπότε γύρισα στη Γεωργία με πάρα πολύ όρεξη. Οπότε όταν μου ανακοίνωσαν ότι θα φύγουμε οριστικά δεν μου άρεσε πάρα πολύ αυτό. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις και κάτι σαν παιδί. Είχα τελειώσει τρία-τέσσερα χρόνια στη Γεωργία, τα αρχικά χρόνια του δημοτικού ας πούμε. Εκεί το σύστημα είναι αλλιώς. Έχεις έντεκα τάξεις, δεν υπάρχει Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο, οπότε ήμουν στις πρώτες τέσσερις τάξεις, είχα κάνει τις παρέες μου, είχα τους φίλους μου. Είχα τους συγγενείς μου για τους οποίους δεν έχω μιλήσει, η γιαγιά μου απ’ τη μεριά της μάνας μου ήτανε και είναι ακόμα στη Γεωργία. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να αφήσω αυτούς τους ανθρώπους, φοβόμουνα πάρα πολύ. Αλλά εντάξει, νομίζω δεν σου πέφτει πολύ λόγος όταν είσαι μικρός. Σε βάζουν σε ένα λεωφορείο και ξεκινάς το ταξίδι σου.
Πότε τελικά ήρθατε στην Ελλάδα μόνιμα;
Μόνιμα-μόνιμα ήρθαμε το ’03. Το καλοκαίρι του ’03 πρέπει να ήτανε. Ή μπορεί να ήταν λίγο πριν το καλοκαίρι, γιατί θυμάμαι να έχω περάσει το καλοκαίρι. Θυμάμαι το Euro του 2004 χαρακτηριστικά που ήμουν στην Ελλάδα τότε. Και η πρώτη μου επαφή ίσως με ομάδες του ποδοσφαίρου, γιατί είναι κάτι το οποίο σε συνοδεύει πολλά χρόνια στο σχολείο. Και ξεκίνησα το Δημοτικό την ίδια χρόνια. Ξεκίνησα προφανώς Γ΄ Δημοτικού, γιατί μας βάζανε ένα χρόνο μικρότερους για να μάθουμε τη γλώσσα. Είχα πάει στο 1ο Δημοτικό της Αλεξανδρούπολης, το οποίο είναι πάνω απ’ το κέντρο. Μου έκανε εντύπωση, τώρα μου κάνει εντύπωση, τότε δεν το καταλάβαινα προφανώς, ότι είχαμε ένα ειδικό τμήμα στο οποίο μαθαίνανε παιδιά από διάφορες χώρες, αλλά κυρίως ήτανε Πόντιοι από εκτός της Ελλάδος και τους μαθαίνανε ελληνικά. Δηλαδή οι πρώτες δύο ώρες που είχαν τα παιδιά το «Γλώσσα, Γλώσσα» εμείς το περνούσαμε εκεί πέρα. Αλλά τα υπόλοιπα μαθήματα όπως τα μαθηματικά, γυμναστική, τα κάναμε κανονικά.
Ήταν η πρώτη σου επαφή με τη γλώσσα; Είχες κάποια άλλη επαφή με τα ελληνικά;
Είχα τον παππού μου, ο οποίος προφανώς όταν είχαμε έρθει ήξερε άψογα ελληνικά, γιατί έζησε 10 χρόνια στην Ελλάδα πριν έρθουμε. Δούλευε ο άνθρωπος κανονικά, δεχότανε ασθενείς. Οπότε είχε μάθει κάποια πράγματα και τον αδερφό μου, ο αδερφός μου σχεδόν δύο χρόνια, έζησε λίγο παραπάνω από εμάς όλους. Οπότε ο παππούς μου με βοηθούσε, με ανάγκαζε για την ακρίβεια να μάθω ελληνικά, κάτι το οποίο δεν μ’ άρεσε καθόλου, αλλά θεωρώ ότι η πρώτη κανονική επαφή έγινε στο σχολείο, ναι.
Να σε πάω λίγο πιο πίσω πάλι.
Ναι.
Το ταξίδι το θυμάσαι για να έρθετε εδώ πέρα; Σου έχει μείνει σαν εικόνα ας πούμε;
Μου έχει μείνει σαν εικόνα να κοιτάω την πόλη μου και να φεύγω πάνω σε ένα πούλμαν, σε ένα λεωφορείο. Είναι... Τότε τα ταξίδια γινόντουσαν κλασικά είτε με αεροπλάνο είτε με λεωφορείο. Εμείς ταξιδεύαμε με λεωφορείο. Είναι αρκετά δυσάρεστο ταξίδι από την άποψη ότι περνάς πολλές ώρες στο λεωφορείο, συγκεκριμένα τρεις μέρες, γιατί αν δεν κάνω λάθος η απόσταση είναι χιλιάδες χιλιόμετρα, 2-3 χιλιάδες. Οι δρόμοι δεν ήτανε ιδανικοί τότε. Ταξιδεύεις από τις ακτ[00:20:00]ές της Μαύρης Θάλασσας πάνω στην Τουρκία, δηλαδή ουσιαστικά για να περάσεις απ’ την Τσάλκα μέχρι τα σύνορα της Γεωργίας θέλεις μια μέρα, θέλεις μια μέρα και κάτι στην Τουρκία και η Αλεξανδρούπολη είναι σχετικά κοντά, το υπόλοιπο της άλλης μέρας το θέλεις εκεί πέρα. Για ένα μικρό παιδί δεν είναι πολύ ευχάριστο σαν ταξίδι, γιατί είναι πολλές ώρες. Ο κάθε άνθρωπος ταξιδεύει για δικό του λόγο, αλλά όπως είπα είχαν εδραιωθεί πλέον τα ταξίδια με την Ελλάδα. Ο παππούς μου έχει περάσει πολύ χειρότερα. Και στο ταξίδι του και στο να μείνει στην Αλεξανδρούπολη, γιατί ήταν η τελείως πρώτη επαφή. Έχει περάσει πάρα πολύ άσχημα. Αυτά δυστυχώς δεν τα γνωρίζω, εμείς ήμασταν σε ένα πολύ καλύτερο τοπίο. Αυτό.
