© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Τάκης Βαμβακίδης: Ο περήφανος Πόντιος, ο αξιαγάπητος καραγκιοζοπαίχτης
Istorima Code
11236
Story URL
Speaker
Δημήτριος Βαμβακίδης (Δ.Β.)
Interview Date
04/01/2021
Researcher
Κωνσταντίνος Μιχαήλ (Κ.Μ.)
[00:00:00]Καλησπέρα σας, μήπως θα μπορούσατε να μας πείτε το όνομα σας;
Βαμβακίδης Τάκης, ετών 65, γεννηθείς το 1955 στο χωριό Βελέσνικο Ελασσόνας, του Νομού Λάρισας και στην ταυτότητά μου γράφει «Βαμβακίδης Δημήτριος του Δημητρίου και της Φωτεινής».
Πολύ ωραία. Σήμερα είναι 5 Ιανουαρίου 2021, βρισκόμαστε στην Κυψέλη, είμαι ο Κωνσταντίνος Μιχαήλ, ερευνητής απ’ το Istorima. Μαζί μας σήμερα είναι ο κύριος Τάκης Βαμβακίδης και μπορούμε να ξεκινήσουμε.
Κύριε Βαμβακίδη, μου είπατε ότι γεννηθήκατε στην Ελασσόνα.
Στο χωριό Βελέσνικο της Ελασσόνας.
Μπορείτε να μας πείτε λίγα πράγματα για τα παιδικά σας χρόνια; Τι αναμνήσεις έχετε από το χωριό σας;
Ναι. Προσπαθώ πάντα, να βάλω ένα χρονικό όριο, από πότε θυμάμαι. Πολλές φορές κάνω αυτή την άσκηση στο μυαλό μου και στην ψυχή μου και τί γίνεται; Έτσι συμβαίνει και με όλους τους ανθρώπους, πιστεύω. Θυμάμαι γεγονότα, μνήμες που η ηλικία είναι πέντε χρονών και δε θυμάμαι πράγματα, που γίνανε σε μεγαλύτερη ηλικία ας πούμε. Αλλά από τη δευτέρα- τρίτη δημοτικού έχω κάποιες μνήμες. Είχαμε τότε, το μονοθέσιο δημοτικό σχολείο Αετοράχης, είναι το επόμενο όνομα που δώσανε στο χωριό. Το πρώτο όνομα ήταν Βελέσνικο και μετά, με τις μετονομασίες Αετοράχη. Στο μονοθέσιο Δημοτικό σχολείο Αετοράχης ήμασταν τότε 40-45 παιδιά. Το χωριό μου ανήκε στην κοινότητα Τσαριτσάνης. Μετά από τη κοινότητα Τσαριτσάνης, πήγαμε στο δήμο της Ελασσόνας, που ήταν συνοικισμός του δήμου Ελασσόνας. Στο χωριό μου λοιπόν με τα 32 σπίτια, τότε ήταν 250 οι κάτοικοι, τώρα είναι βεβαίως 70 οι κάτοικοι. Έχει αραιώσει, έχει ερημώσει το χωριό. Θυμάμαι πολύ καλά τα ατέλειωτα παιχνίδια που κάναμε στα σοκάκια, θυμάμαι τα παιχνίδια: τα σκλαβάκια, το κλέφτουρματς, την τσαντσάκα, το διάταγμα, τη σβούρα, τις μπίλιες. Θυμάμαι στους κήπους που πηγαίναμε και παίρναμε φρούτα και μερικές φορές κάναμε και αθώες… Μπαίναμε σε ξένα χωράφια και σε ξένους καρπούς και μας κυνηγούσαν οι αγροφύλακες ή με την ομάδα, την ποδοσφαιρική, που οι μεγαλύτεροι από εμάς, κρυφά πήρανε σιτάρι από κάθε σπίτι, δεν υπήρχαν λεφτά τότε, ρευστά. Πήραν από έναν ντενεκέ σιτάρι από κάθε σπίτι, το κάνανε αυτό χρήμα και πήραν τις πρώτες φανέλες του «Ολύμπου Αετοράχης». Έτσι λεγόταν η ομάδα. Μετά, όσο μεγαλώναμε, με το σύλλογο τον πολιτιστικό.
Θυμάμαι τους παππούδες της πρώτης γενιάς, που ήρθαν από την πατρίδα, από το Μουρασίλ. Το χωριό του παππού μου είναι το Μουρασίλ της επαρχίας Σεβάστειας του Πόντου. Από εκεί λοιπόν ήρθανε 70-80 περήφανοι Πόντιοι, πρόσφυγες, ξεριζωμένοι και αυτοί έχτισαν πάνω στα ερείπια ενός πολύ παλιού χωριού, έχτισαν το Βελέσνικο. Και γεννήθηκα, και γνώρισα και θυμάμαι πολύ καλά αυτούς που ήρθαν, οι πρόσφυγες από εκεί, τον Τζιοντούλ, τον Μπατζανίδη, τον Ανέστη, τον... Τον παππού μου δεν τον γνώρισα, δεν ήρθε. Οι γονείς μου και οι γονείς όλων της ηλικίας της δικής μου γεννήθηκαν στην Αετοράχη. Οι γονείς μου γεννήθηκαν, είναι η «δεύτερη γενιά» που λέμε. Εμείς είμαστε η «τρίτη γενιά» και τα παιδιά τα δικά μου, τα δικά μας, της δικής μου ηλικίας είναι η «τέταρτη γενιά». Θυμάμαι και έζησα ανθρώπους της «πρώτης γενιάς». Η τελευταία, έξι χρονών που ήρθε από την πατρίδα, έφυγε πριν δέκα χρόνια. Η «Κόζαναλούσα» που την λέγαμε, το παρατσούκλι της, γιατί ήταν από τη Κοζάνη, νύφη. Κι όταν πέθανε, όταν έφυγε από τη ζωή η «Κόζαναλούσα» ένιωσα Κωνσταντίνε μου, ότι σαν να έχασα τις ρίζες μου, γιατί ήταν η τελευταία που είχε ρίζα, που ήρθε από την πατρίδα. Μετά την «Κόζαναλούσα» δεν υπήρχε και δεν υπάρχει στο χωριό μας τώρα πια άνθρωπος, κορμί και ψυχή, που ήρθε από τον Πόντο. Και σε όλη την Ελλάδα, όπου ζουν Πόντιοι, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, Τρίτη 5 Γενάρη του 20[00:05:00]21, από την πρώτη γενιά ίσως να υπάρχουν ακόμη δύο-τρεις άνθρωποι πάνω στη γη, 105,106,103,104 και ακούμε «Πέθανε και η τελευταία Πόντια στα Γιαννιτσά». Μπορεί ακόμη να ζουν, γιατί τα χρόνια πέρασαν.
