© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Η προσπάθεια διατήρησης του ποντιακού στοιχείου
Istorima Code
11435
Story URL
Speaker
Ιωάννης Κοτίδης (Ι.Κ.)
Interview Date
20/07/2020
Researcher
Ευρίκλεια Τσαλουχίδου (Ε.Τ.)
[00:00:00]
Είναι Τρίτη, 21 Ιουλίου του 2020, βρίσκομαι στη Βέροια μαζί με τον κύριο Γιάννη Κοτίδη, ο οποίος είναι ενεργό μέλος του συλλόγου Ευξείνου Λέσχης της Βέροιας και του Μακροχωρίου, εγώ ονομάζομαι Τσαλουχίδου Ευρίκλεια και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να καλησπερίσω τον κύριο Γιάννη, με τον οποίο θα μιλάμε και στον ενικό, καθότι είμαστε και φίλοι. Καλησπέρα, Γιάννη.
Καλησπέρα, Εύη, ευχαριστώ για την πρόσκληση.
Να ‘σαι καλά. Ξεκινώντας από τα βασικά, θα ήθελα να μου πεις κάποιες λεπτομέρειες για εσένα. Συγκεκριμένα για το τι επαγγέλλεσαι, ποια είναι, ας πούμε, τα χόμπι σου και οι ασχολίες σου.
Είμαι ελεύθερος επαγγελματίας, είμαι 38 χρονών, μένω στο Μακροχώρι Βεροίας. Από χόμπι… Με τις μηχανές που ασχολούμαι, με τα πολιτιστικά και λίγο με τον αθλητισμό. Μια διευκρίνηση όσο αναφορά την εισαγωγή σου, είναι Εύξεινος Λέσχη Βέροιας και Σύλλογος Ποντίων Μακροχωρίου, για να είμαστε λίγο πιο ακριβείς.
Βεβαίως, ευχαριστώ. Θα ήθελα να μου μιλήσεις, αρχικά, για την καταγωγή σου.
Η καταγωγή μου: Κατά το ήμισυ είμαι Πόντιος και κατά το, από τον πατέρα μου πλευρά, και από τη μητέρα μου είμαι Σαρακατσάνος. Όσο αναφορά, όμως, την ενασχόλησή μου με τα πολιτιστικά, με τους πολιτιστικούς συλλόγους, είμαι 100% με το ποντιακό στοιχείο, με το σαρακατσάνικο στοιχείο δεν έχω, έτσι, κάποιες...
Γιάννη, γνωρίζεις λεπτομέρειες για την καταγωγή σου;
Οι προπαππούδες μου, η προγιαγιά μου συγκεκριμένα ήταν από την περιοχή του Ακ Νταγ Μαντέν, νοτιοδυτικός Πόντος, και ένα χωριό, το οποίο δεν υφίσταται σήμερα, γιατί είχε καεί κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας, το οποίο λεγότανε Τακ Τερέ. Σε αυτό το χωριό, οι Τούρκοι το είχαν κάψει ολοσχερώς, γιατί αποφάσισαν ομόφωνα οι κάτοικοι του χωριού να μην προδώσουνε τον Αρμένιο δάσκαλο του χωριού, το πού κρυβότανε, γιατί θέλανε να τον θανατώσουν. Ο προπάππους μου ήταν από την περιοχή νότια της Τραπεζούντας, περιοχή Ματσούκας, επαρχία Ματσούκας, πιο συγκεκριμένα Χαψίκιοϊ και το χωριό λεγότανε Ζάβερα. Η Ζάβερα είχε δύο οικισμούς, το Δάβαρ και το Ζεφτίλ. Τώρα σε ποιον από τους δύο οικισμούς έμενε δεν θυμάμαι.
Γνωρίζεις λεπτομέρειες, Γιάννη, για το πώς ήρθανε οι πρόγονοί σου από την πατρίδα και πώς εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και πού;
Αυτό ήτανε απορία που είχα και εγώ προς τους οικείους μου και είχα ρωτήσει πώς ο προπάππους με την προγιαγιά γνωρίστηκαν, ενώ η απόσταση, η χιλιομετρική, Ζάβερας με Τακ Τερέ, που είναι το Ακ Νταγ Μαντέν, είναι ακόμα και σήμερα πάρα πολύ μεγάλη, που δεν υπάρχουν τα μέσα, τα μεταφορικά. Η απάντηση ήταν απλή, ότι κατά την οπισθοχώρηση των ρώσικων στρατευμάτων και η γιαγιά μου και ο παππούς μου, από τα συγκεκριμένα χωριά που αναφέραμε, οπισθοχωρήσανε και πήγανε στο Νοβοροσίσκ, σε μια επαρχία στο Νοβοροσίσκ. Εκεί έγινε και η γνωριμία τους. Αργότερα, ερχόμενοι στην Ελλάδα από το Νοβοροσίσκ, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Νευροκοπίου Δράμας και συγκεκριμένα στο χωριό Περιθώρι, Περιθώρι Δράμας και έπειτα, μετά από διάφορες μικρές χρονικά μετοικήσεις, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Μακροχώρι Ημαθιάς από το 1965 και μετά.
