© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η ιστορία του Σπύρου Νίκα από τη Χρυσόδουλη Πωγωνίου

Istorima Code
11517
Story URL
Speaker
Σπύρος Νίκας (Σ.Ν.)
Interview Date
05/09/2022
Researcher
Χρυσάνθη Νίκα (Χ.Ν.)
Χ.Ν.:

[00:00:00]Πείτε μου λίγο μόνο το όνομά σας ολόκληρο. 

Σ.Ν.:

Σπυρίδωνας Ευαγγέλου Νίκας. 

Χ.Ν.:

Εγώ είμαι η Χρυσάνθη Νίκα, είμαι ερευνήτρια για το Istorima και είμαστε με τον κύριο Νίκα στην Πωγωνιανή, 06 Σεπτεμβρίου του 2022. 

Σ.Ν.:

Ευχαριστώ πάρα πολύ για την επίσκεψη. 

Χ.Ν.:

Ευχαριστώ κι εγώ. Στην αρχή μπορείτε να μου πείτε λίγο πού γεννηθήκατε, πώς μεγαλώσατε. 

Χ.Ν.:

Θα σου πω πρώτα τον παππού. Ο παππούς, ο Χρήστος Νίκας, από το χωριό Ζερβάτι της Πάνω Δρόπολης παντρεύτηκε την Αικατερίνη από το χωριό της Κάτω Δρόπολης, από το Χάσκοβο, της οικογένειας Κυρίτση. Απέκτησαν πέντε αγόρια και μια κόρη. Ο μεγάλος Χαράλαμπος Νίκας, ο δεύτερος Αθανάσιος Νίκας, ο τρίτος Ευάγγελος Νίκας και ο τέταρτος Κωνσταντίνος Νίκας. Η θεία μου, η Ευδοξία Νίκα, λόγω πολιομυελίτιδος είχε παραλυθεί από το πόδι και την κρατήσαμε εμείς στο σπίτι μας μέχρι που γέρασε. Και έχουμε πολλά ενθύμια από αυτή. Την λέγαμε μάνα-καλή λόγω του ότι αυτή μας κουνάρισε όλα τα ανίψια, η Ευδοξία. Ο παππούς μου, πριν παντρευτεί, είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί δούλεψε σε μια επιχείρηση μεγάλη. Αλλά λόγω του ότι ήθελαν να τον μπλέξουν, να τον παντρέψει εκεί, ο επιχειρηματίας, γιατί ήταν πολύ όμορφος, λεβέντης, ψηλός ο Χρήστος και οι φίλοι τον πήραν άρον άρον, τον έστειλαν στο Ζερβάτι, να μην κάτσει στην Κωνσταντινούπολη.  Το 1918 -'19-'20 -'21, τότε ακριβώς, ο μπαρμπα-Λάμπης και ο μπαρμπα-Νάσιος ήρθαν εδώ στο Πωγώνι, στην Ελλάδα, και δούλευαν σαν μαστόροι, χτίστες, δυο -τρία χρόνια, έως που πιάστηκαν με κάτι δουλειές, με γνωριμίες εδώ. Μετά ήρθε ο πατέρας μου, ο Βαγγέλης. Στην απαλλοτρίωση του 1926 του κάμπου του σεΐχη, Χρυσόδουλη, Μαυρόπουλο, Αργυροχώρι και Ζάβροχο, κάτω στον κάμπο έγινε απαλλοτρίωση από τους αγάδες των Τούρκων τότε. Πήρανε όλοι μοιράδι, από σαράντα οκτώ στρέμματα το άτομο τη γης. Κατάλαβες; Και σπίτια αγαλίτικα στη Χρυσόδουλη είχαμε, τριώροφα, τετραώροφα, τρία -τέσσερα σπίτια. Στον κάμπο είχαμε μαντριά μεγάλα και φτιάξαμε και ένα σπίτι καινούργιο που δεν το τελειώσαμε. Είχαμε κτηνοτροφία αναπτυγμένη πολύ. Πρόβατα, γελάδια, πράματα. Και γεωργία. Παρήγαγαν πολλά καλαμπόκια, σιτάρια και ζαρζαβατικά. Ο πατέρας μου ντομάτες και άλλα ζαρζαβατικά τα πουλούσε. Ερχόταν εδώ στην Πωγωνιανή με δύο άλογα και τα πουλούσαν. Εδώ πέρα δεν είχε νερό η Πωγωνιανή και δεν έβαζαν τέτοια, μπαξέδες, ζαρζαβατικά. Και έρχονταν απ’ το Μαυρόπουλο, Χρυσόδουλη και Αργυροχώρι οι μανάβηδες και πουλούσαν εδώ στον κόσμο. Ήταν πολύ κατοικημένη η Πωγωνιανή, είχε πολλά σπίτια, οικογένειες, τετρακόσια-πεντακόσια σπίτια. Τούτος ο μαχαλάς ήτανε μωαμεθανοί, που είμαστε εμείς από εδώ. Από εκεί ήταν χριστιανοί. Μετά έφυγαν αυτοί και τα πήρανε οι ντόπιοι τα σπίτια αυτών. Εγώ γεννηθείς το 1933. Να ριχτώ στον εαυτό μου τώρα. Το '33, με τον πόλεμο το ‘45 που επιστρέψαμε στην Αλβανία, πήγαμε ξανά στα παλιά σπίτια, στο Ζερβάτι, του παππού μου. Εκεί καθίσαμε μέχρι το ‘49. Από το ‘45 μέχρι το ‘49. Ήμουν οκτώ χρονών και πήγαινα σχολείο στο Ζερβάτι δυο - τρία  χρόνια. Μετά τρία χρόνια πηγαίναμε στο εφτάχρονο σχολείο του Μπουλερατιού. Εκεί είχαμε πολύ καλούς καθηγητές[00:05:00] και εκεί πήραμε μια μόρφωση καλή όλοι. Μετά διορίστηκα δάσκαλος με τον Παντελή μαζί στην Πέπελη, έναν χρόνο δούλεψα δάσκαλος εκεί. Μετά πήγα στη Δερβιτσάνη. Στη Δερβιτσάνη δούλεψα τριάμισι χρόνια δάσκαλος. Εκεί γνώρισα την Έλλη από την οικογένεια Γκούτζου. Ο πατέρας της ήταν στην Αμερική, στη Βοστώνη. Όταν ήρθε εδώ τελευταία φορά το ταξίδι, γεννήθηκε μετά η Έλλη και δεν τον γνώρισε τον πατέρα της. Εγώ γνωρίστηκα με αυτήν και την παντρεύτηκα. Την παντρεύτηκα μετά από το στρατιωτικό, τρία χρόνια. Και αποκτήσαμε τρία αγόρια μετά, τον Οδυσσέα, τον Ορέστη και τον Όμηρο. Έχω αρχαία ονόματα, γιατί η αρχαιολογία μου άρεσε πάρα πολύ. Και στα εγγόνια μου έβαλα τον Αλέξανδρο και Αχιλλέα τα ονόματα, του Ομήρου. 