Εσείς μου είπατε ότι είστε στην «τρίτη γενιά» αλλά έχετε μνήμες και από αυτούς που είχαν έρθει.
Βέβαια!
Τους 80 ανθρώπους, που είχαν έρθει από τον Πόντο.
Στην περιοχή μου.
Τι χαρακτηριστικά θα δίνατε σε αυτούς τους ανθρώπους; Τι θυμάστε από αυτούς τους ανθρώπους;
Αγράμματοι σοφοί, το πρώτο. Κατατρεγμός, δυστυχίες, ξεριζωμοί, δεν σπούδασαν, δεν μάθανε γράμματα με χαρτί και με μολύβι, όπως θα έπρεπε, αλλά όμως γνώρισα και θυμάμαι και ζω με τη σοφία τους. Μερικές φορές η ζωή, η σκληρότητα και ο αγώνας της ζωής για την επιβίωση και η μάχη με τη φύση, με την πέτρα, με τα πουρνάρια, να χτίσουν σπίτια με τούβλα στην αρχή, με λάσπη, λάσπη, να... Τούβλα, από λάσπη, τούβλα, μετά πέτρες, μετά... Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, ήταν σοφοί και άκουγα τις κουβέντες τους. Ήταν και άγριοι, δυναμικοί, ορμητικοί, είχανε και καβγάδες. Ήταν παρθένοι άνθρωποι. Είχαν μια παρθενία στη σκέψη τους και μια αγνότητα και μια ορμητικότητα, αλλά και σοφία και αλληλεγγύη. Να χτίσουν σχολείο, να χτίσουν εκκλησία. Θυμάμαι την εκκλησία... Ήμουνα πέντε χρονών, έξι χρονών και θυμάμαι εθελοντές, που κουβαλάγανε με τους ντενεκέδες τη λάσπη, για να χτίσουν εκκλησία, το σχολείο να χτίσουνε. Μετά και εμείς πήραμε ήθος και αξιοπρέπεια από αυτούς και από τους γονείς μας βέβαια και εμείς προσπαθήσαμε να χτίσουμε και να αφήσουμε κάτι στο χωριό μας σαν άνθρωποι της δράσης και της ζωής.
Στο σπίτι σας, επειδή κατάγεστε από μια ποντιακή γενιά, έχετε μια ποντιακή καταγωγή, τί έθιμα και τί παραδόσεις κρατήσατε από την πατρίδα σας;
Θυμάμαι το ουρλιαχτό, ακόμα στα αυτιά μου, του γουρουνιού, που κάθε χρόνο, όλοι είχαν γουρούνι και το σφάζανε τα Χριστούγεννα, για να κάνουν τρόφιμα, να βάλουν τα τσιγλάνια, το παστό και θυμάμαι τις κραυγές των γουρουνιών την ώρα που τα σφάζανε, Χριστούγεννα. Θυμάμαι… Μας μάθανε πως να πιάνουμε.. Όταν χιόνιζε στο χωριό, μικρός ήμουνα, καθαρίζαμε λίγο από το χιόνι και έβαζα το κοσκίνι με ένα ξυλάκι και το σκοινάκι και βάζαμε ας πούμε για τα πουλάκια. Τώρα δε θα το έκανα. Δε θα φυλάκιζα πουλάκια τώρα πια, ούτε στα παιδιά μου το δείχνω και το υποδεικνύω αυτό, αλλά το κάναμε αυτό. Τα ήθη και έθιμα, τους χορούς, τα έθιμα τα ποντιακά με τις χορευτικές παραστάσεις, τα φαγητά τα ποντιακά: η «σορβά» τα «τανέας», τα... Μαζεύαμε με τη γιαγιά μου, ένα- ένα μου έρχονται στο μυαλό... Πηγαίναμε πάνω στις πλαγιές και μαζεύαμε τα «κουσκούρια» από τα ζώα. Τα απορρίμματα των ζώων όταν στεγνώνανε, τα βάζαμε και τα καίγαμε, ήταν καύσιμο υλικό. Στα δέντρα μαζεύαμε τα σύκα, μαζεύαμε τα αχλάδια με τη γιαγιά μου, πρώτης γενιάς! Με το γάιδαρο πηγαίναμε και μαζεύαμε τα πορτένια και ξύλα διάφορα από το βουνό, για να έχουμε για τη θέρμανση μας το χειμώνα. Πολλά, πολλά... Τα παιχνίδια από το Πόντο που φέρανε... Πολλά, πολλά θυμάμαι..
Η γιαγιά σας είναι-μου είπατε- και αυτή πρώτης γενιάς.
Η γιαγιά η Παρθένα, η «Τσουλάβα».
Είχε έρθει και αυτή από τον Πόντο.
Από τον Πόντο ήρθε ναι.
