Age Restricted Interview
This interview is only available to users who are eighteen years old or over.
Από τη Γερμανική Κατοχή στην κρίση της Ελλάδας: Ιστορίες από τα μακεδονικά εδάφη
Segment 1
Η οικογένεια, η εκπαίδευση του αφηγητή, η εργασιακή απασχόληση και η απειλή του πολέμου
00:00:00 - 00:11:47
Partial Transcript
Το όνομά σας. [...] Ωραία. Κ.Α.: Σ. Ονομάζομαι Ξενιτέλλη Παναγίτσα, είμαστε στη Θεσσαλονίκη και σήμερα είναι 3 Νοεμβρίου του 2019. Ν…αι. Κοντά στην Άγκυρα. Και γνωριστήκαν εδώ πέρα όταν ήρθανε; Ναι, γνωριστήκανε απάνω στους ποταμούς. Ναι. Ρώτα να σε απαντώ, κορίτσι μου.
Lead to transcriptTopics
Segment 2
Ιστορίες από τα χρόνια πολέμων: Βουλγαρικά-Γερμανικά στρατεύματα, ο Εμφύλιος Πόλεμος και η συμμετοχή του πατέρα σε αντάρτικες ομάδες
00:11:47 - 00:21:59
Partial Transcript
Ωραία. Εσείς θυμάστε καθόλου ιστορίες από τον πόλεμο; Από τον πόλεμο... Εκεί στη Δράμα ποιοι είχαν καταλάβει... Όχι, στη Δράμα ήμουνα στ…στη Γιουγκοσλαβία και στη Βουλγαρία, από δω και από κει, και επικράτησε ο Ελληνικός Στρατός, το καθεστώς αυτό που ζούμε τώρα, σήμερα. Αυτά.
Lead to transcriptLocations
Segment 3
Ιστορίες από τη θητεία στην Αεροπορία και η οικονομική κρίση του παρόντος μέσα από τα μάτια του αφηγητή
00:21:59 - 00:38:43
Partial Transcript
Μάλιστα. Και μετά εσείς, είπατε, πήγατε στην Παλαιοκώμη, δουλέψατε... Ναι, αυτά τα είπαμε. Δουλέψαμε. Και κατεβήκατε Αθήνα για πιο καλή δ…ποτα. Εντάξει, σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Εντάξει είναι; Ναι. Κάναμε τίποτα ή «αέρα πατέρα»; Όχι, ευχαριστώ πολύ για όλα. Άντε καλά!
Lead to transcriptTopics
Locations
Segment 1
Η οικογένεια, η εκπαίδευση του αφηγητή, η εργασιακή απασχόληση και η απειλή του πολέμου
00:00:00 - 00:11:47
[00:00:00]Το όνομά σας.
[...]
Ωραία.
Ονομάζομαι Ξενιτέλλη Παναγίτσα, είμαστε στη Θεσσαλονίκη και σήμερα είναι 3 Νοεμβρίου του 2019.
Ναι.
Κατ’ αρχήν, πείτε μου πότε γεννηθήκατε.
Το 1936 σ’ ένα χωριό ακριτικό.
Κατάγεστε από εκεί;
Εκεί γεννήθηκα. Προτού τον πόλεμο κατεβήκαμε στην Παλαιοκώμη το 1939. Οι γονείς μας κατεβήκανε εκεί, εγώ ήμουνα τριών χρονών. Γιατί ήδη είχε ξεκινήσει ο πόλεμος στην Ευρώπη. Εδώ ήρθανε πιο αργά, πιο... Άργησε κανέναν χρόνο, δύο χρόνια. Στην Παλαιοκώμη, δηλαδή κοντά κοντολογίς στον δήμο Αμφιπόλεως.
Σερρών. Το 1946 γιατί την Κατοχή την περάσαμε στον δήμο Αμφιπόλεως, δηλαδή στην Παλαιοκώμη. Το '46 αρχίζει ο ανταρτοπόλεμος μετά την απελευθέρωση και η οικογένειά μου, εμείς δηλαδή, εγώ ας πούμε με κάνα δύο αδέρφια, γιατί ήμαστε στο σύνολό τους πέντε αδέρφια, δύο γονείς και μια γιαγιά, στο σύνολο οχτώ, πήγαμε στη Δράμα, στους Αμπελοκήπους της Δράμας. Και πήγαινα στο Δημοτικό σχολείο στον σταθμό. Στη Δράμα, κορίτσι μου, έκανα πολλές δουλειές, 13 χρονών-12 χρονών. Από μικροπωλητής, από γκαζόζες, από μεταφορές, ό,τι μπορεί να φανταστείς, γιατί ήτανε το κέντρο διερχομένων του στρατού τότε και είχε πολύ κόσμο. Και λόγω της Κατοχής και μετά τον ανταρτοπόλεμο, όλοι από τα γύρω χωριά μαζευτήκανε στις πόλεις, μαζευόντουσαν στις πόλεις. Στη Δράμα δηλαδή όλη η μεθόριος απάνω, Νευροκόπι και όλα αυτά τα χωριά κατεβήκανε στη Δράμα. Κοντολογίς, τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στη Δράμα. Το '50 κατεβαίνω και εγώ μαζί με την οικογένεια στην Παλαιοκώμη. Το '53 πηγαίνω στη σχολή, την Τεχνική Σχολή στην Αλεξανδρούπολη. Όταν έβγαλα το Δημοτικό –γιατί το Δημοτικό τότε το βγάζαμε και σε μεγάλη ηλικία ξέρεις.