Χ.Ν.:

Εσείς γεννηθήκατε στη Χρυσόδουλη; 

Σ.Ν.:

Στη Χρυσόδουλη, το ‘33. 

Χ.Ν.:

Και μέχρι πότε ήσασταν εκεί; 

Σ.Ν.:

Μέχρι το ‘45, δώδεκα χρονών εγώ έφυγα από το, όλη η οικογένεια πήγαμε στο Ζερβάτι. Μετά σκορπιστήκαμε από ‘κεί. Ο πατέρας μου, ο Κώτσιος, και ο Λάμπης πήγαμε στη Δούβιανη, ενώ ο μπαρμπα-Νάσιος στη Βάνιστα. Εκεί κατοικούσαμε και ήμασταν οικογένεια πολύ αγαπημένη. Και διατηρήθηκε αυτή η αγάπη κι όταν ήμασταν χώρια. Ο πατέρας μου ήταν σαν αρχηγός όλης της οικογένειας, «Κομαντάντ» τον έλεγαν τότε. Ενδιαφερόταν για το καλό όλων των δικών. Να πάθαινε ένας τίποτα, πήγαινε σε όλους και βοηθούσαμε με ό,τι μπορούσαμε, να μην πέσει κάποιος, να είναι και αυτός στο επίπεδο καλής ζωής. 

Χ.Ν.:

Από τη ζωή στη Χρυσόδουλη, όταν ζούσατε όλοι μαζί, θυμάστε πράγματα; 

Σ.Ν.:

Εκεί, δυο - τρεις τάξεις δημοτικού συνέχισα στη Χρυσόδουλη. Και όλη η οικογένεια, ο Παντελής, ο Αλέξανδρος και ο Γιώργος έρχονταν εδώ στο γυμνάσιο -το παλιό που είναι εδώ πάνω τώρα- της Βοστίνας λεγόταν τότε, τώρα λέγεται Πωγωνιανή. Εδώ τελείωσαν το σχολείο. Μετά πήγαν στην Αθήνα. Και επειδή είχαμε πολλά γουρούνια, απέκτησαν χρήματα και άνοιξαν βουστάσιο στην Αθήνα, αγελάδες μαλτέζες. Και όταν άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος με τους Ιταλούς, μετά με την Κατοχή των Γερμανών, έφυγαν από εκεί και τις αγελάδες τις απαλλοτρίωσε η Γερμανία. Έφυγαν και ήρθαν ξανά στη Χρυσόδουλη. Και ο μπαρμπα-Λάμπης και ο μπαρμπα-Κώτσιος με τις οικογένειές τους. Εκεί δουλεύαμε στον κάμπο, με την κτηνοτροφία. Όλη η οικογένεια δουλεύαμε και οι γυναίκες, οι μανάδες μας, δούλευαν στον κάμπο, αφού παίρναμε και εργάτισσες από άλλα χωριά, γιατί είχαμε πολλή παραγωγή, καλαμπόκι και σιτάρι. Και τους δίναμε αντάλλαγμα παραγωγή, όχι χρήματα. Τότε δεν παραείχαμε χρήματα.  Ύστερα από τόσα χρόνια ήρθαμε εδώ πέρα και εγώ διεκδίκησα με τη βοήθεια του Ομήρου κληρονομήσαμε τα χωράφια, τα κτήματα, των πατεράδων μας στην Χρυσόδουλη. Αυτά τα έχουν δώσει σε άλλους λόγω του ότι απουσιάζαμε πενήντα χρόνια κι έπρεπε να τα καλλιεργήσει το κράτος. Και αντίστοιχα αυτών, μας έδωσαν εδώ στον Ξηρόβαλτο, στους Ποντικάτες κάτω, τα στρέμματα τα ποτιστικά που είχαμε. Ενώ τόπια, βοσκοτόπια ήταν πάρα πολλά, αυτά τι τα θέλεις; Και πήραμε εγώ είκοσι τέσσερα, δεκαοκτώ στρέμματα και έξι στο Μαυρόπουλο τα πήρα εγώ. Ενώ ο αδερφός μου έχει πεθάνει και δεν πρόφτασε να τα πάρει, ο Τάκης. Ο Γιώργος και ο Βασίλης τα πήραν. Ενώ τα χαρτιά, ο Αλέξανδρος και ο Παντελής ήταν εκεί τότε, δεν ήρθαν στην Ελλάδα, δεν μπόρεσαν να κάνουν τα χαρτιά και δεν διεκδίκησαν την κληρονομιά των πατεράδων τους. Μόνο εγώ και ο Βασίλης και ο Γιώργος είναι εδώ. Ο Γιώργος πέθα[00:10:00]νε, κι ο Βασίλης τώρα κι αυτά δεν ενδιαφέρονται τα παιδιά και έμειναν μόνα τους. Εγώ τα νοίκιασα σαν βοσκοτόπια σε έναν κτηνοτρόφο και τα υπόλοιπα του μπαρμπα-Κώτσιου και παίρνουμε μια φορά τον χρόνο ένα επίδομα, δέκα ευρώ το στρέμμα. 