Θυμάστε κάποια ιστορία που σας είχε πει;
Απ’ τη γιαγιά μου, δεν μας έλεγε ιστορίες η γιαγιά μου. Ήταν και καντηλανάφτισσα η γιαγιά μου στην εκκλησία του χωριού. Οι ιστορίες, δύο συγκλονιστικές ιστορίες, που μου είπε και τις αφηγήθηκα, [00:10:00]εκ των υστέρων σαν ηθοποιός πια και αν θέλεις να τις επαναλάβουμε. Ο παππούς μου ήταν ψάλτης στην εκκλησία. Ο παππούς μου ο Χρήστος ο Δημητριάδης, μου είπε δύο μαρτυρίες, τις οποίες είναι στη ζωή μου η «καλημέρα» και η «καληνύχτα» μου. Δεν τις ξεχνάω ποτέ! Είναι συγκλονιστικές βέβαια, γιατί έγιναν στην περίοδο, τη χρονική περίοδο του ξεριζωμού, της γενοκτονίας. Οι «άνθρωποι» εντός εισαγωγικών αυτοί, λέω εντός εισαγωγικών, γιατί δε θεωρείται, δε λογαριάζεται, σύμφωνα με τους νόμους της καρδιάς και τους νόμους της φύσης, δε λογαριάζεται άνθρωπος που διατάζει άλλους ανθρώπους να μαζέψουν τα γυναικόπαιδα, -και μπαίνω στην ιστορία- τα παιδιά, τα μικρά παιδιά. Και μαζεύανε τα μικρά παιδιά, για να πονέσουν, για να πληγώσουν, για να εκδικηθούν... Για ποιόν λόγο και ποιόν; Δεν κατάλαβα ποτέ. Μαζεύανε τα παιδάκια τα μικρά, τα βάζανε σε μικρά σαπιοκάραβα, σε σχεδίες δηλαδή και τα πηγαίνανε στο βάθος του ωκεανού, της θάλασσας δηλαδή και οι μάνες ουρλιάζανε, οι πατεράδες κραυγές «Που είναι τα παιδάκια;» Αυτοί οι άνθρωποι, οι Τσέτες, -οι «άνθρωποι» εντός εισαγωγικών, ο φασισμός δηλαδή και η αγριότητα, η βαρβαρότητα- και γυρίζανε μετά, με άδεια. Δηλαδή, υπήρξαν κορμιά και ψυχές, κορμιά με καρδιά, με μάτια, που βάζαν τα παιδάκια πάνω στη σχεδία, στην τράτα, στο σαπιοκάραβο, καράβι… Και το πηγαίναν και σπρώχνανε και ρίχνανε τα παιδάκια και πνιγόντουσαν τα παιδάκια και γυρίζαν αυτοί οι άνθρωποι πίσω, υγιείς, αρτιμελείς και πηγαίναν σπίτι, και γευματίζανε με τα δικά τους τα παιδιά και κοιμόντουσαν και κάνανε έρωτα με τη δική τους τη γυναίκα και την άλλη μέρα, λέγανε «Καλημέρα» στους γείτονες. Αυτό, δεν μπορεί η ανθρωπότητα να μην το έχει σαν φάρο. Τουλάχιστον, να μην ξανασυμβεί και να ζητήσουν συγγνώμη. Επίσης, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι μαζεύαν τα γυναικόπαιδα, τα κλείνανε σε εκκλησίες και βάζαν ξερά ξύλα γύρω- γύρω, ανάβαν τα ξύλα, τις φωτιές και καιγόταν η εκκλησία μαζί με γυναικόπαιδα. Μαζί με τα ξερά ξύλα καιγόντουσαν ανθρώπινα κορμιά και ανθρώπινες ψυχές. Αυτές οι δύο ιστορίες, που μου τις είπε ο παππούς μου, ο «Χαρέκουλες» και είναι φάρος στη ζωή μου, για να κρατιέμαι, να κρατάω και πίκρα και θυμό και να αγωνίζομαι για να μην ξανασυμβεί. Μια συγγνώμη από τους απογόνους αυτών των ανθρώπων τη θέλουμε και την περιμένουμε και αγωνιζόμαστε να μην ξανασυμβεί σε κανένα σημείο του πλανήτη αυτή η γενοκτονία, και σε όλα τα σημεία του πλανήτη, να μην υπάρχει άνθρωπος χωρίς εμβόλιο και παιδάκια χωρίς εμβόλιο και χωρίς καθαρό νεράκι και οξυγόνο. Αυτός είναι ο αγώνας μας.
Ήθελα να σας ρωτήσω πάνω σε αυτό. Για εσάς, τι σημαίνει η 19η Μαΐου;
Είναι ένας φάρος που δεν σβήνει ποτέ. Όπως ο φάρος, για να προστατεύει τα καράβια στα βάθη και στα πέλαγα, ο φάρος αναβοσβήνει βέβαια και καλά κάνει, για να είναι έντονη η παρουσία του. Αυτός ο φάρος στην ψυχή μας, στους Ποντίους, αλλά και στους φιλο-Ποντίους, δεν αναβοσβήνει. Είναι συνέχεια αναμμένος, να φωτίσει και να δείξει στα παιδιά μου, στα εγγόνια μου, στους ανθρώπους όλους, ότι εδώ έγινε ένα έγκλημα το οποίο δεν πρέπει να ξαναγίνει. Δηλαδή, είναι η γιορτή, η ημέρα μνήμης και όχι γιορτής, αλλά εγώ το λέω και γιορτή, με την έννοια ότι πρέπει να είναι γιορτή αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας και αγώνα να μην ξανασυμβεί. Αυτό είναι η 19η Μαΐου. Τη γιορτάζουμε, την τιμούμε. Τιμούμε τη μνήμη μας στις 19 Μαΐου και κάθε φορά, κάθε χρόνο πηγαίνω σε δεκάδες συλλόγους και κάνω αφηγήσεις, για να μάθει η νέα γενιά τί έχει συμβεί ας πούμε…
Σας ξαναπάω λίγο πίσω. Τελειώνοντας το σχολείο στο χωριό σας, με τι θέλατε να ασχοληθείτε;