Κατανοητό. Πώς ήτανε, τι συνθήκες συναντήσατε μόλις φτάσατε; Δηλαδή ποια ήτανε η πρώτη σας εμπειρία με την Αλεξανδρούπολη; Εγκλιματιστήκατε γρήγορα; Συνηθίσατε τη νέα πατρίδα να το πω;
Νιώθω ότι οι δικοί μου γονείς ακόμα εγκλιματίζονται. Ναι, ήταν αρκετά δύσκολα. Τα πρώτα χρόνια μέναμε με τον παππού και τη γιαγιά. Προφανώς δεν μπορούσε να είναι κάτι μόνιμο αυτό, μένανε σε μικρό διαμέρισμα. Οπότε, ο πατέρας μου προσπάθησε, έχοντας κάποια λεφτά στην άκρη απ’ τις δουλειές του στη Γεωργία –ο πατέρας μου έχει κάνει πολλές δουλειές– να στήσει ένα σπιτικό, μια επιχείρηση. Ένας άνθρωπος ο οποίος έχει τελειώσει Πολιτικών Μηχανικών στο Ροστόφ της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στη Ρωσία, δεν έχει κάποια ελπίδα να ασχοληθεί με αυτό. Ήταν σχετικά νέος, ήταν 40-κάτι. Απλώς δεν έχεις τον χρόνο να ξανασχοληθείς με αυτό το επάγγελμα, γιατί πρέπει να περάσεις από εξετάσεις νομίζω και από ιστορίες. Οπότε η μόνη σου λύση είναι να βολευτείς με κάτι εύκολο, όπως στη δικιά του περίπτωση το εμπόριο. Όπως είχα πει είχε το σουπερμάρκετ, ήταν αρκετά καλός στο εμπόριο και πριν το σουπερμάρκετ είχε ασχοληθεί πολύ με το εμπόριο στη Γεωργία. Οπότε η πρώτη του σκέψη ήταν να στήσει κάποιο μαγαζί, προφανώς δεν γινόταν τόσο εύκολα, ήταν ακριβό. Οπότε σκέφτηκε να ασχοληθεί με τη λαϊκή. Με τη λαϊκή αγορά εννοώ, να γίνει μικροπωλητής ουσιαστικά. Οπότε θυμάμαι χαρακτηριστικά να κάνουν αυτή τη δουλειά, να έχουμε ένα διαμέρισμα δίπλα στο 1ο Δημοτικό για καλή μου τύχη, γιατί η δεύτερή μου γειτονιά, μετά τον δρόμο μου στη Γεωργία, ήτανε το 2ο Δημοτικό και να... Και θυμάμαι, ήταν προφανώς πολύ δύσκολα, ήτανε δύσκολα αλλά με προστατέψανε πάρα πολύ από το ότι ήταν δύσκολα. Δηλαδή δε μου δώσανε ποτέ την αφορμή να δω κάτι δυσάρεστο για το ότι υπάρχουνε δυσκολίες. Δυστυχώς αυτές τις δυσκολίες τις έμαθα πολλά, πολλά χρόνια μετά. Εγώ δεν βίωσα ούτε τον ρατσισμό, ούτε τίποτα σαν παιδί. Το να σε πούνε μια-δυο φορές Ρωσοπόντιο και όχι για αστείο, εντάξει, σου μένει, αλλά δεν θεωρώ ότι είναι κάτι άσχημο. Ήμουν αρκετά τυχερός με το να βρω φίλους, να βρω παρέες και ναι. Δεν ξέρω αν φταίει ο τόπος σαν τόπος, επειδή είχε αρκετούς μετανάστες να το πω, εκείνες τις εποχές προσπαθούσανε να φέρουνε, να επαναπατρίσουν κάποιους Πόντιους, δεν το γνωρίζω. Αλλά ναι, εγώ δεν είχα κάποιο πρόβλημα πάνω σ’ αυτό.
Εσύ λοιπόν φεύγεις από τη Γεωργία και βρίσκεσαι στην Ελλάδα. Είχες ήδη μια εικόνα όπως μου είχες πει που είχες βρεθεί στην Αλεξανδρούπολη και ήταν αρκετά ευχάριστη. Όταν ήρθες πλέον να μείνεις μόνιμα και έμεινες ένα χρονικό διάστημα, περίμενες να ήταν καλύτερα; Μήπως περίμενες να ήταν χειρότερα; Πώς σου φάνηκε αφού πέρασε λίγο διάστημα;
Ήτανε–
Πάλι σαν παιδί δηλαδή.
Ήτανε, θεωρώ πώς ήτανε καλύτερα, γιατί όπως είπα με κρατήσανε σε μια προστατευτική φούσκα. Τα προβλήματα που είδαν οι γονείς μου δεν τα βίωσα ποτέ εγώ, γιατί ξέρω ότι υπήρχε έντονος ρατσισμός για τους γονείς μου. Η μητέρα μου έκανε αρκετές δουλειές για να τα βγάλουμε πέρα και ο πατέρας μου, εντάξει, για όσους δεν γνωρίζουν το να τρέχεις πάγκο στη λαϊκή συνοδεύεται με το να ξυπνάς 04:30 η ώρα το πρωί της επόμενης μέρας και να τελειώνεις 16:00 το απόγευμα. Εγώ ζούσα, εγώ ζούσα το όνειρο, περνούσα πάρα πολύ καλά, ναι. Με κρατήσανε όπως είπα[00:25:00], ναι, ήτανε αρκετά ευχάριστα, ήταν πολύ ευχάριστα. Δηλαδή μόλις αισθάνθηκα ότι έχω μάθει τη γλώσσα, αυτή η διαφορά που ένιωθα στην αρχή, το ότι είμαι ξένος, άρχισε να φεύγει. Γιατί είναι μικρά τα παιδιά και ο μόνος τρόπος που μπορούν να σε διαχωρίσουν είναι άμα δεν ξέρεις τη γλώσσα. Μόλις μπορείς να συνεννοηθείς μαζί τους κάπως, φεύγει αυτό και από κει και πέρα δεν είχα κανένα πρόβλημα οπότε.
Δυσκολεύτηκες με τη γλώσσα;
Δεν θα το έλεγα, όχι. Τα μικρά παιδιά μαθαίνουν εύκολα. Βοήθησε πάρα, πάρα πολύ αυτό το πρόγραμμα που είχανε στο 1ο Δημοτικό με το να μαθαίνουν τα παιδιά ελληνικά. Πάρα πολύ βοήθησε. Δεν ξέρω, δηλαδή αν απλώς με βάζανε να μαθαίνω «Γλώσσα, Γλώσσα» που δεν ήξερα να γράφω, απλώς θα καθόμουνα και θα κοιτούσα. Είχα την καλή τύχη του ότι το επίπεδο των μαθηματικών στο δικό μας σύστημα ήταν αρκετά υψηλό σε σχέση με αυτό που υπήρχε τότε στο Δημοτικό της Ελλάδας. Οπότε δεν έδινα σημασία στα άλλα μαθήματα και απλώς προσπαθούσα να μάθω τη γλώσσα, ήμουν ήδη αρκετά μπροστά στα μαθηματικά. Συνέχεια προσπαθούσα να μάθω τη γλώσσα, αυτό.
