© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Αναμνήσεις από τον πόλεμο και από τη μόδα της Αθήνας του '60

Istorima Code
11535
Story URL
Speaker
Σεβαστή Παπαναστασίου - Γεροζήση (Σ.Π.)
Interview Date
27/03/2022
Researcher
Ευτυχία Βαρδούλη (Ε.Β.)
Ε.Β.:

[00:00:00]Καλησπέρα, είμαι η Ευτυχία Βαρδούλη, είμαι ερευνήτρια του Ιστορήματος, σήμερα είναι 28 Μαρτίου του2022 και είμαι εδώ πέρα με την κυρία...

Σ.Π.:

Σεβαστή Παπαναστασίου - Γεροζήση.

Ε.Β.:

Είμαι εδώ με την κυρία Σεβαστή Παπαναστασίου - Γεροζήση, στο σπίτι της στην Πεύκη. Λοιπόν, κυρία Σεβαστή, θα θέλετε αρχικά να μας πείτε κάποια λόγια για τον εαυτό σας, σαν εισαγωγή, πού γεννηθήκατε, πότε γεννηθήκατε;

Σ.Π.:

Γεννήθηκα στη Λάρισα το 1934. Ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός. Η μητέρα μου ήταν από την Αγιά. Ο πατέρας μου από τους Γόννους. Είχα έναν αδελφό, δύο χρόνια μικρότερό μου, μεγαλώσαμε σε ένα ωραίο περιβάλλον. Είχαμε μία κοπέλα που μας μεγάλωνε μέχρι που κηρύχθηκε ο πόλεμος και αναγκάστηκε ο πατέρας μου να πάει στην Αλβανία. Μετά επέστρεψε από τον πόλεμο, αφού ήρθαν οι Γερμανοί, και πήγαμε στο χωριό της μητέρας μου που είχαμε ένα δικό μας σπίτι και θεώρησε ο πατέρας μου ότι ήτανε πιο καλά εκεί παρά στη Λάρισα, στη μεγάλη πόλη. Φυσικά βλέπαμε ότι οι Γερμανοί άρχισαν να ζητάνε τους αξιωματικούς και έτσι αναγκαστήκαμε να φύγουμε να πάμε σε ένα άλλο χωριό, πιο μικρό, που υπήρχε ένας ξάδερφος του πατέρα μου και μείναμε εκεί περίπου πέντε - έξι μήνες. Εκεί, φυσικά, δεν υπήρχαν οι Γερμανοί, ούτε Ιταλοί. Κάποια μέρα, όμως, ήρθαν οι Γερμανοί και τότε το χωριό άρχισε να θορυβείται, ξέρανε ότι υπήρχε ο πατέρας μου, που ήταν στρατιωτικός, τον ειδοποίησαν να φύγει. Τότε είχε ξεκινήσει και η Αντίσταση. Ο πατέρας μου για να φύγει ήταν κάπως δύσκολο αλλά τον βοηθήσανε, του δώσανε πέντε - έξι πρόβατα, του δώσανε και μία κάπα, αλλά φορούσε γυαλιά ο πατέρας μου και κάπα, πρόβατα και τα γυαλιά ήταν κάπως δύσκολο, θα φαινόταν κάπως περίεργο. Έβγαλε τα γυαλιά, του φεύγουν τα πρόβατα, τελικά με τα πολλά αναγκάστηκε να βγει έξω από το χωριό και να πάει προς τον Όλυμπο. Από κει και μετά πήγε στην Αντίσταση. Εμείς μείναμε στην πόλη. 

Ε.Β.:

Για πέστε μου, μετά πήγατε στην πόλη.

Σ.Π.:

Πήγαμε στην πόλη, για αρκετό διάστημα δεν πηγαίναμε στο σχολείο. Κάποια στιγμή η μητέρα μου θέλησε να πάει κοντά στον πατέρα μου, ξεκινήσαμε, πήγαμε, τον βρήκαμε. Φυσικά δεν μείναμε πολύ, μας είπε: «Φύγετε, κατεβείτε στην Αθήνα» και η μητέρα μου ήθελε να κατέβουμε στην Αθήνα, να πάμε σχολείο. Κατεβήκαμε στην Αθήνα, μας έγραψε στη σχολή Μεταξά, τότε ήταν στην πλατεία Ρηγίλλης, απέναντι από τη Λέσχη Αξιωματικών.

Ε.Β.:

Πόσο χρονών ήσασταν όταν κατεβήκατε στην Αθήνα;

Σ.Π.:

Όταν κατεβήκαμε, ήμουνα οκτώμισι χρόνων. Εννιά χρονών.

Ε.Β.:

Άρα ήτανε το '42, ας πούμε.

Σ.Π.:

Ναι, το '42. Εκεί η μητέρα μου, η οποία ήταν, λόγω της καταγωγής της, που προήλθε από πλούσια οικογένεια και είχε κάποιες διασυνδέσεις, έτσι, είχε και πολύ θάρρος και πήγε στο Υπουργείο Εσωτερικών και βρήκε τους αξιωματικούς, τους Έλληνες, που ήταν εκεί, αλλά ήταν και Γερμανοί βέβαια, αλλά υπήρχε μία υποτυπώδης, ας την πούμε, κυβέρνηση και τους είπε ότι: «Εμένα ο άντρας μου πολεμάει τους Γερμανούς και εσείς κάθεστε εδώ, τρώτε, πίνετε και εγώ τα παιδιά δεν έχω να τα δώσω να φάνε». Εκεί φυσικά της είπαν ότι θα τη βοηθήσουνε, μέναμε σε ένα ξενοδοχείο και μας στέλνανε φαγητό. Κάποια στιγμή η μητέρα μου σκέφτηκε ότι θα 'ταν καλύτερα να ξαναγυρίσουμε στη Λάρισα. Να πάμε, ας πούμε, σ[00:05:00]την πατρίδα της. Γύρισε και ο πατέρας μου, αφού φύγανε και οι Γερμανοί, τον αποστράτευσαν, γιατί τον θεώρησαν ότι ήτανε αριστερός και από κει και μετά τον στείλανε στην Πεύκη. Εδώ που μένω εγώ τώρα. Στην Πεύκη ήρθαμε… Δεν θυμάμαι την ημερομηνία, αλλά πήγαινα στην τελευταία τάξη του δημοτικού. Γιατί είχα χάσει χρόνο- 

Ε.Β.:

Άρα ήσασταν δώδεκα - δεκατριών χρονών, ας πούμε.

Σ.Π.:

Ναι, όταν ήρθαμε εδώ.

Ε.Β.:

Το '47. 

