© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Τα περήφανα οχυρά Μεταξά στις Γούβες και οι ιστορίες που κουβαλούν
Istorima Code
11641
Story URL
Speaker
Αντώνης Γιάγκος (Α.Γ.)
Interview Date
16/06/2021
Researcher
Αναστασία Νεκταρία Παλιατσή (Α.Π.)
[00:00:00]Καλησπέρα πώς λέγεσαι;
Καλησπέρα. Λέγομαι Αντώνης. Αντώνης Γιάγκος και είμαι κάτοικος Γουβών.
Είναι 17 Ιουνίου του 2021 και βρίσκομαι με τον Αντώνη Γιάγκο, ο οποίος θα μας μιλήσει για τη σχέση με τα οχυρά Γουβών. Εγώ είμαι η Αναστασία Παλιατσή και είμαι Ερευνήτρια στο Istorima. Αντώνη, θες να μου πεις πού γεννήθηκες και πού μεγάλωσες;
Γεννήθηκα στις Γούβες, πραγματικά από μία συγκυρία, γεννήθηκα στο χωριό μου, εδώ και μεγάλωσα εδώ. Είμαι 36 χρονών και έχω ζήσει και τα 36 χρόνια της ζωής μου σε αυτό εδώ το χωριό.
Πολύ ωραία. Θες να μου μιλήσεις τώρα, λίγο για σένα; Με τι ασχολείσαι;
Είμαι αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού, είμαι υποπλοίαρχος στο βαθμό. Εργάζομαι σε ποντοπόρα πλοία, δεξαμενόπλοια ως επί το πλείστον και φορτηγά και αυτή την περίοδο βρίσκομαι σε περίοδο διακοπών και εντός ολίγων ημερών, αναμένεται να ναυτολογηθώ και να φύγω πάλι για το εξωτερικό, για λίγους μήνες. Γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ. Έχω άριστη σχέση με το χωριό, με τα δρώμενα του χωριού, πολιτισμικά και μη.
Πολύ ωραία και τώρα θες να μου πεις λίγο, για να πάμε στο θέμα μας, ποια είναι η σχέση σου με τα οχυρά στις Γούβες;
Λοιπόν, κοιτάξτε να δείτε, η αλήθεια είναι ότι εμείς τα οχυρά, τα είχαμε σαν... πιο πολύ σαν ιστορία. Δηλαδή ξέραμε κάποια μέρη, κάποια κτίσματα εκεί που υπήρχανε, αλλά δυστυχώς λόγω του χρόνου και της φθοράς και της διάβρωσης του εδάφους, τα περισσότερα ήτανε, ήταν χωμένα, να το πω έτσι. Υπήρχε η ιστορία των παππούδων μας, οι οποίοι ζήσανε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ζήσανε τα χρόνια της Kατοχής, της πείνας, του Eμφυλίου και γνωρίζουμε από αφηγήσεις τα περιστατικά που είχαν λάβει χώρα εδώ στην περιοχή και η αλήθεια είναι ότι ξέραμε για το εύρος των κτισμάτων που υπάρχει και την πληθώρα και τον αριθμό που υπήρχαν εκεί πέρα. Αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε πρόσβαση στο να τα δούμε ή να τα αξιοποιήσουμε. Και μάλιστα παιδί από πολύ μικρός έτσι, ακούγοντας και τις ιστορίες του παππού μου, της γιαγιάς μου και άλλων, λοιπών παλαιοτέρων εδώ του χωριού, ήθελα είχα την περιέργεια να ερευνήσω, να μάθω, να δω τι κρύβεται εκεί κάτω, τι ιστορία κρύβει εδώ η περιοχή μας. Και μεγαλώνοντας και όσο τα οχυρά δεν μπορούσαμε να τα προσεγγίσουμε ή να τα δούμε... Υπήρχανε μόνο λίγα κτίσματα με τα οποία μπορούσαμε να έχουμε οπτική επαφή ή και πρόσβαση. Πηγαίναμε, τα περιεργαζόμασταν από πολύ μικρά παιδιά, εγώ, η παρέα μου, οι φίλοι μου και πάντα θέλαμε, είχαμε την περιέργεια να τρυπώσουμε και πιο μέσα. Δηλαδή να μάθουμε τι κρύβεται πίσω από ένα τοίχο, από ένα δωμάτιο, από ένα παράθυρο. Και σιγά σιγά και με την πάροδο των χρόνων, μεγαλώνοντας δραστηριοποιήθηκα με τον πολιτιστικό σύλλογο και βρήκα συμπαραστάτες εκεί και τα υπόλοιπα μέλη του Συλλόγου και ξεκινήσαμε μαζί μία προσπάθεια, να κάνουμε μία ουσιαστικά, ανασκαφή για να τα φέρουμε στην επιφάνεια.