Βοήθησες και τους δικούς σου ανθρώπους με τη γλώσσα; Χρειάστηκε δηλαδή να συνεννοηθείς με άλλους ανθρώπους;
Επιχείρησα, προσωπικά εγώ επιχείρησα να τους βοηθήσω αντιγράφοντας όλα αυτά που κάνανε οι άλλοι για μένα για να τα μάθω, βιβλία, αλλά εντάξει, νομίζω δεν μπορείς να προσεγγίσεις δύο μεγάλους ανθρώπους οι οποίοι δουλεύουνε συνέχεια με ένα βιβλίο για να μάθουν τη γλώσσα. Ειδικά όταν δουλεύουν σε... Γενικώς οι γονείς μου δεν καταφέρανε ποτέ να μάθουν τη γλώσσα. Ακόμα και τώρα το επίπεδό τους είναι αρκετά μέτριο θα έλεγα. Μέτριο στον πατέρα μου και χαμηλό στη μάνα μου. Πιστεύω σ’ αυτό ευθύνεται οι κοινότητες των ανθρώπων, οι παρέες, δηλαδή υπήρχανε αρκετοί δικοί μας άνθρωποι σ’ αυτόν τον τόπο, οπότε περιορίστηκαν στο να μιλάνε μόνο μ’ αυτούς τους ανθρώπους και όχι με τους ντόπιους Έλληνες. Και νομίζω αυτό είχε και τον αντίκτυπο του να μην μάθουν ποτέ τη γλώσσα. Ο αδερφός μου από την άλλη, επειδή ήξερε τη γλώσσα, ήταν και μεγαλύτερο παιδί, είναι πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερός μου, βοήθησε πάρα πολύ σε οτιδήποτε χρειαστήκαμε, ξεκινώντας από τα απλά ψώνια του σουπερμάρκετ μέχρι το να τρέχει να κάνει χαρτιά για τους γονείς μου. Ήταν αυτός δηλαδή που από τα πρώτα χρόνια τρέχει για αυτά τα πράγματα.
Έτρεξε πολύ δηλαδή.
Ναι. Εγώ σαν μικρό παιδί δεν έκανα κάτι.
Μέσα στο σπίτι ποια γλώσσα μιλάτε;
Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο θέμα. Γενικώς εμείς είμαστε Πόντιοι οι οποίοι πριν απ’ τους πολέμους κρατήσαμε τη θρησκεία μας, αλλά αφήσαμε τη γλώσσα. Υπήρχανε περιπτώσεις όπου κρατούσαν τη γλώσσα αλλά αφήναν τη θρησκεία. Οπότε ξεκινήσαμε σε εκείνο τον τόπο της Γεωργίας γνωρίζοντας τούρκικα, τα οποία τούρκικα όμως φέρνουν πιο πολύ στα αζερμπαϊτζάνικα για κάποιο λόγο, δεν ξέρω γιατί. Συνεννοούμαστε πολύ καλά με τους Τούρκους, ο πατέρας μου είναι, ξέρει πάρα πολύ καλά τον λόγο. Τη γεωργιάνικη γλώσσα δεν τη μάθαμε ποτέ, γιατί ουσιαστικά δεν χρειάστηκε ποτέ. Επί της Σοβιετικής Ένωσης μιλούσαμε μόνο ρώσικα. Για να καταλάβεις, τα γεωργιάνικα ήτανε, γεωργιάνικα ή γεωργιανά, δεν είμαι σίγουρος, ήταν μια τρίτη γλώσσα. Δηλαδή είχαμε τα ρώσικα, τα αγγλικά και μετά ήταν αυτή η γλώσσα. Ναι, δεν τη μάθαμε ποτέ. Οπότε όταν ήρθαμε εδώ πέρα μιλούσαμε τούρκικα και ρώσικα. Εντάξει, τα ρώσικα ήταν σε άψογο επίπεδο γιατί οι γονείς μου σπουδάσανε στη Ρωσία. Υπήρχαν άνθρωποι στη Γεωργία οι οποίοι δεν πήγανε ποτέ στη Ρωσία, οπότε δεν είχαν τον λόγο όπως οι γονείς μου. Οπότε αυτοί οι άνθρωποι έμειναν στα τούρκικα. Υπήρχαν κάποια χωριά γύρω που μιλούσαν ποντιακά και κυρίως εμείς που μέναμε στο κέντρο της πόλης μιλούσαμε ρώσικα. Οπότε, όταν είχαμε έρθει εδώ πέρα, μιλούσαμε στο σπίτι αποκλειστικά ρώσικα και λίγο τούρκικα. Τα τούρκικα τα ντρεπόμασταν λίγο, γιατί, λόγω της ελληνοτουρκικής σχέσης και τότε είχαμε ένα ταμπού και ένα κόμπλεξ ότι θα κάνει παρατήρηση ο πατέρας μου στη μάνα μου, θα της πει: «Μην μιλάς τούρκικα, μίλα ρώσικα, ντροπή». Χαίρομαι πάρα πολύ που κρατήσαμε να μιλάμε ρώσικα μέσα στο σπίτι, ίσως αυτό να δυσκόλεψε τους γονείς μου να μάθουνε ελληνικά, θα μπορούσαμε να μιλάμε ελληνικά και να μάθουν και οι δικοί μου. Αλλά το γεγονός ότι συνεχίσαμε να μιλάμε ρώσικα μέσα στο σπίτι, προσωπικά με βοήθησε να έχω δύο μητρικές γλώσσες, αν επιτρέπεται να το πεις αυτό, γιατί πολλοί άνθρωποι και παιδιά της ηλικίας μου που είχαν έρθει Ελλάδα[00:30:00] που είχαν σταματήσει να μιλάνε ρώσικα, είτε γιατί ντρεπόντουσαν είτε γιατί τα παιδιά άρχισαν να μιλάνε ελληνικά και μετά παρέσυραν και τους γονείς τους, αυτή τη στιγμή δεν ξέρουν ούτε λέξη στα ρώσικα για αυτό το λόγο. Εμείς κρατήσαμε τη γλώσσα, με αποτέλεσμα και εγώ και ο αδερφός μου να μιλάμε τουλάχιστον δύο-τρεις γλώσσες, όπως είναι τα ελληνικά, τα ρώσικα και τα τούρκικα. Τώρα για τα ελληνικά θα κρίνεις εσύ πόσο καλά τα μιλάμε.
Πολύ καλά, είναι η αλήθεια.
Εντάξει, ευχαριστώ πολύ. Ναι αυτό.