Σ.Π.:

Το '47. Μέναμε σε ένα δωμάτιο πέντε άτομα γιατί είχαμε και την κοπέλα μαζί, δεν την είχαμε διώξει. Ταλαιπωρηθήκαμε, ο πατέρας μου δεν τον πληρώνανε, δεν έπαιρνε μισθό, εργαζόταν σε ένα βιβλιοπωλείο και σαν λογιστής, ήξερε ορισμένα λογιστικά και πουλούσε κιόλας διάφορα από εκεί και μετά, σιγά-σιγά, ο πατέρας μου είχε πάθος με τη μόρφωση, ήθελε πάρα πολύ να μας μορφώσει. Εγώ έφυγα και πήγα στη σχολή Μεταξά, σε ιδιωτικό σχολείο. Εκεί που ήμασταν, όταν πήγαμε και μικρά. Ο αδερφός μου πήγαινε στο Μαρούσι σχολείο, εδώ. Περάσανε τα χρόνια, όταν τελείωσε το Γυμνάσιο ο αδερφός μου, θέλησε να φύγει έξω να πάει να σπουδάσει στη Γερμανία. Ήθελε ο πατέρας μου να σπουδάσει γιατρός. Φυσικά δεν του δίνανε λόγω κοινωνικών φρονημάτων, δεν του δίνανε διαβατήριο για να φύγει. Η μητέρα μου είχε πρώτο ξάδερφο τον αρχηγό της χωροφυλακής, τον κύριο Παπαδημητρίου, και πήγε σε εκείνον και τον παρακάλεσε ότι: «Το παιδί μου θα μείνει αμόρφωτο, σε παρακαλώ» και έτσι πήρε διαβατήριο και έφυγε και πήγε στο Μύνστερ της Βεστφαλίας. Στην αρχή πήγε στο Μόναχο ένα εξάμηνο για τη γλώσσα και μετά, εν συνέχεια, πήγε στο Μύνστερ για να σπουδάσει γιατρός. Εγώ έμεινα εδώ, αλλά το '60 αποφάσισα να φύγω και εγώ, να πάω να σπουδάσω σχεδιάστρια μόδας και έτσι έφυγα, πήγα στο Ντίσελντορφ. Tο Ντίσελντορφ είναι καλλιτεχνική πόλη της Γερμανίας, μία πανέμορφη πόλη, έμεινα δύο χρόνια, πήγα στη Modeschule και εν συνεχεία γύρισα πίσω, έμεινα με τους γονείς μου, στα είκοσι εννιά μου παντρεύτηκα, δυστυχώς δεν απέκτησα παιδιά. Είχα ανοίξει, όμως, ένα εργαστήριο. Στην αρχή εργαζόμουνα στην εταιρεία του Κατράντζου σαν σχεδιάστρια και εν συνέχεια άνοιξα δικό μου εργαστήριο και έπαιρνα παραγγελίες από τον κύριο Κατράντζο, από το Ατενέ, τους έραβα διάφορα μέχρι σχολικές ποδιές στο εργαστήριο, επειδή, όμως, είχα δύο αποβολές ο άντρας μου με σταμάτησε και έτσι έμεινα πλέον στο σπίτι και εργαζόταν ο άντρας μου και από εκεί και μετά πέθαναν οι γονείς μου, πριν επτά χρόνια πέθανε και ο άντρας μου από καρκίνο και τώρα μένω εγώ και το σκυλάκι. Ο δε αδερφός μου, τελείωσε γιατρός, παντρεύτηκε μία Γερμανίδα, η οποία συμφοιτήτρια στην αρχή στο Μόναχο, αυτή σπούδαζε νομικά και ακολούθησε δικαστικό κλάδο, έγινε πρόεδρος δικαστηρίου ανηλίκων, πολύ μεγάλη θέση και για τους Γερμανούς είναι πολύ σπουδαίο. Απέκτησαν έναν γιο, ο οποίος σπούδασε ιστορία τέχνης, αυτήν τη στιγμή έχει μια γκαλερί στη Νέα Υόρκη. Η νύφη μου πέθανε πριν ενάμιση χρόνο και ο αδερφός μου πήρε τη σύνταξη, ήρθε στην Ελλάδα, αγόρασε ένα… μία μεζονέτα στη Σαρωνίδα και μένει στη Σαρωνίδα με μία κυρία, τον φροντίζει και εγώ πηγαινοέρχομαι.

Ε.Β.:

[00:10:00]Να σας πάω προς τα πίσω; Να πούμε ό,τι θυμάστε να μας μεταφέρετε από μνήμες που μπορεί να έχετε από τον πόλεμο, που μου είπατε όταν έφυγε ο πατέρας σας, ιστορίες από κει, πώς ήτανε. 

Σ.Π.:

Όταν έφυγε ο πατέρας μου από κει, ήταν κάπως σκληρό. Μέναμε σε αυτό το χωριουδάκι, αλλά ερχότανε κάτι παρακρατικοί, κάτι και παίρνανε, σκοτώνανε κάποιους, οι οποίοι είχαν σχέσεις με την Αντίσταση και τους σφάζανε, δηλαδή θυμάμαι κάτι τέτοιες εικόνες και τους βάζουν στα μουλάρια απάνω σκοτωμένους και γυρίζανε στο χωριό. Αυτό ήταν ένα τραγικό πράγμα που θυμάμαι. Για αυτό και η μητέρα μου αναγκάστηκε να μας πάρει να φύγουμε. Μετά, όταν πήγαμε στη Λάρισα, από κει θέλαμε να πάμε στην Αγιά και μπήκαμε σε ένα φορτηγό, γιατί τότε δεν υπήρχανε αυτοκίνητα, υπήρχαν οι Γερμανοί, και στο φορτηγό, στην καρότσα ήμασταν εμείς, η μητέρα μου, ο αδερφός μου εγώ και η κοπέλα και ήτανε και δύο νέοι άνθρωποι, γύρω στα σαράντα, εκεί. Στα μισά του δρόμου μας σταμάτησαν οι Γερμανοί, ψάξανε, εμάς δεν μας κατεβάσαμε. Κατεβάσανε τον έναν από τους δύο άντρες και του είπανε: «Βγάλε τα παπούτσια», αυτός τα έβγαλε τα παπούτσια και του είπανε: «Τρέξε» και αυτός έτρεξε και τον πυροβολήσανε, τον σκοτώσανε. Αυτό είναι μία εικόνα, που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Άλλη μία εικόνα που δεν θα ξεχάσω είναι στη γιαγιά τη Σεβαστή, στους Γόννους, στο σπίτι με είχε στείλει η μητέρα μου, μικρούλα, δηλαδή οκτώ χρόνων, και είχαν έρθει οι Ιταλοί, γιατί ο αδερφός του πατέρα μου είχε φύγει, ήταν αριστερός και είχε φύγει από το σπίτι και ήταν η θεία μου, με τη γιαγιά μου και τα δύο παιδιά της, τα ξαδέρφια μου κι εγώ και ένα βράδυ στις 03:00 η ώρα ακούσαμε φασαρία, χτυπάγανε τις πόρτες, βγαίνει η γιαγιά μου, βγαίνει η θεία μου, εγώ μικρούλα, άρχισα να κλαίω, τα ξαδέρφια μου ήτανε το ένα έναν χρόνο μεγαλύτερο από μένα και το άλλο ήταν τρία χρόνια και η κοπέλα ήτανε πιο μεγάλη. Μπήκαν μέσα, με τα όπλα, μας βγάλανε έξω στην αυλή, μας έβαλαν στη σειρά. Μεταξύ αυτών ήταν και ένας με πολιτικά, αλλά φορούσε θυμάμαι κουκούλα και ρωτούσε -περισσότερο τη θεία μου- τη ρωτούσε πού είναι ο αδερφός της, ο θείος μου αυτός που ήταν κομμουνιστής και η θεία μου δεν ήξερε, είπε: «Δεν είναι εδώ, έχει φύγει». «Όχι, ξέρεις, θα μας πεις πού είναι» και τα λοιπά, άρχισαν να την τραβάνε, εγώ έκλαιγα. Κάποια στιγμή αυτός με την κουκούλα με ρωτάει ποια είμαι εγώ.