Έπαιζα σκετς στο σχολείο και θυμάμαι ότι ερχόντουσαν και απ’ τα διπλανά χωριά στα σκετς τα δικά μας, γι[00:15:00]α να δούνε, στο σκετς που έπαιζε ο «Τακούλης», εγώ δηλαδή. Δεν ξέρω αυτό πως… από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε στο διπλανό χωριό, στο Στεφανόβουνο και τη Γαλανόβρυση, και ερχόντουσαν να δουν τα σκετς, για να γελάσουν με το παιδί αυτό, το παιδί αυτό το παράξενο. Είχε μια παραξενιά. Μετά, στην κατασκήνωση, στον Κοκκινοπηλό, ο αείμνηστος δάσκαλός μου, ο Νίκος ο Γκανέτσος, μου έδωσε ένα σκετς και έπαιξα μπροστά σε 500 παιδιά και στους δασκάλους που ήταν υπεύθυνοι για την κατασκήνωση. Θυμάμαι πως γελάγανε και τότε-αυτό που με ρώτησες- τότε ένιωσα ότι μου αρέσει αυτό, να κάνω τους ανθρώπους να γελάνε και στην πρώτη Γυμνασίου, πήγα στο καμαρίνι του Γιώργου Φούντα που έπαιζε τότε στο «Ολύμπιον» τον έναν από τους δύο σινεμάδες που είχε τότε η Ελασσόνα. Είδα τη παράσταση του Γιώργου Φούντα «Του φτωχού το αρνί» λεγόταν και πήγα στο καμαρίνι του, έφυγα απ’ την τάξη μου, με ψάχνανε έξω οι καθηγητές και εγώ έλλειπα και πήγα στο καμαρίνι και του λέω «Θέλω να γίνω όπως εσείς». Μετά πέρασαν τα χρόνια, έγινα τελικά ηθοποιός. Πέρασα στο Πανεπιστήμιο, πήγα Δραματική Σχολή, για λόγους οικονομικούς δεν τελείωσα τη Δραματική Σχολή, αλλά πήρα κάποια βραβεία αντρικού ρόλου και συνέχισα σαν ηθοποιός και συνάντησα το Γιώργο το Φούντα, αφού έγινα ηθοποιός, στο Βεάκειο θέατρο, που ήρθε και με είδε και πήγα μετά εγώ και του είπα «Εγώ είμαι αυτό το παιδάκι που ήρθα στο καμαρίνι, κύριε Φούντα». Δεν το θυμόταν βέβαια, αλλά ήταν συγκινητική η στιγμή αυτή. Έγινε αυτό που ήθελα. Ήθελα να ζω και ζωές άλλων ανθρώπων. Ήθελα να φεύγω από το δικό μου κορμί και να γίνομαι κι άλλος άνθρωπος κι έτσι κι αλλιώς, να ζήσω πολλές ζωές.. Για αυτό λένε ότι «Οι ηθοποιοί είναι τυχεροί, ζουν πολλές ζωές και συναισθήματα πολλών ανθρώπων. Τριπλασιάζουν τη ζωή τους» Έγινα ηθοποιός. Έγινα αυτό που ήθελα. Έζησα στιγμές και δύσκολες οικονομικά, αλλά όμως είμαι ευτυχισμένος, γιατί έζησα συναισθήματα και ζω ακόμη βεβαίως, γιατί τα όνειρα δεν τελειώνουν ποτέ.
Εκτός από το να γίνετε ηθοποιός, ασχοληθήκατε αρκετά και με τον Καραγκιόζη.
Ναι. Μέσα στο «ηθοποιός» είναι και αυτό, αλλά παρόλα αυτά, όπως το είπες, είναι ξεχωριστή τέχνη και ξεχωριστός ρόλος. Ο Καραγκιόζης σαν ρόλος είναι πολλοί ρόλοι μαζί και μου το είπε αυτό ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο δάσκαλός μου επί 22 συναπτά έτη. Ζήταγε έναν ηθοποιό για το ρόλο του Καραγκιόζη, πήγα εγώ να του ζητήσω βοήθεια, γιατί ήθελα να κάνω για ένα τηλεοπτικό show τον Καραγκιόζη και του ζήτησα βοήθεια και μόλις με είδε, από το φιζίκ, από το πρόσωπό μου και από τις αντιδράσεις μου και από το τρόπο που μίλαγα, μου λέει: «Εσύ θα κάνεις το Καραγκιόζη». Έτσι, επί τρεις δεκαετίες σχεδόν, κάνω και τον ρόλο του ζωντανού Καραγκιόζη. Τα τελευταία χρόνια έκανα και δικό μου μπερντέ, έκανα δικές μου φιγούρες και κάνω και τον καραγκιοζοπαίχτη. Κάνω τον καραγκιοζοπαίχτη! Δεν τολμώ να πω ότι είμαι καραγκιοζοπαίχτης. Καραγκιοζοπαίχτης ήτανε τα «ιερά τέρατα» ο Σωτήρης Σπαθάρης που γέννησε τον Ευγένιο Σπαθάρη, ο Βέγγος.. Ο Βάγγος, συγγνώμη. Ο Βέγγος μου ήρθε στο μυαλό, γιατί είχε πει ο δάσκαλός μου, ο Ευγένιος Σπαθάρης, ότι «Ο ιδανικός ηθοποιός, που θα έπρεπε να παίξει τον Καραγκιόζη, ήταν ο Θανάσης Βέγγος» Ο Χαρίδημος, ο Βάγγος, καραγκιοζοπαίχτες τεράστιοι. Βέβαια και σήμερα υπάρχουν καραγκιοζοπαίχτες σπουδαίοι, αλλά εκείνοι οι παλιοί ήταν μια φουρνιά πολύ δυνατή. Κάνω το ρόλο του Καραγκιόζη, κάνω το ζωντανό Καραγκιόζη περισσότερο, γιατί αγαπάω πολύ τα παιδιά, τα αγαπούσα και πριν κάνω δικό μου παιδί. Τα αγαπούσα και τα αγαπάω πολύ και κάνω παραστάσεις, όπως τώρα που θα κάνουμε μια παράσταση για το Ελληνικό Χωριό στο Φίλυρο, για τα παιδιά που πρέπει να τα συμπαραστεκόμαστε, λοιπόν. Ένα ίδρυμα, που συμπαραστέκεται στα παιδιά τα κακοποιημένα, τα ορφανά και κάνω παραστάσεις του Καραγκιόζη. Δηλαδή, δεν είναι το επάγγελμα μου. Είναι το χόμπι μου, το χιούμορ μου, τον λατρεύω σαν ρόλο, όμως είχε ζήτηση και τον έπαιξα και επαγγελματικά και μου έδωσε και ψωμί. Ο Καραγκιόζης που λέει «Πεινάω, πεινάω, πεινάω» με τον ρόλο αυτόν, χόρτασα ψωμί.
