© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Ο τελευταίος καροποιός στην Ελλάδα: «Την αγάπησα τόσο αυτή τη δουλειά που έλεγα ότι θα την κρατήσω μέχρι θανάτου»
Istorima Code
11240
Story URL
Speaker
Κωνσταντίνος Κόπελης (Κ.Κ.)
Interview Date
17/06/2022
Researcher
Ραφαέλα Νίκα (Ρ.Ν.)
[00:00:00]Καλημέρα. Πώς ονομάζεστε;
Καλημέρα σας. Καλώς ήρθες στο μαγαζί μας. Ονομάζομαι Κόπελης Κωνσταντίνος.
Είναι Δευτέρα 18 Ιουνίου του 2022, βρισκόμαστε με τον Κωνσταντίνο Κόπελη στην Άσσηρο της Θεσσαλονίκης, εγώ ονομάζομαι Ραφαέλα Νίκα, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θέλετε να μας πείτε λίγα πράγματα για εσάς; Πότε και πού γεννηθήκατε;
Εγώ γεννήθηκα εδώ στην Άσσηρο, αλλά επειδή ήταν το χωριό φτωχό, έπρεπε να διαλέξω ένα επάγγελμα να κάνω. Οι γονείς μου ήταν αγρότες. Δεν μπορούσα να γίνω και εγώ, πιτσιρικάς. Πήγα στη Θεσσαλονίκη να μάθω μια τέχνη, η οποία είχε πρόοδο, διότι η καλύτερη τέχνη ήταν καροποιός! Το μέσο συγκοινωνίας σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο εδώ. Στο χωράφι θα πας με το κάρο. Στην πόλη θα πας με το κάρο. Στη δουλειά θα πας με το κάρο. Καπνό θα βάλεις, όλη την οικογένεια τη κουβαλάς μετά. Μου άρεσε αυτό το επάγγελμα και το διάλεξα αυτό. Το κράτησα. Μου είπαν πολλοί να αλλάξω επάγγελμα, να κάνω άλλες δουλειές. Δεν μου άρεζαν οι άλλες οι δουλειές. Βέβαια, λίγο σκληρή, αλλά καλή. Την αγάπησα τόσο πολύ καλά που έλεγα: «Θα την κρατήσω μέχρι θανάτου!». Εγώ την έμαθα τη δουλειά να παίρνω το δέντρο-ξύλο, να το κόβω στο μηχάνημα και τα σίδερα να τα επεξεργάζομαι στο καμίνι. Έτσι έμαθα απ’ τους μαστόρους που είχα, ενώ οι άλλοι τα παίρνανε έτοιμα και τα συναρμολογούσανε. Μπορεί να ήταν καλύτεροι τεχνίτες στο συναρμολόγημα. Έπαιρναν και καλύτερα λεφτά. Εγώ κοίταζα να βγάλω παραγωγή. Για αυτό με έμαθε όλος ο κόσμος. Δόξα τω θεώ είμαι καλά, γερός, δυνατός!
Από πότε κάνατε αυτή τη δουλειά; Από ποια χρονολογία;
Το 1953 πήγα στη Θεσσαλονίκη.
Και ποιος ήταν αυτός που σας έμαθε να φτιάχνετε-
Είχα ένα γέρο απ’ την Ορεστιάδα. Αυτοί ήρθανε όταν έγινε η αλλαγή πληθυσμών με τους Τούρκους. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη και τους έδωσαν από μια παράγκα, τότε παράγκες είχε εκεί. Αφού ο άνθρωπος μπήκε σε αυτό το επάγγελμα, πήρε πέντε ανθρώπους και έβγαλε παραγωγή. Με όλα τα χωριά δούλευε. Έκατσα σε αυτόν, διδάχτηκα πολλά πράγματα, επειδή άλλαζε μαστόρους. Έφευγαν οι μαστόροι. Άλλος έλεγε: «Το μεροκάματο είναι λίγο. Θα πάω αλλού». Άλλος έλεγε: «Βαριά δουλειά είναι. Δεν την κάνω». Αλλά η ανάγκη σ’ έκανε τότε για να δουλέψεις, κάπου να προσαρμοστείς. Έμεινα σε αυτήν τη δουλειά. Εν τω μεταξύ, εγώ παρακολουθούσα όλους τους τεχνίτες ανάλογα τι επάγγελμα έκανε. Ο άλλος ήτανε σιδεράς, είχε με τα σίδερα φωτιά. Τώρα βγήκε η ηλεκτροκόλληση, εύκολα είναι. Τότε εμείς το σίδερο το βράζαμε στο καμίνι — έτσι λεγόταν η φωτιά — για αυτό βγήκε και η παροιμία «Το σίδερο στη βράση κολλάει». Δηλαδή, το λιώνεις το σίδερο, το βάζεις επάνω, το κολλάς και χτυπάει και γίνεται συμπαγή. Ενώ τώρα, δεν χρειάζεται να το λιώσεις το σίδερο, γιατί ήταν του παλιού καιρού αυτοί. Όλα τα κάγκελα που γινόταν δεξιά-αριστερά, όπως το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος τα κάγκελα είναι όλα με περτσίνια. Το τρυπούσες το σίδερο, έβαζες ένα, το χτυπούσες και γινόταν κανονικό. Ενώ τώρα μια πονταρισιά ηλεκτροκόλληση, γιατί εξελίχθηκε η δουλειά. Υπάρχει ευκολία. Μ’ άρεσε αυτή τη δουλειά. Ερχόταν ένας ζωγράφος που ζωγράφιζε τα κάρα, να μην είναι σκέτο το κάρο. Λοιπόν, έκανε πέντε λουλουδάκια, έβλεπα εγώ πώς τα κάνει τα λουλούδια. Βέβαια δεν ήμουν αγιογράφος. Για παράδειγμα, έκανα λουλούδια εγώ στο κάρο, αλλά το έδινα μια εμφάνιση. Τριαντάφυλλα, καρπούζια, ό,τι ήθελε το κάρο! Έβλεπα μια άλλη παράξενη δουλειά που δεν την κάνει όποιος να ναι, έλεγα: «Θα καθίσω να την κάνω εγώ». Σιγά-σιγά έμαθα πολλές δουλειές. Έβλεπα το ξύλο στον τόρνο, που το έβαζε ο άλλος και με τα μαχαίρια το έβγαζε. Διάφορα πράγματα. Πήγαινα. Πολλές φορές τραυματίστηκα κιόλας για να μάθω τη δουλειά. Όλο και θα πάθεις κάτι. Λοιπόν, έμαθα και τορναδόρος, έμαθα σιδεράς, έμαθα… Ηλεκτροκόλληση τη μαθαίνει οποιοσδήποτε. Έχω μάθει και πολλούς ανθρώπους τους έχω μάθει, αλλά να φοράς γυαλιά να μη χαλάσεις τα μάτια. Λοιπόν, πολλά… Για αυτό που παρέλασαν και από μένα — από το μαγαζί μου — μαστόρια άνοιξαν δικά τους μαγαζιά. Άλλος άρχισε να κάνει έπιπλα. Το έπιπλο δεν είναι τίποτα. Έλεγε: «Πώς τα καταφέρνεις;». «Εύκολα είναι. Θα σου δείξω». Άμα σου δείξει κάποιος, το κάνεις. Άμα δε σου δείξει, δεν μπορείς. Έβλεπαν τα καλούπια δεξιά-αριστερά. «Τι είναι αυτά;». «Καλούπια». Αυτά είναι για γρήγορη δουλειά πατέντα. Το βάζεις επάνω. Έτσι κάνουν και τα υφάσματα. Βάζεις το ύφασμα — το παντελόνι, το φουστάνι — το ράβεις. Πρέπει να κόβει και λίγο και το μυαλό. Ο άλλος το κάνει ένα είδος και τρώει μια ώρα. Εσύ όμως, με την εξυπνάδα σου, λες: «Έναν τρόπο καλύτερο να το βγάλω πιο γρήγορο και πιο φθηνό». Προόδευσε η δουλειά έτσι. Με έμαθε όλος ο κόσμος.
Έτσι είναι. Όπως σας έμαθα και εγώ.
Ναι, ναι. Έφεραν… Από την Αυστραλία έχω αδέρφια εκεί. Έφερε έναν, τα είδε τα εργαλεία εδώ όλα, μου λέει: «Ποιος δουλεύει εκεί;». «Εγώ». Ο αδερφός μου, γιατί εγώ δεν ήξερα αγγλικά. «Στο Καμίνι;». «Εγώ». «Την κορδέλα;». Λέει: «Σήμερα δεν δουλεύουν; Πήραν άδεια;». Του λέει: «Όχι άδεια. Αυτός τα δουλεύει». Λέει: «Έχει Computer;». «Ούτε Computer έχει. Έχει δύο χέρια. Όλα», λέει, «τα ανακατεύει. Δίνει και δουλειά σε τρία άτομα έξω». Έφερνε ένα παλιό κάρο παράδειγμα ένας να το κάνουμε επισκευή. «Εσύ θα το ξηλώσεις». «Εσύ, θα σου κόψω εγώ τα ξύλα». «Εσύ θα πας να το βιδώσεις». «Εσύ τελευταία το βάψιμο. Δεν είναι τίποτε». Λέει: «Μπράβο. Πώς τα καταφέρνει;». Και τον έδωσα ένα σκεπάρνι, γιατί στην Αυστραλία δεν έχουνε σκεπάρνια αυτοί, έχουνε σφυριά. Εργολάβος καλός έκανε σκεπές. Το σκεπάρνι το πήρε, το έκανε κορνίζα και το κρέμασε εκεί. Λέει: «Θα θυμάμαι την Ελλάδα, που με έδωσε ένας καροποιός». Λέω: «Πάρε το και εσύ να με θυμάσαι», γιατί εγώ έβγαζα και στυλιάρια πολλά στα εργαλεία, επειδή πουλούσα καυσόξυλα στα σπίτια. Τα αυτοκίνητα που μου έφερναν από το Άγιο Όρος — καλό ξύλο από το Άγιο Όρος — από Άνω Πορόια, από την Αριδαία, Καρατζόβα. Καλό ξύλο, χρήσιμο! Άμα ήταν χρήσιμο, το έβγαζα — αφού τα εργαλεία τα έχουμε — έβγαζα στυλιάρια για σκεπάρνια, για φτυάρια, για γκασμάδες. Πήραν χαμπάρι και οι εργολάβοι. Λέει: «Κάνε μου πενήντα κομμάτια». «Κάνε με εκατό κομμάτια». Αφού είχα δουλειά εγώ και τα παιδιά έβαζα. «Εσύ βγάλε στυλιάρια». «Πόσα έβγαλες;». «Εκατό». «Πάρε και πέντε παραπάνω». Αυτός; Αυτός και να τον έδιωχνες, δεν έφευγε. Σου λέει: «Είμαι καλά». Είχα έναν που είχε τότε τα μαλλιά που ήταν εδώ. Λέω: «Ένα καπέλο θα βάζεις, να μην γεμίζεις ροκανίδια». Μου λέει: «Το βράδυ θα κάνω μπάνιο». «Εντάξει. Συμφωνώ. Κάθε βράδυ μπάνιο θα κάνεις για τα μαλλιά; Ενώ άμα έχεις το καπέλο δε θα κάνεις μπάνιο κάθε βράδυ». «Εντάξει», τους μάθαινα και τρόπους. Ήτανε και σε μεγάλη ηλικία, αφού πήγαινε φαντάρος κάπνιζε. Του λέω: «Κοίτα, όταν καπνίζεις εκεί, δεν θα πάρουμε φωτιά. Για λόγους ασφαλείας πάρε ένα κουτί νερό, κάπνιζε και βάλε τα εκεί». «Εντάξει». Το πετούσε κάτω. Ξανά του λέω: «Φαντάρος, αφού πήγες, δεν επιτρέπονταν αυτά». Είχε και μια τακτική. «Ναι, έχεις δίκιο». «Για αυτό κοίτα να συμμορφωθείς». Τον έφερε ένας παπάς, να τον μάθω την τέχνη. Του λέω του παπά: «Άκου να δεις, ο νεαρός δεν έχει μάτια για να μάθει τέχνη». Γιατί ένας που έχει όρεξη να μάθει τη δουλειά προσέχει λίγο. Όταν τον συμβουλεύεις κάθε πέντε δέκα λεπτά και το μυαλό του δεν είναι στη δουλειά, δεν έχει πρόοδο. Έφυγε και έγινε νεωκόρος. Ελαφριά δουλειά. Εντάξει. Άλλαξε το επάγγελμα. Δεν πειράζει. Τώρα όπου με δει, λέει: «Μάστορα, γεια σου». «Γεια σου, αλλά να θυμάσαι τις οδηγίες που σου έδωσα». Το σέβεται! Και πολλοί άλλοι μαστόροι που έφυγαν από εκείνο το μαγαζί και ήρθαν εδώ. Εδώ δεν έβαλα. Έβαλα μόνο Ρουμάνους, Βουλγάρους [00:10:00]και Αλβανούς. Είχα δύο αδέρφια Αλβανοί. Εγώ αγόραζα από κανένα μηχάνημα αυτά που κλείνανε τα μαγαζιά. Τον έλεγα: «Σ’ άρεσε αυτό εδώ;». «Μου αρέσει». «Πάρε ένα μηχάνημα από εδώ από εμένα. Αλλού δε ξέρω πόσο το πουλούσανε στην τιμή. Πάρε το στην Αλβανία, άνοιξε ένα μαγαζί δικό σου, να κάνεις δική σου δουλειά». Το πήρε, το σεβάστηκε και παίρνει τηλέφωνο από Αλβανία: «Ευχαριστώ πάρα πολύ! Έκανα δική μου δουλειά». Λέω: «Θα δουλεύεις για πάρτη σου». Γιατί εδώ όταν δουλεύεις, πρέπει να αφήσεις και κάτι για το μαγαζί. Ας πούμε, έκανες μια δουλειά πενήντα ευρώ… Πρέπει να κάνεις εξήντα να μείνει και κάτι για το μαγαζί, γιατί το μαγαζί έχει έξοδα. Ποιος θα τα πληρώσει αυτά; Πήρανε καλά μαθήματα.