Μου είπες ότι είχατε βρει, ο κύκλος σας ας πούμε περιελάμβανε και ανθρώπους άλλους που έφυγαν από τις πατρίδες τους και ήρθανε στην Ελλάδα. Υπήρξε κάποιου είδους κοινότητα ή φιλίες περισσότερο με αυτούς τους ανθρώπους σε σχέση με τους ντόπιους στην αρχή;
Θα έλεγα, δυστυχώς, από την μεριά των γονιών μου, γιατί εγώ για κάποιο λόγο δεν είχα καμία επαφή με τα παιδιά των Ποντίων ας το πω ή των παιδιών που ήρθανε απ’ έξω. Γιατί πήγα κατευθείαν στο Δημοτικό, γνώρισα κάποια παιδιά και άρχισα να κάνω παρέα με αυτά τα παιδιά. Οι γονείς μου από την άλλη ήτανε πολύ δεμένοι στον κύκλο τους. Δεν είχανε σχεδόν καμία επαφή με τους Έλληνες. Πέρα ο πατέρας μου στη λαϊκή να κάνει εμπόριο με αυτούς τους ανθρώπους ή η μητέρα μου να έχει τα αφεντικά της που ήταν κατά κύριο λόγο ντόπιοι Έλληνες. Όχι, δεν υπήρχε καμία επαφή. Και πραγματικά με στεναχωρεί πάρα πολύ αυτό, που δεν προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους.
Δεν ανοίχτηκαν τόσο;
Δεν ξέρω αν είναι θέμα το να ανοίγεσαι ή όχι, μπορεί να υπήρχανε διάφορα, διάφορες δυσκολίες. Μπορεί να υπήρχε η ντροπή, εγώ θεωρώ ότι ήταν η ντροπή. Ντροπή του ότι έχουμε έρθει απ’ έξω, δεν ξέρουμε πώς θα μας δεχτούνε, δεν ξέρουμε τη γλώσσα.
Τη γλώσσα.
Ναι. Το πρόβλημά τους πάντα ήταν η γλώσσα. Και εμένα με στεναχωρούσε πάρα πολύ αυτό, γιατί θεωρώ ότι δεν υπήρχε κάποιος λόγος για όλο αυτό. Είναι εξαιρετικά μορφωμένοι άνθρωποι και τους έχει στερήσει πολλά πράγματα η γλώσσα. Αλλά από την άλλη δεν μπορώ και να τους κατηγορήσω, γιατί έχουν κάνει πολλά για να είμαστε εμείς καλά ας πούμε. Αυτό.
Πώς ήταν η ψυχολογία σου το πρώτο διάστημα που ήρθες εδώ; Εννοώ μόλις άφησες την παρέα σου από εκεί, τους φίλους, και έφτασες κάπου τελείως άγνωστα ουσιαστικά.
Πιστεύω μου λέγανε αρκετά ψέματα σε εισαγωγικά ότι είναι κάτι προσωρινό και ίσως να περίμενα πολύ να γυρίσω. Είναι ένα πολύ καλό κόλπο που μπορείς να εφαρμόσεις σε ένα παιδί. Του λες ότι κάποια στιγμή θα γυρίσει, αλλά όσο περνάει ο καιρός αρχίζει να του αρέσει, ξεχνάει και τον όρκο και τα πάντα. Ναι, αλλά νομίζω στην αρχή ζούσα με το σκεπτικό ότι θα γυρίσω κάποια στιγμή στο σπίτι μου. Και μετά πολύ απλά άρχισε να μου αρέσει. Οπότε στην αρχή ήμουν αρκετά στεναχωρημένος, ναι. Και δεν είναι ότι δεν το τηρήσανε, έχω πάει πολλές φορές πίσω στη Γεωργία. Έχω πάει σ’ αυτά τα χρόνια, απ’ το 2003 μέχρι σήμερα, έχω πάει πάνω από τρεις-τέσσερις φορές. Η τελευταία φορά ήταν το ’12 και σκοπεύω να πάω ξανά σύντομα. Να πω επίσης ότι οι γονείς μου πηγαίνουνε κάθε χρόνο στη Γεωργία. Έχουμε άμεση επαφή.
Έχετε κρατήσει δηλαδή, έχετε αφήσει πίσω και συγγενείς;
Έχουμε, ακριβώς, ναι.
Αλλά έχετε κρατήσει και σχέσεις οπότε.
Ναι, είναι το περισσότερο μέρος από το σόι της μητέρας μου στη Γεωργία. Η γιαγιά μου, η θεία μου η τραπεζίτισσα ας πούμε, η διευθύντρια της τράπεζας που είναι, ο θείος μου ο οποίος είναι Νομάρχης. Για παράδειγμα, αυτοί οι άνθρωποι παρέμειναν για πάντα εκεί. Οπότε, θεωρώ ότι απλώς θέλανε να μείνουνε και αυτοί εκεί. Όπως και εμείς θέλαμε να φύγουμε. Ίσως η αιτία και η αφορμή να ήτανε τα γεγονότα που έγιναν εκεί πέρα, αλλά υπήρχε όπως είπα και ο παππούς μου. Οπότε ναι, κρατάμε επαφή, η μητέρα μου πηγαίνει κάθε χρόνο, έρχονται και αυτοί κάθε χρόνο. Είναι πατρίδα μας, είναι το σπίτι μας, εγώ ακόμα νιώθω έτσι.
