© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Ιστορίες από τα κινήματα: Ένας αριστερός θυμάται

Istorima Code
11934
Story URL
Speaker
Αναστάσιος Αναστασόπουλος (Α.Α.)
Interview Date
10/04/2022
Researcher
Αρίστη Αβραμίδου (Α.Α.)
Α.Α.:

[00:00:00]Είναι Δευτέρα 11 Απριλίου του 2022, είμαι μαζί με τον κύριο Αναστάσιο Αναστασόπουλο στο σπίτι μου στην Θεσσαλονίκη. Εγώ ονομάζομαι Αρίστη Αβραμίδου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε.

Α.Α.:

Το όνομά μου είναι Αναστασόπουλος, Αναστάσιος το επίσημο, Τάσος κανονικά. Είμαι γιατρός, έχω σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ακολούθως στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, που έκανα και ειδικότητα πάνω στην Ιατρική Εργασίας και τη Βιομηχανική Υγιεινή, Παθολογία Επαγγελματικών Νόσων και τα λοιπά... Δούλευα πολλά χρόνια στα ορυχεία και σε εργοστάσια. Τα τελευταία χρόνια είχα βγει στη σύνταξη από την ΔΕΗ αλλά την κατάργησα, γιατί δεν μπορούσα να κάθομαι και δουλεύω ιδιωτικά, πάλι με επιχειρήσεις, σε βιομηχανίες, εταιρείες και τα λοιπά. Λοιπόν… Πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε για την αρχή της ιστορίας. Προέρχομαι από μία οικογένεια προσφυγική. Η οικογένειά μου ξεκίνησε, δηλαδή, από την Ανατολική Ρωμυλία. Με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που γίναν μετακινήσεις πληθυσμών, η γιαγιά μου, μικρή τότε ας πούμε, νέα πολύ νέα, μαζί με τα αδέρφια της φύγαν από κει και ήρθανε προς την Θράκη, στην Ξάνθη. Στη διαδρομή, ο ένας από τα δύο αδέρφια της πολέμησε, μπήκε σε μία ομάδα και πολέμησε και σκοτώθηκε στις μάχες που γινόταν ανάμεσα σε ομάδες, σε συμμορίες, όχι μόνο με τακτικό στρατό.  Η γιαγιά μου έφτασε πάμφτωχη στην Ξάνθη όπου παντρεύτηκε, αλλά ο παππούς μου πέθανε πολύ νωρίς, 33 χρονών, από έλκος που εκείνη την εποχή δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν από ό,τι φαίνεται και ακολούθως μετακινήθηκαν στην Δράμα, δουλεύοντας η γιαγιά μου σαν καπνεργάτρια. Είχε, εν τω μεταξύ, τρεις κόρες οι οποίες δουλεύαν κι εκείνες επίσης από πολύ μικρές, από 10-11 χρόνων, δουλεύαν καπνεργάτριες με πολύ τραγικές συνθήκες. Οι διηγήσεις που μου κάνανε ήταν πραγματικά εντυπωσιακές, έτσι, μου εντυπώθηκαν... Τρώγανε για μεσημεριανό μισή ρέγγα η καθεμία. Όπως ήταν τρεις κοπελίτσες και η γιαγιά μου μοιραζόντουσαν δύο ρέγγες και τρώγανε μεσημεριανό, αυτό ήτανε – αν δεν τρώγανε κάτι όπως φασολάδες και τα λοιπά, δηλαδή φτωχικά φαγητά. Κάποια στιγμή, από την ανέχεια τη μεγάλη και τα λοιπά μετακινήθηκαν, όταν μεγαλώσαν λίγο η μητέρα μου και αδερφή της, μία-μία ήρθαν στην Θεσσαλονίκη, γιατί υπήρχαν περισσότερες δυνατότητες για δουλειά. Στην Δράμα ήτανε μικρό μέρος. Υπήρχαν τότε μεγάλες εταιρείες, ξένες κυρίως, που παίρναν τα καπνά, αλλά αυτές είχαν την έδρα τους στην Θεσσαλονίκη εννοείται. Όποτε μετακινήθηκαν και εκείνες προς Θεσσαλονίκη και δούλευαν εδώ, στην Θεσσαλονίκη.  Η μητέρα μου είχε γεννηθεί το ’23-’24, ακριβώς δεν θυμόταν ούτε η ίδια. Εξάλλου τα δημοτολόγια τότε ήταν ανοργάνωτα. Όταν ήρθε στην Θεσσαλονίκη ήταν 17-18 χρονών κι έγινε αμέσως ύστερα η εισβολή από τους Γερμανούς και η Κατοχή. Εκείνο το διάστημα, ακριβώς το ’40, είχε διοριστεί και ο πατέρας μου δάσκαλος, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Πελοπόννησο και είχε σπουδάσει στο Δημοδιδασκαλείο της Τρίπολης. Άλλη ιστορία κι αυτή. Από το χωριό που ήτανε κοντά στην Ζαχάρω πήγαινε κάθε μέρα και γυρνούσε με τα πόδια. Κάθε βδομάδα, όχι κάθε μέρα, με συγχωρείς, λάθος. Κάθε βδομάδα με τα πόδια, περνώντας το βουνό Ανδρίτσαινα για να φτάσει στο Δημοδιδασκαλείο.Δεν υπήρχαν συγκοινωνίες εννοείται. Όταν τέλειωσε το Δημοδιδασκαλείο τον διορίσαν στην Θεσσαλονίκη, εδώ, σε ένα χωριό έξω, στα Κύμινα συγκεκριμένα, και με τον ερχομό και εκεινού εδώ γνωρίστηκαν με τη μητέρα μου.  Ύστερα, βέβαια, η γνωριμία τους διακόπηκε, γιατί το ’42 ο πατέρας μου όντας δάσκαλος στα Κύμινα, όταν πήγαν οι Γερμανοί να κατάσχουν τα ρύζια που παραγόντουσαν σ’ εκείνη τη περιοχή στα Μάλγαρα,  Χαλάστρα,  Κύμινα – και μάλιστα όχι Γερμανοί ακριβώς, είχαν στείλει Έλληνες που ήταν συνεργάτες τους να κάνουν καταγραφή των ποσοτήτων που είχαν παραχθεί εκείνη την περίοδο.  Και ο πατέρας μου μαζί με άλλα δύο τρία παλικάρια του χωριού αντισταθήκαν, τους λένε «Αν τα κατάσχετε, με τι θα ζήσουν οι άνθρωποι;». Οι έφοροι αυτοί των Γερμανών με το θράσος και την προπέτεια που είχανε της δύναμης που υπήρχε από πίσω τους, τους μίλησαν άσχημα, περιφρονητικά, υβριστικά και τα λοιπά. Ο πατέρας μου ήταν οξύθυμος και από ό,τι έχω πληροφορίες έτσι από πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο από τη μητέρα μου, τους ορμήσαν, τους πιάσαν, τους δείρανε, τους πετάξαν έξω από το χωριό και αναγκαστικά ίσως, τους λένε οι μεγαλύτεροι «Σηκωθείτε φύγετε γιατί θα ρθούν οι Γερμανοί και θα σας πιάσουν» και καταλαβαίνεις οι συνέπειες θα είναι τελειωτικές. Οπότε ανεβήκαν στο βουνό. Ανεβήκαν προς το Βέρμιο. Ο πατέρας μου είχε πολιτικές απόψεις ήδη από ό,τι ξέρω από πριν, ήτανε με το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά το γεγονός ήταν αυθόρμητο δηλαδή, δεν ήταν οργανωμένο από κομματική πλευρά, ήταν αυθόρμητο κάτω από την αγανάκτηση που θα μέναν… Είχε περάσει ήδη ο χειμώνας ’41-’42, που είχαμε πολλούς νεκρούς από πείνα στην Θεσσαλονίκη. Οπότε το γεγονός έγινε κάτω από την αυθόρμητη αντίδραση για το αποτέλεσμα που θα είχε του να μην υπάρχει τροφή για τους ίδιους τους παραγωγούς κιόλα των προϊόντων. Εννοείται ότι η σχέση που υπήρχε με τη μητέρα μου διακόπηκε, αλλά αυτός οργανώθηκε ύστερα από λίγο στις πρώτες ομάδες που είχαν δημιουργηθεί τότε στο Βέρμιο και ακολούθησε επειδή ήταν και έφεδρος αξιωματικός και είχε πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο. Του αναθέσαν τη διοίκηση μονάδας. Το ’43, μάλιστα, και όταν οργανώθηκε καλύτερα το αντάρτικο του ΕΛΑΣ ανάλαβε τη διοίκηση τάγματος, το 3ο Τάγμα του 30ου συντάγματος. Ήταν καπετάνιος με το ψευδώνυμο «Αχιλλέας». Η μητέρα μου, εν τω μεταξύ, συνέχισε να δουλεύει, όπως μπορούσε, την περίοδο της Κατοχής με μεγάλες στερήσεις και φτώχεια. Μετά –οργανωμένη και αυτή στο ΕΑΜ–, μετά την απελευθέρωση, το σύνταγμα του πατέρα μου μπήκε στην Θεσσαλονίκη στις 29 Οκτωβρίου. Μάλιστα, πρώτα χτυπήσανε, τις προηγούμενες μέρες δηλαδή, τα τμήματα των συνεργατών των Γερμανών που είχαν συγκεντρωθεί στο Κιλκίς κοντά, στον Άγιο Πέτρο συγκεκριμένα, και ο πατέρας μου ήταν μάλιστα ένας από τους πρωταγωνιστές, με την έννοια ότι κατηύθυνε το τάγμα του την τελική επίθεση στους ταμπουρωμένους τότε συνεργάτες των Γερμανών, οι οποίοι ελπίζανε ότι οι Γερμανοί φεύγοντας θα τους παίρναν μαζί τους, αλλά οι Γερμανοί αφού τους χρησιμοποίησαν επί χρονιά σαν αιχμή του δόρατος εναντίον του πληθυσμού της χώρας μας, ύστερα τους παρατήσαν, δεν τους πήραν μαζί τους κι αυτοί μείνανε ξεκρέμαστοι και συγκεντρωθήκαν μεγάλος αριθμός, σημείωσε 4 με 4,5 χιλιάδες απ’ ό,τι αναφέρονται ιστορικά εκεί, στον Άγιο Πέτρο, όπου η μάχη ήταν πολύ σκληρή. Συγκεντρωθήκαν και δύο συντάγματα του ΕΛΑΣ, το 13ο νομίζω και το 30ο, με πολλούς νεκρούς από τη μεριά των συνεργατών. Ήτανε όλοι εγκληματίες που είχαν βασανίσει ανθρώπους επί χρόνια στην περιοχή. Και ύστερα, μετά τις μάχες αυτές, όταν πια τελείωσαν γιατί είχαν διασκορπιστεί εντελώς τα εναπομείναντα τμήματα των συνεργατών των Γερμανών, ήρθαν στην Θεσσαλονίκη και ξανασυναντηθήκαν με τη μητέρα μου με αποτέλεσμα πια το ’45 να αποφασίσουν να παντρευτούν. Εδώ έχει σημασία, ο γάμος έγινε στην Παναγία Χαλκέων και δεδομένου ότι ο πατέρας μου ήταν στο βουνό 3 χρόνια-3,5 χρόνια, εννοείται δεν είχε άλλα ρούχα εκτός από εκείνα του αντάρτη. Για να παντρευτεί, λοιπόν, δανείστηκε το κουστούμι από τον άντρα της μεγαλύτερης αδελφής της μητέρας μου, που ήταν στρατιωτικός, ήταν με βαθμό ταγματάρχη εκείνος στον Εθνικό στρατό – μετέπειτα, τότε ήταν λοχαγός μετά ήταν ταγματάρχης. Λοιπόν, δανείστηκε κουστούμι από κείνον αλλά παπούτσια δεν του κάναν, γιατί είχε μεγάλο πόδι ο πατέρας μου. Ο θείος μου, ο άντρας της αδερφής της μητέρας μου, είχε πιο μικρό πόδι, οπότε δεν μπορούσε, δεν έβρισκε κανέναν που να έχει παπούτσια για να του δανείσει να μπορέσει να πάει στον γάμο και παντρεύτηκε με τις αρβύλες τις ξεχαρβαλωμένες που είχε στο βουνό. Ο γάμος εννοείται είχε μεγαλοπρέπεια, ήταν προσκεκλημένοι οι βασιλιάδες… Τίποτα! Ήτανε προσκεκλημένοι μερικοί αντάρτες και μερικές συναγωνίστριες της μητέρας μου, εννοείται η οικογένεια, ελάχιστα άτομα γιατί δεν ήταν κι ουσιαστικά ένα γεγονός μέσα στη φτώχεια που υπήρχε και την πείνα τότε μετά την απελευθέρωση. Ήταν απλώς ένα τυπικό γεγονός για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί.  Αλλά αμέσως μετά δεν πρόλαβαν να ζήσουν, ελάχιστα μαζί, γιατί άρχισε η τρομοκρατία η προεμφυλιακή. Ως γνωστός αντάρτης και τα λοιπά καταδιωκόταν και άρχισε να κρύβεται. Ένα μεγάλο διάστημα κρυβόταν σε ένα φούρνο μέσα στα, στην αποθήκη που είχανε για να βάζουνε τα πουρνάρια, γιατί χρησιμοποιούσαν πουρνάρια για τον φούρνο, γιατί ήταν εύφλεκτα τα πουρνάρια πολύ. Τα πουρνάρια, όμως, είχαν αγκάθια. Ακριβώς για αυτό τον λόγο κρυβόταν εκεί, ούτως ώστε, όταν γινόταν έρευνες και ψάχνανε, να μη[00:10:00] διανοηθούν ότι θα μπορούσε άνθρωπος να κρύβεται κάτω από τα πουρνάρια και να ξεσκίζεται από τα αγκάθια τους. Οπότε ήταν ένας καλός κρυψώνας και κρύφτηκε για ένα μεγάλο διάστημα, από ό,τι μου έλεγε η μητέρα μου πρέπει να ήταν πάνω από τρεις μήνες, ώσπου να ξαναρχίσει πάλι να οργανώνεται το δεύτερο αντάρτικο [Δ.Α.] στρατός. Και ξανανέβηκε στο βουνό πάλι.

Α.Α.:

Οπότε εγώ γεννήθηκα αφού είχε φύγει ο πατέρας μου ουσιαστικά. Δηλαδή ο πατέρας μου δεν ζούσε με τη μητέρα μου πια από καιρό και ύστερα, ανεβαίνοντας κρυβόμενος από δω και από κει, και ύστερα ανέβηκε στο βουνό οπότε… Εν τω μεταξύ, η μητέρα μου ήταν έγκυος και εγώ γεννήθηκα τον Σεπτέμβρη του ’46, ενώ ο πατέρας μου ήταν ήδη επάνω στο βουνό. Από ό,τι μου έχει πει η μητέρα μου, τελευταία φορά που με είδε, γιατί εγώ δεν έχω μνήμη και μάλλον δεν μπορούσα να τον δω κιόλας γιατί ήμουνα τριών μηνών. Με τη μητέρα μου ζούσαμε πια μόνοι μας στις συνθήκες τις εμφυλιακές, τις εμφυλιοπολεμικές. Δεν έβρισκε δουλειά εύκολα γιατί όταν η ασφάλεια μάθαινε ότι η γυναίκα του κομμουνιστή και τα λοιπά, ας πούμε, δουλεύει εκεί, ενημέρωνε το αφεντικό της να μη δίνει ψωμί και λεφτά στην κομμουνίστρια και την απολύανε. Μερικοί από αυτούς τη συνεχίζανε να την παίρνουν στη δουλειά, αλλά της λέγανε ότι θα το κάνουμε χωρίς να σε δηλώνουμε ότι δουλεύεις. Βέβαια, είχαν και το όφελός τους, δεν βάζανε ούτε ασφαλιστικά, την πληρώναν και λιγότερο, τη ζητούσαν να δουλεύει παραπάνω, μια που της κάναν χάρη που την κρατούσαν. Και έτσι, τα δικά μου τα παιδικά χρόνια ήτανε, χαρακτηριστικό το κύριο ήτανε ότι εμένα πάρα πολλές ώρες μόνος, από τη μικρή ηλικία, από 2-3 χρονών και μετά, που έχω μνήμες έστω στην αρχή επεισοδιακές, αλλά πιο ύστερα πιο ολοκληρωμένες, να μένω μόνος στο δωμάτιο, το μοναδικό δωμάτιο, αφού δεν είχαμε σπίτι, είχαμε ένα δωμάτιο κοντά στην Παναγία Φανερωμένη, το οποίο ήταν στην οδό Πριάμου συγκεκριμένα, το οποίο ήταν υπόγειο. Το παράθυρό του, το μοναδικό του παράθυρο, ήτανε στο ύψος του δρόμου, ψηλά δηλαδή στο ταβάνι ακουμπούσε το παράθυρό μας και ήταν ακριβώς σύριζα με τον δρόμο, με το επίπεδο του δρόμου.  Έχω μνήμες, δηλαδή, όταν ήμουν 4-5 χρονών καθαρές που, μένοντας μόνος επί ώρες στο σπίτι, είχαμε ένα τραπέζι κάτω ακριβώς απ’ το παράθυρο, στο οποίο ανέβαινα επάνω έβαζα και μία καρέκλα, ούτως ώστε ανεβαίνοντας και στην καρέκλα να βλέπω απ’ το παράθυρο τα πόδια των περαστικών από έξω. Η μητέρα μου δούλευε πολλές ώρες, δούλευε και 14 ώρες και 16 ώρες την ημέρα. Έφευγε τα χαράματα πριν να ξυπνήσω και όλη την ημέρα την περνούσα μόνος μου και τα παιχνίδια που έκανα ήταν εννοείται μοναχικά. Έχω μνήμες ότι έφτιαχνα… Υπήρχαν κάτι τσιγάρα που δεν υπάρχουν τώρα, τα «Έθνος», που ήτανε 88 τσιγάρων, κάτι κουτιά με 88 τσιγάρα. Εκείνα τα κουτιά, τα οποία έβρισκα έξω από περίπτερο και τα λοιπά που τα πετούσαν όταν είχαν αδειάσει, γιατί πολύς κόσμος τα αγόραζε τα τσιγάρα 1-1, 2-2 και τα λοιπά. Δεν είχαν λεφτά να αγοράσουνε ολόκληρο πακέτο, ούτε το κανονικό των 20 τσιγάρων, και παίρνανε λίγα-λίγα τσιγάρα απ’ τις κούτες αυτές. Εκείνη την κούτα την έχω πολύ καθαρά στο μυαλό μου, μπορούσα γυρνώντας τα καπάκια τους ανάποδα, να δημιουργήσω την εντύπωση ότι είναι ένα όχημα με τη μηχανή μπροστά, εξωτερική, όπως τα φορτηγά, και με σύρμα έκανα και τις ρόδες. Κάτι τέτοιο ήτανε τα παιχνίδια μου τα μες στο σπίτι ή αλλιώς, επειδή είχαμε μία αυλή από πίσω από το από το σπίτι αυτό και εννοείται δεν ήταν πλακοστρωμένη, ήταν με χώμα. Όταν έβρεχε, γινόντουσαν λιμνούλες και με ξύλα ή με ντενεκεδάκια έφτιαχνα είδος βαρκούλες και έπαιζα με εκείνα. Παιχνίδια δεν υπήρχαν άλλα, αυτά ήταν γιατί δεν υπήρχαν λεφτά εννοείται, πολύ απλά.  Αξίζει εδώ να πω για κάτι πολύ σημαντικό για μένα και νομίζω είναι πολύ σημαντικό και σαν ιστορία. Επάνω από το σπίτι, από το δωμάτιο που μέναμε εμείς, το οποίο ήτανε… Απέναντι υπήρχε ένας διάδρομος και απέναντι υπήρχε ένα άλλο, όμοιο δωμάτιο, υπόγειο και εκείνο, στο οποίο έμενε πάλι μία γυναίκα με το παιδί της και υπήρχε κι ένας άντρας της από ό,τι έχω μνήμες, ο οποίος όμως δεν ήταν σταθερός. Δηλαδή εμφανιζόταν κάθε τόσο, δούλευε κάπου μακριά και κάθε τόσο ερχότανε, οι οποίοι είχαν ένα κοριτσάκι και μ’ εκείνο ελάχιστα παίζαμε μαζί, γιατί δεν ήθελε η μητέρα της να βγαίνει από το δωμάτιό τους. Είχαμε μαζί με την οικογένεια αυτή, είχαμε κοινή μία κουζίνα, στην οποία είχαμε καθεμία από τις δύο οικογένειες, είχαμε μία γκαζιέρα κι εκεί μαγειρεύαμε, και μία κοινή τουαλέτα, τίποτα άλλο. Πίσω από το οίκημα αυτό, υπήρχε μια μεγάλη αυλή που έπαιζα, αλλά επειδή το κοριτσάκι αυτό δεν το αφήναν να βγει έξω, αναγκαστικά έπαιζα μόνος μου πάλι και εκεί.  Η ιστορία που ήθελα να πω, που είναι πολύ σημαντική, ήταν ότι πάνω από εμάς έμενε ένας ευκατάστατος κρεοπώλης. Ο οποίος, κάποια στιγμή, συζούσε με μία κυρία και χωρίς να είναι παντρεμένοι από ό,τι έμαθα, μεγάλος όταν ήμουνα, τότε δεν γνώριζα, ήξερα απλώς ότι μένει μια κυρία. Ήταν μια, έτσι, πολύ εντυπωσιακή γυναίκα, όμορφη, τη θυμάμαι πάντα βαμμένη ήταν και χτενισμένη και με ωραία ρούχα. Την έβλεπα σπάνια βέβαια, όταν έμπαινε ή έφευγε, γιατί η είσοδος η δική τους, η κανονική, ήταν από την μπροστινή πλευρά της πολυκατοικιούλας αυτής, ήτανε τρεις όροφοι όλοι-όλοι, ενώ εμείς ήμασταν, από την αυλή μπαίναμε, οπότε δεν συναντιόμαστε. Υπήρχε όμως και μια σκάλα που ανέβαινε στον δικό τους όροφο από την αυλή, που έμπαινε στην κουζίνα. Εκείνη σπάνια εμφανιζόταν από κείνη την πλευρά. Θυμάμαι έτσι αμυδρά κάποια φορά με μία μοβ-μπορντό σαν ρόμπα, σαν αυτά με κάτι χρυσαφιά, μια μνήμη τέτοια έχω και μου ’κανε εντύπωση γιατί ήτανε πολύ έτσι εντυπωσιακή και όμορφη όπως ήτανε. Πλούσια γυναίκα σε εμφάνιση του σώματος. Αυτή η γυναίκα έπαιξε ρόλο στη ζωή μου μεγάλο γιατί, επειδή, όπως σας είπα προηγουμένως, κάθε τόσο εμφανιζόταν η ασφάλεια και στη δουλειά της μητέρας μου για να την απολύσουν και τα λοιπά, μερικές φορές ερχόταν και στο σπίτι και την παίρνανε, μαζί μ’ εμένα εννοείται, και μας πήγαιναν τότε στο τμήμα, αν θυμάμαι καλά ήταν το 10ο, στην Λαγκαδά κάπου, εκεί... Μας πηγαίνανε εκεί για ανακρίσεις και τα λοιπά, ουσιαστικά για να την ταλαιπωρήσουνε, χωρίς να υπάρχει κάτι γιατί ποτέ δεν έγινε καμιά σύλληψη. Μας κρατούσαν, έχω μνήμη ότι μερικές φορές μέναμε σε κάποιο κελί για καμιά νύχτα, ξέρω γω, όχι παραπάνω. Πρέπει να ήτανε κάτι τέτοιο έτσι για ανακρίσεις που μερικές ώρες μέσα μας κρατούσαν ή και μία νύχτα ολόκληρη αλλά όχι μέρες, δεν έχω τέτοια μνήμη για μεγάλο χρονικό διάστημα.  Κάθε τόσο ερχόταν και την παίρνανε, οπότε κάποια μέρα κατέβηκε η… Μάλλον, όταν ήρθαν να πάρουν ξανά τη μητέρα μου… Εγώ δεν έχω ακριβώς μνήμη από αυτό, οι διηγήσεις τώρα με αυτό που θα πω είναι απ’ τη διήγηση της μητέρας μου και της κυρίας αυτής από πάνω, γιατί όταν ήρθαν δύο ή τρεις αστυνομικοί να πάρουν τη μητέρα μου, να την πάνε για ανάκριση πάλι και τα λοιπά, βγήκε αυτή από την πόρτα της κουζίνας και τους φώναξε «Μα, τι την ταλαιπωρείτε αυτή τη γυναίκα;» και τα λοιπά, «Κάθε φορά έρχεστε εδώ και την τραβοκοπάτε μαζί με το μικρό παιδί της!». Εγώ αυτά δεν τα θυμάμαι ακριβώς. θυμάμαι ότι γινόταν κάποια φασαρία, αλλά δεν έχω ακριβή μνήμη γιατί πρέπει να ήμουν γύρω στα 3 χρονών τότε, αλλά από τις διηγήσεις που είχα ύστερα από τη μητέρα μου και από την ίδια την κυρία αυτή ήταν ότι οι αστυνομικοί υπακούσανε. Από ό,τι μου είπε η μητέρα μου ήταν, η κυρία αυτή είχε μία σχέση κομματική, ας το πούμε, με τη δεξιά και, παρόλο που η μητέρα μου ήταν κομμουνίστρια, εκείνη από ανθρωπισμό και σαν γυναίκα αισθανόταν τη μάνα που ταλαιπωριόταν και παρενέβηκε. Ύστερα κατέβηκε και ήρθε στο δωμάτιο και είπε στη μητέρα μου ότι «Θα το βαφτίσω αυτό το παιδί για να μην έρχονται, να μην τολμούν άλλη φορά να ρθούν να σε ταλαιπωρούν, να ξέρουν ότι είναι βαφτισιμιός μου και να μη σας τρέχουν» και όντως έτσι και έγινε.  Δυστυχώς, ύστερα από ούτε δυο χρόνια, πρέπει να ήμουν 5 χρονών περίπου, η γυναίκα αυτή εξαφανίστηκε. Από ό,τι μου είπε η μητέρα μου, τότε που εγώ ρωτούσα τι έγινε, μου είπε ότι την έδιωξε ο κρεοπώλης για προσωπικά τους θέματα και δεν είχαμε καμιά δυνατότητα να τη βρούμε. Εγώ τη βρήκα, κατάφερα και τη βρήκα ψάχνοντας, καθώς γιατί είχα πάντα την αυτήν να τη συναντήσω μία φορά, να τη βρω. Όταν ήμουνα πια πρωτοετής φοιτητής μπόρεσα και τη βρήκα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια πια, είχαν περάσει ουσιαστικά δώδεκα χρόνια, δεκατρία χρόνια, είχε μεγαλώσει και μάλλον είχε ταλαιπωρηθεί πολύ στη ζωή της. Μπόρεσα και την είδα δυο-τρεις φορές μόνο, γιατί ύστερα πάλι, όταν ήμουνα δευτεροετής, έγινε η δικτατορία και από κει και πέρα δεν μπορούσα να την ξαναβρώ. Δεν ξέρω τι απέγινε, γιατί όταν μπόρεσα πιο ύστερα να την ψάξω πάλι, αγνοούνταν, δηλαδή εκεί που την είχα βρει στο σπίτι, την είχα βρει, ήτανε κάπου στην Σταυρούπολη, δεν έμενε πια εκεί και κανείς δεν έμενε από τους πρώην[00:20:00]. Ήθελα να την είχα βρει, γιατί είχε παίξει πολύ σημαντικό ρόλο, είχε βοηθήσει τη μητέρα μου κι εμένα πάρα πολύ με τον ανθρωπισμό που έδειξε παρόλα τα μίση και την εχθρότητα που κυριαρχούσε στα χρόνια εκείνα ανάμεσα στις κομματικές, στις αντίπαλες παρατάξεις της Δεξιάς και της Αριστεράς.  Λοιπόν, για να ξαναπιάσω την ιστορία, η μητέρα μου δούλευε πολλές ώρες κάθε μέρα και μία πολύ σημαντική μνήμη επίσης που έχω από κείνη τη περίοδο είναι ότι, παρότι η μητέρα μου είχε πάει σχολείο ως την Δ’ Δημοτικού και δεν μπορούσε να συνεχίσει, αν και η ίδια ήθελε πάρα πολύ και αγαπούσε, όπως λέγαν τα γράμματα τότε, συνέχισε όμως να διαβάζει μόνη της. Έχω μνήμες, δηλαδή, πριν να πάω σχολείο, όταν ακόμη δεν ήξερα εγώ να διαβάζω, δηλαδή στην ηλικία των 5 χρονών, των 6 χρονών και τα λοιπά, να γυρνάει κατάκοπη απ’ τη δουλειά και παρ’ όλ’ αυτά, να παίρνει και να μου διαβάζει βιβλία. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε τότε, δεν είχαμε, και είχαμε αυτές τις λάμπες, γκαζόλαμπες. Το δωμάτιο δεν είχε πολύ χώρο. Ήταν ένα τραπέζι, ένα κρεβάτι, μία ντουλάπα και τίποτα άλλο, και δυο-τρεις καρέκλες, κάτι τέτοιο. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι έβαζε την γκαζόλαμπα δίπλα της, ψηλά λίγο στον τοίχο και μου διάβαζε. Και, μάλιστα, ένα από τα βιβλία που μου έμεινε στο μυαλό, γιατί μου εντυπώθηκε, ένα που μου διάβαζε ακριβώς πριν να πάω σχολείο, ήταν το «Πατέρες και παιδιά» του Τουργκένιεφ. Ήταν πολύ σημαντικό το ότι μία κοπέλα –γιατί η μητέρα μου ήταν 23 χρονών όταν γεννήθηκα, δεν ήτανε, περίπου τόσο, 22-23 χρονών ήταν–, μία κοπέλα που είχε πάει μόνο ως Δ’ Δημοτικού, αλλά αγαπούσε τα γράμματα, κάθισε και μόνη της και έφτασε στο σημείο να διαβάζει τέτοια βιβλία. Λογοτεχνών δηλαδή υψηλού επιπέδου. Και έτσι μου πέρασε την αγάπη για το διάβασμα κι εμένα. Βέβαια, όχι μόνο από εκείνο, γιατί σε όλη τη συνέχεια της ζωής μου η κύρια φροντίδα της ήτανε να μορφωθώ. Δηλαδή, από 8-9 χρόνων θέλησε να με βάλει να μάθω και ξένες γλώσσες. Πήγε στο «Δελασάλ» και, παρόλο που δεν είχε χρήματα, επέμεινε με τους παπάδες τους Γάλλους που διοικούσαν το «Δελασάλ», επέμεινε πως έπρεπε να δείξουν κατανόηση και να μη ζητάνε τα δίδακτρα που απαιτούσαν και που ήταν πολλά για την εποχή, πάρα πολλά για την εποχή εκείνη. Και εκείνοι, με την πίεση και την επιμονή της, που ήταν πολύ επίμονος και θεληματικός άνθρωπος, υποχωρήσαν κάποια στιγμή και το δεχτήκαν κι έτσι μπόρεσα να γίνω αποδεκτός εκεί. 

