Από τη Βίγα στην Έδεσσα
Segment 1
Αναμνήσεις από τον πόλεμο και την Κατοχή
00:00:00 - 00:05:00
Partial Transcript
Καλησπέρα σας. Καλησπέρα σας. Εγώ είμαι η Μαρία Κέκη, βρισκόμαστε στην Έδεσσα, 15 Σεπτεμβρίου του 2020, είμαι ερευνήτρια του Istorima κα…γότερα για αυτόν. Την Έδεσσα την κάψανε εκείνη την ημέρα, το μισό Βαρόσι, το άλλο μισό είχε καεί πριν από 11 χρόνια, από π υρκαγιά τυχαία.
Lead to transcriptSegment 2
Η ιστορία του παππού του
00:05:00 - 00:09:22
Partial Transcript
Να σου πω μία μικροϊστορία, που έχει και λαογραφικά στοιχεία μέσα. Ο παππούς μου, ο Νικόλαος Διαμαντίδης, είχε έναν θείο, του πατέρα του αδε… παντρεύτηκε εδώ έναν αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού, όταν ελευθερώθηκε η Έδεσσα, από τη Μάνη, και η μάνα μου παντρεύτηκε τον πατέρα μου.
Lead to transcriptSegment 3
Η ιστορία του πατέρα του
00:09:22 - 00:34:54
Partial Transcript
Ο πατέρας μου τώρα. Ο παππούς μου ζούσε στη Βίγα της Μικράς Ασίας, περιοχή Προύσης. Ο μεγάλος του γιος, όχι ο πατέρας μου, ο μεγάλος του γιο… σημαντικό. Τα άλλα είναι μετά ρουτίνα της ζωής. Αυτά, πάντως, ήταν τα γεγονότα που μου έκαναν εντύπωση ιδιαίτερα και σημάδεψαν τη ζωή μου.
Lead to transcriptSegment 4
Η διαδοχή στο μαγαζί και το εμπόριο υφασμάτων
00:34:54 - 00:42:56
Partial Transcript
Έτσι όπως σας τα μετέφεραν και ο ι γονείς σας και οι παππούδες σας. Ναι. Το μαγαζί, λοιπόν, το διαδέχτηκα εγώ και ο ξάδερφός μου, ο γιος …ευχαριστώ πάρα πολύ. Εγώ περίμενα το ευχαριστώ σου, να σου πω. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Να 'σαι καλά, κούκλα μου. Το κάνω για τον παππού σου.
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα σας.
Καλησπέρα σας.
Εγώ είμαι η Μαρία Κέκη, βρισκόμαστε στην Έδεσσα, 15 Σεπτεμβρίου του 2020, είμαι ερευνήτρια του Istorima και θα ξεκινήσουμε τη συνέντευξή μας. Θα μου πείτε το όνομά σας;
Εγώ λέγομαι Αθανάσιος Χατζηαντωνίου, γεννήθηκα το 1934, ήμουν έμπορος ετοίμων ενδυμάτων και παλιότερα υφασμάτων και τώρα έχω δύο κόρες διαμάντια, έχω τρεις εγγονές κατεργασμένα λαμπρότερα διαμάντια και έχω και μία φίλη, τη Μαρία, που είναι θαυμάσια κοπέλα, όπως έμαθα, και έχει τον παππού της, που ήταν ο πρώτος έμπορος της Άρνισσας.
Πολύ ωραία. Θέλετε να μου διηγηθείτε κάποια πράγματα από παλιά, πώς ήταν η ζωή σας, τι θυμάστε από τα πρώτα χρόνια εδώ στην Έδεσσα;
Ναι. Θυμάμαι προπολεμικά ελάχιστα σταχυολογήματα, που δεν αξίζει να τα αναφέρω ίσως. Θα ξεκινήσω, όμως, από τον πόλεμο. Ήτανε Δευτέρα 28 Οκτωβρίου του 1940, είχε κάτι σύννεφα πολύ πυκνά, μαύρα, και είχε αρχίσει να βρέχει κιόλας. Εγώ ετοιμάστηκα για το σχολείο και η μάνα μου μου λέει «Δεν θα πας σήμερα σχολείο, δεν έχει σχολείο, γιατί είναι πόλεμος». «Τι πράγμα είναι αυτό;». «Δεν είναι καλό πράγμα» μου λέει «θα το δεις». Ύστερα από μερικές μέρες, δεν πήγα σχολείο, το σχολείο κομμένο, ύστερα από μερικές μέρες, άρχισαν τα ιταλικά βομβαρδιστικά να βομβαρδίζουν, τα οποία περνούσαν από Φλώρινα, Κέρκυρα Φλώρινα και πήγαιναν Θεσσαλονίκη, και περνούσαν όμως πάνω από μας. Κάθε φορά που περνούσαν πάνω από μας, χτυπούσε μία σειρήνα, συναγερμός, όλοι έπρεπε να πάμε να κρυφτούμε κάπου. Εμείς είχαμε εκεί δίπλα ένα πλυσταριό, πίσω από το σπίτι μας, με χοντρά ντουβάρια και μία πλάκα μπετόν και το θεωρήσαμε πιο ασφαλές το μέρος εκείνο και κατεβαίνουμε κάτω και μπαίνοντας εκεί. «Και τι είναι αυτός ο πόλεμος, μαμά;» «Τώρα θα δεις». Εγώ νόμιζα θα βλέπαμε τώρα από τα παράθυρα του ισογείου εκείνου, θα βλέπαμε Ιταλούς στρατιώτες και κοιτούσα όλο απ' όξω τρομαγμένος, παιδί 6 ετών. Τελικά δεν εμφανίστηκαν Ιταλοί. Μαθαίνουμε για τις νίκες του στρατού, εγώ σαν παιδί, πετούσα από τη χαρά μου. Να Κορυτσά, να Κλεισούρα, να έξω από το Τεπελένι φτάσανε, Αργυρόκαστρο και κάποτε, κόντευε το Πάσχα, τον Απρίλιο του '41, μου λέει η μάνα μου «Χτύπησαν οι Γερμανοί, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον μας». Εγώ τότε κυριολεκτικά φοβήθηκα, γιατί άκουγα ότι οι Γερμανοί όπου πήγαιναν, παντού, κάνανε περίπατο. Ε, ήρθαν και οι Γερμανοί, ο πόλεμος δεν ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε για την παιδική μου ηλικία. Το 1944 αποχωρούσαν οι Γερμανοί. Ο ΕΛΑΣ έκανε μία επίθεση δήθεν, από τον λόγκο προς την Έδεσσα, να χτυπήσει τους Γερμανούς, ανεβαίνουν μερικοί άτακτοι, επάνω, στην Έδεσσα, σκοτώνουν έναν διοικητή Γερμανό, οι Γερμανοί πιάσανε όλους τους άντρες του Βαροσίου, έτσι λεγόταν η περιοχή, είναι αυτό το σπίτι, που ήταν ο διοικητής, είναι κοντά στα ΚΤΕΛ και υπάρχει ακόμα, είναι πολύ ωραίο αρχοντικό σπίτι, του Ιορδανίδη του φαρμακοποιού. Και επειδή τον σκότωσαν τον διοικητή τους, οι Γερμανοί, ο διοικητής έπρεπε, η ζωή του ισοδυναμούσε με τις ζωές όλων των αντρών της περιοχής. Μάζεψαν όλους τους άντρες, τους πήγαν στο γήπεδο, για να τους σκοτώσουνε την επόμενη. Είχαμε ένα δεσπότη, τον Παντελεήμονα, ο οποίος ήταν πραγματικά ιεράρχης. Σπουδαία μορφή. Ήταν από τους όλους τους δεσποτάδες, ο πιο μορφωμένος. Να φανταστείς ότι μετά τον πόλεμο, τα διάφορα συνέδρια των εκκλησιών που γίνονταν, πάντα τον έστελναν αυτόν να εκπροσωπήσει την εκκλησία της Ελλάδας. Τέτοια κορυφή ήτανε, και έγινε αμέσως μετά Δεσπότης Θεσσαλονίκης. Λοιπόν, αυτός, πήγε στον επόμενο διοικητή της Εδέσσης, τον Γερμανό διοικητή, κάθισε στο γραφείο του, επέμενε, επέμενε, τον έπεισε και τους άφησε όλους και έφυγαν. Ούτε ένας δεν σκοτώθηκε. Το λέω με πολλή συγκίνηση. Φύγανε και οι Γερμανοί, ήρθαν οι αντάρτες, οι Ελασίτες. Αυτά τα ξέρει όλος ο κόσμος. Αυτά που σου είπα είναι μικροϊστορία της Έδεσσας. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος υφασμάτων, τον οποίο ακολούθησα και εγώ. Θα σου πω αργότερα για αυτόν. Την Έδεσσα την κάψανε εκείνη την ημέρα, το μισό Βαρόσι, το άλλο μισό είχε καεί πριν από 11 χρόνια, από π[00:05:00]υρκαγιά τυχαία.