Γιατί μεσολάβησε ο πόλεμος και στο... Να φανταστείς ήμασταν έντεκα χρονών και ήμασταν τρίτη τάξη, γιατί πήγαμε στο Δημοτικό εννιά χρονών-δέκα. Το '53 πηγαίνω στη Βασιλική Σχολή, Τεχνική Σχολή της Βασίλισσας τότε, του Βασιλέως μάλλον, στην Αλεξανδρούπολη. Και από εκεί παίρνω ένα πτυχίο να πούμε καμιά σαράντα εκατοστά σαν επαγγελματίας χρώστης, τουτέστιν ελαιοχρωματιστής. Και όταν κατέβηκα στο χωριό σου λέει: «Ήρθε πτυχιούχος βαφέας!». Tότε δεν ξέραμε και τι ήταν η βαφή, ας πούμε, ξέρω ‘γω, αλλά εκεί τα μάθαμε. Τώρα προσωπικά είναι αυτά κοντολογίς. Δούλεψα στην Παλαιοκώμη κάτι κοινότητες, κάτι οι αυτοί που είχανε, οι λεφτάδες δηλαδή που θέλανε να βάψουνε, κάτι κοριτσάκια που θέλανε να φτιάξουνε το σπίτι με κάτι μπουρντούρες και κάτι ταπετσαρίες. Εγώ ήμαν μέσα σε όλα. Το '50 μέχρι το... Αυτό, το '53 ήμουν εκεί, μέχρι το '57 στην Παλαιοκώμη, δούλευα αυτές τις δουλειές. Το '57 κατεβαίνω στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη έπιασα δουλειά εκεί σ’ έναν εργολάβο και δουλεύαμε σαν βαφείς. Έκανα και τα χαρτιά μου για τη Γερμανία, γιατί τότε έφευγε ο κόσμος όλος για... Στην Ευρώπη. Πολλοί φίλοι μου και γνωστοί είχαν φύγει και ήδη είναι εκεί. Άλλοι γυρίσανε, άλλοι δεν γυρίσανε ποτέ, άλλοι στην Αυστραλία τους έφαγε... Λοιπόν, το ακυρώσαμε και δεν πήγαμε στη Γερμανία κοντολογίς και μείναμε εδώ. Δεν έχω παράπονο που έμεινα εδώ, έκανα διάφορες δουλειές. Η δουλειά μου ήτανε αυτή, χρώστης, ελαιοχρωματιστής. Τώρα, δεν έχω παράπονο από τη δουλειά μου, διότι η δουλειά μου με απέφερε πολλά και δούλεψα πολλά.
Είχα κάνει, είχα βάψει να πούμε το εργοστάσιο ζάχαρης στο Πλατύ. Στα Γιαννιτσά είχαμε κάνει του Κωνσταντινίδη το κλωστοϋφαντουργείο το '74-'73 μάλλον. Το '72-'71 ήμουνα πάνω[00:05:00] στο Μπέλες, να πούμε, βάφαμε και φτιάχναμε τα πολυβολεία. Υπάρχουν κρυφά πολυβολεία εκεί. Δηλαδή, και χώρια το Γυμνάσιο στο Ζαγκλιβέρι και κάτι, ξέρεις, όταν πας σε ένα χωριό οι «σορβατσίδες» οι λεγόμενοι, λεφτάδες δηλαδή, αυτοί φωνάζουνε τον βαφέα, «Ωραίο πράγμα έχει κάνει και σ’ εμένα, και σ’ εμένα, και σ’ εμένα» και πήγα, να πούμε, καλοκαίρι και έφυγα τον χειμώνα με το παλτό. Εδώ γνωριστήκαμε με την κυρία το '57 και παντρευτήκαμε το... Ήμασταν κάπου πέντε-έξι χρόνια αρραβωνιασμένοι και παντρευτήκαμε το '62. Το '63 σχεδόν παντρεύτηκα και έβαφα εγώ τα δικαστήρια, το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Τότε ήταν εκεί στην Αντιστάσεως, πάνω από τον Λευκό Πύργο. Εκεί ήταν τα δικαστήρια όλα.
Μπα, εκείνα διαλύθηκαν τώρα, έγιναν άλλα και άλλα, έγινε... Ως προς τη ζωή μας αυτά. Λοιπόν, αγοράσαμε το οικόπεδο αυτό, φτιάξαμε σπίτι. Κάθε δέκα χρόνια και φτιάχναμε ένα σπίτι. Τα χρόνια δύσκολα, λεφτά λίγα αλλά είχαν αξία, είχαν αξία. Δηλαδή, έπαιρνες ένα μεροκάματο. Βέβαια, έκανα και άλλες δουλειές, ας πούμε, αλλά κάναμε και οικονομία, ρε αδερφέ.
Ναι, κάναμε και τους εργολάβους λίγο. Στο όνομα της κυρά [...] μια οικοδομή, στο όνομα το δικό μου μια άλλη, όλο και κάτι θα αφήσει. Αποτέλεσμα αυτών είναι σήμερα να ζούμε μια καλή ζωή, μια ήσυχη και μαζεμένη ζωή. Το σπίτι αυτό που βλέπεις είναι δικό μας, Δόξα τω Θεώ, δεν έχουμε πρόβλημα, δεν μας βγάζουν έξω. Τώρα στον ανταρτοπόλεμο, εγώ δεν τον έζησα και πολύ γιατί ήμουν στη Δράμα. Και σαν αστικοί που ήμασταν εκεί, ας πούμε, περιμέναμε τώρα θα κατεβούν οι αντάρτες, ύστερα θα κατεβούν, κατεβήκανε μέχρι...
Όχι, είχαμε Βούλγαρους στην Παλαιοκώμη. Στην Παλαιοκώμη παίρναμε και συσσίτιο από τους Βουλγάρους να πούμε. Εμείς ήμασταν εννιά χρονών, οκτώ χρονών, τεσσάρων χρονών πηγαίναμε με τη καραβάνα και αυτοί μας δίνανε, ξέρω ‘γω. Είχαμε... Και τώρα, όταν πάω στο χωριό, πολλές φορές συζητάω με κάτι φίλους, λέω: «Θυμάσαι να πούμε όπως πήγαινε το αμάξι το βουλγάρικο και πέσανε κάτι φρατζόλες, ένα σακί και τα πήραμε και τα κρύψαμε σ’ ένα...;».
Ναι, φτώχεια με τη φλογέρα. Αυτά ένα κομμάτι. Τι άλλο θες, κορίτσι μου;
Κατ’ αρχήν, η καταγωγή των γονιών σας, ας πούμε, είναι από το...
Οι γονείς μας είναι από την Τουρκία. Το '22 ήρθαν εδώ.
Από ποια περιοχή της Τουρκίας;
Κοντά στην Άγκυρα.
Έφυγαν με την ανταλλαγή;
Ναι.
Τους κυνήγησαν οι Τούρκοι;
Όχι. Με την ανταλλαγή ήρθαν, με την ανταλλαγή.
Ωραία.
Ο μπαμπάς μου να φανταστείς τότε θα ήταν 21 χρονών όταν ήρθε εδώ και έκανε και τον κουρέα να πούμε στον Πειραιά. Για τους αυτούς που ερχόντουσαν τους κούρευε μ’ ένα, όπως μας έλεγε, με μια μηχανή που κουρεύουν τα...
Τα ζώα.
Τ’ άλογα.
Α, είναι πόντιοι καταγωγή.
Ναι.