Γνωρίζεις να μας πεις καθόλου για τις συνθήκες εγκατάστασης των ανθρώπων που ήρθαν από την πατρίδα στην Ελλάδα;
Οι συνθήκες εγκατάστασης των προγόνων μας δεν ήταν και οι καλύτερες. Ήρθανε καθαρά σαν πρόσφυγες, παρόλο που είχαν το ίδιο θρήσκευμα, ίδια γλώσσα, με την δικιά τους ντοπιολαλιά, βέβαια, την ποντιακή. Οι ντόπιοι, και οι κυβερνήσεις και οι κάτοικοι, δεν τους υποδέχτηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Περάσανε από απολυμαντήρια, είναι γνωστά τα απολυμαντήρια στην Καλαμαριά, όπου ερχόντουσαν, αφήνοντας πίσω περιουσίες, σπίτια, επιχειρήσεις και ήρθαν εδώ πέρα μη έχοντας τίποτα, και το μόνο που ενδιέφερε τους εδώ κατοίκους και τους εδώ πολιτικούς: Μην έχουνε λοιμό, μην έχουνε κάποια άλλα προβλήματα υγείας και περάσανε από τα καθαρτήρια, τα απολυμαντήρια. Βέβαια, ερχόμενοι εδώ πέρα… Εντάξει, υπήρχαν προστριβές με το ντόπιο στοιχείο, αλλά με την πάροδο των ετών εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις. Ερχόμενοι εδώ πέρα, σε κάποιους δώσανε κλήρους για να συνεχίσουν να εξασκούνε το επάγγελμα που είχανε και στην πατρίδα, στον Πόντο. Πολλοί από αυτούς ήτανε κτηνοτρόφοι, ήταν αγρότες, ειδικά οι ορεσίβιοι κάτοικοι και οι κάτοικοι που ήτανε στις παραθαλάσσιες περιοχές του Πόντου είχανε ασχοληθεί πάρα πολύ με το εμπόριο. Η δικιά μου οικογένεια ήρθε, όπως σας είπα, στο Περιθώρι Δράμας και μετέπειτα στο Μακροχώρι ασχολήθηκε με αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες.
Υπάρχει κάποια ιστορία, Γιάννη, από την πατρίδα που μπορεί να έχεις ακούσει ή να σου έχουν διηγηθεί ή να έχεις διαβάσει που σε σημάδεψε συναισθηματικά;
Η προγιαγιά μου –αυτό είναι μαρτυρία του θείου μου–, η προγιαγιά μου, όταν καθόντουσαν εκεί, στην αυλή του σπιτιού, και μαζευόντο[00:05:00]υσαν κι άλλες πόντιες γιαγιάδες της περιοχής, που σημειωτέο την περιοχή μας τη λέγανε «Τενεκέ Μαχαλά», αποσιωπητικά εδώ… Γιατί ήρθαν σαν πρόσφυγες. Όταν καθόντουσαν έξω, λοιπόν, και τα μωρά παίζανε εκεί, στους δρόμους και στις αυλές, όταν πηγαίναν τα μωρά κοντά στις γιαγιάδες, έλεγαν: «Αλλάξτε την κουβέντα», λέει, «γιατί τώρα θα έρθουν τα μωρά», λέει, «μην χπαράονταν», να μην φοβηθούν, δηλαδή, με αυτά που θα ακούσουν, γιατί λέγανε ιστορίες της πατρίδας. Αυτό είναι κάτι που μου το έχει διηγηθεί ο θείος μου. Διαβάζοντας ένα βιβλίο του Λαβαρίδη για τη Ζάβερα της Ματσούκας, του Πόντου, αναφέρει ότι από το χωριό μας, όταν παίρνανε τους άντρες κατοίκους του χωριού να τους πάνε για τα περιβόητα Αμελέ Ταμπουρού, εκατόν είκοσι ήταν τον αριθμό, όταν ξεκινήσανε είχε βαρύ χειμώνα στην περιοχή, με αποτέλεσμα κατά την πορεία αυτή, πηγαίνανε παράλληλα με ένα ποτάμι, με ένα μικρό ποταμάκι της περιοχής, το οποίο, όμως, είχε πάρα πολύ κρύο και οι Τούρκοι στρατιώτες που τους οδηγούσανε, τους ρίχνανε μέσα στο νερό, και αμέσως τους βγάζανε, και η μαρτυρία από αυτούς, όσους επέζησαν –γιατί από τους εκατόν είκοσι μείνανε δεκαέξι–, από όσους επέζησαν έλεγαν ότι: «Τα ρούχα μας επείμναν αμόν κρουσταλλίδια», δηλαδή, με το που βγαίνανε, ήτανε κρυσταλλωμένα πάνω τους και «εποίναν», λέει, «κρατς κρουτς». Έτσι μια πολύ ανατριχιαστική μαρτυρία.