Α.Α.:

Αυτό δηλαδή ήταν χαρακτηριστικό γιατί, εν τω μεταξύ, είχα αρχίσει να δουλεύω κιόλα από 8 χρονών. Επειδή τα οικονομικά, όπως είπαμε, ήταν στην όσο γίνεται χαμηλότερη βαθμίδα που μπορεί να σκεφτεί κανείς, με μια γυναίκα που δούλευε καπνεργάτρια και μάλιστα στις πιο βαριές δουλειές, αν κάποιος έχει υπόψη του, «τογκαδόρος». Τογκαδόρος ήταν στα καπνομάγαζα ήταν η δουλειά η πιο βαριά, γιατί έπρεπε να κάνει μεταφορές των δεμάτων και τα λοιπά, που ήτανε και για άνδρες δηλαδή ήταν βαριά δουλειά, πολύ περισσότερο για γυναίκα, αλλά μπροστά στην ανάγκη να έχει μια δουλειά, αναγκαζόταν να κάνει ακόμη και αυτή τη δουλειά η μητέρα μου. Οπότε άρχισα κι εγώ να δουλεύω σαν μικροπωλητής. Η πρώτη δουλειά που τη θυμάμαι πάρα πολύ καλά, ήμουνα 8 χρονών, ήτανε ακριβώς ένα μήνα μετά τα γενέθλιά μου, των 8 χρόνων, που άρχισα να πουλάω κεριά στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και νεκροταφεία που ήταν τότε μαζί, στην Λαγκαδά. Οι μνήμες που έχω ήτανε κυρίως δύο ειδών, ένα ήταν ότι υπήρχαν άλλες δυο-τρεις γυναίκες, τις θυμάμαι μαυροφορεμένες, μεγάλης ηλικίας. Τώρα, βέβαιαμ εγώ ήμουν 8 χρονών οπότε μπορεί να ήταν και νέες σχετικά, αλλά εγώ να τις έβλεπα πολύ μεγάλες λόγω του ότι εγώ ήμουν πολύ μικρός, πάντως τις θυμάμαι σαν γριούλες, ενώ πιθανό να μην ήτανε κιόλα, αλλά ήταν μαυροφορεμένες, κι οι οποίες πουλούσαν κι εκείνες. Και όπως ερχότανε οι πιστοί στην εκκλησία την Κυριακή το πρωί, παραδείγματος χάριν, αλλά και τις άλλες ημέρες που υπήρχαν μνημόσυνα και τα λοιπά, όποιος προλάβαινε να πουλήσει τα κεριά, εννοείται θα ήταν ο πιο ικανός κι εγώ σαν μικρός, ήμουνα ο πιο γρήγορος, οπότε με φωνάζαν πάντα ότι τους κλέβω τη δουλειά γιατί πετάγομαι πρώτος και πάω και ο κόσμος λυπόταν ένα παιδάκι τώρα να πουλάει κεριά. Εννοείται δεν γινότανε… Τα κεριά τα πουλούσαμε, και όλα τα πράγματα που πουλούσα ύστερα και στο Καπάνι και τα λοιπά,  ήταν σε τιμές που ήταν πολύ φθηνότερες από ό,τι ή στο περίπτερο ή από μαγαζί. Δεν ήταν, δηλαδή, με τη μορφή ελεημοσύνης που γίνεται τώρα τα τελευταία χρόνια, που βλέπουμε παιδάκια να γυρνάνε τα μπαρ και να πουλάνε δήθεν πράγματα, ουσιαστικά κάνοντας ελεημοσύνη, καλυμμένη ελεημοσύνη, γιατί όταν δίνεις ένα χαρτομάντιλο των 10 λεπτών, 50 λεπτά δεν είναι πώληση, είναι πρόκληση σε ελεημοσύνη. Εμείς τότε ήμασταν αναγκασμένοι, γιατί ο κόσμος ήταν φτωχός, δεν υπήρχε θέμα, να το πουλήσεις πιο φθηνά για να μπορέσεις να προσελκύσεις τους ανθρώπους να αγοράσουν από σένα και όχι από το μαγαζί.  Στη συνέχεια, μόλις τελείωνα από το σχολείο, κατευθείαν πήγαινα σπίτι, έπαιρνα το κασελάκι και πήγαινα κάτω στο Καπάνι να πουλήσω πράγματα. Αυτό ήταν σχεδόν όλες τις μέρες της εβδομάδας αλλά περισσότερο, γιατί ο κόσμος τότε στην αγορά δεν έβγαινε τις καθημερινές παρά σπάνια, έβγαινα λίγο την Τετάρτη και κυρίως Παρασκευή και Σάββατο. Οπότε το Σάββατο κυρίως ήτανε η μέρα που σταθερά θα δούλευα ή στο Καπάνι ή σιγά σιγά, μετά από τα 9 χρόνια, σε μαγαζιά πήγαινα και έκανα δουλειές, τα θελήματα που λένε του μαγαζιού, αλλά σιγά σιγά είχα γίνει πια ικανός να εξυπηρετώ τον πελάτη κανονικά από μόνος μου. Δούλευα σε ένα κατάστημα που πουλούσε είδη ζαχαροπλαστικής χονδρικής για ζαχαροπλαστεία, τα οποία έκαναν κανονικά τη δουλειά όπως έκαναν και οι άλλοι που ήταν πολύ μεγαλύτεροι, δυο-τρεις ήταν άλλοι οι πωλητές και εγώ ήμουνα 11-12 χρόνων, αλλά έκανα την ίδια δουλειά με εκείνους. Ήμουν ικανός πια, γνώριζα τα προϊόντα, γνώριζα τη θέση τους, το πώς να σερβιριστούν και τα λοιπά.  Έτσι μια άλλη μνήμη που είναι σημαντική μ’ αυτό το θέμα του πωλητή. Σε αυτό το μαγαζί δούλεψα αρκετά χρόνια, δούλευα αρκετά χρόνια. Ο Χαρίλαος ήταν το αφεντικό και ο γιος του ο Γιάννης. Εκείνο που έχει σημασία είναι μία από τις δουλειές που με βάζαν να κάνω όταν πήγαινα, ήταν να τοποθετώ τις φάκες για τα ποντίκια, γιατί τα προϊόντα ζαχαροπλαστικής, και στα μαγαζιά αυτά που ήταν όλα γύρω στα Λαδάδικα κοντά, υπήρχε εννοείται τεράστιος αριθμός ποντικών που λυμαίνονταν τα μαγαζιά αυτά και ιδίως τις αποθήκες τους, γιατί ήταν τρόφιμα όλα. Η δουλειά η δική μου ήταν να ετοιμάζω τις φάκες οι οποίες μπαίναν το βράδυ, ούτως ώστε το πρωί να έχει μειωθεί ο αριθμός των ποντικιών που κυκλοφορούσαν στα υπόγεια. Λεπτομέρειες που θυμάμαι, που δείχνουν λίγο και το πώς διαμορφώθηκε και ο χαρακτήρας μου, είναι ότι είχα από τη μητέρα μου αποκτήσει αυτό το χαρακτηριστικό της επιμονής και του αυτό που θέλω, να το επιδιώκω με κάθε τρόπο, με επιμονή, με πείσμα. Και όταν θεωρώ ότι κάτι αξίζει, να μην μπορώ να υποχωρήσω εύκολα.  Θυμάμαι ένα επεισόδιο που είχα ανέβει σε μία σκάλα στο μαγαζί –αυτό που πουλούσε είδη ζαχαροπλαστικής– για να φέρω κάτι για έναν πελάτη. Μια ψηλή σκάλα ήταν, σχεδόν κοντά στο ταβάνι δηλαδή ανέβαινα. Και εκείνη τη στιγμή ο κύριος Χαρίλαος που ήταν το αφεντικό και ο όποιος είχε τη συνήθεια να έχει ένα ραδιοφωνάκι και να ακούει μουσική σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, το είχε συνέχεια αναμμένο, άρχισε να παίζει ένα τραγούδι το οποίο ήταν το αγαπημένο μου, είναι ένα γνωστό παλιό τραγούδι το «Ένας φίλος ήρθε απ’ τα παλιά», πολλοί θα το ξέρουνε. Και βρισκόμουν πάνω στη σκάλα ψηλά όταν άρχισε να παίζει αυτό το τραγούδι και σταμάτησα να ψάχνω να βρω αυτό που μου είχε ζητήσει ο πελάτης να κατεβάσω και ο κύριος Χαρίλαος με φώναζε «Άντε, τελείωνε εκεί πέρα!» κι εγώ του απάντησα «Κοίταξε, τώρα ακούω το τραγούδι μου, δεν κατεβαίνω αν δεν τελειώσει το τραγούδι μου!». Εννοείται πελάτες και αυτοί το είχαν σκάσει στα γέλια, ενώ ο  Χαρίλαος είχε θυμώσει. Είχαν σκάσει στα γέλια γιατί, σου λέει, ένας πιτσιρικάς τώρα εκεί πέρα παρακούει το αφεντικό γιατί θέλει να ακούσει το τραγούδι του και δεν κατεβαίνει κάτω, δεν κάνει τη δουλειά. Αυτό το περιστατικό το έζησα στη ζωή μου συνέχεια. Σαν μεγάλος είναι εύκολο να έχεις το σθένος και την αυτή να αντικρούσεις μια εντολή σε μια δουλειά, αλλά όταν είσαι 10-11 χρόνων –πόσο ήμουνα;–, 12 δεν πιστεύω, γιατί από τα 13 και μετά δούλευα άλλου. Οπότε πρέπει να ήταν εκεί γύρω στα 11 με 12 το πολύ, να έχεις το σθένος να… Ένα άλλο που είναι χαρακτηριστικό και συνδέεται με την έλλειψη παιχνιδιών από τη φτώχεια, που δεν ήταν μόνο δική μας, η κοινωνία ολόκληρη, όλο το σχολείο που πήγαινα, τα περισσότερα παιδιά ήταν φτωχά. Δημοτικό έκανα στην Καλλιθέα, στο 56ο-59ο ήμασταν εμείς νομίζω. Ήμασταν τέσσερα Δημοτικά σχολεία σε εκείνο το όμορφο κτήριο[00:30:00] που είναι στην Παναγία Φανερωμένη, το παλιό κτήριο του 1930 αν δεν απατώμαι, το οποίο φιλοξενούσε τέσσερα Δημοτικά, δύο το πρωί και δύο το απόγευμα. Και εναλλασσόμασταν, άλλες μέρες ήμασταν πρωινοί, άλλες μέρες απογευματινοί, αντίστροφα τα άλλα σχολεία. Εκείνο που ήτανε χαρακτηριστικό, τα περισσότερα παιδιά ήταν φτωχά και οι συμμαθητές μου με τους οποίους, πολλούς από αυτούς έχουμε ακόμη, βρισκόμαστε, βέβαια πολλοί έχουνε χαθεί ήδη, ή χαθεί γιατί δεν ξέρουμε πού είναι ή έχουν χαθεί με τον βιολογικό τρόπο, λόγω  και ηλικίας πια. Με εκείνους παίζαμε συνήθως όταν πια ήμασταν μεγαλύτεροι, όταν είχαμε ελεύθερο χρόνο, στα διαλείμματα του σχολείου, στο τέλος του σχολείου ή στη γειτονιά, γιατί ακόμη, ως τα 11,5 ως τα 12 μου χρόνια, μέναμε στην οδό Πριάμου που είχα αναφέρει στην αρχή, δηλαδή πιο πέρα από την Παναγία Φανερωμένη, απέναντι από τις δωδεκαώροφες πολυκατοικίες.  Εκεί υπήρχε ένα –μια που λέω για παιχνίδι–, είχε αυτό που σήμερα υπάρχει ένα πάρκο εκεί πέρα που κατεβαίνει από ψηλά, που φτάνει ως ψηλά προς την Νεάπολη-Συκιές, τότε υπήρχε ένα ρέμα, ήταν ένας υπόνομος ακάλυπτος. Όλα τα βρωμόνερα από τα σπίτια, από τη συνοικία επάνω την Νεάπολη και τις Συκιές, όλα τα βρωμόνερα καταλήγανε εκεί πέρα. Μάλιστα, εκεί λίγο πριν την Λαγκάδα, ενωνόταν και με δεύτερο αγωγό υπόγειο, αλλά δεν ήταν αγωγοί μικροί, όπως τώρα οι τωρινοί που βάζουνε διαμέτρου ένα μέτρο, ήταν τεράστιοι υπόνομοι που έμπαινες όρθιος μέσα, όρθιος. Περπατούσες μέσα όρθιος. Αυτό που ερχόταν από την Παναγία Φανερωμένη. Το άλλο που ερχόταν απ’ την Νεάπολη ήταν ακαλύπτο. Εκεί, λοιπόν, πήγαιναν οι πιτσιρικάδες για να βρούμε, μέσα στα βρωμόνερα, ψάχναμε να βρούμε πράγματα που πιθανόν να ήταν χρήσιμα για τα παιχνίδια μας και βρίσκαμε διάφορα, αυτά ήταν τα μόνα παιχνίδια που είχαμε. Εγώ, εκτός από αυτά που ανέφερα για παιχνίδια παιδικά με χαρτόκουτα και με ντενεκέδες που έκανα βαρκάκια και αυτοκινητάκια, άλλα παιχνίδια δεν απόκτησα, παρά μόνο δύο που μου χάρισαν δυο ξαδέρφια μου πολύ μεγαλύτερα.  Ο ένας μου χάρισε ένα αυτοκινητάκι που το είχε και που πια μεγαλώνοντας δεν το και μου το χάρισε και ο άλλος μου αγόρασε μία καινούρια μπάλα, ήτανε το μόνο καινούριο παιχνίδι που είχα στη ζωή μου. Και με αυτή την μπάλα, μάλιστα, γινόμουν και περιζήτητος στην παρέα της γειτονιάς, γιατί μπάλες δεν είχανε, οπότε αυτός που είχε μπάλα είχε εξουσία στο να διαμορφώσει την ομάδα, είχε την προτεραιότητα να διαλέξει με ποιους θα έπαιζε, οπότε μπορούσε να διαλέξει τους καλύτερους συμπαίκτες του. Αυτός που είχε την μπάλα ύστερα μπορούσε να διακόψει το παιχνίδι οποιαδήποτε στιγμή «Παίρνω την μπάλα μου και φεύγω». Δεν το ’καμνα, γιατί, απλούστατα, όταν το έκαμνε κάποιος, τον χαρακτηρίζαμε πολύ άσχημα και εγώ δεν θυμάμαι να το έκανα ποτέ αυτό το πράγμα, να πάρω την μπάλα μου και να φύγω. Εξάλλου μου ήτανε πάρα πολύ –και συνεχίζει να μου είναι– σημαντική η παρέα των ανθρώπων, από την παιδική ηλικία δεν θα ήθελα να και δεν θέλω, ούτε τότε ούτε τώρα, να χαλάσω μια παρέα για οτιδήποτε άλλο, εκτός αν είναι μια παρέα που δεν αξίζει να είσαι μαζί, οπότε φεύγεις, αλλά όχι για να τη χαλάσεις γιατί είσαι αυτός που έχει την μπάλα, ή το αυτοκίνητο, ή οποιοδήποτε άλλο μέσο που μπορεί να χρειάζεται η παρέα για να υπάρχει.  Έκανα αναφορά στη μητέρα μου συνεχώς ότι ήταν μόνη της και θέλω να συμπληρώσω. Μετά το 1949, η μητέρα μου πια ήταν χήρα, για τον απλό λόγο του ότι ο πατέρας μου σκοτώθηκε στις μάχες της Νάουσας, στις αρχές του 1949, τον Ιανουάριο του 1949. Σκοτώθηκε στην οπισθοχώρηση του συντάγματος τότε και έμεινε να καλύψει την οπισθοχώρηση των τραυματιών. Αυτά μου τα είπε ένας από τους αντάρτες που ήταν μαζί και οι οποίοι είχαν αδελφική σχέση, όπως μου το έλεγε ο ίδιος, ήταν πολύ στενοί σαν φίλοι, κι εκείνος δάσκαλος και μάλιστα ύστερα τα έγραψε και σε βιβλία αυτός, τα γεγονότα. Το θέμα είναι ότι η μητέρα μου πια έμεινε μόνη της. Βέβαια, ως το 1954 αγνοούσαμε ότι είχε σκοτωθεί ο πατέρας μου και θυμάμαι πόσες φορές πηγαίναμε στα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού, που ήταν τότε στην Βασιλίσσης Όλγας –εκεί που μετέπειτα ήτανε το αρχηγείο του ΝΑΤΟ, εκείνο το μπαρόκ κτήριο στη γωνία με την Μπότσαρη σχεδόν– για να μάθουμε αν υπήρχε κάποιο νέο, γιατί πολλοί είχανε από τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού περάσει τα σύνορα και ήδη βρισκόντουσαν σε διάφορες χώρες, στις ανατολικές. Όπως και πολλοί είχαν σκοτωθεί, αλλά δεν ήταν γνωστό ότι είχαν σκοτωθεί, γιατί είχαν σκοτωθεί σε διάφορες συνθήκες που δεν υπήρχαν μαρτυρίες ή οι μάρτυρες δεν μπορούσα να το επικοινωνήσουν. Το μάθαμε και το θυμάμαι πολύ καλά. Πηγαίναμε εκεί πέρα με τη μητέρα μου, το μάθαμε το 1954 από μαρτυρίες που συλλέχθηκαν από τον Ερυθρό Σταυρό και μας ειδοποίησαν. Έχω ακόμη το ειδοποιητήριο εκείνο που έλεγε ότι ακριβώς ο πατέρας μου είχε σκοτωθεί, με βεβαιωμένες μαρτυρίες που το είχανε δει το γεγονός.  Όταν λοιπόν… Αυτό έπαιζε εννοείται ένα μεγάλο βεβαίως ως τότε, ένας άλλος λόγος που…  Υπήρχε η φήμη ότι είναι ζωντανός ή τουλάχιστον η ελπίδα ότι είναι ζωντανός. Μετά, βέβαια, ήμουνα πια, το ’54, ήμουνα 8 χρόνων, από κει και πέρα σιγά σιγά έπρεπε να συνειδητοποιήσω την έλλειψη πατέρα, αλλά ήταν ασαφής αυτή η έλλειψη. Δεν ήτανε, δεν ήτανε απτή, δεν ήταν έντονη ότι λείπει για πάντα. Υπήρχε ένα αίσθημα ότι υπήρχε πιθανότητα να είναι και λάθος ή θέλαμε να πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να είναι και λάθος αυτή η ενημέρωση από τον Ερυθρό Σταυρό. Μάλλον θέλαμε να πιστεύουμε. Θα ξαναγυρίσω τώρα στο θέμα των παιδιών που δουλεύαμε μαζί, που πουλούσαμε πράγματα στο Καπάνι. Ήμασταν μια ομάδα δέκα-δεκαπέντε παιδάκια που, αν όχι κάθε μέρα, τις περισσότερες φορές βρισκόμασταν αρκετά συχνά εκεί πέρα και γνωριζόμασταν. Όλοι παρόμοιες συνθήκες, δηλαδή ορφανά ή από πολύ φτωχές οικογένειες και τα λοιπά που κοιτάγαμε, πουλώντας διάφορα πράγματα, από ξυραφάκια, τότε πουλούσαμε παραδείγματος χάρη μπαλένες για τα πουκάμισα, εκείνα τα κομματάκια, σαν πλαστικό, που ήταν μπαλένες από –απ’ ό,τι λέγανε– από φάλαινες, που τα βάζαν στα πουκάμισά τους ώστε ο γιακάς να είναι τεντωμένος. Ή λάστιχα για ρούχα, για τα εσώρουχα και τα λοιπά. Πολλών ειδών πράγματα. Στιλό, μολύβια, πουλούσαμε σε κασελάκια και είχαμε συνέχεια τον κίνδυνο να συλληφθούμε, γιατί απλούστατα ήτανε, όχι μόνο παράνομο, αλλά με αυστηρή εντολή καταδίωξής μας από τους αστυνομικούς δινότανε. Και είχαμε πάντα το μυαλό μας μην τυχόν μες στον κόσμο που ερχόταν [Δ.Α.] ήτανε κάποιος αστυνομικός.  Εκεί ήταν βέβαια, παλιά υπήρχε και το συνθηματικό. Κάποιος που έβλεπε, που εντόπιζε ότι μπαίνει αστυνομικός στο Καπάνι, φώναζε το γνωστό «Σύρμα!», που ήτανε ειδοποίηση, ότι έρχεται αστυνομία, για να το σκάσουμε. Το σκάγαμε, αλλά όπως ήμασταν με τα κασελάκια δεν μπορούσαμε να τρέξουμε γρήγορα. Αν θέλαμε να τρέξουμε γρήγορα και να αποφύγουμε τη σύλληψη, που σήμαινε και κατάσχεση ό,τι είχαμε στο κασελάκι, θα έπρεπε να απαλλαγούμε από κείνο. Και είχαμε βρει ο καθένας μας από κάποιον από τους κρεοπώλες, ψαράδες, τα λοιπά –τα ψαράδικα ήταν λίγα βέβαια τότε, περισσότερο ήταν κρεοπωλεία– και του δίναμε το κασελάκι μες στο οποίο είχαμε τα πράγματα, για να το κρύψει να μπορέσουμε να τρέξουμε εμείς γρήγορα. Εγώ είχα έναν κρεοπώλη, το όνομά του ήταν Αγάπιος και ξέρω και ακόμη ζει αλλά δεν ξέρω πού είναι ακριβώς, έτσι έμαθα από κάποιον περαστικό ότι είναι εν ζωή ακόμη, πρέπει να είναι… Τότε τον έβλεπα μεγάλο, βέβαια εγώ ήμουνα 10, 11, 12 χρονών και αν ήτανε αυτός 25, εγώ τον έβλεπα ότι είναι μεγάλος άνδρας, οπότε μπορεί να είναι ένας ενενηντάρης τώρα κοντά. Τον λέγαν Αγάπιο. Και για μένα ήτανε όνομα και πράγμα, γιατί με το που άκουγα το «Σύρμα!» και έτρεχα να φύγω, του έδινα αμέσως το κασελάκι, αυτός το έχωνε κάτω από τα κρέατα εκεί πέρα, κάπου το έβαζε και εγώ μπορούσα να τρέχω και έτσι δεν με πιάσανε ποτέ. Δεν καταφέραν να με πιάσουν ποτέ.  Γενικά μία φορά μόνο, δεν με συλλάβουν μεν, έφαγα όμως ένα μπάτσο πολύ δυνατό. Πουλούσα κεριά έξω από τον Άγιο Δημήτριο, ήτανε παραμονή Πάσχα. Δεν θυμάμαι αν ήτανε Μεγάλη Πέμπτη ή Μεγάλη Παρασκευή. Εγώ από μικρός είχα και τη συνήθεια, όταν πουλούσα έξω από τις εκκλησίες που υπήρχαν περίπτερα, να πηγαίνω, και είπαμε ότι με τραβούσε το διάβασμα, κρεμούσαν τις εφημερίδες και πήγαινα και διάβαζα τις εφημερίδες. Αυτή η συνήθειά μου ήταν που μία μέρα[00:40:00], ακριβώς παραμονές Πάσχα, διάβαζα μια εφημερίδα σ’ ένα περίπτερο που ήτανε μπροστά στα σκαλοπάτια της αυλής του προαύλιου του Αγίου Δημητρίου, επί της Αγίου Δημητρίου δηλαδή ήταν το περίπτερο, και όπως διάβαζα… Μάλιστα ήταν διπλωμένη η εφημερίδα, η εικόνα μου είναι πάρα πολύ, η εφημερίδα ήτανε διπλωμένη και επομένως το άρθρο που ήταν στην πρώτη σελίδα και που με ενδιέφερε, συνέχιζαν αντίθετα. Οπότε είχα σκύψει ανάποδα για να μπορέσω να συνεχίσω το διάβασμα. Ε, κι έτσι δεν πρόσεξα ότι είχε έρθει αστυνομικός ο οποίος η μνήμη μου είναι μια άγρια φωνή «Τι κάνεις εδώ εσύ, βρε;» και τα λοιπά. Σηκώνομαι και με το που σηκώνομαι τρώω ένα μπάτσο τρομερό! Και το επόμενο που θυμάμαι πολύ έντονα ήτανε ότι όπως με έριξε κάτω –γιατί έπεσα κάτω στο χώμα, γιατί δεν είχε πλακάκια, ήταν χώμα θυμάμαι–, η μνήμη μου είναι πολύ έντονη που έλεγα στον εαυτό μου «Να μη με δει να κλάψω!». Έλεγα στον εαυτό μου «Μην κλάψεις! Μην κλάψεις!». Δηλαδή εκείνο που μου ήταν έντονο ήταν να μη με δει να κλαίω! Ότι με χτύπησε μεν, αλλά δεν θα με δει να κλαίω. Δεν το ’σκασα και δεν με έπιασε, δεν με συνέλαβε και ποτέ δεν με συνέλαβαν. Τα γλίτωσα τις κατασχέσεις και τα λοιπά.  Το Πάσχα, όταν πουλούσα κεριά, πουλούσα ως 5 λεπτά πριν από την Ανάσταση για να μπορέσω να πουλήσω όσο γίνεται παραπάνω και ύστερα τρέχοντας να προλάβω να πάω στο σπίτι για να κάνουμε Ανάσταση μαζί με τη μητέρα μου. Όπως και την Πρωτοχρονιά, γιατί παραμονές Πρωτοχρονιάς πουλούσα λαχεία. Και εννοείται ότι, τότε ήταν το Λαχείο Συντακτών και το Λαϊκό δύο και το Εθνικό, τρία λαχεία υπήρχαν αλλά κυρίως Εθνικό ήταν επαναλαμβανόμενο κάθε μήνα, ενώ το Λαϊκό και το Συντακτών. Το λαϊκό ήτανε συνεχόμενο μεν αλλά όχι επαναλαμβανόμενο, κάθε φορά γινόταν η κλήρωση και ήταν τελειωτική, ενώ του Εθνικού κρατούσες το λαχείο για επόμενες κληρώσεις, είχε ένα σύστημα τέτοιο. Και των Συντακτών γινότανε, ήταν των Συντακτών των Εφημερίδων, το οποίο γινότανε μόνο την Πρωτοχρονιά και συνήθως έδινε σπίτια για αυτόν που κέρδιζε, διαμερίσματα. Και εκείνο πάλι ως τα τελευταία 5 λεπτά 10 λεπτά πριν από το μεσάνυχτα που θα γινόταν η κλήρωση, κοίταζα να πουλήσω όσο γίνεται παραπάνω και να τρέξω ύστερα σπίτι για να κάνουμε αλλαγή χρόνου ή το Πάσχα να τσουγκρίσουμε τα αυγά και τα λοιπά. Και αυτό ήταν μία μνήμη έντονη να προλάβω να πάω σπίτι πριν να αλλάξει ο χρόνος, πριν να γίνει Ανάσταση, πριν αλλάξει ο χρόνος… Έλεγα ότι υπήρχαν δέκα-δεκαπέντε παιδιά που κάναμε αυτή τη δουλειά. Από αυτούς, εννοείται, αυτά τα παιδιά χαθήκαμε. Δεν θυμάμαι να ξέραμε κιόλα ο ένας το επίθετο του άλλου. Ξέραμε μόνο τα μικρά μας ονόματα. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια –κάνω ένα άλμα τώρα γύρω στα σαράντα χρόνια– το ’90, ήμουνα σε μια επιτροπή που έκανε –σαν γιατρός πια–, έλεγχε την ποιότητα των κατά των εγκαταστάσεων και των συνθηκών των κατασκηνώσεων για μικρά παιδιά στη Χαλκιδική. Πηγαίνοντας από κατασκήνωση σε κατασκήνωση με την επιτροπή αυτή κάναμε παρατηρήσεις σχετικά με προβλήματα που παρουσιαζόταν στην οργάνωσή τους, στις εγκαταστάσεις τους, και τα λοιπά, στη διατροφή… Κάναμε έλεγχο και κάναμε συστάσεις στους ιδιοκτήτες των κατασκηνώσεων, που είχαν τη μορφή κιόλα υποχρέωσης να συμμορφωθούν. Οι περισσότεροι από αυτούς κοιτάγαν να ξεφύγουν αυτόν τον έλεγχο ή τουλάχιστον να μην ανταποκριθούν στο να λύσουν τα προβλήματα που παρουσιαζόταν και που τους είχαμε ενημερώσει. Και πάντα είχαμε, τη δεύτερη επίσης που κάναμε, ήταν συνήθως με μία σχετική κόντρα, γιατί εμείς τους πιέζαμε να ανταποκριθούν και να καλύψουν τα προβλήματα, αυτοί κοιτάγαν να ξεφύγουν με διάφορες δικαιολογίες, με κάτι αυτά και τα λοιπά και δεν ήταν ποτέ ευχάριστο αυτό. Μερικοί προσπαθούσαν και πλαγίως να μας δελεάσουν ώστε να… Αλλά εννοείται ότι κάτι τέτοιο δεν γινόταν γιατί απλούστατα ήμασταν μια πενταμελής επιτροπή από διαφορετικά άτομα, από διαφορετικές προελεύσεις και τα λοιπά που και να υπήρχε κάποιος που να ήταν πρόθυμος να δελεαστεί, δεν θα μπορούσε να το κάνει.   Και ξαφνικά, σε μία από τις κατασκηνώσεις, βλέπουμε έναν από τον οποίο είχαμε περάσει, είχαμε κάνει συστάσεις το τι θα έπρεπε να φροντίσει να διορθώσει και βλέπουμε ότι τα είχε κάνει όλα. Μένουμε έκπληκτοι! Και όχι μόνο είχε φτιάξει αυτά που του είχαμε πει εμείς και τα έχει κάνει καλά –γιατί μερικοί άλλοι τα κάνανε πρόχειρα και τσαπατσούλικα επιφανειακά–, αυτός τα έχει κάνει σωστά και επιπλέον είχε προσθέσει κι άλλα που δεν του είχαμε συστήσει εμείς, αλλά τα είχε διαπιστώσει μόνος του ότι χρειαζόταν, και όντως, και μείναμε έκπληκτοι. Οπότε κάποια στιγμή που είμαι μόνος μου μαζί του, έτσι, τρώγαμε κάτι, μας είχε προσφέρει κάτι να φάμε να πιούμε. Του λέω «Κοίταξε, είμαι πολύ εντυπωσιασμένος που υπάρχει ένας επιχειρηματίας που επιτέλους, ρε παιδί μου, κοιτάει να είναι σοβαρός, να κάνει τη δουλειά του σωστά και να μην κοιτάξει να μπαλώσει τα πράγματα». «Ε», μου λέει, «Εγώ κοιτάω να κάνω τη δουλειά μου όσο μπορώ παραπάνω σωστά. Οπότε οι συστάσεις που μου κάνετε ήταν σωστές, επομένως είναι φυσικό να τις κάνω». Μου έκανε εντύπωση το ποσό απλά το δέχτηκε αυτό και πιάσαμε κουβέντα και παραπάνω. Το αποτέλεσμα ποιο ήτανε; Αποδείχτηκε, μέσα στην κουβέντα, ξαφνικά, ότι ήταν κι αυτός παιδί μιας χήρας που ήταν μόνη της, καπνεργάτρια κι εκείνη, όπως η μητέρα μου, ότι ζούσε κι εκείνος πέρασε πολλά φτωχικά χρόνια μικρός και τα λοιπά, ότι άρχισε να δουλεύει όπως κι εγώ, παρόμοια, με κασελάκι. Ήταν ένα από τα παιδιά, τα δέκα-δεκαπέντε, που ήμασταν στο Καπάνι.  Με αυτόν εννοείται καταλάβαμε ότι εντέλει ήμασταν φίλοι από μικροί, αλλά δεν το ξέραμε κι ότι είχαμε ίδιες εμπειρίες. Η μόνη διαφορά ποια ήταν; Ότι ενώ η μητέρα μου ό,τι δούλευα εγώ το έβαζε στην άκρη για να σπουδάσω, όπως έλεγε, για ξένες γλώσσες και το ένα και το άλλο, αυτουνού η μητέρα τα έβαζε στην άκρη, χωρίς να του πει τίποτα, και όταν αυτός στα 18 του πήγε φαντάρος και γύρισε, του είχε μαζέψει ένα ποσό ώστε να μπορεί να κάνει εμπόριο, γιατί του λέει «Είσαι ικανός, απέδειξες ότι είσαι ικανός να κάνεις εμπόριο. Επομένως εγώ σου μάζεψα λεφτά για να έχεις ένα κεφάλαιο να μπορείς να αρχίσεις». Και με εκείνο το κεφάλαιο που του κράτησε η μητέρα του έγινε ένας έμπορος που είναι πολύ γνωστός στην Θεσσαλονίκη, έκανε περιουσία μεγάλη δουλεύοντας ακριβώς, ξεκινώντας από το μηδέν κυριολεκτικά. Δηλαδή το πρώτο μαγαζί του ήταν ένα κασελάκι, στα 20 του είχε μια τρύπα των 3 μέτρα επί 2 και τώρα έχει μαγαζιά, κατασκηνώσεις, βιοτεχνίες, πολλά… Αλλά εξακολουθεί –επειδή βλεπόμαστε πια συχνά δηλαδή–, παρότι έχει πλέον έχει αποσυρθεί κι αυτός, δεν δουλεύει, το έχει αφήσει στα παιδιά του, τις επιχειρήσεις του, εξακολουθεί να είναι ενεργός, βέβαια, και κυρίως όλο αυτό τον καιρό ήτανε έμπορας με καλό όνομα στην αγορά. Δηλαδή συνεπής, καμία σχέση με αρπαχτή και τα λοιπά, όπως αυτό που ανέφερε και που το είχα διαπιστώσει στην κατασκήνωση που τότε είχαμε ελέγξει. Και βέβαια την είχα ελέγξει και επανειλημμένα, γιατί κάθε χρόνο επί δύο-τρία χρόνια ήμουνα στην επιτροπή εκείνη και κάθε φορά είχα το ίδιο αποτέλεσμα της έντιμης διαχείρισης. Δεδομένου ότι ήταν και για παιδιά ήταν πολύ σπάνιο να βρεις κάποιον επιχειρηματία που να είναι έντιμος.  Θα το αναφέρω αυτό γιατί ήταν και μία άλλη κατασκήνωση που επίσης ήταν πολύ συνεπείς και μου είχαν κάνει εντύπωση. Είναι και εκπαιδευτικοί αυτοί που την έχουν, οι οποίοι ακολουθούσανε πάρα πολύ διαπαιδαγωγικούς τρόπους διαχείρισης των συμπεριφορών των παιδιών. Θα το αναφέρω γιατί είναι σημαντικό αυτό, ότι, σε μεγάλη αντίθεση από άλλες κατασκηνώσεις που στα παιδιά βάζανε ό,τι χυδαίο σε μουσικές, σε τρόπους να τους να περνάει η ώρα, να τους απασχολούν, χωρίς να ενδιαφέρονται καθόλου για διαπαιδαγώγηση, για ψυχαγωγία ουσιαστική της λέξης, ψυχή, αγωγή-ψυχής, αλλά απλώς να περνάει η ώρα με τα πρότυπα των καναλιών. Ενώ σε αυτή την κατασκήνωση, που είχανε οι αυτοί οι εκπαιδευτικοί, κάνανε προγράμματα που ήταν βασικά πάντα βασισμένα στο να κεντρίσουν τις περιέργιες των παιδιών, να μάθουν, να ανακαλύψουν, να διαβάσουν και κυρίως να παρεμβαίνουν στη σχέση μεταξύ τους που να της δώσουν μία καλή ποιότητα σχέσεων. Δηλαδή υπήρξαν περιπτώσεις που υπήρχαν παιδιά που είχαν παραβατικές συμπεριφορές, δεν ακολουθούσαν τη μέθοδο της τιμωρίας, αλλά του να του δώσουν τη δυνατότητα να καταλάβει το σφάλμα συμπεριφοράς το παιδί και μόνο του να αποφασίσει να αλλάξει συμπεριφορά. Το είχα διαπιστώσει επανειλημμένα και το χαιρόμουν πάρα πολύ να βρίσκομαι μ’ αυτούς ανθρώπους. Δεν θέλω να αναφέρω, αν και θα ’πρεπε, θα ’πρεπε να αναφέρονται αυτά τα πράγματα, αλλά δεν έχει σημασία τώρα να το πω γιατί είναι άλλος σκοπός αυτής της αφήγησης.  Ξαναγυρνάω στην εποχή που λες, που[00:50:00], μετά τα 12 χρόνια πια, αρχίζω να σταματάω να δουλεύω πια, πάρα μόνο ευκαιριακά πουλώντας πράγματα, όπως παραμονές Χριστουγέννων, Πάσχα που υπήρχε μεγαλύτερη δυνατότητα στους ανθρώπους να αγοράσουνε. Και κυρίως δούλευα πια σε μαγαζιά ή, πιο ύστερα, όταν άρχισα από τα 14-15, άρχισα να πουλάω και βιβλία, πλασιέ βιβλίων. Τότε αυτή η δουλειά γινότανε, συνδεόσουν με κάποιο πρατήριο εκδοτικών οίκων, χρεωνόσουνα μία ποσότητα βιβλίων που πίστευες ότι θα ενδιέφεραν διάφορους γνωστούς ή άγνωστους, πήγαινες στα γραφεία δικηγόρων, μηχανικών, γιατρών και προσπαθούσες να πείσεις να πουλήσουνε περισσότερο, γινόταν έτσι. Σιγά σιγά έκαμνες σταθερή πελατεία τους οποίους ενημέρωνες κάθε τόσο με τις καινούριες εκδόσεις. Αξίζει να αναφέρω δύο, ένα-δύο παραδείγματα που έχουν και λίγο και έτσι ανεκδοτολογικό χαρακτήρα. Ήτανε ένας δικηγόρος που είχα καταλάβει ότι ήτανε δεξιών πεποιθήσεων από διάφορες κουβέντες που γινόταν και εγώ μια μέρα που πήγαινα… Ο οποίος διάβαζε διάφορα μυθιστορήματα και, όταν υπήρχαν καινούριες εκδόσεις, πήγαινα και τον ενημέρωνα και αγόραζε μερικά. Μία φορά, λοιπόν, όπως τον επισκέφθηκα, πρέπει να ’μουνα 15 τότε πια, ήμουνα ήδη αρκετά έμπειρος πωλητής. Εννοείται όταν υπήρχε βιβλία τα οποία ήτανε –μια που αυτός ήταν δεξιών απόψεων–, όταν ήτανε βιβλία που ήτανε κομμουνιστικού ή αριστερού, τέλος πάντων, προσανατολισμού δεν του τα έδειχνα καν γιατί δεν θα τον ενδιέφεραν. Ήξερα περίπου τα ενδιαφέροντά του και… Έλα, όμως, που, ανοίγοντας την τσάντα, αυτουνού το μάτι του πήγε σε ένα βιβλίο που του έκανε εντύπωση.  Ξέροντας, λοιπόν, γνωρίζοντας τα ενδιαφέροντά του επειδή στην τσάντα μου είχα συγκεκριμένα ένα βιβλίο για την αισθητική, το οποίο θα μπορούσε να τον ενδιαφέρει πιθανότητα, αλλά αυτό το συγκεκριμένο σίγουρα όχι, γιατί ήταν από την Ακαδημία Επιστημών της τότε ΕΣΣΔ, της Σοβιετικής Ένωσης. Οπότε, λόγω της πολιτικής του τοποθέτησης, δεν θα τον ενδιέφερε, γιατί δεν θα ήθελε να διαβάσει τις απόψεις τους, έστω κι αν ήτανε περί αισθητικής. Οπότε λέω δεν, να μην του το δείξω άδικα. Του έδειχνα άλλα βιβλία αλλά αυτός, επειδή ήταν δερματόδετο και όμορφο δέσιμο, το μάτι του πήγε εκεί. Δεν πρόσεξε –εγώ δεν το κατάλαβα αυτό, το κατάλαβα πιο ύστερα, θα το πω πότε–, προφανώς δεν πρόσεξε ότι ήταν από την Ακαδημία Επιστημών της Σοβιετικής Ένωσης. «Α», μου λέει, «αισθητική! Ωραία, το θέλω αυτό!». «Μα», του λέω εγώ, «νομίζω ότι δεν θα σας…». «Όχι, όχι το θέλω». Ε, λέω, εντάξει. Εγώ το ποσοστό μου θα το έπαιρνα, οπότε δεν επέμενα πάρα πολύ. Είπα να πω ένα, δύο, τρεις «όχι», αλλά αυτός έδειχνε αποφασισμένος και ούτε μ’ άκουγε, οπότε λέω «Αφού το θέλεις, πάρ’ το».  Στην επόμενη επίσκεψη, όμως, που έκανα μετά από δυο-τρεις βδομάδες για να του πάω τις καινούριες εκδόσεις, ήταν έξω φρενών! «Τι μου πούλησες, κομμουνιστικό βιβλίο! Και το είδαν οι φίλοι μου, το είχα στη βιβλιοθήκη και το είδανε και έγινα ρεζίλι!». Του λέω «Μα, εγώ προσπάθησα».  «Να φροντίζεις άλλη φορά να προσέχεις καλύτερα». Ευτυχώς δεν τον έχασα από πελάτη, πιθανότατα με συμπαθούσε επειδή ήμουνα και μικρός.