Γι’ αυτό, όπου κι αν πήγα, δεν είχα πρόβλημα με τίποτες. Όχι μόνο στο δικό μου το χωριό, αλλά και στην Κριθιά και στον Δρυμό που μοίραζα καυσόξυλα. Όταν έβγαζα τα μικρά τα ξύλα — τα προσανάμματα — έλεγα: «Πάρε δυο-τρία τσουβάλια για το σπίτι σου, προσανάμματα να βάλεις φωτιά δωρεάν». Το έπαιρνες μια φορά δωρεάν. Δεύτερη φορά έλεγε: «Τελείωσαν». «Θα σου φέρω άλλα». Δεν έπαιρνα λεφτά. Μεγάλη δουλειά είναι το φιλοδώρημα! Εσύ λες: «Μ’ έφερε μια φορά, δύο φορές», «Πάρε είκοσι αυγά για τα παιδιά», να είσαι εντάξει εσύ απέναντί μου. «Εντάξει, τα παίρνω. Ευχαριστώ πολύ». Γιατί εγώ για να τα βγάλω αυτά, έπρεπε να πληρώσω έναν με το μεροκάματο να αδειάσει το μαγαζί, να βάλουμε άλλα. Έφευγε, πήγαινε: «Γυναίκα, πάρε ένα ζευγάρι, δύο-τρία ζευγάρια κάλτσες, αφού δεν παίρνεις λεφτά». Πήγαινα στον Λαγκαδά στσ’ αστυνομικοί ξύλα στα σπίτια. Αφού τους πήγαινα, ήξεραν όλοι. Έβλεπαν το αμάξι: «Αυτό είναι δικό μας αμάξι». Μια φορά στο Δερβένι επάνω… Τακ, το εκατό. «Έλεγχο!». Του λέω: «Κοίτα, φίλε, απόδειξη δεν έχω κόψει. Τα πάω σ’ έναν συνάδελφο. Να τα. Και τα χαρτιά και όλα. Θέλεις να με γράψεις; Γράψε με». «Αυτό το αμάξι πολύ παλιό, χτυπημένο και ξέρω εγώ». Λέω: «Κοίτα, μπορεί να είναι παλιό, αλλά και καινούργιο να είναι, πάλι με τη δουλειά θα το τρυπήσουμε». «Λοιπόν», τον χωροφύλακα που έβαζε γύρω και έκανε έλεγχο «Ρίξε μια ματιά. Πέρασε ΚΤΕΟ;». «Πέρασε». Νόμιμα! «Άδεια έχει;». «Όλα έτοιμα». Λέω: «Τώρα που ήθελες να με γράψεις και βρήκες, επειδή είναι τρακαρισμένο ή είναι μουτζουρωμένο;», ξέρω γω τι. «Σήκω φύγε». Δηλαδή, περνούσε και από το χέρι μου και αυτή η δουλειά. Ένα άλλο περιστατικό στον Λαγκαδά που τον πήγα δύο φορές ξύλα, τρεις, το παιδί Ρουμάνος. Δεν ήξερε καλά τη δουλειά. Γνωρίστηκε με κόσμο. Είχε την αδερφή του εδώ παντρεμένη και έφυγε τελευταία. Έπαθε ένας Ρουμάνος μια ζημιά έξω από τη Λητή. Για να πάει στο συνεργείο ήθελε το αυτοκίνητο του δυο χιλιάδες επισκευή. Του λέει αυτός: «Πατριώτη -με τη γυναίκα του- φέρε το εκεί στον καροποιό στην Άσσηρο να το κάνουμε μόνοι μας. Αφού ξέρεις τη δουλειά, να πάρεις τα ανταλλακτικά, να τα κάνεις, να γλυτώσεις αυτά τα λεφτά, να δώσεις λιγότερα». Ήρθε εδώ. Του λέω… Αφού είναι πατριώτης, ήξερε τη γλώσσα. Πιάνουν, το διαλύουν. Έλα όμως άμα έχεις κακιά γειτονιά... Παίρνει τηλέφωνο στον Λαγκαδά στο εκατό και λέει: «Αμάν. Κάτι Αλβανοί χάλασαν ένα αυτοκίνητο. Εδώ το κλέψανε, το ληστέψανε, δεν ξέρω εγώ. Ελάτε να δείτε τι γίνεται». Έρχεται το εκατό να τύχει ένας που ήτανε τρεις: «Ρε συ, τι γίνεται; Τι του έκαναν αυτοί δηλαδή;». «Κοίτα -λέει ο Ρουμάνος- συνάδελφος είναι. Αν ήσουν εσύ στη Βουλγαρία, έπαθες μια ζημιά και ερχόταν ένας να σε εξυπηρετήσει, τι θα τον έλεγες; Εμείς ούτε το ληστεύουμε, ούτε τίποτα. Εξυπηρέτηση του κάνουμε». Λέει «Λάθος τηλεφώνημα ήτανε». «Δεν πειράζει». Γι’ αυτό, ο καλός ο γείτονας το πρωί που θα ξημερώσει «Καλημέρα» θα σου πει εσένα και εμένα. Η κακιά πράξη δεν ξεχνιέται ποτέ.
Έτσι είναι.
Πολλά παραδείγματα.
Κύριε Κώστα, να σας ξαναγυρίσω λίγο πίσω;
Ναι.
Για να τα πάρουμε με τη σειρά.
Εντάξει.
Είπατε ουσιαστικά ότι σας έμαθε τη δουλειά ένας μάστορας. Θυμάστε πώς λεγότανε;
Νικόλαος Λουκουμάς λεγότανε, αλλά επειδή είχε μια χαβούζα μεγάλη, πισίνα τη λέμε εμείς τώρα… Λοιπόν, για να γίνει γρήγορα η δουλειά, επειδή ξελασκάριζαν οι ρόδες και αυτά κουνιούνταν, έφερνες τη δουλειά σου, έπαιρνε τις ρόδες και αυτά, τις έριχνε μέσα στη χαβούζα. Λοιπόν, φούσκωναν τα ξύλα, το πρωί έτοιμα ήταν! Ερχόταν. «Έτοιμη η ρόδα;». «Έτοιμη». Την έπαιρνες. Έκανες μια μέρα δυο δουλειές με τη ρόδα, αλλά στο χωράφι όταν πήγαινες, έβαζες και ένα τσουβάλι βρεγμένο να συντηρείται, να μη χαλάσει η ρόδα. Ενώ τώρα άμα την κάνει τη ρόδα, κρατάει δυο-τρία χρόνια και δεν χρειάζεται ούτε νερά, ούτε τίποτε, γιατί είναι τα ξύλα ξερά! Τότε ήταν χλωρά. Άρπα-κόλλα γινόταν η δουλειά. Γρήγορα-γρήγορα. Λοιπόν, από Νικόλαος Λουκουμάς τον έμαθαν «Χαβούζη». Δηλαδή παρατσούκλι. Σήμερα-ημέρα και στον Δρυμό και εδώ όλοι έχουν παρατσούκλια. Μόλις θα τον πεις… «Νίκας» είπες το όνομά σου; Τώρα το θυμήθηκα. Είχα έναν Νίκα εκεί στο πλάτανο. Πρέπει να ζει. Γιώργος Νίκας. Δεν τον ξέρεις;
Είναι πολλοί τώρα στο χωριό.
Είναι πολλοί. Ναι, ναι. Γιατί στην πλατεία που έμενα τους ήξερα. Στον Πλάτανο ο Νίκας με τα γελάδια αυτά και η γυναίκα του εκεί. Όσες φορές πήγα με αυτούς είχα. Με το πάρε-δώσε γνωρίζεις και τον κόσμο.
Και είχαν όλοι παρατσούκλια ακριβώς-
Όλοι.
Όπως λέτε. Ναι, ναι.
Ναι, ναι. Μόλις έλεγες το παρατσούκλι, «Α, να τος!». Άμα έλεγες το όνομα, σκεφτόταν «Ποιος είναι αυτός; Ποιος είναι;».
Έτσι είναι. Αυτός ο κύριος που λέτε είχε δικό του έτσι εργαστήριο στη Θεσσαλονίκη;
Ναι. Τους είχε δώσει το κράτος. Τους έδωσε το κράτος μια παράγκα από εκατό μέτρα-διακόσια καθέναν. Είχε και καφενεία, ταβέρνες. Όλοι. Όλα ενοικιαζόμενα ήτανε. Τα πλήρωνε είπαμε στον δήμο. Για αυτό αυτός στέριωσε εκεί.
Και πόσους μαστόρους είχε μέσα μαζί με εσάς;
Όταν πήγα εγώ το ’53, μέχρι το ’60 φτάσανε μέχρι δεκαπέντε άτομα προσωπικό. Καλό μαγαζί, δηλαδή σαν εργοστασιάκι. Το έβγαζες το κάρο τη Δευτέρα, το Σάββατο έπρεπε να τελειώσει, γιατί άμα έχει χέρια πολλά — όλοι από μια ειδικότητα — προχωράει η δουλειά. Είχε αντιπροσωπεία στην Πτολεμαΐδα, «Καϊλάρια», το λέγανε το παλιό το όνομα. Όπως τη Λητή, «Αϊβάτι». Το ξέρεις το «Αϊβάτι»…
Ναι, ναι.
Λοιπόν, την Άσσηρο — πώς λέει — «Γιουβέζνα»; Σε κάθε κάρο του έδινε εκατό δραχμές, τότε ήταν δραχμές. Έλεγε: «Αφού γνωριστήκαμε, πόσα κάρα θα πουλήσεις εδώ που τους γνωρίζεις, θα παίρνεις και εκατό δραχμές». Ο άλλος δουλειά του ήταν, αφού γνώριζε τον κόσμο. «Στείλε μου είτε -τηλέφωνα δεν είχε και πολύ- γράμμα». Άλλος ερχόταν από τον Τζουμαγιά-Ηράκλεια άλλη αντιπροσωπεία εκεί. Και αυτοί φιστίκια έβγαζαν πολλά και είχαν παραγωγή. Λεφτά μπόλικα. Και αυτό είναι. Στη Νιγρίτα τα ίδια μέσα. Είχε και καροποιοί. Αλλά ο καροποιός έλεγε: «Αφού δε μπορεί να βγάλει παραγωγή, κάνε μου δύο-τρία κάρα και ένα-ένα να μου τα στέλνεις», να τα πουλάει αυτός. Θα το κάνει αυτός. Εσύ από την περιοχή δεν γνώριζες στη Θεσσαλονίκη το δικό μου το αφεντικό. Γνώριζες εκεί πέρα. Ύστερα, δεν είχε κι ο κόσμος λεφτά. Έπρεπε να πάρει από τον συνεταιρισμό ένα δάνειο πεντακόσιες δραχμές και έλεγε: «Θα σε πληρώσω τον Αύγουστο, τότε που θα αλωνίσω τα σιτάρια. Θα τα πουλήσω στην τράπεζα, θα σε δώσω διακόσιες δραχμές, τριακόσιες». Ο συνεταιρισμός σε ξέρει. Ο άλλος από τη Θεσσαλονίκη ή από τη Νιγρίτα ή από τας Σέρρας πού να σε ξέρει; Ενώ αυτοί γνωρίζονταν! Έτσι γινότανε. Στην Αριδαία είχαμε πολλούς και εκεί, μέχρι Άψαλο εκεί. Πρόσεξε και εκεί είχε καροποιό και αυτός έλεγε: «Κάνε μου ένα κάρο, δύο. Και διαλυμένο να είναι θα το συναρμολογήσω εγώ, αφού έχω μαγαζί». Άλλο να το πάρεις έτοιμο για να το κάνεις κι άλλο, ας πούμεμ να παιδεύεσαι από την αρχή ξύλο από εδώ, καρφιά από εκεί, βίδες από εκεί. Πρόβλημα!
Εσείς πώς τον βρήκατε αυτόν τον καροποιό όμως;
Με σύστησε ένας από εδώ από το χωριό. Σιδεράς ήταν αυτός. Αυτός πετάλωνε: άλογα[00:20:00], αγελάδια, γαϊδουράκια και τέτοια. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, που έχει και κάτι αλογάκια, πόνυ μικρά. Εγώ δεν ήξερα το πόνυ να το πιάσω από τα πλάγια για να το κρατάω εδώ στο γόνατό μου και να καρφώνει αυτό και να κάνει… Πήγαινα απέναντι, μια κλωτσιά το άλογο εδώ, με ξάπλωσε! Εγώ τώρα, δεκαπέντε χρονών παιδάκι, τι; Από μια κλωτσιά να πέσω; Αυτός φοβήθηκε και μου λέει: «Άλλη φορά το έδενε και με σχοινί το πόδι και θα είσαι από τα πλάγια». Δηλαδή μαθαίνεις και τα μυστικά του αλόγου. Από εκεί, δεν έμαθα να πεταλώνω και καλά, αλλά έφυγα εγώ στα κάρα. Από εκεί όμως με τα κάρα έμπλεξα με αλογατάδες. Έχει στο Λευκοχώρι τώρα ένας. Δεν ξέρω αν πήγες καμιά φορά. Έχει καμιά σαράντα-πενήντα άλογα. Στο Μπακατσέλο εδώ απέναντι το εργοστάσιο έχει μια κοπέλα και αυτή έχει κάτι αλογάκια. Την πήγα και ένα καράκι μικρό τα κάνει βόλτα τα παιδάκια της Σαββατοκύριακα που μαζεύονται. Δασκάλες πααίνουν εκεί. Με έμαθαν παντού. Καλαμάρια με έμαθε και εκεί είχε όμιλο. Δηλαδή από λίγο-λίγο με έμαθαν και τα επαγγέλματα.
Εσείς πώς πηγαίνατε στο καροποιείο όμως; Στο εργαστήριο αυτό που λέτε στη Θεσσαλονίκη;
Νοίκιαζα μια παράγκα. Πώς οι Αλβανοί όταν ήρθαν νοικιάζανε σπίτια ή πολλοί που δε νοικιάζανε, κοιμούνταν στις χαράδρες, στα χωράφια. Όχι… Διάφορες… Τα αυτά, «αβατσινιές» τα λένε. Κοιμούνταν μέσα. Έπαιρναν ένα παλιό στρώμα και τυλίγονταν. Πειραταί. Ούτε χαρτιά, ούτε διαβατήρια, ούτε τίποτα. Για αυτό είχε και κλέφτες πολλούς. Εγώ νοίκιασα ένα δωμάτιο εκεί, πενήντα δραχμές ήταν τότε. Εδώ στο σπίτι, στη μάνα μου, στον πατέρα μου, ερχόμουν ένα Σάββατο. Δεν είχε και λεωφορεία τότε. Λεωφορεία είχε μόνο η Λητή και ο Δρυμός, γιατί αυτοί δουλεύανε το πρωί στα γελάδια και την ημέρα πήγαιναν ΟΤΕ, ΔΕΗ και στα τρένα. Γι’ αυτό αγόραζαν και μπαχτσέδες κάτω στα σφαγεία εκεί όλα είναι από τη Λητή, απ’ το Μελισσοχώρι. Το Μελισσοχώρι χωριαδάκι ήτανε. Ύστερα άνοιξε. Το Ωραιόκαστρο και εκείνο χωριουδάκι. Εκατό πενήντα-διακόσια σπίτια. Ύστερα έγινε πολιτεία και τώρα δεν μπορείς να ζυγώσεις.
Έτσι. Και τι μεροκάματο παίρνατε τότε, που λέτε ότι δίνατε πενήντα δραχμές για μια παράγκα;
Μ’ έδινε ενενήντα δραχμές την εβδομάδα, δραχμές! Ψωμί επειδή δεν μ’ έφτανε, έπαιρνα από εδώ από το σπίτι ένα ψωμί μεγάλο χωριάτικο. Τα υπόλοιπα πηγαίναμε στα εστιατόρια. Τότε τα εστιατόρια ήταν γεμάτα όλα. Μισή μερίδα φασόλια, οτιδήποτε φαγητό. Περνούσα καλά. Πιο καλά απ’ το σπίτι. Στο χωριό ήταν πιο φτωχικά. Εκεί είχες λεφτά. Άμα έχεις λεφτά, είσαι τζέντλεμαν. Πέρασα καλά, όλα τα ‘χα. Εκτός αυτού, όσα παιδιά ήθελαν από την Άσσηρο να έρθουν, τα τακτοποιούσα. «Τι δουλειά θέλεις να μάθεις;». «Ό,τι δουλειά να ‘ναι. Να φύγω από το χωριό, γιατί στο χωριό άμα είμαι, θα με βάλουν να φυλάω δύο αγελάδες ή πέντε αρνάκια να τα βοσκάω ή κάποια άλλη δουλειά. Γαλόπουλα θα με βάλουν να φυλάω». Λοιπόν, δεν τον άρεσε. Δεν είχε και παρέα, γιατί εδώ αυτές οι δουλειές είναι μεμονωμένες. «Πάρε το καλάμι και πήγαινε να βοσκάς γαλόπουλα». Ενώ εκεί το βράδυ, αφού δούλευες, μαζευόμασταν όλοι. Τώρα έχει καφετέριες. Tότε δεν είχε καφετέριες, είχε σπίτια. Στα σπίτια, στο πάρκο, μαζί, παρέα, άλλη κλίκα. Και γνωριζόσουν και με ξένους, όχι μόνο με τους πατριώτες. Περνούσαμε καλά.