Ε.Β.:

Πόσο χρονών ήσασταν εσείς τότε;

Σ.Π.:

Πρέπει να ήμουν οκτώ χρόνων. Με ρωτάει ποια είμαι, τίνος είμαι και γιατί είμαι εκεί, με ξεχώρισε από τα… Ίσως από την εμφάνισή μου, τα παιδιά, τα αγόρια, ήτανε, ξέρεις, με -τι να σου πω- με παντελόνια πολύ, αυτά. Ξεχώριζα κατά κάποιον τρόπο και φατσικώς ίσως και του είπα ότι... Πετάχτηκε η θεία μου και λέει: «Είναι της νύφης μου, της Θεοδώρας», «Πού μένεις;», μου λέει, «Πού μένει η μητέρα σου», λέω, «Είναι στην Αγιά». «Είσαι της Θεοδώρας, της κόρης του Ρίζου του Απόστολου;», με ρωτάει του παππού το όνομα. Τό[00:15:00]τε γυρίζει και λέει στους Γερμανούς- Γερμανοί ήτανε ή Ιταλοί ήτανε, δεν θυμάμαι, τώρα θα σε γελάσω, νομίζω Ιταλοί ήτανε, καραμπινιέροι- γυρίζει και τους λέει: «Πάμε να φύγουμε» και φύγανε. Αλλά αυτό ήταν ένα σοκ για μένα, ήμουνα παιδί να τους βλέπω με τα όπλα και να μας έχουν στη σειρά και χτύπησαν τη θεία μου και αυτός ήταν κάπως βάρβαρο. Αυτό ίσως το θυμάται και η γιαγιά σου.

Ε.Β.:

Κουκούλα ήταν που κάλυπτε το πρόσωπο;

Σ.Π.:

Ναι, ναι, ναι ... Κάλυπταν το πρόσωπο.

Ε.Β.:

Και όταν είπατε το όνομα του παππού σας, αυτός λέτε να τον ήξερε τον παππού σας;

Σ.Π.:

Ήξερε την οικογένεια. Κοίταξε να δεις, εκείνη την εποχή όπως και τώρα, ξεχώριζαν οι πλούσιοι από τους φτωχούς, κατάλαβες; Όταν ήσουνα πλούσιος, ήσουνα εντάξει, άμα ήσουνα φτωχός, η κακιά σου μοίρα. Ένα άλλο πάλι επεισόδιο που θυμάμαι, αυτό είναι πραγματικά συγκλονιστικό που το έζησα σαν παιδί. Όταν ήρθαμε στην Αθήνα, μας πιάσανε ένα ξενοδοχείο στην οδό Αθηνάς. Εκείνη την εποχή στην Αθηνάς, τα ξενοδοχεία τα περισσότερα ήτανε σαν οίκο ανοχής, δηλαδή μένανε κοπέλες που εκδιδόντουσαν. Τα πρωινά, η κοπέλα μάς έπαιρνε και καθόμασταν στα σκαλοπάτια του ξενοδοχείου, στον δρόμο όπου είχε σκαλοπάτια και εκεί δίπλα ακριβώς στο ξενοδοχείο ήταν ένας κουλουρτζής, που πουλούσε κουλούρια. Κάθε πρωί, λοιπόν, μας έδινε από ένα κουλούρι. Ένα πρωί βγήκαμε να καθίσουμε σε αυτό και όπως η κοπέλα μας, η Κατίνα, την λέγανε Κατίνα, πήρε τον αδερφό μου και προχώρησε μπροστά. Το ξενοδοχείο, στον διάδρομο για να βγεις έξω, από την αριστερή πλευρά, θυμάμαι, είχε τζαμαρία και έβλεπες μία αυλή και είχε δύο δωματιάκια. Τα δωματιάκια αυτά είχαν κάτι μεγάλα τζάμια, έτσι. Όπως κοντοστάθηκα εγώ και κοίταξα από το τζάμι και βλέπω έναν Γερμανό με μία κοπέλα. Και σταμάτησα από περιέργεια, παιδί ήμουνα και κοίταξα, και αυτοί μπήκανε μέσα, βγάλαν τα ρούχα τους πέσαν στο κρεβάτι, σε λίγο ο Γερμανός σηκώθηκε γυμνός και πήγε πίσω από ένα παραβάν. Η κοπέλα γρήγορα πήρε το σακάκι του, έβαλε το χέρι της μέσα και μετά ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι. Ο Γερμανός ντύθηκε, ακούμπησε κάτι στο κομοδίνο κι έφυγε. Εγώ έφυγα μετά και κάθισα στα σκαλοπάτια. Σε λίγη ώρα η κοπέλα βγαίνει, πάει στον κουλουρτζή και τη βλέπω που βάζει ένα σημείωμα κάτω, στην τάβλα, κάτω από το χαρτί από τα κουλούρια και φεύγει. Μετά από λίγες μέρες ήρθανε δύο νέα παιδιά στο ξενοδοχείο και ζητήσανε τη μητέρα μου μέσω του κουλουρτζή πάντα, η μητέρα μου είχε πάει, τότε της είχαν πει να πηγαίνει σε ένα νοσοκομείο, δήθεν να προσφέρει κάτι και πήγαινε μετά στο υπουργείο και της δίναν χρήματα. Και μας λέει ο κουλουρτζής, λέει στη μητέρα μου: «Ετοίμασε τα παιδιά σου, θα φύγετε από δω, θα 'ρθουν να σας πάρουνε δύο παιδιά και θα πάτε αλλού» και μας πήρανε και μας πήγανε σε ένα, σε μία αυλή που είχε δύο δωμάτια και έμενε κι άλλη μία οικογένεια. Τα δε δύο παιδιά ήταν φοιτητές και ήτανε στην οργάνωση, στην Αντίσταση και επειδή είχαν μάθει ότι κινδυνεύαμε, μας πήρ[00:20:00]ανε και μείναμε εκεί.

Ε.Β.:

Αυτοί ήτανε στην Ε.Π.Ο.Ν., δηλαδή.