Α.Α.:

Τότε, λοιπόν, εγώ γνώρισα… Εκείνη την περίοδο είχα αρχίσει να συνδέομαι με την κομματική οργάνωση, την Νεολαία της ΕΔΑ. Το κουμμουνιστικό κόμμα ήτανε παράνομο και γενικά ήτανε ελεγχόμενη η πολιτική δράση και των αριστερών κομμάτων, δηλαδή και η ΕΔΑ ήτανε πάντα ελεγχόμενη. Γιατί ήταν γνωστό, εξάλλου, ότι μέσα, εκτός από τους σοσιαλιστές του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που είχαν όλοι συμπράξει στην ΕΔΑ, υπήρχανε και αυτοί που ήτανε μέλη του κουμμουνιστικού κόμματος, αλλά δεν το δηλώνανε γιατί δεν μπορούσανε να το δηλώσουνε, αφού ήταν παράνομο. Μέσα σε αυτούς ήταν και η Ειρήνη Παπατσαρούχα, που ήταν φοιτήτρια τότε, η γυναίκα του Χρόνη του Μίσσιου, η οποία ήταν και η πρώτη μου επαφή με την οργάνωση, την Νεολαία της ΕΔΑ. Αλλά επειδή ήμασταν, σαν μαθητής, ήταν πολύ αυστηρές οι ποινές για μαθητές που εμπλεκόταν σε κομματικές οργανώσεις της Αριστεράς εννοείται μόνο, βρισκόμασταν και μου έκανε την ενημέρωση την πολιτική, την κομματική και τα λοιπά μόνιμα σε ραντεβού στον δρόμο ή σε κάποιο πάρκο, σε κάποιο καφετέρια, καφενείο δηλαδή, τότε δεν υπήρχαν καφετέριες.  Αυτό δημιούργησε, έτσι άρχισε η δική μου η πολιτική δράση. Επειδή μάλιστα ήτανε, όπως είπα, για να μην υπάρχει καμία περίπτωση να κατηγορηθώ ότι ήμουνα οργανωμένος σε αριστερή, επαναστατική, κομμουνιστική, και τα λοιπά, και τα λοιπά οργάνωση, είχε δοθεί η σύσταση τότε από την Νεολαία της ΕΔΑ για εμάς τους μαθητές να γραφόμαστε σε μία κομματική νεολαία αποδεκτή από το πολιτικό καθεστώς, όπως παραδείγματος χάρη η Νεολαία της Ένωσης Κέντρου. Έτσι, αν τυχόν υπάρξει κάποια πρόβλημα, να μπορούμε να δηλώσουμε «Εμείς είμασταν…». Και έτσι γράφτηκα τότε. Μία και μοναδική φορά πάτησα στα γραφεία της Νεολαίας Ένωσης Κέντρου –15 χρόνων, πόσο ήμουνα, το ’61–, μια φορά πάτησα, έκανα την εγγραφή, μου δώσαν καρτελάκι το οποίο κάπου το ’χω κιόλα, που έλεγε ότι είμαι μέλος της Νεολαίας Ένωσης Κέντρου. Δεν ξαναπάτησα. Ούτως ώστε αν τυχόν μπλεκόμουν σε καμία διαδήλωση, καμία συγκέντρωση, καμία αυτή και να μπορώ να δείξω ότι ήμουνα νομιμόφρων και όχι… Εθνικόφρων και όχι αριστερός αναρχοκομμουνιστής, όπως λέγανε. Δεδομένου ότι, είπαμε, ήτανε παράνομη δραστηριότητα κουμμουνιστικού τύπου.  Έτσι άρχισε, εκτός από τις συναντήσεις με την Ειρήνη, που γινόταν η ενημέρωση η πολιτική, η ιδεολογική και τα λοιπά, σιγά σιγά γνώρισα κι άλλα άτομα και ήταν άλλο δύο πολύ μεγαλύτεροί μου, και εκείνοι φοιτητές έξι-εφτά χρόνια μεγαλύτεροι, οι οποίοι ήταν ο ένας της Ιατρικής, ο άλλος της Νομικής και με τους οποίους μάλιστα, εκτός από την γνωριμία την πολιτική, κάναμε και την ίδια δουλειά, δηλαδή πουλούσανε βιβλία και εκείνοι. Και έτσι είχαμε από πολύ… Ο ένας από αυτούς, μάλιστα, τον έναν από αυτούς τον γνώρισα στις εκλογές του ’61, όταν ήμουνα στο σχολείο μου, εκεί που ’χα κάνει Δημοτικό δηλαδή, το 59ο στην Παναγία Φανερωμένη, όπου ήμουνα σαν αντιπρόσωπος να δώσω κάτι φυλλάδια, ψηφοδέλτια και τα λοιπά. Και το οποίο, το βράδυ, το σχολείο εγκλωβίστηκε από μια μεγάλη ομάδα από τραμπούκους που απειλούσαν όποιον είχε ή θα ψήφιζε ή ψήφισε αριστερό κόμμα. Και με τον έναν από αυτούς που λέω, που σπούδαζε Νομική τότε, βρεθήκαμε μαζί. Αυτός ήταν εκπρόσωπος της ΕΔΑ εκεί πέρα στο εκλογικό τμήμα και μας πήραν στο κυνήγι και χάρη σε αυτόν σώθηκα, γιατί θα ’τρωγα ξύλο κι εγώ. Αυτός με προστάτεψε, τέλος πάντων, διαφύγαμε και ύστερα δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για μακροχρόνια φιλία που συνεχίζει ως τώρα, σχεδόν εξήντα χρόνια δηλαδή. Είναι… Αυτή ήτανε η… Άρχισε να δημιουργείται ένα πλαίσιο ανθρώπων σιγά σιγά, οι οποίοι –όλοι μεγαλύτεροι, πολλά χρόνια μεγαλύτεροι από μένα– που με κατευθύνανε, μου δώσανε τη δυνατότητα να διαβάσω, να μάθω και να διαμορφώσω μια δική μου άποψη που ήτανε προς τα αριστερά.  Ήταν, έτσι, ήδη στα 16-17, συμμετείχα στην δημιουργία μιας κίνησης για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό που κάναμε τότε, που ήτανε η «Κίνηση Μπέρτραντ Ράσελ», ήταν αφιερωμένη στον Άγγλο φιλόσοφο και Λόρδο αλλά πολύ γνωστό διανοητή, ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει τότε την εποχή στις αρχές της δεκαετίας του ’70, από το 1960 και μετά, στην προσπάθεια κινητοποίησης του κόσμου για την καταστροφή των πυρηνικών όπλων, που δυστυχώς βέβαια, όπως ξέρουμε πολύ καλά, δεν μπόρεσε ποτέ να ευοδωθεί, παρόλο που αυτό είχε μία παγκοσμιότητα που υπερπηδούσε οποιονδήποτε διαχωρισμό δεξιάς και αριστεράς άποψης. Γιατί ο ενδεχόμενος πυρηνικός πόλεμος δεν είναι απλώς καταστροφή μιας χώρας, μπορεί να καταλήξει στην καταστροφή ολόκληρου του πλανήτη. Αλλά δεν μπόρεσε να ευοδωθεί αυτή η κίνηση, παρόλο που συγκίνησε πολλούς, χαρακτηρίστηκε κυρίως από τη δεξιά ότι είναι κομμουνιστική, ενώ ουσιαστικά δεν ήτανε. Δεν ήταν με την άποψη ότι θα έπρεπε να είναι αίτημα όλων των απλών ανθρώπων αυτών ο πυρηνικός αφοπλισμός και η καταστροφή των πυρηνικών όπλων.  Τότε, λοιπόν, φτιάξαμε την οργάνωση αυτή, είχαμε βρει και κάτι υπόγεια γραφεία και φτιάξαμε εκεί στην Πρίγκιπος Νικολάου τότε, Σβώλου τώρα λέγεται, προς τη μεριά της Αγγελάκη, που ήμασταν μια ομάδα εφτά-οχτώ οι πρώτοι που την οργανώσαμε. Ανάμεσά τους ήτανε και… Βέβαια[01:00:00] εγώ και η Καίτη, μια κοπέλα, ήμασταν οι πιο μικροί. Και ο Νίκος ο Αικατερινάρης, η Καίτη η Σακέτα κι εγώ ήμασταν οι πιο μικροί, 16-17 δεν ήμασταν καλά-καλά. Οι άλλοι ήταν φοιτητές και πιο μεγάλοι, ήτανε ο Νίκος Κιάος, που ήταν μετέπειτα ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Δημοσιογράφων, ήτανε ο Χιμενίδης ο συγγραφέας, ήταν… Αλλά οι άλλοι ήταν πολύ μεγαλύτεροι, εμείς ήμαστε από την ομάδα των εφτά-οχτώ που κάναμε το πρώτο διοικητικό συμβούλιο και είχαμε κάνει και μια οργανωμένη, κάναμε μια μεγάλη συγκέντρωση τότε στο θέατρο της ΧΑΝΘ –εκείνο που υπάρχει και τώρα ανακατασκευασμένο– για τον πυρηνικό αφοπλισμό. Μεγάλη επιτυχία, με πολύ κόσμο, με πάρα πολύ κόσμο.  Αλλά, εν τω μεταξύ, είχαμε τα γεγονότα με τη δολοφονία του Λαμπράκη, οπότε η κίνηση αυτή κατέληξε να ενσωματωθεί ύστερα στη δημιουργία της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης που ήταν το προστάδιο πριν να γίνει ύστερα η Νεολαία Λαμπράκη. Δηλαδή, η Κίνηση Νέων για τον Αφοπλισμό και την Ειρήνη, τον Πυρηνικό Αφοπλισμό και την Ειρήνη “Μπέρτραντ Ράσελ” αυτοδιαλύθηκε ουσιαστικά και δημιουργήσαμε, με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, δημιουργήσαμε ύστερα σε πρώτο βαθμό την Δημοκρατική Νεολαία Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης και ύστερα την Νεολαία Λαμπράκη που ήτανε παράλληλη με την Νεολαία της ΕΔΑ. Αυτόνομη μεν, αλλά που ουσιαστικά παράλληλη. Και στην οποία εγώ από την αρχή είχα πάρει ενεργό μέρος, σαν μαθητής πια ήμουνα τότε ακόμη, και ήμουνα υπεύθυνος της νεολαίας της μαθητικής. Ωσότου το ’64 έδωσα εξετάσεις για το πανεπιστήμιο και πέρασα στην Ιατρική Σχολή, εδώ Θεσσαλονίκης, οπότε μετά η συνέχεια ήτανε στο επίπεδο του… Εδώ, λοιπόν, αυτό το διάστημα έχουμε πυκνά γεγονότα. Δηλαδή μετά τα 15 μου, γνωρίζοντας και έχοντας σχέση φιλική και πολιτική με παιδιά που ήταν πολλοί μεγαλύτεροι από μένα –πέντε, έξι, εφτά χρόνια–, αρχίζουν να πυκνώνουν τα γεγονότα. Δημιουργείται πολιτική συμμετοχή μου σε πολιτικές οργανώσεις και είναι η περίοδος κιόλα που έχουμε τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, που ήδη έχω αρχίσει να είμαι ενεργός με την κίνηση, που λέγαμε, των νέων για τον πυρηνικό αφοπλισμό και δημιουργούμε μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη την κίνηση με το όνομά του. Στη δολοφονία, στις ημέρες εκείνες έχουμε, τόσο εγώ όσο και οι άλλοι που είχαμε επαφή οι μεγαλύτεροι που ανέφερα προηγουμένως, είχαμε ενεργή συμμετοχή. Δηλαδή ο Λάκης και ο Σπύρος ήτανε μέσα στα γραφεία της Ένωσης Εμποροϋπαλλήλων που έκανε την ομιλία ο Λαμπράκης. Εγώ δεν μπόρεσα να μπω μέσα, γιατί η αστυνομία είχε μπλοκάρει και δεν άφηνε να πάμε μέσα, όσοι είχανε προλάβει είχαν πάει πολύ πιο πριν, ήτανε μέσα, κι εκείνους δεν τους άφησαν να βγούνε. Αλλά είχα πάρει μέρος ήδη από την προηγούμενη μέρα που ψάχναμε να βρούμε πού θα γινότανε, γιατί ήταν αρχικά να γίνει η ομιλία του Λαμπράκη σε ένα σε ένα κέντρο που λεγόταν «Νυχτερίδα», αν θυμάμαι καλά, που ήταν στην Αριστοτέλους, μεταξύ Τσιμισκή και Βασιλέως Ηρακλείου.  Αριστερά ανεβαίνοντας από τη θάλασσα, ήταν ένα υπόγειο κέντρο στο οποίο εγώ το γνώριζα γιατί πουλούσα πιο μικρός λουλούδια στα βράδια σε κέντρο με μουσικές και τα λοιπά. Υπόγειο όμως, τότε δίναν άδεια σε τέτοια μαγαζιά, ύστερα από χρόνια που σταμάτησαν για λόγους ασφαλείας, γιατί ήταν ένα κλουβί, έτσι και γινόταν μια πυρκαγιά, θα πεθαίναν όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα, δεν θα μπορούσε να βγει κανένας, είχε μια είσοδο πολύ στενή. Εκεί θα γινόταν η ομιλία του Λαμπράκη, αλλά το πρωί της ίδιας μέρας που ήταν καθορισμένη να γίνει η ομιλία, όταν πήγε ο Λαμπράκης με κάποιους άλλους να βρούνε τον χώρο και τα λοιπά, «Α!» του λέει, του άφησε να καταλάβει ο ιδιοκτήτης της αίθουσας, του είπε, καταρχήν, ότι δεν θα γινόταν εκεί, ότι δεν έδινε την αίθουσα και έγινε κατανοητό ότι είχε περάσει η αστυνομία και τον είχε πιέσει να ακυρώσει την εκδήλωση. Οπότε για αυτό έγινε η ομιλία, τελευταία στιγμή ορίστηκε ότι θα γινότανε στην αίθουσα των εμποροϋπαλλήλων, εκεί στη γωνία Βενιζέλου με Ερμού. Και ήταν και βολικό, βέβαια, ήταν στον τρίτο όροφο, αλλά ήτανε και βολικό γιατί απέναντι ακριβώς ήτανε και το ξενοδοχείο που έμενε, που είχε διανυκτερεύσει ο Λαμπράκης και επομένως, κατά κάποιο τρόπο, θα ήτανε και εύκολο, θα ήταν στο ξενοδοχείο, θα περνούσε απέναντι να κάνει την ομιλία.  Βέβαια, όπως ξέρουν τώρα όλοι με τα γεγονότα που έχουν γίνει γνωστά από χρόνια και από την ταινία του Γαβρά κι αυτά, εννοείται ότι είχαν συγκεντρωθεί απέναντι που ήτανε το κατάστημα «Κόσμος», γυναικείων ρούχων και τα λοιπά, είχαν συγκεντρωθεί οι τραμπούκοι, αντιφρονούντες, διάφορα στοιχεία λούμπεν ή του υποκόσμου και τα λοιπά, οι οποίοι βρίζαν, πετούσαν πέτρες… Ε, αυτά είναι γνωστά πάνω-κάτω. Εγώ δεν είχα καταφέρει να ανέβω στην αίθουσα, γιατί έκλεισαν την πόρτα, επομένως, κάποια στιγμή, με ένα φίλο μου που ήμασταν μαζί και δεν μπορούσαμε να πάμε, κι εκείνος της ηλικίας μου, φύγαμε, ανεβήκαμε πάνω προς το διοικητήριο και τα γεγονότα τα μάθαμε την άλλη μέρα. Ύστερα, από την άλλη μέρα, που ο Λαμπράκης πια χτυπημένος είχε μεταφερθεί στο ΑΧΕΠΑ, είχαμε αρχίσει να μαζευόμαστε και να μένουμε επί ώρες και το βράδυ, που έμεινα και μια βραδιά ολόκληρη εκεί έξω στον λοφίσκο που έχει, με τα χόρτα που υπήρχε απέναντι από την είσοδο του ΑΧΕΠΑ. Και τις τέσσερεις μέρες ήμασταν εκεί, πάνω-κάτω, που ήταν νοσηλευμένος, έως ότου βέβαια πέθανε, παρά τις προσπάθειες. Είχε έρθει και ο Ούγγρος ο νευροχειρουργός, αλλά δεν μπόρεσε να γίνει. Ύστερα, είναι γνωστά τα γεγονότα, που συμμετείχα κι εγώ στις διαδηλώσεις που γίνανε τότε, που είχε έρθει και ο Μίκης Θεοδωράκης στην Φιλοσοφική Σχολή, στον προαύλιο χώρο εκεί της παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής, που έγινε συγκέντρωση και μίλησε. Ε, ύστερα…