Να σου πω μία μικροϊστορία, που έχει και λαογραφικά στοιχεία μέσα. Ο παππούς μου, ο Νικόλαος Διαμαντίδης, είχε έναν θείο, του πατέρα του αδερφό, ο οποίος ήτανε αρχιμανδρίτης και πρόκειται να γίνει δεσπότης της Έδεσσας, γιατί ο δεσπότης ήταν υπέργηρος, ή κάπου να χειροτονηθεί, τέλος πάντων. Υπήκουε τότε στο Πατριαρχείο, διότι η εκκλησία της Ελλάδας ήταν περιορισμένη από τη Λάρισα και κάτω. Είχε σπουδάσει, ο θείος του παππού μου, είχε σπουδάσει στην Προύσα. Τον παππού μου τον είχε από κοντά γιατί τον αγαπούσε πολύ και ήταν φαίνεται έξυπνος ο παππούς μου. Τον έστειλαν να σπουδάσει στην Προύσα την τουρκική γλώσσα. Μόλις σπούδασε την τουρκική γλώσσα γύρισε εδώ πέρα ο παππούς μου. Τις θέσεις τώρα των δασκάλων τις ορίζουν το Πατριαρχείο. «Νικόλαος Διαμαντίδης, θα πας στο Ελληνικό Λύκειο του Μοναστηρίου», ήταν ένα κράτος τότε, μία αυτοκρατορία, «να διδάξεις στο Λύκειο του Μοναστηρίου, το ελληνικό Λύκειο του Μοναστηρίου, την τουρκική γλώσσα». Ο παππούς μου, όμως, είχε αρραβωνιαστεί εδώ πέρα. Άφησε την αρραβωνιαστικιά, ακόμα δεν είχε γίνει ο σιδηρόδρομος και ο σιδηρόδρομος έγινε, άρχισε να κυκλοφορεί, το 1887 ή '88, τότε. Πήγε λοιπόν, εγκαταστάθηκε εκεί πέρα, αρραβωνιασμένος με μία πολύ καλή κοπέλα, καλής οικογένειας. Καλές οικογένειες τότε ήταν όσες ήταν πλούσιες, ας πούμε, αλλά και περνούσε ο λόγος τους. Ένας πλούσιος τότε γινόταν πλούσιος, επειδή δεν έκανε κομπίνες, αλλά επειδή δούλευε με εξυπνάδα, χωρίς να αδικεί κανέναν και ήταν σεβαστός από όλη την πόλη. Λοιπόν, ο παππούς μου, εκεί πέρα που ήτανε καθηγητής, το πρωί δίδασκε, το απόγευμα γυρνούσε. Τώρα υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία εκδοχή είναι ότι είδε μία πολύ ωραία κοπέλα σε ένα φωτογραφείο και ξέχασε την Έδεσσα. Την ηράστει σφοδρώς και πήγε και τη ζήτησε. Η άλλη εκδοχή λέει ότι ήταν μαθήτριά του στο σχολείο. Η κοπέλα εκείνη, τελικά, η οποία έγινε και γιαγιά μου, ήταν από ένα κοντινό χωριό του Μοναστηρίου, που λέγονταν Μεγάροβο. Ήταν ένα χωριό 5-6 χιλιόμετρα έξω από το Μοναστήρι, πηγαίνοντας στην Οχρίδα, και ήτανε όλοι Βλάχοι, ελληνόφωνες Βλάχοι, και αυτηνής η οικογένεια ήτανε Τσαπάνου το επίθετο. Το αναφέρω το όνομα γιατί υπήρξε κάποιος Τσαπάνος, ο οποίος ήτανε μακεδονομάχος και διέπρεψε στον Μακεδονικό αγώνα, τοπικά εκεί πέρα. Αυτά τα λέει το ίντερνετ, δεν τα λέω εγώ. Τελικά πήγε, τη ζήτησε, την πήρε, την παντρεύτηκε και επειδή δεν του άρεσε η δουλειά και δεν ήταν αρκετά ικανοποιητικός και ο μισθός, ενδεχομένως, ήρθε εδώ και έκανε τον έμπορο. Εμπορεύονταν μεταξόσπορο, εμπορεύονταν και κόκκινο πιπέρι. Η αποθήκη ακόμα υπάρχει του παππού μου, ήταν αντίκρυ από το ΙΚΑ, λίγο προς την πλατεία μεριά, αριστερά, έτσι, ανεβαίνοντας. Εκεί συγκέντρωνε πιπέρι και μεταξόσπορο και κουκούλια. Βρασμένα κουκούλια, για να μη βγουν οι νύμφες και να είναι ολόκληρη η κλωστή και τα έστελνε στη Γαλλία, και το πιπέρι το κόκκινο, το καυτερό, το μπούκοβο που λέμε, το έστελνε στην Ουγγαρία, που κάνανε πολύ ωραία λουκάνικα οι Ουγγαρέζοι. Παντρεύτηκε, λοιπόν, ο παππούς μου, την εκ Μοναστηρίου γιαγιά μου, έκανε τρία παιδιά. Ναι, δύο κόρες και έναν γιο. Ο γιος παντρεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, η κόρη του η μεγάλη παντρεύτηκε εδώ έναν αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού, όταν ελευθερώθηκε η Έδεσσα, από τη Μάνη, και η μάνα μου παντρεύτηκε τον πατέρα μου.