Χ.Ν.:

Ναι, ήθελα να ρωτήσω. 

Χ.Ν.:

Όταν φύγατε από τη Χρυσόδουλη, όταν ήρθαν οι Ιταλοί, θυμάστε πώς ήταν στο χωριό; Τι κάνατε; 

Σ.Ν.:

Δεν το είπα αυτό. 

Χ.Ν.:

Θα το πούμε τώρα. 

Σ.Ν.:

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν κήρυξε τον πόλεμο η Ιταλία από την Αλβανία στις 28 του Οκτώβρη, το πυροβολικό της Ιταλίας βομβάρδισε από την Κακαβιά απέναντι όλα τούτα τα χωριά, Χρυσόδουλη, Μαυρόπουλο, Ζάβροχο. Τα βομβάρδιζαν με βαρύ πυροβολικό, με οβίδες μεγάλες. Μετά προελάθηκαν οι μοτοσικλέτες, εφτακόσιες μοτοσικλέτες. Και ύστερα με αυτοκίνητα το πυροβολικό και το πεζικό έφθασαν στο Καλπάκι. Εκεί ήταν οχυρωμένα καλά τα δύο βουναλάκια και οι ράχες του Καλπακίου. Κι εκεί τους περίμεναν. Η πρώτη φάλαγγα, μοτοσυκλέτες, ένας μόνο γλύτωσε. Με τα όπλα, με όλμους και με πολυβόλα, σε μια στροφή, μόλις έβγαιναν, εκεί έριχναν. Τους σκότωσαν. Και από τότε πήρανε την κατηφόρα οι Ιταλοί σιγά-σιγά, σιγά-σιγά. Εμείς φύγαμε από τα σπίτια μας για να γλυτώσουμε και πηγαίναμε στα Γιάννενα. Και γυρίσαμε ξανά. Όταν έφυγαν οι Ιταλοί, οπισθοχώρησαν, όταν πήγαιναν στην Αλβανία ξανά, μας πήραν στη Χρυσόδουλη όλον τον κόσμο. Μας έβαλαν μπροστά για να μας πήγαιναν στην Ιταλία.  Και μόλις βγήκαμε στην Κακαβιά όλοι, ο μπάρμπα-Νάσιος - πολύ έξυπνος και παλικάρι μεγάλο ήταν - μας έλεγε: «Μην ακούτε τι λένε αυτοί». Αυτοί θα μας έβγαζαν καμπιά να πηγαίναμε στο Γεωργουτσάτι, αυτός έλεγε αριστερά, να πάμε στην Πέπελη. Τότε άρχισε ένας βομβαρδισμός και οι Ιταλοί από τον φόβο τους έφυγαν και εμείς πήγαμε να γλυτώσουμε στην Πέπελη, στο μοναστήρι. Εκεί καθίσαμε μια εβδομάδα, ώσπου οπισθοχώρησαν οι Ιταλοί και μετά ήρθαμε στη Χρυσόδουλη ξανά. Μετά ήρθαν οι Έλληνες που τους έβαλαν μπροστά τους Ιταλούς. Και ένας βαρύς χειμώνας, χιόνι ένα μέτρο. Υπέφεραν πολύ οι στρατιώτες και εμείς. Αλλά εμείς ήρθαμε στα σπίτια μας τουλάχιστον. Ό,τι απέμεινε, απέμεινε γιατί μας πήραν και τα πράγματα όλα. Και έως που έφυγαν οι Ιταλοί, ο μπαρμπα-Κώτσιος ήτανε σαλπιγκτής στο 15ο Σύνταγμα, πολέμησε έως το Τεπελένι ο μπάρμπα-Κώτσιος. Όταν τους κατέστειλαν έως την Κλεισούρα για το Μπούζι, εκεί βγήκε ο Γερμανός. Και τους άφησαν τους Ιταλούς, κατέρρευσαν και οπισθοχώρησε ο στρατός ο ελληνικός. Ο μπαρμπα-Κώτσιος ήρθε και πήγε στην Αθήνα, γιατί ο μπάρμπα-Λάμπης ήταν στην Αθήνα ακόμα, στον πόλεμο. Εκεί έκατσαν και κάμποσους μήνες και μετά πήγαν οι Γερμανοί και τους πήραν τις αγελάδες και ήρθαν ξανά στη Χρυσόδουλη. Αυτό είναι για τον πόλεμο. 

