Η ιστορία ζωής ενός συνταξιούχου της Τροχαίας
Segment 1
Η σύνοψη της ζωής του αφηγητή
00:00:00 - 00:10:14
Partial Transcript
Καλησπέρα. Σήμερα έχουμε Τρίτη 24 Αυγούστου 2021 και βρισκόμαστε στη Χαριλάου Θεσσαλονίκης. Εγώ είμαι ο Κωστής Κοτσώνης, ερευνητής στο Ist…ά, γύρω στα τριάντα πέν τε με τριάντα εφτά χρόνια συνταξιούχος και η ζωή μου κυλάει όπως όλοι στη ζωή μέσα. Αυτή είναι η ζωή η δικιά μου.
Lead to transcriptSegment 2
Τα σχολικά χρόνια επί Κατοχής και Εμφυλίου
00:10:14 - 00:25:04
Partial Transcript
Ευχαριστούμε πολύ που μοιραστήκατε, έτσι, πολύ γενικά τη ζωή σας. Και τώρα, αν θέλετε, έχω αρκετές επιμέρους ερωτήσεις. Ναι. Ευχαρίστως ν…«Έλα βρε!», μου λέει. «Εσύ να ‘σαι καλά!». Αφού ήταν μόνο δύο… Δύο να ‘ταν ο Θεός! [Δ.Α.] Του ‘πα έτσι. Χάρη αστειότητος το ‘πα εγώ.
Lead to transcriptSegment 3
Οι εκτελέσεις από τον Ε.Λ.Α.Σ. και τον Ε.Δ.Ε.Σ.
00:25:04 - 00:32:34
Partial Transcript
Κατάλαβα. Και γυρνώντας τώρα πίσω στους Γερμανούς, οι κάτοικοι των Γεωργάνων έκαναν αντίσταση; Θυμάστε κάτι τέτοιο; Όχι, αυτοί όχι. Όχι. …μασία… Δεν έδωσε, έτσι, χρόνο και τόπο να το εξετάσει πώς και τι. Δεν τ’ αναμόχλευσε πολύ. Ασ’ το. Πέρασε στο ντούκου που το λέμε, δηλαδή.
Lead to transcriptSegment 4
Η θητεία και η εργασία στη Χωροφυλακή
00:32:34 - 00:46:18
Partial Transcript
Κατάλαβα. Και αργότερα, λοιπόν, όταν τελείωσε και το Γυμνάσιο, που μας είπατε ότι πήγατε να καταταγείτε εθελοντικά στην Αεροπορία, πώς και π…ων είχε μέσα, το κέντρο. Μάλλον συνεργαζότανε και συνεργαζότανε καλά, απ’ ό,τι μου έλεγε ο αδερφός μου. Απ’ ό,τι μου έλεγε, συνεργαζότανε.
Lead to transcriptSegment 5
Η οικογένεια και ο απολογισμός για τη ζωή
00:46:18 - 01:00:46
Partial Transcript
Θέλετε τώρα να μας πείτε και λίγο πιο αναλυτικά πώς γνωριστήκατε με την σύζυγο; Τη γνώρισα το ‘57 τον Ιούνιο μήνα στο σχολείο, όταν γινότ…ιστώ πολύ για την προτίμηση που μου έκαμες– Εγώ. Και πάλι ωραία και καλά. Έτσι. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Να ‘σαι καλά, να ‘σαι καλά.
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα. Σήμερα έχουμε Τρίτη 24 Αυγούστου 2021 και βρισκόμαστε στη Χαριλάου Θεσσαλονίκης. Εγώ είμαι ο Κωστής Κοτσώνης, ερευνητής στο Istorima, και έχουμε μαζί μας εδώ έναν ακόμα αφηγητή, τον κύριο Κωνσταντίνο Νίκα, ο οποίος θα μας μιλήσει για τη ζωή του και για τα διάφορα περιστατικά που έζησε, ζώντας στους Γεωργάνους Ιωαννίνων, αλλά και εργαζόμενος στη Χωροφυλακή. Καλησπέρα σας.
Καλησπέρα.
Σας ευχαριστούμε πολύ που δεχτήκατε σήμερα να μιλήσετε εδώ, να πείτε την ιστορία σας.
Όσο μπορέσουμε θα προσπαθήσουμε να σας ικανοποιήσουμε.
Είμαι σίγουρος ότι όλα θα πάνε μια χαρά.
Εύχομαι, το εύχομαι.
Θα θέλατε, λοιπόν, ξεκινώντας να μου πείτε πού και πότε γεννηθήκατε;
Γεννήθηκα το 1932, το Μάιο μήνα, 28 Μαΐου, ημέρα Σάββατο. Σαββατογεννημένος. Η οικογένειά μου αποτελείται από τρία αδέλφια και δυο αδελφές, οι οποίες… Ο ένας αδελφός έχει πεθάνει, ήτανε στην Αμερική. Δηλαδή, εγώ είμαι ο πρώτος που ζω –όχι που ζω, αλλά που είμαι ο πρώτος. Ήτανε άλλος ένας, ο οποίος ήταν και αυτός στην Αστυνομία, και ο τρίτος, που πέθανε στην Αμερική. Έχει δυο-τρία χρόνια τώρα. Και εντωμεταξύ, η αδελφή μου, η άλλη, που ήτανε στην Αθήνα. Πέθανε κι αυτή και μείναμε τώρα δυο αδέλφια και μία αδελφή. Βέβαια, τα χρόνια εκείνα που πήγα στο Δημοτικό ήταν πολύ δύσκολα, διότι υπήρχανε οι πολέμοι, ο πόλεμος του ‘40. Λοιπόν, κακουχίες μεγάλες τότε. Δεν έφτανε αυτό, αλλά πέσαμε ύστερα… Όταν πήγα στο Δημοτικό, το έβγαλα και πήγα στο Γυμνάσιο Αρρένων Ιωαννίνων, εκεί ήταν το μεγαλύτερο, για μένα δηλαδή, ότι δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με τον πατέρα μου, να ‘ρχόταν να μου φέρει να φάω. Οι γονείς μου νοικιάζαν… Νοίκιαζα στα Γιάννενα. Δεν είχα σπίτι δικό μου και οπωσδήποτε δεν είχα τις ανέσεις μου, δηλαδή, όπως οι άλλοι συμμαθηταί μου, που είχαν τις τσάντες τους, είχαν τον εξοπλισμό του σχολείου. Εγώ όταν πήγα στην πρώτη Γυμνασίου, πήρα παλιά βιβλία από συμφοιτητή μου, συμμαθητή μου, λοιπόν, της πρώτης Γυμνασίου. Λοιπόν, όταν πήγα στη δευτέρα Γυμνασίου πούλησα της πρώτης και πήρα της δευτέρας κι ούτω καθεξής μέχρι την ογδόη. Τότε ήταν η ογδόη Γυμνάσιο, οι ογδοήτες, που λέγαμε. Εντάξει. Η κακουχία είχε… Συνεχιζόταν αυτός ο συμμοριτοπόλεμος τώρα κι όταν έληξε, εγώ είχα φύγει, είχα τελειώσει το σχολείο, αλλά δεν μπορούσα, πού να πάω, να πάω αλλού. Έφυγα όταν ήμουνα 21 χρονών –όχι, 19 χρονών–, πήγα στην Πολεμική Αεροπορία εθελοντής, με σκοπό να μείνω μόνιμος, αλλά, δυστυχώς, εκείνη τη χρονιά δεν έπαιρνε η Αεροπορία. Δεν ξέρω για ποιο λόγο. Και έκαμα τη θητεία μου δυόμιση χρόνια και, λοιπόν, και απελύθηκα. Μόλις απελύθηκα, το Μάιο μήνα, το ‘54 –το Μάιο μήνα του ‘54 ήτανε–, αμέσως έκανα τα χαρτιά μου για τη Χωροφυλακή. Τα ‘καμα, σε έναν μήνα με ειδοποιήσανε και πήγα κι έκαμα τη σχολή μου στο Ρέθυμνο, στην Κρήτη, γιατί οι άλλες οι σχολές ήτανε –των Αθηνών, της Ρόδου–, ήταν γεμάτες. Καθίσαμε εκεί πέρα, λόγω το ότι ήτανε… Εμείς ήταν ένας λόχος, που λέμε, όλο απόστρατοι που έπαιρνε τότε, αποστράτους. Τη συνέφερνε την υπηρεσία να πάρει απόστρατους, οι οποίοι γνωρίζαμε απ’ όλα τα στρατιωτικά και κάναμε μόνο μαθήματα της υπηρεσίας της Αστυνομίας: Ποινικό Νόμο, Ποινική Δικονομία, Πρακτική Αστυνομία, Ποινικό Δίκαιο. Δηλαδή, δεν είχαμε γίνει και νομοθέτες, αλλά τα βασικά τα γνωρίζαμε, τα μάθαμε εκεί στη σχολή μέσα. Έφυγα ύστερα. Ήρθανε οι τοποθετήσεις. Εμένανε… Όποιος είχε μέσον τότε, ξέρω ‘γώ, και μπορούσε, δηλαδή, να φύγει πήγαινε στα μέρη του. Εγώ ζήτησα για τα Γιάννενα. Δεν έγινε και με τοποθετήσανε από το Ρέθυμνο στα Χανιά, στο 2ο Αστυνομικό Τμήμα. Εκεί έκατσα δυο χρόνια. Ναι, δυο χρόνια έκατσα –Τρία χρόνια. Κι έναν χρόνο έκατσα απόσπασμα, γιατί ήταν κάτι ιδιότροποι εκεί πάνω τότε, στην Κρήτη. Λαθραία κάνανε κι είχανε δημιουργηθεί αποσπάσματα. Και το ‘56 μου ‘ρθε η απόσπαση, μου ‘ρθε η μετάθεση για τα Γιάννενα, για την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Ιωαννίνων. Λοιπόν, αντί να με ρίξουνε και μένα κάπου γύρω με στείλανε στη Λευκάδα. Λοιπόν, έκατσα δυο μήνες εκεί πέρα, ήρθε μια διαταγή και λέει: «Όποιοι επιθυμούν να πάνε για διαβιβαστές», να μάθουν, να πάρουν την ειδικότητα του διαβιβαστή. Πρώτος δήλωσα, για να φύγω. Ήθελα να φύγω. Δεν μ’ άρεζε. Πήγα στην Αθήνα, στο ΚΕΔ: Κέντρον Εκπαιδεύσεως Διαβιβάσεων. Εκάτσαμε τρεις μήνες. Πήρα την ειδικότητα, άρχισαν οι τοποθετήσεις. Φύλλο Πορείας εγώ για την Ανωτέρα Χωροφυλακή Κοζάνης από Αθήνα. «Ε», λέω, «αμαρτία είναι», λέω. «Από ένα μέρος στο άλλο!». Τέλος πάντων. Το κάναμε λίγο χιούμορ, έτσι; Δηλαδή, δεν βαριέσαι. Εκεί, ύστερα, απ’ την Κοζάνη μέσα στην Καστοριά, σ’ ένα χωριό, Επταχώρι. Εκεί ήταν τα παραμεθόρια χωριά της Καστοριάς. Είχαν όλοι οι σταθμοί, είχαν ασυρμάτους τότε [Δ.Α.] όλων των καταστάσεων. Τηλέφωνα δεν είχανε και δε χρησιμοποιούσανε, είχαν ασυρμάτους. Λοιπόν, κι είχα την ειδικότητα του ασυρματιστή. Λοιπόν, αλλά για το… Η ζωή, τώρα, μες στην Αστυνομία ήταν πολύ ωραία. Μου άρεσε εμένα το Σώμα, μ’ άρεσε. Λοιπόν, αλλά… Να σας πω για τη ζωή του Γυμνασίου, γιατί ξεφύγαμε λίγο, για τη ζωή, το Γυμνάσιο. Λοιπόν, εκεί εγώ νοίκιαζα και δεν νοίκιαζα καμιά βίλα. Νοίκιαζα σε δωμάτια, τα οποία ήταν της σειράς μου, που λέμε, της σειράς μου. Λοιπόν, οπωσδήποτε η ζωή ήτανε σκληρή για μένανε, για μένανε. Αλλά ύστερα, όμως, καλυτέρευσε, διότι έφυγα. Και ερχόμαστε τώρα εκεί που γνώρισα την κοπελιά, τη γυναίκα μου. Τότε απαγορευόταν να συνάψω ερωτικά σχέσεις. Λοιπόν, και το μάθαν ότι εγώ είχα συνάψει ερωτικά σχέσεις και με τιμωρήσανε και με διώξανε από κει, απ’ το χωριό μου. Με στείλαν στα Γρεβενά, σ’ ένα χωριό απάνω. Κηπουρειό λέγεται. Από κει πήραμε άλλη μετάθεση, ήρθαμε μες στο… Άλλο ένα χωριό, το Δοτσικό Γρεβενών. Εκεί ήμουνα, είχα… Δηλαδή, δεν είχα παντρευτεί, είχα αρραβωνιαστεί. Λοιπόν, και ο γάμος απαγορευότανε. Λοιπόν, αλλά δεν μπορούσες να κάνεις και διαφορετικά. Επερίμενα. Ήρθε μία διαταγή ύστερα με το ‘64, το 1964: «Όσοι έχουν συμπληρώσει το 32ο έτος της ηλικίας τους έχουν δικαίωμα να παντρευτούνε». Λοιπόν, παντρεύτηκα, νόμιμα πλέον. Απέκτησα δυο παιδιά, το Θανάση μου και τον Ηλία. Ο ένας γεννήθηκε στην Κοζάνη κι ο άλλος στον Πεντάλοφο, Πενταλόφος Κοζάνης, απάνω ήτανε, χωριό Πεντάλοφος. Έφυγα ύστερα απ’ τον Πεντάλοφο, ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη, εδώ, στην Τροχαία Προαστίων, που είχαμε κάποτε. Εδώ ήρθα, πήρα, αγόρασα σπίτι, μεγάλωσα τα παιδιά μου, τα σπούδασα. Ο ένας είναι δάσκαλος. Ο άλλος ήθελε να πάει στο Σώμα της Αστυνομίας. Εκεί είναι ακόμα, υπηρετεί. Ο εγγονός μου ο ένας είναι ιατρός, σπουδάζει, δηλαδή πάει για το τέταρτο έτος, ο Κωνσταντίνος μου. Η Ιωάννα μου, η εγγονή μου, είναι πολιτικός μηχανικός κι έχω κι έναν, το μικρό, το Στεφανάκο, ο οποίος είναι 8 χρονών, του γιου μου, του Ηλία. Είναι 8 χρονών, πάει για τρίτη Δημοτικού. Είναι ωραίος, καλός. Αυτή η ζωή συνέχιζε. Έκαμα στο Σώμα… Απολύθηκα από τη Χωροφυλακή το ‘84. Το ‘84 απελύθηκα κι έχω συνταξιούχος τώρα, αγαπητέ μου, τριάντα εφτά, γύρω στα τριάντα πέν[00:10:00]τε με τριάντα εφτά χρόνια συνταξιούχος και η ζωή μου κυλάει όπως όλοι στη ζωή μέσα. Αυτή είναι η ζωή η δικιά μου.
Ευχαριστούμε πολύ που μοιραστήκατε, έτσι, πολύ γενικά τη ζωή σας. Και τώρα, αν θέλετε, έχω αρκετές επιμέρους ερωτήσεις.
Ναι. Ευχαρίστως να στις απαντήσω.
Καταρχήν, δεν μου είπατε με τι ασχολούνταν οι γονείς σας.
Λοιπόν, οι γονείς μου ήτανε, δε μπορώ να πω, να ‘χανε, να ‘ναι κτηματίες. Ήταν ένας άνθρωπος του χωριού. Ασχολιότανε με το μουλάρι του, με δυο γελάδες, τέσσερις-πέντε κατσίκες. Αυτά ήταν. Δεν είχαμε, δηλαδή, εργοστάσια, δεν είχαμε τίποτε, να πούμε ότι είχε. Τίποτα, όμως. Η μάνα μου ήτανε στο σπίτι της, οικιακής χρήσεως, που λέμε. Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει.
Εσείς βοηθούσατε τον πατέρα σας σαν παιδί;
Όχι, όχι, όχι, όχι. Δεν πρόλαβα, δηλαδή. Απ’ το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, απ’ το Γυμνάσιο στην Πολεμική Αεροπορία. Απολύθηκα από κει, στη Χωροφυλακή. Δηλαδή, νεανική ζωή, ελεύθερη, δεν γνώρισα, έτσι, σαν παιδί.
Κατάλαβα. Και με τ’ αδέρφια σας πώς ήταν οι σχέσεις; Ήσασταν αγαπημένοι;
Άριστες, άριστες, άριστες. Από μικρά ήταν άριστες. Ήμουνα ο μεγαλύτερος. Λοιπόν, και αυτά ακόμη δεν τα ‘χα χορτάσει, έτσι, όπως λέμε στο χωριό μας. Έφυγα. Ήταν μικρά ακόμη. Ο πρώτος εγώ. Ο δεύτερος γεννήθηκε το ‘40. Ήταν κι αυτός στην Αστυνομία Πόλεων, είχε πάει. Ο τρίτος ήταν η αδελφή μου, η οποία έβγαλε κι αυτή το Γυμνάσιο μαζί με τον αδελφό μου, τον άλλονε, και δούλευε σε μία στρατιωτική βάση στην Αθήνα. Λοιπόν, κι η άλλη, η πιο μικρότερη, η οποία είναι γεννημένη το ‘71 αυτή. Είναι στο χωριό. Δηλαδή, και τώρα ακόμη μ’ αυτήν, που ζούμε, και πρώτα και τώρα άριστη ήτανε. Με τον αδελφό μου, που είναι στην Αθήνα, τηλεφωνιόμαστε τακτικά. Κι ειδικότερα τώρα, που έχω την κυρά στην κατάσταση αυτή, δεν έχω να πεις ότι… Πολλή αγάπη με τα αδέρφια μου!