Ο πατέρας μου τώρα. Ο παππούς μου ζούσε στη Βίγα της Μικράς Ασίας, περιοχή Προύσης. Ο μεγάλος του γιος, όχι ο πατέρας μου, ο μεγάλος του γιος, τον ακολούθησε στο εμπόριο, ήταν έμπορος. Όταν λέμε έμπορος, είχε μεγάλο μαγαζί, το οποίο ήταν σούπερ μάρκετ της εποχής εκείνης. Μου έλεγε ο θείος μου, που είχε κάτσει στο μαγαζί, πουλούσανε ποδήλατα, άλογα, παστές σαρδέλες, υφάσματα, ό,τι ήθελες έβρισκες εκεί μέσα. Αλλά δεν απευθύνονταν μόνο στη Βίγα, στο χ[00:10:00]ωριό μέσα, που είχε 4-5 χιλιάδες κατοίκους. Απευθύνονταν χονδρικώς σε όλη την περιοχή. Μου έλεγε ο θείος μου είχε η περιοχή 250 χωριά. Θα πω και κάτι άλλο. Τα σπίτια, τα μαγαζιά, όλα ήταν χτισμένα με σανίδες, με ξύλο. Εκείνη την εποχή, ξεχασμένη μία φωτιά, λίγο μία σπίθα, λαμπάδιαζαν. Του παππού μου το μαγαζί κάηκε μία φορά. Είπαμε πελάτες λιανέμπορους από όλη την περιοχή. Μόλις ακούστηκε ότι το μαγαζί κάηκε, ήρθαν όλοι οι πελάτες τους, άλλοι χρωστούσανε, άλλοι δεν χρωστούσανε, ήρθαν, όσοι χρωστούσαν, του κατέθεσαν το χρέος τους, όσοι δεν χρωστούσαν, του κατέθεσαν μία προκαταβολή για αυτά που θα ψώνιζαν, για να μπορέσει να ξεκινήσει το μαγαζί. Σου λέω πόση εντιμότητα είχε ο κόσμος εκείνη την εποχή. Αδιακρίτως αν ήτανε Τσερκέζοι, Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, πολλές φυλές. Και ξαναξεκίνησε ο παππούς μου. Ο πατέρας μου είχε έφεση στα γράμματα και ο παππούς μου του λέει «Θα σε σπουδάσω». Τον έστειλε στους Επιβάτες, ήτανε ένα χωριό πιο μεγάλο από τη Βίγα, που ήταν καθ' ολοκληρία ελληνικό. Εκεί είχε ο παππούς μου μία ανιψιά ή μία αδερφή, παντρεμένη. Δεν θυμάμαι ακριβώς. Τον έστειλε στο σπίτι της να τελειώσει το δημοτικό. Τελείωσε στη Βίγα δύο τρεις τάξεις, δεν υπήρχε άλλο, τον έστειλε εκεί πέρα. Τον έστειλε εκεί να τελειώσει το δημοτικό, τέλειωσε ο πατέρας μου το δημοτικό, ο πατέρας μου όμως είχε έφεση για γράμματα. Του λέει «Θες να σπουδάσεις κι άλλο; Θα σε στείλω στο Ελληνογαλλικό Λύκειο του Πέραν της Κωνσταντινούπολης». Τον στέλνει. Α, έκανα μία παράλειψη. Θα γυρίσουμε λίγο πίσω. Πειράζει;
Όχι.
Ο παππούς μου, νέος τότε, έμπορος, με όνομα καλό, φαίνεται, με αρκετά καλή οικονομική θέση, τον πλησιάζει ο παπάς της ενορίας του χωριού, τέλος πάντων, ο ορθόδοξος. Του λέει «Μπαρμπα-Θανάση», «Κύριε Θανάση», δεν ήταν μπάρμπας ακόμα. «Έχω έναν αδερφό στη Σιάτιστα, ο οποίος έχει τρία τέσσερα κορίτσια, ο αδερφός μου είναι έμπορος γουναρικών, μαζεύει όλα τα γουναρικά που φτιάχνουν όλη τη χρονιά και το φθινόπωρο νοικιάζει ένα καραβάνι και με το καραβάνι αυτά τα φέρνει στην Κωνσταντινούπολη να τα πουλήσει. Που μάλιστα πάντρεψε και κάνα δυο εδώ στη Μικρά Ασία. Έχω μία ανιψιά, όμως, διαμάντι για σένα. Θα σ' τη φέρω, αν τη θέλεις την παντρεύεσαι». Ο παππούς μου δεν είχε αντίρρηση, τις κόρες του ο προπαππούς μου, πώς τις έφερνε; Πρώτη θέση Express Orient. Ήταν οι καμήλες, τις έβαζε μέσα σε μία καλαθούνα από τις καμήλες, στην άλλη έβαζε τα γουναρικά και τούκου τούκου, ερχόταν εδώ πέρα. Τα καραβάνια τότε ήταν ο σιδηρόδρομος της εποχής εκείνης, φυλαγμένα καλά από ενόπλους, γιατί υπήρχαν πάρα πολλοί ληστές στον δρόμο. Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, την παρέλαβε ο θείος της, την έφερε, την είδε ο παππούς μου, την άρεσε. Η γιαγιά μου, έτσι τουλάχιστον τη θυμάμαι, ίσως όλες οι γιαγιάδες έτσι, πολύ γλυκιά ήταν. Δεν συγκινούμουν τότε τόσο πολύ, τώρα συγκινούμαι λόγω ηλικίας. Παντρεύτηκε, έκανε δύο γιους, τον αδερφό του πατέρα μου και τον πατέρα μου, και μία θυγατέρα. Οι οποίοι καλοπαντρεύτηκαν στη Μικρά Ασία και οι δύο, και πήραν και οι δύο Έλληνες φυσικά. Ο θείος μου παντρεύτηκε μία κοπέλα, Λογοθέτου λεγότανε, από την Ανατολική Θράκη. Η Ανατολική Θράκη ήταν η αφρόκρεμα των Ελλήνων τότε, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σπουδαγμένοι, οι πιο καλλιεργημένοι, και τα αδέρφια της και τα δύο ήτανε οδοντίατροι στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας μου σπούδασε. Όταν ήταν να τελειώσει το λύκειο, είκοσι μέρες πριν, ας πούμε, το 1918, είχε έναν πόλεμο η Τουρκία με τη Συρία. Τον παίρνουν δύο τρεις μήνες πριν τελειώσει το λύκειο, ίσως και λιγότερο. «Κωνσταντίνος Χατζηαντώνη», «Αυτός». «Επιστρατεύεσαι». Του βάζουν μία στολή αξιωματικού και τον στέλνουν στον Ευφράτη, εκεί ήταν τα σύνορα με τη Συρία, τότε ήταν Μεσοποταμία. «Εκεί πέρα θα υπηρετήσεις». Εκεί πέρα θα υπηρετήσει, υπηρέτησε ο πατέρας μου. Κάποια στιγμή έρχεται η αποστρατεία του, τελειώνει ο πόλεμος εκεί πέρα. Αν τελείωσαν ποτέ οι πόλεμοι εκεί. Αποστρατεύεται[00:15:00] ο πατέρας μου, μαθαίνει ότι