Τι συμβολίζει για εσάς ο Καραγκιόζης;
Ο Καραγκιόζης είναι ο άνθρωπος «Ο άφραγκος Ωνάσης». Ο χιουμορίστας, ο αισιόδοξος χωρίς [00:20:00]στέγη. Ο χιουμορίστας και ο ευχάριστος χωρίς να έχει ταβάνι στην παράγκα. Όταν βρέχει, ρωτάει ο Χατζιαβάτης τον Κολλητήρη-ένα από τα τρία παιδιά του Καραγκιόζη, ο Κολλητήρης Δ.Α. και Κοπρίτης- «Που μένετε;» «Εδώ, στο σπίτι μας» του λέει. «Μα, αυτό δεν έχει κεραμίδια. Όταν βρέχει τι κάνετε;» ρωτάει στον Κολλητήρη. «Βγαίνουμε έξω για να βραχούμε λιγότερο» Βγαίνει έξω από την παράγκα, γιατί η παράγκα είναι διάτρητη, βρέχεται. Βγαίνει έξω, για να βραχεί λιγότερο. Έξω λιγότερο θα βραχεί, από ό,τι θα βραχεί στη παράγκα, γιατί είναι και οι σταγόνες φαίνεται, οι σταλαγμίτες και οι σταλαχτίτες. Αυτός ο άνθρωπος, που όταν βρέχει, βγαίνει έξω για να βραχεί λιγότερο, δίνει χαρά, δίνει ζωή, λέει στους ανθρώπους ότι «Η ζωή είναι όμορφη» τους κάνει να γελάνε και που και που, καμιά φρατζόλα, την αρπάζει από το φούρνο και καλά κάνει. Αυτός είναι ο Καραγκιόζης. Είναι «ο Ζορμπάς της πείνας» «ο Ζορμπάς της ζωής». Ο φτωχός γλεντζές και χιουμορίστας. Τον λατρεύω σαν ρόλο τον Καραγκιόζη και τον σπουδάζω μέρα και νύχτα.
Μπορούμε να πούμε ότι ο Καραγκιόζης είναι συνδεδεμένος με τις δύσκολες στιγμές της Ελλάδας ανά τα χρόνια;
Ναι.
Εσείς το απεικονίζετε αυτό μέσα από το έργο σας; Το έχετε δει ή βάζετε νέα στοιχεία;
Γράφονται και έργα σύγχρονα και με επικαιρότητα και με σάτιρα επικαιρότητας, όμως ο δάσκαλός μου-εγώ δεν τα έχω παίξει ακόμα αυτά τα έργα, ευελπιστώ να προλάβω να τα παίξω- έπαιζε και ηρωικά έργα και έργα κοινωνικά, αντίστασης για τους Γερμανούς. Μάλιστα, σε ένα έργο την ώρα που έπαιζε, τον συνέλαβε η Kommandantur και τον πήγε στο τμήμα τον Ευγένιο Σπαθάρη, γιατί έπαιζε έργο, το οποίο ήταν, για αυτούς, ύποπτο. Ήταν έργο που έλεγε αλήθειες και μίλαγε για ελευθερία και τον κλείσανε στο κελί, που λέμε. Αυτά τα έργα, τα ηρωικά του Ευγένιου, αυτά θέλω να αναβιώσω και έργα, τα οποία έγραψε ο Βασίλης Ρώτας. Ο Βασίλης Ρότας ασχολήθηκε πολύ με τον Καραγκιόζη και έγραψε έργα κοινωνικά, όχι μόνο απλά έργα, όπως «ο Καραγκιόζης αστροναύτης» «ο Καραγκιόζης φούρναρης» διασκεδαστικά και ανάλαφρα έργα και περιπέτειες και γκάφες και ιστορίες. Έδωσε στο Καραγκιόζη κοινωνική και πολιτική διάσταση και τον χρησιμοποίησε, τον εκμεταλλεύτηκε με την καλή έννοια, να δείξει ότι ο φτωχός που αγωνίζεται, που πρέπει να αγωνίζεται για να έχει φαγητό και αξιοπρέπεια και στέγη, όπως έχουν οι πλούσιοι. Όχι χρυσά πόμολα ο Αμπράμοβιτς και λάσπη νερό, το παιδί στην Αφρική.