Mε ξένους, όταν λέτε;
Δηλαδή ξένος… Απ’ τον Δρυμό, ξένος είναι. Απ’ την Κριθιά, ξένος και αυτός. Άλλο τώρα η γειτονιά, πατριώτες κι άλλο να είναι από τον Σοχό. Άλλος ήταν ξέρω ‘γω από άλλα χωριά. Για μας ήταν ξένοι.
Ναι, ναι.
Τώρα ξένοι είναι οι αλλοδαποί.
Ωραία. Και πόσα χρόνια ήσασταν σε εκείνο το εργαστήρι; Θυμάστε μέχρι πότε;
Μέχρι το ’80. Το ’80 πέθανε αυτός. Αφού πέθανε, είχε μια αδερφή που ό,τι λεφτά έβγαζε τα έπαιρνε η αδερφή. Γιατί αυτή τον έπλενε τα ρούχα… Είχε και μια ανιψιά, η οποία ήταν στο ΑΧΕΠΑ γιατρέσσα, αλλά ξέρεις αυτοί που έχουν τα λεφτά, πλεονέκτες είναι! Πεθαίνουν γρήγορα. Πέθαναν πιο μπροστά από όλους. Ο γέρος, εντάξει, στον Άγιο Παντελεήμονα στη Ξηροκρήνη τον πήγανε. Πήγα εκεί στην κηδεία του και ο γιατρός ήταν πολύ καλός [Δ.Α.]. Αυτός διαχειριζόταν όλη την επιχείρηση. Επειδή ήταν αγράμματος ο γέρος, τα βιβλία τα κρατούσα εγώ. Και λογιστής και εργάτης και τα γράφαμε όλα. Με λέει ο γιατρός: «Καθάρισε τους λογαριασμούς, να είσαι εντάξει. Τελευταία, να μην σε ρίξουν αυτοί. Εσύ δουλεύεις υπάλληλος, αλλά το ταμείο το βλέπω που είναι πάνω-κάτω μπερδεμένα. Εγώ γιατρός είμαι, τι με νοιάζουν εμένα τα λογιστικά και αυτά; Πού ξέρω πόσα σανίδια πήρατε ή πόσες βίδες πήρατε και μπογιές; Όλο θα είσαι το μάτι σου εδώ». Δόξα τω Θεώ, τελευταία μου το χρέωσαν το μαγαζί τριάντα χιλιάρικα. «Δεν έχω λεφτά -λέω εγώ- εργάτης είμαι, αφού ξέρετε. Θα σας δίνω δύο χιλιάρικα κάθε μήνα». Λέει η κοπέλα, επειδή ήταν παραδόπιστη: «Να μας υπογράψεις γραμμάτιο». «Εντάξει. Γραμμάτιο; Γραμμάτιο!». Κάθε μήνα έδινα. Είχε τέτοιες καρέκλες παλιές. Αφού ήταν παραδόπιστη, λέει: «Να βάλουμε και δέκα δραχμές την καρέκλα». «Βάλε, αφού το δέχεται ο οργανισμός σου. Εγώ δούλεψα με τον παππού ας πούμε τριάντα χρόνια. Αφού είναι το μάτι σας στο δεκάρικο γράψε και δέκα δραχμές». Γιατί εγώ… Άμα δουλεύεις, δεν τα λυπάσαι τα λεφτά. Έρχονται και φεύγουν. Δεν είναι μετρημένα ας πούμε. Δουλεύεις; Θα τα βγάλεις. Τα κράτησα. Ύστερα αφού είδα ότι έφυγε ο γέρος, άρχισα να αγοράζω μηχανήματα εκείνα που έχουν παραγωγή. Τα πήρα τα μηχανήματα αυτά και έβγαζα παραγωγή και οι άλλοι οι καροποιοί απορούσαν. «Πώς τη βγάζει τη δουλειά;» και έρχονταν και έβγαζαν και το καπέλο. «Μάστορα, πώς τα καταφέρνεις;». Εγώ σαράντα πέντε χρόνων, κάτω από πενήντα ας πούμε, είχα πρόοδο καλή γι’ αυτό έκανα και το σπίτι. Το σπίτι πήρα δάνειο και έκανα το σπίτι εδώ. Ενώ καθόμουν στον πατέρα μου. Παλιό εκείνο με πλιθιά. Και στέριωσα.
Άρα το ’80 έφυγε-
Από εκεί.
Από τη ζωή και εσείς μείνατε εκεί πέρα ή ήρθατε στην Άσσηρο;
Ένα χρόνο έμεινα εκεί, γιατί τα πήρε ο δήμος αυτά και λέει ο Παπαδόπουλος: «Η πόλη θέλει πρασινάδα. Θα γίνει πάρκο. Αποφασίζουμε και διατάζουμε. Τηλέφωνο, νερό, αμέσως θα πάρετε σε έναν μήνα-δύο». Μας τα ‘δωσε. Πήγα νοίκιασα στην πύλη του Παύλου Μελά. Τώρα καφετέρια είναι εκείνο. Εκείνο το έχουν τρία κορίτσια απ’ τη Λητή. Δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά τους. Η μια ήταν ο άντρας της αρτοποιός, Αγίου Γεωργίου εκεί στη Θεσσαλονίκη. Ο ένας εδώ στον Δασίλα δίπλα είναι. Έχει ένα καλό κτίριο έχει, που είναι η Τροχαία στη Θεσσαλονίκη, εδώ στη Λητή απέναντι είναι. Δηλαδή τους ξέρω, άμα τους δω. Ύστερα από τόσα χρόνια — από το ’80 μέχρι τώρα, έχει τριάντα χρόνια; Περίπου, πρέπει να τους ξεχνάω κιόλας. Αλλά άμα τον δω τον θυμάμαι. Αυτοί έπαιρναν το ενοίκιο εκεί. Εκεί πήρα εγώ τα γεροντάκια που ήτανε στη σύνταξη. Έλεγαν: «Πού να πάμε την ημέρα; Να έρχομαι να δουλεύω δυο-τρεις μέρες την εβδομάδα;». «Να έρχεσαι». Τους είχα ετοιμάσει ένα μπρίκι: «Να πίνετε τον καφέ σας εδώ. Ό,τι θέλετε. Άμα θέλετε και κανένα ούζο». Δίπλα ήταν το καφενείο. Έλεγα: «Τα μάτια σας στους παππούδες». Γιατί αυτοί, επειδή ήταν έμπειροι… Εγώ ερχόμουνα εδώ μετά το ’80 γιατί παντρεύτηκα το ’70. Λοιπόν, όταν ερχόμουν εδώ, το πρωί πήγαινα και το βράδυ ερχόμουν. Τους έλεγα: «Πάρε και ένα κλειδί εσύ. Μπες-βγες». Τη δουλειά την πρόσεχαν σαν να ήταν δική τους. Και όταν με το προσωπικό τα έχεις καλά, η δουλειά σου πάει καλ[00:30:00]ά. Δεν είχε κλέφτες, παράδειγμα, να πει: «Θα κλέψουμε». «Τι Θα κλέψεις; Ξύλα και σίδερα;». Φαίνονται αυτά. Δεν είναι λεφτά να τα βάλεις στην τσέπη σου, κατάλαβες; Πέρασα καλά. Άλλη ερώτηση.
Ουσιαστικά, άρα εσείς — από ό,τι έχω καταλάβει — φτιάξατε μετά το δικό σας εργαστήριο, αφότου έφυγε από τη ζωή ο μάστορας που είπατε, και μέχρι και σήμερα ουσιαστικά έχετε το εργαστήρι τώρα εδώ πέρα στην Άσσηρο…
Μόνος. Ναι.
Φτιάχνετε ένα κάρο από την αρχή...
Απ’ την αρχή. Μεγάλη δουλειά είναι να το κάνεις απ’ την αρχή. Μ’ έφερε ένας ανταλλακτικά, ο όποιος γέρασε — από την Αλεξανδρούπολη, Φέρες. Είναι το χωριό λίγο παραπάνω. Αλεξανδρούπολη, το Φέρε. Έτοιμα ανταλλακτικά, κακό μεταχειρισμένα. «Να τα πάρω, να σε εξυπηρετήσω», τον έλεγα, «Πόσο τα θέλεις;». «Ό,τι θέλεις δώσε». Ήξερε αυτός. Λοιπόν, τα έριχνα. Ό,τι ήτανε κακομεταχειρισμένο εγώ στο εργαλείο, το έσιαζα, καινούργιο! Προχωρούσε η δουλειά. Λοιπόν, επαγγελματίας, μου λέει: «Μπράβο, μάστορα. Εγώ θα πάω να δουλέψω πλατφόρμες τώρα. Αυτές έχουν δουλειά εκεί απάνω». «Ό,τι θέλεις, κάνε». Στο Λαγκαδά είχε δεκαπέντε καροποιεία. Όλοι έπαιρναν ανταλλακτικά από τη Θεσσαλονίκη. Ο ένας τελευταία, αφού κατάλαβε ότι δεν μπορεί άλλο, έκανε συνέταιρο. Άρχισαν να πουλάνε καυσόξυλα. Άρχισαν κάρα και τα κάρα καταργήθηκαν. Μου λέει: «Τα πουλάω τα εργαλεία και τα θέλουμε να τα πουλήσουμε. «Εγώ έχω εργαλεία. Τι να τα κάνω; Πόσο κάνουν τα εργαλεία;». «Ογδόντα χιλιάδες». «Να σου δώσω πενήντα να τα πάρω;». «Όχι, είναι λίγα. Μια δουλειά θα κάνεις, τα έβγαλες». «Εξήντα;». Είδε ότι δεν πουλούσαν... «Εξήντα; Εξήντα». «Πάρε τα λεφτά». Τα κάρα δούλευαν με τους παππούδες. Ακόμη έχω έξω εργαλείο δικό του. Πήγα στο σπίτι, τα κορίτσια μεγάλα. Τα λεφτά που πήρε άνοιξε προποτζίδικο. Εκεί στο παζάρι που γίνεται στο Λαγκαδά αριστερά, προποτζίδικο. Του λέει: «Μάστορα, να είσαι καλά. Μας καθάρισες και το μαγαζί!». Δηλαδή τώρα τα παλιοσίδερα… Δεν έχουν αξία, άμα είναι πεταμένα. Άμα τα πάρεις και τα δώσεις αξία, τότε παίρνουν αξία.
Έτσι είναι. Και ουσιαστικά θέλετε λίγο να μας πείτε και τη διαδικασία, συνοπτικά έτσι τουλάχιστον. Πώς φτιάχνετε ένα κάρο; Παίρνατε τα ξύλα, φαντάζομαι, τι κάνατε μετά;
Το ξύλο για να γίνει καλό κάρο, πρέπει να είναι ξερό. Το δέντρο που παίρναμε… Έχω έξω, δεν το έφερα εδώ, να σ’ έδειχνα και τα λοιπά. Είπα και έναν βοηθό να έρθει να με βοηθήσει. Το κόβαμε πλάκες ξύλο να είναι ξερό, αλλιώς έπρεπε να πας να πάρεις έτοιμα. Το έτοιμο το ξύλο όταν είναι πλάκα, όπως είναι αυτό το σανίδι, έχει εκατό το κυβικό -εκατό δραχμές- το έτοιμο. Το ξύλο μέσα που το παίρναμε, το παίρναμε δέκα δραχμές καυσόξυλα. Αφού για τη φωτιά είναι. Ναι, αλλά αυτό το ξύλο μόλις το κόψεις ίσιο, παίρνει άλλη αξία! Λέει ο έμπορας: «Εγώ έμπορας είμαι, εκμεταλλεύομαι το εμπόριο». Λοιπόν, μόλις το έκοβα το ξύλο, έπαιρνε άλλη αξία. Ερχότανε ένας, ας πούμε, έπαιρνε ένα ξύλο για στυλιάρια. Έλεγα: «Πάρε το. Δεν πειράζει. Να με θυμάσαι». Εγώ έδινα τα περισσότερα αυτά τα ελαττωματικά. Άμα έχει τέτοιο ρόζο -ξέρω γω-. Εσύ άμα πας από το μαγαζί να πάρεις, θα πάρεις ένα καθαρό, γιατί να πάρεις [Δ.Α.]. Έλεγα: «Πάρε το να με θυμάσαι. Δεν πειράζει. Άμα δε σου κάνει, βάλ’ το στις ντομάτες». Αφού τζάμπα το παίρνεις, δεν μπορείς να πεις τίποτα. Απέκτησα καλό όνομα. Όλα τα χωριά: «Τράβα στην Άσσηρο. Θα βρεις τον καροποιό. Το όνομα του ξέχασε το. Κόπελης. Άσε το Κόπελης». Λένε μερικοί, Κρητικοί: «Κοπέλι, κοπέλι». Αυτοί λένε κάτω από είκοσι χρονών τα παιδιά, κοπελιά. Φιλοξένησα και Κρητικοί εδώ πέρα. Τους έκανα άμαξες. «Έλα βρε, μια φορά να πιούμε τσικουδιά στην Κρήτη!». «Εδώ δεν έχουμε να πιω; Γιατί να έρθω να μεθύσω εκεί πέρα;». Γιατί θα πας φυσικά, θα σε κεράσουν, αλλά γιατί να χαλάσεις και την υγεία σου; Θα πιεις ένα. Αυτοί πίνουνε δυο-τρία, να πάνε να κοιμηθούνε. Εγώ πού θα πάω; Πρέπει να πάω στο ξενοδοχείο. Θα με βάλουν στο σπίτι, αλλά εγώ ντρέπομαι να πάω στο σπίτι. Τώρα και λίγο φιλότιμο. Θα μπεις σ’ ένα σπίτι μια μέρα. Εσύ μπορεί να θέλεις να κάνεις και μια βόλτα μια εβδομάδα. Δεν γίνεται αυτή η δουλειά. Θέλουμε ανεξαρτησία εμείς.
Και παίρνατε τα ξύλα, τα φτιάχνατε...
Ναι, μόλις θα γίνει έτσι, έχουμε στάμπα. Τι θέλουμε να κάνουμε; Κάρο; Το βάζουμε μετά το μολύβι, το ζωγραφίζουμε, το βγάζουμε στην κορδέλα έτσι που θέλουμε στρόγγυλο, για να έρθει καλούπι. Όταν το ξύλο το τρυπήσεις και το βάζεις έτσι γύρω-γύρω, δεν μπορεί να σταθεί σκέτο ξύλο. Πρέπει να μπει και το σίδερο γύρω-γύρω, να το βιδώσεις. Και τα έπιπλα, άμα δε βάλουν τις βίδες, δεν βάλουν κόλλα, δεν κρατάει. Μια κλωτσιά θα διαλύσει αμέσως. Για αυτό μόλις το ξύλο είναι εύκολο, το βάζεις το καλούπι. Ό,τι θες θα το κάνει — ρόδα, σκελετό, τα τιμόνια παράδειγμα — και το σίδερο το δένει, το βιδώνει και γίνεται συμπαγή. Γι’ αυτό κρατάει. Χωρίς το σίδερο δεν μπορεί να κρατήσει το ξύλο.
Και μετά είπατε εσείς τα ζωγραφίζατε κιόλας;
Ναι, να έχει μια ζωγραφιά κάπου εκεί. Πήρα πινέλα μικρά και ζωγραφίζω ό,τι θέλει ο άλλος. Δεν θα θυμάσαι εκείνα τα καροτσάκια που πουλούσανε βερίκοκα, μήλα στο Βαρδάρη. Δεν θα θυμάσαι. Έστειλα στην Κύπρο. Και με λέει ένας από εκεί: «Μάστορα, θα μου το στείλεις σκέτο βαμμένο. Δεν θέλω λουλούδια». Τα λουλούδια τα έλεγε ένα όνομα αυτός. «Δεν θέλω τέτοια λουλούδια», λέει. Το είπε ένα δικό του όνομα, γιατί αυτοί μιλάνε λίγο διαφορετικά — τα κυπραίικα. «Εντάξει. Γλίτωσα», του λέω. Αλλιώς για να το κάνω το λουλούδι, θα φάω μισή ώρα. Λιγότερο όσο… Γλίτωσα από αυτή τη δουλειά. Το έστειλα, αλλά για να το στείλω — επί Παπαδόπουλου ήταν τότε — έπρεπε να έχω τιμολόγια. Έκοβα επίσημα, αλλά επειδή η Κύπρος ήταν άλλο κράτος, έπρεπε να το κάνω αμπαλάζ, πώς κάνουν με χαρτόνια και αυτά…
Δέμα. Σαν δέμα.