Ένα ποντιακό έθιμο που θα ήθελες οπωσδήποτε να ειπωθεί και να καταγραφεί;
Ένα ποντιακό έθιμο και βάσει και καταγωγής του προπάππου μου, το οποίο και εμένα με έχει σημαδέψει και, όποτε το βλέπω ή όποτε συμμετέχω σε αυτό, εκστασιάζομαι και είμαι πάρα πολύ ενθουσιασμένος, είναι το έθιμο των Μωμόγερων ένα έθιμο παύλα βίωμα, που έχει κρατηθεί από τα εφτά χωριά της Κοζάνης, που το έχουν φέρει αλώβητο στη μαμά Ελλάδα. Αν θέλετε να αναφέρουμε και τα εφτά χωριά της Κοζάνης–
Βεβαίως.
Δεν υπάρχει πρόβλημα. Τετράλοφος, Αλωνάκια, Σκήτη, Πρωτοχώρι… Να με συγχωρέσουν τα άλλα τρία, τώρα δεν τα θυμάμαι.
Δεν πειράζει.
Είναι ένα έθιμο διονυσιακής μορφής, το κρατούσανε οι πρόγονοί μας χρόνια, πάρα πολλά χρόνια και το φέρανε ατόφιο, όσο μπορέσανε, εδώ, στις περιοχές μας, στην Ελλάδα, το οποίο διασώζεται ακόμα και σήμερα και είμαι ευτυχισμένος και πάρα πολύ ενθουσιασμένος, όταν συμμετέχω σε αυτό το δρώμενο, γιατί σε αυτό το δρώμενο, χοροδρώμενο και με την Εύξεινο Λέσχη Βέροιας το παρουσιάζουμε τα τελευταία χρόνια και με τον Σύλλογο Ποντίων Μακροχωρίου και έχω την τιμή να συμμετέχω σε αυτό το δρώμενο.
Τι ακριβώς είναι αυτό το έθιμο, Γιάννη;
Είναι ένα έθιμο ευετηριακού τύπου, δηλαδή ένα έθιμο, όπου συμβολίζει τη νέα χρονιά, συμβολίζει την καρποφορία και γενικότερα τον κύκλο όλων των εποχών. Αποτελείται από δώδεκα χορευτές που συμβολίζουνε τους δώδεκα μήνες. Αποτελείται, επίσης, από έξι-εφτά ρόλους, οι οποίοι ένας από τους ρόλους είναι η νύφη, που φέρνει τη γένεση, κατά κάποιο τρόπο, της γης, αποτελείται από τον γέρο και τη γριά, το παλιό που φεύγει. Αποτελείται από τον διάολο, που ήτανε σατυρικό έθιμο, είναι σατυρικό έθιμο, όπου ο διάολος πειράζει συνέχεια τον γέρο, θέλει να τον πάρει μαζί του, πειράζει τη γριά, επίσης, πειράζει τη νύφη. Επίσης, έχουμε τον αρκουδέα και τον αρκουδιάρη… Τον αρκουδιάρη και την αρκούδα μάλλον, οι οποίοι συμβολίζουνε εκείνα τα χρόνια που υπήρχε η αρκούδα σε κάποιο χωριό και ήτανε ο αρκουδιάρης και την έβαζε να χορεύει, κάτι αντίστοιχο γίνεται και τώρα, βέβαια την αρκούδα την κάνει ο πιο δυνατός του χωριού, γιατί εξού και η αρκούδα, που είναι δυνατό ζώο, την παριστάνουμε με κάποιον δυνατό του χωριού να κάνει την αρκούδα. Ο τσανταρμάς που είναι ο αστυνομικός, στην ουσία, και επιβάλλει την τάξη. Νομίζω αυτοί είναι οι ρόλοι.