Καλό αυτό. Και σαν παιδί στο χωριό πώς ήταν να μεγαλώνετε; Τι ζούσατε εκεί σαν παιδί;
Δηλαδή, τι… Η ζωή μου ήταν αυτή. Στο σχολείο, στο Δημοτικό, και στο σπίτι και στη γειτονιά εκεί πέρα, στις αυλές. Δεν είχαμε, ούτε τα ποδόσφαιρα είχαμε, ούτε τους κινηματογράφους, ούτε αθλητισμούς και τέτοια πράγματα, δεν είχαμε. Δεν υπήρχαν τότε, εκείνα τα χρόνια, εκείνα τα χρόνια. Δεν μπορούσαμε να…
Παίζατε κάποιο συγκεκριμένο παιχνίδι που θυμάστε;
Μπάλα που παίζαμε με κουρέλια που τα κάναμε μπαλίτσες, μπάλα και τα κλωτσάγαμε. Αυτή ήταν η μπάλα μας. Δεν είχαμε τίποτ’ άλλο. Εκείνη την περίοδο των χρόνων που ήμουνα ‘γώ δεν υπήρχε… Και άλλοι που ‘χανε χρήματα, μπορούσαν να ‘χαν χρήματα στο χωριό, ξέρω ‘γώ, δεν είχανε τέτοια πράγματα, να ‘χανε. Δεν ασχολούνταν με αθλητισμό. Δεν ασχολούντανε με παιχνίδια μεγάλα. Δεν υπήρχε τότε, εκείνα τα χρόνια. Εκείνα… Ήταν σκληρά τα χρόνια εκείνα, κακά χρόνια, και ιδίως με το συμμοριτοπόλεμο… Έφυγα μια φορά απ’ το σχολείο. Καλοκαίρι ήτανε, διακοπές. Λοιπόν, ακούω τη νύχτα πυροβολισμούς βαθιά, έτσι, μέσα. Βλέπω σηκώνεται ο πατέρας μου. Λέει της μάνας μου: «Μη μιλάς», της λέει, «μην ξυπνήσεις το παιδί», αλλά εγώ άκουσα. Σηκώνομαι, λοιπόν, κοιτάζω απ’ το παράθυρο και φάτσα απέναντι –μπορώ να σου πω στα 15, 20 χιλιόμετρα; Παραπάνω–, λοιπόν, γινότανε πόλεμος: Οι αντάρτες με το Στρατό. Λοιπόν, και με πήρε ο πατέρας μου και με βάζει μέσα σε μια αχυρώνα, κάτω, μες στο άχερο, για να μη με βρουν οι αντάρτες. Λοιπόν, ξημέρωσε το πρωί –καλοκαίρι, διακοπές–, ξημέρωσε το πρωί, με παίρνει με τα πόδια στα Γιάννενα, με τα πόδια στα Γιάννενα, για να μη με πάρουν, να μη με βρούνε. Από τότε πήγα και… Ναι. Α, όχι. Ύστερα, το ‘48, ήρθαν σαν συμμοριόπληκτοι, που φεύγαν απ’ τα χωριά ο κόσμος ύστερα, συμπυκνωνότανε στα Γιάννενα, στις πόλεις, δηλαδή. Η δική μου η περιοχή όλη εκεί πέρα ή από πάνω, απ’ τα άλλα χωριά – απ’ τα Τζουμέρκα, ξέρω ‘γώ, απ’ την Κόνιτσα πάνω–, πηγαίνανε στα Γιάννενα, σε μεγάλες πόλεις, για να μην τους πάρουν οι αντάρτες. Λοιπόν, τους είχαν στήσει, ο Στρατός, σκηνές μεγάλες και κάθονταν μέσα σε μια σκηνή δεκαπέντε οικογένειες, είκοσι οικογένειες. Λοιπόν, και ξανά στο χωριό δεν πάτησα. Μόνο όταν απελευθερώθηκε, όταν φύγαν οι αντάρτες πίσω στην Αλβανία –απ’ Αλβανία, δηλαδή… Απελευθερώθηκε ο Γράμμος–, τότε πήγα στο χωριό, γιατί φοβόμουνα μη γίνει, όπως έγινε, το παιδομάζωμα, που δεν φυλάχθηκαν ο κόσμος, είχαν ξεθαρρέψει και τα μαζέψαν τα παιδάκια και βγήκαν έξω.
Θα ξανάρθουμε σ’ αυτό. Σίγουρα έχετε να μου πείτε κι άλλα. Απλά, για να ελαφρύνω και λίγο το κλίμα: Πριν έρθουμε, μου είπε η Ιωάννα, η εγγονή σας, ότι ήσασταν λίγο ζωηρό παιδί; Τρώγατε ξύλο;
Κοίταξε, το ότι έτρωγα… Δεν έτρωγα. Ότι μάλωνα, μάλωνα. Τσακωνόμουνα. Δηλαδή, δεν δεχόμουνα –πώς να σου πω τώρα;–, δεν δεχόμουνα να ‘ναι ο άλλος ανώτερος από μένανε, όχι. Ήμουνα ζωηρός, δηλαδή, έξω, εξωσχολικά, ενώ μέσα, στο διάστημα του σχολείου, του Γυμνασίου, δεν χώραγε τέτοιο πράγμα. Δεν χώραγε τέτοιο πράγμα, αλλά σαν παιδιά, βέβαια, μαλώναμε, ξυλοφορτωνόμασταν. Δεν είχε ιδιαίτερη αυτή… Μεγάλες… Να πεις ότι κάναμε –πώς να σου πω;–, να ‘χαμε τάσεις κακοποιών παιδιών, όπως τώρα, όπως σήμερα, τώρα, που βλέπουμε αυτές τις αναρχίες. Αυτά τα πράγματα τώρα δεν τα ‘χαμε τότε. Δεν υπήρχαν τότε, τίποτα.
Άλλες σκηνές που να θυμάστε τώρα πηγαίνοντας στο σχολείο; Πώς ήταν εκεί; Πώς ήταν οι δάσκαλοι, πώς ήταν τα μαθήματα;
Κοίταξε, οι δασκάλοι ήταν ωραίοι. Ήτανε αυστηροί, ήταν αυστηροί, αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Οι καθηγητές εκείνων των ετών ήταν αυστηροί. Θέλανε, μας μαθαίνανε γράμματα. Λοιπόν, είχαμε μία καθηγήτρια –έχει πεθάνει τώρα δύο χρόνια–, η Λούτση, μακαρίτισσα. Μου λέει: «Σήκω πάνω, Νίκα, να μας τραγουδήσεις. Ποια τραγούδια ξέρεις;». Ήξερα ‘γώ τραγούδια, νομίζεις; Λοιπόν, «Δεν ξέρω», λέω, «τραγούδια» λέω. «Πώς δεν ξέρεις», μου λέει. «Απ’ το Σούλι, [Δ.Α.]». «Ε, τι να σου πω; Τη Τζαβέλαινα θα σου πω;», της λέω. Και γέλαγε. «Άντε κάτσε κάτω». Εκείνο που δεν χώνευα τόσο και δεν διάβαζα –όχι δεν διάβαζα, δεν…–, όταν είχαμε τον Πλάτωνα, το βιβλίο για τον Πλάτωνα. Κύρου Ανάβαση μ’ άρεσε. Ήταν ωραία. «Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο, πρεσβύτερος μεν Αρταξέρξης, νεώτερος δε Κύρος» και ξέρω ‘γώ. Μ’ άρεσε. Αλλά για τον Πλάτωνα, Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι και, ξέρω ‘γώ, κάτι τέτοια, δεν πήγαινα, δηλαδή. Όμως, τότε μαθητική ζωή, φτωχιά. Δεν κάναμε… Με τα αυτοκίνητα να πηγαίνουμε τώρα στα Γυμνάσια, να πηγαίνουμε… Έχω τώρα τον εγγονό μου, τον Κωνσταντίνο, τώρα. Πήρε τ’ αυτοκίνητο του παππού, λοιπόν, και δρόμο. Πάει εδώ, πάει εκεί, πάει στο Πανεπιστήμιο.
Τότε με τα πόδια, ε;
Τότε; Τι… Μα, με τα πόδια φεύγαμε απ’ τα Γιάννενα εμείς και πηγαίναμε 44 χιλιόμετρα. Με τα πόδια στο Γυμνάσιο και στα σπίτια μας και, ξέρω ‘γώ, δεν πηγαίνανε αυτοκίνητα... Δεν υπήρχανε.
Υπήρξε ποτέ κάποια διακοπή στις σπουδές στο Γυμνάσιο λόγω της Κατοχής; Επιτάξαν το σχολείο ποτέ οι Γερμανοί;
Όχι, όχι. Καμία. Κοίταξε, οι αντάρτες, οι αυτοί δεν μπήκαν μες στα Γιάννενα. Δεν μπήκανε και δεν είχαμε κανένα φόβο. Τίποτε. Μόνο τα χωριά έξω. Δεν πηγαίναμε εμείς τώρα. Κι άσε κι είχαν φύγει κι όλοι και τα χωριά είχανε μαζευτεί μέσα όταν είχε παραφουσκώσει το πράγμα. Δηλαδή, ‘47, ‘48 και αρχάς[00:20:00] ‘49 είχανε μαζευτεί μέσα στις πόλεις, τις μεγάλες. Δεν είχαμε…
Εγώ λέω, όμως, για πιο πριν, στην Κατοχή, όχι στο…
Α, επί ΕΛΑΣ, που λέμε; Στην Κατοχή, με τους Γερμανούς; Με τους Γερμανούς. Με τους Γερμανούς θυμάμαι λίγο πράγματα, όταν πρωτομπήκαν στο χωριό μου. Όταν πρωτομπήκαν στο χωριό ήμουνα απ’ έξω, στην αυλή, και βλέπω τους Γερμανούς απ’ τ’ απάνω μέρος του σπιτιού να κατεβαίνουν με τ’ αυτόματα στο χέρι, τα schmeiser, αυτά, λοιπόν, και δεν γύριζαν κεφάλι να δούνε. Δεν ξέραν ούτε… Από μονοπάτι δεν πηγαίνανε. Από μονοπάτι δεν πηγαίνανε. Και το πόρισμα το ‘χαμε βγάλει –όχι εγώ, οι μεγάλοι– ότι φοβόντανε μήπως βάζανε νάρκες οι ζερβικοί, του Ζέρβα οι αντάρτες, που ‘ταν… Ο Ζέρβας ήτανε ο αρχηγός. Όπως ήταν ο Άρης, ο Βελουχιώτης, εκεί πέρα από τους Κομμουνιστάς, ο Ζέρβας ήταν από το ΕΔΕΣ, Εθνικός Στρατός. Λοιπόν, στον όχτο, στ’ αγκάθια απάνω, «παφ πουφ». Κατεβαίναν τα όχτια και μες στο χωράφι φεύγανε για κάτω, για Πρέβεζα, για να πάνε για κάτω. Φεύγανε όταν ήρθαν από πάνω, με τα πόδια που ‘ρχότανε. Λοιπόν, άμα τους είχε αντίσταση, καίγανε και τα σπίτια. Και μάλιστα, κάψανε και του θείου μου, πιο κάτω, στον πάτο, στο χωριό. Του βάλανε φωτιά, γιατί, τώρα, πιάσανε μες στο σπίτι; Δεν ήταν… Και του βρήκαν όπλο. Κάτι όπλα του βρήκαν, που ήταν στο Ζέρβα αυτός, και μόλις τα ‘δαν οι Γερμανοί αυτά, βάλανε φωτιά. Ωωω, πάει το σπίτι! Αλλά, κατά τ’ άλλα, δεν πειράζανε. Άμα δεν τους πείραζες, δεν σε πείραζαν. Πηγαίναν εκεί που θέλαν αυτοί. Ως Κατοχή, δηλαδή, τώρα, δεν είχαμε άλλο τίποτα. Η ζωή συνέχιζε έτσι, ομαλά, δηλαδή. Φτώχεια μεν, αλλά…
Υπήρχε, όμως, μεγάλη πείνα, μας είπατε και πριν.