Χ.Ν.:

Στο μοναστήρι, στην Πέπελη, είχε κι άλλο κόσμο; 

Σ.Ν.:

Είχε. Εκτός εμείς και οι χωριανοί μας. Το μοναστήρι αυτό ήταν σε καλή κατάσταση. Μας φιλοξένησε με φαγητό, με ψωμί. Εμείς είχαμε κι έναν απ’ το Ζερβάτι, Νίκας, ξάδερφος του παππού μου και μας φιλοξένησε κι εκείνος στην Πέπελη. Και γλυτώσαμε και γυρίσαμε ξανά ύστερα στη Χρυσόδουλη. Αλλά πόλεμος, αγώνας μεγάλος. Δεν ήταν εύκολη η ζωή τότε, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν άφηναν τίποτε όρθιο. Όσο ήταν ο[00:15:00]ι Ιταλοί, οι Ιταλοί δεν σε σκότωναν, οι Γερμανοί ήταν πολύ κακούργοι.  Με κάποια προδοσία τότε κατέβηκαν δύο Γερμανοί από την Κακαβιά, πέρασαν το σπίτι μας το καινούργιο και θα πήγαιναν στο αμπέλι που ήταν ο μπάρμπα-Νάσιος εκεί, περίμενε έναν αρχηγό του Κομμουνιστικού Κόμματος, να έκαναν κάποια συγκέντρωση. Και εκεί τους είδαν τους Γερμανούς και πήγε γρηγορότερα ο μπάρμπα-Νάσιος και τον ξύπνησε - κοιμόταν εκείνος στο αμπέλι - και έφυγε. Ναι, αλλά έπιασαν τον μπάρμπα-Νάσιο οι Γερμανοί. Τον πήραν όμηρο στην Κακαβιά, από εκεί σε μια μοτοσικλέτα, τον πήγανε στις φυλακές των Ιωαννίνων και από εκεί στη Θεσσαλονίκη. Κι εκεί που κατέρρευσε το μέτωπο στη Ρωσία, έφυγε από κει με έναν γύφτο, που ήταν και αυτός από ‘κεί, από τα μέρη μας, στη Χρυσόδουλη. Ο Αντίρης, έπαιζε κλαρίνο. Και ήρθαν στα πόδια από τη Θεσσαλονίκη στη Χρυσόδουλη, γλύτωσαν, ζωντανοί.  Και είπε ο πάππος: «Να ιδώ τον Νάσιο και ας πεθάνω!», είπε. Και πράγματι, ήρθε ο Νάσιος, κάναμε ένα γλέντι σαν γάμο στο σπίτι με τα κλαρίνα. Και μετά από αυτόν τον λόγο που είπε ο πάππος, ύστερα από μια εβδομάδα πέθανε ο πάππο-Χρήστος και τον θάψαμε στο Αγιονέρι. «Εκεί να με θάψετε», είπε, «γιατί το Αγιονέρι με γλύτωσε εμένα». Γιατί τότε που πήρανε τον Νάσιο βγήκε κι αυτός, επειδή ήξερε αμερικάνικα, να τους πει ότι: «Δεν είμαστε εμείς παρτιζάνοι, εμείς είμαστε εδώ, χωριάτες». Αλλά γονάτισε ένας και του έριξε τέσσερις σφαίρες. Δεν τον πήρε μια! Και είπε: «Με βοήθησε το Αγιονέρι!». Το Αγιονέρι το έχτισαν ο μπάρμπα-Λάμπης και ο μπάρμπα-Νάσιος, το Αγιονέρι που είναι σήμερα, που πηγαίνουν για τα πανηγύρια. Και είπε: «Με γλύτωσε το Αγιονέρι και δεν με πήρε μια σφαίρα. Εκεί να με θάψετε». Και το μνήμα είναι εκεί ακόμα, στο Αγιονέρι, του παππού μου, του Χρήστου. 

Έ.Ν.: Όταν φεύγατε από τα βουνά, από τους λάκκους, πότε ήταν; 
Σ.Ν.:

Τότε ήταν στην προέλαση που έκαναν οι Ιταλοί, εμείς φύγαμε από τα βουνά, πήγαμε στα Γιάννενα. Μετά, αφού τους χτύπησαν στο Καλπάκι, εμείς γυρίσαμε ξανά στο χωριό, στη Χρυσόδουλη. 

Χ.Ν.:

Θυμάστε αυτήν τη διαδρομή που κάνατε για να πάτε στα Γιάννενα; 

Σ.Ν.:

Θυμάμαι, γιατί είχαμε κάτι μουλάρια, ένα γαϊδούρι -πολύ γερό γαϊδούρι, από τα Τρίκαλα, σωματώδες- φορτωμένο με ρούχα, με τρόφιμα, με πολλά πράγματα στα βουνά και με τα πρόβατα για να γλυτώσουμε και οι κτηνοτρόφοι. Και στο βουνό επάνω από το Δελβινάκι που πηγαίναμε, λέγεται Κότσινο, ήρθε ένα αεροπλάνο και εμείς είχαμε φωτιά για να ψήσουμε μια προβατίνα. Αυτό έφερε γύρα κι εμείς σβήσαμε τη φωτιά και ξαπλωθήκαμε όλοι. Αν μας καταλάβαινε, θα μας έριχνε. Και γλυτώσαμε και από ‘κεί. Τόσο θυμάμαι. Ύστερα πήγαμε στα Γιάννενα, έξι - εφτά χρονών ήμουν εγώ τότε, και γυρίσαμε, όταν έφυγαν οι Ιταλοί. 

Χ.Ν.:

Όταν πήραν κάποιους από εσάς στη Ρωσία, πότε ήταν; Πιο μετά; 

Σ.Ν.:

Ναι. Μετά. Εμείς ήμασταν-. Εδώ ήταν το ΕΔΕΣ, οι δεξιοί, και το ΕΑΜ, οι αριστεροί. Εμείς ήμασταν με το ΕΑΜ, το προοδευτικό κόμμα, που ήταν γραμματέας ο Νίκος Ζαχαριάδης. Και εδώ στο Πωγώνι εμείς είχαμε επιρροή μεγάλη, η οικογένεια Νίκα. Είχαμε τον πατέρα μου, τον μπάρμπα-Νάσιο, προπαγανδιστές πολύ, πολύ ικανοί από το στόμα. Και επειδή ήμασταν οικογένεια ενωμένη και οικονομικά γεροί, μας αγαπούσαν όλοι και πίστευαν στην επανάσταση που θα έκανε το ΕΑΜ τότε. Και κέρδισε το ΕΔΕΣ. Ναι, αλλά ερχόταν μια φορά το ΕΔΕΣ, όταν δεν ήταν οι ΕΑΜίτες, ο Δημοκρατικός Στρατός, και έκαναν όχι πλιατσικολόγισμα, τους έπαιρναν εκείν[00:20:00]ους που ήταν με το κόμμα τους, τους άλλους τους σκότωναν. Έκαναν τέτοια κακουργήματα. Έρχονταν η άλλη παράταξη κι εκείνοι δεν, όχι να φέρονταν σαν εκείνοι οι άλλοι, ήταν πιο μαλακοί με τον λαό. Μετά που πήγαμε στην Αλβανία το ‘45 σαν Έλληνες, ήμασταν υπήκοοι Έλληνες ακόμα, αυτοί πολεμούσαν, οι ΕΑΜίτες, ο Δημοκρατικός Στρατός στον Γράμμο-Βίτσι. Και ζήτησαν από την οικογένειά μας σαν στρατιώτες να δώσουμε κάτι παιδιά είπαν, για να πολεμήσουν κι αυτά, να δυναμώσει ο Δημοκρατικός Στρατός. Κι εκεί πήρανε τον Βασίλη, τον Τάκη και τη Γαρυφαλιά. Έστειλαν οι δικοί μας λόγω της ηλικίας που ήταν τότε. Εμείς ήμασταν μικροί, ενώ οι άλλοι ήταν μεγαλύτεροι, ο Αλέξανδρος, ο Παντελής και ο Γιώργος. Τούτοι οι τρεις πολέμησαν στο Γράμμο-Βίτσι, μετά κατέρρευσε ο Δημοκρατικός Στρατός, αυτοί ρίχτηκαν στην Αλβανία, κάθισαν έναν μήνα στο Ελμπασάν και μετά με διαταγή του Στάλιν τους περίμεναν στη Ρωσία. Πολλοί, πάρα πολλοί, σαράντα-πενήντα χιλιάδες στρατιώτες. Τους πήραν με πλοίο από το Δυρράχιο και τους πήγαν στην Οδησσό, στη Μαύρη Θάλασσα επάνω. Από ‘κεί με τα τρένα τους πήγαν στο Ουζμπεκιστάν. Το Ουζμπεκιστάν είναι πολύ κάτω, από πάνω από το Αφγανιστάν, κατάλαβες. Ενώ, η Γαρυφαλιά και ο Τάκης πήγαν εκεί, ενώ ο Βασίλης έμεινε, ήταν στο αρχηγείο του Νίκου Ζαχαριάδη. Πώς έμεινε αυτός στην Πολωνία; Μετά ρίχτηκε στη Ρουμανία και σπούδασε γιατρός, ο Βασίλης. Του Λάμπη το παιδί, το δεύτερο, που ήταν στην Καλιφόρνια, αν τον έχεις ακούσει. Αφού σπούδασε εκεί, βγήκε γιατρός. Πήγε και ο μπάρμπα-Λάμπης μια φορά από την Αλβανία, τον επισκέφθηκε στη Ρουμανία. Όχι στο Βουκουρέστι, ήταν στο Κλουζ αυτός. Μετά από κάτι χρόνια ρίχτηκε στην αμερικανική πρεσβεία, ζήτησε πολιτικό άσυλο εκεί και μετά έφυγε, πήγε στη Βοστόνη ο Βασίλης, στην Αμερική. 

Χ.Ν.:

Την περιουσία που είχατε στη Χρυσόδουλη σας την πήραν τότε που φύγατε; 

Σ.Ν.:

Όλη. Εμείς τα ζώα τα πήραμε. Όλα τα ζώα, τα πράγματα, πήγαμε στο Ζερβάτι. Στο μοναστήρι του Ζερβατιού ήταν ο μπάρμπα-Λάμπης εκεί που διατηρούσε. Ενώ ο πατέρας μου, ο μπάρμπα-Κώτσιος και ο μπάρμπα-Νάσιος τους έχουν, δούλευαν στο κράτος ασφαλίτες. Κατάλαβες; Μετά την περιουσία την πούλησε ο μπάρμπα-Λάμπης και τα πήρε όλα. 

Χ.Ν.:

Εσείς όταν πήγατε στην Αλβανία, σας διόρισαν όλους δασκάλους; 

Σ.Ν.:

Ναι. Τον Παντελή, τον Αλέξανδρο και τον Γιώργο δάσκαλοι, γιατί αυτοί έχουν σπουδάσει εδώ, στο γυμνάσιο. Μετά όταν πήγανε στην Αθήνα, εκεί σπούδασαν στα Πετράλωνα, στο Ρουφ, είχαν τις αγελάδες, στα Πετράλωνα πήγαιναν στο σχολείο. Και ήταν εγγράμματοι. Επειδή είχαν ανάγκη για δασκάλους στην Αλβανία, δεν ήταν ανάγκη να είχες παιδαγωγικό σχολείο, ό,τι σχολείο να είχες ανώτερο σε έπαιρναν και έδινες εξετάσεις στα μαθήματα που ζητούσαν αυτοί. Όπως κι εγώ, αυτό έκανα. Διορίστηκα δάσκαλος τεσσεράμισι χρόνια. Δίδαξα έναν χρόνο στην Πέπελη και τριάμισι στη Δερβιτσάνη. Και πήρα τούτη την παλικάρα εδώ. 