Α.Α.:

Τη θυμάστε αυτήν τη μέρα στην Φιλοσοφική Σχολή;

Α.Α.:

Έχω πολύ συγκεχυμένες μνήμες. Ήτανε πολύ θολό το… Δηλαδή ήταν τέτοια η συγκίνηση, που ξεχνάς τα γεγονότα! Δηλαδή έχω συγκεχυμένες... Σαν να είμαι σε ένα ρεύμα με χιλιάδες ανθρώπους και να υπάρχω, να ξέρω ότι υπάρχω, αλλά να μην νιώθω τι έκανα, τι μιλούσα, τι έλεγα, τι άκουγα. Πολύ συγκεχυμένα. Δεν ξέρω πώς γίνεται μερικές φορές και άλλες φορές έχεις διαύγεια, σε άλλα πράγματα συγχέονται. Έχω τις εικόνες, δηλαδή, στα σκαλιά της Φιλοσοφικής, βγαίνουμε, κατεβαίνουν προς το σιντριβάνι αλλά σαν ένα χείμαρρο, χωρίς συγκεκριμένο έτσι κάτι, σαν μια άμορφη μάζα και να ξέρω ότι είμαι μέσα χωρίς να το συνειδητοποιώ. Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι εκείνες τις μέρες ήτανε που θα έπρεπε να δώσω εξετάσεις, ήταν δύο βαθμίδων οι εξετάσεις για τη γαλλική γλώσσα στο Lycée, στο Κέντρο Γαλλικής Γλώσσας, εκεί στην Λεωφόρο Στρατού. Το ένα το είχα δώσει τον προηγούμενο χρόνο και το είχα πάρει, το certificat, ήταν του δεύτερου επίπεδου και δεν πήγα να δώσω εξετάσεις, εννοείται, και δεν το πήρα ποτέ μου. Εντάξει, δεν είχε και καμία σημασία, αλλά ήταν πάνω σε αυτές τις μέρες που κι εκείνο το έχω ξεχάσει, δηλαδή, το θυμήθηκα τώρα, ότι δεν είχα πάει να δώσω εξετάσεις, ακριβώς μέσα την αναμπουμπούλα των ημερών εκείνων.  Ήταν τόση ένταση η συναισθηματική που πιθανόν για αυτό. Γιατί δεν θυμάμαι καν τι έκανα άλλο εκείνες τις μέρες. Σίγουρα δεν πηγαίναμε σχολείο. Γιατί ήμουν μαθητής ακόμη, δεν είχα περάσει στο πανεπιστήμιο ακόμη. Δεν πηγαίναμε σχολείο, αλλά δεν θυμάμαι πού πήγαινα. Πήγαινα στο ΑΧΕΠΑ, ναι. Αλλά όλη την ημέρα; Κι εκείνο συγκεχυμένο. Δεν ξέρω, ο συναισθηματικός φόρτος φαίνεται έκανε ώστε να συγχέονται τα γεγονότα. Ή ίσως ήτανε ασήμαντα μπροστά στο γεγονός το ότι ένας άνθρωπος είχε δολοφονηθεί με αυτό τον τρόπο και έχαναν σημασία ό,τι συνέβαινε γύρω από αυτό. Κάτι τέτοιο, δεν μπορώ να δώσω άλλη εξήγηση. Βέβαια, αν είχε συμβεί κάτι το ιδιαίτερο, σίγουρα θα είχε μείνει στη μνήμη. Αλλά ήταν φαίνεται μια γενική κατάσταση υπερδιέγερσης γύρω από κείνο το γεγονός, που δεν άφηνε στη μνήμη το μικρό, το καθημερινό. Είναι σαν σου λένε «Θυμήσου τι έφαγες εκείνη την ημέρα», πού να θυμάσαι! Ούτε καν αν έφαγες, όχι αν μίλησες, αν είπες κάτι, αν έγινε κάτι άλλο. Όλα ήταν ασήμαντα μπροστά στο γεγονός το μεγάλο και πιθανώς σβήστηκαν από τη μνήμη.

Α.Α.:

Ύστερα είναι η οργάνωση στην Νεολαία Λαμπράκη. Είχαμε τότε τα γραφεία στην Τσιμισκή, δίπλα στην Αγίας Σοφίας, στη διασταύρωση με Αγίας Σοφίας. Βέβαια, εν τω μεταξύ, είχα περάσει και στο πανεπιστήμιο. Η πρώτη έδρα ήταν στην Ισαύρων, στη γωνία με Γούναρη, με Δημητρίου Γούναρη. Εκεί είχαμε κάνει τα πρώτα γραφεία και ύστερα έγιναν στην Τσιμισκή, στον πρώτο όροφο στην Τσιμισκή, στη γωνία[01:10:00] με Αγίας Σοφίας, όπου εντέλει ήτανε και φοιτητές.  Εγώ συμμετείχα στην ομάδα των μαθητών και ύστερα βέβαια σαν φοιτητής άλλαξε η οργανωτική μου σχέση. Εκεί τώρα, περνώντας πια στα φοιτητικά χρόνια, το πιο χαρακτηριστικό είναι η πρώτη συμμετοχή είναι σε εκλογές που γινόταν στην Ιατρική Σχολή, που ήμουνα πρωτοετής, που γινότανε για τον σύλλογο. Και γινόταν μέσα στη γενική συνέλευση στο Φυσικομαθηματικό, στο μεγάλο αμφιθέατρο της Φυσικομαθηματικής. Τότε υπήρχε… Εννοείται η Αριστερά ήταν οργανωμένη στην Νεολαία Λαμπράκη, αλλά είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά και η λεγόμενη ΠΠΣΠ, Προοδευτική Πανσπουδαστική Συνδικαλιστική Παράταξη, που ήτανε αριστερά της Νεολαίας Λαμπράκη πολιτικά και στην οποία είχα μεταπηδήσει κι εγώ από την Νεολαία Λαμπράκη μαζί με άλλους, γιατί βρίσκαμε ότι η Νεολαία Λαμπράκη είχε χάσει τη ζωντάνια και την πολιτική της ριζοσπαστική θέση. Και δημιουργήσαμε αυτή την οργάνωση με πρωταγωνιστές πάλι αυτούς που ανάφερα προηγουμένως ως φίλους μου από τα 15 μου χρόνια, που ήτανε της Νομικής και της Ιατρικής Σχολής, και άλλους βέβαια. Λοιπόν, εκείνο που, τότε υπήρχε οργανωμένη και η δεξιά παράταξη, που ήταν η Εθνική, η EKOΦ, που συγκέντρωνε τους δεξιούς φοιτητές αλλά σε ακροδεξιά τοποθέτηση. Δηλαδή με έντονο αντικομμουνισμό, με ρητορική μίσους… Βέβαια, ο Εμφύλιος δεν είχε τελειώσει. Ουσιαστικά η Ελλάδα ήταν ακόμη, ζούσε κάτω από την επίδραση του Εμφυλίου, γιατί ως πριν από μερικά χρόνια ήταν ακόμη που υπήρχαν εξόριστοι, φυλακισμένοι για πολιτικές τοποθετήσεις, οπότε δεν ήταν ομαλοποιημένη η ζωή.  Ήδη το ’63-’64, που βγήκε ο Γεώργιος Παπανδρέου, βγήκε με σύνθημα πάλι το διμέτωπο, μία από τις πρώτες πράξεις, τουλάχιστον στο θέμα των μαθητών και τα λοιπά, ήταν η εγκύκλιος 1010, τότε που είχε βγάλει την άνοιξη του ’64, με το οποίο απαγόρευε με ποινή την αποβολή από όλα τα σχολεία κάθε μαθητή ο οποίος θα ήταν οργανωμένος σε οργάνωση πολιτική ή κομματική. Και εννοείται, βέβαια, αυτό στρεφόταν εναντίον των αριστερών μαθητών, όχι γενικά. Το κράτος ήτανε οργανωμένο στη βάση την αντικομμουνιστική. Ή τα σώματα ασφαλείας, υπήρχε το τμήμα το Σπουδαστικό της αστυνομίας, το οποίο είχε στόχο να ελέγχει τις δραστηριότητες των αριστερών φοιτητών, και μαθητών εννοείται. Δεν υπήρχε θέμα το Σπουδαστικό να έχει στόχο τη δεξιά ή κεντρώα οργάνωση πολιτική νεολαίας. Είχε καθαρά ενάντια στην Αριστερά. Δεν ξεχνάμε ότι η δολοφονία Λαμπράκη δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός. Είχε συμβεί ήδη προηγούμενες επιθέσεις και η δολοφονία του Βελδεμίρη στην Θεσσαλονίκη, στους Αμπελόκηπους, το οποίο ήταν της Νεολαίας της ΕΔΑ, δηλαδή στην προεκλογική περίοδο του ’61. Υπήρχανε η δολοφονία του Πέτρουλα στις διαδηλώσεις κάτω, στην Αθήνα, το ’64. Δεν ήταν δηλαδή μεμονωμένο γεγονός η δολοφονία του Λαμπράκη... Ήτανε η επίθεση στον Τσαρουχά, τον βουλευτή της ΕΔΑ, πριν από τη δικτατορία, όχι μόνο…  Εννοείται ότι αυτή η οργάνωση, η ΕΚΟΦ, ήταν πολύ δραστήρια αλλά… Είχε μάλιστα μες στις τάξεις και έναν πρωτοπυγμάχο, πρωταθλητή πυγμαχίας, τον Λάκη τον Ιωαννίδη, ο οποίος πρωταγωνιστούσε στις επιθέσεις που κάνανε, της βίας επιθέσεις, όπως, παραδείγματος χάρη, στο Χημείο σε συγκέντρωση την οποία διαλύσανε μπαίνοντας και χτυπώντας τους φοιτητές που είχαν οργανώσει τη συγκέντρωση μπροστά στο κτήριο του Χημείου. Αυτή η ΕΚΟΦ είχε γραφεία εκεί στην Πρίγκιπος Νικολάου. Δεδομένου ότι η γειτνίαση που υπήρχε μεταξύ του πανεπιστημίου και των χώρων γενικά που συχνάζαμε, ήταν αιτία να δημιουργούνται συνεχώς επεισόδια. Δηλαδή όταν τρώγαμε, παραδείγματος χάρη, στο «Χρυσό Παγώνι», που είναι το εστιατόριο εκεί, και απέναντι ήταν τα γραφεία της ΕΚΟΦ, πολλές φορές που τρώγαμε εκεί πέρα, που ήταν φοιτητικό εστιατόριο, πολύ συχνά περνούσανε οι ΕΚΟΦίτες  και μας βρίζανε, μας επιτεθόντουσαν… Ανάλογα, βέβαια, αν ήμασταν πολλοί, δεν τολμούσαν, αλλά, όταν ήμασταν μεμονωμένοι, ήταν σίγουρο ότι θα μας επιτεθούν, ή λεκτικά ή και με βίαιο τρόπο, με άμεσο τρόπο.  Σαν πρωτοετής τότε έκανα μια γνωριμία με ένα παιδί, που ήτανε κι εκείνος πρωτοετής, ήταν από την Αθήνα, από τον Πειραιά συγκεκριμένα, και που έπαιξε έναν μεγάλο ρόλο στη φοιτητική μου ζωή. Ήτανε τυχαία η γνωριμία αυτή, εντελώς τυχαία. Αυτόν, ο Σπύρος στο όνομα, ήτανε στους τοπογράφους, στο Πολυτεχνείο, στους τοπογράφους. Γνωριστήκαμε μιλώντας για μουσική. Ο ίδιος έπαιζε πιάνο, είχε κάνει σπουδές πιάνου, και πήγαμε σπίτι του. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήτανε ότι άρχισε να κάνει διάφορους πειραματισμούς και χαιρόταν που με ενδιέφερε και εμένα να κάθομαι να ακούω. Παραδείγματος χάρη, πώς θα έπαιζε ο Μπετόβεν τον Τσιτσάνη, τα κομμάτια του Τσιτσάνη, αν είχε γνωρίσει τον Τσιτσάνη ή είχε ακούσει τα τραγούδια του. Αλλά πώς θα τα έπαιζε ο Μπετόβεν, μια που η ιδιοσυγκρασία του ήταν διαφορετική. Και προσπαθούσε, λοιπόν, να παίξει τα τραγούδια του Τσιτσάνη με το στιλ που υποτίθεται θα μπορούσε να τα έχει αντιληφθεί στο παίξιμό τους ο Μπετόβεν. Ύστερα έκανε αντιστροφή, πώς θα έπαιζε ο Τσιτσάνης ποτέ μία Σονάτα του Μπετόβεν, την οποία θα του άρεζε, αλλά επειδή θα ήτανε Τσιτσάνης, θα το έπαιζε στο μπουζούκι και θα το έπαιζε με τη δική του ιδιοσυγκρασία. Έτσι διασκεδάζαμε και οι γνωριμίες προχωρούσε, προχώρησε και στα πολιτικά που βρέθηκε να είμαστε εντελώς διαμετρικά αντίθετοι, αλλά έβγαινε μια κοινή βάση, ότι είχαμε σεβασμό ο ένας στην άποψη του άλλου, την οποία την απεχθανόμασταν, ήμασταν ενάντιοι εντελώς, αλλά δεν τον πνίγαμε στο να την έχει και να τη λέει και να την πιστεύει.  Και αρχίζουμε να κάνουμε και πολύ συχνή παρέα, με αποτέλεσμα, επειδή είμασταν γνωστοί στον φοιτητικό χώρο, και ο μεν και ο δε, ακούγαμε πολύ συχνά, αυτός μεν του λέγανε «Με τον κομμουνιστή κάνεις παρέα;» κι εμένα «Με ποιον, με τον φασίστα κάνεις παρέα;». Βέβαια, εντέλει, πήγαμε ύστερα κι ένα μεγάλο ταξίδι μαζί στο Άγιο Όρος, πάνω από ένα μήνα καθίσαμε εκεί. Ήταν η περίοδος τότε του Βιετνάμ, που οι Αμερικανοί βομβαρδίζαν και τα λοιπά και που εμείς είχαμε τις κόντρες μας για το ποιο είναι το δίκαιο και ποιο το άδικο σε αυτό που συνέβαινε, αλλά η φιλία μας συνέχιζε, και όχι μόνο συνέχισε, αλλά έγινε πιο έντονη ακόμη. Αρχίσαμε να οργανώνουμε, κάναμε ένα σύλλογο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, τέλος πάντων, πώς να το πούμε, το οποίο μας φιλοξένησε η ΧΑΝΘ και κάναμε εκδηλώσεις όπου εγώ έκανα μια εισήγηση πάνω στο έργο του μουσικοσυνθετών που παρουσιάζαμε, ο Σπύρος έπαιζε στο πιάνο ή έκανε επιλογή κομματιών που βάζαμε σε πικάπ. Και κάναμε εκδηλώσεις τέτοιες, ώσπου, βέβαια, κάποια στιγμή, η σύμπραξη αυτή του μεταξύ μας διαλύθηκε από την παρέμβαση της ΧΑΝΘ, η οποία όταν είδε ότι κάναμε και εκδηλώσεις για τον Θεοδωράκη, λέει «Εντάξει, για Χατζηδάκι καλά κάνατε, για Καβάφη καλά κάνατε, για Σεφέρη καλά κάνατε, για Χριστιανόπουλο καλά κάνατε αλλά, ε, και κομμουνιστή δεν θα κάνετε εκδήλωση!» [Δ.Α.], διαλύθηκε ο σύλλογος αυτός. Ύστερα με τον Σπύρο χαθήκαμε λόγω της δικτατορίας που έγινε το ’67. Η μόνη φορά που τον είδα ήτανε μέσα στη δικτατορία, όταν εγώ ήμουνα πια καταζητούμενος και κρυβόμουν. Συναντηθήκαμε τυχαία και μιλήσαμε λίγο. Μου είχε πει ότι αυτός, παρότι το καθεστώς ήτανε δεξιό, ο ίδιος δεν συμμετείχε και ούτε το συνέπραττε μαζί του, γιατί το θεωρούσε ότι είναι καταπιεστικό και δεν αφήνει τους ανθρώπους ελεύθερους να πιστεύουν αυτό που θέλουνε. Και δεν ξαναβρεθήκαμε ποτέ. Πάντα τον έχω μέσα στη μνήμη και στην καρδιά μου. Ελπίζω να είναι καλά. Πάντως ήτανε καλός άνθρωπος και έχω πολύ ωραία πράγματα, μνήμες με τη γνωριμία μαζί του και τη φιλία μαζί του. Λοιπόν, με τον Σπύρο και τον Λάκη, με έναν άλλον πρωτοετή, που είχαμε τελειώσει το πρώτο έτος, ήμασταν προς το δεύτερο πια, ήτανε αρχές του καλοκαιριού του ’65 – και το λέω γιατί έχει ένα ενδιαφέρον και με άλλη ιστορία, με τα Ιουλιανά. Είχαμε και οι τρεις ερωτική απογοήτευση, οπότε αποφασίσαμε να πάμε και οι τρεις μαζί στο Άγιο Όρος. Ο Λάκης είχε έναν ξάδερφό του πατέρα του που ήταν αρχοντάρης στο Βατοπέδι, στη μονή Βατοπεδίου, οπότε μας έβγαλε διαμονητήριο για δεκαπέντε μέρες. Και πήγαμε για να μείνουμε δεκαπέντε μέρες, αλλά επειδή ύστερα από λίγες μέρες στο Βατοπέδι θελήσαμε να φύγουμε και να πάμε να δούμε κι άλλα μέρη. Βέβαια, στο Βατοπέδι μείναμε σε[01:20:00] βασιλικό επίπεδο, γιατί λόγω του ότι ήταν αρχοντάρης, δηλαδή ο υπεύθυνος της φιλοξενίας των ξένων στο μοναστήρι, ο ξάδερφος του πατέρα του Λάκη, μας παραχώρησε τα δωμάτια, τα δύο δωμάτια που έμενε ο τότε πλέον Βασιλιάς Κωνσταντίνος, όταν είχε πάει ως ο διάδοχος. Οπότε, καταλαβαίνετε, η διαμονή μας ήτανε βασιλική, αλλά παρ’ όλ’ αυτά εμείς δεν ενδιαφερόμασταν για δωμάτιο. Θέλαμε να δούμε πώς ζούνε οι μοναχοί, να μιλήσουμε μαζί τους, να μπούμε λίγο στο πνεύμα του χώρου για να ξεχάσουμε κι εκείνο που μας έκανε να φύγουμε από την Θεσσαλονίκη.  Και το επόμενο βήμα είναι να πάμε στην Ιβήρων, όπου εννοείται ότι οι διαδρομές τότε γινόταν όλες με τα πόδια, δεν υπήρχανε δρόμοι. Ήταν μόνο μονοπάτια, δεν είναι όπως τώρα, που έχει μετακινήσεις που μπορούν να γίνουν και με αυτοκίνητα και με αυτά. Ούτε τηλέφωνα υπήρχαν ούτε άλλα μέσα επικοινωνίας, μόνο ποδαρόδρομος. Πήγαιμε στην Ιβήρων, όπου ήταν αυστηρή μόνη. Εκεί μας δώσαν ένα δωμάτιο και ήτανε κοινοβιακό το μοναστήρι αυτό, είχε πιο αυστηρούς κανόνες, όχι όπως το πλούσιο Βατοπέδι. Και το βράδυ, ενώ πήγαμε να ξαπλώσουμε λίγο, να ξεκουραστούμε που ήμασταν και ταλαιπωρημένοι από την πεζοπορία, ήρθε ένας μοναχός ο οποίος ήθελε να μας μυήσει σε πολλά πράγματα, αλλά εκείνο που περισσότερο μας είχε μείνει και το θυμόμασταν, και το θυμάμαι ακόμη έντονα, ήταν η προσπάθειά του να μας πείσει για τη μεγάλη αξία του Αγίου Νεκταρίου ως Αγίου. Ενώ εμείς ήμασταν ψόφιοι από την κούραση και θέλαμε να κοιμηθούμε, αυτός επέμενε να μας διηγείται ιστορίες με τον Άγιο Νεκτάριο και εννοείται μόνο όταν είδε ότι καταρρέαμε πια, αποφάσισε να μας εγκαταλείψει και να φύγει.  Το επόμενο βράδυ, επειδή φοβόμασταν ότι θα είχαμε πάλι μία επίσκεψη τέτοια, αποφασίσαμε να κοιμηθούμε έξω από το μοναστήρι και επειδή είχαμε και δυο κουβέρτες –sleeping bag δεν υπήρχαν τότε, κανείς δεν είχε στην Ελλάδα–, είχαμε πάρει μαζί μας κουβέρτες. Και αποφασίσαμε να μείνουμε έξω στην παραλία. Είχε βότσαλα τα οποία κάνουν καλό, έτσι, κοιμάσαι άνετα. Μικρά βοτσαλάκια λειασμένα από τη θάλασσα. Είχε μάλιστα ο Σπύρος, είχε καταφέρει και με ένα μαχαίρι και ξετρυπώσει ένα χταπόδι, το πήγαμε έγκαιρα το μεσημεράκι-απόγεμα στην κουζίνα του μοναστηριού να μας το μαγειρέψει ο μάγειρας να το έχουμε μαγειρεμένο, πήραμε και λίγο τσίπουρο, καθίσαμε έξω στην ακροθαλασσιά και έπεφτε το δειλινό. Και πάνω που έπεσε το δειλινό, που οι πόρτες του μοναστηριού κλείνουν και δεν αφήνουν κανέναν να μπει ή να βγει με τη δύση του ήλιου, βλέπουμε ένα μοναχό να κατεβαίνει από τον δρόμο που ερχόταν από τις Καρυές –που είναι η πρωτεύουσα του Αγίου Όρους– προσπαθώντας να πάει γρήγορα μήπως και προλάβει την πόρτα του μοναστηριού ανοιχτή, αλλά δεν την πρόλαβε. Και βλέποντας εμάς που ήμασταν κάτω στην ακροθαλασσιά, έρχεται δίπλα μας και ήτανε, προς μεγάλη μας τύχη ή ατυχία να το πεις, ο μοναχός που προσπαθούσε να μας πείσει για τον Άγιο Νεκτάριο.  Το θέμα είναι ότι δεν έγινε τίποτα το κακό, μας ήπιε μόνο το λίγο τσίπουρο που είχαμε, το ήπιε αυτός. Απλώς, το διασκεδαστικό ήταν ότι κάποια στιγμή –είχαμε και ένα ραδιοφωνάκι και ακούγαμε μουσικές– αυτός μας πρότεινε να κάνουμε μπάνιο γυμνοί. Δεν είχε σεξουαλικές, τίποτα, προτάσεις, δεν μας έκανε τέτοιο πράγμα, απλώς κάναμε το μπάνιο γυμνοί και είχαμε καταμαγευτεί από τη θάλασσα που φωσφόριζε, γιατί τότε ήταν παρθένα τα νερά και το πλαγκτόν φωσφόριζε τρομερά. Δηλαδή όταν βούτηξε ο πρώτος και είδαμε, ήταν σαν να έχει αγιάσει και να δημιουργείται μία άλως από πράσινο φως! Ήτανε πραγματικά εντυπωσιακό και το θυμάμαι. Η ιστορία έχει συνέχεια, γιατί εμείς μείναμε στο Άγιο Όρος, μείναμε ένα μήνα και. Δεν θυμάμαι αν ήταν και πάνω από τριάντα πέντε μέρες, μερικές φορές νομίζω ότι ήταν και σαράντα, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι γυρίσαμε γιατί, εν τω μεταξύ, είχε μπει ο Ιούλιος και είχαν αρχίσει τα Ιουλιανά και επειδή είχαμε –εγώ τουλάχιστον είχα– και πολιτική αυτή, ήθελα να δω τι γίνεται. Γυρίσαμε στην Θεσσαλονίκη… Εν τω μεταξύ, εννοείται ότι οι ερωτικές μας απογοητεύσεις είχαν ξεχαστεί μέσα στα τόσα που συμβαίνανε στο Άγιο Όρος και που είχαμε ζήσει. Αυτό, τέλος πάντων, ανάμεσα στα άλλα, ήταν ένα βράδυ, στην Ιβήρων πάλι, είχαμε δει δύο μοναχούς να κυνηγιούνται, να κυνηγάει ο ένας τον άλλον με ουρλιαχτά και τα λοιπά, και με μαχαίρι στο χέρι ο κυνηγών. Και από ό,τι μας είπανε –και που δεν επιβεβαιώσαμε με κανένα τρόπο αλλά– ότι ήτανε στη μέση ερωτικές αντιζηλίες με κάτι παιδάκια που είχαν εκεί να διακονούνε μαζί τους. Δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια. Το θέμα είναι ότι κυνηγιόντουσαν με μαχαίρι στο χέρι, το διαπιστώσαμε με τα μάτια μας, με βρισιές ακατονόμαστες και τα λοιπά. Γυρνάμε στην Θεσσαλονίκη… Ή όχι, να πω και ακόμη ένα επεισόδιο.  Ήτανε τότε ένα πράγμα που μου έχει μείνει και εντύπωση, γιατί γυρίσαμε όλες τις μονές σχεδόν, και πήγαμε και στην Αγία Άννα, στις Σκήτες, όπου είχαμε βρει και μοναχό ο οποίος πέθανε πολύ υπέργηρος, πάνω από 100 χρόνων. Και πέθανε από φυσικά αιτία, δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας και αυτό δεν το λέω εγώ επειδή ήμουνα πρωτοετής φοιτητής Ιατρικής, δεν μπορούσα να έχω γνώμη πάνω σε αυτό, αλλά έτυχε να συναντήσουμε κάτι Γάλλους εκ των οποίων ο ένας ήταν γιατρός και για ένα κομμάτι κάναμε μαζί μια διαδρομή. Στις Σκήτες, λοιπόν, όπου βρήκαμε τον γέροντα αυτόν που πέθανε από βιολογικά φυσικά αιτία, τον είχε εξετάσει ο Γάλλος και ο όποιος –ο γιατρός–, και είχε πει ότι δεν βρίσκει κανένα πρόβλημα παθολογικό συγκεκριμένο κι ότι είναι απλώς η κατάπτωση του οργανισμού που έφτασε πια στο τέλος του.  Εκεί η ιστορία που θυμάμαι και μου είχε κάνει εντύπωση ήταν στην Μονή του Παύλου, όπου συναντήσαμε κάτι Ελληνοαμερικανούς, που είχαν έρθει και εκείνοι για επίσκεψη και ήταν η περίοδος τότε που ήταν σε μεγάλη έξαρση η αρχή του πολέμου στο Βιετνάμ. Και μας είχε κάνει εντύπωση το ότι οι Ελληνοαμερικανοί ήταν με συνείδηση εθνική αμερικάνικη και ήταν υπέρ του πολέμου και τα λοιπά και οι γέροντες της μονής του Αγίου Παύλου ήταν αναφανδόν εναντίον! Και το είχαν εκφράσει και είχανε μείνει έκπληκτοι οι Ελληνοαμερικάνοι, οι οποίοι περιμένανε ότι θα βρίσκανε συμπαράσταση και σύμφωνη γνώμη από τους Αγιορείτες και μείναν έκπληκτοι όταν είδαν ότι προασπίζαν τον άνθρωπο ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, έθνους και τα λοιπά. Και, επομένως, καταδικάζανε τον εισβολέα Αμερικάνο. Ήτανε κάτι που επέδρασε, μου έμεινε στο μυαλό ότι δεν πρέπει να… Μου ερχόταν στο μυαλό συχνά οι προκαταλήψεις που μπορεί να έχουμε για το ότι οι θρησκευόμενοι μπορεί να είναι όλοι τέτοιας μορφής, με τέτοιες απόψεις, διαψεύδεται εντέλει. Μπορεί να διαψευστεί. Και το συνάντησα αυτό και σε άλλες περιπτώσεις, και αντίστροφες. Αλλά εκείνο ήταν πολύ σημαντικό, γιατί ήμουνα και πολύ νέος, 19 χρονών, που συνήθως ο νέος έχει πιο απόλυτες απόψεις και έχει ανάγκη από απόλυτες απόψεις για να έχει σταθερά σημεία αναφοράς. Η αμφιβολία ας έρθει πιο αργά. Ας έρχεται πιο αργά για να ψάχνεις και την αλήθεια πίσω από τη βεβαιότητα.