Ναι. Καλά, εντάξει, ανέχεια. Δουλειές δεν υπήρχανε. Επί ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, τότε, ξέρω ‘γώ, με τους Γερμανούς… Αυτό έγινε, άρχισε η δουλειά, άρχισε από το ‘40. Από το ’40 άρχισε, ενώ όταν ήταν ο Μεταξάς –και τον θυμάμαι το Μεταξά εγώ. Πήγαινα σχολείο με το φουλάρι το μπλε, κοντό παντελονάκι. Τότε φόρεσα εγώ άρβυλο, τότε, για λίγον καιρό, αρβυλάκια. Πηγαίναμε στην εκκλησία συντεταγμένοι με τη σημαία και, ξέρω ‘γώ. Ήταν ωραία, αλλά ύστερα έγινε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, χαλάσαν όλα. Από κει κι ύστερα άρχισε η πείνα και, ξέρω γώ, δηλαδή η ανωμαλία όλη στο κράτος μέσα. Ήτανε ο Ελληνικόταλικός Πόλεμος, είναι το ΕΛΑΣ, ήτανε ο συμμοριτοπόλεμος, στις 29 Αυγούστου που κατέληξε, και μετά, ύστερα άρχισε και μπήκε η δουλειά, μπήκε το νερό στ’ αυλάκι, που λέμε, κατάλαβες;
Μας είπατε ήδη κάποια πράγματα για όταν βρισκόσασταν στο Γυμνάσιο, μακριά απ’ τους Γεωργάνους. Φαντάζομαι κι εκεί ήταν δύσκολα. Είπατε δεν μπορούσε να ‘ρθει ο πατέρας σας…
Όχι, δεν μπορούσε. Δεν μπορούσε… Είχε αρκετές περιπτώσεις που δεν μπορούσε να ‘ρθεί, διότι γινότανε μάχες στο ενδιάμεσο, εκεί πέρα, των χωριών, των βουνών, εκεί πέρα. Δεν μπορούσε να ‘ρθει. Δεν τους αφήναν –Όχι δεν τους αφήναν. Φοβόνταν μην τους πιάσουνε και έμενα μια βδομάδα χωρίς ψωμί. Πήγαινα στο εστιατόριο και του ‘λεγα: «Μπαρμπα-Γιάννη» –ένας εκεί πέρα– «να φάω». Είχε εστιατόριο, σαν το χάνι, που λέγανε. Λέω: «Θα σε πληρώσει ο πατέρας μου, όταν θα ‘ρθει». Μην τον είδατε.
Πώς αλλιώς; Δεν γινόταν.
Εμ, δεν γινόταν αλλιώς! Λυπόταν. Αυτός ήταν ωραίος. Ο Λύτρας ονόματι. Πολύ καλός άνθρωπος. Έλεγε: «Έλα δω, βρε συ!» –το ‘λεγε ηπειρώτικα– «Έλα δω, βρε συ! Τι θες; Να φας; Θα σου δώσω. Θέλεις φασολάδα; Να φας, να φας. Να φας φασολάδα», έλεγε. Ήταν καλός. Και τον πρόλαβα, όταν πήγα στη Χωροφυλακή. Ήταν γέρος. Πήγα, τον είδα, τον αγκάλιασα το Γιάννη, το μπαρμπα-Γιάννη, τον αγκάλιασα. «Σου χρωστάω», του λέω, «δυο φασολάδες, βρε μπαρμπα-Γιάννη!», του λέω. «Έλα βρε!», μου λέει. «Εσύ να ‘σαι καλά!».
Αφού ήταν μόνο δύο…
Δύο να ‘ταν ο Θεός! [Δ.Α.] Του ‘πα έτσι. Χάρη αστειότητος το ‘πα εγώ.
Κατάλαβα. Και γυρνώντας τώρα πίσω στους Γερμανούς, οι κάτοικοι των Γεωργάνων έκαναν αντίσταση; Θυμάστε κάτι τέτοιο;
Όχι, αυτοί όχι. Όχι. Τώρα… Αντίσταση αυτοί… Ήτανε τα ΜΕΑ που λέγανε, Μονάδες Εθνικής Αντιστάσεως, εναντίον των Γερμανών. Αλλά, δεν κάναν, τώρα, μεγάλες ζημιές αυτοί. Δεν θυμάμαι τώρα να κάνανε πόλεμο, μάχες, ξέρω ‘γώ. Δεν είχανε, τέτοια πράγματα δεν είχανε. Όπως έγινε το Ρούπελ εδώ απάνω, ξέρω ‘γώ, που ήταν, αυτά, δεν έγιναν τέτοια πράγματα. Εκεί κάτω δεν έγινε. Έφυγαν ύστερα με το ΕΛΑΣ, που φύγαν οι Γερμανοί ήταν το ΕΛΑΣ. Έφυγε ο Ζέρβας, έφυγε, πάει στην Κέρκυρα με το στράτευμά του και κυριάρχησε το ΕΛΑΣ σε όλη την Ελλάδα κάτω, στην Ήπειρο, εκεί γύρω και παντού. Ε, και το ‘46, ύστερα, στον Απρίλιο μήνα, στο Λιτόχωρο Κατερίνης, από κει ξεκίνησε ο συμμοριτοπόλεμος. Κάψανε το σταθμό χωροφυλακής το βράδυ και την επόμενη μέρα βγήκαν όλοι, παρουσιάστηκαν όλοι αυτοί που βγήκαν στο βουνό με συμμοριτοπόλεμο.
Το Ζέρβα τον ακολούθησαν άνθρωποι από το χωριό;
Βέβαια. Είχαν, πώς. Πολλοί. Όσοι ήτανε στο τάγμα του εδώ, στο σώμα με το Ζέρβα, πολλοί, το 80% τον ακολούθησε και φύγανε. Οι υπόλοιποι μείνανε.
Κι είχαν αργότερα στον Εμφύλιο από τους Κομμουνιστές αντίποινα, ας πούμε, για τη συμμετοχή του χωριού στον ΕΔΕΣ;
Ναι, οι ΕΛΑΣίτες. Βαρέσανε σε μια τοποθεσία εκεί, στο χωριό μου… Πιο πέρα είναι ένα χωριό Δερβίζιανα. Κάνα 3 χιλιόμετρα πιο κάτω, Δερβίζιανα, είναι ένα ηρώον μεγάλο, μια πλάκα μεγάλη, κι έχει τα ονόματα κάπου. Πόσο να ‘χει; Δεν θυμάμαι τώρα. Τριάντα, σαράντα, τριάντα, σαράντα πέντε, πενήντα άτομα γραμμένα; Οι ΕΛΑΣίτες. Όταν έφυγε το ΕΛΑΣ από δω απ’ τη Βόρειο Ελλάδα και έπιασε την Ήπειρο κάτω, περάσαν απ’ το χωριό μου κι είχαν και στρατοπεδεύσει οι ΕΛΑΣίτες εκεί. Και για ένα βράδυ μαζέψανε όλους, σβάρνα –όχι σβάρνα, όσους ξέραν. Ήξεραν αυτοί ποιοι ήταν, τώρα, εθνικόφρονες, λοιπόν, και ποιοι ήταν οι άλλοι. Λοιπόν, σκοτώσανε από ‘να σπίτι παππού, γιαγιά, δυο παιδιά και τον πατέρα. Πέντε άτομα μαζέψαν και σκοτώσανε. Τα δυο παιδιά ο ένας είναι ο Παναγιώτης. Ήτανε 13 χρονών. Μία ηλικία είχαμε, μια ηλικία. Κι όταν έμαθα λαχτάρησα. Λέω: «Πώς δεν πήραν και μένα;», λέω. Γιατί; Γιατί είχε ένα όπλο αυτός, μια αραβίδα ιταλικιά, και τουφεκάγαμε, παιδιά τώρα, στον αέρα εκεί πέρα. Λοιπόν, κι όταν ήρθαν οι ΕΛΑΣίτες, τη μαζέψανε. «Γιατί δεν πήρανε και μένα;», λέω. Θα με καθάριζαν. Τότε λαχτάρησα, σου λέω. Γενικά, λέω, φοβήθηκα ότι… Πέντε άτομα από ‘να σπίτι το ΕΛΑΣ.
Λέτε για το περιστατικό στο Νταλαμάνι;
Ναι, ναι. Νταλαμάνι–
Αυτό ήταν.
Νταλαμάνι, ναι, Νταλαμάνι.
Το 1945.