Χ.Ν.:

Από εκεί θυμάστε πώς σας φαινόταν που πήγατε σε εκείνα τα χωριά; 

Σ.Ν.:

Κοίταξε τώρα, ήμασταν πολύ ταλαιπωρημένοι κι εμείς εδώ από τους πολέμους στην Ελλάδα. Εκεί είχαμε μια ζεστασιά, μας ήθελαν λόγω του ότι ο παππούς μου και ο πατέρας μου κατάγονταν από το Ζερβάτι. Στο Ζερβάτι το μισό το χωριό είναι επίθετο Νίκας, συγγενείς μας πολλοί. Λόγω του ότι αυτοί κέρδισαν, το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ενβέρ Χότζα, εμείς ήμασταν και εμείς αριστεροί και μας αγκάλιασαν, μας βοηθούσαν με καθετί. Κι έτσι, αν είχαμε καθίσει εδώ, θα μας είχαν πάει στα ξερονήσια εξορία. Μπορ[00:25:00]εί και να σε σκότωναν, αναλόγως τι δράση είχες. Ενώ εκεί γλυτώσαμε που πήγαμε. Αυτό

Ε.Ν.: Εγώ που ήμουν από ‘κεί, τους βοηθούσαν πολύ. Όλα τα χωριά, όλη η κοινωνία. Και στο Τεπελένι που πάμε και στη Memaliaj που δούλεψε ζωγράφος. Είχαμε μια ζεστασιά μεγάλη. 
Σ.Ν.:

Τώρα να σου πω τη ζωή μου; 

Χ.Ν.:

Ναι. 

Σ.Ν.:

Αφού γνώρισα εγώ την Έλλη Γκούτζου από τη Δερβιτσάνη, λόγω του ότι δεν τον αποφεύγαμε τον στρατό, είπα να τελειώσω το στρατιωτικό για να μην με επιστρατεύσουν παντρεμένο ή και με μικρά. Και πήγα στρατιώτης, πάνω - κάτω, το δήλωσα για να γλυτώσω τα χειρότερα. Και πήγα στρατιώτης στο σχολείο στη Σκόδρα, για υπαξιωματικός. Έκανα έναν χρόνο σχολείο για υπαξιωματικός, για να είχα ομάδα κι εγώ, να εκπαιδεύω άλλους. Εκεί επειδή είχα χέρι ζωγραφικής, έκανα κάτι στις λέσχες γραψίματα, ομορφιές, ήμουνα και καλλιγράφος πολύ. Και γλύτωνα από τις ασκήσεις περισσότερο με το επάγγελμα αυτό. Μετά μετατεθήκαμε. Έφυγα από εκεί, επειδή ήμουν αριστούχος εγώ στη σκοποβολή. Βγήκα ο πρώτος στη σκοποβολή στο βαρύ πολυβόλο. Και με το όπλο και με το περίστροφο ήμουν άψογος. Και μετατεθήκαμε, ήρθαμε, πήρα άδεια... Δεκαπέντε μέρες η πρώτη άδεια, ύστερα από πέντε μήνες. Πήγα στην Δερβιτσάνη, στην αρραβωνιαστικιά μου.  Μετά από έναν χρόνο, ενάμισι, φύγαμε από τη Σκόδρα, ήρθαμε στην Πρεμετή. Εκεί υπηρέτησα ενάμισι χρόνο. Ήμουν ζωγράφος του Operativ i Brigates Gjashtesulmuese, την έλεγαν τότε, με τον στρατηγό Muhamet Burgami. Εκεί πέρασα καλά τους άλλους μήνες. [Δ.Α.] το επάγγελμα, καλλιγράφος, ζωγραφική. Χάρτες έκανα, πορτραίτα, τα έκανα όλα και με ήθελαν όλοι. Έφευγα κάθε μήνα, έπαιρνα άδεια και πήγαινα στη Δερβιτσάνη. Μετά βγήκα επιλοχίας. Βέβαια, και εκτός αυτού ήμασταν ειδικευμένοι στρατιωτικοί δηλαδή, για να βγεις επιλοχίας έκανες σχολείο. Εκτός αυτού, το στρατιωτικό είναι πολύ καλό να το κάνουν οι αρσενικοί, και οι γυναίκες πρέπει. Γιατί; Γιατί εκεί δεν έχει να κάνεις ό,τι θέλεις εσύ. Εκεί λένε: “Urdhero, si urdhero”, δηλαδή: «Στας διαταγάς σας». Ας είναι και λάθος, θα έχεις υπομονή, σου σπάνε τα νεύρα. Κάνεις υπομονή μεγάλη και διεκδικείς μια άλλη στροφή στο μυαλό για να ζήσεις. Δεν είσαι αυθόρμητος για να κάνεις πράξεις ανεπιθύμητες. Κατάλαβες, γιατί σου λέω ότι το στρατιωτικό είναι ένα σχολείο μεγάλο ζωής; Δεν ξέρω τι εντύπωση έχετε εσείς. Εγώ σου λέω τα έχω ζήσει αυτά, μόνος μου. Γιατί ή στη δουλειά είσαι ή με τη σύντροφό σου που ζεις, μια μικρή διαφωνία, «Άντε, να χωρίσουμε», λένε. Να κάνεις υπομονή. Δεν ξέρετε εσείς σε τι συνθήκες ήταν αυτοί, ήτανε ή η γυναίκα ή εγώ, κατάλαβες; Η υπομονή κερδίζει πολλά. Ενώ ο τσαμπουκάς δεν είναι καλός. Έτσι το έχω χωνέψει, το ξέρω εγώ, και έτσι είναι η πραγματικότητα. Η ζωή δεν είναι όμορφη, μπαξέδες με λουλούδια που λέμε. Είναι μια σκληρή ζωή που ο άνθρωπος πρέπει να πολεμήσει πολύ για να επιζήσει. Αλλά αυτή τη μόρφωση να δώσει και στα παιδιά από μικρά. Δεν πρέπει να τα χαϊδεύουμε και να τους κάνουμε τα χατίρια όλα. Πρέπει, λέγαμε τότε, να τα τσιγαριάσουμε, δηλαδή-. 