όλη η οικογένεια είναι στη Θεσσαλονίκη, στους κουνιάδους του θείου μου, τους Λογοθέτηδες. Πηγαίνει και αυτός, μπαίνει σε ένα καράβι, πέρασε πρώτα από τη σχολή του, του έδωσαν το απολυτήριο, στα ελληνικά, δεν θυμάμαι, και στα γαλλικά αν είναι, οι βαθμοί του, οι καθηγηταί όλοι, υπογεγραμμένα. Οικογενειακό κειμήλιο. Γιατί τα βρήκα κάπου σε έναν φάκελο, το είχε κρύψει ο πατέρας μου και ψάχνοντας, σκαλίζοντας τα βρήκα. Τα βρήκα λέγοντας γιατί βρήκα και το διαβατήριό του, με το οποίον ήρθε από την Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα, στη γαλλική γλώσσα μάλιστα. Το εξέδωσε, δε, το αγγλικό προξενείο. Τι σημαίνει αυτό; Το 1922 αυτό. Η γαλλική γλώσσα επικρατούσε παντού τότε. Οι Άγγλοι κοσμοκράτορες συνεννοούνταν με τα γαλλικά. Χρησιμοποιούσαν τη γαλλική σαν διεθνή γλώσσα. Που μέσα σε μία γενιά μετά κατέρρευσε και ανεδείχθη η αγγλική. Ήρθε ο πατέρας μου, πήγε βρήκε τον θείο μου. Στην αρχή δούλεψε σερβιτόρος σε ένα καφενείο, για να βγάλει το μεροκάματο. Φιλοξενούνταν στους Λογοθέτηδες, πολύ καλοί άνθρωποι αυτοί, πάρα πολύ καλοί. Βγάλανε γιατρούς, οδοντίατρους, παντρεύτηκαν με μορφωμένα άτομα τα παιδιά τους και μάλιστα ένας Λογοθέτης ήταν και καθηγητής πανεπιστημίου της Νευρολογίας, πριν από 20, 30 χρόνια. Έμεινε εκεί ο πατέρας μου κάνα δύο χρόνια, δουλεύοντας σε ένα καφενείο, στους Χορτατζήδες, τώρα λέγεται, πώς λέγεται;
Θα το θυμηθούμε, δεν πειράζει…
Εκεί προς το γήπεδο του Ηρακλή, τέρμα Αγίου Δημητρίου, εκεί προς το γήπεδο του Ηρακλέους το παλιό, δεν τα ξέρεις εσύ αυτά, το Καυτατζόγλειο. Πώς λέγεται εκείνη η περιοχή;
Ευαγγελίστρια, Τούμπα;
Όχι μάνα μου, μετά την Ευαγγελίστρια. Δούλεψε εκεί κάνα 2-3 χρόνια. Γύρω στο '23, νομίζω. Δεν τον έπιανε τον θείο μου, ο θείος ήταν ο εγκέφαλος ο εμπορικός. Δεν τον έπιανε να καθίσει ακόμη. Τι να κάνει; Ψάχνει για δουλειά, του λένε «Στην Έδεσσα έχει πολλή δουλειά, αν θέλεις πήγαινε να δεις». Παίρνει τον πατέρα μου, έρχονται στην Έδεσσα, βλέπουνε, αποβιβάζονται στον σταθμό, βλέπουν εκείνη την οδό, της 18ης Οκτωβρίου, που ήταν γεμάτη δέντρα, μία γαλαρία ήτανε, και τους θύμιζε την πατρίδα τους, που είχε έναν τέτοιο δρόμο. «Εδώ θα μείνουμε» λένε και οι δύο, μια και θυμόμαστε την πατρίδα μας. Ήρθανε, έκοψαν το παζάρι κίνηση, ένα Σάββατο, είδαν ότι είχε πολύ κόσμο Το άλλο Σάββατο πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη πάλι, κατεβαίνουν σε αποθήκες εβραϊκές. Ο θείος μου όταν μπήκαν οι Τούρκοι στη Βίγα, έλειπε με τη γυναίκα του και τον γιο του, τον μικρό, στην Κωνσταντινούπολη. Πήγε να ψωνίσει για το μαγαζί. Ψώνισε, πήρε τα τιμολόγια, πλήρωσε και από κει όπως ήτανε, έγινε η καταστροφή, φύγαν για τη Θεσσαλονίκη. Η γιαγιά μου, με δύο ανίψια και μία κοπέλα που είχαν στο σπίτι, μόνη της η καημένη, έτρεξε από τη Βίγα στην Καράβιγα, το επίνειο επάνω στη θάλασσα του Μαρμαρά, μπήκε σε ένα καράβι και την έβγαλε στην Αλεξανδρούπολη. Τελικά βρέθηκαν όλοι στη Θεσσαλονίκη και εκεί πέρα, ξεκινάνε την επομένη, το επόμενο Σάββατο, ο πατέρας μου με τον θείο μου. Τα λέω πρωθύστερα, ελπίζω να τα τακτοποιήσεις.
Μια χαρά τα λέτε.
Ο ένας αδερφός της θείας μου, και αυτός οδοντίατρος, έμαθε ότι από την περιοχή της γιαγιάς μου, ερχόταν όλοι στην Αλεξανδρούπολη και πήγε, πήρε το τρένο, πήγε, τους βρήκε σε περιοχές, σε καταλύματα που ήταν οι πρόσφυγες, τους βρήκε, τους εντόπισε, τους πήρε στη Θεσσαλονίκη. Λοιπόν, πάμε τώρα στο δεύτερο Σάββατο. Πάνε, λοιπόν, πριν πάνε, πριν φτάσει το Σάββατο, πάνε στις αποθήκες των Εβραίων. Βγάζουν, ήταν οι ίδιοι οίκοι που ήταν και στην Κωνσταντινούπολη. Βγάζει τα τιμολόγια ο θείος μου και του λέει «Εγώ είμαι ο τάδε, ψώνισα από την Κωνσταντινούπολη αυτά τα πράγματα, να τα τιμολόγια, τα πράγματα δεν πρόλαβα να πάνε στη Βίγα, ήρθε η καταστροφή, να τα τιμολόγια, αν με εμπιστεύεστε, δώστε μου κάτι, να πάω να ξεκινήσω μία δουλειά». «Ό,τι θέλεις». Συνεννοήθηκαν ίσως και αυτοί με την Πόλη, με το κεντρικό. «Ό,τι θέλε[00:20:00]ις!». Φορτώθηκαν λοιπόν κάποια υφάσματα, πήγαν στην Έδεσσα μια Πέμπτη, και χαρακτηριστικά μου έλεγε ο πατέρας μου «Ανοίξαμε έναν πάγκο το πρωί της Πέμπτης, όταν τελείωσε το παζάρι, είχαμε μόνο τους πήχεις και τον πάγκο». Όλα είχαν πουληθεί!». Τόση πολλή δουλειά δηλαδή. Τότε ήταν και τα εργοστάσια. Είχε ανοίξει ο Τσίτσης, που δεν πήγαιναν πολύ οι ντόπιες Εδεσσαίες, πήγαινα πιο πολύ κορίτσια από τα χωριά. Ο οποίος Τσιτσής είχε κάνει ειδικά καταλύματα για τις κοπέλες από τα χωριά και τις στέγαζε στο εργοστάσιο μέσα.
Πείτε μου λίγο για αυτό το εργοστάσιο τι έκανε, τι επεξεργαζότανε.