Πότε άρχισες όμως να νιώθεις και εδώ στην Αλεξανδρούπολη σαν το σπίτι σου; Ήτανε κάποια στιγμή ας πούμε που απελευθερώθηκες, να το πω έτσι, που ένιωσες σαν την πατρίδα σου και εδώ;
Σαν παιδί, θεωρώ ότι αυτό έγινε τη στιγμή που έμαθα τη γλώσσα. Γιατί, όπως είπα, αυτό αρκεί σε ένα παιδί. Μόλις μάθει τη γλώσσα, μόλις κάνει τους φίλους, μόλις... Όχι μόλις, αφού τον προστατεύουν από τα εξωτερικά προβλήματα οι γονείς του[00:35:00], αυτή τη φούσκα που είπα που μου φτιάξανε, αισθανόμουνα ότι είμαι στο σπίτι. Ήξερα τη γλώσσα, ήξερα τους φίλους, άρχισα να ξεχνάω πλέον το τι είχα εκεί πέρα. Προφανώς, όσο μεγαλώνεις, καταλαβαίνεις ότι η πατρίδα σου είναι εδώ. Εδώ είναι οι άνθρωποί σου, ασχέτως με το πόσο δύσκολα έχεις περάσει. Είχαμε μια κουβέντα πρόσφατα πριν από μια βδομάδα με έναν στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος, ήταν στο αυτοκίνητο εγώ και ο αδερφός μου και λέει κάτι ο άνθρωπος, δικός μας άνθρωπος, απ’ τη Γεωργία και αυτός, λέει: «Δεν έπρεπε να ‘ρθουμε εδώ πέρα, εσείς τι λέτε παιδιά;». Εντάξει, με το ζόρι συγκράτησα τον αδερφό μου, είχε νευριάσει πάρα πολύ. Και ο αδερφός μου πολύ απλά του είπε, του λέει: «Όπως και τότε έτσι και τώρα τα σύνορα είναι ανοιχτά. Ανά πάσα στιγμή μπορείς να επιστρέψεις». Και αυτό πάντα μου δημιουργούσε το ερώτημα του τι θα γινόταν αν μέναμε εκεί πέρα. Πιστεύω δεν θα άλλαζε κάτι δραματικά. Ο φίλος μου ο Ξενάκης όπως είπα, το παιδί μεγάλωσε, σπούδασε στην Τιφλίδα, πήρε το πτυχίο του και πήγε να δουλέψει στη Ρωσία. Δεν νομίζω να ζορίστηκε ή είχε χαμηλό επίπεδο, είτε μόρφωσης είτε επίπεδο ζωής. Υπήρχανε εκείνα τα προβλήματα σε εκείνα τα χρόνια, αλλά όπως είπα οι συγγενείς μου τα ξεπέρασαν και πολλοί φίλοι μου τα ξεπέρασαν.
Ξεπεράστηκαν.
Ναι, εμείς αποφασίσαμε να φύγουμε από κει. Οπότε δεν νομίζω το... Είναι και οι δύο πατρίδες μου, η πατρίδα μου είναι, με την έννοια της λέξης είναι η Γεωργία. Αλλά η χώρα μου, το έθνος μου είναι εδώ πέρα. Έτσι ένιωθε ο παππούς μου, έτσι νιώθει και ο πατέρας μου και έτσι νιώθουμε και εμείς. Είναι το σπίτι μας, μπορεί να είμαστε δακτυλοδεικτούμενοι πολλές φορές, να σε λένε Ρωσοπόντιο ή ξένο, αλλά εντάξει, συνήθως το λένε οι στενόμυαλοι.
Θα σε ρωτούσα αν υπήρχε τότε κάποια ρήξη, μεταξύ της οικογένειας ας πούμε, που θα φεύγατε εσείς, οι άλλοι συγγενείς σας θα μένανε πίσω, αν δημιούργησε αυτό κάποια ρήξη.
Η ρήξη πιστεύω είναι εντός της οικογενείας μου, είναι η μητέρα μου η οποία μέχρι σήμερα λέει: «Γιατί ήρθαμε εδώ πέρα;». Το λέει καθαρά μεταξύ σοβαρού και αστείου προφανώς. Την καταλαβαίνω, γιατί ο πατέρας μου γύρισε στους δικούς του συγγενείς, γύρισε στον πατέρα του, στις θείες του, στους θείους του, όλο το σόι του πατέρα μου είναι εδώ πέρα, δεν έχει μείνει κανένας εκεί. Και όλο το σόι της μητέρας μου είναι στη Γεωργία είτε στη Ρωσία. Και οι περισσότεροι είναι στη Γεωργία. Οπότε αυτή η γυναίκα κάθε χρόνο προσπαθεί να πάει εκεί πέρα και μιλάει συνέχεια με τις αδελφές της και τα αδέλφια της, είναι εφτά-οχτώ αδέλφια ούτε καν ξέρω πόσοι είναι, πάρα πολλοί. Οπότε αυτό θα έλεγα, εντός του οικογενειακού πυρήνα αυτή ήταν η ρήξη, γιατί ήταν πολλοί οι καβγάδες του πατέρα με τη μάνα μου που η οποία συνέχεια έλεγε ότι: «Γιατί ήρθαμε εδώ πέρα; Είναι δύσκολα τα πράγματα». Αλλά εντάξει, δεν σταμάτησε ποτέ η οικογένεια της μητέρας μου εμάς από το να ‘ρθουμε εδώ πέρα, γιατί όπως είπα όλη η οικογένεια του πατέρα μου είχε έρθει εδώ πέρα. Ήμασταν οι τελευταίοι θα έλεγα από το σόι του πατέρα μου να πάμε, είχαμε έρθει εδώ πέρα, ήταν όλοι εδώ.
Κατάλαβα. Μιας και αναφέρθηκες έτσι λίγο στον ρατσισμό, υπήρξε κάποιο περιστατικό που να σου έμεινε χαρακτηριστικά που να θυμάσαι ή δεν υπήρξανε τελικά περιστατικά ρατσισμού; Μου είπες ίσως περισσότερο στους γονείς, λιγότερο σε σένα.
Σε μένα ήτανε όπως είπα στο ελάχιστο.
Στο σχολικό περιβάλλον ας πούμε;
Σε κάθε περιβάλλον. Σε οποιοδήποτε περιβάλλον ερχόσουν σε επαφή με κάποιον ντόπιο Έλληνα. Αλλά συνήθως αυτά συμβαίνουν σε ένα μικρό παιδί στο σχολικό του περιβάλλον. Θα έλεγα πως ήτανε μηδενική. Όπως είπα, το να σε πούνε μερικές φορές Ρωσοπόντιο δεν μετράει. Όσο για τους γονείς μου με προφυλάξανε πολύ απ’ αυτά τα προβλήματα, αν και γνωρίζω, μέχρι και σήμερα δεν μου λέγονται κάποια πράγματα, γνωρίζω ότι δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ. Ειδικά η μάνα η οποία δούλευε σε ταβέρνες σαν καθαρίστρια, ξέρω ότι δυσκολεύτηκε πάρα πολύ. Την έχω πετύχει να κλαίει. Σαν ανάμνηση το θυμάμαι. Αλλά ποτέ δεν μου είπανε συγκεκριμένα τι είχε γίνει. Το αναφέρανε σαν δυσκολία δουλειάς ή το ότι: «Να μην σε αφορά», αυτό.
Οπότε είτε ήτανε σχολικό είτε κοινωνικό[00:40:00] είτε επαγγελματικό περιβάλλον, θα υπήρχε κάτι;
Σίγουρα θα υπάρχει–
Δυστυχώς.