Α.Α.:

Το ενδιαφέρον από την ιστορία αυτή –ανεκδοτολογικό–  είναι ότι, γυρνώντας στην Θεσσαλονίκη, είχαν αρχίσει οι διαδηλώσεις των Ιουλιανών. Μετά τις 15 του Ιούλη, δηλαδή, που αρχίσανε. Σε μία από τις διαδηλώσεις αυτές είχαμε το ευτράπελο του ότι, ενώ κατεβαίναμε θυμάμαι την Εθνικής Αμύνης και ήμασταν περίπου στο ύψος του Θεάτρου Μακεδονικών Σπουδών, οπότε μέσα στη φασαρία και τις φωνές και τα συνθήματα και τα λοιπά, ακούω μια φωνή να με φωνάζει με το όνομά μου! Και γυρνάω, βλέπω έναν ο οποίος μου ήταν άγνωστος, ο οποίος όμως ερχόταν τρέχοντας και να με αγκαλιάσει! Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος μπορεί να είναι αυτός, μου φαινόταν άγνωστος. Οπότε ήρθε και με αγκάλιασε και μου λέει «Μα δεν με αναγνώρισες;», «Όχι» λέω «Πού να σε γνωρίσω;». «Ε, βέβαια, τώρα που έχω ξυρίσει τα γένια και τα μουστάκια. Είμαι ο Πέτρος ο μοναχός στην Ιβήρων που είχαμε κάνει μπάνιο μαζί!». Και οποίος λέει ότι «Τον παράτησα τον Άγιο Νεκτάριο πια. Τώρα άλλα με ενδιαφέρουνε! Δεν μπορούσα εγώ παραπάνω στη μονή. Εντάξει, έκανα ένα διάστημα ,αλλά δεν μπορώ άλλο και ήρθα στην πόλη». Δεν τον ξαναείδα ποτέ μου, αλλά είχε ενδιαφέρον αυτό το πράγμα το πώς ένας άνθρωπος επί δύο βραδιές μάς –μάλλον τη μία βραδιά– , μάς είχε πρήξει με τον Άγιο Νεκτάριο, την επόμενη έδειξε την ανθρώπινη πλευρά του να κάνουμε μπάνιο εκεί, να ακούσουμε μουσικές και ύστερα να το βρω σε διαδηλώσεις που, μαζί με τον κόσμο, ξυρισμένο… Οι διαδηλώσεις ήτανε πια καθημερινές τότε. Εγώ, βέβαια, συνέχιζα να έχω τον καημό του έρωτα που είχε διαψευστεί πριν να πάω στο Άγιο Όρος και θέλησα να πάω να βρω την αγαπημένη μου, να τη συναντήσω μήπως και εκδηλωνόταν κάποια καλή προοπτική. Εκείνη την περίοδο, εκείνη έκανε διακοπές στην Μηχανιώνα με την οικογένειά της. Εκείνη ήταν μικρότερη, 17 χρονών, 16-17 χρονών. Οπότε είπα σε έναν φίλο μου με το οποίο ήμασταν στενοί φίλοι και γνωρίζαμε ο ένας τον άλλον, τον Θωμά, να πάμε για μπάνιο στην Μηχανιώνα που ελπίζα ότι θα έβλεπα και την κοπελιά. Την προηγούμενη μέρα είχαμε –και με τον Θωμά–,  ήμασταν σε μια διαδήλωση που μας χτυπήσανε οι αστυνομικοί, εμένα με χτυπήσαν πάρα πολύ με το γκλομπ δυο-τρεις που με είχαν πετύχει σε μια γωνιά. Ύστερα… Ήταν η γωνιά δηλαδή συγκεκριμένα, ήτανε μπροστά στο κτήριο της εφημερίδας Μακεδονία, που τότε τα γραφεία της ήτανε με μια πολύ ωραία πρόσοψη, με μια γυναίκα με έναν πυρσό που όλο το πενταώροφο κτήριο το σκέπαζε. Λοιπόν, ήτανε, τα γραφεία ήτανε στην Τσιμισκή κοντά στην Αγίας Σοφίας, μεταξύ Ισαύρων – όχι Ισαύρων, την Οδό Σχολείων και την Αγίας Σοφίας. Εκεί είχε ένα αναβατόριο, ένα ασανσέρ που ανεβοκατεβάζαν κάτω στο υπόγειο, που ήτανε οι αποθήκες, τους ρολούς, τους τεράστιους ρολούς χαρτιών[01:30:00] που χρησιμοποιούνταν για την εκτύπωση της εφημερίδας.  Σε αυτό το αναβατόριο, το οποίο είχε πλαϊνά κάγκελα αλλά προς τη μεριά του δρόμου, του τέλους του πεζοδρομίου, προς την οδό δηλαδή, ήταν ανοιχτό για να μπορεί να ξεφορτώνει τα φορτηγά τους τεράστιους ρολούς αυτούς, γιατί είχαν διάμετρο πάνω από 1 μέτρο και ύψος –πιθανόν και παραπάνω, το 1 μέτρο σίγουρα ίσως και 1,20, κάτι τέτοιο– , τεράστιος όγκος, δηλαδή. Εκείνη τη βραδιά που γινόταν διαδήλωση τα είχαν κατεβάσει, είχαν μείνει δύο μόνο θυμάμαι –έτσι, πάνω στο αναβατόριο, αυτό το ασανσέρ–  και, όπως μας κυνηγούσαν οι αστυνομικοί με τα γκλομπ και τα λοιπά, χωθήκαμε καμιά δεκαπενταριά άτομα, δέκα-δεκαπέντε άτομα, ανάμεσα στους ρολούς χαρτιών, όπου μπορούσαμε να αμυνθούμε. Και υπήρχαν και τα πλαϊνά τα κάγκελα, εξάλλου. Μας είχαν περικυκλώσει, λοιπόν, οι αστυνομικοί και ορμούσαν και εμείς αμυνόμασταν, αλλά αυτό δεν μπορούσε να κρατήσει πολύ, γιατί είναι φανερό ότι τις τρώγαμε κιόλα. Οπότε κάποια στιγμή θα τρώγαμε ακόμα παραπάνω, θα πέφταμε οι δυνάμεις μας κιόλα, οπότε αποφασίσαμε ηρωική έξοδο! Και πρώτος εγώ ξεκίνησα. Είχε ένα μηχανάκι σταματημένο στο πλάι του πεζοδρομίου, στον δρόμο, και σκέφτηκα ότι αν περνούσα –από πίσω από το μηχανάκι ήταν ένας αστυνομικός–, ότι αν έσπρωχνα το μηχανάκι να πέσει, θα μπορούσα να βρω διέξοδο από κείνη τη μεριά, γιατί δεν υπήρχε άλλος, μόνο ένας αστυνομικός ήτανε. Ενώ από τις άλλες μεριές ήτανε πολλοί που ορμούσανε. Λοιπόν, τρέχω με όλη την ταχύτητα που μπορούσα, χτυπάω, πηδάω χτυπώντας το μηχανάκι να πέσει και να πηδήξω από πάνω εγώ, να τρέξω στον δρόμο. Το μηχανάκι πέφτοντας έπεσε πάνω στο αστυνομικό που ήταν από πίσω. Εγώ κατάφερα να ξεφύγω και την άλλη μέρα έμαθα ότι ένας αστυνομικός είχε σπάσει το πόδι του, λέει, από ένα μηχανάκι που έπεσε πάνω του. Εγώ δεν το ’κανα με πρόθεση να του σπάσω το ποδάρι αλλά, το ομολογώ, ήμουνα εγώ ο υπεύθυνος. Ελπίζω να έχει παραγραφεί και να μην υπάρχει ποινική δίωξη μετά από 57 χρόνια τώρα. Στη συνέχεια, ήτανε τα γνωστά κυνηγητά. Λοιπόν, την άλλη μέρα ήταν να πάμε με τον Θωμά στην Μηχανιώνα και πήγαμε όντως. Όταν πήγαμε να αλλάξουμε να βγάλουμε τα ρούχα και να βάλουμε μαγιό σε κάτι καμπίνες που υπήρχαν εκεί, μου λέει ο Θωμάς «Καλά, με τα καλά σου; Θέλεις να πας έτσι τώρα στην παραλία;». «Γιατί», λέω, «τι έχω εγώ;». «Πάνε σε έναν καθρέφτη να δεις!». Και όντως, πηγαίνοντας στον καθρέφτη, που υπήρχε ένας παραδίπλα, τι να δω; Ήμουνα γεμάτος ραβδώσεις από τις μελανιές από τις γκλομπιές! Και οι οποίες είχαν μελανιάσει όλα και ήμουν σαν ζέβρα! Οπότε λέμε τώρα να πάω να βρω την κοπελιά, να με δει έτσι, μάλλον θα αρχίσει να γελάει, οπότε ερωτική κατάσταση δεν πρόκειται να δημιουργηθεί, εγκαταλείψαμε την ιδέα, ξαναντυθήκαμε και γυρίσαμε Θεσσαλονίκη. Οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν. Ύστερα, τον Σεπτέμβρη έγινε η πτώση της κυβέρνησης της Νόβα που είχε αρχικά και η οποία –πολλοί δεν θα ξέρουνε και μάλλον εσύ, Αρίστη, δεν θα την ξέρεις– το ότι ο Νόβας ήταν και ακαδημαϊκός και ποιητής και είχε γράψει και ποιήματα που είχαν τη δική του, τέλος πάντων… Αλλά είχανε γελοιοποιηθεί τότε με την αντιπαράθεση την πολιτική που γινόταν, είχαν παρθεί αποσπάσματα από ποιήματά του, τα οποία χρησιμοποιούνταν σαν σλόγκαν αντικυβερνητικά.  Ας πούμε, ήταν ένα ποίημά του στο οποίο έλεγε: «Τα στήθη σου ήταν / άσπρα σαν τα γάλατα / και μου ’λεγες / γαργάλατα γαργάλατα». Αυτό ειπώθηκε ως και στην Βουλή μέσα από έναν ρήτορα που ανέβηκε όταν γινόταν η ψήφος εμπιστοσύνης για την κυβέρνηση, ο οποίος ανέβηκε στο βήμα και απάγγελνε ποιήματα του Νόβα και από κάτω γελούσαν όλοι. Κάτι τέτοια λεγόντουσαν και στις διαδηλώσεις και δημιουργούσε ένα φαιδρό κλίμα. Βέβαια, αυτό ώσπου να φτάσει η αστυνομία και να αρχίσει να χτυπάει με τα γκλομπ. Βέβαια, οι αστυνομικοί τότε μπορεί να είχαν γκλομπ, αλλά δεν είχανε αυτή την απαίσια ρομποτική μορφή που έχουν τα ΜΑΤ τώρα. Τότε ήταν απλώς με τη στολή, ένα καπέλο –ούτε κράνος– και με ένα γκλομπ στο χέρι. Εμείς συνήθως είχαμε τα πανό, τα οποία φροντίζαμε ώστε το κοντάρι του πανό να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν αμυντικό ή και επιθετικό όργανο. Μια άλλη φορά, για την Κύπρο είχε αυτή, όταν είχε έρθει ο Μακάριος –που ήταν προηγούμενο αυτό γεγονός από τα Ιουλιανά–, όταν είχε έρθει ο Μακάριος κι είχε μιλήσει στο πανεπιστήμιο, στην Φιλοσοφική Σχολή, είχαμε κάνει μία διαδήλωση που βρήκαμε αντιμέτωπους τους αστυνομικούς πριν από το σιντριβάνι. Δεν μας αφήναν να κατέβουμε αι εμείς δεν είχαμε σκοπό να οπισθοχωρήσουμε. Ήμασταν, εξάλλου, και μεγάλη διαδήλωση, αρκετός κόσμος. Οπότε, με το που βρήκαμε τον φραγμό των αστυνομικών, ήταν κι εισαγγελέας και ο οποίος έδωσε την εντολή, λέει, με το χωνί του το αυτό, ότι μετά την τρίτη προειδοποίηση, θα δώσει εντολή να χτυπήσει αστυνομία, επομένως ή να διαλυθούμε μόνοι μας ή αλλιώς θα μας διαλύανε με την τρίτη εντολή περί διάλυσης.  Εμείς δεν είχαμε σκοπό να διαλυθούμε, οπότε συμφωνήσαμε, που ήμασταν η πρώτη γραμμή μπροστά, εγώ κρατούσα το πανό από τη μεριά που ήταν το τοιχίο της Φιλοσοφικής Σχολής, με το που θα έδινε μετά τη δεύτερη εντολή να μην περιμένουμε την τρίτη, αλλά να κατεβάσουμε τον πανό με τα ξύλα –το ξύλο του πανό– στα κεφάλια των αστυνομικών και να σπάσουμε τον κλοιό! Δηλαδή, ενώ αυτοί θα περιμέναν και την τρίτη εντολή, εμείς θα χτυπούσαμε πριν από την τρίτη εντολή. Εξάλλου, δεν ήταν δική μας η επιλογή τρίτης εντολής, ήταν δικιά τους, δικό τους θέμα αυτό. Και όντως, με το που είπε τη δεύτερη εντολή, εμείς κατεβάζουμε το πανό πάνω στα κεφάλια των αστυνομικών, εγώ στο απέναντί μου που βρίσκονταν εκεί πέρα, ορμάμε μπροστά τους, σπάμε τον κλοιό τους, συνεχίζουμε τη διαδήλωση. Πιο κάτω εμένα με πιάσανε και πήγαν να με βάλουν σε μια κλουβίτσα –δεν ήταν κλούβες μεγάλες όπως τώρα–, ένα μικρό ήταν φορτηγάκι και το οποίο εγώ δεν… Εγώ προσπαθούσα να ελευθερωθώ. Και το αστείο ήτανε ότι είχαν έρθει οι σύντροφοι από πίσω και προσπαθούσαν να με τραβήξουνε πιάνοντάς με από τα ρούχα να ξεφύγω από τους αστυνομικούς, ενώ δύο που ήτανε ήδη μες στο φορτηγάκι με τραβούσανε για να με βάλουν μέσα για να γλιτώσω το ξύλο, γιατί με χτυπούσαν κιόλα εκείνη την ώρα! Εντέλει, νίκησαν οι από πίσω μου, που με απελευθέρωσαν ουσιαστικά, και δεν μπορέσαν να με συλλάβουν.  Αλλά όμως επειδή υπήρχε το Σπουδαστικό της Ασφάλειας, που η δουλειά του, ήτανε αστυνομικοί με πολιτικά, οι οποίοι ήταν όλη την ημέρα μέσα στο πανεπιστήμιο και ελέγχανε ποιος έχει την άλφα δράση, τη βήτα δράση και τα λοιπά, κάνανε φακέλους. Επομένως, ορισμένοι ήμασταν γνωστοί ότι ήμασταν αριστερών απόψεων και δράσεων. Και μετά από μήνες βρέθηκα να έχω ένα κλητήριο, μια κλήση ως κατηγορούμενος για τη διαδήλωση αυτή, ότι κατεβάζοντας το πανό –εκείνο το κοντάρι του πανό– είχα τραυματίσει τον αστυνομικό που ήταν απέναντί μου και, επομένως, ήταν μηνυτής μου, όπως και άλλοι –οι αστυνομικοί– ήταν μηνυτές σε διάφορους και ήμασταν όλοι ομαδικά κατηγορούμενοι για εκείνη τη διαδήλωση. Αν θυμάμαι καλά ήταν Μάρτης του ’66 –ίσως, κάτι τέτοιο– που έγινε δίκη. Είχα πάει βέβαια εννοείται. Είχαμε δικηγόρο τον Παπαδημητρίου θυμάμαι, τέλος πάντων δεν έχει σημασία αν δεν ήταν αυτός. Το ζήτημα είναι ότι οι μάρτυρες κατηγορίας προετοιμαζόντουσαν το τι θα πουν ο καθένας –οι αστυνομικοί, δηλαδή– έξω στον διάδρομο. Ένας από τους συγκατηγορούμενούς μου, ο λεγόμενος και «Σατανάς», γιατί ήταν ένα άτομο πολύ δραστήριο και να μπορούμε να πούμε και πονηρός, έξυπνος, πανέξυπνος και το «Σατανάς» του ταίριαζε. Με την καλή έννοια το λέγαμε, βέβαια, ότι χωνόταν παντού και έβγαζε λαβράκια. Λοιπόν, πήρε είδηση ότι οι αστυνομικοί έξω κοιτάγαν να μάθουνε, αν σκεφτούμε ότι ήταν και συνήθως αμόρφωτοι εκείνη την εποχή, οπότε έπρεπε να καταθέσουνε μιλώντας στην καθαρεύουσα και δεν τους ήτανε εύκολο, μην έχοντας σπουδάσει, να πρέπει να μιλήσουν επίσημα –που ήταν η επίσημη γλώσσα– και να μη μιλήσουν με τη φυσιολογική γλώσσα που θα τους ήταν πολύ πιο εύκολο και θα ήταν πολύ πιο παραστατικοί και αληθινοί κιόλα.  Μαθαίνοντας όμως να μιλήσουνε σε καθαρεύουσα, φτάναν σε επίπεδα που μπορούν ήτανε και γελοία. Αυτό είναι το σημείο που θέλω να αναφέρω. Αυτός που με κατηγορούσε ότι τον χτύπησα με το, όταν ήρθε η στιγμή να καταθέσει, τον ρωτάει ο πρόεδρος «Πείτε μας λίγο, τι έγινε;» και αυτός απαντάει «Ήτανε βίαιος και μου επετέθηκε και με τραυμάτισε και το τραύμα μου ήταν πολύ μεγάλο! Να σκεφτείτε, κύριε Πρόεδρε, ήταν μεγέθους φακής!». Αυτός την έκφραση ποιος ξέρει πού την είχε ακούσει και του άρεσε και είπε να τη χρησιμοποιήσει, αλλά το «μέγεθος φακής» έκανε τους δικαστές και όλους στην αίθουσα να γελάνε, γιατί λέγοντας «μεγάλο τραύμα μεγέθους φακής» σίγουρα δεν έγινε πιστευτή καθόλου, πήρε τη χροιά γελοίου η κατάθεσή του, με αποτέλεσμα, λόγω αμφιβολιών, να αθωωθώ. Δεν καταδικάστηκε η πράξη μου η βίαιη που προκάλεσε τραυματισμό βαρύτατο μεγέθους φακής. Λοιπόν, ξαναγυρνάω στα Ιουλιανά. Τι να πεις, εκεί ήταν μια περίοδος που πραγματικά δημιουργήθηκαν πολλές φιλίες, ήμασταν όλη τη μέρα στους δρόμους, ήταν και καλοκαίρι, ήτανε που, όσοι ήμασταν φοιτητές, ήταν περίοδος δεν είχαμε δουλειές να κάνουμε, δεν είχαμε μαθήματα και τα λοιπά, οπότε μπορούσαμε να είμαστε σε όλη την ημέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ στους δρόμους, να διαδηλώνουμε. Δίναμε ραντεβού σε απίθανα μέρη, ούτως ώστε η αστυνομία να βρίσκεται εξ απροόπτου, να τρέχει να βρει από πού ξεκινάει μια διαδήλωση να την μπλοκάρει. Εμείς διαλυόμασταν και δίναμε άλλο ραντεβού, προσυμφωνημένο, να διαλυθούμε και να βρεθούμε σε άλλο σημείο, ούτως ώστε πάλι η αστυνομία να μην μπορεί, παρά μόνο εκ των υστέρων, να μας εντοπίσει.  Το ζήτημα είναι ότι τα Ιουλιανά χαρακτηριζόταν, το κύριο, από την αίσθηση που υπήρχε εντέλει το παλάτι και οι Αμερικανοί από πίσω με το ΝΑΤΟ δεν σεβόντουσαν ούτε τα στοιχειωδέστερα των δημοκρατικών διαδικασιών. Δηλαδή[01:40:00] υπήρχαν και οι άνθρωποι που ήτανε υπέρ του Γεωργίου Παπανδρέου, αυτοί που ήταν κομματικά, αλλά ο περισσότερος κόσμος, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που διαδήλωναν, ήτανε οι άνθρωποι που είχανε αγανακτήσει από το ότι υπήρχαν κέντρα αμερικάνικα, νατοϊκά και με όργανο το παλάτι που βυσσοδομούσαν πίσω από τις όποιες διαδικασίες πολιτικές και τις ανατρέπαν με πραξικοπηματικό τρόπο. Τα συνθήματα που φωνάζαμε, τα πιο «Κωνσταντίνε, πάρ’ τη μάνα σου και μπρος», την Φρειδερίκη, η οποία ήταν μισητή, εννοείται δεν είχε καθόλου συμπάθειες. Είχε γίνει γνωστό κιόλα ότι ήτανε μέλος της χιτλερικής νεολαίας, είχαν κυκλοφορήσει φωτογραφίες που είχε βγάλει πριν από το ’40 ως νεαρή, μέλος της χιτλερικής νεολαίας, με στολή με χιτλερικό σταυρό και τα λοιπά. Οπότε το ότι ήταν μισητή έτσι κι αλλιώς από την όλη συμπεριφορά της με τα γνωστά της του παιδομαζώματος, αυτή το έλεγε «παιδοφύλαξη», αλλά υπήρχαν πια, είχαμε μάθει μετά από τόσα χρόνια, είχαμε μάθει ότι για πόσες χιλιάδες παιδάκια που είχαν μείνει ορφανά. Τα είχε συλλέξει, τα είχε στείλει σε οικογένειες στην Αμερική εν αγνοία και των συγγενών τους των άλλων, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν η συμπεριφορά της και στην υπόθαλψη των διώξεων που γινότανε όλη την περίοδο ως και τότε, το ’65. Δεκαπέντε και χρόνια μετά τη λήξη του Εμφύλιου, οι διώξεις ήτανε πολλαπλές. Στην Θεσσαλονίκη είχαμε δύο. Ένα γεγονός, εκτός από του Λαμπράκη που αναφέραμε, ήταν η δολοφονία του Βελδεμίρη στους Αμπελόκηπους, ο οποίος πυροβολήθηκε από αστυνομικό επειδή μοίραζε προκηρύξεις υπέρ της ειρήνης, υπέρ του πυρηνικού αφοπλισμού. Ήταν άοπλος, ήταν με τα χέρια του μια δεσμίδα από προκηρύξεις και πυροβολήθηκε εν ψυχρώ. Το οποίο πνίγηκε όλη η διαδικασία αυτή με – δεν θυμάμαι ακριβώς τι γελοία ποινή είχε επιβληθεί στον αστυνομικό που τον πυροβόλησε.  Η κυβέρνηση Νόβα καταψηφίστηκε τότε μες στη γελοιότητα, γιατί, παρότι είχαν γίνει οι εξαγορές βουλευτών, δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν αριθμό αρκετό ώστε να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή. Οι διαδηλώσεις ύστερα συνεχίστηκαν, γιατί έγινε η κυβέρνηση Τσιριμώκου, η οποία πάλι με τα συνθήματα που κυριαρχούσαν τότε, το κυριότερο ήταν εκείνο το «Τσιριμώκε μάσκαρα», δεδομένου ότι ο Τσιριμώκος είχε παίξει ένα πολύ θετικό προοδευτικό ρόλο στην περίοδο πριν, ως και τον Εμφύλιο, ως μέλος του ΕΑΜ, την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, αλλά και μετά, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Εμφύλιο, τον οποίο προωθούσαν με κάθε τρόπο κυρίως οι Άγγλοι. Αλλά ο Τσιριμώκος είχε παίξει θετικό ρόλο, γιατί έβλεπε τη συμφορά που ερχότανε για την Ελλάδα. Αν σκεφτούμε ότι τα θύματα που είχαμε στον Εμφύλιο ήταν πολύ περισσότερα από ό,τι είχαμε από τις εχθροπραξίες στον πόλεμο του ’40-’41. Αν βγάλεις, βέβαια, την περίοδο της πείνας και τους θανάτους από πείνα που είχαμε το χειμώνα του ’41. Δεν υπήρχε κάτι το συγκεκριμένο, γεγονότα που τα βρίσκω έτσι ανιαρά. Ήτανε πια πρακτική καθημερινή. Κάναμε διαδήλωση, ερχόταν η αστυνομία, μας χτυπούσε, καταφέρναμε το σκάγαμε, ξανακάναμε πιο κάτω διαδήλωση, ξανατρώγαμε ξύλο και συνεχιζόταν αυτό το πράγμα επί μήνες.  Το πιο χαρακτηριστικό ήταν την περίοδο του Στεφανόπουλου, όταν έπεσε και η κυβέρνηση Τσιριμώκου που δεν πήρε ψήφο εμπιστοσύνης και ανέλαβε ο Στεφανόπουλος να κάνει κυβέρνηση, που το επώνυμό του ήταν «λαπάς», κοροϊδευτικό του. Λοιπόν, αυτός είχε έρθει τότε επίσκεψη στην Θεσσαλονίκη, κοντά στην περίοδο που γινόταν το φεστιβάλ, και όπως ήμασταν με την Βάσω, μια συμφοιτήτρια, η οποία βρέθηκε κατηγορούμενη μάλιστα, γιατί του απηύθυνε το λόγο και τον κάλεσε «Κύριε λαπά, τι έχετε να μας πείτε για δημοκρατία εσείς;». Και εννοείται τη συλλάβανε και τη δικάσανε κιόλα για εξύβριση του πρωθυπουργού. Βέβαια, τέτοια πράγματα γινόταν συνέχεια οπότε ήταν κατά κάποιο τρόπο… Απλώς το αναφέρω γιατί ήταν ενδεικτικό του κλίματος που υπήρχε, που μιλούσαμε πια προς πολιτικά πρόσωπα σημαντικά με την περιφρονητική και απόδοση γελοιότητας στο πρόσωπά τους για τις πολιτικές τους πράξεις, το να δεχτούν να είναι υποχείρια με χρηματισμό. Γιατί γνωστό ήταν ότι –και έγινε γνωστό στην Αριστερά, πια είναι επιβεβαιωμένο–, ότι πολλοί βουλευτές χρηματίστηκαν για να υποστηρίξουν τις κυβερνήσεις αυτές, των αποστατών λεγόμενων, της περιόδου μετά τα Ιουλιανά.  Εν τω μεταξύ, άρχισε και η καινούρια σχολική χρονιά, το ’66, και συμμετέχοντας πλέον στον σύλλογο των φοιτητών ιατρικής, τότε είχα προσχωρήσει σε μια φοιτητική παράταξη που ήτανε, ας το πούμε, χωροταξικά πιο αριστερά από την Νεολαία Λαμπράκη, την Προοδευτική Πανσπουδαστική Συνδικαλιστική Παράταξη, ΠΠΣΠ. Η οποία είχε μόλις δημιουργηθεί τότε και δεδομένου ότι ήμασταν ελάχιστοι ακόμη –στην Ιατρική Σχολή είμασταν έξι-εφτά άτομα–, είχαμε αποφασίσει, παρότι ήμασταν πολύ λίγοι, να κατεβούμε υποψήφιοι στη συνέλευση για την προεδρία της συνέλευσης των φοιτητών. Η συνέλευση γινόταν στην Φυσικομαθηματική Σχολή που ήταν ο μεγαλύτερος χώρος και μια που η ιατρική είχε πάρα πολλούς φοιτητές – και όντως, πρέπει να είμασταν πάνω από 800, που ήμασταν μες στην αίθουσα και που ψηφίσαμε μετά. Η δική μας συμμετοχή, όπως σας είπα, ήταν με πολύ λίγα άτομα αλλά είχαμε πολιτικό λόγο που ήταν δηκτικός, έντονος. Και επομένως, ιδίως από την οργάνωση των δεξιών φοιτητών, που ήταν μάλιστα υπερδεξιοί, ακροδεξιοί στην ουσία, η ΕΚΟΦ, η Εθνική –πώς λεγόταν– Φοιτητική Ένωση, Οργάνωση Φοιτητών… Οι οποίοι δεν ανεχόντουσαν να υπάρχει άλλη φωνή τόσο δηκτική και επιθετική απέναντι στη δική τους οργάνωση και ιδεολογία. Με αποτέλεσμα, όταν εγώ που ήμουν υποψήφιος για την προεδρία της συνέλευσης και πήρα το θριαμβευτικό –αλλά αυτό έγινε ύστερα– τον αριθμό ψήφων που ήτανε ανάλογο της δύναμής μας. Δηλαδή ήμασταν έξι και βρέθηκε να έχουμε οχτώ ψήφους. Άρα είχαμε, με την τοποθετήσεις μας είχαμε καταφέρει να πείσουμε δύο από άλλες οργανώσεις να ψηφίσουν εμάς –ή ανεξάρτητους– να ψηφίσουν εμάς, χωρίς να γνωρίζουμε καν ποιοι είναι.  Το θέμα είναι ότι, όταν πήγα να μιλήσω πριν να γίνει ψηφοφορία και να υπερασπίσω τις απόψεις μας, οι οπαδοί της ακροδεξιάς αυτής οργάνωσης, της ΕΚΟΦ, δεν με ανέχθηκαν πολλή ώρα και μετά από το πρώτο δίλεπτο ορμήσαν επάνω, με αρπάξανε έξι-εφτά από αυτούς και με σηκώσαν στον αέρα. δεδομένου ότι εγώ δεν εγκατέλειπα το μικρόφωνο, με πετάξαν μαζί με το μικρόφωνο έξω από την αίθουσα. Αυτό, βέβαια, ήταν και το γεγονός ίσως που έπεισε πολλούς να μας βλέπουν με συμπάθεια και πιθανόν να ήταν και το κύριο που βρήκαμε και δύο ψήφους παραπάνω από εκείνους που ήμασταν γνωστοί ότι θα ψηφίζαμε. Δεν έχω να… Από εκεί και πέρα, δεν υπάρχουν γεγονότα που θα άξιζε τον κόπο να αναφερθούν για εκείνη την περίοδο.