Το εργοστάσιο έκανε βαμβακερά υφάσματα, και είχε γίνει η πρώτη βαμβακουργία στα Βαλκάνια. Έπαιρνε το βαμβάκι και το έβγαζε ύφασμα, κουβέρτες πικέ, το έβγαζε βαμβάκι, το έβγαζε οτιδήποτε. Μετά αποφάσισαν να ανοίξουν εδώ μαγαζί. Ήρθαν, βρήκαν κάποια παράγκα εκεί πέρα, άνοιξαν το μαγαζί τους, πήραν και υφάσματα από τον Τσίτση, διότι ο παππούς μου ήταν πελάτης στο μαγαζί της Μπίγας, έπαιρνε υφάσματα βαμβακερά και από του Τσίτση, και πήγαν και στον Τσίτση με το ίδιο τιμολόγιο, του λένε «αυτοί είμαστε». «Ό,τι θέλετε, παιδιά, πάρτε». Και δούλεψαν σκληρά, πιάνανε παζάρι και στην Πτολεμαΐδα, κάθε Δευτέρα, νομίζω και στα Γιαννιτσά κάθε Πέμπτη ή στην Αριδαία, δεν θυμάμαι, δεν ξέρω, δεν θυμάμαι. Δεν τον είχα ρωτήσει καλά τον πατέρα μου. Τώρα που ωρίμασα ξέρω, βλέπω πόσα πράγματα ήθελα να μάθω από τον πατέρα μου και δεν τα έμαθα. Για αυτό εσείς οι νέοι ό,τι είναι να ρωτάτε, να ρωτάτε τώρα, τους μπαμπάδες και τους παππούδες. Και σιγά σιγά προόδεψαν, πήραν μεγαλύτερο μαγαζί, και θα σου πω το εξής χαρακτηριστικό. Ο πατέρας μου είχε ένα μαγαζί, μία παράγκα ήτανε, αντίκρυ ήτανε το μαγαζί του Νότση. Ο Νότσης ήταν χονδρέμπορος μπακαλικής, ο οποίος ήτανε, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Νότσης ήτανε γλυκύτατος, αγαθότατος άνθρωπος και πολύ έξυπνος. Το μαγαζί σιγά σιγά μεγάλωσε, είχε πολύ εμπόρευμα, αλλά δεν μπορούσε να το στεγάσει όλο στο μαγαζί. Το πρωί το έβγαζε στον πάγκο, το βράδυ το μάζευε μέσα. Και δεν χωρούσε πια το εμπόρευμα όλο μέσα στο μαγαζί. Ο μπαρμπα-Γιάννης λέει «Παιδιά, ό,τι θέλετε. Τα υφάσματα θα τα βάλουμε εδώ πέρα το βράδυ, το πρωί θα τα παίρνετε». Τα βάζαν εκεί πέρα. Κάποια στιγμή και εκείνο, ο χώρος του μαγαζιού δεν ήταν και πολύ μεγάλος, του μπαρμπα-Γιάννη, γέμισε και αυτός. Ο παππούς μου, της μητέρας μου ο μπαμπάς, είχε ένα γραφείο για τις δουλειές του, εκτός από την αποθήκη που σου είπα, είχε ένα γραφείο αντίκρυ από το μαγαζί, τέλος πάντων, του πατέρα μου. Στη μία μεριά του τετραγώνου ήταν ο μπαρμπα-Γιάννης ο Νότσης, στην άλλη ήταν ο παππούς μου. Δεν χωρούσε το μαγαζί, «Παιδιά, ό,τι θέλετε εδώ πέρα!». Θέλω να πω πως τους είχανε δεχτεί οι σωστοί Εδεσσαίοι, τους είχαν δεχτεί με αγκαλιά ανοιχτή. Αλλά είχαν και αυτοί αξιοπιστία και αξιοπρέπεια. Ύστερα, μεγάλωσε κι άλλο το εμπόρευμα, δεν μπορούσαν αλλού, νοίκιασε ένα μεγαλύτερο μαγαζί και γύρω στο '32, '33, ένα κατάστημα εκεί στη γειτονιά τους πουλιότανε. Ήτανε φούρνος αυτός, ήτανε παραδίπλα στην Αγροτική Τράπεζα, εκεί που σήμερα είναι ακριβώς το Fresh. Το αγοράζουνε, ήτανε καλοχτισμένο, χοντρούς τοίχους είχε, από πάνω μόνο είχε σανίδια, ρίξανε ένα μπετόν από πάνω, δεν ξέρω πώς το ρίξανε, πώς το στήριξαν, για ασφάλεια, γιατί οι κλέφτες δεν ήταν λίγοι τότε. Ναι. Και ξεκίνησαν εκεί τη δουλειά τους. Το '33 αγόρασε και ο πατέρας μου ένα σπίτι, αυτό στον συνοικισμό τον δεύτερο που ήτανε. Καλοφτιαγμένο ήτανε, εμβληματικό σπίτι, εντυπωσιακό απόξω, το συμπλήρωσε βέβαια μετά, κατά το '38, γιατί είχαμε δύο γιαγιάδες, δύο παιδιά και ο πατέρας μου, είχαν και μία κοπέλα από την πατρίδα τους, που βοηθούσε τη μάνα μου, και δεν χωρούσαν στο σπίτι, το συμπλήρωσε κιόλας λίγο αργότερα και αυτά. Έχουμε τίποτα άλλο;
Μετά πώς γνωρίστηκαν ο πατέρας και η μητέρα σας;
Nα σου πω. A, ναι. H γυναίκα του θείου μου ήταν πολύ έξυπνη και πολύ καπάτσα, και αριστοκρατική γυναίκα ήτανε, το σόι ήταν αριστοκρατικό. Αυτή έκανε τα προξενιά. Τη θέλεις, τη θέλω, τον θέλεις, τον θέλω. Δεν τη ρωτούσαν και πολύ τότε, μικρή ήταν η μάνα μου. Ο παππούς μου,[00:25:00] της μάνας μου ο πατέρας, πέθανε το '24, από έμφραγμα. Είχε στείλει την κόρη του, τόσο προοδευτικός ήταν, στις καλόγριες στη Θεσσαλονίκη, στο Καλαμάρι, να σπουδάσει και να μάθει τη γαλλική γλώσσα. Γιατί ήθελε να αυξήσει τις δοσοληψίες του με τη Γαλλία και του ήταν απαραίτητη η γαλλική γλώσσα. Αλλά πέθανε ξαφνικά και διέκοψε. Η μάνα μου είχε, σου είπα, μία αδερφή και έναν αδερφό, ο οποίος σπούδασε κάτι εμπορικά στη Θεσσαλονίκη και μετά διορίστηκε στην εφορία καπνού, ναι, και παντρεύτηκε μία κοπέλα από το Κιλκίς. Και ο πατέρας μου κάναν δυο παιδιά. Εμένα και την αδερφή μου. Η αδερφή μου παντρεύτηκε με τον Νούσκα, που ήταν αξιωματικός και κατέληξε στρατηγός. Εγώ παντρεύτηκα με τη Μαρία Σαμαρά, που ήταν νοικοκυρά και έμεινε νοικοκυρά, και ήταν πολύ γλυκιά γυναίκα και αγαπητή σε όλη την Έδεσσα, και εγώ νομίζω είμαι λίγο έτσι, ανεκτός, όχι πολύ. Αυτά.