Δυστυχώς υπάρχει, ναι. Υπάρχει, ναι. Έχει να κάνει αυτό, πιστεύω αυτό έχει πάντα να κάνει με τη γλώσσα. Όταν δεν έχεις κάποια εξωτερική διαφορά απ’ τον άλλον, είτε είναι στο χρώμα σου και η μόνη σου διαφορά είναι ότι μιλάς μια άλλη γλώσσα, μπαίνεις στο στόχαστρο. Τότε ξεκινάει ο ρατσισμός. Οπότε εγώ, που πέρασα πολύ γρήγορα στη φάση του να ξέρω ελληνικά, δεν έδινε κάτι το ότι είμαι ξένος. Και εντάξει, ένα διάστημα το κρύβεις κιόλας από κάποιους ανθρώπους, γιατί λες: «Γιατί να τους το πω αυτό;». Είναι ένα ταμπού, δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσει ο άλλος, το ότι έχω έρθει από αλλού. Ντρεπόμουνα, προφανώς και ντρεπόμουνα, λυπάμαι που το λέω τώρα, για την καταγωγή μου. Αλλά έπρεπε να προστατέψω τον εαυτό μου. Προφανώς όταν μεγάλωσα είπα ότι…
Σταμάτησε να σε νοιάζει.
Είπα ότι ντρέπομαι που ντρεπόμουνα. Δεν έπρεπε. Είμαστε αυτοί που είμαστε, λυπάμαι που έγινε έτσι με τους γονείς μου, αλλά πιστεύω ότι είμαστε πολύ καλύτερα αυτή τη στιγμή.
Σίγουρα. Θα σκεφτόσουνα ποτέ να γυρίσεις πίσω; Έχει περάσει απ’ το μυαλό σου;
Να γυρίσω μόνιμα ή απλώς να γυρίσω;
Εφόσον πηγαίνεις τα ταξίδια σου και τους βλέπεις, κάτι για μόνιμο.
Έχω γενικώς τρομερή αίσθηση νοσταλγίας σε ένα ακραίο επίπεδο. Βλέπω όνειρα, ανατριχιάζω όταν ακούω ότι, όταν κάποιος μου περιγράφει κάποιο τόπο, ανατριχιάζω, γιατί θυμάμαι χαρακτηριστικά τα πάντα. Θέλω να έχω μια στενή επαφή μ’ αυτόν τον τόπο, δεν με νοιάζει αν θα έχω συγγενείς εκεί πέρα ή όχι. Θέλω να μπορώ όποτε θέλω να πηγαίνω εκεί πέρα, να πηγαίνω στα μέρη μου, να τα βλέπω, ας είναι και γκρεμισμένα, να τα βλέπω, να κάθομαι και να επιστρέφω. Αλλά νομίζω δεν έχω να κάνω κάτι μόνιμο εκεί πέρα πλέον. Γιατί έτσι στήθηκε η δική μου ζωή. Όπως είπα, ο φίλος μου ο Ξενάκης έκανε τη ζωή του μια χαρά. Θα μπορούσα και ‘γω να μείνω εκεί πέρα, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχω να κάνω κάτι εκεί. Αλλά θέλω να έχω συνέχεια επαφή με αυτόν τον τόπο.
Κατανοητό. Πώς θα έλεγες ότι βλέπεις όλη αυτή τη μετακίνηση τότε σαν παιδί και τώρα σαν ενήλικας; Ήτανε διαφορετικό δηλαδή όταν ήρθες σαν παιδί για πρώτη φορά εδώ στην Ελλάδα, όπως μου είπες ήσουνα λίγο στεναχωρημένος στην αρχή. Αλλά τώρα, που είστε είκοσι χρόνια πλέον εδώ, τα πράγματα τα βλέπεις διαφορετικά.
Θα έλεγα ότι αλλάζει η αντίληψή σου. Ίσως, ίσως λέω, θα το έβλεπα πιο θετικά αν ήμουν μεγαλύτερος. Θεωρώ ότι το ίδιο θα πίστευε και ο αδερφός μου. Από την άλλη, ήταν σε μεγαλύτερη ηλικία αυτός, πήγαινε Λύκειο όταν φύγαμε από κει. Μπορεί να μην ήθελε καθόλου να φύγει. Στη δικιά του ηλικία είχε τους φίλους του, την κοπέλα του, δεν ξέρω και ‘γω τι είχε. Αλλά αν κοιτάξεις πίσω σε όλα αυτά, θεωρώ ότι ήτανε μια σωστή απόφαση που ήρθαμε. Θεωρώ ότι έπραξε σωστά ο πατέρας μου. Αλλά όπως είπα και να μέναμε εκεί δεν θα άλλαζε κάτι δραματικό στη ζωή μας, προφανώς υπήρχανε τα προβλήματα που είπα με τους εγκληματίες και με αυτά. Ήταν αρκετά επικίνδυνο και τρομακτικό, αλλά ίσως λογικά να μην το αντιλαμβάνεται ο κάθε άνθρωπος, γι’ αυτό και πολλοί μείνανε εκεί πέρα. Οπότε θεωρώ ότι κάναμε καλά, κάναμε σωστά.
Αυτό που μου είπες, η χαρούμενη παιδική ηλικία σου εκεί πέρα, θα έλεγες ότι συνεχίστηκε τελικά και στην Αλεξανδρούπολη;
Η χαρούμενη παιδική μου ηλικία ξεκίνησε στα πρώτα χρόνια μετά την πτώση του κομμουνισμού που τα πράγματα ήταν ακόμα καλά, ήταν πάρα πολύ ωραία, η οποία μετά απότομα διακόπηκε με όλα τα προβλήματα που άρχισαν να έχουνε, να έχει αυτός ο τόπος. Τα οποία προβλήματα πλέον οι γονείς σου δεν μπορούν να σε προστατέψουν από αυτά γιατί είναι ολοφάνερα. Βλέπεις σπίτια να εγκαταλείπονται, επιχειρήσεις να κλείνουνε, η οικονομική κατάσταση της χώρας να μην επιτρέπει το ρεύμα για 24 ώρες, να υπάρχουνε διακοπές μέχρι και οχτώ και παραπάνω ωρών. Το ίδιο και προβλήματα στην ύδρευση και φυσικό αέριο. Είχε στηθεί φυσικό αέριο σε όλη την πόλη, ένα αστείο, μόλις έπεσε ο κομμουνισμός είχαμε απλώς τους σωλήνες να κάθονται εκεί πέρα. Ωραίοι οι σωλήνες σε κάθε σπίτι, απλώς κάθονται. Πολλοί φίλοι μου, αυτοί οι φίλοι μου που γεμίζανε το[00:45:00]ν δρόμο μας άρχισαν να φεύγουνε, να φεύγουνε μπροστά μου, μπροστά στα μάτια μου. Εμείς ήμασταν οι τελευταίοι όπως το είπα. Στο τέλος είχα μείνει να παίζω μόνο με τον φίλο μου τον Ξενάκη, αυτός είναι ακόμα εκεί όπως είπα, ήταν ο τελευταίος μου φίλος. Αλλά η παρέα, το ότι μαζευόμασταν είκοσι άτομα, ξαφνικά να γίνουν δύο, τα βιώνεις πολύ άσχημα σαν παιδί. Και είχε γίνει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Δηλαδή εγώ νιώθω ότι αυτό έγινε σε δέκα χρόνια ξέρω ‘γω, ενώ έχει γίνει μέσα σε ένα-δύο χρόνια. Το ότι αποφασίσανε να φύγουν, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και θυμάμαι τα τελευταία χρόνια με το να μην έχω φίλους, να υπάρχουν αυτά τα προβλήματα, να υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το να μην μπει κάποιος στο σπίτι σου και ένας θεός ξέρει τι να σε κάνει. Και ξαφνικά, μετά να έρχομαι στην Ελλάδα και να ξαναζώ αυτό το ευχάριστο κλίμα που είχα στα αρχικά χρόνια. Οπότε είναι ωραίο, πιστεύω ότι αυτή η διακοπή σταμάτησε και συνεχίστηκε εκείνο το ευχάριστο περιβάλλον των φίλων και των σχολικών διαδηλώσεων, τα οποία τα είχα αφήσει τελείως πίσω μου, γιατί εκεί, ναι. Αυτό, ήτανε πάρα πολύ ευχάριστο.