Σ.Π.:

Αυτοί ήταν στην Ε.Π.Ο.Ν., αλλά ήταν φοιτητές. Αυτό είναι πάλι που κάπως εμένα με, έτσι, με συγκλόνισε, δηλαδή με συγκλόνισε σαν παιδί η χειρονομία της πόρνης, το τι έκανε και, εκ των υστέρων που έχω διαβάσει πολλά, ξέρω πόσες από αυτές από τους οίκους ανοχής βοηθούσαν εκείνη την εποχή, κάνανε Αντίσταση. Αυτά.

Ε.Β.:

Αυτό πιστεύετε δηλαδή, ότι αυτή η γυναίκα ουσιαστικά έκανε, κάτι πήρε από το σακάκι, το οποίο έχει πληροφορίες.

Σ.Π.:

Κάτι πληροφορίες. Ήξερε φαίνεται κάπου τον πλησίασε, τον έφερε, κατάλαβες;

Ε.Β.:

Ναι, ναι, κατάλαβα.

Σ.Π.:

Πληροφορίες. Μα μου έκανε εντύπωση, παιδί ήμουνα αλλά ήμουνα περίεργο παιδί, είχα ωριμάσει πριν την ηλικία με όλα αυτά που έβλεπα, στο σπίτι μας στην Αγιά, το σπίτι της γιαγιάς το είχαν επιτάξει οι Ιταλοί. Το περίεργο είναι ότι το σπίτι είχε κάτι μεγάλα υπόγεια, έτσι με καμάρες, και είχε και ένα εικονοστάσι εκεί, αλλά είχε σαν δωμάτια, γιατί ο παππούς μου εκεί έβαζε στάρια, τα πάντα, τι βγάζανε, είχε πολλά, είχε πολλά λεφτά, τον απειλούσαν μέχρι οι κλέφτες και τους έδινε λεφτά για να μην τον σκοτώσουν και θυμάμαι ότι είχαμε μία ισραηλιτική οικογένεια ήταν μία γιαγιά με την κόρη της και ένα παιδάκι και ζούσαν στο υπόγειο, υπήρχε η καταπακτή και κατέβαινες ξύλινες σκάλες γιατί τα σπίτια μας εκεί είχαν και εσωτερική σκάλα, που ανέβαινες, ας πούμε, και είχε και μεγάλα δωμάτια. Το είχανε επιτάξει οι Ιταλοί, αλλά είχαν επιτάξει τον πάνω όροφο, γιατί στον κάτω όροφο μέναμε εμείς. Κατάλαβες; Και η γιαγιά μου. Και μου είχε κάνει εντύπωση πως οι Ιταλοί δεν είχαν πάρει είδηση την οικογένεια αυτή. Βέβαια, αν ήταν οι Γερμανοί, θα ήταν διαφορετικά.

Ε.Β.:

Λέτε και αυτοί να κάναν λίγο τα στραβά μάτια.

Σ.Π.:

Ναι, τους γλυτώσαμε, τους γλυτώσαμε.

Ε.Β.:

Πόσο καιρό ήταν αυτή η οικογένεια, έμενε από κάτω;

Σ.Π.:

Αυτή έμενε η οικογένεια τρεις μήνες και μετά δεν θυμάμαι ποιοι ήρθαν και τους πήρανε. Ήτανε, αυτό που θυμάμαι είναι ότι υπήρχε φοβερή οργάνωση στην επαρχία, δηλαδή, όχι μόνο στην επαρχία, και στις πόλεις, ήταν όλοι οι Έλληνες οργανωμένοι τότε εναντίον των Γερμανών, όλοι οι Έλληνες, εκτός από τους ταγματασφαλίτες τους... Οι υπόλοιποι ήταν όλοι, βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Εγώ παιδί ήμουνα και θυμάμαι πώς βοηθούσανε.

Ε.Β.:

Το λέτε, ότι ήταν όλοι...

Σ.Π.:

Ναι, όλοι μπορεί να μην...  Νόμιζες ότι είναι οργανωμένοι όλοι κάπου.

Ε.Β.:

Υπήρχε αλληλεγγύη σίγουρα...

Σ.Π.:

Φοβερή! Ας πούμε μέναμε στην Αγιά, μόλις ακούγανε ότι έρχονται οι Γερμανοί, ας πούμε, γιατί πηγαινοερχόταν οι Γερμανοί από τη Λάρισα, έβλεπες αμέσως όλο το χωριό το ήξερε, το μισό χωριό έφευγε, οι άντρες. Δηλαδή, ήταν κάτι που μας προετοιμάζανε, αμέσως κλεινόμασταν στα σπίτια μας, δεν κυκλοφορούσε κανείς.

Ε.Β.:

Όταν ήρθατε στην Αθήνα, για να είστε πιο ασφαλής, που από ό,τι κατάλαβα έστειλε ο πατέρας σας την οικογένειά του στην Αθήνα, έτσι έχω καταλάβει, ότι ο πατέρας σας ήτανε...

Σ.Π.:

Ήτανε επάνω στην Αντίσταση, ήταν στο βουνό και εμείς ήρθαμε εδώ πέρα για πιο ήσυχα και να πάμε σχολείο, να μας στείλει η μητέρα μου στο σχολείο.

Ε.Β.:

Αυτό, εκεί που μένατε αυτό το ξενοδοχείο τι ήταν; Από την οργάνωση πάλι σας έστειλαν εκεί; Όσο ξέρετε τώρα, όσο σας έλεγαν οι γονείς σας.

Σ.Π.:

Ναι, ναι, ναι, από την οργάνωση και από την οργάνωση φύγαμε από το βουνό, που ήταν ο πατέρας του, μας έστειλε, θυμάμαι, μέσα από καΐκι στο Γαλαξίδι είχαμε κατέβει και μας πήρε ένα καΐκι, γιατί είχε κάτω στο αμπάρι Άγγλους αξιωματικούς και ήθ[00:25:00]ελε σαν οικογένεια να μας έχει, για να καλύψει και από κει και μετά από την Ιτέα πήγαμε στο Γαλαξίδι ή από το Γαλαξίδι, δεν θυμάμαι, πήγαμε και μετά από κει φύγαμε και πήγαμε στον Δομοκό και από εκεί πήραμε το τρένο και πήγαμε στην Αθήνα. Αλλά πάντα κάποιος υπήρχε που μας πρόσεχε. Κάποιος μας πρόσεχε.

Ε.Β.:

Άρα ήτανε οργανωμένο το πράγμα, όλο το...

Σ.Π.:

Ναι, κάποιοι μας πρόσεχαν, δεν...

Ε.Β.:

Ναι. Και μετά ξαναγυρίσατε, δηλαδή ήρθατε στην Αθήνα για κάποιο καιρό που μου είπατε κιόλας ότι και η μητέρα σας πήγε και ζήτησε κιόλας και βοήθεια.