Έχουν κάποια ιστορία εκεί με τους διωγμούς που υπέστησαν, δυσκολίες;
Όχι, θα έλεγα, δεν... Ζήσαμε εκεί. Ο μπαμπάς μου ήταν νεαρός, ας πούμε, με την μάνα μου δεν είχαν γνωριστεί. Η γιαγιά μου είχε τρία παιδιά, δηλαδή τον μπαμπά και δύο αδερφές που είχε. Χήρα ήτανε και είχε κολλήσει να πούμε σ’ ένα σόι και κοίταζε να βολέψει τον γιο της να είναι σε μια δουλειά, να παράγει, να κάνει, να ράνει. Και δουλεύανε με τους Τούρκους. Να φανταστείς ότι όταν ήρθε ο μπαμπάς μου από την Τουρκία ήταν με το φέσι. Τους δώσανε τα σπίτια πάνω στη Μικρομηλιά Δράμας και, όταν τους πήγανε, στείλανε μια επιτροπή από εδώ –επί Βενιζέλου γίνονται αυτά– στείλανε μια επιτροπή να πάει να δει πού θα μείνουνε. Γιατί από εδώ φύγανε και δεν καθόντουσαν εδώ γιατί υπήρχε αρρώστια, ελονοσία. Και πήγανε απάνω στα ψηλά βουνά, πραγματικά βουνά πάνω από το Νευροκόπι. Εκεί έτυχε[00:10:00] να πάνε την περίοδο που είχε τα φρούτα. Βρήκανε καρύδια, βρήκανε μήλα, βρήκανε αυτά, σου λέει «Αμάν, εδώ θα κάτσουμε!». Βρήκανε και κάτι σπίτια παλιά ερειπωμένα τούρκικα, τα οποία αντικαταστάθηκαν, κάτσανε εκεί. Εγώ τα πρόλαβα, τα έζησα τα σπίτια τους και ύστερα φτιάξανε καινούργια σπίτια. Αλλά θέλω να πω στην Μικρομηλιά Δράμας, το '36 γεννήθηκα. Το '39 φύγαμε εμείς από εκεί, κατεβήκαμε στην Παλαιοκώμη. Στην Παλαιοκώμη μέναμε από δω και από κει, ώσπου κάναμε σπίτι δικό μας ύστερα το '50. Και εξακολουθούμε να το έχουμε το σπίτι.
Στην Παλαιοκώμη γιατί κατεβήκατε;
Το '39.
Το '39 γιατί;
Γινόταν ο πόλεμος στην Ευρώπη.
Οπότε είχατε...
Προτού γίνει ο πόλεμος στην Ελλάδα κατεβήκαμε εμείς. Οι γονείς.
Πριν γίνει η εισβολή.
Ναι, προτού γίνει ο πόλεμος. Στην Ευρώπη, στην Πολωνία είχε γίνει ήδη, η Γερμανία είχε γίνει στον πόλεμο και είχαν διορατικότητα οι γονείς να κατεβούμε σου λέει κάτω γιατί έχουν συγγενείς. Να πάμε. Η γιαγιά είχε την αδερφή της κάτω στην Παλαιοκώμη, «Να πάμε κοντά στην αδερφή, θα αργήσει ώσπου να έρθει ο πόλεμος εδώ», αλλά ο πόλεμος έφτασε γρήγορα. Το '40 έγινε και στην Παλαιοκώμη. Έφτασε και στην Ελλάδα κοντολογίς.
Και η μαμά σας από την Τουρκία;
Και η μαμά μου από την Τουρκία, είναι από το Πόσικ της Τουρκίας. Ο μπαμπάς μου κανονικά είναι από το Τέκτερσι, έτσι λέγεται. Κοντά στην Άγκυρα.
Και γνωριστήκαν εδώ πέρα όταν ήρθανε;
Ναι, γνωριστήκανε απάνω στους ποταμούς. Ναι. Ρώτα να σε απαντώ, κορίτσι μου.
Segment 2
Ιστορίες από τα χρόνια πολέμων: Βουλγαρικά-Γερμανικά στρατεύματα, ο Εμφύλιος Πόλεμος και η συμμετοχή του πατέρα σε αντάρτικες ομάδες
00:11:47 - 00:21:59
Ωραία. Εσείς θυμάστε καθόλου ιστορίες από τον πόλεμο;
Από τον πόλεμο...
Εκεί στη Δράμα ποιοι είχαν καταλάβει...
Όχι, στη Δράμα ήμουνα στον ανταρτοπόλεμο. Στον πόλεμο ήμασταν στην Παλαιοκώμη. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, ξέραμε ότι είχαμε τους Βουλγάρους.
Είχατε Βουλγάρους.
Ναι, είχαμε τους Βουλγάρους εκεί. Ξέραμε ότι υπήρχε μια καταπίεση, αλλά υπήρχε μπορώ να σου πω... Δηλαδή, ζήσαμε ορισμένα πράγματα. Ας πούμε, εμείς πιτσιρικάδες ακούγαμε μια δόση μέσα στον θάλαμο. Ένας αξιωματικός Βούλγαρος έδερνε τον στρατιώτη. Και τον έδερνε γιατί πείραξε μια κοπέλα.
Ναι, λοιπόν, κατά τ’ άλλα...
Άλλο στη Δράμα, στο Δοξάτο. Έκαναν, κάψανε το Δοξάτο οι Βούλγαροι. Και στη Δράμα είχανε ζημιές. Αλλά στην Παλαιοκώμη αγγαρεία βουρ. Μαζεύανε και άντε στην αγγαρεία.
Εσείς ήσασταν μικρός, δεν σας επηρέασε πολύ.
Βλέπαμε τα αεροπλάνα που περνούσαν για... Τα γερμανικά που πηγαίνανε για Κρήτη. Και τα βλέπαμε και λέγαμε: «Ωωω». Χαζεύαμε, τίποτα άλλο. Δηλαδή φύγανε ύστερα. Θυμάμαι, ας πούμε, όταν φύγανε οι Γερμανοί κάτω από τον σταθμό της Αμφίπολης, εκεί είχανε αφήσει και πράγματα. Και βλέπω τη μαμά μου που πάει και φορτώνεται ένα σακί, τότε θα ήταν 35 χρονών-40, τόσο. Φορτώνεται και κουβαλούσε. Δηλαδή κοιτάζανε πώς θα τη βγάλουνε. Γιατί στην Παλαιοκώμη εμείς δεν είχαμε κτήματα. Οι ντόπιοι είχαν τα χωράφια τους, είχαν τις καλλιέργειές τους, είχαν τα σιτηρά τους, άρα εμείς δουλεύαμε στους άλλους. Και ύστερα μας δώσανε, το '50-'51 μας δώσανε κλήρο. Όταν μας τον δώσανε, φύγαμε και εμείς και ήρθαμε Θεσσαλονίκη. Πάμε σε καλύτερα μέρη που λέμε. Αυτά.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ή μετά του Εμφυλίου, εσάς οι γονείς σας ή κάποια αδέρφια σας πολέμησαν;
Ο μπαμπάς μου το '46 πήγε χωροφύλακας. Έκανε περίπου μέχρι το '50. Ναι, τέσσερα χρόνια, τότε θα ήταν 38-39 χρονών. Υπηρέτησε στα Πορόια και από δω και από κει.