Ήθελα να μου μιλήσετε λίγο για το… Μου είπατε ότι ήσασταν 22 χρόνια μαζί με τον Ευγένιο Σπαθάρη. Τι αναμνήσεις έχετε από αυτή τη συναναστροφή;
Συγκλονιστικές! Κάναμε παρέα, φίλοι. Δεν σταμάτησα ποτέ να τον λέω «Κύριε Ευγένιε» και όταν... μέχρι να φύγει από τη ζωή «κύριε Ευγένιε» τον έλεγα. Άλλοι που ήταν στην δουλειά, τολμήσαν και τον είπαν «Ευγένιε» εγώ ή «δάσκαλε» ή «κύριε Ευγένιε». Κάναμε παρέα, κανονικότατη παρέα σαν φίλοι και το κρασάκι μας και η παρεΐτσα μας, πειράζαμε και την παρέα μας και αστεία λέγαμε, στο σπίτι του έμπαινα-έβγαινα, στο Μαρούσι. Ήταν ένας τίμιος άνθρωπος. Τεράστιος καλλιτέχνης του Θεάτρου Σκιών. Ο Ευγένιος Σπαθάρης δεν ήταν ένας ακόμα καραγκιοζοπαίχτης. Ο Ευγένιος Σπαθάρης ήταν ο Καραγκιόζης. Δεν έκανε μίμηση. Όλοι κάνουμε το Καραγκιόζη. Ο κάθε καραγκιοζοπαίχτης προσπαθεί να μιμηθεί. Ο Σπαθάρης μίλαγε με την κανονική του φωνή. Δηλαδή δεν έλεγε, δεν προσπαθούσε με το «Θα φάμε, θα πιούμε» το έλεγε με την κανονική του φωνή. «Θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε» εγώ τώρα, κάνω μίμηση. Η φυσική μου φωνή είναι «Θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε». Αυτή είναι η φωνή του Τάκη, όμως δεν έχει το χρώμα του Καραγκιόζη. Το χρώμα της φωνής του Σπαθάρη ήταν η φωνή του Καραγκιόζη. Όλοι προσπαθούμε να μιμηθούμε τη φωνή, όχι του Καραγκιόζη, τη φωνή του Ευγένιου Σπαθάρη. Αυτός ήταν ο Σπαθάρης. Αλληλέγγυος, αγαπητός, τον λάτρευε. Μόνος του κράταγε οκτώ φιγούρες. Μία με[00:25:00] τα δόντια, με τις μασχάλες, με τα χέρια, με το στήθος, με τα πόδια, ήχους με το στόμα, τον ήχο του φιδιού, τον ήχο του αγέρα. Φαινόμενο! Στη Μόσχα… θα σου πω μια μαρτυρία. Έκανε ένας ένα φεστιβάλ… Μόνος του έπαιζε. Πήγε με τις 72 φιγούρες στη Μόσχα, έπαιξε, τελείωσε. Αφού έκανε 72 διαφορετικές φωνές, για κάθε φιγούρα, στο τέλος, γύρισε ο μπερντές και βγήκε να χαιρετήσει, να εισπράξει το χειροκρότημα. Ξαναβγήκε, δεν σταμάταγαν οι Μοσχοβίτες, οι πολιτισμένοι άνθρωποι, να χειροκροτάνε. Βγήκε μια, βγήκε δύο, σεμνός, [Δ.Α.:00:25:32] είπε στον μεταφραστή «Πες στον υπεύθυνο, να πάει να τους πει, ότι θα πάμε να φάμε» «Περιμένουνε» λέει, τον λέει ο Ρώσος. «Τι περιμένουν; Βγήκα μια-δύο φορές. Δεν είμαι και ο Franc Sinatra» Λέει «Μα, περιμένουν να βγουν και οι άλλοι που παίξανε» «Ποιοι άλλοι;» «Αυτοί που μιλάγανε» «Μα δεν μίλαγαν, εγώ ήμουν!» «Τι εσύ;» «Εγώ έκανα τις φωνές όλες» Και παθαίνει σοκ αυτός, βγαίνει έξω και λέει «мирно спокойно» και τότε βέβαια, σηκώθηκαν όρθιοι, ξαναβγήκε και επί δέκα λεπτά, το θέατρο χειροκρόταγε τον άνθρωπο που έκανε 72 διαφορετικές φιγούρες και ήρωες. Αλλά, ο Τσαρούχης, ο Χατζηδάκης, ο Θεοδωράκης, ο Ελύτης, τα «Ιερά Τέρατα» έχουν καταθέσει γραπτά. Υπάρχουν ντοκουμέντα: ο Χατζηδάκης που βλέπει παράστασή του, είναι έτσι και γελάει. Ο Μάνος Χατζηδάκης… Ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, η Καρέζη, ο Καζάκος.. Τον είχανε στο έργο «Το μεγάλο μας τσίρκο». Έκανε όλο το σκηνικό χώρου στο θέατρο «Αθήναιον» και δίδαξε τον Διονύση Παπαγιανόπουλο για το ρόλο του Καραγκιόζη στη θρυλική παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο». Μιλάμε για ιστορία συγκλονιστική, αλλά η σεμνότητά του ήταν... Δηλαδή, ο Σεφέρης, ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, εμείς τώρα κάνουμε την προσευχή μας, πρέπει να γονατίζουμε. Αυτοί οι άνθρωποι υμνήσανε αυτόν τον άνθρωπο και αυτός έκανε παρέα με τον τσαγκάρη, σαν να ήταν αυτός, ο σπουδαιότερος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη. Αυτός ήταν ο Ευγένιος Σπαθάρης. Με έκανε καλύτερο άνθρωπο και καλύτερο καλλιτέχνη.
Ξεχάστηκα τώρα-
Δεν πειράζει.
Με την ιστορία και με όλα αυτά.
Ήθελα να σας ρωτήσω… Μετέπειτα, που παράλληλα ασχοληθήκατε και με το θέατρο και με σκετς που μου είπατε, θέλετε μέσα από τα έργα σας, από αυτό που έχω δει τώρα τελευταία, να περάσετε την ιστορία του Πόντου. Ένα από αυτά, όπως είδαμε πριν λίγο καιρό, ήταν το «Κόκκινο Ποτάμι».
Ναι.
Που είχε πολύ μεγάλη απήχηση στο ελληνικό κοινό.
Πολύ. Ευτυχώς!