Σ.Π.:

Ναι, ναι και βέβαια μάλιστα ήταν και αυστηρή. Είχε βλέπεις το θάρρος της... Ήταν και από μόνη της, η γιαγιά σου, αν την θυμάται ήτανε πολύ, δεν λογάριαζε τίποτα, δεν φοβόταν τίποτα, τίποτα. Ένα βράδυ ο αδερφός μου είχε 40 πυρετό, πάθαινε σπασμούς και τότε ήταν οι Ιταλοί στην Αγιά και τον πήρε αγκαλιά τη νύχτα και πήγε εκεί που ήταν οι Ιταλοί και τους έλεγαν: «Malato, malato» ότι άρρωστος και αυτοί είχαν τα όπλα έτσι κι όμως πέρασε μέσα και τον είδε γιατρός τον αδερφό μου. Οι Ιταλοί ήταν διαφορετικοί, για αυτό και στην Αντίσταση ο πατέρας μου είχε δύο Ιταλούς, τον Μάριο και τον Αντώνιο.

Ε.Β.:

Ιταλοί οι οποίοι έμειναν...

Σ.Π.:

Είχαν παραδοθεί στους αντάρτες και τους είχε ο πατέρας μου. Εξαιρετικοί, μας παίζανε όταν πήγαμε, θυμάμαι ο Μάριο τραγουδούσε υπέροχα. 

Ε.Β.:

Πόσο χρονών ήτανε, ήτανε νέα παιδιά ήταν αυτοί; 

Σ.Π.:

Νέα παιδιά.

Ε.Β.:

Φαντάροι δηλαδή ήτανε.

Σ.Π.:

Φαντάροι ήτανε και παραδοθήκανε. Όταν παραδοθήκανε στους, δώσαν τα όπλα.

Ε.Β.:

Και μετά, κυρία Σεβαστή, γυρνάτε πάλι στην Αγιά, στην Αγιά γυρίσατε.

Σ.Π.:

Όχι, όταν κατέβηκε ο πατέρας μου φύγαμε και πήγαμε στη Λάρισα και από τη Λάρισα ο πατέρας μου πέρασε στρατοδικείο, δεν βρήκαν τίποτα να του προσάψουν να τον στείλουν εξορία στη Μακρόνησο, τον έστειλαν εξορία στην Πεύκη και ήρθαμε στην Πεύκη.

Ε.Β.:

Πώς ήταν τότε η εξορία στην Πεύκη, γιατί τώρα η Πεύκη είναι...

Σ.Π.:

Τότε η Πεύκη είχε... Οι μισοί ήταν πρόσφυγες και οι άλλοι μισοί ήταν ιδιώτες, αλλά πολύ λίγα σπίτια, είχε ένα αστυνομικό τμήμα, είχε ένα περίπτερο που είχε τον καταδότη, που έλεγε τι εφημερίδα παίρνει ο καθένας, το έλεγε στην αστυνομία. Τότε ήρθαμε υπήρχε ένας γιατρός εδώ, ονόματι Καραβοκυρός, δημοκράτης, ένας υπέροχος άνθρωπος, πολιτισμένος και μας πήρε στο σπίτι του και ζούσαμε στο σπίτι του.

Ε.Β.:

Γιατί δεν είχε... Ο πατέρας σας, όταν πέρασε το στρατοδικείο, τον απέλυσαν κιόλας για να...

Σ.Π.:

Τον διώξανε, δεν πήρε το εφάπαξ, δεν πήρα εγώ την προίκα, όλα αυτά. Αλλά, όταν αναγνώρισαν την Αντίσταση, του δώσαν τους βαθμούς και του δώσαν και παράσημο και όταν πέθανε, μου τηλεφωνήσανε να στείλουν άγημα και τους είπα: «Ευχαριστώ πάρα πολύ, το άγημα το είχατε στείλει κάποια άλλη εποχή, τώρα δεν το χρειαζόμαστε».

Ε.Β.:

Πώς, όπως θυμάστε, επειδή ήσασταν και παιδί, ο πατέρας πώς το είχε βιώσει αυτό, ενώ ήταν μέλος της Αντίστασης μετά να...

Σ.Π.:

Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ φιλήσυχος άνθρωπος. Και στην ουσία ο πατέρας μου ήταν βασιλικός, θεώρησε σωστό αντί να πάει στους Γερμανούς, να τον πιάσουν οι Γερμανοί και να τον στείλουνε, όπως στείλανε δύο χιλιάδες αξιωματικούς και βουλιάξαν το καράβι και πνίγηκαν, [00:30:00]προτίμησε να πάει, επειδή τον κυνηγούσαν οι Γερμανοί, προτίμησε να πάει στην Αντίσταση. Δεν ήξερε ο πατέρας μου ότι αργότερα θα γινότανε, θα χωριζόντουσαν οι Έλληνες και θα ήταν οι καλοί και οι κακοί και... Δεν τα ήξερε αυτά.

Ε.Β.:

Το κομμάτι του εμφυλίου, το θυμάστε εσείς; Το κομμάτι, λέω, όταν ήρθατε στην Πεύκη, ήρθατε το '47, από ό,τι κατάλαβα.

Σ.Π.:

Ναι, ναι.

Ε.Β.:

Που είναι ακόμα μία εποχή που υπάρχει εμφύλιος.

Σ.Π.:

Ναι, ναι, έδινε το «παρών» ο πατέρας μου στο τμήμα, εργαζόταν, έφευγε το πρωί στις 06:00 και γύριζε το βράδυ στις 22:00. Εμείς πηγαίναμε στο σχολείο, εγώ πήγαινα στη σχολή Μεταξά γιατί είχε πάθος ο πατέρας μου, με έστελνε να μάθω πιάνο, είχα και Γαλλίδα, αλλά εγώ ήμουνα, δεν τα ήθελα, δεν τα αγαπούσα. Δούλευε πολύ σκληρά και ήμασταν και πέντε, πέντε στόματα ταΐζαμε και μέναμε σε ένα δωμάτιο, που είχε μια τουαλέτα έξω, για να καταλάβεις. Δύσκολα χρόνια, πάρα πολύ δύσκολα, σιγά-σιγά με τη δουλειά του, τα κατάφερε κάπως και μπόρεσε να ορθοποδήσει, δηλαδή με τη δουλειά του πάντα, γιατί δεν το… Αναγνωρίστηκε η Αντίσταση πολύ, αφού είχαμε τελειώσει εμείς και τα πανεπιστήμια, ο αδερφός μου και όλα.

Ε.Β.:

Πώς ήταν για ένα νέο κορίτσι, η ζωή τότε στην Πεύκη; Στο σχολείο. 

Σ.Π.:

Πήγαινα με τα πόδια στο Μαρούσι, δεν υπήρχε λεωφορείο, έπαιρνα από κει το λεωφορείο και κατέβαινα στην πλατεία Ρηγίλλης και πήγαινα στο σχολείο και έφευγα στις 14:00 με τα πόδια, πήγαινα στη Στουρνάρα και έπαιρνα το λεωφορείο, το οποίο ερχόταν από τη Νέα Ιωνία και με κατέβαζε εδώ πέρα.