Πάρα πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά. Θυμάσαι εσύ ποια ήταν η πρώτη φορά που πήγες στα Οχυρά;
Κοιτάξτε, από πολύ μικρό παιδί, γιατί ουσιαστικά το επίνειο των Γουβών, είναι η παραλία... ο όρμος Βουλίκη, έτσι όπως λέγεται, το οποίο εμείς οι ντόπιοι εδώ το αναφέρουμε Οχυρά, λόγω του ότι υπάρχουν τα οχυρωματικά έργα εκεί. Να πούμε ότι ήταν ένα ναυτικό οχυρό, ήτανε οχυρό Ναυτικού τύπου. Δηλαδή ήτανε, είχε δημιουργηθεί το 1938 ολοκληρώθηκε. Είχε ξεκινήσει να φτιάχνεται απ’ το 1936 και φτιάχτηκε για τις ανάγκες του επερχόμενου Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έτσι; Λοιπόν και τα οχυρά, ουσιαστικά δηλαδή... Μου ξανακάνεις λίγο την ερώτηση γιατί το ’χασα;
Ναι. Ποια ήταν η πρώτη φορά, αν θυμάσαι την πρώτη φορά…
Η πρώτη φορά. Ναι. Όπως σου είπα επειδή Γούβες είναι το επίνειο, τα οχυρά του Βουλίκη, όρμος Βουλίκη όπως λέγεται, είναι το επίνειο των Γουβών, ως είθισται παραθερίζαμε με τα καλοκαίρια εδώ. Ήτανε το μέρος που πηγαίναμε για μπάνιο, ήτανε η παραλία μας, με λίγα λόγια. Οπότε, φυσικό επακόλουθο είναι να έχουμε μια επαφή με τα Οχυρά. Δηλαδή, ουσιαστικά ένα παιδί από δω απ' την περιοχή, απ' τις Γούβες, γνωρίζει τα Οχυρά, εκ πρώτης όψεως, από τα πρώτα του παιδικά χρόνια, καθότι είναι κάτι το οποίο υπάγεται μέσα στην περιοχή που ζούμε και κατοικούμε. Οπότε, δηλαδή από πολύ μικρό παιδί. Θυμάμαι, δηλαδή, από την ηλικία των 5-6 χρόνων που πήγαινα στην παραλία, είτε με τους γονείς μου, είτε με φίλους που πηγαίναμε. Δηλαδή είχα από πολύ... Όπως θυμάμαι το σπίτι μου και το χωριό μου, θυμάμαι και τα Οχυρά. Θυμάμαι το όλο μέρος εκεί, ναι.
Και παίζατε ως παιδιά; Πηγαίνατε εκεί;
Βέβαια πηγαίναμε. Υπήρχανε πολλά μέρη, τα οποία από τότε ήτανε στην επιφάνεια και πηγαίναμε τα περιεργαζόμασταν, παίζαμε. Ειδικά το σημείο που το λέμε «Μπαλκόνι», το οποίο εξέχει, είναι ένα μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα. Ήταν ένα μέρος που πάντα πηγαίναμε εκεί ως παιδιά και μας άρεσε να παίζουμε, να σκαρφαλώνουμε γύρω γύρω. Επικίνδυνο μεν, γιατί ήταν γκρεμός από κάτω, αλλά ευχάριστο δε.
Υπάρχει κάποιο περιστατικό που να θυμάσαι, να έχει συμβεί εκεί, απ΄τα παι[00:05:00]δικά σου χρόνια ή τα νεανικά;
Απ΄τα παιδικά μου χρόνια περιστατικό, περιστατικό δεν θυμάμαι. Θυμάμαι γενικά το ότι, υπήρχε ένα έθιμο εδώ στο χωριό, την περίοδο της Καθαράς Δευτέρας. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού πηγαίναμε για Κούλουμα, στα Οχυρά. Δηλαδή, γύρω γύρω από τα οχυρωματικά έργα εκεί πέρα, που κάθε οικογένεια πήγαινε, έστρωνε και έβαζε τα εδέσματά του, τα σαρακοστιανά και όλο το χωριό μαζευόταν εκεί πέρα και γινόταν ένα γλέντι, ουσιαστικά. Και... όπου κι εμείς τα παιδιά που βρισκόμασταν εκεί πέρα, θυμάμαι ότι, σε αυτό το μέρος συνηθίζαμε να παίζουμε ποδόσφαιρο ή και άλλα παιχνίδια και θυμάμαι συγκεκριμένα ένα μέρος, το οποίο τώρα το φέραμε στην επιφάνεια, τώρα πολύ πρόσφατα, το οποίο δεν μαρτυρούσε ότι υπήρχε εκεί πέρα οχυρό. Ήταν ουσιαστικά, φαινότανε μια γούρνα, ένας λάκκος δηλαδή, με χόρτα, με δέντρα από πάνω, με πυκνή φυλλωσιά κι αυτά και όπως παίζαμε μπάλα είχε πέσει μέσα και είχε πάει ένα παιδί να το βγάλει, να βγάλει την μπάλα και ξαφνικά βρέθηκε 2-3 μέτρα πιο κάτω και λέει: «Παιδιά ελάτε να δείτε εδώ πέρα. Κάτι είναι εδώ πέρα». Και πήγαμε όλοι εκεί πέρα κι είδαμε κάποια τσιμεντένια τοιχώματα και καταλάβαμε ότι πρόκειται για οχυρό.. Και θυμάμαι ότι κάναμε πόση ώρα να βγάλουμε το παιδί από κει μέσα και την μπάλα μαζί βέβαια. Ναι και διαπιστώσαμε ότι κι εκεί υπάρχει οχυρωματικό έργο και καταλάβαμε ότι παντού είναι γεμάτη η περιοχή με τέτοια κτίσματα. Επίσης θυμάμαι άλλο ένα περιστατικό σε πιο μεγάλη ηλικία. Στο σημείο των οχυρών που λεγότανε ότι ήταν οι στρατώνες - μάλιστα το σημείο το... είναι ακόμη και σήμερα, εκείνη η περιοχή ονομάζεται «Στρατώνα», ήμουνα με τον πατέρα μου και με το θείο μου και με το τρακτέρ του θείου μου, ο πατέρας μου κι ο θείος μου καλλιεργούσαν το περιβόλι, καθάριζαν το περιβόλι. Και όπως το καλλιεργούσαν, ξεχώθηκε μια χειροβομβίδα. Εντάξει εγώ ήμουνα πολύ μικρός, δηλαδή να 'μουνα 8 χρονών, 9. Αλλά θυμάμαι, δηλαδή τον πατέρα μου και το θείο μου που: «Ωπ! Ακίνητοι! Δεν κάνουμε τίποτα, απομακρυνόμαστε» και παίρνουμε τηλέφωνο την αστυνομία να ‘ρθει αρμόδιο κλιμάκιο να την πάρει, να την απενεργοποιήσει. Και θυμάμαι δηλαδή ότι την είχα δει τη χειροβομβίδα και μου έκανε τρομερή εντύπωση δηλαδή, που ήταν ένα, ουσιαστικά, κατάλοιπο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου που υπήρχε ακόμα και μπορούσε και να προξενήσει και μεγάλο κακό και θυμάμαι δηλαδή ότι τρόμαξα. Δηλαδή απομακρύνθηκα, μου είπε ο πατέρας μου: «Φύγε όσο μπορείς πιο πολύ μακριά», γιατί δεν ξέρουμε αν αυτό όπως το πήραμε, το ενεργοποιήσαμε ή κάτι άλλο. Και η αστυνομία φώναξε κλιμάκιο του στρατού, νομίζω είχαν έρθει εδώ πέρα και ήρθαν πυροκροτητές και την απενεργοποίησαν, ουσιαστικά. Ναι, ήταν λίγο εμπειρία τραυματική μπορώ να πω. Αλλά φοβάμαι ότι ακόμα υπάρχουν τέτοια και έχω βρει ακόμα και πρόσφατα ότι υπάρχουνε, σε κτίσματα μέσα και τα οποία δεν τα πλησιάζουμε, έχουμε ενημερώσει στην αστυνομία και κάποια στιγμή θα φέρουνε να το απενεργοποιήσουν, να τα απομακρύνουν με ασφαλή τρόπο.