Τη δουλειά μετά εσείς τη μάθατε από μικρός μέσα μαζί με τον πατέρα σας, ήσασταν εκεί, βοηθούσατε;
Θυμάμαι η πρώτη μου εμπορική πράξη. Το 1944 οι Γερμανοί είπαν να δώσουν τη Δυτική Μακεδονία, την Ανατολική την είχαν δώσει στη Βουλγαρία, τη Δυτική την καψουρεύονταν, θα λέγαμε μάγκικα, οι Βούλγαροι, είπαν να τη δώσουν, είχαν εδώ πέρα μία αποστολή, ένας Κάλτσεφ που οργάνωσε την Οχράνα. Κάνουν ένα συλλαλητήριο, όλα τα χωριά μαζεύτηκαν από τον γύρο της Εδέσσης και εδώ πέρα. Θυμάμαι κόσμος… Στην πλατεία θυμάμαι ήταν να! κόσμος. Με την ευκαιρία να ψωνίσουνε κιόλας. Εγώ είχα κατέβει να δω το συλλαλητήριο. Ήμουν τότε 10 χρονών και ήμουν στο μαγαζί μέσα, δεν τολμούσα να βγω πιο έξω. «Δεν θα βγεις έξω μου», μου λέγε ο πατέρας μου, «Δεν θα βγω», μη γίνει καμία φασαρία. Έρχεται ένας χωρικός και χάζευε, κόσμος μες στο μαγαζί γεμάτο. Ήταν ο πατέρας μου, ο θείος μου, ο γιος του θείου μου ο μεγάλος και ένα παιδί μεγάλο κι αυτό είχε που δούλευε, επ' αμοιβή φυσικά, μέσα στο μαγαζί, αλλά δεν προλάβαιναν αυτοί και μου λέει ένας «Βγάλε» λέει «εκείνο το τόπι, εκεί, να μου δώσεις ένα παντελόνι». Εγώ κάνω να το βγάλω, ήταν μεγαλύτερα από μένα, πολύ βαριά ήτανε. Βαμβακερά υφάσματα, από τη Σύρο τα αγόραζαν. Υπήρχε μία βιομηχανία βαμβακερών ανδρικών υφασμάτων, «Μπαρμπέτα» λεγότανε, και από κει τα φέρναν αυτά τα υφάσματα, ναι. Δεν μπορούσα να το σηκώσω το τόπι, ήταν βαριά αυτά. Έρχεται ο θείος μου, το τραβάει, «Τι θέλεις;», «Αυτό». Η πρώτη μου εμπορική πράξη ήταν η προσπάθεια να βγάλω το τόπι, που δεν το έβγαλα τελικά, ναι. Μετά φύγαν οι Γερμανοί, ήρθαν πρώτα οι Ελασίτες, περάσαμε δύσκολες μέρες εκείνες τις εποχές, γιατί ο πατέρας μου ήτανε από τους, τώρα θα πάμε στα πολιτικά, αλλά μόνο αυτό θα το πω. Ο πατέρας μου ήτανε από τους νοικοκυραίους που κοιτούσε τη δουλειά του και ήτανε, εκείνη την εποχή, εθεωρείτο πλούσιος, τέλος πάντων. Χορταίναμε ψωμί στην Κατοχή. Μας χρωστούσαν οι χωρικοί, ερχόταν, μας φέρναν ένα αρνί, πατσίσαμε, ένα μοσχάρι, πατσίσαμε, ένα γουρούνι, κάτι τέτοια, στάρι, ναι, και δεν πεινάσαμε στην Κατοχή. Θυμάμαι η μάνα μου μου έδινε ψωμί και τυρί να φάω. «Θα το φας εδώ και μετά θα βγεις έξω να παίξεις με τα παιδιά». Γιατί δεν είχαν όλοι το ψωμί και το τυρί. Θυμάμαι ένα τραγικό γεγονός, τρομακτικό γεγονός. Είχαν έρθει πρώτα οι Ελασίτες είπαμε. Εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς εδώ πέρα, κάναν ένα δήθεν στρατοδικείο, δίκαζαν, καταδίκαζαν, έστελναν στον Πάχοβο πολλούς. Μία φορά είπαν έρχεται ο Στρατός ο Εθνικός, βγήκαμε όλοι να τον υποδεχτούμε. Δεν ήρθε εκείνη την ημέρα ο εθνικός στρατός. Κάνουν ένα συλλαλητήριο οι Ελασίτες, μαζεύουν ό,τι κόσμο μπορούσαν και περνούσαν έξω από τα σπίτια των τότε, αν επιτρέπεται η λέξη, προυχόντων, πέρασαν και από το δικό μας και τι φώναζαν; «Τώρα δεν θα σας στείλουμε στον Πάχοβο, θα σας σφάζουμε στα κατώφλια του σπιτιού σας». Εγώ τρομοκρατήθηκα, η πρώτη φορά που είχα τρομοκρατηθεί. Τελικά ήρθε ο Εθνικός Στρατός. Τον πατέρα μου τον φωνάζει ο Νομάρχης, «Έλα εδώ, κύριε Χατζηαντωνίου. Από σήμερα είσαι Δήμαρχος της Έδεσσας». «Βρε αμάν, εγώ έχω το μαγαζί, δεν μπορώ». «Ελαφριά δουλειά, για λίγους μήνες μόνο», «Δεν μπορώ, κύριε Νομάρχα». «Είσαι διορισμένος, τελείωσε». Τον βάζει δήμαρχο, τον εγκαθιστά εκεί πέρα σε μία καρέκλα. Πήγαινε λίγες ώρες ο πατέρας μου στο δημαρχείο, πήγαινε και στο μαγαζί φυσικά να βοηθήσει, έμεινε τρεις ή πέντε μήνες, δεν θυμάμαι. Όχι αιρετός δήμαρχος φυσικά, τον διάλεξε ο [00:30:00]Νομάρχης, κάποια επιτροπή εκεί πέρα, όσο ήταν ακόμα οι Άγγλοι εδώ και ο Εθνικός Στρατός φυσικά. Κάποια στιγμή και ένας άλλος συμπατριώτης του από τη Βίγα, ο Διαμαντής ο Ζουρλίδης. Τρώγονταν και αυτός για να γίνει δήμαρχος και ήταν έτσι, του άρεσαν τα μεγαλεία. «Βρε Διαμαντή» λέει «θέλεις να γίνεις Δήμαρχος;». «Πολύ θέλω, Κώτσο» λέει. Πάνε ίσια στον Νομάρχη, «Βρήκα αντικαταστάτη, αυτός είναι». Παραιτείται ο πατέρας μου, τον βάζει τον Διαμαντή, δεν ξέρω για πόσο καιρό και εκείνον, και έτσι. Μετά Εμφύλιος Πόλεμος, μετά κακομοιριά, ανάπτυξη. Θα πω και κάτι άλλο και ας θεωρηθεί πολιτικό. Παίρνει ο Παπάγος τις εκλογές, με ένα σύστημα που το ψήφισαν και τα δύο κόμματα, πλειοψηφικό. Σε έναν νομό εκείνος που πλειοψηφεί, θα πάρει όλους τους βουλευτάς, ο μειοψηφών δεν θα πάρει τίποτα. Με αυτό το σύστημα έβγαλε 240 βουλευτές ο Παπάγος. Είχε έναν φωτισμένο και πολύ έξυπνο Πρωθυπουργό. Όχι, υπουργό Συντονισμού. Τον Μαρκεζίνη. Σπύρος Μαρκεζίνης. Πολύ έξυπνος ήταν και φωτισμένος. Αυτός τι έκανε; Μόλις ανέβηκε στην εξουσία, η δραχμή είχε ξεπέσει τελείως, κανένας δεν εμπιστεύονταν τη δραχμή και εθεωρείτο, τα προϊόντα που παρήγαμε εμείς, εθεωρούντο ακριβά για εξαγωγή. Τι κάνει; Το δολάριο είχε 15 ευρώ, γύρω στο '53 αυτό νομίζω ή '54, δεν θυμάμαι ακριβώς. Κόβει την αξία της δραχμής στη μέση και δίνει στο δολάριο 30 ευρώ, 30 δραχμές, συγνώμη. Με αυτό τον τρόπο τι έκανε; Αμέσως άρχισαν να πουλιούνται στο εξωτερικό τα αγροτικά προϊόντα, τα ελληνικά. Τους ήτανε φθηνά, ό,τι παίρναν με ένα δολάριο, το παίρναν τώρα διπλό, διπλής αξίας προϊόν. Παράλληλα, όμως, κάνει και τα φράγματα του Αξιού και του Αλιάκμονα. Όλη η πεδιάδα της Θεσσαλονίκης αρδεύτηκε και άρχισαν να βάζουν βαμβάκι, δηλαδή προϊόντα, πέρα από το σιτάρι, προϊόντα που είχαν μεγαλύτερη αξία. Το οποίο πουλιόταν έξω αμέσως, λόγω της φθηνής δραχμής.