Στις Σέρρες.
Και ύστερα στον πόλεμο δεν είχαμε βρεθεί, όχι.
Εμείς ήμασταν μικροί. Ούτε και τα αδέρφια μου. Οι άλλες οι αδερφές μου οι πιο μεγάλες πέρα από μεροκάματο να κάνουνε... Οι Βούλγαροι άμα μας παίρνανε αγγαρεία, δουλεύαμε στην αγγαρεία. Όχι εγώ, οι άλλοι. Τα νέα τα παιδιά, τα μεγαλύτερα. Οι γονείς μου δεν πήραν μέρος σε κανέναν πόλεμο, όχι.
Εσείς κατά τον Εμφύλιο θυμάστε γεγονότα με τους αντάρτες ή μ[00:15:00]ε τον στρατό;
Τα περισσότερα γεγονότα με τους αντάρτες τα θυμάται, τα θυμόταν η αδερφή μου η συγχωρεμένη, αλλά όταν κατεβήκαμε στο χωριό μάς λέγανε, μάς διηγήθηκαν πώς κατέβηκαν οι αντάρτες και πήρανε κάποιον, τον Δανιήλ τον λεγόμενο, και αυτή που τον σταύρωσε στον τοίχο ήτανε κοπέλα. Μια αντάρτισσα τον έβαλε, έτσι, στο πλάι και με καρφί να πούμε τον κάρφωσαν, ναι. Είναι γεγονότα τα οποία μας τα είπαν, τα ζήσαμε. Και ύστερα, όταν ωριμάσανε τα πράγματα και ήρθε η κατάσταση πιο ομαλή, ο αδερφός του σκοτωμένου πήρε κλαδιά, τσαλιά και έβαλε στο σπίτι του αλλουνού που ήταν υπεύθυνος ντεμέκ για τη δολοφονία, και θα έβαζε φωτιά. Και έβαλε φωτιά, και φευγατήσανε την οικογένεια από πίσω. Και έβαλε φωτιά το σπίτι γιατί σκότωσαν τον αδερφό του. Αυτά θυμόμαστε. Οι αντάρτες κάνανε πολλά. Δηλαδή, στην Παλαιοκώμη κάψανε το... Κάψανε σπίτια και κάψανε το σχολείο, και το σχολείο το έκαψε πρώην δάσκαλος. Ιωαννίδης λεγότανε; Κάπως έτσι. Ναι, σαν αντάρτης κατέβηκε να πούμε και κάψανε το σχολείο. Και ύστερα το '50-το '55 φτιάχτηκε το σχολείο από την αρχή πάλι.
Ο μπαμπάς σας κατέβηκε, δεν σκοτώθηκε στον πόλεμο;
Όχι. Ο μπαμπάς μας έχει και αυτός την ιστορία του, επειδή το θέτεις έτσι, να πούμε.
Ναι, για πείτε μου.
Έχει μια ιστορία καλή. Ο μπαμπάς μου, επειδή ήτανε στον ανταρτοπόλεμο στην Παλαιοκώμη, δεν ήξερε πολλά πράγματα και δεν ήταν κομματικοποιημένος. Δεν είχε ιδέα. Τον λένε, το Κόμμα: «Έχουμε δύο κρατουμένους. Θα πάρεις ένα κάρο και θα τους βάλεις απάνω και θα τους πας στη Ζίχνη». Η Ζίχνη ήταν περιφέρεια. Λέει: «Να τους πάω». Του δίνουν και ένα περίστροφο, το βάζει εδώ, με το άλογο, με το κάρο να τους πάει στη Ζίχνη. Τους παραδίδει εκεί.
Όχι χωροφύλακας.
Τίποτα δεν ήταν τότε. Ύστερα από εκείνο πήγε χωροφύλακας. Γυρίζει στο χωριό, τον λένε: «Πώς πήγε, τι έκανες;». Λέει: «Να, είδα τον έναν, είδα τον άλλον». Τότε γινόταν, δεν ήξερε... Γινόταν μια αναμπουμπούλα, ρε παιδί μου, δηλαδή σκότωνε ο ένας τον άλλο. Είχε προηγούμενα; Τον καθάριζε χωρίς να δώσει λογαριασμό γιατί τον φάγανε, και τελείωσε. Λέει: «Ρε παιδιά», λέει, «οι αντάρτες...», αυτό το πρόλαβα και εγώ γιατί κατεβαίνανε από το Παγγαίο και το σχολείο πήγαινε και χειροκροτούσαμε που κατεβαίνανε με τ’ άλογα. Κατεβαίνουνε αλλά οι αντάρτες ήτανε δύο λογιών. Ήταν οι αντάρτες να πούμε οι αριστεροί και ήταν και οι αντάρτες του Αντώσεβουτς απάνω στο Πότσδαμ. Κατεβαίνουνε. Χαιρετούσαμε. Μόλις χαιρετάνε, εκείνοι μας κάνανε έτσι, μας βρίζει, ενώ χαιρετούσανε κομμουνιστικά κοντολογίς. Έφυγε ο μπαμπάς μας από την Παλαιοκώμη, γιατί εκεί που δεν πήγαινε στην εκκλησία, εκείνη την ημέρα πήγε στην εκκλησία και του λέει ένας συγχωριανός: «Πήγες επάνω στη Ζίχνη;». Λέει: «Ναι». «Πώς τα πας;», «Καλά». «Δεν μου λες, εκεί είδες τον τάδε, είδες τον τάδε;», ρωτάει. Λέει: «Ναι, είδα». Ρωτάει τώρα και ο μπαμπάς μου: «Δεν μου λες», του λέει, «αυτοί που κατεβαίνουν, οι αντάρτες, οι άλλοι γιατί δεν κατεβαίνουν από πάνω;». Δηλαδή, είχε τα ξαδέρφια του, είχε τους φίλους του, τους παιδικούς, και αυτούς. Λέει: «Αυτοί είναι παοτζήδες, αυτοί ανήκουν σε άλλο στρατόπεδο». «Α, δηλαδή εγώ τι είμαι;». Δεν ήξετε τι είναι. Λέει: «Δεν ξέρω τι είσαι, αλλά πάντως», λέει, «εμείς τους ψηλούς τους “κονταίνουμε”», ο άλλος. Αυτή η κουβέντα και μόνο ήταν αρκετό. Αρχίζει και δούλευε αντίστροφα το μυαλό του ανθρώπου. Λέει: «Πρέπει να φύγω». Αυτή είναι η ιστορία του μπαμπά. Και σηκώνεται και πάει στο Ροδολίβος μαζί με έναν ξάδερφό του, ο οποίος ήτανε του Κόμματος. Λέει: «Μαζί μου θα πάει». Πάνε στο Κόμμα, κάθονται τρώνε στο Κόμμα και από εκεί βρίσκει τον γραμματέα που ήταν στο Κόμμα και του λέει: «Ρε Γιαννάκο», ήτανε και μετά τον πόλεμο πάλι γραμματέας στο χωριό, «Ρε Γιαννάκο», του λέει, «δώσε μου να πούμε μια άδεια να πεταχτώ μέχρι τη Δράμα, πονάει το στομάχι μου, και να γράψω κάτι φάρμακα[00:20:00]». «Να πας». Πάει εκεί και από εκεί ανεβαίνει να πούμε στη Ραβίκα –Καλλίφυτος λέγεται η Ραβίκα– κατεβαίνουν οι αντάρτες από πάνω, του καπετάν Αναστάση, του Φωστερίδη, και όλοι ήτανε γνωστοί, φίλοι του παλιοί από εκεί από τα χωριά της Δράμας. Τον πήρανε και αυτός και έμεινε, έκανε αντάρτης. Και με εκείνο το αντάρτικο ύστερα πήγε χωροφύλακας. Αφού κατέβηκε, το ξεπέρασε, ωρίμασαν τα πράγματα, ησύχασαν και πήγε. Έκανε και καμία 3 χρόνια-4 χωροφύλακας και ύστερα απολύθηκε και έκανε τον χτίστη.