Κοιτώντας το τώρα με τα μάτια ενός ενήλικα, το βλέπεις ως φυσιολογικό το ότι φύγατε τελικά με όλη εκείνη την κατάσταση; Γιατί σαν παιδί δεν το καταλάβαινες πλήρως. Τώρα που το βλέπεις και κοιτώντας το πίσω, άμα ήταν να πάρεις εσύ την απόφαση, θα φεύγατε;
Πιστεύω πως ναι. Αν ήταν πάνω μου η απόφαση, με τα σημερινά μυαλά, θα έφευγα, ναι. Νιώθω ακόμα τον φόβο που ένιωθα σαν παιδί, δηλαδή αυτό το συναίσθημα δεν μου έχει περάσει. Δεν είναι φυσιολογικό ένα παιδί να περιμένει πότε θα ξημερώσει για να χαλαρώσει.
Ναι, δεν πρέπει να συμβαίνει σε κανένα παιδί.
Δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό. Αυτή η αίσθηση την είχα για μήνες. Νιώθω ότι είναι για παραπάνω αλλά ήταν για μήνες. Και τότε ήταν που είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται να φεύγουνε. Επικρατούσε ένας πανικός, ένα χάος. Αν και δε νομίζω πρακτικά να μας κάνανε κάτι, γιατί όπως είπα ήμασταν οικογένεια του Νομάρχη, ο οποίος τότε ήταν Δήμαρχος βέβαια, δεν θα μας πείραζε κανείς, είχαμε μια θέση σε εκείνη την κοινωνία. Αλλά φοβάσαι σαν παιδί. Πάρα πολύ.
Θυμάσαι να φοβάσαι να κυκλοφορείς και έξω; Τόσο πολύ;
Αυτό πιστεύω θα το βίωσαν οι γονείς μου. Βασικά μου ‘ρθε μια ανάμνηση. Κλείναμε το μαγαζί μας, το σουπερμάρκετ, και πάντα προσπαθούσαμε να μην περάσει η ώρα. Προσπαθούσαμε να τα κάνουμε γρήγορα, να μην έρθει η νύχτα, για να πάμε σπίτι μας. Το σουπερμάρκετ μας το είχαν ληστέψει δυο φορές. Και έμοιαζε πιο πολύ με το να θέλουν να σου περάσουν κάποιο μήνυμα, γιατί δεν κλέβανε και τίποτα, απλώς το σπάγανε. Και πιστεύω και μ’ αυτό τον τρόπο ξεχείλισε το ποτήρι για τον πατέρα μου. Εν τω μεταξύ, το σουπερμάρκετ ακόμα υπάρχει και λειτουργεί. Ναι, το δώσαμε σε εισαγωγικά, το πουλήσαμε πριν από μερικά χρόνια, υπάρχει. Αλλά σαν μικρό παιδί όχι, πιστεύω σου ‘χει δημιουργηθεί ο φόβος της νύχτας. Να ξυπνάς μία νύχτα να πας τουαλέτα και να βλέπεις τον πατέρα σου να καθαρίζει ένα αυτόματο –νόμιμα το είχε, μην με κοιτάς έτσι– σου δημιούργει κάποια ερωτήματα. Και ξέροντας... Γιατί όσο παιδί και να είσαι, άκουσες ότι μπήκανε και σκοτώσανε κάποιον. Ναι, οπότε τρομάζεις.
Για ένα παιδί είναι τρομακτικό.
Για ένα παιδί είναι τρομακτικό, ναι. Ένα παιδί το οποίο αντιλαμβάνεται τι γίνεται, είναι 9-10 χρονών πλέον, ξέρει τι γίνεται τριγύρω του. Οπότε τρομάζεις πάρα πολύ, αρχίζεις να σκέφτεσαι πράγματα του ότι είναι ασφαλές το σπίτι μου; Αυτά τα κάγκελα είναι ασφαλή; Ένα μικρό παιδί δεν πρέπει να σκέφτεται τέτοια πράγματα. Το σκυλί μου, το τσομπανόσκυλο, η Τζούλια, θα με προστατέψει; Ή θα της δώσουνε κάτι θα φάει και θα πεθάνει; Αν έρθουνε πέντε άτομα τι θα κάνεις; Θα προλάβεις να καλέσεις την αστυνομία; Ζεις και μακριά απ’ την αστυνομία. Αν σκεφτόμουνα εγώ τέτοια πράγματα δεν θέλω καν να φανταστώ τι σκεφτόντουσαν οι δικοί μου. Οπότε ναι, ήτανε σωστό το να φύγουμε. Αλλά, όπως είπα, κάποιοι μείνανε. Και καλά κάνανε.