Ναι, ναι. Σ’ ένα ρέμα μέσα. Σαράντα πέντε άτομα. Μετά από καιρό λέγαν ότι ένας απέναντι, από άλλο ένα χωριό, άκουε –Ήταν Δεκέμβριος μήνας, ήτανε. Άκουε τα πολυβόλα που κελάηδαγαν, λέει, «αλλά δεν ξέραμε τι ήτανε». Και απ’ ό,τι άκουσα τότε –άκουγα, παιδί τότε, άκουγα–, σαράντα μέρες φύλαγαν οι ΕΛΑΣίτες εκεί το μέρος να μην πάν’ να τους πάρουνε, να μην πάρουν τα πτώματα εκεί πέρα, να μην τα πάρουνε. Θηριωδία μεγάλη, πα πα πα… Άμα περνάς, φαίνεται. Περνάς από κει, από το χωριό μου, πας Δερβίζιανα, προχωράς. Δεξιά είχαν κάνει μια εκκλησούλα μικρή και μια πλάκα μεγάλη. Έχει τα ονόματα. Δασκάλο[00:30:00]υς, παπάδες, άλλοι με αυτό… Άτομα που ‘τανε μες το Ζέρβα. Αυτό ήταν, τι ‘ταν;
Και τώρα, γυρνώντας πάλι πίσω, στην εποχή το ‘40 –Νομίζω πάλι η Ιωάννα μου το είπε, ότι είχε γίνει εκεί στο χωριό εκτέλεση Ιταλών από αντάρτες;
Α, ναι, του Ζέρβα, ναι, ναι, ναι. Είχανε πιάσει οι ζερβικοί τους δυο Ιταλούς, λοιπόν, και τους είχαν εκεί πέρα και φυλάγαν κάτι πρόβατα, ξέρω ‘γώ, [Δ.Α.] για τους τσοπαναραίους. Και τους κατηγορήσανε για κατάσκοπους αυτουνούς. Λοιπόν, και μάθαμε εμείς, εγώ και κάνα άλλα δυο παιδιά, ότι πηγαίνουν τους Ιταλούς να τους σκοτώσουνε στην εκκλησία από κάτω, στα νεκροταφεία. Όσο να πάνε αυτοί εμείς είχαμε πάει σε ένα τοίχωμα, σ’ ένα ντουβάρι από πίσω, κοιτάζαμε και τους στήσαν στον τοίχο. «Τρρρρρρ…». Αφού είδαν που γυρίσαν και πέσανε κάτω, πήγαμε στο σπίτι κι έκλαιγα εγώ. Και λέει ο πατέρας: «Τι κλαίει το παιδί», λέει. «Πού ξέρω ‘γώ», του λέει, «γιατί κλαίει;». «Γιατί κλαις;», μου λέει. «Να», λέω, «σκοτώσανε οι αντάρτες του Ζέρβα», λέω, «σκοτώσανε δυο Ιταλούς». Γιατί, τώρα, ύστερα έμαθα, όταν μεγάλωσα λίγο, έμαθα ότι ήταν, λέει, κατάσκοποι. Τώρα, κατά πόσον αληθεύει δεν ξέρω. Ε, γινόταν, τώρα, πράγματα τα οποία δεν συμβιβαζότανε με τίποτε. Αναρχία στην αναρχία. Κι όλα εις βάρος της Ελλάδος κι όλα εις βάρος του ελληνικού λαού. Καταλάβατε;
Ο πατέρας σας τι σας απάντησε όταν του είπατε ότι κλαίτε για τους Ιταλούς;
Δεν έδωσε τόσο σημασία. Έτσι: «Έλα, τώρα, πού τα ‘δες εσύ;». Ύστερα μου λέει: «Πού τα δες;». «Τα ‘δα». Αλλά, εν πάση περιπτώσει, ήθελε να με καθησυχάσει, μήπως στον ύπνο μου, τώρα, τα δω, μήπως φοβηθώ. Ε, αυτά ήτανε. Δεν έδωσε μεγάλη σημασία –Δεν έδωσε σημασία… Δεν έδωσε, έτσι, χρόνο και τόπο να το εξετάσει πώς και τι. Δεν τ’ αναμόχλευσε πολύ. Ασ’ το. Πέρασε στο ντούκου που το λέμε, δηλαδή.
Κατάλαβα. Και αργότερα, λοιπόν, όταν τελείωσε και το Γυμνάσιο, που μας είπατε ότι πήγατε να καταταγείτε εθελοντικά στην Αεροπορία, πώς και πήρατε αυτή την απόφαση;
Δεν είχα πού να πάω αλλού. Σχολεία τότε είχανε… Το ‘51. Λοιπόν, για να δώσω εξετάσεις δεν είχα τις δυνάμεις, δηλαδή, δεν είχα τις δυνάμεις. Ήθελε να κάνω φροντιστήρια, να κάνω αυτά. Δεν είχα. Και λέω: «Θα πάω» και μ’ άρεζε κιόλας η στρατιωτική ζωή! Εγώ πήγα με το σκοπό να μείνω μόνιμος, να πάω στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών τότε της Πολεμικής Αεροπορίας. Αλλά, δεν πήρανε, εκείνη τη χρονιά δεν πήρανε. Είχαν σταματήσει να πάρουνε στις σχολές. Κι έτσι, έμεινα απλός σμηνίτης και τελείωσα τη θητεία μου κι έφυγα.
Από τη θητεία υπάρχει κάτι αξιομνημόνευτο να μας πείτε πώς ήτανε;
Μπα, όχι, τίποτε. Μία απλή στρατιωτική ζωή. Εκπαίδευση και όπως συνήθως, συνήθως. Δεν έχει τίποτα, τώρα, το αξιοπερίεργο, δηλαδή, δεν έχει. Δεν έχει τίποτε, κάτι το αξιόλογο.
Υπήρξανε συφάνταροί σας οι οποίοι είχανε ταχθεί στον Εμφύλιο με την Αριστερά οι οποίοι να ‘χαν τυχόν προβλήματα μέσα στο στρατό, κάποιες ποινές κτλ.;
Α, τότε δεν είχε τέτοια πράγματα. Μέσα στο Στρατό, μέσα στην Αστυνομία, μες στα αυτά δεν υπήρχαν Αριστεροί τότε, εκείνα τα χρόνια που ‘μουνα εγώ. Και παλιότερα. Μέχρι παλιά, μέχρι –Πότε να σου πω; Πότε ήτανε; Πότε κατηργήθηκε –δεν θυμάμαι– το κοινωνικών φρονημάτων; Πότε ήταν; Δεν θυμάμαι πότε κατηργήθηκε. Παίρνανε. Δηλαδή, ρώταγε: «Τι ήσουνα; Πού ήσουνα; Τι έκανες;». «Πού ήσουνα;», ήσουνα στο ΕΛΑΣ. «Έξω». «Πού», ξέρω ‘γώ, ήσουνα στο συμμοριτοπόλεμο. «Έξω». Δεν είχε. Δηλαδή, πώς λέγαμε, τώρα; Έπαιρνε την αφρόκρεμα. Δεν παίρνανε μέσα Κομμουνιστές πουθενά.
Κατάλαβα. Και τελειώνει, λοιπόν, η θητεία και μετά πάτε στη Χωροφυλακή.
Πήγα στη Χωροφυλακή.
Πάλι με την ίδια λογική, ότι θέλατε να ασχοληθείτε με κάτι πιο στρατιωτικό ενδεχομένως;
Όχι, όχι. Αφού μ’ άρεζε. Ύστερα… Μόλις μπήκα στην Αστυνομία, μ’ άρεσε. Μου αρέσει και δούλεψα και καλά, δούλεψα στην Αστυνομία, στην Χωροφυλακή δούλεψα καλά. Δηλαδή, δούλεψα… Δεν δούλευα, έτσι, να ‘χα οκνηρία, ξέρω ‘γώ, ή βαριεστημάρα. Δεν είχα. Κι ιδίως όταν δούλεψα στην Τροχαία είχαμε όλους τους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Όσοι δρόμοι φεύγουνε από το Βαρδάρη –πιάσε: Κιλκίς, Βέροια, Κατερίνη, Χαλκιδική, Καβάλα, Σέρρες, τα όριά τους δηλαδή– όλοι αυτοί οι δρόμοι ήταν δικοί μας. Ήταν δικοί μας, της Τροχαίας Προαστίων. Η Πόλη μέσα είχε την πόλη μόνον. Ήμαστε πάνω από σαράντα πέντε άτομα, τμήμα Τροχαίας σαράντα πέντε άτομα. Λοιπόν, περιπολικά, μηχανές, γερανούς, οργανωμένοι καλά, δηλαδή. Δουλεύαμε, δούλευα, δηλαδή. Με σηκώσαν απ’ το τραπέζι εδώ. Ήρθα το μεσημέρι η ώρα 14:30 στο σπίτι, εδώ, έκατσα να φάω, [Δ.Α.], να φάω και παίρνουν τηλέφωνο: «Τρέξε! Έλα στην υπηρεσία. Έχουμε άγνωστο». Το άγνωστο ήτανε τροχαίο, δηλαδή σκοτωμός –έπεσε κάπου, κάτι φοβερό–, λοιπόν, και λέγαμε ότι «άγνωστο τροχαίο». Άμα μας λέγανε, ακούγαμε «άγνωστο τροχαίο», λέγαμε: «Παιδιά, ή το ξενυχτάμε όλο ή θα φάμε όλη την ημέρα». Για άγνωστο, τώρα, πού να τον βρεις; Τον χτύπησε, έφυγε, άιντε ψάξ’ τον τώρα. Κατάλαβες; Κι είχε δουλειά, η Τροχαία είχε δουλειά. Δεκαοχτώ χρόνια, δεκαεννιά χρόνια δούλεψα στην Τροχαία κι από κει απολύθηκα, με το βαθμό του Ανθυπασπιστού Χωροφυλακής, δηλαδή.
Γυρνώντας, όμως, πάλι στην αρχή, θέλετε λίγο να μας πείτε, τότε που υπηρετήσατε αρχικά και εκπαιδευτήκατε στην Κρήτη, αναμνήσεις; Τι θυμάστε;
Εκεί ήταν σχολή. Έβγαινες μια φορά την εβδομάδα έξω. Εάν έκανες και κάνα παράπτωμα, στην κόβαν την έξοδο. Πήγαινες την άλλη βδομάδα. Κατάλαβες; Δεν είχε να πεις ότι κάθε βράδυ έβγαινες έξω. Δεν είχε. Η σχολή είχε Σαββατοκύριακο. Μπορεί να πετύχαινες και υπηρεσία μέσα. Έμενες. Μπορεί να έκανες κι ένα παράπτωμα, ξέρω ‘γώ, παραπτωματάκι, δεν είχε. «Κόφ’ του την έξοδο Σαββατοκύριακο», τέρμα. Κατάλαβες; Δεν είχε κάτι το αξιόλογο. Έξω ήταν που δούλευες, έβγαινες, κουραζόσουνα, νευρίαζες με τους οδηγούς, έβρισκες παραβάσεις. Δεν είχε… Δεν ήμουνα δημόσιος υπάλληλος έξω, να πάω το πρωί στις 08:00 και να φύγω στις 14:00. Άδειες εμείς το καλοκαίρι τότε δεν παίρναμε. Ιούλιο, Αύγουστο δεν παίρναμε κανένας. Κανένας δεν έπαιρνε άδεια προ Χαλκιδικής, προτού γίνει ο δρόμος αυτός. Μετά τον έκανε ο Παπαδόπουλος. Ένας στενός δρόμος που ‘τανε. Μπορεί να στα λέει η μάνα σου πώς ήτανε, που πηγαίναμε στη Χαλκιδική. Χάλια. Μποτιλιαρίσματα, τρακαρίσματα…
Εσείς ήσασταν εξαρχής ως χωροφύλακας στην Τροχαία; Δεν είχατε, δηλαδή, και κάποια άλλη θέση;
Όχι. Στην Τροχαία.