Χ.Ν.:

Να τα σκληραγωγήσουμε. 

Σ.Ν.:

Να τα σκληραγωγήσουμε, σαν οι Σπαρτιάτες. 

Χ.Ν.:

Εκεί στη Βόρεια Αλβανία ήταν δύσκολα, πώς σας φάνηκε; 

Σ.Ν.:

Στη Σκόδρα;

Χ.Ν.:

Ναι.

Σ.Ν.:

Η Σκόδρα είναι πολύ καλός κόσμος. Καθολικοί, είχαν μόρφωση ιταλική. Αλλά και μερακλήδες, μερ[00:30:00]ακλήδες στο άλλο επίπεδο, καταλαβαίνεις. Αλλά και αγαπητοί και πολύ μορφωμένοι οι Σκονδράνοι οι καθολικοί. Τρελαίνονταν για Ιταλία. Ενώ, αν πας βαθιά στο Kukes, Puka, αλλού, εκεί υπήρχε αμορφωσιά μεγάλη. Αφού κοιμόντουσαν με τα ζώα στο κατώι και οι άνθρωποι. Η Σκόδρα ήταν πολύ μορφωμένη. Άνθρωποι εργατικοί και δημιουργοί πάρα πολύ. Μου άρεσε πολύ η Σκόδρα εμένα. Και η Πρεμετή εδώ που ήρθα, ήταν χριστιανοί πολλοί στην Πρεμετή, γιατί κατέβαιναν από τη Ζαγοριά, Πολύτσανη, Σωπική, ένα βουνό της Κορυτσάς. Κατέβαιναν από εκεί και δούλευαν, κατοικούσαν. Κι έτσι άμα είναι, πώς το λένε, πάνε δυο - τρεις οικογένειες και είναι μαζί με άλλους και είναι αμόρφωτοι, θα πάρουν μόρφωση από τους μορφωμένους. Ήταν ωραία, περάσαμε καλά. 

Χ.Ν.:

Άρα με το Κόμμα στην Αλβανία δεν είχατε πρόβλημα εσείς; Ήσασταν καλά. 

Σ.Ν.:

Κοίταξε τώρα. Ήμασταν καλά, γιατί ήμασταν αριστεροί και εμείς. Εκεί το Κομμουνιστικό Κόμμα του Χότζα, αν ήσουν αντίθετος κι έναν λόγο να έλεγες, σε έπαιρναν εξορία. Εμείς που το είχαμε συμπαθήσει κι έχουμε πολεμήσει για αυτές τις ιδεολογίες, κατάλαβες, μας υπερασπίζονταν και μας ήθελαν όλοι. Στο Τεπελένι εμένα με ήθελαν και την Έλλη, έλεγαν: «Σαν η οικογένεια του Σπύρου Νίκα δεν είναι άλλη», γιατί εμείς τους φερνόμασταν και τους βοηθούσαμε όλους σαν να ήταν δική μας οικογένεια, την ανατροφή που έχω πάρει από τον πατέρα κι απ' όλους μας, κατάλαβες; 

Χ.Ν.:

Μετά τη Σκόδρα πού πήγατε; 

Σ.Ν.:

Στην Πρεμετή, τελείωσα στρατιώτης γιατί ήταν τρία χρόνια, δεν ήταν λίγα. Πολλά ήταν. Και μετά συνέχισα ζωγραφική στο Αργυρόκαστρο, έναν χρόνο αφού απολύθηκα από το στρατιωτικό. Μετά μετατέθηκα στην Memaliaj, Tepelene-Memaliaj. Δεν είχε ζωγράφο εκεί, εγώ πήγα. Με σύστησε ένας φίλος μου: «Να πας εκεί, γιατί δεν έχουν ζωγράφο» και έφυγα από το Αργυρόκαστρο, πήγα εκεί. Είχα τον Οδυσσέα μόνο. Ο Ορέστης γεννήθηκε στην Memaliaj και ο Όμηρος στο Τεπελένι. Κάθε πολιτεία και ένα παιδί. 

Χ.Ν.:

Και μετά; 

Σ.Ν.:

Μετά κατέρρευσε το Σύστημα, το ‘90-’91 ήρθαμε στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει άλλο. Άλλη ζωή εδώ, πόλεμος για δουλειά. 

Ε.Ν.: Χάρη που ήσουν κομμουνιστής τα παιδιά σ' τα έβγαλαν όλα με πανεπιστήμιο. 
Σ.Ν.:

Ο Οδυσσέας τελείωσε οικονομικό και γνώρισε μια, τη Ρουντίνα. Οι δυο γονείς της ήταν γιατροί. Ήταν στο σχολείο μαζί, γνωρίστηκαν και αρραβωνιάστηκαν και παντρεύτηκε εκείνη. Και ο πατέρας της βοήθησε να τον κρατήσουν στα Τίρανα. Τον έστειλαν στο Fier, έξι - εφτά χρόνια δούλεψε εκεί πέρα στην τράπεζα ο Οδυσσέας. Μετά τον πήραν στην Κεντρική Τράπεζα των Τιράνων. Είναι εγγράμματος πολύ ο Οδυσσέας στα οικονομικά. Και ο Ορέστης στο σχολείο που ήταν της μουσικής, για κλαρίνο, γνώρισε τη Φλωρέτα, από τα Τίρανα. Αυτή σπούδαζε για κάντο, τραγούδι, όπερα. Ναι, για όπερα. Και μετά δεν μπόρεσε να διοριστεί, ήταν στο τέλος τώρα, ‘90-’91. Ήρθαμε εδώ ύστερα στα Γιάννενα. Καθίσαμε πέντε χρόνια στα Γιάννενα, μετά πήγαμε στην Αθήνα. Εγώ ασχολήθηκα ελαιοχρωματιστής, μπογιατζής. Κι έπαιρνα και τον Όμηρο, γιατί ο Όμηρος ασχολήθηκε έξι - εφτά χρόνια με τραγούδι, ελαφρολαϊκά τραγούδια και δημοτικά. Είναι πολύ καλός. Έχει καλή φωνή