Α.Α.:

Και μπαίνουμε πια στην προδικτατορική περίοδο, δικτατορική περίοδο, που ήτανε πραγματικά… Ενώ ήτανε εν γνώση μας, ολονών, δηλαδή ήταν γνωστό από όλους μας ότι θα γινόταν δικτατορία, ότι δεν μπορούσε να λήξει αυτό το πράγμα με… Να σκεφτούμε ότι η αποπομπή του Παπανδρέου έγινε το ’65 από την κυβέρνηση, ενώ ήταν πρωθυπουργός με 50% και, 53% πόσο έχει πάρει, σε εκλογές. Παρ’ όλ’ αυτά αποπέμφθηκε και δεν υπήρχε κυβέρνηση η οποία να είναι έγκυρη.  Οι κυβερνήσεις, δηλαδή, πέφταν η μία μετά την άλλη –Νόβας, Τσιριμώκος, Στεφανόπουλος–, γιατί δεν είχαν λαϊκή αποδοχή και οι βουλευτές –που στον Στεφανόπουλο καταφέραν να σχηματίσουν πλειοψηφία– ήταν χωρίς κανένα έρμα λαϊκό, γιατί απλούστατα ήταν γνωστό ότι είχαν χρηματιστεί για να υπερψηφίσουν τον Στεφανόπουλο σαν πρωθυπουργό. Και όντως είχαν γίνει συμφωνίες και κομματικά και είχε βρεθεί λύση για εξομάλυνση πια της κατάστασης να υπάρξει η κυβέρνηση Κανελλοπούλου, στην οποία συμφωνούσε και ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Κανελλόπουλος, ως μετριοπαθής, εγγυότανε… Αλλά ήταν το θέμα ότι, έτσι κι αλλιώς, με τις εκλογές που είχαν προκηρυχθεί για τον Μάιο περίπου, του Απρίλη του ’67, ήταν βέβαιο ότι θα ξαναέβγαινε ο Παπανδρέου με μεγάλη πλειοψηφία. Οπότε ήταν φανερό ότι οι δυνάμεις που είχαν προσπαθήσει να τον αποπέμψουν, δεν θα το θέλαν αυτό και όπως έγινε, με τη δικτατορία αυτή, 21 Απριλίου, που έχουμε σε λίγες μέρες κιόλα τώρα. Αυτό ήταν μια απλή λογική που κυριαρχούσε σε όλους μας, ότι αποκλείεται να έχουμε δημοκρατικές εκλογές και εξελίξεις και ότι θα γινόταν δικτατορία. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά τον σκιτσογράφο Μητρόπουλο, ο οποίος, μέρες πριν να γίνει η δικτατορία, είχε κάνει ένα φοβερό σκίτσο στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» τότε που έβγαινε, που έδειχνε τον Παπανδρέου να βγαίνει σε μια σκηνή θεάτρου όπου ήταν συγκεντρωμένος πολύς κόσμος και τον επευφημούσε και βγαίνοντας στη σκηνή επάνω έλεγε ο Γεώργιος Παπανδρέου «Η δημοκρατία θα νικήσει, η δημοκρατία ενίκησε!». Ενώ πίσω από την πόρτα από την οποία έβγαινε στη σκηνή, ο Μητρόπουλος είχε ζωγράφισε έναν καταχθόνιο, μαυριδερό τύπο με ένα σχοινί στα χέρια, μια κουλούρα σχοινί που ετοιμάζονταν να ορμήξει πάνω στον αφελή Παπανδρέου και να τον δέσει χειροπόδαρα. Και όπως και έγινε, εντέλει.  Εμείς, εν τω μεταξύ, πριν από την κήρυξη της δικτατορίας, ως οργάνωση, είχαμε προσπαθήσει να περάσουμε αυτό το μήνυμα, ότι η δικτατορία ήταν[01:50:00] αναπόφευκτη και είχαμε και σημάδια, γιατί είχαν ενταθεί οι πιέσεις από τη μεριά της αστυνομίας με πολλαπλές μηνύσεις για το απειροελάχιστο. Εγώ είχα μία δίκη, ατομικά, γιατί με είχανε πιάσει να –πριν από ένα χρόνο και, άλλα γινόταν τότε, την άνοιξη του ’67, πριν από τον Απρίλιο, τον Φεβρουάριο-Μάρτιο κάπου εκεί–, γιατί μοίραζα προκηρύξεις και επειδή προκηρύξεις που μοίραζα δεν μπορούσαν να τεκμηριώσουν κατηγορητήριο, με κατηγορούσαν ότι ρύπαινα, λέει, τον δρόμο, γιατί οι προκηρύξεις που έδινα χέρι-χέρι στους αυτούς, μερικές πέφταν κάτω, οπότε ρύπαινα και ήταν το κατηγορητήριο. Άλλο φαιδρό επεισόδιο αυτό, γιατί στη δίκη που έγινε –εκεί, στην Εθνικής Αμύνης, που ήταν τα δικαστήρια τότε– ο κατήγορος, ο μηνυτής ο αστυνομικός… κι εδώ ήτανε σίγουρα ο Παπαδημητρίου ο δικηγόρος που με  είχε αναλάβει από τη μεριά της ΕΔΑ, η οποία τον έστελνε να υπερασπιστεί φοιτητές που διωκόταν.  Παρατήρησε το όνομα του μηνυτή και όταν άρχισε η δίκη και απαγγέλθηκε το κατηγορητήριο έκανε μια παρέμβαση ο δικηγόρος και λέει «Ένα λεπτό, κύριε Πρόεδρε του δικαστηρίου. Νομίζω ότι είναι περιττό να προχωρήσουμε στη διαδικασία γιατί είναι φανερή η σκοπιμότητα αυτής της δίκης». «Μα», λέει ο πρόεδρος, «Πώς το λέτε αυτό, με ποιο στοιχείο μας το λέτε;». «Κοιτάξτε, το περιεχόμενο των προκηρύξεων ήτανε για την ειρήνη», λέει ο δικηγόρος. «Ε, δείτε και το όνομά του κατήγορου, του μηνυτή, θα καταλάβετε ότι ήταν φυσικό να τον μηνύσει. Δεν θα ανεχόταν μια προκήρυξη ο κύριος μηνυτής και μόνο λόγω του ονόματός του». Και ο πρόεδρος γυρνάει και κοιτάει τον μηνυτή και του λέει «Πώς ονομάζεστε;» και ο μηνυτής λέει – δεν θυμάμαι αν το μικρό του όνομα ήταν Γιάννης ή Γιώργος, πάντως το επίθετο ήταν Κουμπούρας. Οπότε «Φυσικό», λέει ο Παπαδημητρίου, «Κουμπούρας εναντίον ειρήνης! Είναι φανερό ότι δεν υπάρχει λόγος να συνεχίζουμε σε ακροβατική δίκη!». Όλη η αίθουσα να γελάει… Αποτέλεσμα ήταν ότι ο Κουμπούρας –ή Κουμπούρης, δεν είμαι σίγουρος αν ήταν σε -ας ή σε -ης η κατάληξη–, το θέμα είναι με αυτό τον τρόπο το βρήκαν ότι ήταν αρκετό και αθωώθηκα.  Σε μια άλλη δίκη όμως που είχαμε, γιατί είχαμε μοιράσει προκηρύξεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ στο γήπεδο του Άρη, σε μια συναυλία που έκαμνε ο Μίκης Θεοδωράκης τότε. Κατάμεστο το γήπεδο του Άρη, μοιράσαμε τις προκηρύξεις ενάντια στην, ήταν οι βομβαρδισμοί που είχαν γίνει στο Ανόι – μια που τώρα έχουμε μάλιστα και την περίοδο των βομβαρδισμών στην Ουκρανία. Οι Αμερικάνοι, δεδομένου ότι είχαν αεροπορία, οι Βιετναμέζοι δεν είχανε, στέλναν κατά κύματα τα βομβαρδιστικά και ισοπεδώνανε πόλεις, χωριά, τα πάντα στο βόρειο Βιετνάμ. Και είχαμε πάει στη συναυλία του Μίκη τότε και δίναμε τις προκηρύξεις αυτές με αποτέλεσμα να μας συλλάβουν, γιατί εξυβρίζαμε, λέει, σύμμαχο έθνος, που ήταν η Αμερική, και σύμμαχο πρωθυπουργό, που ήτανε για τον Ουίλσον, που ήταν τότε πρωθυπουργός της Αγγλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου. Γιατί αυτός, ο Ουίλσον, ήταν σοσιαλδημοκράτης αλλά, εντέλει, ήταν πιστός σύμμαχος και υποστηρικτής των αμερικάνικων βομβαρδισμών στο Βιετνάμ και τον χαρακτηρίζαμε ως αμερικανόδουλο και πολεμοκάπηλο στην προκήρυξη. Οπότε η μήνυση ήτανε γιατί εξυβρίζαμε, λέει, το αμερικάνικο σύμμαχο έθνος –κράτος, έθνος και τα λοιπά– και τον Ουίλσον.  Η δίκη έγινε τον Μάρτιο του ’67, λίγο πριν από την δικτατορία. Θυμάμαι είχαμε την τύχη να έχουμε εισαγγελέα στη δίκη αυτή τον ίδιο τον εισαγγελέα που υπήρχε στη δίκη Λαμπράκη, ο οποίος είχε αποδείξει ότι ήταν ένας άνθρωπος βαθιών δημοκρατικών πεποιθήσεων, που στη δίκη Λαμπράκη ειδικά είχε παίξει σημαντικό ρόλο, μαζί με τον ανακριτή τον τότε, τον Σαρτζετάκη, και μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είχανε παίξει καθοριστικό ρόλο στο να αποκαλύψουν όλο το πλέγμα της οργάνωσης της δολοφονικής ενάντια στον Λαμπράκη με τη χρησιμοποίηση ανθρώπων του υποκόσμου, όπως ήταν ο Κοτζαμάνης, ο Εμμανουηλίδης… Ο Εμμανουηλίδης που ήτανε, σκεφτείτε, τον είχανε διορίσει, τον είχα βάλει φύλακα σε οικοτροφείο απόρων ορφανών κοριτσιών, ένας ο οποίος έχει ήδη καταδικαστεί μία φορά για σεξουαλική παρενόχληση να το πούμε, βιασμό να το πούμε, σε κατασκήνωση μικρών παιδιών. Και αυτόν τον είχαν βάλει φύλακα σε ορφανοτροφείο κοριτσιών. Λοιπόν, αυτός ήταν ένας από τους δύο [Δ.Α.] Κοτζαμάνη, ο Κοτζαμάνης και ο Εμμανουηλίδης, οι οποίοι ήτανε οι συνεργοί της δολοφονίας του Λαμπράκη. Και μάλιστα, με κύριο ρόλο του Εμμανουηλίδη, γιατί ο Κοτζαμάνης οδηγούσε το τρίκυκλο, ο Εμμανουηλίδης χτύπησε με το γκλομπ στο κεφάλι τον Λαμπράκη.  Και στη δίκη αυτή που μας κάναν τότε για την προσβολή του φίλου και σύμμαχου αμερικάνικου κράτους, ο εισαγγελέας έπαιξε πολύ καλό, γιατί, παραδείγματος χάριν, όταν σε μια στιγμή ένας συνήγορος κατηγορίας μου απηύθυνε στην απολογία μου «Μα, εσείς», λέει, « είστε σοβιετόφιλοι, γι’αυτό και είστε εναντίον του αμερικάνικου λαού». Και ο εισαγγελέας είπε «Μα, δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος είναι εναντίον του αμερικανικού κράτους, το ότι είναι εναντίον του αμερικάνικου λαού. Κάνετε σύγχυση των δύο εννοιών, κράτους και λαού». Είχε κάνει αυτήν την παρέμβαση, που πριν να προλάβω εγώ να πω κάτι, που μάλλον δεν θα το είχα εντοπίσει έτσι σωστά όπως το εντόπισε ο εισαγγελέας. Τέλος πάντων, αθωωθήκαμε λόγω αμφιβολιών για τον απλό λόγο, και αυτό είναι πάλι αστείο. Γιατί οι δίκες αυτές οι πολιτικές είχανε πάντα ένα –σε πολλές περιπτώσεις μάλλον, όχι πάντα, αλλά πάρα πολύ συχνά– είχαν και μια γελοία πλευρά. Στην περίπτωση τη συγκεκριμένη ποια ήταν η γελοία πλευρά; Εμείς την προκήρυξη την είχαμε εκδώσει ως φοιτητική παράταξη συγκεκριμένη κι η οποία είχαμε ανακοινώσει και ποιο ήταν το προεδρείο της. Ήμασταν εφτά άτομα. Και δικαζόμασταν και οι εφτά για τη συγγραφή της προκήρυξης, αλλά με βάση τον νόμο δεν μπορούσαμε να καταδικάσουμε με την έννοια της συλλογικής ευθύνης και οι εφτά. Έπρεπε να καταδικαστεί αυτός που εμπνεύστηκε και έγραψε την προκήρυξη.  Επομένως, ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας τονίζαν αυτό το πράγμα, ότι «Δεν μπορούμε να σας καταδικάσουμε και τους εφτά. Πρέπει να μας πείτε ποιος έγραψε την προκήρυξη» και εμείς επιμένουμε ότι τη γράψαμε όλοι μαζί, αλλά αυτοί θέλαν τον φυσικό αυτουργό. Και επομένως είχε επικεντρωθεί όλο το ζήτημα στο ποιος έγραψε, ποιο χεράκι κρατούσε το στιλό που έγραφε. Κι εμείς λέγαμε «Κάθε παράγραφο την έγραφε διαφορετικό άτομο! Δεν μπορούμε να θυμόμαστε ποιος έγραψε τη φράση εκείνη και ποιος την άλλη, αλλά όλοι είμαστε συνυπεύθυνοι». Οπότε με βάση το ότι δεν μπορούσε να υπάρξει συλλογική ευθύνη –γιατί ήταν χιτλερικής έμπνευσης αυτός ο νόμο, η έννοια του συλλογικής ευθύνης και το είχαμε τονίσει εμείς ακριβώς–, επομένως λόγω αμφιβολιών αθωωθήκαμε όλοι. Αν είχαμε καταδικαστεί, βέβαια, θα βρισκόμασταν όλοι στη φυλακή και θα μας έβρισκε μέσα στη φυλακή η δικτατορία, γιατί αυτή η δίκη έγινε περίπου στα μέσα του Μαρτίου. Σίγουρα θα ήμασταν καταδικασμένοι πάνω από ένα μήνα, οπότε θα βρισκόμασταν μέσα. 

Α.Α.:

Θα σταχυολογήσω μερικά πράγματα που συνέβηκαν την 21η Απριλίου, που έχουνε και τραγική και αστεία πλευρά. Το τραγικό συνήθως έχει ειπωθεί πάρα πολύ συχνά. Με την έννοια ότι ξέρουμε όλοι τις συλλήψεις, την κακοποίηση που γίνονταν στα αστυνομικά τμήματα, στο Μεταγωγών, ανθρώπων που χτυπήθηκαν και ύστερα τους στείλαν εξορία. Υπήρχαν, όμως, και απλές ανθρώπινες πλευρές, που δεν έχουν μεγάλη σημασία, αλλά δείχνουν το κλίμα, όμως, και πρέπει να τα έχουμε υπόψη. Όπως, παραδείγματος χάρη, το ότι ένας από τους συντρόφους, ο οποίος ήτανε και γραμματέας τότε, τον είχαμε στην οργάνωση, τη φοιτητική που είχαμε, όταν το πρωί της 21 Απριλίου πήγε ένας σύντροφός μας να τον ειδοποιήσει ότι υπάρχουν τανκς και στον δρόμο και τα λοιπά, δεν είχανε μάθει, όμως, ότι είχε κηρυχτεί δικτατορία. Και νομίζαν ότι γίνονται τρομοκρατικές κινήσεις της αστυνομίας με βάση την όλη συνθήκη που υπήρχε με τις διαδηλώσεις που κάναμε προηγουμένως, τις συλλήψεις… Επομένως, και οι συλλήψεις που είχαν γίνει και η ύπαρξη των αστυνομικών και των τανκς και τα λοιπά, νομίζαμε ότι είναι μία υπερβολή των καταστάσεων που είχαν δημιουργηθεί με τις διαδηλώσεις της προηγούμενης μέρας.  Και σηκώθηκε, που λες, ο σύντροφός μου αυτός να πάει στον εισαγγελέα που είχε την έδρα του –τον εισαγγελέα της κάθε ημέρας, που υπάρχει ένας έκτακτος– για να διαμαρτυρηθεί για συλλήψεις που γίνονται κατά παράβαση του νόμου χωρίς κατηγορητήρια, χωρίς νόμιμες κλήσεις και τα λοιπά.  Και όταν πήγε στον εισαγγελέα και τον δέχτηκε, του λέει «Με τα καλά σου είσαι;», του λέει, «Σήκω και φύγε γιατί κανονικά θα έπρεπε να ειδοποιήσω τον αστυνομικό απ’ έξω να σε συλλάβει κι εσένα, γιατί δικτατορία έγινε», του λέει, «δεν έχεις πάρει είδηση;». Αυτός πήγε με την αφέλεια αγνοώντας ότι έχει γίνει δικτατορία, να διαμαρτυρηθεί για καταστρατήγηση των δημοκρατικών διαδικασιών από την αστυνομία και δεν είχε πάρει είδηση ότι είχε κηρυχθεί έκτακτος νόμος, δικτατορία, απαγόρευση κομμάτων, κατάργηση οποιασδήποτε ασυλίας, με αποτέλεσμα να συλλαμβάνονται οι άνθρωποι και μόνο για το ότι υπήρχαν πληροφορίες από την αστυνομία ότι είναι αριστερών ή δημοκρατικών γενικά πεποιθήσεων. Ε, βέβαια, σίγουρα μες στην ημέρα το συνειδητοποιήσαμε όλοι. Εμένα δεν μπορέσανε να με συλλάβουν γιατί πήγανε στο σπίτι να με βρούνε – δεν ξέρω αν το είχα διηγηθεί αυτό, όχι; Το είχα διηγηθεί νομίζω, αλλά θα το πω ξανά, δεν θυμάμαι τώρα. Λοιπόν, πήγαν να με συλλάβουν, δεν με βρήκαν στο σπίτι. Πήγανε το πρωί στις 21 Απριλίου, ψάξαν όλο το σπίτι,  δεν βρήκανε… Υπήρχε κρυψώνα στο σπίτι μας, γιατί ήταν κοντά στα Κάστρα[02:00:00] ψηλά, πάνω από το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, και επειδή είναι επικλινές το έδαφος, η πάνω πλευρά του σπιτιού ήταν κάτω από την επιφάνεια του δρόμου, που υπήρχε από την πλευρά αυτήν, την πάνω πλευρά. Με αποτέλεσμα, στο σπίτι μας είχαμε δημιουργήσει ένα κενό με δεύτερο τοίχο, ούτως ώστε να μην προχωράει η υγρασία του δρόμου στο σπίτι μέσα. Είχαμε κάνει ένα δεύτερο τοίχο και υπήρχε και μια πορτούλα που μπορούσες να βγεις σε αυτό το στενό διάδρομο, που ήταν από τη μία πλευρά, κάτω από τη γη δηλαδή ήτανε. Αυτή η πορτούλα ήτανε, όμως, πίσω από την ντουλάπα. Επομένως, για να τη βρει κάποιος θα ’πρεπε να ξέρει. Ενώ έβλεπε έναν τοίχο κανονικό. Αν, όμως, τραβούσε την ντουλάπα, θα έβρισκε μια πορτούλα και από πίσω ήταν ένας διαδρομάκος μήκους περίπου 6 μέτρων και πλάτους 70 εκατοστών πάνω-κάτω και ύψους πάνω από 2 μέτρα, που ήταν κενό και ήταν ακριβώς το προστατευτικό για να μην περνάει η υγρασία του του δρόμου στο σπίτι μας, το οποίο ήταν παλιό, από κείνα τα λεγόμενα τούρκικα, με πολλά παράθυρα γύρω-γύρω και με αυλή, μια μεγάλη κληματαριά που ψήναμε και το Πάσχα βάζαμε σούβλα και ψήναμε αρνί…  Έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις από εκείνο το σπίτι, που είχε και υπόγειο που είχαμε τα ξύλα για τη σόμπα. Βέβαια, δεν είχαμε μπάνιο μες στο σπίτι. Είχαμε μία παραγκούλα, έτσι, που ήταν πλυσταριό στην αυλή και δίπλα ήταν και η τουαλέτα, στην αυλή πάλι κι εκείνη. Οπότε έπρεπε να βγεις, και για το μπάνιο κάναμε στο πλυσταριό αυτό. Αυτό το σπίτι το είχε αγοράσει η γιαγιά μου όταν ήρθε από την Δράμα, το ’57-’58 περίπου, και με τα λεφτά που είχε πουλήσει το σπίτι που είχε στην Δράμα, αγόρασε αυτό εδώ, στην Άνω Πόλη, και μέναμε μαζί με τη γιαγιά μου. Μπάνιο [Δ.Α.], είχε δύο δωμάτια, μάλλον ένα μικρό δωματιάκι που έμενε η γιαγιά μου, ένα μεγαλύτερο που έμενε η μητέρα μου και εγώ κοιμόμουνα στην κουζίνα, που υπήρχε ένας καναπές. Το πλυσταριό είχε μεγάλο καζάνι εντοιχισμένο, ένα καζάνι αρκετά μεγάλο και από το οποίο από κάτω είχε χώρο να βάζεις τα ξύλα και να ανάβεις, ούτως ώστε να ζεσταίνεις το νερό που ήτανε στο εντοιχισμένο καζάνι μέσα. Ύστερα έμπαινα μέσα στη σκάφη και παίρνοντας ζεστό νερό και από ένα κουβά το κρύο να το ανακατεύω, λουζόσουνα. Συνθήκες, εννοείται, πρωτόγονες, αλλά και πάλι ήμασταν τυχεροί που είχαμε κι αυτό εδώ, γιατί πολλά σπίτια δεν είχαν ούτε αυτή τη δυνατότητα, όπως, παραδείγματος χάρη, στο πρώτο το υπόγειο που μέναμε, που δεν υπήρχε ούτε χώρος για, ούτε για τέτοιου είδους δυνατότητα να κάνεις, να πλυθείς. Αναφέρω τώρα το σπίτι γιατί έπαιξε ρόλο. Εγώ δεν είχα κρυφτεί μες στο σπίτι, που θα μπορούσα να είχα κρυφτεί σε εκείνο τον διαδρομάκο κάτω από την επιφάνεια του δρόμου, γιατί απλούστατα είχα κοιμηθεί σε άλλο σπίτι, σε ένα σπίτι κάποιων φίλων. Όταν πήγαν, λοιπόν, το πρωί δεν με βρήκαν και ψάξανε παντού, δεν με βρήκαν. Άνοιξε ένας αστυνομικός και την ντουλάπα να δει μήπως ήμουνα εκεί που υπάρχουν τα παλτό και είναι αρκετά μεγάλο το μέγεθος του χώρου ώστε να μπορούσα να είμαι κρυμμένος εκεί. Δεν ήμουνα ούτε εκεί, εννοείται. Οπότε ο αστυνομικός έκρινε ότι θα μπορούσε να είμαι ίσως σε κάποιο από τα συρτάρια με τα εσώρουχα, με τις κάλτσες και τα λοιπά που υπήρχανε και άρχισε να τα ανοίγει. Και η μητέρα μου, που ήταν πειραχτήρι και δεν φοβόταν –παλιά ΕΑΜίτισσα, είχε περάσει πολλά για να φοβάται– του λέει «Α! Μην ψάχνεις στα πάνω συρτάρια! Τον έχω βάλει τον γιο μου στο κάτω-κάτω, εκεί που βάζω τις κιλότες!». Με αποτέλεσμα, όλοι οι άλλοι οι αστυνομικοί –ήταν πέντε-έξι, πόσοι ήτανε– να τον πάρουν στο ψιλό. «Μες στις κιλότες ψάχνεις να τον βρεις;». Αυτό, βέβαια, έγινε και ύστερα… Το γεγονός αυτό έπαιξε ρόλο και μετά από χρόνια, όταν γύρισα από την Ιταλία και ήταν να υπηρετήσω. Είχε βγει τότε, ήταν υπουργός Άμυνας ο Αβέρωφ, ο οποίος κάτω από την πίεση του κόσμου, ότι έπρεπε αυτοί που καταδιώχθηκαν από τη δικτατορία να έχουνε κάποια ευνοϊκή μεταχείριση. Ας πούμε ένας που διώχθηκε, που έκανε φυλακή τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια ή που καταδιωκόταν και ήταν κρυμμένος και έχασε χρόνια ζωής, δεν μπόρεσε αυτό και τα λοιπά, εκείνος έπρεπε να αποζημιωθεί κατά κάποιο τρόπο.  Και έτσι, ενώ η θητεία στον στρατό ήταν τότε είκοσι έξι μήνες, ο Αβέρωφ έβγαλε έναν νόμο στο οποίο όποιος είχε διωχθεί, είχε φυλακιστεί, είχε αναγκαστεί να κρύβεται για περίοδο πάνω από το ύψος της θητείας, αποζημιωνόταν με το να παρουσιαστεί στον στρατό μόνο για έξι μήνες, για να πάρει τη βασική εκπαίδευση και ύστερα του χαριζόταν οι υπόλοιποι είκοσι μήνες από τη θητεία. Εγώ, δεδομένου ότι από την πρώτη μέρα είχανε πάει να με συλλάβουν και υπήρχε εντολή της ΚΥΠ ως επικίνδυνου αναρχοκομμουνιστή –κομμουνιστή μάλλον, όχι αναρχοκουμουνιστή–, παρότι δεν είχα κανένα ποινικό αδίκημα, δεν είχα καμία κατηγορία, σας ανάφερα τις δυο-τρεις δίκες και άλλες που γίνονταν, στις οποίες σε όλες αθωωθήκαμε, δεν υπήρχε καμιά καταδίκη, παρ’ όλ’  αυτά ήμουν επικίνδυνος. Τώρα από πού βγαίνει το επικίνδυνος; Επικινδυνότητα των ιδεών μάλλον εννοούσανε, οι οποίες ποινικοποιούνταν, εννοείται. Ποινικοποιούνταν οι ιδέες. Όχι οι πράξεις. Και, επομένως, υπαγόμουν στη διαδικασία αυτή, να υπηρετήσω μόνο έξι μήνες. Όταν παρουσιάστηκα, λοιπόν, στο στρατολογικό γραφείο και μου ορίστηκε να παρουσιαστώ, θα ’πρεπε να προσκομίσω, σύμφωνα με τον νόμο του Αβέρωφ, ή το πρωτότυπο αποδεικτικό το ότι ήμουνα καταδιωκόμενος από την 21η Απριλίου και μετά, όλη τη διάρκεια της δικτατορίας, και αν δεν μπορούσα να έχω την απόφαση για σύλληψή μου και την εντολή σύλληψης, αρκούσε από το απόσπασμα που πήγαν να με συλλάβουν, να υπήρχανε δύο μάρτυρες οι οποίοι να μαρτυρούσαν ότι πήραν μέρος και είχαν την εντολή να με συλλάβουν χωρίς καμία ποινική κατηγορία.  Επομένως, έπρεπε να βρω από τους πέντε-έξι –πόσοι ήταν, πέντε ήταν μάλλον– που είχαν έρθει να με συλλάβουν στο σπίτι, να βρω δύο από αυτούς να ’ρθουν σαν μάρτυρες, να κάνουν μία κατάθεση, ένορκη κατάθεση ότι όντως πήγαμε να συλλάβουμε τον τάδε με βάση εντολή που πήραμε, τίποτα παραπάνω. Τον έναν τον βρήκα, μου λέει «Εντάξει, να σου δώσω ένορκα, αυτό έκανα, εγώ υπηρετούσα εντολές, μου είπαν να έρθω να σε συλλάβω, δεν έχω πρόβλημα να έρθω να το καταθέσω». Ο δεύτερος ήταν ένας αστυνομικός ο οποίος έμενε κοντά στο σπίτι μας. Το αστυνομικό τμήμα, εξάλλου, από το οποίο προερχόταν όλοι, και οι πέντε, ήταν εκείνο πάνω από το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης που τότε υπήρχε, τώρα δεν υπάρχει, το 8ο συγκεκριμένα λεγόταν, 8ο αστυνομικό τμήμα, και ήταν γνωστός εκεί που έμενε λίγο παραπέρα στη γειτονιά. Οπότε θεώρησα ότι θα ήταν εύκολο να τον πείσω κι αυτόν να ρθεί να καταθέσει ό,τι έγινε πραγματικά και να απαλλαγώ από τους είκοσι μήνες της πρόσθετης θητείας. Πήγα τον βρήκα και του λέω «Κοίταξε», του λέω… Α, παρεμπιπτόντως, αυτός ήτανε ο οποίος έψαχνε στο συρτάρι, να με βρει μες στο συρτάρι με τις κοιλότητες, που του είπε η μητέρα μου. Λοιπόν, ήτανε ο ίδιος, όποτε πηγαίνω και του λέω «Κοίταξε», του λέω, –αν θυμάμαι καλά, δεν θυμάμαι το όνομά του, δεν έχει σημασία– «Θα ήθελα να ρθείς να πεις αυτό το πράγμα, ένορκα να καταθέσεις ό,τι εντολή πήρες, αυτό που έγινε». «Α», λέει, «δεν έρχομαι εγώ!». «Βρε, Χριστιανέ μου», του λέω, «δεν σου ζητάμε ούτε να παρανομήσεις, τίποτα. Να πεις απλώς ό,τι σου είπανε, ό,τι εντολή πήρες και τι έκανες. Ήρθες σπίτι, δεν με βρήκες, δεν με συνέλαβες, αυτά μόνο να πεις, τίποτα άλλο», «Όχι, δεν έρχομαι με τίποτα!». Δεν μπορούσα να τον πείσω. Γυρνούσα προς το σπίτι μπαρουτιασμένος που δεν δέχτηκε και φτάνοντας μπροστά από τον φούρνο της γειτονιάς που, ο Μιχάλης όπου είχε τον φούρνο ήτανε έξω στην πόρτα εκεί, το θυμάμαι, και μου λέει «Τι έγινε; Γιατί είσαι έτσι κακοδιάθετος;». Του λέω την ιστορία, ότι πήγα να τον πω να ρθεί να καταθέσει –τον ήξερε κιόλα και ο ίδιος ότι ήταν αστυνομικός, στη γειτονιά όλοι γνωριζόμασταν–, «Δεν δέχτηκε και δεν μπορώ να βρω δεύτερο, γιατί τους άλλους δεν τους ξέρω ποιοι είναι», τους άλλους τρεις που ήταν στο απόσπασμα. «Δεν τους ξέρω!», «Α, τον βλάκα» μου λέει.  Εν τω μεταξύ, ο φούρναρης δεν ήτανε αριστερός, αλλά στη γειτονιά γνωριζόμασταν και υπήρχε το ανθρώπινο στοιχείο. Ήταν δεξιός, αλλά ήταν ανθρώπινες οι σχέσεις μας και το έβλεπε ανθρώπινα. Γιατί να μην έρθει να καταθέσει αυτό το οποίο ήταν το γεγονός, τι εντολές πήρε, τι διαταγή πήραν και τι έγινε. «Α, τον βλάκα», μου λέει, «θα σ’ τον κανονίσω εγώ!». Αύριο ήτανε, μετά από μια-δυο μέρες ήτανε Κυριακή, «Μωρέ, θα τον δω μια από αυτές τις μέρες και θα του τα ψάλλω!». Τέλος πάντων, έφυγα εγώ και όντως την Κυριακή… Πολύ συχνά παίρναμε το κυριακάτικο φαγητό, το πηγαίναμε στον φούρνο, μας το έψηνε ο φούρναρης, γιατί μετά που τελείωνε το ψήσιμο των ψωμιών, ο φούρνος ήταν ζεστός και επομένως, με ένα μικρό αντίτιμο, μας έβαζε τα ταψιά μες στον φούρνο. Εννοείται ότι το φουρνιστό, στον φούρνο, που ήταν με ξύλα τότε οι φούρνοι όλοι, ήταν με ξύλα, με πουρνάρια, έπαιρνε άλλη γεύση. Ήταν πολύ πιο νόστιμο από ό,τι να γίνει σε ηλεκτρικό ή σε αλλού είδους φούρνο στο σπίτι. Και πηγαίνανε όλοι της γειτονιάς, αλλά δεν είχαν και φούρνους και οι περισσότεροι. Το πηγαίναμε, λοιπόν, εκεί πέρα, το αφήναμε, τα φούρνιζε, κι ύστερα από μία-δύο ώρες ξέραμε ότι τότε πρέπει να πάμε, να το πάρουμε, να πάμε σπίτι για το τραπέζι. Λοιπόν, ο φούρναρης, όταν πήγε ο αστυνομικός αυτός που λέγαμε να πάρει το ταψί που είχε ή να του δώσει –δεν θυμάμαι τώρα σε ποια από τις δύο φάσεις έγινε–, ο φούρναρης του το είπε. «Ρε συ», του λέει, «που ήρθε ο Τάσος να σου ζητήσει να πας να καταθέσεις αυτό που έγινε και εσύ αρνήθηκες;». Ο άλλος του λέει[02:10:00] «Α! Άσε με! Δεν θέλω να μπλέκω εγώ με τέτοια!». «Καλά», του λέει, «δεν θες να μπλέκεις με τέτοια, αλλά στις κιλότες να ψάχνεις να τον συλλάβεις το ήξερες!». Οπότε, όπως ήταν μαζεμένοι και πολύς κόσμος που περιμένανε στον φούρνο ή να πάρουν ψωμί, να φουρνίσουν, ακούγαν όλοι αυτό και έπεσε γενικό χαχανητό με το αποτέλεσμα αυτός ο αστυνομικός, έξω φρενών να σηκωθεί να φύγει, ενώ κοροϊδεύαν όλοι για κιλότες και τα λοιπά. 

Α.Α.:

Δεν με έχουνε βρει, λοιπόν, να με συλλάβουνε και ψάχνω να βρω πού θα μείνω πια, πού θα κρυφτώ. Η πρώτη σκέψη ήτανε σε ένα συμφοιτητή μου, που δεν ήταν και πολύ ενεργός πολιτικά, οπότε δύσκολα πίστευα ότι θα πηγαίναν να τον συλλάβουν αυτόν και μπορούσαν να βρουν κι εμένα. Και πήγα τον βρήκα εκείνον –μάλιστα ήταν 21 Απριλίου ακριβώς, την ημέρα εκείνη–, τον βρίσκω και πήγαμε να βρούμε, να αγοράσουμε ψωμί, γιατί σκεφτόμασταν ότι πιθανότατα με όλη την κατάσταση αυτή… Παρόλο που ήμουν καταζητούμενος, δεν είχα την αίσθηση ότι πρέπει να κρυφτώ άμεσα, ότι μπορούσα να πάω να κάνω... Και πήγαμε σε ένα φούρνο μάλιστα που ήταν εκεί στη γωνία της Παλαιών Πατρών με την Εγνατία που υπήρχε ένας φούρνος. Και ήμασταν, και πολύς κόσμος έκαμνε ουρά για να βρει ψωμί, γιατί σκεφτόταν όλοι ότι πιθανόν –ήταν Παρασκευή κιόλα η μέρα–, ότι πιθανόν να υπήρχε πρόβλημα στο να βρεις ψωμί τις επόμενες μέρες.  Εντέλει… Πριν όμως να πάω στον Γιάννη –ναι, αυτό το–, πήγα να προλάβω –πρωί ήτανε–, να προλάβω να ειδοποιήσω ένα φίλο, με τον οποίο ήμασταν πριν και πουλούσαμε και μαζί βιβλία, τον Λάκη –ο οποίος ήταν πολύ πιο μεγάλος από μένα, εκείνος ήταν τελειόφοιτος της ιατρικής– να τον ειδοποιήσω για να κρυφτεί, να φύγει από το σπίτι του μην τον πιάσουνε. Όταν έφτασα, όμως ,στη γωνία του σπιτιού του, ήταν που έτυχα ακριβώς τη στιγμή που τον βγάζανε με χειροπέδες από το σπίτι του και, εννοείται, αν είχα φτάσει πιο πριν και πήγαινα μέσα θα με είχαν βρει κι εμένα εκεί πέρα. Εντέλει, αυτόν τον συλλάβαν και τον πήγαν εξορία. Έκανε αρκετά χρόνια στην Λέρο. Εγώ ύστερα πήγα βρήκα τον Γιάννη στο υπόγειο που έμενε, σε ένα σπιτάκι στην Σκρα, σε ένα υπόγειο διαμερισματάκι, μικρό. Τον βρήκα εκεί πέρα, πήγαμε για ψωμί και τα λοιπά και έψαχνα πού να μείνω. Εντέλει δεν έβρισκα. Σκέφτηκα ότι καλύτερα ήταν να μην έμενα στον Γιάννη, γιατί υπήρχε μια πιθανότητα να πάνε να τον βρούνε, να τον ψάξουν και να τον βρούνε, οπότε θα έβρισκαν και μένα. Και εντέλει με έκρυψε μία φίλη μου που ο πατέρας της με...  Δεν έχω αναφέρει τον δεύτερο γάμο της μητέρας μου. Η μητέρα μου είχε παντρευτεί έναν ο οποίος ήταν εξόριστος επί πολλά χρόνια, έκανε Μακρόνησο, Άη Στράτη... Λοιπόν, στις εξορίες αυτές ήταν μαζί με έναν από την Πελοπόννησο με τον οποίο κάναν και φιλία και ύστερα η κόρη αυτουνού, όταν ήταν να σπουδάσει και πέρασε στο Πολυτεχνείο στην Θεσσαλονίκη, ήρθε και γνωριστήκαμε. Και σκέφτηκα να πάω να της ζητήσω να με κρύψει εκείνη. Εδώ πάλι μπλέκονται τα τραγικά με τα αστεία της καθημερινής ανθρώπινης… Όπου το σπίτι της Τασούλας –το όνομά της–, το διαμερισματάκι, ήταν πολύ μικρό. Έμενε μαζί με μία άλλη κοπέλα και είχανε δύο δωμάτια τα οποία από την είσοδο, όπως έμπαινες στο διαμερισματάκι, φάτσα ήτανε η κουζινούλα τους, μια πολύ μικρή κουζινούλα, δίπλα ήτανε το μπάνιο, ένα πολύ μικρό μπάνιο και δεξιά-αριστερά στον διαδρομάκο της εισόδου ήταν τα δύο δωμάτια που μένανε η καθεμία από τις κοπέλες. Η Τασούλα ήταν πρόθυμη να με κρύψει, αλλά μου λέει «Έχουμε πρόβλημα», λέει, «γιατί η συγκάτοικός μου», η Στέλλα συγκεκριμένα το όνομα της, το θυμάμαι, «δεν θα πρέπει να το μάθει, γιατί πιθανώς να φοβηθεί», μια που λεγόταν συνέχεια από τα ραδιόφωνα και τα λοιπά ότι όποιος κρύβει κάποιον καταζητούμενο θα έχει φυλακίσεις, ποινές… «Οπότε», λέει, «αν το μάθει, θα δημιουργηθεί πρόβλημα, δεν θα δεχτεί ή θα πάει να το πει, δεν ξέρω τι θα κάνει. Οπότε να ρθείς να μείνεις, αλλά τώρα το μεσημέρι που δεν θα είναι σπίτι, να κρυφτείς κάτω από το κρεβάτι μου και να μην της το πούμε καθόλου. Να πρέπει να μένεις ακίνητος κάτω από το κρεβάτι ώσπου να βρεις κάποιο άλλο τρόπο, να βρεθεί κάποιος άλλος, κάπου αλλού να μείνεις».  Λοιπόν, έμεινα δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς πόσες, νομίζω ήταν τέσσερεις-πέντε νύχτες εκεί, μερόνυχτα, όπου την ημέρα ήμουνα ξαπλωμένος κάτω από το κρεβάτι της Τασούλας και μόνο το βράδυ, γιατί όταν δυο κοπέλες μένουν μαζί, εννοείται ότι έχουνε ανοιχτές τις πόρτες όλη την ημέρα, δεν έχουν να κλείνονται η καθεμία, τότε εκείνη την εποχή δεν υπήρχε αυτό, η ατομιστική, τέλος πάντων, συνήθεια ζωής που υπάρχει τώρα, ήταν πολύ πιο ανοιχτοί ο ένας ο άνθρωπος με τον άλλον. Και οι κοπέλες αυτές είχαν και οι δύο, τη ζωή τους την είχαν ανοιχτή η μία στην άλλη. Επομένως όλη τη διάρκεια της ημέρας, εγώ βρισκόμουν όλες αυτές τις τέσσερεις-πέντε μέρες, βρισκόμουνα σε πλήρη ακινησία! Έπρεπε να είμαι κάτω από το κρεβάτι της Τασούλας και να μπαινοβγαίνουν οι κοπέλες να κάνουν τις δουλειές τους, το ένα, το άλλο κι εγώ να είμαι ακίνητος και ούτε η αναπνοή μου να μην ακούγεται, αν ήταν δυνατόν! Η Τασούλα φρόντιζε, όσο γινόταν, αντί να έρχεται η Στέλλα στο δωμάτιό της, να πηγαίνει εκείνη στο δωμάτιο της Στέλλας, ούτως ώστε να μην υπάρχει περίπτωση να αποκαλυφθώ με κάνα φτάρνισμα, κάνα βήχα ή με κάποιο τρόπο. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ και, όντως, μετά από αυτές τις ημέρες πάνω-κάτω που έμεινα εκεί…Εν τω μεταξύ, την ημέρα έβγαινα μερικές φορές, βγήκα για να βρω πού θα… Το επόμενο ήταν –με έκρυψε για μερικές νύχτες πάλι, για κάνα δυο-τρεις–, ένας που είχαμε δουλέψει μαζί. Εγώ δούλευα σαν ταξιθέτης στο σινεμά «Διονύσια» και αυτός ήτανε υπεύθυνος του ταμείου και τα λοιπά εκεί πέρα. Ο άνθρωπος δεν ήταν αριστερός. Το τονίζω γιατί έχει σημασία το ότι υπήρχε μια αλληλεγγύη ακόμη και από ανθρώπους και δεξιούς. Αυτός ήταν δεξιός και ο όποιος έμενε μάλιστα στην Τσιμισκή και για αυτό και δεν μπορούσα να μείνω πολύ καιρό, έμεινα μια-δυο νύχτες –δεν θυμάμαι τώρα, νομίζω δύο ήτανε– στο σπίτι του, παρόλο που ήταν πρόθυμος να με κρύψει παραπάνω. Αυτός ήταν δεξιός, αλλά σου λέει αφού τον κυνηγάει η αστυνομία, ενώ με ήξερε ότι ήμουνα ένας φοιτητής χωρίς κάτι ποινικό σε βάρος μου, δεν μπορούσα να… Πρόθυμος να με κρύψει, αλλά δεν γινόταν γιατί ήταν σε πολύ επικίνδυνο σημείο το σπίτι στην Τσιμισκή, που δεν θα μπορούσα να βγαίνω και να ξαναεπιστρέφω, που εγώ ήθελα να έχω τη δυνατότητα να πάω να βρω συντρόφους μου άλλους και να δούμε τι θα κάνουμε και τα λοιπά.  Οπότε έμεινα μία-δύο μέρες και εκεί αναγκαστικά και ύστερα, μέσω της κοπέλας που είχα εκείνο το διάστημα, πριν από τη δικτατορία, η οποία είχε μια φίλη που είχε παντρευτεί. Αλλά τώρα μιλάμε εγώ ήμουνα 20 χρονών, η κοπέλα μου ήταν 17, δεν έχει τελειώσει ακόμη το Γυμνάσιο, –Λύκειο τέλος πάντων, την εποχή Γυμνάσιο ήτανε– και μια συμμαθήτριά της είχε παντρευτεί ήδη. Αυτή η συμμαθήτριά της –ήταν φίλες στενές– έπεισε τον άντρα της –που ήτανε νέος σχετικά, ήτανε ούτε τριαντάρης, είχε ένα βιβλιοπωλείο αυτός στην Εγνατία–, τον έπεισε να με κρύψουν και όντως μετακόμισα από την Τσιμισκή στην Εγνατία, αλλά σε ένα στενό πίσω από την Εγνατία, στην Παπαγεωργίου. Εκεί υπήρξε άλλο πρόβλημα. Ο άντρας της κοπελίτσας αυτής, της κολλητής της δικιάς μου της κοπέλας με την οποία είχα επαφή, είχα δυνατότητα επαφής, ζήλευε ο καημένος και επομένως το να είναι ένας εικοσάχρονος όλη την ημέρα με τη γυναίκα του, τον έβαζε σε μεγάλο πρόβλημα, με αποτέλεσμα να έρχεται, να παρατάει τη δουλειά του κάθε τόσο, να έρχεται να βλέπει ποια είναι η κατάσταση. Εγώ επειδή το κατάλαβα αυτό, κοίταζα να είμαι, όσο γίνεται να βρίσκει ότι δεν υπήρχε θέμα, αλλά δημιουργούνταν μια κατάσταση προβληματική μεταξύ των δύο, του ζευγαριού, και επομένως κι εκεί δεν θα μπορούσα να μείνω για πολύ καιρό, και όπως και δεν έμεινα πολύ καιρό.  Εν τω μεταξύ, βγαίνοντας κάθε μέρα και προσπαθώντας να βρούμε επαφή με τους άλλους συντρόφους που δεν είχαν συλληφθεί και ήρθαμε σε επαφή με αρκετά άτομα και βρήκαμε και άρχισε πια να γίνεται, δηλαδή, να κρυβόμαστε βρίσκοντας σπίτια τα οποία θα ήτανε ασφαλή, από την άποψη ότι δεν θα εξαρτώμασταν από άλλα άτομα. Ένα σπίτι τέτοιο που μείναμε αρκετό καιρό, σχεδόν ένα μήνα, τον πρώτο μήνα της δικτατορίας –και εκεί κάναμε και το Πάσχα–, ήταν πάνω στις Σαράντες Εκκλησιές, που ήταν ενός γνωστού από τους συντρόφους μου, ο οποίος είχε φύγει στο εξωτερικό για δουλειές και είχε μείνει το σπίτι άδειο. Το οποίο, βέβαια, έπρεπε να φαίνεται σαν ακατοίκητο, ενώ ήταν κατοικήσιμο, αλλά ήξεραν όλοι στην πολυκατοικιούλα που ήταν αυτό το σπίτι ότι ο ιδιοκτήτης του είχε φύγει στο εξωτερικό. Επομένως, έπρεπε να μη δίνουμε αίσθηση ότι ζούμε εκεί μέσα, να φροντίζουμε να μη μας πάρουν είδηση οι υπόλοιποι. Εκεί μείναμε σχεδόν ένα μήνα με κλεισμένα τα παράθυρα, με κουβέρτες από τη μέσα πλευρά και παντζούρια ,ούτως ώστε το φως να μην περνάει προς τα έξω και φανεί ότι κατοικείται.  Με κουβέρτες στο πάτωμα, ούτως ώστε να μην υπάρχει περίπτωση το πάτωμα, το τρίξιμο των σανιδιών, να προδώσει την παρουσία μας. Με κουβέρτα πίσω από την πόρτα να μην μπει από τις χαραμάδες, να μην υπάρχει περίπτωση να φανεί φως στον διάδρομο. Με χρήση του νερού στην τουαλέτα σταγόνα-σταγόνα να μην ακούγεται ότι τρέχει νερό. Αν ήταν να μαγειρέψουμε κάτι, με πλάγια την κατσαρόλα ούτως ώστε να μην ακουστεί ο θόρυβος του τρεχούμενου νερού. Μιλάμε για συνθήκες απόλυτης σιωπής για να μην αντιληφθούν, γιατί το σπίτι ήτανε στον διάδρομο επάνω, περνούσε κόσμος[02:20:00], ανέβαινε κατέβαινε, εμείς ήμασταν στο ισόγειο, σε υπερυψωμένο λίγο ισόγειο, και επομένως περνούσαν όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικιούλας. Δεν ήταν μεγάλη πολυκατοικία, είχε έξι-εφτά διαμερίσματα, αν θυμάμαι καλά. Έπρεπε να αγνοείται η ύπαρξή μας. Εκεί μέναμε τρεις. Ήμασταν ο Βασίλης και ο Άκης, της Αρχιτεκτονικής ο ένας, των Πολιτικών Επιστημών ο άλλος, φοιτητές και οι τρεις. Ο Βασίλης ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος, ο Άκης στην ίδια ηλικία μαζί μου, εικοσάρηδες δηλαδή ήμασταν εμείς, 20 στα 21.  Εκεί ερχόταν μία κοπέλα κάθε τόσο, είχαμε αρχίσει να δημιουργούμε μια οργάνωση. Ερχόταν κάθε τόσο, για να μη βγαίνουμε εμείς και πηγαίνουμε να ψωνίζουμε και τα λοιπά και δίνουμε στόχο, ερχόταν και μας έφερνε τρόφιμα. Αλλά, βέβαια, δεν ήταν και πολύ συστηματικό αυτό και πολύ καλά οργανωμένο, με αποτέλεσμα το Πάσχα εμείς να το περάσουμε εκεί πέρα μαγειρεύοντας μακαρόνια. Αλλά η διαφορά ήταν ότι δεν ξέραμε να μαγειρεύουμε και η μόνη πληροφορία που είχαμε ήταν ότι βάζεις τα μακαρόνια σε μια κατσαρόλα με νερό και τα αφήνεις να βράσουν, αλλά ούτε ότι πρέπει πρώτα να βράσει το νερό, ούτε ότι πρέπει να βάλεις πρώτα το αλάτι και τα λοιπά, δεν είχαμε ιδέα. Εμείς βάλαμε το νερό και, όπως ήταν κρύο, ρίξαμε και τα μακαρόνια μέσα και ύστερα πήγαμε καθίσαμε περιμένοντας να βράσουν. Το αποτέλεσμα είναι ότι, όταν πήγαμε να δούμε τι γίνεται, είχε τελειώσει το νερό, είχε ρουφήξει, τα μακαρόνια είχαν ρουφήξει το νερό και είχε δημιουργηθεί ένας πολτός μέσα στην κατσαρόλα, που, όπως το αναποδογυρίσαμε στο τραπέζι, έμοιαζε σαν τούρτα. Δεν είχαμε βάλει αλάτι και, όταν πήγαμε να δοκιμάσουμε, ήταν ανάλατο, απαίσιο! Πια δεν μπορούσαμε, τι να το κάνουμε, δεν ξέραμε τι να το κάνουμε και πήραμε ζάχαρη και το πασπαλίσαμε με ζάχαρη, το κόψαμε φέτες, όπως μία τούρτα, βάλαμε πάνω ζάχαρη και το φάγαμε σαν μακαρόνια γλυκό. Αυτό ήταν το Πάσχα μας, έτσι το γιορτάσαμε. Τώρα πιθανόν να υπήρξανε… Ένα άλλο έτσι ήταν ότι ο Βασίλης διάβαζε ένα μυθιστόρημα του Αζίζ Νεσίν, το «Ο καφές και η δημοκρατία», ένα πολύ ωραίο βιβλίο που κυκλοφορεί ακόμη και τώρα και είναι πολύ ωραίο να το διαβάσεις κάνεις, έχει πολύ ωραία διηγήματα μέσα. Επειδή ήταν με πολύ χιουμοριστικό στιλ γραμμένο το βιβλίο, ο Βασίλης που κάπνιζε κιόλα πάρα πολύ, τον έπιανε και τσιγαρόβηχας. Οπότε έπρεπε να φροντίσουμε, μόλις βλέπαμε σημάδι ότι πάει να βήξει, να τον κουκουλώσουμε με μαξιλάρια, με οτιδήποτε, κουβέρτες και τα λοιπά, για να μην ακουστεί το βήξιμό του και μας προδώσει την ύπαρξη στους ενοίκους της πολυκατοικίας. Αυτά είναι τα αστεία της πλευράς που λέμε, αλλά υπήρχαν και τα σοβαρά, ότι ψάχναμε να βρούμε τρόπο τι να κάνουμε τώρα. Εντάξει, κρυβόμαστε, τι θα κάνουμε; Θα καθόμαστε έτσι απλώς θα κρυβόμαστε; Αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τη δυνατότητα δράσης που θα είχαμε και τι θα μπορούσαμε… Έπρεπε να πληροφορηθούμε αν υπάρχουν και άλλοι, πώς, πού κρύβονται, να έχουμε επαφή μαζί τους. Και αρχίσαμε να βγαίνουμε λίγο-λίγο και να προσπαθούμε να συνδεθούμε όσο γίνεται με παραπάνω άλλους συντρόφους μας, που είχαν διαφύγει της σύλληψης και κρυβόντουσαν κι αυτοί. Και αρχίζουν να δημιουργούνται οι πρώτες έτσι επαφές για να κάνουμε μια οργάνωση πολιτική, αντιδικτατορική. Εδώ δεν θα πω πάρα πολλά.  Εκείνο που θα  αναφέρω το ότι, μετά από ένα διάστημα, που στην Θεσσαλονίκη δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω άνετα, γιατί λίγο-πολύ με ξέραν αρκετοί από το Σπουδαστικό της Ασφάλειας και επομένως θα μπορούσα να συλληφθώ οποιαδήποτε στιγμή, αν κυκλοφορούσα. Αφού προσπαθήσαμε να κάνουμε μια αρχή και άρχισε να στήνεται, να υπάρχουν άτομα δηλαδή και να προγραμματίζουμε, να τυπώσουμε προκηρύξεις εναντίον της δικτατορίας, αρχίσαμε να βγάζουμε και κείμενα, να τυπώνουμε κείμενα, βρήκαμε μια γραφομηχανή και βγάζαμε κείμενα που τα μοιράζαμε μέσα από γνωστούς, από άτομα, να πάνε σε πολλά χέρια ώστε να υπάρξει μία επίδραση στον κόσμο.