Στην Τροχαία μόνο.
Ναι. Στα περιπολικά οδηγός. Οδηγός περιπολικών.
Ποια χαρακτηριστικά έπρεπε να ‘χει ένας χωροφύλακας τότε για να προσληφθεί, πέρα απ’ το πολιτικό, το οποίο μας το αναφέρατε;
Όταν πήγα εγώ έπαιρναν και του Δημοτικού. Και του Δημοτικού παίρνανε. Λοιπόν, ύστερα το κόψαν αυτό, το κόψαν και παίρναν του Γυμνασίου. Μετά, ήρθαν, το γύρισαν με Πανελλαδικές. Δεν είχε άλλο… Διότι, παίρνανε τότε και του Δημοτικού, διότι είχε αποδεκατιστεί η Χωροφυλακή απ’ το συμμοριτοπόλεμο και, ξέρω ‘γώ… Απ’ το χωριό μου και μέχρι παπάδες λέμε είχαν έλλειμμα, απ’ το χωριό μου. Μετά το συμμοριτοπόλεμο, με[00:40:00]τά το ‘52, ‘53, ‘55 εφτά παπάδες απ’ το χωριό μου έβγαλε η Ιερατική Σχολή Ιωαννίνων, εφτά παπάδες [Δ.Α.] από ‘να χωριό. Δεν υπήρχαν παπάδες. Λοχίες δεν υπάρχουνε. Τη χρονιά που πήγα εγώ, το 1954, 13 Ιουλίου, 13 Ιουλίου που ορκίστηκα και πήγα –μαζευτήκαμε στη Μεσογείων απάνω, Αγία Παρασκευή. Μεσογείων ήταν οι σχολές εκείνες που μαζευόμασταν και ύστερα αρχίζαμε και πηγαίναμε στις σχολές. Λοιπόν–, τρεις χιλιάδες χωροφύλακες, για να οργανωθεί το Σώμα. Τρεις χιλιάδες χωροφύλακες εκείνη τη χρονιά. Κάθε μήνα παίρνανε, συνέχεια.
Είχατε ακούσει ιστορίες από παλιότερους για πράγματα που είχανε ζήσει ως χωροφύλακες στον πόλεμο;
Ε, όχι. Ήταν όλοι νέοι τότε. Δεν υπήρχε… Δεν υπήρχανε παλιοί, να πεις ότι θα βρεις και θα σου πούνε ιστορίες. Ήμαστε όλοι πιτσιρικάδες, 22, 23 χρονών. Μες στη σχολή, στο τάγμα το δικό μου και στο λόχο, μπορώ να πω, ήμουν ο μικρότερος, ήμουν ο μικρότερος.
Αυτό δεν ήταν εμπόδιο για εσάς, νομίζω.
Όχι. Τι εμπόδιο, για ποιο πράμα δηλαδή; Δεν είναι. Ο μεγαλύτερος ήτανε –άσε και δεν παίρναν και μεγάλους. Μέχρι το 30ο έτος παίρνανε. Απάνω απ’ το 30ο δεν παίρνανε στην Αστυνομία.
Κατάλαβα. Υπήρξανε τυχόν περιστατικά εκεί στην Κρήτη τα οποία να ‘ταν ιδιαίτερα ως χωροφύλακας που ζήσατε στους δρόμους, που είδατε ή και μετά; Συγγνώμη, όχι στην Κρήτη, πού αλλού υπηρετήσατε. Μου είπατε Κοζάνη, μου είπατε Λευκάδα.
Ναι, Λευκάδα, Καστοριά.
Καστοριά.
Η τελευταία μου υπηρεσία ήταν στην Τροχαία Θεσσαλονίκης, εδώ.
Στο Προαστίων, που…
Προαστίων, προαστίων.
Έχετε κάποιο περιστατικό να μου πείτε, έτσι, περίεργο που να…
Δεν είχαμε και τόσο. Τίποτα τροχαία, δηλαδή, κάνα τέτοιο. Δεν είναι, έτσι, αξιόποινα αυτά. Δεν είναι… Δεν είχαμε κυνηγητά και ξέρω ‘γώ κι αυτά, όπως ήταν τα εγκλήματα εδώ πέρα, η Ασφάλεια ή τα ναρκωτικά. Δεν… Η Τροχαία η δικιά μας ήτανε καθρέφτης σκέτος, καθρέφτης. Πειθαρχία και εργασία, να αποδίδεις. Εργασία. Όποιος δεν απέδιδε εργασία ή έφευγε μόνος του ή τον διώχνανε. Οκνηρία δεν υπήρχε. Ή δουλεύεις ή φεύγεις απ’ το τμήμα αυτό. Για αυτό ήμαστε καθρέφτης, δηλαδή. Είχαμε γυάλισμα, ξύρισμα, σιδέρωμα. Ξύρισμα, γυάλισμα, σιδέρωμα –γυαλίζαμε τα παπούτσια μας–, σιδέρωμα. Έβγαινες έξω τσίλικος, που λέμε στο χωριό μου. Δεν μπορούσες να βγεις –θα πω την έκφραση– σαν λέτσος, κατάλαβες τι γίνεται; Λίγο να σ’ έβλεπε ο Διοικητής ότι ήσουνα ασουλούπωτος κάπως, μέσα, σ’ έβαζε σ’ άλλη υπηρεσία. Για αυτό τη ζηλεύανε πολλοί την Τροχαία. Αυτοί που θέλαν ζηλεύανε, αλλά αυτοί που βλέπαν αυτό, πώς είμαστε «Αα, αα» σου λέει. «Δεν μπορώ εγώ να αντέξω έτσι». Κάθε μέρα γυάλισμα, κάθε μέρα σιδέρωμα, κάθε μέρα… Πουκάμισο ‘χει εδώ πέρα, να ‘ναι εδώ πέρα λίγο τσαλακωμένο ή να ‘χει λίγο αυτό; Δεν σήκωνε, δεν σήκωνε.
Αλλιώς, αλλιώς τα πράγματα.
Κοίταξε τώρα, βγαίναμε έξω και σ’ έβλεπε ο άλλος. Λέει: «Κοίταξε», που σε έβλεπε, «Κοίταξε ρε, τι πράμα είν’ αυτός!». Άλλο αν σε έβλεπε τσίλικο: «Μπράβο, ωραίος». Δηλαδή, η ευπρέπεια όλη έκανε τον πολίτη και σε σεβότανε. Το στυλ σου έκανε τον πολίτη και σε σεβότανε. Άμα σ’ έβλεπε, να τα λέμε στα ίσα, άμα σ’ έβλεπε ρέμπελο, κάτι, ξέρω ‘γώ: «Άσε μας, μωρέ, τώρα! Όχου. Τι είναι τώρα; Άντε!». Και όχι πολλές κουβέντες. Όχι πολλές κουβέντες, να πιάνεις μπλα, μπλα, μπλα, να κάνεις συζητήσεις, ξέρω ‘γώ. «Γεια σας, τι κάνετε; Γεια. Εμπρός. Τα χαρτιά σου και δρόμο».
Ναι. Έχει ενδιαφέρον να μας πείτε κάτι που ίσως οι νεότεροι δεν το ξέρουν, επειδή μέχρι και το 1984 υπήρχε η Αστυνομία Πόλεων και η Χωροφυλακή, που ήσασταν.
Ναι. Εγώ απελύθηκα και μετά από ‘να χρόνο έγινε η ενοποίηση.
Η ΕΛΑΣ, η Ελληνική Αστυνομία.
ΕΛΑΣ, Ελληνική Αστυνομία, ναι.
Παρατηρούσατε διαφορές σε σχέση με συναδέλφους σας στην Αστυνομία;
Δεν πρόλαβα εγώ. Δεν τους πρόλαβα. Δηλαδή, εγώ έφυγα και ύστερα έγινε.
Όχι, εννοώ στην Αστυνομία Πόλεων, όταν ήσασταν ακόμα.
Α, όχι δεν είχαμε… Εμείς δεν είχαμε καμιά σχέση. Ήτανε. Αυτοί που ‘χανε σχέσεις ήταν τα προάστια των Αθηνών με τους αστυφύλακες εκεί πέρα, γιατί τα προάστια της Αθήνας, της Αττικής, τα ‘χε η Χωροφυλακή. Η Αστυνομία Πόλεων είχε μέσα, το κέντρο. Μάλλον συνεργαζότανε και συνεργαζότανε καλά, απ’ ό,τι μου έλεγε ο αδερφός μου. Απ’ ό,τι μου έλεγε, συνεργαζότανε.
Θέλετε τώρα να μας πείτε και λίγο πιο αναλυτικά πώς γνωριστήκατε με την σύζυγο;
Τη γνώρισα το ‘57 τον Ιούνιο μήνα στο σχολείο, όταν γινόταν διακοπές. Γινόταν γιορτή του Δημοτικού σχολείου, που σταματάει το σχολείο, κι εκεί τη γνώρισα. Φορούσε ένα φόρεμα μάξι, βελούδινο, κόκκινο. Λοιπόν, καθόταν εκεί πέρα και… Καταλαβαίνεις τώρα. Μάτι σε μάτι, μάτι σε μάτι… Πολεμήσαμε κάνα δυο-τρεις μήνες, έπεσε το οχυρό!