Ωραία, υπάρχει κάποιο έθιμο που συνεχίζεις να κρατάς στην οικογένειά σου;
Ένα έθιμο που κάνουμε κάθε χρόνο είναι το άναμμα κεριών στις 6 Ιανουαρίου, έχοντας ένα ταψάκι και βάζουμε μέσα σε αυτό το ταψάκι λίγο σιτάρι και ανάβουμε κεράκια για κάθε πεθαμένο άνθρωπο που έχουμε στην οικογένεια. Εκείνη την ημέρα τους τιμούμε με αυτόν τον τρόπο και είναι καθαρά ποντιακό έθιμο αυτό, με αυτόν τον τρόπο που γίνεται.
Ωραία. Αλλάζοντας, λοιπόν, διάθεση τώρα, θα ήθελα να σε ρωτήσω στο τι σε έσπρωξε στο να ασχοληθείς τόσο ενεργά με τους συλλόγους;
Το τι με έσπρωξε… Η ενασχόλησή μου με τους συλλόγους ξεκινάει από την ηλικία των 10 ετών. Οι γονείς μου, ο πατέρας μου συγκεκριμένα και λόγω καταγωγής –Αν και η μάνα μου μπορεί να είναι Σαρακατσάνα, από 16 χρονών, όμως, που έμεινε ορφανή, αναθρέφτηκε και μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια Ποντίων. Οπότε, η μητέρα μου τώρα είναι 56 χρονών, από τα 16 της είναι μέσα στους Πόντιους, οπότε έχει πάρει όλα τα ήθη και τα έθιμα των Ποντίων. Αυτό που μ΄ έκανε ήτανε… Η πρώτη επαφή με συλλόγους ήταν όταν ήμουν 10 χρονών, όταν ο πατέρας μου πήγε στο χωριό να με γράψει στον σύλλογο, στο χορευτικό τμήμα. Το ακολούθησα αυτό μέχρι 18 χρονών –συγγνώμη– και όπως πολλοί νέοι, δυστυχώς, αλλά από την άλλη τουλάχιστον σε εμένα αυτό έγινε, μέχρι 18 χρονών ήμουν ενεργό μέλος στον χορευτικό σύλλογο. Μετά τα 18 μέχρι τα 30 υπήρχε μια μεγάλη αποχή, λόγω[00:10:00] στρατού, λόγω άλλων ενδιαφερόντων, λόγω σπουδών. Δεν είναι δικαιολογία αυτά, βέβαια, για να μην συμμετέχεις σε πολιτιστικά… Ποντιακά πολιτιστικά δρώμενα, αλλά, τέλος πάντων, εγώ μέχρι τα 30 είχα μια αποχή. Από τα 30 μέχρι και τώρα, που είμαι 38 χρονών, είμαι αρκετά ενεργά και πάλι στους συλλόγους και όλο αυτό νομίζω γίνεται υποσυνείδητα. Δηλαδή, όταν ακούς ιστορίες, όταν οι γονείς σου σε προτρέπουν από μικρό σε μια τέτοια ενασχόληση, υποσυνείδητα θα σου βγει μετά από χρόνια, δηλαδή μπορεί να μην το κάνεις, να μην ασχολείσαι συνέχεια, αλλά κάποια στιγμή θα ασχοληθείς και ίσως και πολύ ενεργά.
Ωραία. Συνεχίζοντας θα ήθελα να μου πεις δύο λόγια για το σύλλογο της Βέροιας, αλλά και του Μακροχωρίου. Για τις διοργανώσεις και για τυχόν εκδρομές που μπορεί να κάνετε.