Ε.Ν.: Τελείωσε μαθηματικός.
Σ.Ν.:

Αλλά τελείωσε μαθηματικός στα Τίρανα. Παίρνε[00:35:00]ι στροφές πολύ το μυαλό του. Είναι πολύ επικοινωνιακός. Ο πιο αγαπητός. Δεν τον ξέρεις τον Όμηρο; Ναι, με τα παιδιά του εκεί.

Χ.Ν.:

Στη Χρυσόδουλη μου λέγατε ότι ζούσατε όλοι μαζί σε ένα σπίτι; 

Σ.Ν.:

Είχαμε δύο σπίτια τριώροφα. Τα κάναμε ανακαίνιση, γιατί ήταν λίγο παλιά. Οι περισσότεροι ήτανε μαστόροι οι μπαρμπάδες μου, ο μπάρμπα-Λάμπης και ο Νάσιος. Τα έκαναν ανακαίνιση. Τα κάναμε καλά, πολύ καλά, κατοικήσιμα. Και να πας τώρα στη Χρυσόδουλη, δεν ξέρεις πού είναι και τα θεμέλια, γιατί έπεσαν και όλα τα υλικά τα πήραν οι άλλοι κι έχτισαν σπίτια δικά τους. Τρία σπίτια στη Χρυσόδουλη και ένα καινούργιο στον κάμπο που φτιάξαμε, που δεν το τελειώσαμε. Και μαντριά τεράστια, μεγάλα μαντριά, σαν πι. Εκεί ήταν τα ζώα, όλα τα πρόβατα. Στις γρέντες επάνω βάζαμε τα καλαμπόκια για τον χειμώνα, για τα ζώα. Είχαμε συνθήκες καλές, γιατί δουλεύουμε πολύ. Παίρναμε μαστόρους και τα τελείωναν όλα, και εργάτες, τους πληρώναμε με εισόδημα, όχι με χρήματα. Και τα τελειώναμε γρήγορα.  Είχαμε οργανωμένη οικογένεια πολύ. Αλλά ο πατέρας ήταν μεγαλοφυής στο να καθοδηγήσει την οικογένεια όλη. Ο μπάρμπα-Λάμπης ήταν γραμματέας, τα κιτάπια, όλα τα εισοδήματα αυτός τα είχε και μάστορας καλός. Ο μπάρμπα-Νάσιος ήταν καλός γεωργός, έκανε εμβολιασμούς. Τις γκορτσιές τις έκανε αχλαδιές. Πάρα πολλές, δύο χιλιάδες αχλαδιές, γκορτσιές πολλές. Και είχαμε αχλάδια από τον Ιούνιο μέχρι τον Δεκέμβριο, τόσο μεγάλα αχλάδια, καμπάνες. Έπαιρνε από εδώ, από τα Γιάννενα, σπόρους καλούς. Και είχαμε οργάνωση, αυτό ήταν, που ευδοκιμήσαμε. Και αγαπημένη οργάνωση. Οι γυναίκες ήταν σαν αδερφές. Δεν μπορούσαν να πουν έναν λόγο αντίθετο, ό,τι πουν οι άντρες. 

Ε.Ν.: Τι να κάνανε; 
Σ.Ν.:

Όχι, όχι, αφού βλέπανε αφού είναι οργανωμένη η ζωή οικονομικά, καλά τα περνούνε. Οι άλλοι είχαν φτώχεια, δούλευαν εργάτες εδώ, εκεί, δεν είχαν ψωμί να φάνε. Εδώ είσαι στον παράδεισο, έχεις τα καλύτερα, γιατί να μη θελήσεις; Έτσι δεν είναι; Όπως βρεις. 

Χ.Ν.:

Πριν έρθουν οι ΕΔΕΣ, εσείς φύγατε από μόνοι σας, πριν έρθουν, επειδή ξέρατε ότι θα σας πηγαίναν εξορία; 

Σ.Ν.:

Πού; 

Χ.Ν.:

Πήγατε στην Αλβανία, λέω, από μόνοι σας. 

Σ.Ν.:

Όχι, ήρθε μια διμοιρία από το Δελβινάκι. Αφού κατέρρευσε το ΕΑΜ, ο Δημοκρατικός Στρατός, το κατάλαβαν οι ΕΔΕΣίτες, ο Ναπολέων Ζέρβας. Ένα τάγμα ξεκινάει ένα βράδυ. Οι άντρες ήταν κάτω, στα καλύβια, στον κάμπο. Ευτυχώς είχαμε ένα μαραγκό από ‘δώ, από την Πωγωνιανή, λεγόταν Κολέφας, και τους ειδοποίησε ότι έρχονται. Ερχόταν ο στρατός από το Αγιονέρι να τους περικυκλώσουν και να τους πιάσουμε. Και τους ειδοποίησε εκείνος και έφυγαν και πήγαν στην Κακαβιά και γλύτωσαν. Μας κυνήγησαν, εμείς δεν θέλαμε να φύγουμε. Ως εκεί που να σε σκοτώσουνε... Γλυτώσαμε το κεφάλι μας. 

Χ.Ν.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. 

Σ.Ν.:

Τι ευχαριστείς, ευχαριστώ εγώ. Ευχαριστώ εγώ, ευχαριστώ εγώ πάρα πολύ, να είσαι καλά.