Γενικά η πρόσβαση είναι εύκολη έρχονται επισκέπτες ή είναι κυρίως εδώ, ντόπιοι από την περιοχή;
Από το 2018, που με τον Πολιτιστικό σύλλογο Γουβών έχουμε ξεκινήσει τη διαδικασία καθαρισμού και με τη συνδρομή, την πολύτιμη συμπαράσταση της Δημοτικής Αρχής και της προηγούμενης και της τωρινής. Έχουμε καταφέρει να καταστήσουμε μεγάλο τμήμα των οχυρωματικών έργων, επισκέψιμο, προσβάσιμο. Συνηθίζει να έρχεται κόσμος και από την ευρύτερη περιοχή της Βορείου Ευβοίας, αλλά και τουρίστες που έχουν ενημερωθεί απ' τα site, απ' τα media, ότι υπάρχει ένα κτίσμα εκεί πέρα, του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με ιστορία και έρχονται κόσμος γενικά και θέλουν να το εξερευνήσουνε. Ψάχνουν, ρωτάνε, μαθαίνουνε, βγάζουν φωτογραφίες. Και η αλήθεια είναι ότι ακόμα δεν έχουμε αποπερατώσει πλήρως το έργο, δεν έχουμε καθαρίσει όλα τα τμήματα. Δηλαδή, ουσιαστικά είμαστε ούτε στα μισά. Παρόλα αυτά είναι αξιοποιήσιμα σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί να ‘ρθεί ο άλλος και να το πω έτσι, να χορτάσει το μάτι του. Ειδικά αν του αρέσει και λίγο ιστορία, η πολεμική ιστορία και όλα αυτά. Δηλαδή θα δει πράγματα που θα τον ευχαριστήσουνε. Σε γενικές γραμμές έρχονται. Δηλαδή και τα τελευταία τρία χρόνια που τα έχουμε κάνει να είναι, να στέκονται αξιοπρεπέστατα και να είναι προσβάσιμα και επισκέψιμα, ο κόσμος έρχεται ρωτάει και μαθαίνει. Δηλαδή έρχεται στο χωριό ή στο Πευκί και στα άλλα γύρω τουριστικά μέρη και ρωτάνε: «Μπορούμε να' ρθούμε; Μπορούμε να τα επισκεφτούμε;» και ενημερωνόμαστε και εμείς σαν σύλλογος από αυτούς και μπορούμε να τους κάνουμε και μια μίνι ξενάγηση.
Κι εσύ ασχολείσαι με αυτό; Δηλαδή;
Ναι. Ουσιαστικά δεν το έχουμε καθιερώσει, να το κάνουμε και επίσημα. Αλλά κάποια στιγμή σαν σύλλογος, θα το κάνουμε όταν καταφέρουμε και αποπερατώσουμε πλήρως το σημείο των οχυρών. Θα ήθελα να είμαι από αυτούς που θα... να ξεναγήσω και να, στους επισκέπτες να τους δείξω πέντε πράγματα απ' την ιστορία.