Εσείς είδατε διαφορά στη δουλειά σας τότε;
Μάνα μου, εγώ ήμουν μικρός τότε. Δηλαδή, το '52 είχα τελειώσει το γυμνάσιο, το '53 πήγα σπούδασα έναν χρόνο σε μία εμπορική σχολή, του Κωνσταντινίδη στη Θεσσαλονίκη, μετά ήρθα, κουτσοήρθα. Εγώ δεν πολυήθελα να μείνω στο μαγαζί. Ο πατέρας μου επέμενε να μείνω στο μαγαζί, τέλος πάντων, έμεινα στο μαγαζί αλλά δεν πολυκαταλάβαινα τότε τη διαφορά, αν υπήρχε διαφορά. Πρέπει να υπήρχε διαφορά όμως, διότι οι χωρικοί άρχισαν να πιάνουν χρήματα με τις εξαγωγές, τα εργοστάσια δούλευαν στο φουλ, για εξαγωγές και κείνα ή και για τοπική κατανάλωση. Παράλληλα όμως ο Μαρκεζίνης, εκτός από τα δύο φράγματα, έκανε τα διυλιστήρια του Ασπροπύργου. Έκανε, τα πρώτα διυλιστήρια αυτός τα έκανε. Έκανε εργοστάσια ζαχάρεως, όλη τη ζάχαρη την παίρναμε από το εξωτερικό. Έκανε εργοστάσιο ζαχάρεως στην Ξάνθη, εργοστάσιο ζαχάρεως στο Πλατύ και ένα στη Λάρισα. Αυτά, έκαναν ζάχαρη από τεύτλα. Τα τεύτλα ήτανε χρυσάφι τότε. Τα παρήγαγαν οι αγρότες, τα πουλούσαν στην εποχή τους στο εργοστάσιο και εκείνο τα έκανε ζάχαρη και είχαμε και εισόδημα από τα τεύτλα και εισόδημα από τη ζάχαρη. Ακόμη, δεν θυμάμαι, αλλά νομίζω ότι έκανε και τα πρώτα ναυπηγεία αυτός. Δεν είμαι σίγουρος, κάποιος άλλος θα θυμάται καλύτερα. Αυτά είναι και καταγεγραμμένα βέβαια. Και έτσι στήριξε με την παραγωγή στήριξε και τη δραχμή και δεν έχανε την αξία της η δραχμή για αρκετά χρόνια. Μετά υπήρξαν ανάξιες κυβερνήσεις, που κοίταζαν μόνο να ξαναβγούν και την άλλη φορά. Ναι, πώς θα ξαναβγούμε, κερδίζοντας ψήφους, διορίζοντας και έτσι. Αυτά. Θέλεις τίποτα άλλο να με ρωτήσεις;
Εσείς αν έχετε κάτι που θέλετε να συμπληρώσετε, αλλιώς είμαστε πολύ καλά. Αν έχετε κάτι που θέλετε να πείτε, να προσθέσετε.
Εγώ δεν θυμάμαι τίποτα άλλο σημαντικό. Τα άλλα είναι μετά ρουτίνα της ζωής. Αυτά, πάντως, ήταν τα γεγονότα που μου έκαναν εντύπωση ιδιαίτερα και σημάδεψαν τη ζωή μου.
Έτσι όπως σας τα μετέφεραν και ο[00:35:00]ι γονείς σας και οι παππούδες σας.
Ναι. Το μαγαζί, λοιπόν, το διαδέχτηκα εγώ και ο ξάδερφός μου, ο γιος του θείου μου, ο Αντώνης. Όταν βάλαμε το 1962, το γκρεμίσαμε όλο το μαγαζί, διότι ήταν ένα μαγαζί γύρω στα 70 τετραγωνικά, υπόγειο κάναμε, ισόγειο και δεύτερο όροφο 70, 70 και 70. Και βάλαμε στο υπόγειο τα πιο λαϊκά είδη, στο ισόγειο βάλαμε τα καλύτερα είδη, τα πιο φαντεζί, μάλλινα, κασμίρια, χασέδες και στον πάνω όροφο βάλαμε έτοιμα. Τότε το '62 είχε αρχίσει δειλά δειλά να εμφανίζεται και το έτοιμο. Όχι, και νωρίτερα έχει αρχίσει άλλα πολύ δειλά. Το '62 άρχισε και η γυναίκα να ζητάει έτοιμο πια. Πιο νωρίς ήταν κάτι παλτά που φέρναμε, ανδρικά μόνο, το ίδιο σχέδιο, τρία χρόνια συνέχεια. Τον ένα χρόνο ήτανε καφέ, τον άλλο χρόνο ήτανε γκρι ανοιχτό και τον άλλο χρόνο ήτανε μπεζ. Μεγάλη μόδα. Ό,τι φέρναμε όλα πουλιότανε, γιατί ήταν οι μόνοι που έφερναν τότε τέτοια πράγματα. Το '63 λοιπόν, το '62, ναι, το '63 και '64 μπήκε πια κανονικά το έτοιμο. Αλλά δεν προλαβαίναμε. Και το γυναικείο έτοιμο ήθελε και γυναίκα. Πρώτη φορά η γυναίκα βγήκε στην αγορά εργασίας με το γυναικείο το έτοιμο. Γιατί πρέπει να το κρατήσεις, να βγάλεις ποδόγυρο, να το κάνεις… Πρέπει να είναι κάποια γυναίκα να τα κάνει αυτά. Και βάλαμε γυναικεία παλτά πρώτη φορά. Ύστερα βάλαμε, θυμάμαι είχαμε φέρει κάτι παλτά, με το πρώτο που μπήκε ο χειμώνας, όλα πουλήθηκαν. Επανάληψη, δεν είχε πάλι αυτός ύφασμα να ράψει, στην Καβάλα τα έφτιαχναν αυτά. Μετά βάλαμε και ρούχα γυναικεία, φούστες, φορέματα, μπλούζες, πουκάμισα αργότερα βάλαμε, και κάποια στιγμή παίρνουμε και ρόμπες του σπιτιού. Αλλά τις κατασκεύαζε ένας στη Θεσσαλονίκη. Όχι συνηθισμένη ρόμπα, κάτι στολίσματα και τέτοια. Τα βλέπω εγώ, «Και εγώ» λέω «μπορώ να τα κάνω αυτά». Ξηλώνω μία ρόμπα, βγάζω πατρόν, παίρνω 15-20 τόπια από έναν που ήμασταν πελάτες, τον Τριαντόπουλο, τον αναφέρω τον Τριαντόπουλο, γιατί ήταν γνωστός στην Έδεσσα. Είχε ξεκινήσει κάποτε δήθεν να κάνει μία βιοτεχνία και όχι, δεν την έκανε. Καθόμουν, έκανα πατρόν, τα μεγάλωσα λίγο, τα πιο μεγάλωσα λίγο, έκανα από 46 μέχρι 52-53. Τότε ήταν όλες αδύνατες, το συνηθισμένο νούμερο ήταν το 46. Τα έδινα σε γυναίκες έξω, τα έραβαν, μου τα έφερναν και τα πουλούσα, 15-20 κάθε εβδομάδα έφτιαχνα τέτοια. Αργότερα πήρα θάρρος, έκανα και φορέματα. Βρήκα ένα φόρεμα, καλοκαιρινό μιας χρονιάς, το οποίο είχε πάει πάρα πολύ. Την άλλη χρονιά ξηλώνω ένα που μου είχε μείνει, βγάζω πατρόν, 44 νούμερο ή 46, δεν θυμάμαι, 44, το μεγαλώνω 46, το μεγαλώνω 48, τρία νούμερα, 44, 46, 48, παραπάνω δεν υπήρχανε. Το 48 εθεωρείτο χοντρή η γυναίκα που το φορούσε. Στο τέλος το πιο μικρό νούμερο ήταν το 52 που πουλούσαμε. Η ευμάρεια βλέπεις και έτσι. Και είχα ράψει αρκετά φορέματα. Κανά 200-300 φορέματα είχα ράψει και το καλοκαίρι. Αλλά πήγα και σε έναν γνωστό μου στην Αθήνα, που είχε μία, δούλευε σε έναν, Χρυσανθακόπουλος έτοιμα ενδύματα στην Πανεπιστημίου, ήταν διευθυντής πωλήσεων αυτός. Του λέω «Κοίταξε, θέλω πατρόν για φορέματα». Παραγγέλνει σε μία κοπέλα, «Θα βγάλεις 3-4 πατρόν. Από τα 3-4 πατρόν, τα 1-2 πήγαν πάρα πολύ. Σε όλα έβγαλα φυσικά φορέματα, όλα πουλήθηκαν, αλλά τα 2-3 πήγαν πάρα πολύ και επαναλάμβανα, κάτι κάρο ωραία μάλλινα υφάσματα και λοιπά και αυτά.