Πώς πολεμήσατε, δηλαδή;
Με διάφορους τρόπους. Με διπλωματικούς τρόπους, με το λέγειν, το μπλα, μπλα. Αλλά, ήταν ωραία. Στάθηκε παλικάρι. Η κυρα-Ιωάννα στάθηκε παλικάρι δίπλα μου, και μένανε και τα παιδιά, γιατί όταν παντρευτήκαμε και άρχισαν να γίνονται τα παιδιά, ήθελε να δουλέψει. Λέω: «Κάτσε να πούμε πέντε κουβέντες. Λεφτά, δουλειά θέλεις ή οικογένεια θέλεις να κάνουμε, παιδιά να μορφώσουμε; Διάλεξε», λέω. «Δυο δεν γίνεται, να δουλεύω εγώ, να δουλεύεις εσύ. Και τα παιδιά; Ποιος τα κοιτάζει;». «Τα παιδιά, τα παιδιά». Και για αυτό τα ‘καμε παλικάρια. Δεν στραβοπατήσανε, δηλαδή, ούτε ο Θανάσης ούτε ο Ηλίας. Δηλαδή… Πώς να σου πω τώρα; Δεν ήμαστε και κέρβεροι στην οικογένεια, στα παιδιά, αλλά το λέγειν κι ο τρόπος. Ούτε πίνουνε, ούτε καπνίζουνε, ούτε τίποτε.
Της έμεινε άραγε απωθημένο το ότι δεν μπόρεσε να δουλέψει, όμως;
Όχι. Δεν της έμεινε, γιατί κάναμε φαμίλια, κάναμε οικογένεια καλή, κατάλαβες;
Ναι. Έχει κι αυτό την αξία του σίγουρα.
Βέβαια. Της λέω: «Είσαι αρχηγός της οικογενείας. Εγώ είμαι έξω, εσύ είσαι μέσα», της λέω. «Θα διαλέξουμε τα πόστα μας. Εγώ έξω, εσύ μέσα».
Από πού ήταν η γυναίκα σας; Απ’ το ίδιο χωριό;
Ναι, απ’ το ίδιο. Επταχώρι Καστοριάς.
Α.
Το Επταχώρι Καστοριάς.
Είχε να σας πει κι αυτή ιστορίες–
Τον πατέρα της τον σκοτώσαν οι αντάρτες.
Αυτό θα έλεγα. Έχει κι αυτή ιστορίες από κείνα τα χρόνια σίγουρα πολλές.
Ναι. Τον πατέρα της τον σκοτώσαν οι αντάρτες. Ήτανε στον Πεντάλοφο συμμοριόπληκτοι, δηλαδή, όπως συνήθως τους λέγανε, και περάσαν εκεί πέρα –τώρα, πόσοι; Δυο, τρεις, πέντε; Δεν ξέρω– αντάρτες, τους βρήκαν στο βουνό, εκεί πέρα που ‘χαν τα γίδια, πήραν τον πεθερό μου και τον πρώτο ξάδερφο του καπετάν Γιαννούλη, που ήταν αρχηγός ανταρτών στο Γράμμο. Λοιπόν, τον πήραν κι αυτόνε και καθοδόν και τον πήγαν, απ’ τον Πεντάλοφο Κοζάνης απάνω τους πήγαν στη Σμίξη Γρεβενών, ψηλά, στη Σαμαρίνα από κάτω, πέρα, πάνω ψηλά. Κι εκεί τους εκτελέσανε. Τώρα, το γιατί… Ντάξει, ο άλλος ήτανε πρώτος ξάδερφος του καπετάν Γιαννούλη, τον οποίο, τον καπετάν Γιαννούλη, τον σ[00:50:00]κοτώσαν οι ίδιοι οι αντάρτες –Ταξίαρχος ήτανε στο Δημοκρατικό Στρατό, δηλαδή– επειδή έχασε τη μάχη στην Κόνιτσα. Και απ’ ό,τι διαβάζω –ένα βιβλίο διαβάζω–, έχασε τη μάχη και την άλλη μέρα τον πήραν και τον καθαρίσανε, τον σκοτώσανε. Λοιπόν, μπορεί κι απ’ αυτό να τον σκοτώσανε. Αλλά, τον πεθερό μου; Ένας ήσυχος άνθρωπος ήταν, ένας βοσκός ήταν εκεί πέρα. Τον πήρανε και τον σκοτώσανε. Αντάρτες ήταν αυτοί. Τι περιμένεις; Κι έμειναν ορφανά τέσσερα και δύο, τέσσερα κορίτσια, δυο αγόρια. Και συγκεκριμένα, η πεθερά μου, όταν σκοτώσαν τον πεθερό μου, ήτανε έγκυος και τον άλλο χρόνο, μετά από εννιά μήνες, βγήκε ο μικρός, μετά που πέθανε, μετά που σκοτώσαν τον πεθερό μου. Αυτά.
Και πριν που μας είπατε ότι δεν μπορούσατε να παντρευτείτε μέχρι τα 30, πώς ήταν εκείνα τα χρόνια να είστε απλά αρραβωνιασμένος και να μην παντρευτείτε; Καταρχήν, είχατε προλάβει να κάνετε παιδιά ή…
Όχι. Τα παιδιά γίνανε μετά το γάμο. Τα παιδιά γίνανε νόμιμα, μετά το γάμο.
Γιατί έχω ακούσει ιστορία ζευγαριού που δεν πρόλαβε να παντρευτεί κι έγιναν τα παιδιά.
Αυτή… Δεν μ’ αρέσει εμένα αυτή η ζωή, αυτός ο τρόπος μάλλον, αυτός ο τρόπος μάλλον δεν μου άρεσε. Δεν μου άρεσε.
Νιώσατε καθόλου περιορισμένος, όμως, που δεν μπορούσατε τότε να παντρευτείτε;
Όχι. Αφού ξέραμε ότι ήταν νόμος. Έτσι, της τα ‘χω εξηγήσει εγώ, της είχα πει: «Κοίταξε, θα τα φτιάξουμε. Να συζούμε, δεν μπορούμε να συζήσουμε. Θα είμαστε έτσι, αιωρούμενοι, αλλά θα περιμένεις». Εφτά χρόνια περίμενε. Με περίμενε εφτά χρόνια. Τρία χρόνια έρωτας, έτσι, κλέφτικος, που λέμε–
Ναι.
Και άλλα τέσσερα χρόνια να ‘μαστε αρραβωνιασμένοι. Αλλά δεν πηγαίναμε στο χωριό. Εγώ όταν έφευγα –Ύστερα είχα πάει διάφορα, είχα πάει στα Γρεβενά, δεξιά, αριστερά, στον Πεντάλοφο. Δεν… Γίναν τοποθετήσεις.
Ναι.
«Περιμένεις; Ντάξει. Δεν περιμένεις; Παραπάνω δεν προχωράμε και φεύγουμε».
Ξεκάθαρος απ’ την αρχή.
Βέβαια, αλλά στάθηκε παλικάρι. «Όχι», λέει, «εδώ». Για αυτό την έβγαλα και Τζαβέλαινα. «Γεια σου, Τζαβέλαινα!» τη φωνάζαμε.
Κι ερχόμαστε, λοιπόν, στο σήμερα. Σήμερα πηγαίνετε ακόμα στο χωριό;
Πήγαινα κάθε καλοκαίρι, αλλά, δυστυχώς, φέτος λόγω της ασθενείας, που δεν μπορεί να σηκωθεί, να πατήσει–
Η σύζυγος.
Η σύζυγος, δεν πήγαμε. Τώρα πιστεύουμε του χρόνου την άνοιξη, κατά τον Απρίλιο –θα ‘ναι να γίνει καλά όλο το χειμώνα. Πρέπει να γίνει, ο Θεός είναι μεγάλος, να μας βοηθήσει– να πάμε απάνω. Έχω το σκύλο μου εκεί. Κυνηγετικός σκύλος. Τον έχει ένας φίλος μου τώρα. Πόσο θα τον κρατήσει, ξέρω ‘γώ; Του ‘πα: «Κράτησέ τον. Δικός σου». Τον χάρισα. Πού να πάω, πότε να πάω πάνω; Θα βρούμε κάναν σκύλο άλλον, κάνα μικρό, να τον έχουμε εκεί πέρα για κυνήγι, δηλαδή. Έχω, που λέμε, ψώρα στο κυνήγι, που το λέμε.
Ασχολείστε, ε;
Ε;
Ασχολούσασταν, μάλλον, παλιά πολύ.
Ναι. Όταν ήμουνα στα χωριά, όταν ήμουν στα χωριά, εκεί πάνω. Δουλειά δεν είχαμε τώρα, σταθμούς χωροφυλακής εκεί πάνω… Πηγαίναμε καμιά Κυριακή. Αλλά, όταν απολυθήκαμε, είχα ελευθερία.
Εδώ στην πόλη σάς αρέσει;
Οπωσδήποτε. [Δ.Α.] η πόλη. Τώρα, καλή είναι η πόλη, αλλά καλό είναι και το χωριό, κατάλαβες; Ησυχία. Δεν είσαι στη βαβούρα, δεν είσαι στα αυτά μέσα. Είναι καθαρός ο αέρας. Βγαίνεις έξω στο κρύο, πιάνεις μια πλαγιά απάνω, ξέρω ‘γώ, πας στο Γράμμο, αν έχεις αυτοκίνητο, πας μαζεύεις το τσάι σου, γυρίζεις. Εδώ; Εγώ ύστερα από δω που έχω τώρα, όπως είμαι με τη γυναίκα μου, δεν μπορώ να βγω, να φύγω. Αυτά είναι τα νέα μας…
Περαστικά εύχομαι–
Να ‘στε καλά.
Κι εδώ από την καταγραφή μέσα.
Να ‘στε καλά.
Και κλείνοντας, μου είπε η Ιωάννα να σας ρωτήσω τι άποψη έχετε για τη ζωή.