Εσένα το ενδιαφέρον σου κι έτσι η ενασχόλησή σου με το σημείο των οχυρών, πώς προέκυψε; Και η γνώση σου; Είναι δηλαδή διάβασες από μόνος σου κάποια πράγματα ή γνώριζες και από την οικογένειά σου ενδεχομένως;
Σίγουρα εκ πρώτης όψεως, εκ πρώτης ακοής μάλλον από αφηγήσεις των παππούδων μου, των θείων μου. Δηλαδή[00:10:00] με... λίγο με συνέπαιρνε όταν άκουγα ιστορίες από την περίοδο της Κατοχής, του πολέμου, την κατοχική περίοδο των Ιταλών, των Γερμανών. Πριν έρθουν αυτοί κάποια περιστατικά που έλαβαν χώρα εδώ, όπως κάποια ναυάγια, κάποιες ρίψεις αεροπλάνων, κάποιες εκτελέσεις. Γιατί υπήρχαν κι αυτά και γενικά με συνεπαίρνανε, δηλαδή ήταν κάτι το οποίο... εντάξει άφηνε τη φαντασία μου να ταξιδεύει. Και γενικά μου άρεσε και η όλη... Μου άρεσε όχι με την έννοια ότι μου αρέσει ο πόλεμος, αλλά μ’ αρέσει η πολεμική ιστορία. Γιατί μέσα απ' την πολεμική ιστορία, μαθαίνεις πράγματα για την ιστορία σου, για τον τόπο σου, για τους προγόνους σου και είναι κάτι το οποίο μου άρεσε από πολύ μικρή ηλικία, για αυτό το είχα και σαν όνειρο. Γιατί λέω ότι είναι κάτι το οποίο το έχουμε εδώ, είναι μέσα στα πόδια μας, στο χωριό μας και πρέπει τουλάχιστον εγώ να προσπαθήσω, εγώ σαν Αντώνης, να το αξιοποιήσω. Βρήκα και συμπαραστάτες και τα υπόλοιπα μέλη του συλλόγου, αλλά και πολλούς συγχωριανούς και το ξεκινήσαμε και το φτάσαμε σε αυτό το σημείο. Αν δεν υπήρχε κάτι εδώ πέρα... Είμαι από αυτούς τους ανθρώπους που θα πήγαινα διακοπές σε κάποιο μέρος για να δω κάτι αντίστοιχο. Θα πήγαινα ας πούμε στο Ρούπελ, στο Μπέλες, πάνω που είναι στα ελληνοβουλγαρικά, και έχω πάει να πω την αλήθεια σε κάποια μέρη που υπάρχουν οχυρά και τα έχω επισκεφτεί, γιατί μου αρέσει η όλη ιστορία γύρω από αυτά.
Πολύ ωραία. Θυμάσαι να μου μιλήσεις, έτσι, για αφηγήσεις, ιστορίες που είχες ακούσει και σε ...
Σίγουρα ναι. Λοιπόν, μία ιστορία είναι, είναι μάλιστα μια ιστορία για την οποία, γύρω απ΄την οποία πραγματεύομαι και μάλιστα και σήμερα, γιατί είχε έρθει μια ομάδα δυτών, να σας πω την αλήθεια, γι' αυτό ήμουνα και κάτω και με βρήκατε εκεί στα Οχυρά. Είχε έρθει μια ομάδα δυτών από Θεσσαλονίκη να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για ένα ναυάγιο που είχε γίνει από ένα γερμανικό πλοίο εδώ, το 1943. Αυτό το περιστατικό είχε λάβει χώρα κατά την περίοδο της Κατοχής. Είχαν έρθει τα Γερμανικά Κατοχικά στρατεύματα, γιατί τα πρώτα δύο χρόνια ήταν οι Ιταλοί εδώ. Μετά τη διάσπαση της συνθηκολόγησης Γερμανών και Ιταλών, είχαν έρθει οι Γερμανοί και ένα γερμανικό μεταγωγικό πλοίο, περνούσε μπροστά μπροστά από τη θαλάσσια περιοχή των οχυρών, για να μεταβεί στο Βόλο. Και δεν ήταν πολεμικό πλοίο, ήταν μεταγωγικό. Δηλαδή μετέφερε μέσα πλήρωμα, πολεμοφόδια και λοιπά αντικείμενα πολεμικού περιεχομένου και από... Μάλλον από σαμποτάζ, από λάθος χειρισμούς, προσέκρουσε πάνω σε μία νάρκη, θαλάσσια νάρκη,—γιατί όλη η περιοχή από τα Οχυρά, μέχρι απέναντι τη νότια Μαγνησία, ήταν ναρκοθετημένη, με νάρκες και με ανθυποβρυχιακό σύρμα—, προσέκρουσε και εξερράγη και ως εκ τούτου βυθίστηκε. Θυμάμαι και ο παππούς μου και η γιαγιά μου, οι οποίοι ήταν πολύ μικρά παιδιά τότε, ήτανε 10-12 χρόνων, ήτανε κοντά. Δηλαδή ακούσανε το «μπαμ». Δηλαδή θυμάμαι την ιστορία που μου περιέγραφε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου, που μου έλεγε ότι: «Βλέπαμε το πλοίο να περνάει και λέγαμε: Α! Τι μεγάλο καράβι!» που βλέπανε τότε που ήταν πιτσιρίκια. Και ξαφνικά ακούνε ένα «μπαμ» που ακούστηκε... μπορεί να ακούστηκε και μέχρι τη Χαλκίδα. Και ξαφνικά βλέπουνε ένα πίδακα νερού να τινάζεται πάνω από 50 μέτρα ψηλά και καταλάβανε ότι κάτι έχει γίνει. Στην αρχή φοβηθήκανε