Άρα πέρα από το εμπόριο είχατε βάλει και ραφείο;
Όχι, το ραφείο έξω ήτανε, εγώ τα έκοβα την ώρα που, το μεσημέρι που κλείναμε το μαγαζί, πήγαινα, έτρωγα και γύριζα τακ, τακ, ναι. Αργότερα έκανα και παντελόνια γυναικεία. Είχα βρει μία βιοτεχνία, ένας Εδεσσαίος ήτανε, ένας Ναουσαίος ήτανε, που έκανε υφάσματα παντελονιών ανδρικών. Εγώ το έκανα σε γυναικείο. Βρήκα ένα πατρόν, το έκανα, το έδινα σε κάτι κοπέλες εκεί πέρα, που είχαμε μία μηχανή. Αβέρτα πουλούσα. Είχα και καλό εμπόρευμα, είχα και πολύ καλό ύφασμα και καλή τιμή και πολλά πουλούσα και από κείνα. Αυτά.
Πολύ ωραία.
Μετά έγιναν κι άλλα μαγαζιά φυσικά και η δουλειά σιγά σιγά συρρικνώθηκε. Έγιναν άλλα ένα, δύο,[00:40:00] τρία μαγαζιά στο είδος μας, λίγο αργότερα άνοιξε κι άλλος, τέσσερα, λίγο αργότερα άνοιξε και άλλος, πέντε, και φυσικά η δουλειά μοιράστηκε, γιατί και αυτοί ήταν πολύ καλοί έμποροι. Αυτά.
Να 'στε καλά. Σας ευχαριστώ.
Να 'σαι καλά.
Α, να σου πω και κάτι άλλο, αυτό που είναι, το ξέχασα. Ο πατέρας μου εθεωρείτο Μικρασιάτης, αδιάκριτο αν η γιαγιά μου ήταν από τη Σιάτιστα. Η γυναίκα του, η μάνα μου δηλαδή, εθεωρείτο ντόπια. Εκείνη την εποχή ντόπιοι και Μικρασιάτες, λίγο... Τι είναι;
Πείτε…
Λίγο δεν έδεναν πολύ και εθεωρείτο παράξενο να παντρευτεί ένας ντόπιος μία Μικρασιάτισσα, ή το αντίθετο. Η θεία μου που έφτιαξε τα προξενιά, τους πάντρεψε κιόλας και έμεινε όλη η Έδεσσα έκπληκτη. Ήταν το δεύτερο συνοικέσιο μεικτό που είχε γίνει στην Έδεσσα, το 1926. Αν δεν πιστεύεις, εδώ είναι η βέρα της γιαγιάς μου. Πρέπει να γράφει κάπου εκεί πέρα, εγώ δεν βλέπω πια.
Ναι.
Η οποία είναι 84 ετών. Έχω και κάτι κουταλάκια του μπαμπά μου, του παππού μου, ασημένια, από το 1907. Ενός αιώνος και κάτι. Τα έχω δώσει σε αυτές τώρα, κρατάω ένα από τον έναν παππού και από ένα από τον άλλον, να τα πάρουν μόλις πεθάνουμε, όχι πριν πεθάνουμε.
Και έτσι όπως ήταν μεικτός ο γάμος, τα σόγια τους τα βρίσκαν καλά;
Τα σόγια τους το δέχτηκαν, εντάξει, ναι. Μάλιστα η μαμά μου μου έλεγε, ο πατέρας μου δεν μιλούσε και πολύ για αυτά, ήρθαν και μας έδωσαν συγχαρητήρια και ντόπιοι και πρόσφυγες, που σπάσαμε το φράγμα αυτό. Αλλά να σου πω και κάποιοι άλλοι, που δεν έσπασαν το φράγμα, το 1953 αρραβωνιάστηκε η αδερφή μου. Η αδερφή μου, ο πατέρας μου πρόσφυγας, εθεωρείτο Μικρασιάτισσα, προσφυγόπουλα. Ο γαμπρός, ο μέλλων άντρας της, ήταν ντόπιος, από ντόπια οικογένεια μεγάλη και εκείνος. Αρραβωνιάζονται, το μαθαίνει το σόι, πηγαίνουν στην πεθερά μου. «Μαρέ Νίτσω», Θεονίτσα τη λέγανε, Νίτσα τη φωνάζανε. «Ζαλουντέχτε;», τρελαθήκατε, «Έδωσες» στα εντόπικα αυτά, δεν τα ξέρω πια, «έδωσες τον γιο σου σε μουτζίρκα;», πρόσφυγα. Μέχρι το '52, '53, '54, υπήρχε σε πολλούς αυτός ο απομονωτισμός, ναι. Τώρα πια όλοι είναι μεικτοί.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Εγώ περίμενα το ευχαριστώ σου, να σου πω.
Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να 'σαι καλά, κούκλα μου. Το κάνω για τον παππού σου.
Summary
Ο αφηγητής αναφέρεται στην ιστορία της οικογένειας του πατέρα του από τη Μικρά Ασία, πώς έφτασαν στην Έδεσσα και πώς ξεκίνησαν να ασχολούνται με το εμπόριο υφασμάτων. Επίσης διηγείται την ιστορία της οικογένειας της μητέρας του, που καταγόταν από την Έδεσσα. Μιλάει για τις παιδικές του αναμνήσεις από την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής, καθώς και για το εμπόριο υφασμάτων με το οποίο ασχολήθηκε, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του.
Narrators
Αθανάσιος Χατζηαντωνίου
Field Reporters
Κέκη Μαρία
Historical Events
Tags
Interview Date
14/09/2020
Duration
42'
Summary
Ο αφηγητής αναφέρεται στην ιστορία της οικογένειας του πατέρα του από τη Μικρά Ασία, πώς έφτασαν στην Έδεσσα και πώς ξεκίνησαν να ασχολούνται με το εμπόριο υφασμάτων. Επίσης διηγείται την ιστορία της οικογένειας της μητέρας του, που καταγόταν από την Έδεσσα. Μιλάει για τις παιδικές του αναμνήσεις από την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής, καθώς και για το εμπόριο υφασμάτων με το οποίο ασχολήθηκε, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του.
Narrators
Αθανάσιος Χατζηαντωνίου
Field Reporters
Κέκη Μαρία
Historical Events
Tags
Interview Date
14/09/2020
Duration
42'