Πολιτική ζωή;
Όχι, γενικότερα για τη ζωή σαν ύπαρξη. Έχοντας ζήσει 89 χρόνια σ’ αυτόν τον κόσμο, ας πούμε, πώς ζήσατε, πώς ήταν;
Και δύσκολα και εύκολα. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν ευχάριστα όλα τα χρόνια εκείνα ή ήτανε τώρα… Και τώρα είναι ευχάριστα. Μα έχεις τις ανέσεις σου τώρα. Τώρα έχεις τις ανέσεις σου όλες, τ’ αυτοκίνητα. Έχω αλλάξει τρία αυτοκίνητα. Τρία αυτοκίνητα έχω αλλάξει. Καλά, τώρα, τούτο δω μου το επιστράτευσε ο άλλος, ο εγγονός, ο γιατρός. Το επιστράτευσε. Λοιπόν, αλλά του είπα εγώ, χάρη αστειότητος του λέω: «Έλα. Ντάξει, μέχρι την άνοιξη…». «Όχι», μου λέει, «παππού», λέει, «το χειμώνα το θέλω το αυτοκίνητο», γιατί ήθελε να πάει στο Παπανικολάου, ήθελε να πάει στο Ιπποκράτειο να κάνει ανατομίες, ξέρω ‘γώ, τι είναι να κάνεις εκεί πέρα «και πρέπει να πηγαίνω συνέχεια». «Άιντε, παρ’ το!». Όλο το καλοκαίρι το ‘χει. «Άιντε», λέω, «τώρα. Παρ’ το κι εσύ για το χειμώνα έτσι, να το ‘χεις και βλέπουμε», του λέω. «Από άνοιξη», του λέω, «δεν θα σηκωθεί η γιαγιά;», λέω, «Θα σηκωθεί, πού θα πάει;». Γέλαγε.
Εσείς ποιο θεωρείτε ότι είναι το νόημα στη ζωή, όμως;
Η ζωή είναι ένα… Σαν παραμύθι είναι, μια αυτή, μια ιστοριούλα. Γεννήθηκες, έζησες, πέθανες, τελείωσες. Δεν είναι να πεις ότι να ζήσεις. Ζεις σε πολλά στάδια. Οπότε, δεν μπορείς να διαλέξεις ποιο και πώς και τι. Λες καμιά φορά: «Α, ωραία ήταν τότε που ‘μουνα μικρός», ξέρω ‘γώ. Αλλά, αν το σκεφτείς, τι ωραία; Πόσο ωραία ήτανε; Που περπατούσες ξυπόλυτος μες στα αγκάθια; Είχαμε την ησυχία. Είχες ησυχία από ‘να διάστημα κι ύστερα. Δεν μπορείς να τη ζυγίσεις τη ζωή. Δεν ξέρω, εγώ δεν μπορώ να τη ζυγίσω έτσι. Και τότε καλά ήταν και τώρα καλά είναι. Αλλά, τώρα, όμως, είναι… Είναι καλά και τώρα, αλλά έχει άλλα κακά, άλλα κουσούρια, που λένε στο χωριό μου, δηλαδή. Κατάλαβες τι γίνεται; Σκοτωμούς, εγκλήματα, φόνους, πράματα. Βλέπεις τι γίνεται; Κάθε μέρα σκοτώνεται κι από ένας. Ο ένας σκοτώνει τον άλλονε. Αναρχία τώρα επικρατεί; Δεν μπορώ να καταλάβω. Αλλά και τι να σου κάνει και το κράτος; Τι να σου κάνει; Πήγαινε ο τρελός ο άλλος, παίρνει το μαχαίρι του, καρφώνει τον άλλονε. Τι; Θα πάει από πίσω σε κάθε πολίτη κι ένας χωροφύλακας; Δεν γίνεται. Πώς θα το κάνουμε; Γιατί φωνάζουν μερικοί «Α», λέει, «η κυβέρνηση δεν λαμβάνει τα μέτρα», ξέρω ‘γώ. Τι μέτρα να λάβει; Τι μέτρα να λάβει; Ο άλλος σκότωσε στην Κρήτη τον άλλονε πάνω, στο βουνό, στη Μαδάρα, που λένε αυτοί. Τον κοπάνησε. Έπρεπε να έχει χωροφύλακα εκεί κοντά; Ο άλλος κρέμασε τη γυναίκα του ή την έσφαξε τη γυναίκα του στα σπίτια μέσα. Ε, τώρα αυτές είναι… Παράλογα πράγματα, που λένε, ότι η κυβέρνηση –Ή η εκάστοτε κυβέρνηση. Ντάξει. Να μην το μονολογήσουμε. Η εκάστοτε κυβέρνηση τι να σου κάνει; Με τις φωτιές τώρα. Τι θα… Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας φταίει που πηγαίνουν εκεί πέρα οι πιτσιρικάδες και βάζουν φωτιά μες στα δάση; Και πού να πάει τώρα; Ο Μητσοτάκης πάλι να λέμε καλά. Πήρε ενίσχυση απ’ όλα τα κράτη.
Ναι.
Λοιπόν, τον βοηθήσανε. Πάλι καλά. Θα μου πεις ότι πρέπει το Δασαρχείο να αναλάβει αυτά τα μέτρα, γιατί άκουγα που δεν είχε νερά. Ξέρω ‘γώ; Γιατί, κύριε; Πού είσαι εσύ, Δασαρχείο; Γιατί δεν έκαμες επιθεώρηση στα δάση σου να δεις, υπάρχουν δεξαμενές, υπάρχουν κρουνοί; Να τα φτιάξεις. Μην περιμένεις απ’ την αστυνομία ή από την κυβέρνηση. Αυτά είναι του Δασαρχείου δουλειές. Δεν θα πάει ο Διοικητής εκεί της χωροφυλακής ή της αστυνομίας να πάει να κοιτάξει μες στο δάσος αν έχει κρουνό ή δεξαμενή! Κάτι άκ[01:00:00]ουσα προχθές ότι πάει μια μπουλντόζα –όχι μπουλντόζα, μια ομάδα ατόμων– να πάει να καθαρίσει κάτι ξηρά φύλλα κι αυτά και ότι τους κυνηγήσαν οι δασοφύλακες. Πιάσε το Δασάρχη, κόφ’ του τα πόδια, που έκανε αυτό το πράμα. Υπάρχουν πάρα πολλά στραβά, Κωνσταντίνε. Υπάρχουν πολλά στραβά.
Έτσι. Και με την ευχή να διορθωθούν έστω κάποια από αυτά –δεν ξέρω– μπορούμε να κλείσουμε. Εσείς έχετε κάτι άλλο που θέλετε να μου πείτε;
Δεν έχω τίποτα άλλο, παιδί μου. Δεν έχω τίποτα άλλο, δεν έχω. Ευχαριστώ πολύ για την προτίμηση που μου έκαμες–
Εγώ.
Και πάλι ωραία και καλά.
Έτσι. Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να ‘σαι καλά, να ‘σαι καλά.
Photos

Πηλίκιο αφηγητή
Ένα από τα πηλίκια που φόρεσε ο αφηγητής κ ...

Δίπλωμα-φωτογραφία
Τιμητικό δίπλωμα του αφηγητή για την προσφ ...

Δίπλωμα-οικογένεια
Τιμητικό δίπλωμα του αφηγητή για την προσφ ...
Summary
Ο Κωνσταντίνος Νίκας, 89 ετών τη στιγμή της συνέντευξης, σταδιοδρόμησε όλη του τη ζωή σε ένα ειρηνικό τμήμα της Ελληνικής Χωροφυλακής, στην Τροχαία. Ωστόσο, στη νιότη του βίωσε καταστάσεις διόλου ειρηνικές. Γεννημένος λίγο πριν την εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας στους Γεωργάνους Ιωαννίνων, ο αφηγητής έζησε την πείνα και τη βία της Κατοχής και του Εμφυλίου. Σαν παιδί είδε την εκτέλεση Ιταλών στρατιωτών από αντάρτες του Ναπολέοντα Ζέρβα και στιγματίστηκε από τα ακούσματα της σύγκρουσης ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ. Παράλληλα, φοιτούσε σε Γυμνάσιο στα Ιωάννινα, στερούμενος συχνά της επαφής και της στήριξης της οικογένειάς του, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης. Σε όλα τα παραπάνω αναφέρεται η αφήγησή του, όπως επίσης και στη γνωριμία με τη σύζυγό του, στο νόημα ζωής και οικογένειας, καθώς και στο πώς έχει αλλάξει η ελληνική κοινωνία σε σχέση με το παρελθόν.
Narrators
Κωνσταντίνος Νίκας
Field Reporters
Κωνσταντίνος-Χρυσοβαλάντης Κοτσώνης
Tags
Locations
Interview Date
23/08/2021
Duration
60'
Summary
Ο Κωνσταντίνος Νίκας, 89 ετών τη στιγμή της συνέντευξης, σταδιοδρόμησε όλη του τη ζωή σε ένα ειρηνικό τμήμα της Ελληνικής Χωροφυλακής, στην Τροχαία. Ωστόσο, στη νιότη του βίωσε καταστάσεις διόλου ειρηνικές. Γεννημένος λίγο πριν την εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας στους Γεωργάνους Ιωαννίνων, ο αφηγητής έζησε την πείνα και τη βία της Κατοχής και του Εμφυλίου. Σαν παιδί είδε την εκτέλεση Ιταλών στρατιωτών από αντάρτες του Ναπολέοντα Ζέρβα και στιγματίστηκε από τα ακούσματα της σύγκρουσης ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ. Παράλληλα, φοιτούσε σε Γυμνάσιο στα Ιωάννινα, στερούμενος συχνά της επαφής και της στήριξης της οικογένειάς του, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης. Σε όλα τα παραπάνω αναφέρεται η αφήγησή του, όπως επίσης και στη γνωριμία με τη σύζυγό του, στο νόημα ζωής και οικογένειας, καθώς και στο πώς έχει αλλάξει η ελληνική κοινωνία σε σχέση με το παρελθόν.
Narrators
Κωνσταντίνος Νίκας
Field Reporters
Κωνσταντίνος-Χρυσοβαλάντης Κοτσώνης
Tags
Locations
Interview Date
23/08/2021
Duration
60'