μήπως έγινε βομβαρδισμός, αλλά μετά καταλάβανε ότι προσέκρουσε πάνω σε νάρκη. Το πλοίο προσπάθησε, με όση ικανότητα χειρισμού είχε ακόμα, να έρθει πιο κοντά στη στεριά. Ήρθε, έφτασε περίπου μισό μίλι κοντά στη στεριά κι εκεί άρχισε να βουλιάζει και βούλιαξε. Όλο το πλήρωμα Γερμανοί, Γερμανοί και Πολωνοί που επέβαιναν, βγήκαν έξω κολυμπώντας με θαλάσσιες σωσίβιες λέμβους. Μόνο ένας εξ αυτών δεν κατάφερε να σωθεί. Τον βγάλανε έξω νεκρό, πνίγηκε, τον οποίο τον θάψανε κι εκεί στην περιοχή των Οχυρών. Ήταν πολωνικής καταγωγής και τους υπολοίπους τους πήραν και... Ήτανε μεν και ο στρατός εδώ, αλλά και οι χωριανοί εδώ πέρα προσπάθησαν να τους περιθάλψουν, να τους βοηθήσουν. Εντάξει, θύματα πολέμου ήτανε. Κατοχικά στρατεύματα μεν αλλά ήταν θύματα πολέμου. Και βγήκαν έξω, μόνο ένας πέθανε, όλοι οι υπόλοιποι επέζησαν. Τους παρείχαν τις πρώτες βοήθειες εδώ και ντόπιοι και οι λοιποί Γερμανοί που ήτανε. Αλλά θυμάμαι ότι μου έλεγε η γιαγιά μου και ο παππούς μου ότι, για πολλές εβδομάδες μετά, ακόμα στη στεριά ξεβραζόντουσαν αντικείμενα, φαγητά, τρόφιμα, φάρμακα. Ότι είχε μέσα δηλαδή, ουσιαστικά, έβγαινε απ' τα αμπάρια του καραβιού και τα ξέβραζε στην ακτή και μου έλεγε ο παππούς μου ότι: «Συνηθίζαμε —λέει— πηγαίναμε πρωί πρωί εκεί πέρα μη μας δουν οι Γερμανοί και παίρναμε ότι βρίσκαμε. Αντικείμενα, φάρμακα, ότι, ότι, ότι βρίσκαμε. Ότι βρίσκαμε». Επίσης, λίγα χρόνια πριν, τρία χρόνια πριν, πριν από αυτό το περιστατικό, το 1941, τον Απρίλιο συγκεκριμένα, όταν είχαν έρθει τα Γερμανικά Κατοχικά στρατεύματα, είχε περάσει ένα βομβαρδιστικό γερμανικό να ελέγξει την περιοχή, το οποίο έκοβε βόλτες πάνω απ΄ τα Οχυρά για να ελέγξει αν υπάρχουν ακόμα Έλληνες στρατιώτες και τα σχετικά. Το οποίο, όπως έκανε όμως τη βόλτα πάνω από την περιοχή[00:15:00], έφαγε κάποια πυρά. Τώρα τα πυρά... Επειδή είχε και αντιαεροπορικά άρματα πάνω στα οχυρά, δεν έφαγε από εδώ. Προφανώς θα 'φαγε από μακριά ή από ελληνικό πλοίο ή από συμμαχικό πλοίο. Εγγλέζικο, αμερικάνικο, ότι υπήρχε εδώ πέρα. Και το αεροπλάνο αυτό, εννοείται ότι έκανε αναγκαστική προσθαλάσσωση, έπεσε. Έζησε ο πιλότος και κατάφερε και έβγαλε το αεροσκάφος μέχρι την ακτή. Στην περιοχή κοντά στο Αρτεμίσιο, κάπου εκεί έπεσε. Λίγο πιο δυτικά του Οχυρού των Γουβών. Και μου έλεγε ο παππούς μου ότι το αεροπλάνο είχε μείνει εκεί, ήτανε τύπου στούκας, όπως τα λέγανε, ήταν τα Γερμανικά επιθετικά βομβαρδιστικά πλοία, αεροπλάνα συγγνώμη και είχε μείνει εκεί το αεροπλάνο για πολλές δεκαετίες μετά και πηγαίνανε τα μικρά παιδιά εκεί πέρα και ανεβαίναν πάνω στο αεροπλάνο. Ήταν ακριβώς έξω, είχε βγει στο κύμα, στην άκρη στο κύμα και μπαίνανε μέσα και κάνανε ότι χειρίζονται το αεροπλάνο κι ότι παίζουνε κι ότι το οδηγάνε κι ότι πετάνε. Αυτό μετά από λίγα χρόνια σκόρπισε, έγινε λαμαρίνες και αποσυντέθηκε τελείως.
Δεν υπάρχει πλέον;
Δεν υπάρχει πλέον. Όχι. Το ναυάγιο, που σας ανέφερα πριν, υπάρχει και μάλιστα έχουμε και λήψεις τώρα πρωινές απ’ το ναυάγιο. Είναι στα 30 μέτρα περίπου, 28 με 30 μέτρα και έπεσε μία ομάδα δυτών και θα μας φανερώσει κι εμάς τι γίνεται εκεί κάτω.
Τώρα άλλες ιστορίες από τα οχυρά ήτανε κάπου τον... Νομίζω το χειμώνα του '42, του '43 μάλλον, κατά τη διάρκεια πάλι της γερμανικής κατοχής. Όταν οι Γερμανοί συνέλαβαν 18 αντιστασιακούς, από την ευρύτερη περιοχή και τους εκτέλεσαν εκεί. Τους οποίους τους έβαλαν να σκάψουν μόνοι τους, τους τάφους τους. Έκαναν το εκτελεστικό απόσπασμα εκεί, τους εκτέλεσαν, τους έριξαν μέσα στους τάφους και κι ήταν από πάνω, τους έθαψαν. Δραματική ιστορία. Ήτανε και ντόπιοι εδώ και άτομα από το χωριό, παππούδες εν ζωή ανθρώπων, γιαγιάδες, μητέρες.