Ναι. Αλλιώς, δεν μπορώ να το στείλω. Μάλωσα με έναν τελωνειακό. Του λέω: «Ρε φίλε, όταν είναι ποδήλατο του βάζεις ένα χαρτόνι από εδώ και από εκεί και κατρακυλάει το ποδήλατο και το φορτώνει. Και αυτό έχει ρόδες. Το παίρνεις από δω, το σπρώχνεις εκεί». «Όχι, δεν γίνεται -λέει- δεν μπορώ να το πάρω». «Σε παρακαλώ». Τίποτε! Ευτυχώς βρήκα έναν πάλι από την Λητή -μεταξύ Λητή και Δρυμό. Βγάζει ξηροί καρποί, φυστίκια και αυτά. Αυτός έστελνε εμπορεύματα και μου λέει «Φέρε το να στο στείλω εγώ». Το πάω εκεί. Να είναι καλά ο άνθρωπος, αφού γνωριστήκαμε. Λοιπόν, το πάω «Που θες να στο βάλω;». «Εδώ άσ’ το. Αφού κατρακυλάει το πάω και όπου θέλω εγώ». Ρίχνει και πόσα τσουβαλάκια στραγάλια, φυστίκια, όλοι οι ξηροί. Το πάει στο τελωνείο το εμπόρευμα στο καράβι, το σπρώχνει… Τσιμουδιά. Άμα βρεις τον άνθρωπό σου, εξυπηρετείσαι αμέσως.
Έτσι είναι. Και τι άλλα; Τι είδη φτιάχνατε εσείς; Δηλαδή φτιάχνατε κάρα, τι άλλο; Άμαξα είπατε.
Ναι. Στυλιάρια… Πήγαινα στα μαγαζιά αυτά που και οι έμποροι τα εργαλεία για φτυάρια-γκασμάδες, που δούλευαν τα έργα. Τα μαγαζιά που πουλούσαν τα στυλιάρια — είχε έναν πάλι, Βερβερίδης, δύο αδέρφια, επάνω στο Δερβένι στην κορφή αριστερά είναι το μαγαζί — έβγαζε παραγωγή σε κάθε δέμα. Αυτοί έβαζαν και από κανένα σκάρτο. Όταν πήγαινες στο μαγαζί, είχαν Αρμένιοι, Εβραίοι μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη μέσα που με γνώριζαν. Έπαιρνα βίδες, μπογιές εγώ και μ’ έλεγαν: «Μάστορα, αφού βγάζεις στυλιάρια, φέρε μας κι εμάς κανένα δέμα από τα δικά σου. Πόσα σκάρτα θα μας βάλεις μέσα;». Εξηγούνταν. Έλεγα: «Άκου να δεις, πατριώτη. Εγώ δουλεύω τίμια. Θα σου φέρω ένα δέμα είκοσι κομμάτια. Αν βρεις ένα, θα το βάλεις εδώ δίπλα να είναι δικό μου. Όχι από άλλη μάρκα, από άλλο μαγαζί. Θα σε δώσω δύο». Μόλις είδε ότι και καλύτερη τιμή. Ο άλλος ας πούμε το πουλούσε δέκα δραχμές; Εγώ οκτώ έλεγα. Μα εγώ το έβγαζα παραγωγή απ’ τα καυσόξυλα. Αφού το ‘παιρνα δέκα, γιατί να… «Να σε κεράσω και μια μπύρα», έλεγ[00:40:00]α εγώ. «Ευχαριστώ πάρα πολύ». Δηλαδή αποκτούσα και καλές σχέσεις. Μεγάλη δουλειά! Τελευταία, αφού τα μαγαζιά έπρεπε να κλείσουν, ό,τι σκάρτο πράγμα είχαν και αυτοί — κάτι κουτάκια μπογιές μικρά που παίρνεις για το σπίτι… Μισό κιλό, ένα κιλό, τα παίρνουν όλοι, για πολλή δουλειά. Διάφορα χρώματα: κίτρινο, πράσινο, πολλά χρώματα. Τα γέμιζαν τα ράφια. Μου λέει: «Έχω πολλές μπογιές. Δεν ξέρω τι να τις κάνω». «Εγώ τις παίρνω όλες έτσι όπως είναι. Πόσα λεφτά κάνουν;». Ήξερε αυτός. «Τέλος πάντων, το κουτί κάνει δύο δραχμές. Μια δραχμή θα στα βάλω». «Ό,τι θέλεις κάνε τα. Εγώ θα σου σκουπίσω το μαγαζί σου. Είσαι ευχαριστημένος;». Μου λέει: «Τι θα τα κάνεις;». Είχα έναν τενεκέ. Τα άδειαζα τα κουτιά, τα έριχνα μέσα. Άδεια η μπογιά. Ό,τι χρώμα και να είναι, τα ανακάτευα, τα ανακάτευα, έβγαινε ένα χρώμα. Εγώ επειδή δούλευα με τους τσιγγάνους, τα παλιά τα κάρα που τα έφερναν οι τσιγγάνοι τα έβαφα ένα χέρι αστάρι μπογιά. Αλλιώς εκείνο το παλιό ξύλο δεν χορταίνει η μπογιά. Λοιπόν, έπρεπε να δώσεις μπογιά — πώς βάφουν τα ντουβάρια τώρα με ασβέστη; Να χορτάσει το τσιμεντόλιθο και ύστερα καλή μπογιά στρώνει. Λοιπόν το πασάλειβες με τον τενεκέ, αφού είχες μπόλικη μπογιά, γινόταν σοβάς ωραίος και τα λουλούδια από πάνω. «Ω, ο τσιγγάνος! Ωραία». Ερχόταν εδώ. Είχα τα παιδιά εκεί. Το σπίτι τώρα έγινε αυτό. Πέντε κάρα-έξι κάρα. Ο πατέρας μου έβαφε, τα παιδιά έβαφαν, όλοι! Για όλους είχε δουλειά. Με όρεξη δουλειά. Άλλοι: «Εγώ, κουράστηκε το χέρι μου». «Κάτσε. Κάνε μια άλλη δουλειά που… Δεν μπορείς να ξεκουραστείς».
Άρα είχατε και πολλούς μαστόρους εδώ πέρα στο εργαστήρι και ο κάθε ένας ήταν εξειδικευμένος πάνω σε κάτι;
Ναι. Όχι, οτιδήποτε δουλειά. Δηλαδή στο επάγγελμά μας δεν είχε μια ειδικότητα. Δηλαδή, εσύ τώρα που είσαι στο μαγαζί, δεν ξέρεις να βάψεις; Πώς δεν ξέρεις; Κουράστηκες; Άσε τη μπογιά. Δεν ξέρεις τα ξύλα από εκεί να τα πας στο εργαλείο; Μπορείς. Δεν ξέρεις να πάρεις τα καυσόξυλα, να τα βάλεις στο τσουβάλι και να τα βγάλεις έξω; Θα έρθει να τα πάρει κάποιος. Χέρια θέλει η δουλειά! Δηλαδή δεν επιβαρύνεσαι σε μια ειδικότητα, να λες: «Ωχ, πάλι την ίδια δουλειά;». Άμα είναι η ίδια δουλειά, είναι βαρετή. Θα πεις: «Βαρέθηκα αυτήν τη δουλειά. Θα την παρατήσω». Ενώ άμα αλλάζεις ποικιλία, λες: «Ωραία σήμερα. Περάσαμε από δω, περάσαμε από κει. Αλλάξαμε ειδικότητα». Σ’ αρέσει η δουλειά! Όλη η δουλειά είναι να την αγαπάς τη δουλειά για να την κάνεις με μεράκι. Άμα ήταν πολλή δουλειά, ελέγαμε: «Βράδιασε. Δρόμο». «Πρέπει να την τελειώσουμε αυτή εδώ. Θα κάτσουμε και καμιά ώρα παραπάνω να την τελειώσουμε, γιατί από εδώ τρώμε το ψωμί, το μεροκάματο. Αύριο ερχόμαστε μισή ώρα παρακάτω». Αν είμαι κουρασμένος, ας πούμε, δεν θα έρθω στις οκτώ. Θα έρθω οκτώμισι και τι έγινε; Αλλά θα έρθει με όρεξη.
Άρα δεν είχατε έτσι σταθερό ωράριο;
Όχι, όχι. Όλοι εθελονταί. Όλοι εθελονταί.
Και θα λέγατε ότι είναι δύσκολη η κατασκευή ενός κάρου;
Δύσκολη. Κανονικά είναι επιστημονική για να γίνει από την αρχή. Αλλά για να τελειώσει το κάρο, όταν τα πάρεις έτοιμα τα ανταλλακτικά είναι εύκολο. Απλώς τα συναρμολογείς. Άλλο να το βγάλεις από την αρχή κι άλλο... Εδώ το ξύλο, όταν κόβεται… Να σου πω πέντε παραδείγματα το εμπόριο πώς γίνεται. Άμα είναι από καρυδιά το ξύλο και το κόψεις φέτες, το πουλάει επτακόσια το κυβικό τώρα. Άμα είναι πεύκο — τα ξέρεις τα πεύκα — ή καβάκι — εκείνο το ίσιο το ξύλο, είναι αφράτο ξύλο, άσπρο, το πιο ψεύτικο ξύλο — δεν έχει αντοχή. Κάποτε το έβγαζαν τσόκαρα και τελάρα για τη λαχαναγορά. Ύστερα βγήκε το νάιλον στη λαχαναγορά και μόλις βγήκε το νάιλον, αυτά τα ξύλα σταματήσανε. Τώρα αυτά τα ξύλα, επειδή είναι ελαφρύ και οικονομικό, τα κάνουν παλέτες. Παλέτες βάζανε αντικείμενα για λίγα λεφτά. Σου λέει: «Βάλε το μια παλέτα. Βάλε το δέμα επάνω». Παλέτα ένας που βγάζει, παράδειγμα, στα Σέρρας, βγάζει εκατό-εκατό πενήντα το κομμάτι. Πριν ήθελε πεντακόσια, γιατί το ξύλο μετράει. Άμα είναι άγριο πουρνάρι που το φέρνουμε από το Άγιο Όρος είναι πιο σκληρό ξύλο εκείνο. Οι καλογήροι το πουλάνε για χρήσιμο, στρογγυλό. Το παίρνουν τα εργοστάσια. Τα εργοστάσια τα κάνουν για σκληρή δουλειά, όπως κάνουμε εμείς ρόδες. Στο κάρο η ρόδα παίζει ρόλο, γιατί αυτή δουλεύει συνέχεια. Το σανίδι το έβαλες, ας είναι και μαλακό, ό,τι θέλει ας είναι. Το τράβηξες μια μπογιά ούτε ξέρεις και από κάτω τι έχει. Άμα είναι φθηνό-δουλειά, το δίνεις στον πελάτη και λέει: «Το πήρα τζάμπα». Δεν το πήρες τζάμπα. Το μυστικό είναι μέσα!
Άρα για εσάς ποιο είναι το καλύτερο ξύλο;
Οξιά. Οξιά και καστανιά. Για αυτό στο Άγιο Όρος δουλεύουν όλο καστανιά. Όλες οι εκκλησίες, τα Τέμπη αυτά που κάνουν, όλα είναι από καστανιά. Δεν σκάζει, δεν στραβώνει. Για αυτό το κρατάνε λίγο καιρό να ξεραθεί και είναι αντοχής. Τα υπόλοιπα είναι φθηνό-δουλειά. Οτιδήποτε ξύλο και να ‘ναι άλλο, είναι άλλης ποιότητας.
Τα εργαλεία που μου είπατε ότι φέρατε από πού τα πήρατε; Από το εξωτερικό τα φέρατε;
Όχι, από παλιατζήδες εδώ. Εδώ. Τα βγάζουν και εδώ στην Ελλάδα.
Και πόσο χρόνο σας έπαιρνε έτσι να φτιάξετε, για παράδειγμα, ένα κάρο ή μια άμαξα;
Η άμαξα έχει πολλή δουλειά. Τα σίδερα στο καμίνι έχουν πολύ γύρισμα. Ενώ τώρα έχει μηχανήματα. Το πρεσσάρεις στην πρέσα και το βγάζει γρήγορα. Έπειτα μια άμαξα εγώ έβγαζα τρεις χιλιάδες σε ένα μήνα με το προσωπικό μαζί. Γιατί χωρίς δεύτερο άτομο, καμιά δουλειά! Το κάρο έβγαινε νωρίτερα. Σε μια εβδομάδα άμα είχε δύο άτομα τρία, γιατί και οι ρόδες έχουν πολλή δουλειά, γιατί ένα-ένα γίνεται η ρόδα. Έχει ακτίνες, ενώ το σανίδι το κάρφωσες, το βίδωσες. Άλλη ευκολία. Η άμαξα επειδή στο καμίνι έχει πολλή δουλειά και να το εφαρμόσεις επάνω στον σκελετό του ξύλου έχει δουλειά. Ενώ οι έμποροι φέρνουν από την Αφρική έτοιμα. Από την Ιταλία φέρνανε, αλλά οι Ιταλοί δουλεύουν ακριβά. Έχω έναν από το Μεσολόγγι που πάει βάζει σε μια κοντέινερ τέσσερα-πέντε παλιά, ας είναι και χαλασμένα. Σου λέει: «Θα τα διορθώσω στην Ελλάδα». Τα παίρνει φθηνοδουλειά από την Αλεξάνδρεια Αιγύπτου. Έλληνες καλοί καλλιτέχνες, όλοι εργοστάσια έχουν. Αλλά πού να το δώσουμε άμα δεν έχει κατανάλωση; Πάνε μερικοί Έλληνες από εδώ, τα παίρνουν φθηνοδουλειά, τα επισκευάζουν. Έχω κάρτες εδώ. Να μην το κάνω εγώ. Δίνω τη διεύθυνση, πάει το παίρνει από εκεί.
Και ποια ήταν η χρησιμότητα και του κάρου και της άμαξας τότε; Είπαμε νομίζω για αγροτική δουλειά...
Το κύριο επάγγελμα είπαμε αυτή ήταν. Μέσων μεταφοράς. Ήθελες να μετακομίσεις, παράδειγμα, από τον Νέο Σταθμό το λιμάνι στην έκθεση. Να κουβαλήσεις τα εμπορεύματα, είχε κάρο μακρύ, τέσσερα μέτρα με το άλογο. Λοιπόν, έβαζες το εμπόρευμα — μέχρι δύο τόνους έβαζαν — επάνω από το λιμάνι. Τα καράβια έφερναν οτιδήποτε εμπόρευμα έφερναν απέξω. Έπρεπε να μπει το κάρο, να το φορτώσεις, να το μεταφέρεις. Δεν υπήρχε άλλο μέσον. Ύστερα έβαλαν τρακτεράκι. Αντί να έχει άλογο, να έχει το τρακτέρ. Έβαζε δύο κάρα, το ένα κατόπιν στο άλλο. Μεταφορά μέσα στην πόλη. Στα χωράφια, αφού αλώνιζε ή με το αλώνι ή η κομπίνα μετά που βγήκε, έπρεπε να κουβαλήσει τις μπάλες, το άχυρο ή το σιτάρι. Το σιτάρι είναι εύκολο. Λίγο είναι. Μπάλες άχυρο έβαζες τέσσερις-πέντε μπάλες. Τότε ήταν τετράγωνες, τώρα είναι στρογγυλές. Τις έκαναν μεγαλύτερες. Λοιπόν, μετατροπή. Όπου κι αν πήγαινες, το κάρο! Αφού η Θεσσαλονίκη [00:50:00]είχε πάνω από πενήντα καροτσάκια μικρά με τα χέρια. Τα εκμεταλλεύονταν σε κάθε γωνιά! Είχε την πλάστιγγα ο άλλος και πουλούσε ό,τι εμπόρευμα ήταν της εποχής. Μετά βγήκε ο Παπαδόπουλος, λέει: «Ρεζίλι θα γίνει η Ελλάδα». Όπως ήταν οι λούστρηδες. Τους λούστρηδες δε θυμάσαι εσύ που-
Έχω δει σε ταινίες.