Οπότε μέχρι πότε πολεμούσε με τους αντάρτες;
Μέχρι και το '50.
Και μετά έκανε χωροφύλακας;
Ναι, μέχρι... Ναι. Με τους αντάρτες το '49 τελείωσε ο πόλεμος. Το '49 το θυμάμαι και εγώ να πούμε. Ήμασταν στην πλατεία της Δράμας όταν βγήκε ο Βασιλεύς ο Παύλος και έδινε λόγο εκείνη την ημέρα και κάποιος τον πλησίασε και κάτι τον είπε. Σκύβει αυτός, το ακούει και γυρίζει: «Αυτή τη στιγμή σας πληροφορώ ότι έπεσε ο Γράμμος και το Βίτσι».
Αυτό εσείς το ακούσατε από ράδιο;
Όχι. Από τα χείλη του Βασιλέως.
Ήτανε στην...
Στο μπαλκόνι του δήμου στη Δράμα.
Στη Δράμα.
Στην πλατεία μέσα.
Εσείς είχατε κατέβει για να τον δείτε;
Ναι, αυτό, το '49 εκεί ήμουνα. Το '50 έφυγα από τη Δράμα και κατέβηκα στην Παλαιοκώμη.
Κατάλαβα.
Το '49 έχει λήξει σχεδόν... Δηλαδή με το που έπεσε το Βίτσι και ο Γράμμος τελείωσε ο πόλεμος. Αυτοί που μείνανε φύγανε στη Σερβία, στη Γιουγκοσλαβία και στη Βουλγαρία, από δω και από κει, και επικράτησε ο Ελληνικός Στρατός, το καθεστώς αυτό που ζούμε τώρα, σήμερα. Αυτά.
Segment 3
Ιστορίες από τη θητεία στην Αεροπορία και η οικονομική κρίση του παρόντος μέσα από τα μάτια του αφηγητή
00:21:59 - 00:38:43
Μάλιστα. Και μετά εσείς, είπατε, πήγατε στην Παλαιοκώμη, δουλέψατε...
Ναι, αυτά τα είπαμε. Δουλέψαμε.
Και κατεβήκατε Αθήνα για πιο καλή δουλειά;
Για πού;
Στη Θεσσαλονίκη, συγγνώμη.
Υπήρχε η εσωτερική αιμορραγία, γιατί τότε υπήρχε ο εσωτερικός μεταναστευτισμός. Η μετανάστευση ξεκίνησε σχεδόν το '58-'59. Έβλεπες από τα χωριά δεν είχε δουλειές και φεύγανε στη... Κατεβαίνανε εδώ, δουλεύανε εργάτες. Εγώ στο κάτω κάτω ήμουν και τεχνίτης. Και σαν μάστορας ήρθα και με το που ήρθα έπιασα δουλειά.
Εσείς πήγατε στο σχολείο; Πότε πήγατε σχολείο;
Σχολείο πότε;
Ναι.
Το '53.
Το '53.
Το '52, το '53 πήγα στη σχολή στην Αλεξανδρούπολη, πήρα ένα πτυχίο από εκεί, κατέβηκα, δούλεψα μέχρι το '57 στο χωριό διάφορες δουλειές, δηλαδή απάνω στα επάγγελμά μου, και ύστερα κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη και δουλεύαμε σε οικοδομές.
Ε;
Ναι, ναι. Έχουμε και αυτό. Γιατί περίμενα πότε... Έφυγα για φαντάρος, έκατσα και δύο χρόνια εκεί.
Γιατί;
Στην Κρήτη.
Στην Κρήτη κάνατε φαντάρος και τα δύο χρόνια;
Υπηρέτησα στην Αεροπορία είκοσι τέσσερις μήνες. Και στην Κρήτη έκανα δεκαοχτώ μήνες και τα υπόλοιπα τα έκανα εδώ στο ΣΕΔΕΣ και στον Χορτιάτη κανένα μήνα-δύο μήνες, για να κάνουμε εκεί τα ραντάρ και το ένα και το άλλο.
Αφού είχατε παντρευτεί με τη γυναίκα σας;
Όχι, αρραβωνιασμένοι. Απελύθη. Δούλεψα κανέναν χρόνο να ωριμάσουμε λίγο. Πήραμε το οικόπεδο, ο πεθερός μου πήρε το οικόπεδο και εμείς χτίσαμε τη θεμελίωση. Και τότε παντρευτήκαμε. Αφού κάναμε το σπίτι, τον πρώτο όροφο παντρευτήκαμε. Σχεδόν δεν είχαμε τίποτα. Τα μωσαϊκά τα κάναμε ύστερα.