Εσύ ακούγοντας όλες αυτές τις ιστορίες, πώς αισθανόσουν και πώς…
Από τη μία σε πιάνει ένα δέος ότι και καλά: «Τι γινόταν; Γιατί, ας πούμε, συνέβησαν όλα αυτά;». Γιατί εντάξει ο πόλεμος είναι κάτι το οποίο κανένας δεν το θέλει. Αλλά από την άλλη, αυτό που γινόταν μέσα μου ήταν περηφάνια. Γιατί; Γιατί τότε, ακόμα και στην απειλή του ενός Παγκοσμίου Πολέμου και ενός επικίνδυνου εχθρού, όπως ήταν οι Γερμανοί, η Ελλάδα προετοιμαζόταν. Δεν στεκόταν στη γωνία με το στιλό στο χέρι να υπογράψει μία ταπεινωτική συνθήκη και να παραδοθεί. Έφτιαχνε οχυρωματικά έργα, για να αμυνθεί. Δηλαδή μέσα από όλες αυτές τις ιστορίες που ακούμε, με τους θανάτους, με τους πνιγμούς, με τις εκτελέσεις, σου γεννιέται και ένα αίσθημα περηφάνιας και εθνικοφροσύνης ότι ναι σαν χώρα ήμασταν γενναίοι ακόμα τότε τουλάχιστον και δεν ήμασταν έτοιμοι να παραδοθούμε άνευ όρων. Και αυτός... και ένας απ' τους λόγους είναι και αυτός, ότι για αυτό θέλαμε κιόλας να κάνουμε τα οχυρά να υπάρχουν σήμερα, να τα βλέπει ο κόσμος και σαν αξιοθέατο και σαν ιστορικό μνημείο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και σαν μνήμη σαν ανάμνηση ότι κάποτε δεν κωλώναμε, να το πω έτσι λίγο λαϊκά. Ήμασταν έτοιμοι, όρθιοι και περιμέναμε τον κάθε εχθρό. Δηλαδή, οι ιστορίες του παππού μου, όταν μου κάθεται και μου εξιστορεί, που ομολογουμένως, είναι εν ζωή ο παππούς μου, 94 χρονών, καμιά φορά μπροστά στην αφήγηση δακρύζει ο ίδιος και συγκινούμαι κι εγώ από μέσα μου, όταν μου αναφέρει περιστατικά, όπως αυτά που σας είπα πριν. Αλλά και απ' την άλλη σου δημιουργεί και ένα αίσθημα περηφάνιας, ένα δέος.
Εσύ τώρα πηγαίνοντας στα Οχυρά, κάθε φορά πώς αισθάνεσαι έτσι μπαίνοντας στο χώρο; Κάθε φορά είναι το ίδιο ή κάθε φορά…;
Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά νιώθουμε και διαφορετικά, όταν κάνουμε, μαζευόμαστε με το Σύλλογο και με τη βοήθεια χωματουργικών μηχανημάτων, κάνουμε ανασκαφές και κάθε φορά ανακαλύπτουμε κάτι καινούργιο. Και λέμε: «Ωπ!: Σήμερα ανακαλύψαμε αυτό, σε αυτό το κτήριο, σε αυτό το κομμάτι. Άρα αυτό συνδέεται με εκείνο. Άρα εκείνο συνδέεται με το άλλο» και ουσιαστικά σιγά-σιγά ενώνεις τα κομμάτια ενός παζλ. Δηλαδή καταλαβαίνεις το... Γιατί για να πω την αλήθεια δεν έχουμε σχέδια. Υπάρχουν σχέδια τα οποία είναι απόρρητα, στα αρχεία του κράτους, δεν μπορούμε να έχουμε πρόσβαση ακόμα εμείς εκεί. Και κάθε φορά που ανακαλύπτουμε κάτι καινούργιο νιώθουμε μία ανατριχίλα, ένα κάτι, έναν ενθουσιασμό και ταυτόχρονα και μια ικανοποίηση, ότι: «Ωπ! Τα καταφέραμε». Μπαίνοντας μέσα σε ένα χώρο, λοιπόν και καθαρίζοντας την και κάνοντας τον κατανοητό και προσιτό για μας, είναι ωραίο αίσθημα. Είναι πραγματικά, δηλαδή, συγκινητικό, που καταφέρνουμε και φέρνουμε στην επιφάνεια, στο φως, κάτι το οποίο φτιάχτηκε πριν περίπου 80 χρόνια και μέσα σε αυτούς τους τοίχους ενός δωματίου που μπορούμε να μπούμε, να εισέλθουμε, ξέρεις ότι κρύβουν μία ιστορία. Κρύβουν κάτι σκοτεινό, αλλά πραγματικό, για το χώρο και για την περιοχή.
Τι υπάρχει εκεί στο χώρο; Είναι μεγάλη η έκταση που καλύπτει;
[00:20:00]
Είναι αρκετά μεγάλη. Είναι δηλαδή, όσο είναι το μήκος, η έκταση της παραλίας εκεί, είναι και τα οχυρωματικά έργα. Υπάρχουνε βάσεις πολυβολείων. Ουσιαστικά υπάρχουν τέσσερις βάσεις πολυβολείων, οι τρεις είναι στη σειρά, σε συστοιχία και η μία είναι λίγο πιο απομονωμένη. Όλες οι βάσεις είχανε κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Δηλαδή είχαν ένα εύρος, ένα βεληνεκές, που να μπορούν τα κανόνια που είχαν πάνω... Είναι κανόνια 178 χιλιοστών, λεγόταν αυτά, ήταν Ναυτικού τύπου, τα οποία ουσιαστικά κάλυπταν την ευρύτερη περιοχή του περάσματος εδώ, του διαύλου του Αρτεμισίου, όπως λέγεται. Υπήρχαν ουσιαστικά τέσσερα πολυβολεία, τύπου 178 χιλιοστών. Υπήρχανε τρία σημεία με ταχυβόλα. Υπήρχε προβολέας, ο οποίος προβολέας δούλευε με γεννήτρια, η οποία... ο οποίος προβολέας κάλυπτε, ουσιαστικά, όλο τον τομέα, το θαλάσσιο