Ε.Β.:

Το σχολείο ;

Σ.Π.:

Το σχολείο, δεν ήμουνα και κάπου πολύ καλή μαθήτρια, δεν μπορώ να πω. Στο σχολείο όλα τα παιδιά ήταν πλουσιόπαιδα, όλα εκτός από μένα, αλλά με αγαπούσανε πάρα πολύ. Εντύπωση έκανε το ότι τότε υπήρχε ο Παπαγεωργίου, που έβγαζε μία εφημερίδα, την Αθηναϊκή, και οι κόρες του ερχόντουσαν στο ίδιο σχολείο μαζί και ερχόταν η Mademoiselle με το αυτοκίνητο με τον οδηγό και τις έπαιρνε από το σχολείο. Με αγαπούσανε τόσο πολύ, δηλαδή για την παρέα ήμουνα πολύ καλή, στον αθλητισμό ήμουνα πολύ καλή, στη γυμναστική πρώτη, αλλά σε όλα τα άλλα δεν ήμουνα και... Ελληνογαλλική σχολή ήτανε και δεν έμαθα γαλλικά. Όλα όρθια ήμουνα στον τοίχο και με αγαπούσαν τόσο πολύ που ερχότανε με την κούρσα, με την Mademoiselle και σταματούσανε στο σπιτάκι που μέναμε, στο δωμάτιο αυτό είχε και μία αυλή και είχαμε και κάτι κουνέλια, έτσι, τα είχε φέρει η μαμά και τα είχαμε, δεν τα τρώγαμε, αλλά αυτά σκάβανε και περνούσε ο κόσμος και σταματούσε και τα κοίταζε. Και ερχόταν τα παιδιά και έβλεπε ο κόσμος μία κούρσα να κατεβαίνουνε, να κατεβαίνει η κοπελίτσα και να διαβάζει μαζί μου ή να κάθεται μαζί μου, είχα πολύ, με αγαπούσανε πάρα πολύ. Στην εκδρομή, αν κάναμε κάποια εκδρομή, επειδή εγώ δεν είχα χρήματα και τους έλεγα: «Δεν μπορώ να 'ρθω», δεν πήγαινε καμία. Δεν καταδεχόμουνα, όμως, να μου βγάλουνε και το εισιτήριο για να πάω. Μετά γράφτηκα στο Λύκειο Ελληνίδων, αργότερα, στο Κολωνάκι, μαθαίναμε ελληνικούς χορούς, αυτά. Συνήθως είχα μία τάση στην καλλιτεχνία, έτσι πήγαινα στις εκθέσεις ζωγραφικής, αγαπούσα πολύ την τέχνη.

Ε.Β.:

Και αργότερα πώς πήρατε απόφαση για το σχέδιο μόδας; Ήταν κάτι που ήταν συνηθισμένο στην εποχή σας το σχέδιο μόδ[00:35:00]ας ;

Σ.Π.:

Όχι, αλλά εγώ προσωπικά αγαπούσα πάρα πολύ το ωραίο ντύσιμο. Ακόμη και η πόδια μου ξεχώριζε από τις μαθήτριες τις άλλες, ας πούμε, ήταν τελείως διαφορετική.

Ε.Β.:

Πώς ξεχώριζε, κυρία Σεβαστή, η ποδιά;

Σ.Π.:

Ξεχώριζε, δηλαδή η δική μου ποδιά κούμπωνε από πίσω και από κάτω φορούσα μία καρό φούστα μακριά, που εξείχε, ας πούμε, τέσσερις πόντους η φούστα. Έπαιρνα κάλτσες από τη στοά Ορφανίδου, κάτι αμερικανικές άσπρες κάλτσες και φορούσα και μία λαστιχένια ζώνη, ήταν τότε της μόδας, στη μέση, ξεχώριζα, πάντα ξεχώριζα, είχα μαζί μου... Φορούσα τον άσπρο γιακά, αλλά είχα και στην τσάντα πάλι άλλον ένα άσπρο γιακά, αν λερώσει να τον αλλάξω.

Ε.Β.:

Πολύ ωραία!

Σ.Π.:

Ήμουνα από μικρή, μου άρεσε πολύ το ωραίο ντύσιμο, αγαπούσα πολύ και έτσι ήθελα να γίνω σχεδιάστρια μόδας.

Ε.Β.:

Και πώς το βρήκατε, θέλω να καταλάβω για μία νέα κοπέλα στη δεκαετία του '60, που ήθελε να κάνει σχέδιο μόδας. Από πού; Βλέπατε περιοδικά, πώς τη βρήκατε αυτή τη σχολή ;

Σ.Π.:

Τη σχολή μου τη βρήκε ο αδερφός μου, που ήταν ήδη στη Γερμανία, ο αδερφός μου είχε φύγει το '58 και ήταν στη Γερμανία και ήξερε και μου βρήκε και δωμάτιο και πήγε και στη σχολή, ρώτησε τι χρειάζεται και πώς μπορώ να πάω και, εντωμεταξύ, έκανα εδώ γερμανικά και έφυγα μετά και πήγα στο Ντίσελντορφ στη σχολή, έμενα με μία Γερμανιδούλα μαζί, πήγαινε και εκείνη στη σχολή. Ωραία ήτανε, δεν μπορώ να πω. Βέβαια, παρότι ήτανε κοσμοπολίτικη πόλη, το Ντίσελντορφ και καλλιτεχνική πόλη και κάπως ήτανε ο κόσμος πιο-. Να πω πιο όχι πολιτισμένος, αλλά πιο, πιο, δεχόταν πιο εύκολα τους ξένους.

Ε.Β.:

Πιο ανοιχτός.

Σ.Π.:

Ναι και είχα αποκτήσει, έτσι, φιλίες και μπορώ να πω ότι πέρασα καλά, δεν ήταν άσχημα, βέβαια ήμουν μακριά από τους γονείς μου, τα χρήματα ήταν πολύ λίγα, έτρωγα γκούλα, σούπα που λέγαμε, μόνο. Ήτανε, ναι, δύσκολα, πολύ δύσκολα, αλλά ο πατέρας μου είχε μεγάλο πάθος, ήθελε να μας εξασφαλίσει.

Ε.Β.:

Ο πατέρας σας σας στήριζε δηλαδή στο να γίνετε σχεδιάστρια μόδας και να ασχοληθείτε με κάτι πιο καλλιτεχνικό.

Σ.Π.:

Ναι, ναι, ήθελε πολύ, ήθελε οτιδήποτε, αρκεί να εξασφαλίσω το μέλλον μου. Αυτό.

Ε.Β.:

Σίγουρα ήθελε να δουλεύετε κιόλας, φαντάζομαι δεν δούλευαν όλες οι κοπέλες στην εποχή.

Σ.Π.:

Όχι, δεν. Ήθελε να εργάζομαι και να είμαι ανεξάρτητη. Κατάλαβες;

Ε.Β.:

Και μετά γυρνάτε από τη Γερμανία, πότε γυρίσατε;

Σ.Π.:

Πότε γύρισα; Το '62, τέλος του '62.

Ε.Β.:

Και πιάσατε κατευθείαν δουλειά εδώ πέρα, πώς ήταν;

Σ.Π.:

Ναι, βρήκα εύκολα δουλειά, βρήκα στον Κατράντζο.