Α.Α.:

Ύστερα από λίγο καιρό όμως, επειδή οι συνθήκες ήταν δύσκολες, όπως είπα, στην Θεσσαλονίκη, αποφάσισα να κατέβω και στην Αθήνα που ήμουν άγνωστος. Τότε δεν υπήρχε η δυνατότητα από την αστυνομία, όπως έχει τώρα ενημέρωση και τα λοιπά, να βρει και να δώσει στοιχεία, ώστε να μπορούν να σε βρούνε και από άλλες πόλεις. Και κατέβηκα στην Αθήνα.  Δεν θυμάμαι ακριβώς, το ’68 κατέβηκα στην Αθήνα όπου δεν ήμουνα γνωστός και εκεί πάλι συνδέθηκα με –ήδη είχαμε συνδεθεί από πριν–, με συντρόφους της Αθήνας. Εγώ κατέβαινα επανειλημμένα, είχα κατέβει και πιο πριν στην Αθήνα, για να έχουμε την επαφή, να συζητήσουμε σχετικά με την οργάνωση που θέλαμε να συζητήσουμε. Βρήκαμε ένα, είχαμε… Σύντροφοι στην Αθήνα είχαν θάψει ένα –πριν από τη δικτατορία που, όπως είπα, ήμασταν βέβαιοι ότι θα γινόταν– ένα τυπογραφείο ολόκληρο και πηγαίναμε τις νύχτες και το μεταφέραμε κομμάτι-κομμάτι από εκεί που ήταν θαμμένο, που ήτανε προς το Τατόι. Και  ύστερα από, αλλά… Λοιπόν, αλλά αυτό συνεχίζει ας πούμε… Τώρα δεν έχει νόημα, δεν ξέρω, δεν μπορώ να μιλήσω για τα θέματα τα πολιτικά, δεν θέλω. Οπότε θα τα υπερπηδήσω. Με στεναχωρούν κιόλα ορισμένα πράγματα. Είναι και… Δεν μπορεί να πω τα γεγονότα χωρίς να αναφέρω τις πολιτικές απόψεις που υπήρχαν μεταξύ μας και για ποιο λόγο μια κίνηση ή μια πράξη τι είχε σχέση με πολιτική θέση, που θα έπρεπε να μακρηγορήσω πάνω στα πολιτικά και δεν θέλω. Θα αναφέρω τώρα μόνο γεγονότα που να έχουνε μια ανθρώπινη πλευρά, ας πούμε. Θα έχει σχέση με το ότι ένα διάστημα… Μπα, πάλι μπαίνουμε στα ζητήματα τα πολιτικά, γιατί είναι... Μπορώ να πω ότι αυτή η περίοδος είναι μία περίοδος που μένει στο σκοτάδι. Γιατί δεν έχει πολιτικό, πολιτικό έχει υπόβαθρο, δεν έχει προσωπικό τόσο. Εξαφανίζεται το άτομο πια. Είναι το πολιτικό που κυριαρχεί.  Ναι. Λοιπόν, έμπαινε ένα θέμα πια, ότι μετά από δύο χρόνια που υπήρχε η δικτατορία ότι τι θα γινόταν η ζωή μας. Ήμουνα πια 21 χρονών, το να είμαι συνέχεια, να ζω παράνομα για πολιτικούς λόγους χωρίς να έχω και καμία, ούτε κατηγορία ούτε για ποινικό αδίκημα τίποτα. Όχι μόνο δεν είχα καταδικαστεί, δεν υπήρχε και κατηγορία. Δεν υπήρξε καμία δίκη εις βάρος μου μετά τη δικτατορία για οποιοδήποτε γεγονός που να είμαι υπόλογος. Οπότε έμπαινε ένα θέμα, η ζωή μου ποια θα είναι. Και η μητέρα μου ειδικά μου έβαλε το θέμα ότι «Αφού δεν γίνεται εδώ πέρα να συνεχίσεις να σπουδάζεις, να φύγεις έξω, στο εξωτερικό». Η προοπτική ήτανε για την Ιταλία. Η κοπέλα που είχα πριν από τη δικτατορία είχε φύγει, εν τω μεταξύ, και σπούδαζε ήδη στην Ιταλία. Και αυτή μέσω από γνωριμία με Ιταλούς, οι οποίοι είχαν μεγάλη, δείχναν μεγάλη διάθεση αλληλεγγύης και βοήθειας για τους Έλληνες που καταδιώκονταν από τη χούντα, βρήκε μία άκρη και γνώρισε έναν τρόπο ώστε να μπορέσω να έχω ένα διαβατήριο μέσω ενός πλαστογράφου. Και έστειλε μία φίλη της Ιταλίδα και ήρθε στην Αθήνα, που ήμουν εγώ, ήρθε να μου να μου δώσει τα στοιχεία όλα, πώς θα μπορούσα να βγάλω διαβατήριο και να φύγω –πλαστό–, και να φύγω για την Ιταλία. Και έτσι έγινε. Θυμάμαι ότι ο πλαστογράφος αυτός ήτανε στην Μαυρομιχάλη, εκεί κοντά στα Εξάρχεια. Και πήγα τον γνώρισα και τα λοιπά και μπήκε μπρος να μαζέψει να βρει τα υλικά που του χρειαζόταν για να κάνει το διαβατήριο το πλαστό. Κάποια στιγμή, λοιπόν, με ειδοποίησε ότι ήταν έτοιμο.  Και όντως ήταν καλοφτιαγμένο, με την έννοια ότι ήταν σε άλλο όνομα, είχε βάλει μία φωτογραφία δικιά μου που ήμουνα καμουφλαρισμένος με τρόπου να μην αναγνωρίζουμε δηλαδή. ενώ πριν είχα μουστάκια, γένια και τα λοιπά, ήμουνα  καλοχτενισμένος, ξυρισμένος με γυαλιά, σαν ευυπόληπτος υπάλληλος όπως με παρουσίαζε, ότι είχα υπηρετήσει και στον στρατό, επομένως και πιο μεγάλος, έδειχνα πιο μεγάλος στη φωτογραφία αυτή. Το διαβατήριο ήταν συναρμολογημένο από διάφορα διαβατήρια, ούτως ώστε οι σελίδες του να έχουν όλα τα στοιχεία που θα ήτανε εναρμονισμένα με το άτομο που, όπως με παρουσίαζε εκεί σαν υπάλληλο, που είναι 25-26 χρονών –πόσο με έβγαζε–, ότι είχα υπηρετήσει στρατό, ότι δούλευα και τα λοιπά και να μην έχει κανένα πρόβλημα μέσα στις σελίδες του που να δείχνουν ότι υπάρχει κάποιο… Αλλά παρότι όλα ήταν [Δ.Α ] σε μία σελίδα πολύ προχωρημένη –μετά τη δέκατη τρίτη, δωδέκατη, κάπου εκεί– υπήρχε μια σελίδα, γιατί ήταν αριθμημένες οι σελίδες και δεν είχε καταφέρει να βρει μια σελίδα με εκείνον τον αριθμό που να είναι ολοκάθαρη. Εκείνη είχε μία σφραγίδα η οποία ήταν, είχε προσπαθήσει να τη σβήσει, αλλά δεν το είχε καταφέρει εντελώς και φαινόταν ότι ήταν σφραγισμένη σελίδα, αλλά πλαστογραφημένη γιατί είχε σβηστεί. Αλλά μου λέει ο πλαστογράφος «Κοίταξε», μου λέει, «αποκλείεται να φτάσουν να ελέγξουν όλο το διαβατήριο!.Θα ελέγξουν τις πρώτες σελίδες, θα ελέγξουν το όνομα, τα στοιχεία τα στρατολογικά. Αυτά είναι εντάξει όλα. Ύστερα[02:30:00] θα κοιτάξουνε τις επόμενες σελίδες για να βάλουν μια σφραγίδα της εξόδου», γιατί είναι, το διαβατήριο φαινόταν ότι θα είναι πρώτη φορά χρησιμοποιούμενο, οπότε θα πρέπει να βρούμε μια σελίδα λευκή για να σφραγίσουν την έξοδο.  Μου λέει «Θα κοιτάξουν την πρώτη σελίδα, τη δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, αποκλείεται να πάνε παραπέρα», λέει. «Θα βάλουν τη σφραγίδα, θα φύγεις. Δεν υπάρχει περίπτωση να ψάξουν όλο το διαβατήριο για να βρούνε εκείνη τη σελίδα που έχει αυτό το ελάττωμα. Η πιθανότητα είναι πολύ μικρή, ένα μικρό ρίσκο θα το πάρεις, ναι, αλλά είναι πολύ μικρό» μου λέει. Το δέχτηκα εγώ και αναγκαστικά. Δεν είχα κι άλλη επιλογή, δεν μπορούσα να έχω άλλη επιλογή, να βρω κάτι το τέλειο, με απόλυτη σιγουριά. Μάλιστα με συμβούλεψε να φύγω μέσω Πάτρας με καράβι, γιατί οι έλεγχοι γίνονται πολύ πιο ελαστικοί, ιδίως αν φύγω στο τέλος του καλοκαιριού που, όταν έρχονται οι Ιταλοί τουρίστες, επιστρέφουν. Τότε οι περισσότεροι, δεν υπήρχαν τόσο τα αεροπορικά ταξίδια, τότε γινότανε, οι Ιταλοί τουρίστες ερχότανε με καράβια από την Ιταλία. Οπότε μου λέει «Αν φύγεις από κει, όταν θα φεύγουν και θα γυρνάνε οι Ιταλοί τουρίστες, μέσα σε όλο αυτό τον κόσμο και τα λοιπά, οι έλεγχοι είναι πιο ελαστικοί και δεν θα έχεις πρόβλημα». Και με βάση και τις συμβουλές αυτές, όντως στο τέλος Αυγούστου, αρχές Σεπτέμβρη – δεν θυμάμαι τώρα αν ήτανε, 29 Αυγούστου ήτανε, [Δ.Α.] στο μυαλό μου, αλλά μπορεί να μην ήταν και 29, μπορεί να ήταν κάτι άλλο, τέλος πάντων, το θέμα είναι εκεί πάνω-κάτω.  Πήγα να πάρω το καράβι από την Πάτρα. Η μητέρα μου είχε κατέβει στην Αθήνα να με αποχαιρετήσει και βρεθήκαμε σε ένα ξενοδοχείο που έμεινε εκεί κοντά στον Σταθμό Λαρίσης. Ύστερα έφυγα για Πάτρα, πήγα στην Πάτρα όπου… Ένα παράξενο, δεν θυμάμαι καθόλου το πώς πήγα στην Πάτρα, δεν έχω καμιά μνήμη. Από το ξενοδοχείο που είδα τη μητέρα μου και μετά υπάρχει ένα κενό, δεν θυμάμαι τίποτα. Θυμάμαι που αποχαιρετηθήκαμε, θυμάμαι το ξενοδοχείο με λεπτομέρεια και δεν θυμάμαι τίποτα από κει και πέρα. Θυμάμαι μόνο ότι βρέθηκα στην Πάτρα. Ούτε με ποιο τρόπο πήγα –με τρένο, με λεωφορείο–, δεν θυμάμαι τίποτα. Τέλος πάντων. Πιθανότατα η ένταση της σκέψης ότι όλη αυτή η διαδικασία τού να φύγεις με πλαστό διαβατήριο και τα λοιπά, η συγκίνηση με τον αποχαιρετισμό της μάνας μου, πιθανόν αυτά όλα να εξαφανίσαν το ενδιάμεσο, αυτό το πρακτικό σκέλος του πώς πήγα στην Πάτρα. Και θυμάμαι μόνο που βρίσκομαι στην Πάτρα, έξω από το λιμάνι. Θυμάμαι ένα κτήριο με ώχρα έτσι κάπως, αλλά όχι έντονο κίτρινο, βαμμένο. Μία είσοδο που υπήρχε ένας ή δύο αστυνομικοί από έξω, νομίζω δύο ήτανε. Μέσα έμπαινες κι ύστερα είχε ένα διάδρομο μακρύ, που στο μέσο περίπου του διαδρόμου… Μακρύ τον θυμάμαι, αλλά μπορεί να μην ήταν και τόσο μακρύς. Μπορεί η μνήμη να τον κάνει πιο μακρύ, με την έννοια ότι ήξερα ότι το τέλος του διαδρόμου αυτού, στο μέσο του διαδρόμου, ήταν ο αστυνομικός που έλεγχε τα διαβατήρια, σε ένα γκισέ μέσα. Εσύ ήσουν στον διάδρομο, αυτός ήταν σε ένα δωμάτιο που είχε ένα γκισέ προς τον διάδρομο που ήσουν εσύ. Έλεγχε το διαβατήριο και ύστερα ήταν μία έξοδος –ευθύς ο διάδρομος– που ήξερα ότι από εκεί και πέρα, αν έχω περάσει την έξοδο, σημαίνει ότι μπορώ να επιβιβαστώ στο καράβι και πια έχω ξεφύγει! Επομένως, μπορεί η αίσθηση αυτή, το ότι εκείνος ο διάδρομος είναι προς την ελευθερία, να τον έκανε να μακρύνει πολύ και να μην ήταν τόσο μακρύς. Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι ότι φτάνω στο κτήριο, βρίσκω τον εαυτό μου στη μνήμη μου έξω από το κτήριο που ρωτάω «Πού γίνεται ο έλεγχος». Μου λένε «Εδώ. Πέρνα». Μάλλον μου είχαν πει, ναι, το θυμάμαι, «Περίμενε λίγο, είναι άλλος μέσα». Ύστερα από λίγο μου λένε «Πέρνα», μπαίνω μέσα, φτάνω στον γκισέ αυτό, δίνω το διαβατήριο στον αστυνομικό, ο οποίος κάθεται σε ένα τραπεζάκι πιο χαμηλά από μένα. Όπως ήμουν στον διάδρομο, δηλαδή, ήμουν ψηλότερα από αυτόν, γιατί θυμάμαι ότι σκύβω λίγο έτσι για να μπορώ να τον κοιτάω από τον γκισέ. Παίρνει το διαβατήριο και αρχίζει να το ανοίγει. Κοιτάει τη φωτογραφία, με κοιτάει εμένα. Είμαι ήρεμος, δεν θυμάμαι να έχω καμία αγωνία, εντελώς ήρεμος, γιατί αυτό, και σε άλλες περιπτώσεις, όπως το αεροπλάνο την πρώτη φορά που ανέβηκα, ο φόβος της πρώτης φοράς ισχύει για μένα ως τη στιγμή που θα ανέβεις, θα μπεις στο αεροπλάνο.  Από τη στιγμή που μπήκες και σηκώθηκε, τι να φοβηθείς πια; Είναι δεδομένο ότι, αν είναι να πέσει, έπεσε, πάει, τέλειωσε. Δεν υπάρχει θέμα να φοβηθείς πια. Αν είναι να φοβηθείς, θα έπρεπε να το κάνεις πριν και να μην ανεβείς. Αν αποφασίσεις να ανεβείς, δεν υπάρχει πια φόβος από εκεί και πέρα. Είναι δεδομένο ότι ό,τι είναι να γίνει, έγινε, αποφασίστηκε. Και εκείνο ήταν το ίδιο αίσθημα που είχα όταν έδωσα το διαβατήριο, λέω «Ό,τι να γίνει, έγινε». Τώρα, από κει και πέρα, δεν εξαρτάται από μένα. Επομένως δεν έχω να φοβηθώ τίποτα, ούτε να ανησυχήσω. Τον βλέπω ότι κοιτάει τα στρατολογικά στοιχεία. Σηκώνει το κεφάλι κάποια στιγμή, με κοιτάει, «Α, υπάλληλος;» λέει, κάτι τέτοιο μου είχε πει. Είδε εκεί τα στοιχεία μου. Εγώ ούτε καν του απάντησα, θυμάμαι ότι κάτι μπορεί να είπα «Ε, ναι», έτσι κάτι τέτοιο. Και προχωράει, τελειώνουν αυτές οι πρώτες τρεις-τέσσερεις σελίδες που υπάρχει, να ελέγξει και είναι οι λευκές σελίδες, που περιμένω πια να βάλει τη σφραγίδα της εξόδου, αν κρίνει ότι δεν έχει να ελέγξει τίποτα άλλο. Και περιμένω να δω πότε θα βάλει τη σφραγίδα. Αυτός είχε το συνήθειο, μάλιστα, όπως άνοιγε το διαβατήριο να το περνάει με το χέρι του, ώστε να ανοίξουν καλά οι σελίδες και κάθε φορά που έκανε την κίνηση να γυρνάει σελίδα το έκανε πάλι αυτή την κίνηση. Γυρνάει την πρώτη που ήταν λευκή, γυρνάει τη δεύτερη. «Ε», λέω, «τώρα στην τρίτη, τέταρτη, πέμπτη θα βάλει τη σφραγίδα να τελειώνουμε. Γυρνάει τέταρτη, πέμπτη, αλλά συνεχίζει! Όταν έφτασε δυο σελίδες πριν, δυο φύλλα πριν από τη σελίδα που ήταν η σφραγίδα η κακοσβησμένη, λέω «Εδώ δεν πάμε καλά. Μάλλον αυτός είχε σκοπό να το κάνει όλο το διαβατήριο, να το ελέγξει, οπότε σε αυτή την περίπτωση έχει τελειώσει η ιστορία. Θα ειδοποιήσει τους φρουρούς από έξω, θα με συλλάβουν κι αυτά».  Και είχα το πακέτο με τα «Ελλάς σπέσιαλ», τα τσιγάρα που καπνίζαμε τότε, που κάπνιζα και που μου άρεζαν πολύ – έχει γράψει κι ένα τραγούδι ο Ξυδάκης για τα τσιγάρα αυτά. Αποφασίζω να καπνίσω ένα τσιγάρο, λέω «Θα είναι το τελευταίο τσιγάρο το ελεύθερο που καπνίζω. Ας ανάψω τώρα πριν να φτάσει εκεί πέρα στη σελίδα την επικίνδυνη». Και το ανάβω το τσιγάρο, αυτός προχωράει ακόμη μια σελίδα, είναι στην προηγούμενη από την επίμαχη, την κάνει και την ελέγχει κι εκείνη και φτάνει, ανοίγει τη σελίδα που είναι πια ολοκάθαρα το πρόβλημα. Εννοείται το βλέπει, εγώ τον βλέπω ότι το βλέπει. Τον βλέπω όπως καπνίζω, τον κοιτάω ότι το μάτι του κοιτάει τη σελίδα, τη μισοσβησμένη σφραγίδα. Το έχω μπροστά μου, σηκώνει τα μάτια, με κοιτάει. «Θα πας έξω» μου λέει. «Ε; Θα πας έξω…», κάτι τέτοιο λέει, «Θα πας για έξω… Άντε, καλά». Και σφραγίζει ακριβώς επάνω στη σφραγίδα τη μισοσβησμένη ,ούτως ώστε να μη φαίνεται ότι έχει πλαστογραφηθεί το διαβατήριο! Λοιπόν, δεν θυμάμαι να έχω ψελλίσει τίποτα! Θυμάμαι ότι έχω κάνει μια κίνηση κάπως έτσι καταφατική, χωρίς να πω όμως, δεν θυμάμαι να έχω πει κάτι, λέξη ολοκληρωμένη, αν μου έχει βγει… Καταρχήν, δεν αισθανόμουν ότι όντως με έχει, το έβλεπα ότι έγινε, αλλά δεν το ένιωθα ότι όντως έχει καλύψει το πρόβλημα και επομένως μπορώ να είμαι ήσυχος, ότι μπορώ να φύγω ελεύθερος για Ιταλία.  Θυμάμαι το πρόσωπό του, ήτανε μελαχρινός με μουστάκι, σχετικά αδύνατος. Τώρα για μένα μου φαινόταν μεγάλος, αλλά πρέπει να ήταν κάτω από 40, ήταν σίγουρα, πρέπει να ήταν πολύ πιο κάτω από 40, αλλά μου φαινόταν μεγάλος. Πάνω από τα 30 σου φαίνεται, όταν είσαι 20, σου φαίνεται πολύ μεγάλος. Με αδύνατο πρόσωπο. Μπορεί να είναι και μνήμη ατελής, δεν ξέρω. Πάντως, από κει και πέρα ως την έξοδο, που έλεγα πριν, δεν θυμάμαι πώς βγήκα. Έχω τη μνήμη πώς είμαι μες στο πλοίο. Πάλι υπάρχει ένα κενό, όπως το προηγούμενο από την Αθήνα ως την Πάτρα που δεν θυμάμαι τίποτα, το ίδιο δεν θυμάμαι από την έξοδο, ούτε πώς βγήκα –δεν έχω καλή μνήμη– ούτε πώς ανέβηκα στο καράβι. Ήταν σκάλα, νομίζω ότι ήταν σκάλα, αλλά μπορεί όμως να γελιέμαι, να είναι από φωτογραφίες που έχω δει. Δεν ήταν μπουκαπόρτα και τα λοιπά, αυτά που υπάρχουν τώρα στα καράβια. Πρέπει να ’ταν σκάλα, αλλά δεν τη θυμάμαι εγώ πώς ανέβηκα. Θυμάμαι ότι είμαι πάνω στο καράβι και έχω ένα ερώτημα, αν τυχόν υπάρχει κι άλλη πιθανότητα ελέγχου. Αυτό δεν το είχα σκεφτεί ως τότε, εκεί το σκέφτομαι μήπως και υπάρχει κι άλλη πιθανότητα ελέγχου. Γιατί το καράβι θα έπιανε, από την Πάτρα θα πήγαινε Κέρκυρα, Ηγουμενίτσα-Κέρκυρα, και ύστερα θα έφευγε για Ιταλία. Επομένως, σκεφτόμουν πως, επειδή ακόμη είμαστε στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας, μήπως τυχόν κάνουν κι άλλο έλεγχο, βγαίνοντας από τα χωρικά ύδατα. Και αυτό το θυμάμαι έντονα, γιατί το κρατούσα σε όλη τη διαδρομή από Πάτρα ως Κέρκυρα, και μετά τον απόπλου από Κέρκυρα, το είχα ακόμη το ερώτημα. Πήγα και ρώτησα έναν αξιωματικό του καραβιού, με κάποια πρόφαση, αν γινόταν κι άλλος έλεγχος. Και μου λέει «Όχι, τι έλεγχος. Τελωνεία; Πάει τέλειωσε. Ό,τι έγινε, έγινε», κάτι τέτοιο μου είχε πει. Και τότε κατάλαβα ότι δεν υπήρχε, ήμουν ελεύθερος και θα μπορούσα να φτάσω στην Ιταλία.  Ήταν πολύ σημαντικό αυτό, το ότι ο εκείνος ο αστυνομικός δεν έβαλε τη σφραγίδα τυχαία, εννοείται. Την έβαλε πολύ συγκεκριμένα πάνω στο σημείο που φανέρωνε ότι ήταν πλαστογράφημα. Τώρα δεν μπορώ να ξέρω –γιατί πέρασε από το μυαλό μου μετά, όχι εκείνη τη στιγμή, μετά– ότι θα μπορούσε να είναι, εκτός από το προφανές ότι με είδε νέο παιδί –21 χρονών ήμουνα– και σου λέει τώρα «Αυτό το παιδί θα πάει, τι να το μπλέξω…». Φαινόμουν βέβαια παιδί, οπότε[02:40:00] να έκανε τη σκέψη ότι «Να το αφήσω, να μην έχει συνέπειες». Ή εκτός αν, όπως σκέφτηκα και πιο ύστερα, μήπως υπήρχε καμιά απόφαση από κυβερνητική, της χούντας, όποιος είναι να φύγει, ας φύγει. Αλλά δεν νομίζω, γιατί πάρα πολλούς τους είχαν συλλάβει τότε, που προσπαθούσαν να φύγουνε. Δηλαδή είμαι πεισμένος ότι ο άνθρωπος εκείνος απλώς είδε ένα παιδί και υπερίσχυσε το αίσθημά του το ανθρώπινο, «Να μην καταδικάσω ένα παιδί τώρα εδώ 20 χρονών να συλληφθεί και να πάει μέσα». Και παρότι ήταν σε περίοδο χούντας, σε αυτόν υπερίσχυσε το ανθρώπινο αίσθημά του και με βοήθησε να φύγω.