τομέα, μπροστά από το πέρασμα. Δηλαδή ουσιαστικά, έφεγγε και τη νύχτα και δεν μπορούσε, δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει πλοίο από μπροστά, χωρίς να γίνει αντιληπτό. Υπήρχε ραντάρ, το οποίο βρισκόταν στη θέση κατευθυντήρα, το οποίο είναι πάνω από το βουνό, εκεί πέρα που βρίσκονται τα οχυρωματικά έργα. Υπήρχαν αντιαεροπορικά άρματα. Υπήρχαν στρατώνες. Υπήρχανε νοσοκομεία, μαγειρεία, βρύσες και διάφοροι άλλοι χώροι ενδιαίτησης και στρατοπέδευσης και διάφοροι άλλοι χώροι βοηθητικοί, όπως γκαράζ, όπως γραφεία, εποπτεία. Υπήρχαν χαρακώματα, που τα οποία ήταν δαιδαλωτά, δαιδαλωτοί διάδρομοι που οδηγούσαν από το ένα, από το ένα κτήριο στο άλλο. Ήταν δαιδαλωτά για να αποφεύγονται, περίπτωση που γινόταν πτώση μιας βόμβας μέσα, για να αποφεύγεται το ωστικό κύμα. Υπήρχε προβλήτα, σκάλα δηλαδή για ελλιμενισμό μικρών πλοιαρίων, πολύ μικρών πλοίων κι άλλα διάφορα πλοία κι άλλα διάφορα κτήρια. Και αυτό που... να πούμε κιόλας, ότι υπήρχε —όπως σας είπα και πριν— ναρκοθετημένη θαλάσσια περιοχή, που καλύπτεται όλο το πέρασμα από τη μία μεριά μέχρι την άλλη και ανθυποβρυχιακό σύρμα, το οποίο ήταν για να, για να μην περνάνε υποθαλάσσια υποβρύχια. Το οποίο ανθυποβρυχιακό σύρμα, το επόπτευε και το άνοιγε και το έκλεινε, ένα καράβι που λεγόταν: «Αγία Δαμασκηνή», το οποίο ήταν ελληνικό πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού. Το οποίο ανοιγόκλεινε το ανθυποβρυχιακό σύρμα, σε περίπτωση που γινόταν διέλευση από κάποιο ελληνικό ή συμμαχικό πλοίο και γενικά είχε και την επιτήρηση του περάσματος. Θα ήταν ωραία να ήμασταν εκεί να σας τα δείχνω κιόλας, γιατί είναι πολύ κοντά όλα, σχετικά κοντά το ένα με το άλλο.
Μπορούμε να βγάλουμε ένα βίντεο κάποια στιγμή.
Βεβαίως ναι. Γιατί; Γιατί όχι;
Εγώ τώρα θέλω να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Όπως θυμάσαι παλιά τα οχυρά και όπως τα βλέπεις τώρα έχει αλλάξει κάτι, μέσα στο χρόνο δηλαδή;
Σίγουρα. Η μορφολογία του εδάφους έχει αλλάξει, είναι και η διάβρωση του χρόνου. Αλλά, πρωτίστως είναι η ανθρώπινη παρέμβαση, αυτό που κάναμε εμείς. Δηλαδή υπήρχαν σημεία που δεν μαρτυρούσαν καν την ύπαρξη εκεί πέρα. Δηλαδή έβλεπες, ας πούμε, έναν αμμόλοφο, μια περιοχή με βλάστηση και αν δεν ήξερες ή αν δεν σου είχε πει κάποιος ότι εκεί υπάρχει κτήριο, υπάρχει οχυρωματικό έργο, δεν πήγαινε καν το μυαλό σου. Με την ανθρώπινη παρέμβαση, λοιπόν, τη δικιά μας άλλαξαν κάποια μέρη. Δηλαδή θυμάμαι ανθρώπους που ήρθαν μετά τον πρώτο καθαρισμό που κάναμε, που ήρθανε κάποιοι ηλικιωμένοι του χωριού και είδανε και είπανε: «Ωχ! —λέει— αυτό έχω να το δω εκεί απ΄το 1950, απ΄το 1960». Δηλαδή το 'χαν ξεχάσει ότι υπάρχει. Δηλαδή άλλαξε γενικά το τοπίο και τολμώ να πω ότι ομόρφυνε. Έχουμε κάνει κι εμείς τις δικές μας, μικρές παρεμβάσεις. Έχουμε τοποθετήσει ταμπέλες που εξηγούνε τι είναι το καθένα. Έχουμε βάλει παγκάκια, ο σύλλογος, έχουμε τοποθετήσει, έτσι ώστε ο επισκέπτης να μπορεί να κάθεται, να βλέπει, να περιεργάζεται. Έχουμε βάλει κάποιους ιστούς με ελληνική σημαία. Κάποια στιγμή τώρα, σκοπεύουμε να φτιάξουμε κι ένα μνημείο για τους πεσόντες και για τους αποθανόντες εκεί των οχυρών, τους Έλληνες εννοείται. Γενικά έχει αλλάξει το μέρος ως προς το καλύτερο. Δηλαδή έχει ομορφύνει το τοπίο. Αν είναι δηλαδή, καμιά φορά κάθομαι κι εγώ και κοιτάζω τις προβολές από το Google Earth, οι οποίες, οι προβολές είναι πλέον 10-15 χρόνια και βλέπω και τώρα και καταλαβαίνω την πραγματική διαφορά. Δηλαδή πώς ήταν και πώς έγινε.
Μου μίλησες προηγουμένως για ιστορίες που άκουγες από τους παππούδες σου και από την οικογένειά σου. Υπάρχουν τώρα και άλλες ιστορίες που σχετίζονται εκεί με τα οχυρά; Έτσι ας πούμε θρύλοι; που να λένε...
Εντάξει όχι. Εντάξει έχουν ακουστεί κάποια θέματα, όσο να 'ναι είναι τόπος μαρτυρικός [00:25:00]για πολύ κόσμο και εντάξει ακούγαμε κι εμείς από πιο μικρά: «Μην πάτε εκεί πέρα, γιατί λέγανε θα έρθει ο Βιλ». Θα σου πω ποιος ήταν ο Βιλ.