Ε.Β.:

Το οποίο ήτανε βιοτεχνία;

Σ.Π.:

Είχαν ένα εργοστάσιο και είχαν τότε ανοίξει και το Ατενέ και μες στο Ατενέ είχανε εργαστήριο με προσωπικό και διεύθυνα ένα τμήμα. 

Ε.Β.:

Λοιπόν, κυρία Σεβαστή, λέγαμε για όταν γυρίσατε από την Γερμανία, τις σπουδές σας σαν σχεδιάστρια μόδας, το '62 και πιάσατε στο Κατράντζο, το οποίο ήταν ένα εργοστάσιο και το Ατενέ. Πως ήταν τότε το ρούχο στην Ελλάδα, η μόδα, όλο αυτό το κομμάτι ;

Σ.Π.:

Η μόδα ήταν, δεν μπορώ να πω, ήτανε, τότε ήταν η εποχή που υπήρχαν οι στενές οι φούστες και οι ζακέτες οι ριχτές, τα παλτά τα ριχτά, το παντελόνι δεν είχε αρχίσει ακόμη, ήταν πολύ, ωραίες τουαλέτες. Εκείνη την εποχή υπήρχε ο Τσεκλένης, ο οποίος έβγαζε και υφάσματα δικά του, κάναμε επιδείξεις μόδας, είχαμε κάνει με τον κύριο Κατράντζο μια επίδειξη μόδας σε ένα σκάφος. Είχαμε τότε, υπήρ[00:40:00]χανε, ήταν η Έφη Μελά μανεκέν και η Ελίζαμπεθ. Αυτά θυμάμαι. Ότι ήταν της μόδας πολύ οι τουαλέτες, τότε πηγαίνανε και στα κέντρα που είχαν ανοίξει, όλα αυτά στην παραλία και οι γυναίκες ντυνόντουσαν πάρα πολύ κομψά. Υπήρχε ένα μαγαζί η Αθηναία που ήταν πολύ έτσι το γνωστό και αυτό, ας το πούμε, high, οι κυρίες ήταν πάρα πολύ κομψά ντυμένες, πάρα πολύ κομψά.

Ε.Β.:

Πού ήταν αυτό το μαγαζί που λέτε;

Σ.Π.:

Αυτό ήτανε στο... Πού ήταν ο ιππόδρομος εκεί κοντά. Τώρα είναι, έχει γίνει το... Πώς λέγεται το συγκρότημα αυτό το μεγάλο, που έχει μέσα και το θέατρο, την... Το Εθνικό Θέατρο και τα λοιπά.

Ε.Β.:

Στα νότια εννοείτε, στον Νιάρχο;

Σ.Π.:

Ναι, στον Νιάρχο, εκεί...

Ε.Β.:

Α, εκεί ήτανε...

Σ.Π.:

Εκεί ήτανε, εκεί ήταν ο ιππόδρομος.

Ε.Β.:

Και οι γυναίκες δηλαδή... Συχνά θα αγόραζαν ρούχα...

Σ.Π.:

Ναι αγοράζαν ρούχα, ναι αγοράζαν ρούχα. Είχαν αρχίσει να ντύνονται και αγοράζαν ρούχα, ναι. Και στο Κολωνάκι είχε πολύ ωραία μαγαζιά, είχαν ανοίξει πολλά ωραία μαγαζιά και στη Βουκουρεστίου, υπήρχαν πολλά... Πολλές μπουτίκ, πολύ γνωστές που φέρναν και απέξω και από τη Γαλλία ρούχα, αλλά είχαμε και εδώ καλές μοδίστρες που ράβανε.

Ε.Β.:

Εσείς ήσασταν στο κομμάτι του έτοιμου ρούχου, ο Κατράντζος...

Σ.Π.:

Ναι, έτοιμο ρούχο, ναι, βέβαια.

Ε.Β.:

Το οποίο σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει τα πάνω του το έτοιμο, στην δεκαετία του '60, οι περισσότερες ράβονται.

Σ.Π.:

Ναι, ναι. Στην αρχή ήταν δύσκολο γιατί οι Ελληνίδες είχαν μάθει να ράβονται, αλλά σιγά-σιγά αρχίσανε και... Προσαρμοστήκανε, γιατί και τα ρούχα ήταν πολύ καλοβγαλμένα, καλοραμμένα και έτσι...

Ε.Β.:

Πόσα χρόνια εργαστήκατε εκεί πέρα στο...

Σ.Π.:

Δεν θυμάμαι τώρα. Πρέπει να εργάστηκα γύρω στα δύο χρόνια...

Ε.Β.:

Και μετά εργαστήκατε μόνοι σας ή το αφήσατε το επάγγελμα;

Σ.Π.:

Όχι, εργάστηκα δύο χρόνια και μετά άνοιξα το εργαστήριο.

Ε.Β.:

Το δικό σας το εργαστήριο που το είχατε, εδώ, στην Πεύκη;

Σ.Π.:

Το είχα ανοίξει τότε στην Αιόλου, σε έναν όροφο και είχα μόνο τέσσερις εργάτριες και μετά έφυγα από κει και το άνοιξα στην Ιωάννου Δροσοπούλου.

Ε.Β.:

Στην Κυψέλη.

Σ.Π.:

Στην Κυψέλη.

Ε.Β.:

Και στο εργαστήριό σας είχατε, κάνατε νυφικά, τουαλέτες, κάνατε τέτοια πράγματα;

Σ.Π.:

Όχι, έκανα ρούχα παραγωγής.

Ε.Β.:

Δηλαδή;

Σ.Π.:

Δηλαδή φούστες, σακάκια, φορέματα με νούμερα, δηλαδή σχεδίαζα. Έκανα, σχεδίαζα πέντε μοντέλα, τα πήγαινα στη μαμά της... Στην κυρία Κίτσα, τα κοίταζε με μία άλλη κυρία και διαλέγανε ποιο σχέδιο να κάνουμε και μου λέγανε: «Από αυτό το σχέδιο θα κάνεις πενήντα κομμάτια, από αυτό θα κάνεις είκοσι κομμάτια», τα έπαιρνα, έβγαζα τα πατρόν και τα κόβαμε με τις εργάτριες που είχα και τα παίρναν στην παραγωγή οι κοπέλες και τα δουλεύανε.

Ε.Β.:

Και αυτά μετά τα προωθούσατε σε μαγαζιά;

Σ.Π.:

Και αυτά τα πήγαινα στις αποθήκες, στην αποθήκη του κυρίου Κατράντζου και εκείνος τα έβαζε στο δικό του μαγαζιά, στα δικά του μαγαζιά γιατί είχε δύο. Είχε ένα στην Ερμού, αν θυμάμαι, και ένα στη Σταδίου, το Ατενέ, και τα προωθούσε, τα πουλούσανε σε λιανικά.

Ε.Β.:

Πόσα χρόνια εργαστήκατε στο δικό σας το εργαστήριο;

Σ.Π.:

Περίπου δέκα χρόνια.