Η ενασχόλησή μου με αυτούς τους δύο συλλόγους, τον Σύλλογο Ποντίων Μακροχωρίου και την Εύξεινο Λέσχη Βέροιας, πέραν από το χορευτικό κομμάτι, στο οποίο συμμετέχω, ασχολούμαι και με τη διοίκηση αυτών των συλλόγων. Είμαι μέλος στα διοικητικά συμβούλια. Στο Σύλλογο Ποντίων Μακροχωρίου είμαι ταμίας εδώ και έξι χρόνια και οι δράσεις του συλλόγου… Βασικά, είναι ένας σύλλογος που υπάρχει από το 1978. Κάθε σύλλογος έχει ακμή και παρακμή, εμείς τον σύλλογο τον είχαμε αναλάβει σε μια περίοδο της παρακμής του, φτάσαμε σε ένα σημείο αυτή τη στιγμή να έχουμε τέσσερα χορευτικά τμήματα, παιδικό, προεφηβικό, εφηβικό και παραστάσεων, τμήμα νταουλιού, τμήμα λύρας. Κάνουμε κάθε χρόνο δράσεις, τουλάχιστον έναν καλοκαιρινό και έναν χειμερινό χορό, το έθιμο των Μωμόγερων, το οποίο ξεκίνησε να λαμβάνει χώρα στο Μακροχώρι και ό,τι μπορούμε γύρω από την ποντιακή παράδοση, ό,τι μπορούμε κάνουμε γύρω από την ποντιακή παράδοση. Αντίστοιχα, στην Εύξεινο Λέσχη Βέροιας, μητριαρχικός σύλλογος, ποντιακός, του νομού Ημαθίας, ιδρύθηκε το 1955, είναι η μαμά των συλλόγων στην περιοχή. Είναι τιμή μας που η Εύξεινος Λέσχη υπάρχει στη Βέροια και λειτουργεί έτσι όπως λειτουργεί. Αποτελείται από εννιαμελές συμβούλιο. Στην Εύξεινο Λέσχη Βέροιας είμαι έφορος τμημάτων. Η ενασχόλησή μου είναι πιο πολύ με τα τμήματα της λέσχης, τα οποία είναι τα χορευτικά της τμήματα. Πάλι και στην Εύξεινο Λέσχη έχουμε τέσσερα τμήματα, παιδικό, εφηβικό, προεφηβικό και παραστάσεων, υπάρχει θεατρικό τμήμα ερασιτεχνών ηθοποιών, βέβαια, αλλά με πολλή όρεξη και μεράκι για αυτό που κάνουνε. Το τμήμα νταουλιού, που απαρτίζεται από αρκετά άτομα, μαθητές. Το τμήμα λύρας, το τμήμα αρχαρίων ενηλίκων και το τμήμα παραδοσιακών χορών απ’ όλη την Ελλάδα. Και στην Εύξεινο Λέσχη Βέροιας γίνονται χειμερινοί χοροί, καλοκαιρινοί χοροί και ό,τι έχει σχέση με θέματα του ποντιακού ελληνισμού, είμαστε δίπλα και αρωγοί σε ό,τι γίνεται. Εννοείται ότι δεν ξεχνάμε. 19 Μαΐου, πάντα κάνουμε δράσεις για την μνήμη των νεκρών μας και αυτό που ζητάμε είναι η δικαίωση και η αναγνώριση και θα το προσπαθούμε συνεχώς, της γενοκτονίας των Ποντίων από τους Τούρκους. Δεν ζητάμε εκδίκηση, το τονίζω, αναγνώριση και δικαίωση.
Έχεις επισκεφτεί, Γιάννη, την Τουρκία ή τα μέρη των προγόνων σας;
Την ανατολική Ελλάδα δεν την έχω επισκεφτεί, γιατί ανατολική Ελλάδα είναι για εμένα. Θα έρθει, όμως, το πλήρωμα του χρόνου, που θα την επισκεφτούμε, κάποια στιγμή.
Πολύ ωραία. Και τελειώνοντας κάπου εδώ, μήπως θυμάσαι κάποιο ποντιακό ανέκδοτο να μας πεις, για ένα χιουμοριστικό φινάλε;
Ναι. Ανέκδοτο ποντιακό, αν και δεν είμαι καλός στα ποντιακά ανέκδοτα, ένα τελευταίο του Αλέξη, του Παρχαρίδη, του πολύ καλού τραγουδιστή και φίλου μου… Πάει ένας νέος να ρωτήσει έναν θείο του πώς περάσανε στην Κατοχή. Αν και ο Αλέξης το λέει πολύ καλά στα ποντιακά, τώρα εγώ δεν το καταφέρνω. Του λέει… «Θείο», λέει, «εσείς, στην Κατοχή, τι έγινε; Τι έγινε στο χωριό, εδώ πέρα, τι σας κάνανε;». Λέει: «Πούλι μ’, έρθαν οι Γερμανοί και τους μισούς», λέει, «εσκότωσαν και τους άλλους μισούς…». Λέει: «Θείο, εσένα ντε εποίκασεν;», «Εμέν, εσκότωσαν με».
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να ‘σαι καλά, Εύη, να ‘σαι καλά κι εγώ ευχαριστώ.