Πως αισθανθήκατε όταν σας ήρθε η πρόταση να παίξετε σε αυτό το έργο;
Δεν μου ήρθε η πρόταση, την αναζήτησα εγώ. Μόλις είδα ότι ο Μανουσάκης θα κάνει έργο για την γενοκτονία, πήγα εγώ. Δεν ξέρω αν με αναζητούσε, εκ των υστέρων είπε «Θα σε έψαχνα» αλλά εγώ δεν άφησα… όχι για να πάρω ακόμη 30 ένσημα, αλλά για να νιώσω και να απολαύσω τη διαδρομή. Ήξερα ακριβώς… Μόλις έμαθα ποιο έργο θα γίνει, ποιο βιβλίο, πήγα εγώ βεβαίως και αμέσως μου έδωσε το ρόλο του έμπορα, του Γιώργου Παυλίδη με την Τατιάνα Παπαμόσχου, που ήταν η γυναίκα μου, η Ευγενία και έκανα έναν από τους βασικούς ρόλους στο «Κόκκινο Ποτάμι» και είδα, άκουγα και έζησα… τα βασανιστήρια έγιναν και σε εμένα και όταν έφυγα, ως ρόλος, από τη ζωή, ο τρόπος που έφυγα από τη ζωή και πως μες τις κακουχίες και προσπάθησαν να με κάψουνε και πως πέθανα από την πείνα και από τις κακουχίες.. Αυτά, τα έζησα σαν άνθρωπος, όχι σαν ηθοποιός, αυτό ήθελα να σου πω… ότι ένιωσα σαν να ήμουν ο παππούς μου, που μου είπε ότι καίγανε, σφάζανε, κάνανε. Έβαλα στην ψυχή μου και στο κορμί μου, τον παππού μου και τους Πόντιους της πρώτης γενιάς. Και το συγκλονιστικό, Κωνσταντίνε μου, ήταν ότι πολλοί της γενιάς μου, αλλά και μεγαλύτεροι από εμένα είπαν «Είδαμε στο ρόλο σου τον παππού μου, είδαμε τον πατέρα μας. Ζωντάνεψε ο ίδιος ο παππούς μου, ο ίδιος ο πατέρας μου» με αγκαλιές, φιλιά, συγχαρητήρια, αλλά εγώ έκανα το χρέος μου. Έζησα και απόλαυσα τη σκληρότητα και τη βαρβαρότητα, αλλά για εμένα ήταν και μια λύτρωση, μια ευχαρίστηση και μια ευτυχία, που προσέφερα συναισθήματα και μν[00:30:00]ήμες στους θεατές του σήριαλ «Κόκκινο Ποτάμι». Τεράστιο ευχαριστώ στον Τσιρκινίδη τον Χάρη τον συγγραφέα, την «Τηλε-κίνηση» το γραφείο παραγωγής, στον Μανούσο Μανουσάκη και το OPEN βεβαίως και τον Ιβάν Σαββίδη, που τολμήσανε ένα τέτοιο εγχείρημα, που δεν σου φέρνει τα λεφτά που δίνεις, πίσω, δεν είναι εμπορική, κερδοφόρα επιχείρηση- απόπειρα αυτό, αλλά μερικές φορές, η καρδιά και τα συναισθήματα είναι πολύ πιο πλούσια και ούτε πωλούνται και ούτε αγοράζονται.
Πως αισθανθήκατε όταν ολοκληρώθηκε αυτό το σήριαλ, που ήταν κάτι διαφορετικό για την ελληνική τηλεόραση;
Σαν να τελείωσα… ότι δε χρειάζεται να κάνω κάτι άλλο τηλεοπτικό και δεν ξέρω αν θα κάνω. Ότι αυτό ήτανε. Έζησα αυτό, τώρα γιατί να ξαναπαίξω; Μόνο για οικονομικούς λόγους, αν θα ξαναπαίξω τώρα κάτι. Έζησα αυτό και τα γυρίσματα και το σενάριο και τους ψιθύρους του σκηνοθέτη στο αυτί μου, τους συναδέλφους μου, τα δάκρυά μας.. Όταν τελείωσε, είχα μελαγχολία, είχα κατάθλιψη και ακόμη δηλαδή, δεν έχω το θάρρος να βάλω να δω μερικά. Θέλω να το ξαναδώ όλο, να δω και το ρόλο πως τον έκανα, τι έκανα και λοιπά, αλλά.
Ήσασταν πάρα πολύ καλός. Τώρα, το καλοκαίρι που μας πέρασε, κάνατε και ένα θεατρικό έργο πάνω..
Ακριβώς, πάνω στο θέμα της γενοκτονίας. Ο Δημήτρης ο Πιπερίδης έγραψε ένα συγκλονιστικό έργο «Νόστος, ρίζα μ’ και κλαδί μ’» που ήταν όχι ίδιος ρόλος με το «Κόκκινο Ποτάμι» Ήταν πάλι Πόντιος ξεριζωμένος, πατέρας δύο παιδιών και είχα ένα συγκλονιστικό σενάριο, το οποίο θα το ξαναπαίξουμε αυτό το έργο. Αυτό το έργο είναι η διαχρονική μου ανάσα. Θα το ξαναπαίξουμε, μόλις ανοίξουν οι καιροί και οι συνθήκες μας αφήσουνε, θα το ξαναπαίξουμε. Ήταν ένα έργο πολύ σπουδαίο, γιατί έδειχνε τη πίκρα, την οργή, αλλά όχι με ένα τρόπο μίσους και εκδίκησης για κάποιους ανθρώπους, αλλά με κοινωνικές προεκτάσεις και με μία ανάσα, ότι πάμε μπροστά, βλέπουμε μπροστά και αγωνιζόμαστε για να μην ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Είχαμε την τύχη να έχουμε ωραίες μουσικές από το Χρήστο Παπαδόπουλο, που έγραψε και τις μουσικές για το «Κόκκινο Ποτάμι» είχα συναδέλφους πολύ καλούς, είχαμε πολύ ωραία πράγματα, κουστούμια, όλα αυτά και συνέβη κάτι το συγκλονιστικό. Δηλαδή, οι κριτικές για αυτή τη παράσταση είναι θησαυρός για τη ζωή μου. Είχαμε τον Κωνσταντίνο Φωτιάδη, τον ιστορικό, τον ομότιμο καθηγητή Ιστορίας, που μας στήριξε σε επίπεδο οργανωτικό, τεχνικό, ιστορικό. Να ‘ναι καλά.