Κάποια ιστορία από τον στρατό θυμάστε και την Αεροπορία;
Την Αεροπορία πολλά, τώρα δεν τελειώνουν. Από την Αεροπορία μην αρχίσω να πούμε, δεν θα τελειώσει ποτέ. Είναι δυνατόν να μη θυμάσαι;
Έτσι μια πολύ χαρακτηριστική ιστορία;
Να σου πω μια ιστορία. Στην Αεροπορία εγώ δεν είχα παράπονο γιατί πέρασα καλά. Πέρασα καλά γιατί ήμουνα στη ΜΑΦ, δηλαδή ήμουνα στην 115 Σμηναρχία Μάχης στην Κρήτη, απάνω στη Σούδα. Και ήμασταν χρώστες, τρεις-τέσσερις να πούμε, και εγώ ήμουνα στο Σμήνος Κατασκευών. Και ρωτάω τον Αξιωματικό: «Τι θα κάνουμε, Αξιωματικέ, τι θα κάνουμε;». Μου λέει: «Κοίταξε, σε περίπτωση πολέμου, σε περίπτωση εισβολής του εχθρού από τον Βορά, πέφτει μια γέφυρα. Ο χτίστης θα το χτίσει, εσύ θα κάνεις την παραλλαγή[00:25:00], χρώματα και πράματα και θάματα και... Κατάλαβες;» Τα βαψίματα. Λοιπόν, κάναμε τέτοιες δουλειές. Εγώ πήρα ένα χαρακτηριστικό που μου έμεινε, γιατί τα είχα καλά και με τους Διοικητές, διότι δούλευα μέσα στη Μονάδα. Συγκεκριμένα, βγαίνω μια δόση αναφορά για να πάρω άδεια. Θεός σχωρέσ’ τον ο Φραγκιάς. Βγαίνω εγώ αναφορά και λέω: «Αιτώ δεκαήμερον κανονική, δεκαήμερον προφορική και δεκαήμερον αγροτική». Όταν βγήκα στον Σμήναρχό μου, όταν τον είπα αυτά με λέει, με συγχωρείτε: «Τι λες, ρε βλάκα, τριάντα μέρες;». Ο Αξιωματικός δίπλα του, ο Υπολοχαγός τον λέει: «Στείλε τον στη Σμηναρχία, αυτός θα πάρει την άδεια, μη γίνεις κακός στην αναφορά». Και βγαίνω στη Σμηναρχία και βγαίνει ο Διοικητής. Το ίδιο βιολί εγώ: «Αιτώ δεκαήμερο, δεκαήμερο, δεκαήμερο». Μπροστά από εμένα ήταν ένας, ο οποίος ήταν από το Ηράκλειο Κρήτης. Και ζητούσε πέντε μέρες προφορική και δέκα μέρες κανονική. Και τον λέει: «Προφορική για τόσο κοντά δεν κάνει. Είσαι πολύ κοντά, μπορείς να πας έτσι». Βγαίνω εγώ: «Δεκαήμερο, δεκαήμερο και δεκαήμερο». Με λέει: «Τι έχετε για την αγροτική, γιατί τη θέλεις;». Οκτώβριος. Λέω: «Για να μαζέψουμε βαμβάκια, κύριε Διοικητά, στας Σέρρας. Δηλαδή τη θέλω για τα Σέρρας». «Εγκρίνω», γράφει. Πάει στον διπλανό: «Αιτώ δεκαήμερο κανονική και δεκαήμερο προφορική». «Για πού το θέλεις;», «Για την Κοζάνη». «Προφορική για τόσο μακριά δεν είναι», τον λέει. Πατούν τα γέλια οι Αξιωματικοί. Σου λέει για τον άλλον ήταν που πήγαινε για τα Σέρρας, για την Κοζάνη δεν ήταν. Και λέω: «Να τι γίνεται καμιά φορά, υπάρχουν και τα...». Αλλά, ας πούμε, ό,τι ήθελε θα ερχόταν ο αρχηγός στη Σμηναρχία να βάψουμε τη λέσχη. Ο [...]να τρέξει να βάψει, να κάνει, να κάνει. Δηλαδή όλα τα έβρισκε στη... Ήμουν ο άνθρωπός τους κοντολογίς. Πέρασα καλά στην Αεροπορία. Και εδώ πάλι, όταν ήρθα στο ΣΕΔΕΣ, θέλανε κάτι επάνω στον Χορτιάτη. «Ποιος θα πάει, ποιος θα πάει;» Έναν μήνα. Και ύστερα πήρα το απολυτήριο. Έληξε και αυτό.
Κατάλαβα. Ωραία. Και εσείς δεν είχατε χωράφια;
Όχι. Είχαμε έναν κλήρο που μας τον δώσανε το '50... Το '53, να πούμε, νομίζω, το '53 πρέπει να δώσανε τον κλήρο. Έγινε διανομή στο χωριό γιατί υπήρχαν και άλλοι σας εμάς εκεί που κατεβήκανε από πάνω από τη Δράμα. Ήμασταν εξήντα οικογένειες. Δεν ήμασταν οι μόνοι. Εξήντα οικογένειες. Και τους κάνανε, τους δώσανε κλήρο από κάτι χωράφια, κάτι τούρκικα, και το ένα και το άλλο. Αλλά σαν κτηματίες δεν ήμασταν, 15 στρέμματα-20 στρέμματα να πούμε. Άλλοι είχανε 150 στρέμματα. Οι ντόπιοι, οι λεγόμενοι, αυτοί που έχουν χωράφια, όχι. Γι’ αυτό και πήραμε τους δρόμους, και άλλος έφυγε στην Αθήνα, οι αδερφές μου ακολουθήσανε εμένα, ήρθαν στη Θεσσαλονίκη. Και κοντολογίς, όλες και όλοι ήρθαμε εδώ. Και εδώ προκόψαμε.
Επαφές κρατάτε με τη Δράμα ή με τις Σέρρες;
Επαφές;
Ναι, ναι.
Βεβαίως.
Έχετε εκεί πέρα...
Ναι, ναι. Η Παλαιοκώμη από τη Δράμα είναι 35 χιλιόμετρα. Δηλαδή, είναι αδικία να είναι νομός Σερρών γιατί κάνει 65 χιλιόμετρα Παλαιοκώμη-Σέρρας. Στη Δράμα είναι 35, είναι κοντά. Αλλά, ναι, έχουμε βέβαια. Και έχουμε και συγγενείς, ας πούμε. Δηλαδή, οι ρίζες κρατάνε. Στο χωριό στην Παλαιοκώμη έχουμε το σπίτι μας και έχουμε τους φίλους και τους γνωστούς. Αλλά τη ζωή μας την κάναμε εδώ.
Θυμάστε καθόλου την περίοδο της Χούντας; Σας επηρέασε εννοώ τη ζωή σας;
Όχι, όχι. Δε μας επηρέασε. Τώρα αυτά είναι πολιτικά βέβαια. Άλλος θα πει... Να σου πω για τη Χούντα επειδή λες. Εδώ που μένουμε –τώρα πάμε στα πολιτικά και δεν κάνει. Εδώ που μένουμε αλλοιώθηκε τώρα. Παλιά ήταν Στάλιγκραντ.