Εντάξει. Η Αριστοτέλους είχε δεκαπέντε στη σειρά. Πήγαινες, σου έβαζε ένα χαρτονάκι από εδώ, ένα από εκεί, «Τακ-τακ». «Μια δραχμή». Σου γυάλιζε το παπούτσι. Τότε ήταν και όλοι περήφανοι. Έπρεπε να είναι το παπούτσι γυαλιστερό. Όχι να είχες σκόνη, για να περπατάς τώρα. Δεν είχε και παπούτσια. Σόλες από κάτω και γυάλισμα. Διαφορετική δουλειά. Πώς είναι το επάγγελμα που χάνονται αυτοί; Σαλέ πουλούσε με το κύπελλο. Πώς είναι τώρα οι καφέδες με το καλαμάκι. Τώρα πώς το λένε; Το σούρτα-φέρτα. Το ξεχνάω. Όταν παραγγείλεις έναν καφέ-
Ποιο λέτε τώρα;
Ας πούμε, στην καφετέρια θέλεις να παραγγείλεις καφέδες, τι κάνεις;
Σερβιτόρος; Τι; Από τον σερβιτόρο;
Όχι τον σερβιτόρο. Αυτός που τον μεταφέρει πώς λέγεται;
Ο σερβιτόρος τον φέρνει τον δίσκο.
Η μεταφορά. Ναι, όταν είσαι στο σπίτι και θέλει να σου φέρει μια πίτσα παράδειγμα.
Delivery.
Α να μπράβο! Το ξέχασα. Είδες πως ξεχνάω; Delivery καφέ, delivery φαγητό. Τότε delivery ούτε ήξερε ο καθένας. Δεν ήξερε. Τώρα δεν θέλει να κάνει φαΐ; «Delivery», λέει. Έτοιμα τα κεφτεδάκια, τα σουτζουκάκια, ξέρω ‘γω τι θα σου φέρουν.
Έτσι είναι.
Άλλαξε η μόδα.
Άλλαξε.
Έτσι ήταν και τότε. Το κύριο επάγγελμα ήταν το κάρο. Το τραμ δεν το θυμήθηκες. Εγώ το θυμήθηκα, γιατί ήμουν εκεί. Ανέβαινες από τον Βαρδάρη, πενήντα λεπτά, πήγαινες στην έκθεση. Όσοι ήθελαν να πάνε τζάμπα, πήγαιναν από πίσω σκάλωναν. Είχε ένα ξύλο. Ένας μέσα ο ελεγκτής, «τακ», το ξήλωνε. Οι πιτσιρικάδες κατέβαιναν τζάμπα, τι; Πενήντα λεπτά. Που να τα βρεις τα πενήντα λεπτά; Δεν είχε συντάξεις τότε ούτε οι γέροι που έπαιρναν. Μετά το ’63 βγήκαν. Τριακόσιες δραχμές και έπαιρναν οι συνταξιούχοι. Πριν περίμενες να γεννήσουν οι κότες, να πουλήσεις το αυγό, να πάρεις παγωτό, να πάρεις -ξέρω γω- οτιδήποτε από τον μπακάλη. Χαλβά, τυρί, ξέρω ‘γω, τι θα πάρεις. Φτώχια είχε. Ύστερα, άλλαξαν τα πράγματα. Άρχισαν να δουλεύουν εργάτες δεξιά-αριστερά. Για αυτό οι περισσότεροι από τη Λητή, Δρυμό και Μελισσοχώρι — λίγοι ήταν, πολύ λίγοι — δούλευαν Θεσσαλονίκη. Όλοι έγιναν πλούσιοι, γιατί έκαναν δύο δουλειές μαζί. Από εκεί από τη Θεσσαλονίκη τα έπαιρναν τα λεφτά μετρητοίς. Το γάλα που πουλούσαν τα ζώα. Δούλευαν σκληρά και οι γυναίκες στον στάβλο. Άχυρα αυτά όλα. Δούλευαν.
Να σας ρωτήσω και κάτι; Υπήρχανε διαφορετικοί τύποι κάρων τότε; Δηλαδή ήτανε ίσως κάποιο μικρό κάρο, απλά για μικρές μεταφορές; Δεν ξέρω, για αυτό σας ρωτάω.
Ναι, το κύριο επάγγελμα ήτανε τα δίτροχα με δύο ρόδες και φθηνοδουλειά. Έβαζες το κάρο το δίτροχο, δύο άτομα μπροστά και δύο πίσω, δηλαδή οτιδήποτε για φθηνοδουλειά. Ας πούμε ένα χιλιάρικο, ενώ το κάρο έκανε δύο. Ήταν δύο μέτρα και τέσσερις ρόδες. Ανάλογα και την περιοχή. Παράδειγμα, τα Κουφάλια επειδή αυτοί ήρθανε από τη Μικρά Ασία, είχανε δυόμιση μέτρα το κάρο και ανοιχτά τα παραπαίδια και χαμηλά για να μπορούν να βάζουν το εμπόρευμα επάνω — βαμβάκια και αυτά τσουβάλια —, ενώ τα άλλα τα κάρα… Η Δράμα που ήταν σούστες, σούστα είχε, ελατήριο, από κάτω να έχει συσπανσιόν, ενώ αυτά τα κάρα — κάρο λεγόταν, γιατί δεν είχε σούστα. «Σαν κάρο πηγαίνεις». Κρουαζέ, αλλά μαθημένοι ήταν τα τραντάγματα αυτά, γιατί πήγαινε στη δουλειά. Δεν πήγαινε ταξίδι. Ενώ αυτοί στην Δράμα, επειδή πήγαιναν δεξιά-αριστερά, είχε το συσπανσιόν και πεντακόσιες δραχμές παραπάνω, αλλά είχε σούστες. Όπως ήταν το Citroen το αυτοκίνητο όταν βγήκε. Θυμάσαι πώς καθόταν και σηκωνόταν; Έτσι ήταν και οι σούστες. Άλλου τύπου. Η άμαξα ήταν μόνο για βόλτες, για κανένα γάμο και είδος ταξί. Τώρα έχει, ας πούμε, ταξί μόνο στον Νέο Σταθμό ή και Βενιζέλου δε ξέρω αν έχει. Πριν είχε Αγίου Δημητρίου. Πώς είναι ο Βαρδάρης; Αγίου Δημητρίου στη γωνία, στάσεις ταξί με την σειρά να το πάρεις. Όχι να πας εκεί να πάρεις το δεύτερο ή το τρίτο. Θύμωνε ο πρώτος. «Εγώ -σου λέει- τι φυλάω; Με τη σειρά δεν είναι;». Είχαν τακτική. Τα παϊτόνια μετά, ας πούμε, τα αντικατέστησαν. Τα παϊτονια είχαν και αυτοί. Το πάνω το συρμάδι δεν το ξέρεις. Πού είναι ο βασιλιάς; Στον Βαρδάρη δεν έχει έναν βασιλιά; Απέναντι στη γωνία ήταν η Εθνική Τράπεζα. Δεν ξέρω αν έφυγε. Δίπλα ήταν πάνω συρμάδι εκεί είχε τρεις αμαξάδες. Όπως το ταξί. Κατέβηκες από το πρακτορείο Λαγκαδά — γιατί το πρακτορείο ήταν στην ίδια οδός — έχεις ένα καλάθι αυγά από το σπίτι, ένα εμπόρευμα, ψώνισες για να πας στο πρακτορείο… Πώς θα τα πας; Ανέβαινες στην άμαξα. Πέντε δραχμές, δέκα δραχμές, ανάλογα πώς το βαφτίζανε. Σε πήγαινε στο πρακτορείο. Από εκεί ήθελες να πας Επτάλοφο. Επτάλοφος ήταν συνοικισμός. Μακριά. Λεωφορεία δεν είχε πολλά τότε, αστικά λεωφορεία. Ύστερα βγήκαν, πολύ αργά. Κι αν βγήκαν, κάθε μισή ώρα θα πηγαίνει ένα στη Νεάπολη, κάθε μισή ώρα θα πηγαίνει ένα στην Επτάλοφο. Η μισή ώρα λες: «Πάει. Το έχασα τώρα. Κάτσε». Άλλοι με τα πόδια πήγαιναν. Εγώ ήξερα ανθρώπους που δούλευαν στο ΥΦΑΝΕΤ εργοστάσιο απέναντι στα σφαγεία που είναι… Όλοι με τα πόδια. Το πρωί άμα έβλεπες επτάμιση η ώρα γυναίκες-άνδρες, την τσάντα και στο εργοστάσιο. Όπως στον στρατό. Δέκα-δέκα άτομα, πέντε-πέντε άτομα. Δύο ήρθε; Θα σχολάσουν, όλοι θα φύγουνε. Βάρδιες. Οι περισσότεροι με τα πόδια για να μην δώσουν λεφτά, γιατί το πρωί δώσε, το βράδυ δώσε, πάει το μεροκάματο! Γιατί τα μεροκάματα ήταν φτηνοδουλειά.
Ουσιαστικά υπήρχαν πολλοί καροποιοί έτσι, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη;
Εξήντα τρεις καροποιούς είχε η Θεσσαλονίκη. Οδός Γιαννιτσών άρχιζε… Το φαρμακείο Ζωγράφου, το ξέρεις; Από εκεί άρχιζε η οδός Γιαννιτσών. Αριστερά και δεξιά ήταν η Μοναστηρίου. Λοιπόν, από εκεί αρχίζει η Γιαννιτσών και τελειώνει πάλι τέρμα — ένα σούπερ μάρκετ έχει, δεν θυμάμαι ποιο — και πάλι βγαίνει στα φανάρια. Τώρα έβαλαν φανάρια εκεί στη Μοναστηρίου-Γιαννιτσών. Εκεί ήτανε όλα βιομηχανικά, όλο βιομηχανικά! Σιδερικά, παλιατζίδικα, πόρτες, σανίδια. Το λιμάνι που τα κατέβαζε, τα έβαζαν σε αποθήκες-χωράφια για να μην πληρώνουν πολλά, ενώ η Μοναστηρίου είχε κάποια μικρή αξία, αφού απέναντι στον Νέο Σταθμό είχε μια σειρά όλο μαγαζιά και καροποιείο είχε εκεί. Κατέβαινες τρία σκαλοπάτια και για να μην τα βγάζουν στη Μοναστηρίου, επειδή ήτανε άσφαλτος, τα έβγαζαν από πίσω μεριά, Γιαννιτσών — παραπόρτι. Πώς έχει στα δικαστήρια από την πίσω πόρτα για τους κλέφτες, γιατί από μπροστά θα σε λιντσάρουν!
Ωραία, κατάλαβα. Εσείς πουλούσατε μόνο στην Ελλάδα κάρα ή και στο εξωτερικό;
Το εξωτερικό δεν έπαιρνε, γιατί έβγαζαν και αυτοί. Ύστερα, αυτοί έβγαζαν πιο καλύτερα και ακριβά. Εμένα μου έφεραν από Ιταλία κανένα δύο δίτροχα να τα διορθώσω. Ένας το έφερε από την Καλαμάτα, ένας το έφερε από την Πάτρα. Πάτρα πάει και έρχεται το καράβι. Το πήρε ποιος ξέρει πόσο το πήρε. Όταν το έφερα εδώ, το είδα καλό, ωραίο, πολυτελές και αυτά. «Από περιέργεια -λέει- μάστορα, πόσο το πήρες αυτό;». Ήθελαν οι ρόδες επισκευή και το πλαϊνό ή σάπισε ή… Το κάνουμε αντιγραφή το ίδιο. Μου λέει: «Το πήρα πέντε χιλιάδες». Λέω: «Εμείς εδώ κάνουμε ένα τέτοιο δύο χιλιάρικα. Εσύ το πήρες πέντε και παλιό;». Ξύπνα κι εσύ λίγο! Ναι, αλλά εγώ άμα το κάνω πέντε χιλιάδες, αυτοί θα πει: «Μάστορα, με κοροϊδεύεις; Κάρο θα πάρω ή αεροπλάνο θα πάρω πέντε χιλιάδες;». Είχαμε και φιλότιμο. Και τα έκανα επισκευή. Τι να κάνω;
Και πώς βρίσκατε ουσιαστικά όλους αυτούς τους πελάτες σε όλη την Ελλάδα που λέτε;
Όταν έχει ζόρι ο άνθρωπος, ψάχνοντας σε βρίσκ[01:00:00]ει. Πώς με βρήκες εσύ; Ο Γιακουμής είχε τον Παπανδρέου που τον βρήκε και τον έκανε την καρδιά του; Από ζόρι τον βρήκε! Δηλαδή, όταν έχει ο άνθρωπος ένα ζόρι, ψάχνοντας ρωτάει. «Δεν ξέρω τι θα κάνω. Τι θα κάνω; Πού θα πάω;. Πρέπει να βρούμε τον κατάλληλο». Έτσι με βρίσκουν και εμένα! Εμένα με παίρνουν από όλα τα μέρη της Ελλάδος και δεν ξέρω την τοποθεσία. Έχω χάρτη. Βλέπω «Αγκίστρι Μεσολογγίου». Το βλέπω, λέω: «Εκεί μόνο τα κουνούπια πηγαίνουν, εγώ πού μπορώ να πάω; Δεν μπορώ». Ζάκυνθο έχω καλούς πελάτες. Κέρκυρα τα ίδια. Τώρα περιμένω κάτι ρόδες να μου φέρουνε από την Κέρκυρα. Μια κοπέλα οδηγάει την άμαξα. Έχει δέκα-δεκαπέντε αμαξάδες. Αυτοί οι άνθρωποι άμα ξέρουν ότι έχει αλλού καροποιό, γιατί δεν πηγαίνουν εκεί και έρχονται στην Άσσηρο; Εν τω μεταξύ, έχω και από τα Γιάννενα. Άμα μπλέξεις με πολύ κόσμο έχει άτιμη πάστα πελάτες! Ένας με έβαλε [Δ.Α.] δύο κατοστάρικα. «Δεν πειράζει», του λέω, «Εγώ είμαι Χατζής. Δηλαδή, σταθμός αυτοκινήτων. Εσύ είστε αγωγιάτες. Από την πόρτα μου θα περάσεις, στην πόρτα σου δεν έρχομαι». Τον είπα: «Δεν θα πάθεις καμιά φορά βαρέα. Πάνε στη Γερμανία, πάνε στη Βουλγαρία, πάνε στα Σκόπια. Όπου θέλεις πάνε! Στην Άσσηρο δεν θα πατήσεις, γιατί λέρωσες το μητρώο σου». «Θα στα στείλω τα λεφτά. Θα στα κάνω». «Πότε;». Πέρασε ένας χρόνος, δύο χρόνια. Δεν πειράζει. Κάποτε θα πάθει μια. Έρχονται πελάτες από εκεί δεξιά-αριστερά. Λέω: «Από πού είσαι;». «Από τα Γιάννενα». «Αμάν, άτιμη πάστα. Χαιρετίσματα. Μην πατήσεις ξανά». Και λέω αυτός μπορεί να βάλει έναν άλλον από εκεί να στείλει. «Για τα Γιάννενα; Δεν γίνεται. Πρώτα τα λεφτά». Δηλαδή, πώς λερώνει το μητρώο ο άλλος για το τίποτε. Πες πως έχασα! Έχασα τη δουλειά μου, αλλά η δουλειά είναι τα ανταλλακτικά που έβαλα, τα έφαγε και αυτά. Δεν πειράζει. Λίγα έφαγε, δεν έφαγε πολλά. Έχω έναν, πολύ… Μεσίτης ήτανε στην Κέρκυρα. Τον έκανα μια ρόδα, την έφερε από την Ιταλία με το λεωφορείο. Εντάξει δίνει και δέκα δραχμές το λεωφορείο. Την πακετάρω. Πάει την πήρε, «Ευχαριστώ πάρα πολύ. Την άλλη εβδομάδα θα σου στείλω τα λεφτά. Ο πατέρας μου είναι άρρωστος. Θα πάω στο νοσοκομείο». «Εντάξει». «Ο πατέρας σου -θα τον πω καμιά μέρα- δεν πέθανε ακόμα;». Μην κοροϊδεύεις τον άλλον, γιατί με εκμεταλλεύεσαι. Άντε με εκμεταλλεύτηκες μια φορά. Άλλη φορά δεν βγήκε κανένας πελάτης που να τον εξυπηρετήσεις; Με τι μούτρα θα έρθεις να με γελάσεις;
Η πληρωμή πώς γινότανε; Δηλαδή σας έκανε κάποιος μια παραγγελία από τη Ζάκυνθο ή από την Κέρκυρα που λέτε. Μετά πως; Εκείνα τα χρόνια, όχι τώρα.