Ο Βιλ ποιος ήτανε;
Ο Βιλ ήταν ένας Γερμανός λοχίας, ο οποίος σκοτώθηκε εδώ. Σκοτώθηκε, η αλήθεια είναι ότι σκοτώθηκε κάπως άδικα. Παρότι ήτανε Γερμανός, ήταν άδικος ο τρόπος που σκοτώθηκε και τον θάψανε εκεί και μάλιστα ο Βιλ σκοτώθηκε από Έλληνες αντάρτες. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν φιλέλληνας. Δηλαδή είχε ’ρθεί εδώ στην περιοχή, είχε συνάψει καλές σχέσεις με τους ντόπιους. Ήταν λοχίας στο βαθμό, ήταν υπαξιωματικός του Γερμανικού Στρατού και του άρεσε να βοηθάει τους ντόπιους. Όταν είχαν γίνει κάποια περιστατικά κι είχανε πιάσει τους αιχμαλώτους οι Γερμανοί και τους είχαν φυλακίσει κάτω στα οχυρά. Αυτός επειδή ήτανε μεγαλόψυχος ο άνθρωπος, έκανε το εξής: Κάθε απόγευμα παρατούσε το όπλο του, το έλυνε και άοπλος όπως ήτανε, πήγαινε στα σπίτια των οικογενειών των κρατουμένων. Και τους έλεγε: «Δώστε μου ένα γράμμα να τους πάω. Ένα φάκελο, ένα ρούχο κάτι και να μου πείτε τι θέλεις να τους πω». Και έκανε κάθε μέρα αυτό και επειδή υπήρχανε και πολλοί κρατούμενοι από την Ιστιαία, πήγαινε με τα πόδια από τις Γούβες στην Ιστιαία κάθε μέρα. Έκανε τρεις ώρες να πάει και τρεις ώρες να γυρίσει, έτσι ώστε να φέρει αντικείμενα και νέα από τους συγγενείς των κρατουμένων και αντιστρόφως. Και του έστησαν ενέδρα κάποιοι αντιστασιακοί και τον σκότωσαν, στο δρόμο και ως αντίποινα αυτουνού, ως αντίποινα για το θάνατο αυτουνού του Βιλ, του λοχία, σκότωσαν τους 18 μετά. Τον Βιλ τον θάψανε και αυτόν στα οχυρά, σε ένα κομμάτι εκεί πάνω στην πλαγιά και για πολλά χρόνια, θυμάμαι που λέγανε ας πούμε, οι παλιοί και καλά ότι το βράδυ ακουγότανε... ακουγόταν ο Βιλ να φωνάζει το φάντασμά του, να φωνάζει στα γερμανικά και καλά. Ακουγόντουσαν κάποιες ιστορίες, να πω την αλήθεια ότι δεν έχω ακούσει κάτι παρόμοιο και ούτε κάποιος φίλος μου ή της ηλικίας μου άτομο, έχει δει κάτι παρόμοιο. Φαντάζομαι ότι ήταν ιστορία που τη λέγαν πιο πολύ για να... ή για να εξιτάρουν τη φαντασία κάποιων ή για να φοβίσουν κάποιον. Κάποια άλλη ιστορία έτσι, κάποιον θρύλο εκεί για την περιοχή όχι δεν... Πέρα από αυτό, δηλαδή τίποτα άλλο.
Πάρα πολύ ενδιαφέροντα, γιατί έχεις κι εσύ έτσι πολύ ενδιαφέρον για την περιοχή και για το χώρο και για την ανάδειξή του. Θα 'θελες να συμπληρώσεις κάτι πάνω σε αυτό;
Αυτό που θέλω να συμπληρώσω εγώ είναι ότι εμείς ουσιαστικά σαν Σύλλογος και σαν ντόπιοι, σαν κάτοικοι, σαν άνθρωποι, σαν Γουβιώτες που είμαστε και αγαπάμε τον τόπο μας και την ιστορία μας και όχι μόνο του δικού μας χωριού και όλης της ευρύτερης περιοχής. Του Αρτεμισίου, της Ιστιαίας, των Ωρεών. Γιατί ομολογουμένως έχουμε πλούσια ιστορία, σαν τόπος. Πρέπει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο από τις αρμόδιες αρχές, από το Δήμο μας, από το Υπουργείο Πολιτισμού, για τον τουρισμό, για την ανάπτυξη εδώ πέρα της… Για την ανάδειξη του τόπου μας. Και αυτό που θα ήθελα είναι να, ουσιαστικά να υπάρξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από κρατικούς φορείς, σε τέτοια ευαίσθητα θέματα, όπως είναι αυτό. Δηλαδή πιστεύω ότι η αξιοποίηση ενός μέρους σαν το οχυρό και οτιδήποτε άλλο υπάρχει εδώ για την περιοχή, το οποίο είναι αξιοσημείωτο, πρέπει να ρίξει βάρος η πολιτεία και να βοηθήσει. Εμείς ουσιαστικά δεν είπαμε ότι θα το αποπερατώσουμε όλο μόνοι μας. Εμείς είμαστε απλοί καθημερινοί ανθρώποι, που δουλεύουμε. Δεν έχουμε καμία αρμοδιότητα, ούτε καμία δυνατότητα να φτιάξουμε κάτι μεγαλοπρεπές εκεί. Η πολιτεία είναι αρμόδια για να το κάνει αυτό και αυτό που θα θέλαμε από μεριά μας είναι να δείξουνε λίγο παραπάνω ευαισθησία και ενδιαφέρον σε τέτοιου είδους θέματα. Σε θέματα ανάδειξης, σε θέματα που θα προσελκύσουνε το τουριστικό ενδιαφέρον.
Ωραία. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
Και εγώ σε ευχαριστώ Αναστασία.
Και θα πάμε και κάποια στιγμή να τραβήξουμε.
Μακάρι να είμαι εδώ να μπορέσω να σας πάω να σας ξεναγήσω εκεί, όλα τα μέρη. Θα σας πω και ιστορία για το κάθε ένα, τι είναι, πού χρησίμευε. Θα ήτανε ωραία.
Τέλεια. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να ‘σαι καλά.