Καθόμασταν στο καφενείο, συζητούσαμε και λέγαμε, μην αναφέρω ονόματα, πάρα πολλοί. Δηλαδή, η κουβέντα χωρίς να θέλεις πάει στα πολιτικά, ρ[00:30:00]ε παιδί μου. Ή ποδόσφαιρο ή πολιτικά. Και εκεί αρχίζει και ο καυγάς. Ο καθένας να επιβάλλει να πούμε τη γνώμη του. Όταν θα γινόντουσαν εκλογές εδώ, εδώ η καφετζού είχε βάλει μια φωτογραφία του Καραμανλή. Κανά δύο άλλοι-τρεις –σε είπα, Στάλιγκραντ– «Τι την έβαλες τη φωτογραφία;», ξέρω εγώ τι. Αλλά αυτή ήταν καραμανλικιά η καφετζού και λέει: «Όποιος θέλει ας κάτσει, όποιος δεν θέλει ας φύγει». Πού να φύγουνε; Γιατί όλοι τρώγανε από εκεί μέσα. Κατάλαβες; Είναι... Η Χούντα, όχι, δεν μας επηρέασε, διότι επί Χούντας ήτανε όταν έφτιαχνα εγώ απάνω στα πολυβολεία. Ο μηχανικός είχε πάρει έργα, τα οποία γινόντουσαν τα έργα αυτά στα κάτω Πορόια. Μέναμε εκεί και πηγαίναμε με το... απάνω στο βουνό, όπως είναι το παλιό... Τον λοχία που εκτέλεσαν οι Γερμανοί, και, ξέρω ‘γω, γιατί εκείνο το πολυβολείο το βρήκαμε. Αλλά φτιάξανε πολυβολεία στη σειρά του Μπέλες, για να είμαστε από τον Βορρά εξασφαλισμένοι. Από τους Βουλγάρους κοντολογίς. Αλλά ύστερα ωριμάσαν τα πράγματα και αλλάξανε οι καταστάσεις, και πάει και η Χούντα. Όχι, δεν είχαμε προβλήματα με τους χουντικούς.
Μπορώ να σου πω ότι μας θεωρούσαν και χουντικούς και ας μην είχαμε ιδιαίτερες παρτίδες μαζί τους. Απλώς είμαστε ολίγον τι εθνικόφρονες. Θα τα πούμε με το όνομά τους.
Ναι, εθνικόφρονες, εθνικόφρονες.
Ε, μας αρέσει, ρε παιδί μου, πες.
Και μέχρι πότε δουλεύατε στις οικοδομές και στα...
Μέχρι εχτές.
Ακόμα;
Τώρα φτιάχνω ανακαινίσεις. Το παίρνουμε παλιό, το φτιάχνουμε καινούργιο και το πουλάμε.
Σύνταξη έχετε πάρει όμως.
Βεβαίως, από την οικοδομή αλλά με λίγα ένσημα ήταν. Η σύνταξη είναι μικρή. 600...
650. Ήταν 700, το κόψανε, έμεινε στα 650. Ναι, η σύνταξη είναι μικρή. Ευτυχώς κάνουμε... Να, αυτού του είδους τις δουλειές, ας πούμε, οικοδομές, το ένα, το άλλο. «Τοιχωνόμαστε» από παντού.
Σήμερα πώς σας φαίνεται η κατάσταση της Ελλάδας, τα...
Να σου πω.
Με την κρίση και όλα αυτά. Σας επηρεάζει;
Βέβαια, η κρίση, η κρίση. Η κρίση έχει πειράξει πάρα πολύ κόσμο. Δηλαδή, κοίταξε να δεις. Αυτοί που δεν είχανε δεν είχανε και πεινάσανε. Αυτοί που είχανε λιγοστέψανε. Δηλαδή, έτρωγε από τον χοτζαρέ, δεν τον έφτανε η σύνταξη, έβγαζε από την τράπεζα. Τα καλύτερα χρόνια μπορώ να σου πω εγώ που θυμάμαι εδώ θα πρέπει να ήτανε από το '85 μέχρι το '90. Έβαζες 1.000 ευρώ στην τράπεζα και σε τέσσερα χρόνια γινόντουσαν 2.000. Όχι ευρώ, δραχμές. Δηλαδή, έβαζες ένα εκατομμύριο και σε τέσσερα χρόνια έπαιρνες δύο. Σήμερα βάζεις ένα εκατομμύριο και σε τέσσερα χρόνια παίρνεις εκατό δραχμές. Κατάλαβες; Δηλαδή, αλλάξανε πολύ τα πράγματα. Τότε, επί... Θυμάμαι συγκεκριμένα, ο Ανδρέας επί πρωθυπουργού του Ράλλη είχε πει ότι πρέπει να αυξήσουνε τα επιτόκια. Τα επιτόκια, να αυξηθούν τα επιτόκια στις τράπεζες για να πέσουν τα λεφτά. Και έδωσαν. Όταν έπαιρνες, να πούμε, 22% τόκο σε ρέπους, δηλαδή έβαζες κάθε μήνα. Κατάλαβες τι γινόταν; Ήτανε λεφτά. Όσοι κάνανε λεφτά, τα κάνανε τότε. Άλλοι παίξανε στο χρηματιστήριο, τα χάσανε. Άλλοι βγάλανε από το χρηματιστήριο. Έγινε ένα μπέρδεμα έτσι.
Εσείς τότε δουλεύατε και μαζεύατε χρήματα;
Ναι, εμείς δουλεύαμε. Κοίταξε να δεις, εγώ είχα μπει στο χρηματιστήριο κάτι λίγα. Αλλά τον καιρό εκείνο έκανα μια οικοδομή και έβγαλα τα λεφτά. Τα χάλασα, τα έριξα στην οικοδομή. Και όταν έγινε το κραχ, δεν με βρήκε μέσα. Με βρήκε στην οικοδομή, τα είχα εξασφαλισμένα από εκεί. Πάμε τώρα εδώ στο, στην κρίση. Στην κρίση πάλι έφτιαχνα μια προσθήκη στην Καλαμαριά. Εκεί είχα πάθει ζημιά γιατί [00:35:00]ήταν να πουληθεί το σπίτι, να πούμε, 280.000. Μας δίνανε 250, δεν το δίναμε. Και στο τέλος, πριν πέντε χρόνια, το πούλησα 160. Να φύγει.
Αλλά ήμουνα μια στην άλλη. Δεν έβγαλα, ο κόπος μου πήγε χαμένος. Αλλά δεν βαριέσαι! Λες αυτά, οι δουλειές αυτά έχουν.