Τα βάζεις στην τράπεζα.
Και πιο παλιά; Από πάντα έτσι; Πιο παλιά πώς γινόταν η πληρωμή;
Πάντα έτσι. Έχεις αριθμό βιβλιαρίου, τα βάζει στην τράπεζα, πας τα παίρνεις. Και με αυτούς προβλήματα… Ένας λέει: «Τα έβαλα τα λεφτά στην τράπεζα», λέει. «Στείλε το εμπόρευμα». «Πάρε το εμπόρευμα». Καλή [τη] πίστει. Πας. «Δεν έβαλε», λέει η τράπεζα. Παίρνεις τηλέφωνο. «Ξέχασα. Έστειλα το κορίτσι και είχε δουλειά πολλή. Είχε κόσμο πολύ. Θα πάει αύριο». «Εντάξει. Θα περιμένουμε και το αύριο». Άμα έχεις υπομονή... Τα πήρε τα πράγματα. Τι θα κάνεις, λοιπόν; Θα του κάνεις μήνυση; Δηλαδή, δεν την κάνεις τέτοια δουλειά. Θα περιμένεις όποτε βγει η απόφαση. Αλλά μια φορά να σε γελάσουν, δύο φορές να σε γελάσουν, την τρίτη φορά θα πεις: «Μάστορα, βάλε τα λεφτά και αύριο φορτώνω». Τώρα πρέπει να ξυπνάμε!
Έτσι είναι. Κύριε Κώστα, άρα με αυτή τη δουλειά, με αυτό το επάγγελμα μπορούσατε να ζήσετε άνετα;
Άνετα, γιατί έχει δουλειά. Όλα από τη δουλειά βγαίνουνε. Όλα από τη δουλειά. Και βερεσέ να του έδινες, ήξερες ένας δικός μας άνθρωπος είναι. Λέει: «Δεν έχω λεφτά τώρα. Εξυπηρέτησέ με». «Εντάξει, πάρε τα. Όποτε θα έχεις, να είσαι εντάξει». «Δεν έχω όλα. Τα μισά». «Πάρε τα». Κάτι. Άμα έχεις σαράντα πέντε τέτοιους, βοηθάνε την κατάσταση. Δηλαδή, δεν λέει ότι «Θα στα φάω τα λεφτά». Έπειτα, φύσει αδύνατον ο επαγγελματίας να μην τον έχουν φάει λεφτά. Εγώ που μιλάω με πολλούς επαγγελματίες. Έχω μαγαζί, σιδηρικά είδη, ξέρω ‘γω. Ένα βιβλίο, «αυτός χρωστάει τόσα, δίνει τόσο, ένα χρόνο, δύο χρόνια». Πολλές φορές και λίγα είναι. Εκατό-διακόσια-πεντακόσια μαζεύονται! Λέω: «Το Ευαγγέλιο κατά Λουκάν είναι». Τον πειράζω καμιά φορά «Φέρε μωρέ το βιβλίο εδώ να πάω να τα μαζέψω εγώ τα λεφτά και να μου δώσεις 5%». «10% θα σε δώσω. Δεν θα πάρεις καμία», μου λέει.
Έχετε δίκιο σε αυτό που είπατε πριν.
Οι μπαταχτσήδες παντού. Εδώ ξύπνησε ο κόσμος, κοιτάζει να σε γελάσει. Νομίζει ότι άμα σε γελάσει, θα γίνει πλούσιος. Δεν γίνεται. Το χούι είναι χούι. Έτσι είναι.
Τη μεταφορά των προϊόντων — των κάρων, των αμαξών και όλα αυτά — πώς την κάνατε; Δηλαδή σας έπαιρνε κάποιος για παραγγελία από την Κέρκυρα. Πώς πήγαινε μετά εκεί πέρα το κάρο;
Λοιπόν, όταν είναι μακριά, υπάρχουν μέσα μεταφοράς τα πάντα. Τα γεφυράκια από τα δικαστήρια έχει έναν δρόμο. Περιφερειακός λέγεται, γεφυράκια λεγόταν. Εκείνο όλα τα πρακτορεία τα φορτηγά ήταν εκεί μέχρι τον Παλιό Σταθμό. Αλλά αφού πλήθαινε ο κόσμος, τα έδιωξε όλα στο Καλοχώρι στα χωράφια. Στο Καλοχώρι μάζευαν τα σκουπίδια, πώς μαζεύουν τώρα εδώ στην Άσσηρο; Εκεί τα μάζευαν. Το Καλοχώρι το έλεγαν αλλιώς. Κασκάρκα το έλεγαν. Λοιπόν, ξέρω και τα παλιά. Τώρα λοιπόν όλα λες: «Το πρακτορείο τάδε. Τι έχω να φορτώσω;». «Πέντε ρόδες. Κέρκυρα». «Φέρ’ τα εδώ. Αύριο είναι εκεί». Τα πρακτορεία τα παλιά της Κέρκυρας ήτανε στο κτηνιατρείο. Το κτηνιατρείο πάλι εκεί στον παλιό σταθμό είναι. Δηλαδή τα έμαθα τα πρακτορεία όλα. Όταν είναι μακριά. Όταν ήταν κοντά. Εδώ στο Νομό Θεσσαλονίκης για παράδειγμα έχω Volkswagen. Εγώ το έβαζα επάνω στο Volkswagen. Έχω δύο σίδερα, έτσι όπως είναι εδώ, με ένα σπρώξιμο το έβαζα επάνω, το πήγαινα. Διαβατά πολύ κάρο είχε, μπαχτσέδες, σούστες, αυτά. Πήγαινα, τα άφηνα στην αυλή, έφευγα. Ή: «Το κάρο χάλασε μάστορα. Πώς θα γίνει τώρα;». «Θα έρθω να το πάρω». Πήγαινα το βράδυ, μόλις σχολούσα από τη δουλειά, έπαιρνα και έναν βοηθό για να το σπρώξει, γιατί στο σπίτι που θα πάω, δε μπορούν να τον σπρώξουν οι γυναίκες το κάρο. Ναι μεν ελαφρύ είναι, αλλά τώρα επιτρέπεται τη γυναίκα να τη βάλεις να σπρώξει; Λοιπόν, το φόρτωνα, το έβαζα επάνω, το έφερνα εδώ, το ξεφόρτωνα. Η μεταφορά εδώ κοντά έτσι γινόταν. Έλεγα: «Πενήντα δραχμές -δραχμές ήταν τότε- για τη βενζίνη που ήρθα, το πήρα και θα στο φέρω πάλι. Το σούρτα-φέρτα». Αν ήταν ο άνθρωπος λογικός έλεγε: «Καλά, θα στα δώσω». Αν έλεγε: «Πολλά», βάλε το στην τιμή μέσα, να μην φαίνεται και «Άντε -λες- τα μισά θα σου τα αφήσω. Μέσα στην τιμή όμως θα είναι. Πού θα ξέρει τι βίδες, ξύλα έκανες;». Λοιπόν, ένας που ήταν πολύ ας πούμε σφιχτός, λέει: «Θα το φέρω με το άλογο». Εγώ στου Παύλου Μελά εκεί. «Φέρε το». Το έφερε το κάρο, το άφησε. «Άσε το εδώ. Δυο-τρεις μέρες θα κάνουμε να το κάνουμε το κάρο και έλα πάρε το ξανά». Δηλαδή, πώς τιμωρείται ο άνθρωπος! Λοιπόν, έκατσε στο κάρο. Ήρθε αναπαυτικά. Για να έρθεις να το πάρεις το άλογο, πρέπει να το καβαλήσεις γυμνό από πάνω. Πιάστηκε ο άνθρωπος να κάθεται. Μου λέει: «Μάστορα, όχι πενήντα ή εκατό, αν μου έλεγες θα σου έδινα, αλλά μετάνιωσα σαν σκυλί που την έκανα τη δουλειά». «Δεν πειράζει. Ιδού η Ρόδος και το πήδημα. Ο άνθρωπος μαθαίνει», του λέω. «Εγώ εξηγήθηκα. Σούρτα-φέρτα βενζίνη θα κάψω. Δεν σου λέω τίποτε άλλο. Δεν θέλουμε άσκοπα λεφτά, αλλά εσύ διαλέγεις. Καλό είναι και αυτό. Έβαλες και μυαλό».
Είχατε κανέναν άλλον έτσι περίεργο πελάτη που να σας είχε ζητήσει κάτι ιδιαίτερο ή περίεργο;
Πάντα υπάρχουν, αλλά κάνεις υπομονή. Λες «Δεν μπορώ να το κάνω». «Θα το κάνω, αλλά θα αργήσω λιγάκι», για να τον αποφύγεις. Πάντα! Ύστερα, εκεί στου Παύλου Μελά εξυπηρετούσα πιο πολύ επαγγελματίες. Είχα γέφυρα, «Τόπτσι» το λένε. Αυτός ο Ιωάννης που πέθανε στον Λαγκαδά, ο Δεσπότης από εκεί ήτανε. Λοιπόν είχα καλό καροποιό εκεί. Όταν πήγαινα με πρόσεχαν άνθρωποι και τον έδινα ανταλλακτικά και αυτό. Ήρθε μια μέρα εκεί στου Παύλου Μελά. Δίπλα-δίπλα είχα και έναν κουρέα. Όλοι με γνώριζαν φυσικά, αφού έφυγα από τον Βαρδάρη και ήρ[01:10:00]θα εκεί. Του λέει αυτός: «Μάστορα, κάπου είδα άνοιξε ένα καροποιείο. Έφυγε από εκεί κάτω». Ήταν κάπου εδώ στου Παύλου Μελά στη γωνία. Το Παύλου Μελά ήτανε ποτάμι. Τώρα το έστρωσαν και έγινε άσφαλτος. «Πέθανε αυτός», λέει ο κουρέας. Το είπε αστεία; Το είπε σοβαρά; «Κρίμα ρε. Ήθελα να πάρω κάτι ανταλλακτικά για ένα κάρο». Σηκώθηκε και έφυγε. Φεύγοντας προς τα κάτω, μόλις έφτασα την Αγία Παρασκευή στη στάση του λεωφορείου, έρχομαι. «Κύριε Δημήτρη τι γίνεται; Καλά;». «Ρε συ, Κώστα; Από τον παράδεισο γύρισες;». [Δ.Α.] «Τον κέρατα» -λέω, τι να πω εγώ τώρα- Ανέβα επάνω, πάμε.». Του λέω «Καλά, δεν ντρέπεσαι, ρε; Όλη μέρα νερό παίρνεις από εδώ από τη βρύση». «Έλα ρε, αστεία το είπα». «Αστεία το είπες; Το πήρε σοβαρά ο άλλος». Πόσα τέτοια συνάντησα στη ζωή μου.
Σίγουρα.
Και πόσα που τα έχω ξεχάσει.
Υπήρξε ποτέ κανένας διάσημος — τώρα, διάσημος εννοώ είτε ηθοποιός, είτε κάτι, είτε ακόμη πολιτικός — που να σας είχε παραγγείλει κάποια άμαξα; Κάτι; Κάποιο κάρο;
Όχι, ποτέ. Αυτοί ποτέ δεν παραγγέλνουν. Ναι, ποτέ.
Ποτέ ε; Εσάς ποια ήτανε η αγαπημένη σας κατασκευή; Ποιο ήταν το αγαπημένο σας κάρο ή άμαξα που φτιάξατε και… Το λατρέψατε μόλις το φτιάξατε, είπατε ότι «Μπράβο μου, τι ήταν αυτό που έκανα!»;
Ναι, έκανα την άμαξα αυτή. Δυο-τρεις έχω κάνει. Έλεγα θα τις κάνω καλύτερες από αυτές του εξωτερικού. Έφερναν από την Ουγγαρία μεταλλικές στην έκθεση, επτά χιλιάδες-οκτώ χιλιάδες. Έλεγα σιδερένιες και κάνουν θόρυβο οι σιδερένιες. Εγώ έκανα ξύλινη. Απορροφάει τον θόρυβο. Την έκανα τρεισήμισι χιλιάδες στη Λάρισα. Ήρθε ένας Λαρισαίος, έδωσε κάρτες εδώ, είχε και μια άμαξα αυτός. Λέω εγώ: «Τρεισήμισι χιλιάρικα το θέλω». «Τρία θα σου δώσω». «Δεν γίνεται», του λέω. Την πουλάω Ιερισσό στη Χαλκιδική. Ιερισσό δεν έχει τουρισμό, όπως στη Λάρισα. Η Λάρισα πάει και στον Βόλο και οι Βολιώτες ήταν πάρα πολλοί. Λοιπόν, την κράτησε ένα μήνα-δύο αυτός. Μου λέει: «Δεν πάει η δουλειά καλά. Θα την πουλήσουμε. Την πουλάμε». «Φέρε την εδώ. Σε μια εβδομάδα έλα να πάρεις τα λεφτά σου, γιατί εγώ δε διαθέτω λεφτά, εγώ διαθέτω δουλειά! Γιατί άμα αγοράζω και πουλάω και δε βγάλω τίποτα» [Δ.Α.]. Τον πήρα αυτόν, ήρθε, την είδε από δω από κει, την πήρε. Κοντά σε αυτή πήρε και ένα μικρό πόνυ να κάνει και μικρές δουλειές. Πρόβατα είχε. Εκατό πενήντα πρόβατα. Αυτός κοίταζε τα πρόβατα και έβαζε τη γυναίκα με την άμαξα να κάνει βόλτες. Είκοσι δραχμές μια βόλτα. Τριάντα δραχμές μια βόλτα. Την έχει την άμαξα ακόμη. Ενώ τα κάρα τα είχα βαρεθεί! Κάθε μέρα κάρο. Κάθε μέρα κάρο! Όλο τα ίδια. Από τα Κουφάλια που πήγαινα όλα τα χωριά από εκεί για το χωράφι και τους βάζαμε στη ρόδα σίδερο. Στο χωράφι άμα πάει το σίδερο δεν έχει πρόβλημα, ενώ στην πόλη βάζαμε λάστιχο γύρω-γύρω να μην χαλάνε τα πλακάκια. Στον Λευκό Πύργο που είχα δυο-τρία — μέχρι εφτά έφτασαν αυτοί — τους κυνηγούσε και η δημαρχία, γιατί μαλώνουν και αναμεταξύ τους αυτοί, επειδή δεν είχαν τακτική. Ένας ήταν Θέρμη, άλλος ήταν από τον Εύοσμο. Τώρα ήταν μια γυναίκα τελευταία. Τους έκανα δύο. Μια γυναίκα και ο άντρας μαζί πήγαιναν-ερχόταν. Αυτή βασίλεψαν κάμποσο καιρό. Τα είχαν καλά και με τη δημαρχία. Το τυχερό τους βαρύ. Μια φορά ένας τσιγγάνος… Δεν πουλάνε μπαλόνια και φούσκες; Ήταν το άλογο δίπλα στα σκαλοπάτια, εκεί στον Λευκό Πύργο. Πάει η — τσιγγάνα ήταν — τσιγγάνα έκανε έτσι φούσκες, χτύπησε στο άλογο εδώ μια φούσκα, τρόμαξε το άλογο! Αντί το άλογο στη ξηρά, πέφτει μέσα στη θάλασσα. Μαζί με το παϊτόνι.