Και για να φτάσουμε και στο σήμερα. Τελικά ήρθατε εδώ πέρα, τελείωσες το σχολείο και τώρα βρίσκεσαι στη Θεσσαλονίκη;
Ναι, έχω περάσει σχεδόν παραπάνω χρόνια στη Θεσσαλονίκη πλέον απ’ ό,τι στην Αλεξανδρούπολη. Έχω κάνει δέκα χρόνια τη[00:50:00]ς ζωής μου στη Γεωργία, δέκα στην Αλεξανδρούπολη και άλλα δέκα στη Θεσσαλονίκη. Δεν ξέρω, όπως ένιωθα και ακόμα νιώθω για τη Γεωργία, για τον τόπο μου, πιστεύω ακριβώς έτσι νιώθω και για την Αλεξανδρούπολη σαν πόλη όταν βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη. Ναι, έχεις την ίδια νοσταλγία αυτού του τόπου που συνέχεια μου λέει ότι: «Θέλω να πάω εκεί». Μερικές φορές βρίσκω τις πιο χαζές και ηλίθιες αφορμές για να ‘ρθω στην Αλεξανδρούπολη. Μπορώ να το παρουσιάσω στον εαυτό μου ότι είναι, ότι πρέπει να πάω–
Προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου;
Να πείσω τον εαυτό μου, ναι, ενώ είναι κάτι πάρα πολύ χαζό. Το απλώς να μαζευτώ ένα Σαββατοκύριακο με τους φίλους μου και να κάτσουμε, να μιλήσουμε και να κάνω, ξέρω ‘γω, 600 χιλιόμετρα από εκεί και πέρα για δύο μέρες.
Πες μου και για τη δουλειά σου στη Θεσσαλονίκη. Με τι ασχολείσαι;
Είμαι υποψήφιος διδάκτορας στην Οργανική Χημεία και Ιατρική Χημεία. Είχα περάσει Χημικό στη Θεσσαλονίκη, στο Αριστοτέλειο για όποιον δεν ξέρει, είναι η μόνη σχολή στη Θεσσαλονίκη. Και τα τελευταία δέκα χρόνια, όσο βρίσκομαι εκεί πέρα έχω πάρει το bachelor και το master στη Θεσσαλονίκη στην ίδια σχολή και προσπαθώ να πάρω και το ντοκτορά στην ίδια σχολή. Είμαι στο τελευταίο έτος, έχω κάνει τέσσερα χρόνια bachelor, δύο χρόνια master και είμαι στο 4ο έτος του PhD. Είναι επιστήμες Yγείας κατά κάποιο τρόπο οι οποίες έχουν να κάνουν με τη σύνθεση, τον σχεδιασμό φαρμάκων για διάφορες ασθένειες. Εμείς κυρίως ασχολούμαστε με τον καρκίνο. Και προσπαθώ με πολλή προσπάθεια να πάρω το διδακτορικό μου.
Κατάλαβα. Και για να κλείνουμε έτσι, θέλω να μου πεις τα συναισθήματά σου τόσο για τη Γεωργία, για την Τσάλκα, αλλά και για την Ελλάδα και την Αλεξανδρούπολη. Ας ξεκινήσουμε από τη Γεωργία, που λείπεις ας πούμε και τόσα χρόνια, ποια συναισθήματα σου αφήνει στο τέλος;
Είπα κάποια δυσάρεστα πράγματα, αλλά δεν είναι αυτά τα οποία με κάνουνε να θυμάμαι αυτόν τον τόπο. Έχω πάρα πολλές ευχάριστες αναμνήσεις, αναμνήσεις στους καταρράκτες, αναμνήσεις στα ποτάμια της. Μια χώρα η οποία είναι γραφική, πανέμορφη. Έχει... Πρώτα απ’ όλα είναι μια αρχαία χώρα, έχει μνημεία, έχει αρχαίες βυζαντινές εκκλησίες, είναι πανέμορφη. Οι γκρεμοί της, οι καταρράκτες όπως είπα, όλοι αυτοί οι τόποι είναι τα πράγματα που πάντα κρατάω. Το συναίσθημα πηγάζει πάντα από κει, δηλαδή απ’ τα μέρη. Αλλά όχι μόνο απ’ τα μέρη που προανέφερα, αλλά και από την πόλη μου την ίδια η οποία είναι πανέμορφη, τον χειμώνα είναι κάτασπρη! Και ενώ τα λέω όλα αυτά, έχω δέκα χρόνια να πάω. Και κάθε χρόνο λέω ότι θέλω να πάω, αλλά κάτι συμβαίνει, είτε είναι η δουλειά είτε είναι οι σπουδές. Αλλά τα συναισθήματα και οι εικόνες απλά δεν φεύγουνε, είναι ίδιες. Δεν ξέρω αν νιώθουν το ίδιο, σίγουρα δεν νιώθει το ίδιο ο αδερφός μου. Δεν τον έχω ακούσει ποτέ να λέει ότι θέλει να γυρίσει πίσω. Ναι, αλλά για μένα είναι μία μόνιμη μάχη με τον εαυτό μου να σκέφτομαι και να θέλω να γυρίσω εκεί πέρα.
Η νοσταλγία υπάρχει συνεχώς;
Είναι πολύ έντονη η νοσταλγία, ναι. Όσο για την Ελλάδα, όπως είπα και πριν, την ίδια ακριβώς αγάπη νιώθω και για την Αλεξανδρούπολη, πιο πολύ για την πόλη. Εντάξει, δεν θα πω για τα πανέμορφα νησιά που έχουμε τριγύρω ή για τις παραλίες που έχω περάσει άπειρες ώρες σ’ αυτές. Είναι η πόλη, δεν ξέρω, είναι αυτή που θεωρώ η πιο όμορφη πόλη στην Ελλάδα. Μεγάλη αγάπη, ναι.
Και έχοντας ζήσει τόσα χρόνια και στην Ελλάδα και στη Γεωργία, πώς αυτοπροσδιορίζεσαι στο τέλος;
Σαν–
Ποια θα έλεγες είναι η ταυτότητά σου;
Η ταυτότητά μου είναι, είμαι ένας Έλληνας. Είμαι ένας Ελληνοπόντιος ίσως. Με έμφαση στο Πόντιος για να φαίνεται όλη αυτή η ιστορία, όλος αυτός ο ερχομός. Το από πού προέρχεται όλο αυτό. Το να πεις ότι είσαι Έλληνας και να τα ξεχάσεις όλα αυτά δεν είναι σωστό. Οπότε πρέπει να μπαίνει και ο Πόντιος μέσα, γιατί όλο αυτό το ταξίδι, όλος αυτός ο γολγοθάς από την Τραπεζούντα[00:55:00], τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι, υπό συνθήκες μέχρι τη Γεωργία, οι σχέσεις με τους Ρώσους, η επιστροφή. Είμαστε... Νιώθω προσωπικά περισσότερο Έλληνας από τους Έλληνες για αυτόν τον λόγο, γιατί ξέρω τις ρίζες μου, ξέρω τι έχουν περάσει οι δικοί μου άνθρωποι και ξέρω και τον αγώνα που κάνανε για να επιστρέψουν πίσω στον τόπο. Οπότε αυτό. Και Έλληνας και Πόντιος.
Σ’ ευχαριστώ που τα ‘παμε, να ‘σαι καλά.
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.