Οπότε επηρεαστήκατε από την κρίση, αλλά συνεχίζετε να είστε καλά.
Ναι, είμαι καλά.
Επειδή κάνατε σωστή διαχείριση.
Ναι, κάνω καλή διαχείριση.
Και συνεχίζετε να δουλεύετε.
Και εξακολουθώ να δουλεύω. Εδώ είναι το πρόβλημα. Εξακολουθώ να δουλεύω και μανουριάζει η κυρά! «Μην κάνεις, μην πας, μη ράνεις».
Το χρειάζεστε.
Το γουστάρω, ρε παιδί μου. Στο αίμα μου είναι.
Ε;
Καλά είναι άμα δουλεύεις, να πούμε. Θυμάμαι –ο γιος μου την ίδια δουλειά κάνει, και αυτός δουλεύει πολύ τώρα– ήτανε μωρό καμιά 3 χρονών-4 χρονών. Όταν ανεβήκαμε πάνω –πόσο χρονών ήταν; 4-5 χρονών, ε; Ναι. Το '69 γεννηθείς. Το '70... εμείς το '70 ανεβήκαμε πάνω.
Το '72. Εγώ δούλευα σε... Έβαψα το ξενοδοχείο «Electra Palace», το ένα, το άλλο και ερχόμουνα φορτωμένος. Έβαζα τα λεφτά πάνω στο τραπέζι. Ερχόταν ο πιτσιρικάς: «Μπαμπά, τι είναι αυτά; Λεφτά;». «Ναι, αυτά είναι λεφτά, αγόρι μου. Αυτά τα κερδίζεις όταν δουλεύεις και με αυτά παίρνεις ό,τι θέλεις. Αγοράζεις. Πληρώνεις και παίρνεις. Αλλά για να τα αποκτήσεις πρέπει να δουλέψεις». Αυτό κάνει τώρα.
Περάσατε και στα παιδιά σας αυτή την...
Ναι, να μην είναι νταμαχτιάρηδες, αλλά να μην είναι και τεμπέληδες. Να μην περιμένουν. Γιατί έτυχε άλλος να ζητάει δανεικά για να πάει παραθέριση. Κάτσε ρε, μεγάλε, θες να πας σε νησί να πούμε και πρέπει να χρωστάς για να πας στο νησί; Δεν το κατάλαβα. Σήμερον την ημέρα η κρίση που ήρθε, που είναι τα κόκκινα δάνεια, πρέπει να βάλουνε όλους τους διευθυντές της τραπέζης φυλακή για εμένα. Αυτοί φταίνε και όσοι είχαν δικαίωμα υπογραφής, οι μηχανικοί. Διότι όταν στις 3:00 η ώρα παίρνει η κοπέλα τηλέφωνο και «Βγήκε ένα δάνειο για πάρτη σας». «Ποιος σου είπε να βγάλεις δάνειο, ρε παιδί μου, εγώ δεν θέλω δάνειο». «Μα βγήκε μια κάρτα», «Μα δεν θέλω κάρτα». Αυτά γινόντουσαν. Και άλλος δεν τον έκοβε και πολύ, πήγαινε, έπαιρνε πόσο. Είχαμε έναν φίλο εδώ κάτω, πήρε καμιά δεκαριά κάρτες, χρωστούσε σε κάθε τράπεζα, αλλά δεν είχε και τίποτα στο όνομά του. Τα δίνανε έτσι. Υπογράφανε, να πούμε, αγόραζε ένα σπίτι υπεραξίας, το αγόραζε 30, το έβαζε 130, υπόγραφε ο μηχανικός και ο διευθυντής ότι η αξία του είναι αυτή. Καταλάβατε; Και ύστερα μείνανε οι τράπεζες γιατί τους μείναν κλύσμα τα σπίτια. Αυτά.
Ωραία. Θέλετε κάτι άλλο να πείτε;
Όχι, δεν θέλω τίποτα.
Εντάξει, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Εντάξει είναι;
Ναι.
Κάναμε τίποτα ή «αέρα πατέρα»;
Όχι, ευχαριστώ πολύ για όλα.
Άντε καλά!
Part of the interview has been removed for legal issues.
Content available only for adults (+18)
Summary
Στην παρούσα συνέντευξη ο Κ.Σ. αφηγείται ιστορίες από τα ταραγμένα χρονιά της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου στα εδάφη της Μακεδονίας. Αρχικά, ο αφηγητής ανατρέχει στα παιδικά του χρόνια και μιλά για τις μετακινήσεις της οικογένειάς του κάτω από την απειλή του επερχόμενου πολέμου στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, θυμάται τα βουλγαρικά στρατεύματα, ενώ παράλληλα μας δίνει πληροφορίες για την εκπαίδευση που έλαβε και τις δουλειές με τις οποίες καταπιάστηκε ήδη από μικρή ηλικία. Στη συνέχεια, ιδιαίτερη αναφορά κάνει στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου μέσα από ιστορίες συμμετοχής του πατέρα του σε αντάρτικες ομάδες. Τέλος, μας δίνει τη δική του ματιά για την παρούσα οικονομική κρίση και καταθέτει τις εμπειρίες του και τη σχέση του με την πολιτική.
Narrators
Κ.Σ. "Pseudonym"
Field Reporters
Παναγίτσα Ξενιτέλλη
Historical Events
Tags
Interview Date
03/11/2019
Duration
38'
Part of the interview has been removed for legal issues.
Content available only for adults (+18)
Summary
Στην παρούσα συνέντευξη ο Κ.Σ. αφηγείται ιστορίες από τα ταραγμένα χρονιά της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου στα εδάφη της Μακεδονίας. Αρχικά, ο αφηγητής ανατρέχει στα παιδικά του χρόνια και μιλά για τις μετακινήσεις της οικογένειάς του κάτω από την απειλή του επερχόμενου πολέμου στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, θυμάται τα βουλγαρικά στρατεύματα, ενώ παράλληλα μας δίνει πληροφορίες για την εκπαίδευση που έλαβε και τις δουλειές με τις οποίες καταπιάστηκε ήδη από μικρή ηλικία. Στη συνέχεια, ιδιαίτερη αναφορά κάνει στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου μέσα από ιστορίες συμμετοχής του πατέρα του σε αντάρτικες ομάδες. Τέλος, μας δίνει τη δική του ματιά για την παρούσα οικονομική κρίση και καταθέτει τις εμπειρίες του και τη σχέση του με την πολιτική.
Narrators
Κ.Σ. "Pseudonym"
Field Reporters
Παναγίτσα Ξενιτέλλη
Historical Events
Tags
Interview Date
03/11/2019
Duration
38'