Μάλιστα…
Δεν πρόλαβε να πνιγεί όμως. Το έσωσαν, το έβγαλαν έξω. Το έφεραν εδώ τσαλακωμένο, γιατί ο γερανός όταν πάει, δεν κοιτάει να το προσέξει το εργαλείο, να το βγάλει καλό. Το αρπάζει έτσι και τους το πετάει εκεί. «Τι με νοιάζει εμένα; Σε γλίτωσα και από τον θάνατο», σου λέει. Το έφεραν. Το έκανα επισκευή. Αυτός έζησε δυο-τρία χρόνια. Πέθανε πέρσι. Τώρα η γυναίκα λέει: «Να τα πουλήσουμε». «Να τα πουλήσετε, φυσικά». Το πουλάω το άλογο στην Πάρο ένα χιλιάρικο. Τα πήρε τα λεφτά η γυναίκα. Τώρα μου λέει: «Την άμαξα;». Την άμαξα θα τη γυρέψει πέντε χιλιάδες. «Αφού τρία την έκανες, πώς ζητάς πέντε; Δικιά σου είναι. Κράτα την. Έτσι δεν είναι; Εγώ δεν μπορώ να την πουλήσω».
Κύριε Κώστα, σε ποιες περιοχές περίπου της Ελλάδας έχετε πουλήσει άμαξες και κάρα;
Καινούργιες άμαξες μόνο στη Λάρισα και στον Βόλο. Αλλού έστελνα μόνο ανταλλακτικά, τα οποία δε μπορούν να τα βγάλουν. Ρόδα, παράδειγμα. Θα σου δείξω τώρα μέσα που θα πάμε. Δε μπορεί να την κάνει όποιος να ναι. Σπέτσες είναι σαράντα. Έχουν καλή τακτική αυτοί. Εκεί άμα πας με το αμάξι, το αμάξι το αφήνεις στην άκρη. Απαγορεύεται η κυκλοφορία. Με αυτά κυκλοφορείς. Είχα έναν από εδώ έξω από το Κιλκίς, Άγιος Δημήτριος ένα χωριό. Παντρεύτηκε κι έκανε οικογένεια. Έπιαναν τα χέρια του, έκανε και φούρνους να ψήνουν, πετάλωνε και από κανένα άλογο, έπαιρνε και κανένα μοσχαράκι από εδώ, γουρουνάκια, τα έσφαζε. Έλεγε χωριάτικα. Τα πουλούσε. Δηλαδή από όλες τις δουλειές έπιανε. Πέρσι εκείνος τράκαρε σε ένα αυτοκίνητο και έπαθε εγκεφαλικό. Τελείωσε και αυτός. Το κορίτσι κάνει κουμάντο. Αλλά από το σωματείο υποστηρίζονται αυτοί όλοι. Ό,τι θέλεις στον καροποιό. Ανταλλακτικά, φτερά, καμπάνες, οτιδήποτε δεν μπορούν να το βρουν αλλού πουθενά, το παίρνουν. Αν το βρίσκουν… Στην Αθήνα, παράδειγμα, μια καμπάνα αυτή που χτυπάει με το πόδι έτσι, θα τη βρει σαράντα ευρώ-πενήντα ευρώ. Άμα έρθεις στην Άσσηρο… Πριν, τις έδινα εγώ είκοσι πέντε. Μισή τιμή. Ο ένας στον άλλον δια του στόματος τη βρίσκουν τη δουλειά και έρχονται.
Είχατε φτιάξει ποτέ και καμιά ιδιαίτερη κατασκευή, ας πούμε;
Όχι. Γιατί μου ζήτησαν στα Γιάννενα, στου Αλή Πασά εκεί που παίζουν τα παιδιά με τέντα και αυτά. Μόλις τους είπα όμως: «Θα στοιχίσει η τέντα, τα καθίσματα, η ταπετσαρία. Τα βγάζω εδώ χίλια ευρώ». Δεν το πήρανε. Το άφησα εδώ στην αποθήκη.
Και την άμαξα που μου λέγατε πριν ξεκινήσουμε; Της βασίλισσας Ελισάβετ που είδατε;
Έκανα μια… Καλά που το είπες! Δεν ξέρω αν έχω καμία. Θα στο δώσω κιόλας. Την έκανα σε φτωχά χέρια εδώ στην Νεάπολη. Έβαλε τα κορίτσια μίνι φουστανέλες, κόλπα και έκανε τυρόπιτες απ’ τον Βαρδάρη μέχρι τον Λευκό Πύργο. Έκανε το σαλτανάτι (=επίδειξη), δεν πήγαινε καλά, αφού δεν ήταν της δουλειάς. Λοιπόν, την πούλησε στην Καλαμαριά, στον σύλλογο αλόγων. Την τράκαραν εκεί αυτοί και τελευταία την πήγε στα Διαβατά σε μια μάντρα στον μπαχτσέ, άμα είναι εγκαταλελειμμένο. Τελευταία την πήρε χαμπάρι ένας από την Βεργίνα — καφετέρια έχει — την πήρε αυτός. Έρχεται εδώ, μου λέει: «Μάστορα, να την κάνεις μια επισκευή». Λέω: «Πενήντα χιλιάρικα θέλω. Θα στη βάψω, θα στην κάνω με κουρτίνες, με πόρτα ωραία». Αφού το είδε έτσι, την πλήρωσε ο άνθρωπος, την πήρε. Τώρα πρέπει να είναι στη Βεργίνα. Έχει μουσείο εκεί; Τι έχει; Καφετέρια; Εκεί πρέπει να είναι.
Και το σχέδιο για να τη φτιάξετε πού το βρήκατε;
Δεν είπα; Πήγα στην Αυστραλία τριάντα ημέρες. Εγώ άμα πάω, είπαμε… Η βασίλισσα γιόρταζε τα εκατόν πενήντα χρόνια κατάκτησης της Αυστραλίας. Αλλά παλιοάμαξα… Δεν μου άρεσε. Κάτι ρόδες, όπως ήταν τα βουβάλια εδώ, που ήταν έναν καιρό και τα βοϊδάμαξα με τα κέρατα. Εγώ την έκανα πιο περιποιημένη. Τα ξύλα τα έχω εκεί. Από δίπλα με μπρούτζο. Έδωσα στα χυτήρια στάμπα, τα γυάλισα, τα βίδωσα. Βασιλική άμαξα! Ήθελα να κάνω και μια άλλη — έξω την έχω — σιδερένια για έναν από τον Βαθύλακο. Ήταν στη Γερμανία, αλλά Γερμανός ήταν, θα έχει λεφτά. Λέω: «Φίλε, τρεις χιλιάδες θα μου δώσεις, θα στη βγάλω». «Θέλω -λέει- μακριά και μέσα στη μέση ένα τραπέζι στρόγγυλο». «Θα το κάνουμε και αυτό». Μόλις την έκανα του λέω: «Στείλε ένα χιλιάρικο προκαταβολή, να πάρω ταπετσαρία, να πάρω το ένα...». Τα υπόλοιπα τα είχα όλα έτοιμα. Μόλις τον είπα για τα λεφτά, χάθηκε! Δεν πειράζει, έμ[01:20:00]εινε η άμαξα σιδερένια. Τώρα ό,τι ώρα θέλω εγώ — σανίδια, ταπετσαρία — τα βάζω και αύριο-μεθαύριο να την βάλω εδώ στην Άσσηρο. Στο μουσείο ας είναι, ας κάνουν μια βόλτα, ας τη νοικιάζουν σε κανένα γάμο. Όπου θέλουν ας την πάνε. Να με θυμούνται τουλάχιστον.
Έτσι είναι, έτσι. Κύριε Κώστα, πότε και γιατί έτσι ατόνησε η παραγωγή των κάρων; Με την εμφάνιση των αυτοκινήτων;
Nαι. Οι γύφτοι είχαν εκείνα τα Datsun. Η κυκλοφορία γινότανε μέσα στην πόλη με αυτά. Ύστερα βγήκε το Datsun. Έδωσε ο Παπαδόπουλος μια άδεια όσοι έχουν κάρα να καταργηθούν να μην κυκλοφορούν μέσα στην πόλη. Με το Datsun. Πουλούσαν καρπούζια. Όλες τις δουλειές. Και στα χωράφια ακόμη με το Datsun μέσο μεταφοράς. Για να τους μαζέψει τα λεφτά — τις λίρες, τον χρυσό — ο Παπαδόπουλος έκανε άλλο κόλπο. «Πάρτε όλοι άδειες δημοσίας…», όχι ΙΧ, όλοι Mercedes αυτοκίνητα! Πουλούσαν φλοκάτες, κόλπα. Έχουν λεφτά οι γύφτοι. Έδωσαν τις λίρες, πήραν όλοι αυτοκίνητα. Πάει το κάρο. Έσβησε. Αφού στα πανηγύρια που γύριζαν, είχε διάφορα είδη με τα πόνυ που έκαναν τα αλογάκια βόλτες. Πέντε δραχμές, δύο δραχμές, ξέρω ‘γω πόσα. «Επειδή τα τυραννάτε τα ζώα, απαγορεύεται και αυτό». Μόνο στο Σέιχ Σου έχει έξι. Ή έξι ή οκτώ να κάνουν βόλτα εκεί για παιδική χαρά. Και εκείνα τα έκαναν με ρεύμα τώρα. «Όχι τα άλογα -λέει- να τα τυραννάτε». Αφού και τα τσίρκα που ήταν τσίρκο-τσίρκο και τα τσίρκα τα απαγόρευσαν. Έφερναν κάποτε ελέφαντες-λιοντάρια, τι έφερναν. Δεν ξέρω αν τα είδες. Εγώ πήγαινα σε αυτά. Για να μην τα τυραννάτε τα ζώα, άλλος νόμος! Καταργήθηκαν. Αφού βγήκε το αυτοκίνητο, έγινε η πληθώρα. Τώρα το αυτοκίνητο τρέχει. Άλλη ζημιά! Με τα πετρέλαια που έγιναν. Τα κόμιστρα είναι τόσο πολύ ακριβά, χτυπιούνται οι φορτηγατζήδες. Το ΙΧ δεν το δίνει σημασία κάποιος. Όποιος θέλει, παίρνει φορτηγό, παίρνει Datsun. Έβγαλαν τρακτέρια, εκείνα τα μεγάλα σαν τανκς. Έχει λεφτά ο κόσμος. Το φορτηγό, για να πάει από εδώ Αθήνα, θέλει ένα ρεζερβουάρ — ένα μπιτόνι — πετρέλαιο. Τα κόμιστρα έγιναν πιο ακριβά από το όχημα που θα αγοράσεις το αυτοκίνητο. Για αυτό καταργήθηκε το κάρο. Τώρα αν θα πάρει κανένας για να το βάλει στην αυλή του, να βάλει πέντε γλάστρες. Σπάνια περίπτωση! Να, έχω έναν που το είχε πάρει μια κοπέλα στην Αθήνα. Μια ξανθιά την έπαιζε στην τηλεόραση. Έλενα; Ελένη την έλεγαν; Δεν θυμάμαι πώς τη λέγανε. Έλενα; Έλενα. Έχω τη φωτογραφία της κάπου εδώ. Πώς τη λένε, δεν θυμάμαι.
Δεν πειράζει. Μην αγχώνεστε.
Όχι. Ξεχνάω και τα ονόματα, κατάλαβες;
Και πήρε για ποιο πράγμα;
Το πήρε, το έβαλε στην αυλή.
Για την αυλή. Άρα πλέον όποιος θα παραγγείλει ή θα επισκευάσει θα είναι κυρίως έτσι για την αυλή.
Για αυτό το πράγμα σβήνει, κλείνει, έκλεισε. Εγώ τους λέω: «Έκλεισε, άλλα αφού είμαι εν τη ζωή, ό,τι μπορώ θα σε βοηθήσω». Τώρα ένας στο Ασβεστοχώρι έβγαλε μια άμαξα. Θέλει να κάνει κανένα γάμο, ξέρω ‘γω. Δε μπορεί να βρει ανταλλακτικά. «Έλα -του λέω- ό,τι μπορώ να σε βοηθήσω».
Άρα ακόμη και σήμερα έτσι λίγο ασχολείστε…
Ναι. Με ξέρουν όλοι στο επάγγελμα αυτό. Για παράδειγμα, για να γίνει το καμπανάκι εκεί που έχω, τα δίνω σε χυτήριο, τα λιώνει, τα κάνει και κάνω τα υπόλοιπα εγώ. Το ελατήριο, τα μπράτσα, αυτά που ανοίγουν και κλείνουν, την τέντα. Θα κάνω μπρούτζινα για να έχουν εμφάνιση καλή, γιατί άμα τα κάνεις σίδερα, πρέπει να το βάψεις μαύρο ή ένα άλλο χρώμα μπόγια. Ενώ ο μπρούτζος δίνει άλλη...
Έχει μείνει άλλος καροποιός στη Θεσσαλονίκη;
Όχι στη Θεσσαλονίκη, στην Ελλάδα! Μπορεί να υπάρχουν οι γέροι, δεν μπορούν να βγάλουν κάρο από την αρχή. Σε όλα τα χωριά άμα πας, έχει μουσεία…«Να, εγώ ήμουν σιδεράς θα πει». «Να κάνε καμιά τσάπα να κόβω τα χορτάρια». Από την αρχή δεν μπορεί να βγάλει κάρο.
Δεν έχει μείνει άρα κανένας άλλος;
Έτσι λέω εγώ. Για αυτό τα φέρνουν απ’ έξω. Πάνε από τα Σκόπια, πάνε από την Βουλγαρία, παίρνουν ένα έτοιμο ή ένα παλιό για οικονομικούς λόγους και το συμμαζεύουν. Εργαλεία έχουν πολλά. Πριόνια, ηλεκτροκολλήσεις. Αυτά το συμμαζεύουν και σου λένε: «Το έκανα εγώ». Δεν λέει: «Το πήρα έτοιμο». Ποτέ.