Ε.Β.:

Τώρα πώς τα βλέπετε τα πράγματα στα ρούχα; Έχετε και τώρα μία εμπειρία αρκετά μεγάλη.

Σ.Π.:

Τα ρούχα τα ελληνικά έχουν αρκετά προσαρμοστεί, υπάρχουν σχεδιαστές οι οποίοι είναι πάρα πολύ καλοί, πάρα πάρα πολύ καλοί, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απέξω και δεν μπορώ[00:45:00] να καταλάβω γιατί η Ελληνίδα προτιμάει να παίρνει εισαγόμενο, ας πούμε, που πολλές φορές, ποιοτικά τουλάχιστον, δεν λένε τίποτα. Έχουμε πάρα πολύ καλούς σχεδιαστές, πάρα πολύ καλούς.

Ε.Β.:

Και εσείς, κυρία Σεβαστή, πώς αποφασίσατε και το αφήσατε τελικά; Μου είπε προηγουμένως ότι είχατε κάποιες δυσκολίες στο να τεκνοποιήσετε και έτσι αποφασίσατε... 

Σ.Π.:

Ε, μετά ασχολήθηκα, μεγάλωσαν οι γονείς μου και δεν ήθελα να τους αφήσω, έμενα μαζί τους.

Ε.Β.:

Και τον σύζυγό σας πώς τον γνωρίσατε;

Σ.Π.:

Α, τον σύζυγό μου τον γνώρισα στην Casa d' Italia. Είχα πάει να μάθω ιταλικά και γνωριστήκαμε εκεί και παντρευτήκαμε μέσα σε έξι μήνες.

Ε.Β.:

Η Casa d' Italia τι είναι;

Σ.Π.:

Η Casa d' Italia είναι το Σπίτι του Ιταλού, ας πούμε. Ήτανε στην Πατησίων. Ήταν απέναντι από το Μουσείο και πηγαίναμε τα απογεύματα και κάναμε μαθήματα και υπήρχε εκεί κι ένα μπαράκι, καφέ μέσα και καθόμασταν, πίναμε καφέ κι έτσι όλοι μαζί κάναμε και διάφορες εκδηλώσεις, χορούς και τα λοιπά κι είχαμε γνωριστεί και έτσι παντρευτήκαμε. 

Ε.Β.:

Πώς ήτανε και η ζωή για μία νεαρή κοπέλα στην Αθήνα το '50, το '60; 

Σ.Π.:

Μία νεαρή κοπέλα εκείνη την εποχή, εγώ επειδή είχα μία τάση στην καλλιτεχνία, πήγαινα στα θέατρα, είχα μία φίλη, πηγαίναμε σινεμά, πηγαίναμε θέατρο, γλεντούσαμε, δεν μπορώ να πω. Πηγαίναμε εκδρομές, αργότερα με τον άντρα μου βέβαια, ο οποίος ψάρευε και αγαπούσε πολύ το ψάρεμα, είχαμε πάρει και ένα σκαφάκι, πηγαίναμε για ψάρεμα. Μετά κάναμε ένα εξοχικό στη Βόρειο Εύβοια.

Ε.Β.:

Με τον άντρα σας πώς παντρευτήκατε μέσα σε έξι μήνες; Ήταν τόσο μεγάλος έρωτας, τόσο γρήγορα;

Σ.Π.:

Ναι, ναι.

Ε.Β.:

Πόσο χρονών ήσασταν όταν γνωριστήκατε;

Σ.Π.:

Όταν τον γνώρισα;

Ε.Β.:

Ναι.

Σ.Π.:

Είκοσι οκτώ στα είκοσι εννιά.

Ε.Β.:

Και αυτός παρόμοια ηλικία με εσάς;

Σ.Π.:

Δύο χρόνια μικρότερός μου.

Ε.Β.:

Και κατευθείαν... Κι έγινε κατευθείαν η γνωριμία, ο έρωτας ...

Σ.Π.:

Και τα λοιπά.

Ε.Β.:

Μία χαρά, μία χαρά, κυρία Σεβαστή. Θέλετε να πούμε κάτι άλλο πριν κλείσουμε, θυμάστε έτσι κάποια άλλη ιστορία που θα θέλατε να πούμε και από τα παλιά, από το κομμάτι εκεί του πολέμου, της Αντίστασης ή κάτι από την οικογένειά σας; 

Σ.Π.:

Την οικογένειά μου... Την κοπέλα που είχαμε παντρεύτηκε τον πρώτο μου ξάδερφο, δικηγόρο, ήταν υπέροχο κορίτσι, εξαιρετική, η οποία τράβηξε πάρα πολλά με τους Γερμανούς να μας κρατάει εμάς μικρά, όταν ήρθαμε εδώ πέρα και πηγαίναμε στο σχολείο. Θυμάμαι μία φορά σφύριζαν οι σειρήνες γιατί θα ερχόταν τα αεροπλάνα να βομβαρδίσουν και εκείνη ήταν στον δρόμο, ερχόταν να μας πάρει και εμείς φύγαμε, πήρα τον αδερφό μου από το χέρι και φύγαμε και θυμάμαι ότι έρχεται ένας κύριος και μας βουτάει και μας πήγε σε ένα καταφύγιο. Και η Κατίνα έψαχνε να μας βρει και τελικά μας βρήκε στο καταφύγιο.

Ε.Β.:

Που ήσασταν μόνο τα δύο παιδάκια.

Σ.Π.:

Πιασμένα από το χέρι. Είχε λίγο καθυστερήσει και πήρα τον αδερφό μου εγώ και πήγαινα, δεν είχαμε συναίσθηση σε αυτή την ηλικία.

Ε.Β.:

Και μου είπατε κιόλας ότι γράφετε και ένα βιβλίο.

Σ.Π.:

Ναι, το έχω ξεκινήσει.

Ε.Β.:

Αυτό το βιβλίο ως τώρα πού το έχετε εστιάσει; 

Σ.Π.:

Το 'χω ξεκινήσει από τα παιδικά μου χρόνια, αναφέρομαι πάρα πολύ στην Αντίσταση και όλα αυτά, στη ζωή μας και ακόμα είμαι στη μέση.

Ε.Β.:

Ωραία.

Σ.Π.:

Γενικά και στη ζωή μου την προσωπική.

Ε.Β.:

Μια χαρά. Θέλετε να πούμε κάτι άλλο ή να το κλείσουμε; 

Σ.Π.:

Νομίζω δεν έχουμε τίποτα άλλο, τα έχουμε πει σχεδόν.

Ε.Β.:

Έχουμε πει αρκετά σίγουρα, σας ευχαριστώ πάρα πολύ! Να 'στε καλά!

Σ.Π.:

Παρακαλώ, δεν ξέρω κατά πόσο έχει ενδιαφέρον.

Ε.Β.:

Έχει πολύ ενδιαφέρον, μας έχετε μοιραστεί ωραίες ιστορίες, κυρία Σεβαστή, ευχαριστώ![00:50:00]