Μιας που τελειώνουμε τη συνέντευξη να σας ρωτήσω…. Αν μπορούσατε να γυρίσετε πίσω τον χρόνο, θα αλλάζατε αυτή τη δουλειά ή θα κάνατε πάλι το ίδιο επάγγελμα;
Κοίτα, εγώ τη δουλειά την αγάπησα. Ήθελα να την κάνω μεγάλη δουλειά. Να κάνω ένα εργοστασιάκι, να βγάλω και παραγωγή. Πώς κάνουν οι Κινέζοι; Βγάζουν οι Κινέζοι ένα; Χίλια βγάζουν οι Κινέζοι! Το ένα κάνει ίσα με δέκα, ενώ άμα βγάζει δέκα έχεις μεγαλύτερη κατανάλωση. Αλλά εμένα σκοτώθηκε ο γιος μου εδώ στην Ασπροβάλτα, αξιωματικός. Ήταν σε δέκα μέρες να απολυθεί. Ήταν στη Σκιάθο… Όχι Σκιάθο, απέναντι από την Αλεξανδρούπολη. Το ξέχασα και το νησί- — Σαμοθράκη — μαζί με έναν άλλον ανθυπολοχαγό από την Πάτρα και χτύπησαν σε ένα δέντρο νύχτα, γιατί ξεφόρτωναν τανκς αυτοί. Σπούδασε καλή δουλειά. Αθλητής ήταν. Σε όλα έβλεπε και τη δουλειά. Μπορούσα να ανοίξω εγώ δουλειά, αλλά από τότε τα παράτησα όλα. Αλλά τώρα το έχω για χόμπι αυτή τη δουλειά. Να περνάει η ώρα μου. Εδώ ούτε ΚΑΠΗ έχει, που κλείσανε και τα ΚΑΠΗ για παράδειγμα, αλλά ούτε και έμαθα να γυρίζω από νησί σε νησί. Άμα γυρίσω εγώ από νησί σε νησί, θα πάρω δουλειά. Ποιος θα τη βγάλει τη δουλειά; Για αυτό και τον Χρυσό Οδηγό και οι άλλοι που θέλουν διαφήμιση, λέω: «Δεν θέλω διαφήμιση». Απλώς περνάω την ώρα μου, αλλά και όπου μπορώ εξυπηρετώ τον κόσμο. Μεγάλη δουλειά. Κάνω δουλειές, τις οποίες δεν μπορεί να τις κάνει άλλος. Γιατί άμα την έκανε, δεν θα ερχόταν σ’ εμένα. Το σίδερο το επεξεργάζομαι όπως θέλω εγώ στο καμίνι. Το ξύλο τα ίδια. Αφού έρχονται μερικοί και λένε: «Πώς το έκανες το ξύλο έτσι; Πώς;». Σου είπα για εκείνη την κοπελίτσα που έγραφε: «Πως μετράς τη διάμετρο; Γύρω-γύρω;». Λέω: «Εύκολα. Έχω μια ροδέλα. Πώς είναι η τροχαία… Από εδώ μέχρι εκεί τράκαρες, έτσι; Μετράει η τροχαία με τη ροδέλα. Δέκα μέτρα. Γράφει η ροδέλα». «Α!», λέει η κοπέλα, «Εμείς, τρία και δεκατέσσερα. Το βρήκα αμέσως», λέει. Λέω: «Εγώ είμαι του δημοτικού. Το τρία και δεκατέσσερα το ξέρω αριθμητικά. Ούτε να το δουλέψω ξέρω, ούτε τίποτα. Αλλά εσύ με το τρία και δεκατέσσερα που θα μετρήσεις, εγώ θα το βρω πιο εύκολα με τη ροδέλα. Δεν έχω και υλικά. Άντε τρία και δεκατέσσερα. Το βαρέλι είναι στρογγυλό», λέω. «Η ρόδα είναι στρογγυλή. Από έξω τα μετράς έτσι γύρω-γύρω βάζεις και μια ταινία. Από μέσα; Πώς θα βάλεις την ταινία; Θα πέφτει η κοιλιά, θα χάσεις μισό πόντο; Έναν πόντο; Και όταν βάλεις το στεφάνι, θα πέσει. Ενώ αυτό μόλις θα το μετρήσω, έχει ακρίβεια. Δεν χάνει καθόλου. Για αυτό εμείς τις ρόδες που σφίγγουμε τη ρόδα, αφού μετρήσουμε τη ρόδα γύρω-γύρω, δεν μας νοιάζει πόσος πόντος είναι. Ξέρουμε. Πέντε ροδέλες ή κάτι. Βάζουμε και το σίδερο τόσο. Αφήνουμε για δύο πόντους, τρεις πιο κοντό το σίδερο. Κοντό. Ανάβουμε μια φωτιά, ζεσταίνεται το σίδερο. Μόλις ζεσταίνεται το σίδερο, τη ρόδα στον πάγκο επάνω. Τακ, το βάζουμε το σίδερο για τη συστολή-διαστολή. Τα μαθαίνεις όλα», λέω, «Συστολή-διαστολή. Μόλις το βάλαμε το σίδερο, αφού είναι ανοιχτό, μπαίνει το σίδερο με τις τανάλιες. Ρίχνουμε με το λάστιχο γύρω-γύρω νερό, παγώνει το σίδερο, το πρεσάρει το ξύλο. Ό,τι μπόσικα, έχει τα μαζεύω. Για αυτό και κρατάει πολλά χρόνια η ρόδα. Κατρακυλώντας».
Και δεν φθείρεται, δεν καταστρέφεται.
Δεν φθείρεται. Ναι.
Κύριε Κώστα, ευχαριστώ πάρα πολύ!
Πολλά μυστικά έχει η δουλειά, αλλά εγώ για να τα μάθω λέω αυτά, έκανα εβδομήντα χρόνια στη δουλειά. Εβδομήντα! Λοιπόν και μερικά που τα ξέχασα; Έτσι. Ύστερα, δουλεύοντας, μαθαίνεις κιόλας. Μου έφεραν από τη Ρουμανία τρεις άμαξες για επισκευή να τις πουλήσω εδώ. Τις έκανα σε δέκα μέρες, είκοσι! Ήρθε μια νταλίκα από εδώ από το γήπεδο εδώ, κάνει όπισθεν, τις φορτώνει. Πάει μια στον Βόλο, δεν ξέρω πού τις πήγε αλλού. Είδα άλλη τέχνη σε αυτών τη δου[01:30:00]λειά. Έλεγα: «Αυτό είναι καλό. Θα το κάνω και εγώ». Έφερναν από την Βουλγαρία οι τσιγγάνοι που πάνε μαζεύουν τα παλιά, αλλόκοτα πράγματα. Τσαλακωμένα. Λέω: «Αυτός για να πάρει το μεροκάματο, γύρισε το σίδερο, το στράβωσε, το έβαψε μαύρη μπογιά. “Δώσε το δρόμο να φύγει”». Γιατί αυτή ήταν πιο [Δ.Α.] από μας. Για αυτό ήθελαν να κατακτήσουν τη Θεσσαλονίκη, να πάρουν και τον Θερμαϊκό και τους έδιωξαν οι Έλληνες Μακεδονομάχοι από δω και πέρα. Τώρα είμαστε φίλοι. Πώς λένε; «Καρντάσια», που λένε και οι Τούρκοι.
Κύριε Κώστα, ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτή τη συνέντευξη.
Τίποτε. Ό,τι είπαμε, αυτά είναι.
Θέλετε να πείτε κάτι άλλο; Να προσθέσετε κάτι που ίσως δεν τον ρώτησα εγώ και είναι σημαντικό;
Τι να σας πω; Εγώ η δουλειά μου αυτή είναι.
Εντάξει. Ωραία, ευχαριστώ πάρα πολύ.
Οι παππούδες και οι γιαγιάδες έλεγαν «Ό,τι είπαμε και δεν είπαμε, εδώ να μείνουν». Δηλαδή δεν θα τα διαθέσουμε δεξιά-αριστερά. Εσύ πες τα στο αφεντικό εκεί… «Πήρα συνέντευξη στον τελευταίο καροποιό της Ελλάδος. Αν βρείτε άλλον -πες- να με τρυπήσεις τη μύτη». Έτσι θα τον πεις.
Εντάξει.
Λοιπόν, ο μεγαλύτερος καροποιός που ήταν στην Αθήνα — πιο μεγάλος από εμένα φυσικά — ήθελαν να κάνουν τις ρόδες στο Τρίτο Σώμα Στρατού. Έχει τα κανόνια εκεί έξω. Ο στρατός κράτος είναι. Δεν μπόρεσαν να βρουν κανέναν. Πήγαν σε αυτόν. Έχει ρόδες. Είναι φαρδιές και μεγάλες και χοντρές. Θα σε δείξω μια ρόδα εδώ μεγάλη έξω. 1.40 και δύο άτομα δεν μπορούν να τη μετακινήσουν εύκολα. Βαριές ρόδες. Αυτές πολέμησαν στην Αλβανία. Αμερικάνικες είναι. Τα κανόνια που πολεμούσαν εκείνα τα χρόνια. Δεν τις έπιανε κανένας. Είπαν στρατηγοί, είπαν σε όλη την Ελλάδα όλοι οι αξιωματικοί, ενημερώθηκαν! Για μεγάλη [Δ.Α.] μιλάμε. Αυτός λέει: «Έχω έναν στην Άσσηρο. Συνεννοηθείτε. Αν σας κάνει, καλώς». Με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει «Κοπάνα τους στην τιμή μη… Μεγάλες δουλειές, βαθιές δουλειές». «Εντάξει», του λέω. Με παίρνει ένας από εκεί μέραρχος, τι ήταν, μου λέει «Έχουμε πενήντα ρόδες. Θα ‘ρθεις να τις πάρεις; Να τις φωτογραφίσεις;». Λέω: «Ούτε έρχομαι ούτε και τις παίρνω», του λέω, στα ίσια. Γιατί ενημερώθηκα εγώ με τον άλλον που είναι βαριά δουλειά. «Ο στρατός έχει αυτοκίνητα, γιατί δεν τις φορτώνεις σε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο να τις φέρεις εδώ και να τις ξεφορτώσουν; Τι θα κάνω εγώ; Τον χαμάλη;». Να ‘ρθω, να θέλει και να τις φωτογραφίσω κιόλας; Λοιπόν, και τι θα πληρωθώ από τον στρατό; Ο στρατός έχει μείον τα εκατό, ΕΝΦΙΑ μείον, μείον… σεν θα πάρω και τίποτα. Διώξτε τους. «Δεν έρχομαι καθόλου», του λέω. «Ούτε έρχομαι, ούτε και φωτογραφίζω». Το έσβησε. Ενημερώνει το Δεύτερο Σώμα Στρατού — είναι στη Βέροια, κι αυτούς τους έχω κάνει, αλλά μικρές ρόδες στο μουσείο τους εδώ και τους έδωσα άσπρες — αυτός ήταν πιο ενημερωμένος. Ενημερώνουν το Τρίτο Σώμα Στρατού που είναι κυρίαρχο και το Τέταρτο στη Ξάνθη. Αυτός από δω, ξύπνιος αξιωματικός, μου λέει: «Κοίτα, θα σε επιστρατεύσω». Λέω: «Δέχομαι! Να τρώω τζάμπα φαΐ, ψωμί -λέω- και θα δουλεύω όποτε θέλω εγώ. Τι θα με κάνεις; Δεν μπορείς να με βάλεις και το μαχαίρι στο λαιμό. Άμα είσαι υπάλληλος, κοροϊδεύεις». Λοιπόν, λέω: «Τι θέλεις; Στείλε τις δύο ρόδες να τις δω πόσα κάνει», γιατί μια δόση -πρέπει να θυμάσαι- τον Καρούλια τον κατέβασαν από την παρέλαση και τα κανόνια που έμειναν εκεί, τα έβαλαν σωλήνες σιδερένιες και στέκονταν. Πάω, τις βλέπω, τις φωτογραφίζω, «θα τις κάνουμε» λέω. Μια κοπέλα, επιλοχίας από δω από την Ξυλούπολη πρέπει να ήταν. Αυτή οδηγούσε. Φέρνει και δυο φαντάροι, κατεβάζουν δύο ρόδες. «Πω πω -λέω- τι ρόδες είναι αυτές; Μεγάλες». Μου λέει η κοπέλα: «Είπε ο στρατηγός -έτσι το λένε- να τις κάνουμε». «Σε μια βδομάδα -λέω- γιατί θέλει δουλειά». Μόλις τις έκανα, τις είδε αυτός. Του άρεσαν. «Θα σου στείλω άλλες δύο». Άλλες δύο; Πέντε-έξι έστειλε. Για τα λεφτά τώρα. Μόλις είπαμε τα λεφτά, επειδή ήταν παραδόπιστος αυτός. Φυσικά, από τσέπη δεν τα βάζουμε, από το ταμείο… Είναι ένας καλός αξιωματικός ταξίαρχος από τον — όχι Φέρε, λίγο πιο πάνω, το παραμεθόριο είναι — Έβρο. Μου λέει: «Κοίτα πρώτα τα λεφτά να πάρεις και ύστερα τις ρόδες, γιατί άμα σε βάλουν στο χέρι αυτοί θα τα πάρεις, αλλά σιγά-σιγά και λίγα-λίγα». Ήρθαν και κάνα δυο φορές εδώ δύο ταξίαρχοι. Αφού τα είπαμε, όλα καλώς, ωραίος ήταν κάνουμε τα χαρτιά πάω στον Αναστασιάδη εδώ δίπλα. «Κόψε ένα τιμολόγιο στο όνομά μου». Πήρα ξύλα, πήρα εκείνα και δουλειά μέσα. Βάζει τριακόσια ευρώ αυτός. Λέει εκείνος: «Πολλά είναι τα λεφτά». «Πιο πολλά έπρεπε να βάλω, αλλά επειδή είμαστε στον στρατό -λέω- εντάξει, έγινε η δουλειά». Του λέει ένας ταξίαρχος: «Βγάλτε λεφτά, δώστε». Λέει ο άλλος: «Το ταμείο είναι μείον. Δεν έχουμε μια». Του λέει αυτός: «Για πετρέλαιο πώς έχετε λεφτά, ρε; Λάστιχα για τα αυτοκίνητα από που πήρατε και αγοράσατε; Από εκείνο το ταμείο. Δώστε στον άνθρωπο τρεις χιλιάδες-τέσσερις πόσο θέλει. Δώσε τα στο χέρι κι εσύ βρες τον λογαριασμό. Κανόνισέ τα. Αφού είσαι στο σπίτι, το ταμείο δε ξέρεις πού είναι τα λεφτά; Πάρε από εκείνο το ταμείο, βάλε σε εκείνο το ταμείο». Τα πήρα που λες και ησύχασα. Μόλις τα πήρα, χαμογέλασε αυτός. Του λέω: «Έχεις και δύο ρόδες μικρές στον Λαχανά». Έκαναν μια γιορτή «μπαμ, μπουμ», 21 Ιουνίου, πότε κάνανε… Πάω εκεί. Αξιωματικοί μεγάλοι όλοι αραδιάστηκαν, γιατί τον Λαχανά κάνει κουμάντο ο νομός Σερρών. Εκεί υπάγονται αυτοί, όπως εσείς στο Ωραιόκαστρο. Πάω εκεί. Μια κοπέλα ανθυπολοχαγός σέρβιρε καφέδες. Λέω την κοπέλα «Επιτρέπεται να μιλήσω τον στρατηγό;». «Πώς; Πώς; Επιτρέπεται». Δεν είναι όπως Τσίπρας που έρχεται και Μητσοτάκης και έχει διακόσιοι χωροφύλακες να τον φυλάνε. Αυτοί ελεύθεροι είναι. Πάω που λες: «Στρατηγέ, γεια σου». «Γεια. Ο καροποιός είσαι!». «Ναι». Με στάμπαρε. «Είχες ένα Ρουμάνο, ρε; Τι τον έκανες τον Ρουμάνο;». «Ο Ρουμάνος -λέω- έφυγε. Πάει στη Ρουμανία να ανοίξει μαγαζί και από εκεί να φύγει στην Αγγλία να πάει να δουλέψει εκεί. Να τις κάνουμε αυτές τις ρόδες». «Δεν έχει λεφτά το ταμείο, ρε. Γι’ αυτό στέκονται έτσι», λέει, «Άστες να στέκονται εκεί πέρα». Εν τω μεταξύ, από την άλλη μεριά σου λέει: «Εγώ θα βγω στη σύνταξη σε λίγο καιρό. Τι, τον μπελά μου θέλω να μπλέξω ξανά με τις ρόδες;». Είπε την αλήθεια ο άνθρωπος.
Έτσι είναι. Λοιπόν, κύριε Κώστα, ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να είσαι καλά.
Να είστε καλά. Εγώ το κλείνω τώρα, εντάξει;
Ναι.