Μου είπατε ότι αυτό το έργο ήταν «η διαχρονική σας ανάσα». Τι είναι αυτό που το ξεχωρίζει σε σχέση με άλλα έργα, που έχετε κάνει;
Είναι πάλι αυτή η ρίζα, ότι η ρίζα του είναι βαθιά. Δηλαδή, το νερό που ποτίζει αυτήν τη ρίζα, δεν ξέρουμε τη πηγή του. Είναι από μια πηγή, που από μόνη της τρύπησε τα βράχια, το χώμα και τη πέτρα, άνοιξε δρόμο και ήρθε να ποτίσει αυτό το δέντρο, που λέγεται «Πόντος». Δεν ξέρουμε τη πηγή. Αυτό λοιπόν το δέντρο που μεγάλωσε, μεγαλώνει μέσα μου, είναι σαν να γεννήθηκα τυχερός. Δηλαδή, ένας Πόντιος μου είπε «Ευτυχώς που γεννηθήκαμε Πόντιοι». Βεβαίως, «ευτυχώς που γεννηθήκαμε Κρητικοί» λένε οι Κρήτες «Ευτυχώς που γεννηθήκαμε Ηπειρώτες» λένε οι Ηπειρώτες και τους λατρεύω και τους εκτιμώ και αγαπώ την παράδοση τους το ίδιο, όπως και τον Πόντο. Αλλά, όταν κάτι… γεννηθείς μέσα σε μια ατμόσφαιρα, δεν γίνεται να μην δεν.. Δηλαδή, άμα βρέχει ή χιονίζει πάνω σου, δεν το ξεχνάς τη βροχή και το χιόνι.
Έχετε ταξιδέψει ποτέ στο Πόντο;
Αυτό τώρα… με έβαλες στα έξι μέτρα.. Δεν πήγα ακόμη, με τις δουλειές, με τις δυσκολίες, αλλά έχω ορκιστεί στους γονείς μου. Πολύ σύντομα το οργανώνω, μόλις ανοίξει ο καιρός, έχω βρει το τρόπο και τη φόρμα πως θα γίνει και θα πάω. Μόλις ανοίξει ο καιρός από την καταιγίδα αυτή, θα πάω και θα καθίσω αρκετό χρονικό διάστημα. Δεν θα δω, θα φωτογραφίσω το χωριό του παππού μου και θα φύγω. Θα κοιμηθώ εκεί.
Όταν επιστρέφετε στο άλλο σας χωριό, στη Λ[00:35:00]άρισα που μου είπατε, ποιες αναμνήσεις σας έρχονται; Ποια συναισθήματα σας έρχονται, όταν επιστρέφετε ξανά και ξανά;
Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ με τη μαθητική ταυτότητα, την αγνότητα, το πάθος που είχαμε σαν μαθητές να μάθουμε, οι καθηγητές μας ωραίοι άνθρωποι, παθιασμένοι να μας μάθουν γράμματα. Οι κάτοικοι, οι παλιοί, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, που μας επικροτούσαν, τον πραματευτή, που ερχόταν στο χωριό, άνοιγε τα μπαούλα, που είχε πάνω στο γάιδαρο φορτωμένα ή τον παγωτατζή ή τον γλυκατζή. Ο γλυκατζής που ερχόταν και μας έκανε φοινίκι, το φοινίκι που παίρναμε, τον παγωτατζή, τα ψιλοπράγματα, τα τραγούδια, τα γλέντια στα δύο καφενεία, τους αρραβώνες… πως κάνανε τους αρραβώνες, τις γιορτές! Πήγαινε όλο το χωριό, γύριζε στον Κωνσταντίνο, στον Δημήτρη, στον Νικόλα, που γιόρταζε. Πέρναγε όλο το χωριό και υπήρχαν καλούδια και τσίπουρο για όλους. Άμα θέλει ο άνθρωπος και άμα αγαπάει και τη φτώχεια τη νικάει. Δεν πεθαίνει ο άνθρωπος από ντομάτα και από κρεμμύδι, που λέμε. Μόνο από καταπίεση και σκλαβιά πεθαίνει ο άνθρωπος. Άμα αγαπάει ο άνθρωπος, θα σκάψει, θα μιλήσει με τη γη και θα βρει φαγητό.
Μία τελευταία ερώτηση έχω να σας κάνω…Τι αξίες σας έδωσαν οι γονείς σας και τι μνήμες και τι παραδώσατε εσείς, στα δικά σας παιδιά;
Με μάθανε να δίνω αγάπη στο συνάνθρωπό μου και μου μάθανε και το κόλπο ότι… το κίνητρο ότι όταν δίνεις μια οκά αγάπη, θα εισπράξεις δέκα. Δεν είναι μόνο να δώσεις αγάπη, είναι ότι έχεις και να κερδίσεις. Δεν μας το μάθανε έτσι, σαν ισοζύγιο πληρωμών βεβαίως, αλλά με τον τρόπο τους μας διδάξανε να είμαστε τίμιοι και φιλότιμοι και αλληλέγγυοι στους άλλους ανθρώπους και αυτό γυρίζει πίσω. Να είμαστε τίμιοι και να αγωνιζόμαστε, για να γίνει καλύτερη η κοινωνία, πιο δίκαιη η κοινωνία. Αυτά έμαθα από τους γονείς μου, αυτά έμαθα από τα αδέρφια μου και αυτό προσπάθησα και προσπαθώ να… στο παιδί μου.
Κύριε Βαμβακίδη, δεν έχω να σας κάνω κάποια άλλη ερώτηση. Εσείς αν θέλετε να προσθέσετε κάτι.
Τίποτα. Αν θες Κωνσταντίνε, να κάνουμε την αφήγηση αυτή για τη σφαγή των νηπίων.
Κύριε Βαμβακίδη, τί θα μας αφηγηθείτε τώρα;
Τη νύχτα της 10η Σεπτεμβρίου προς 11ης Σεπτεμβρίου, 10 προς 11 Σεπτεμβρίου του 1919 κλειστήκανε 300 Πόντιοι στη Σάντα, σε μια σπηλιά, για να γλιτώσουν από τη πολιορκία και από το πόλεμο των Τούρκων. Όταν μετά από έξι ώρες μάχης αντισταθήκαν οι λίγοι στους πολλούς, δεν καταφέρανε να τους νικήσουν και να τους εξαφανίσουν, όμως με τη νύχτα σταμάτησαν οι πυροβολισμοί. Οι Πόντιοι ξέρανε ότι το πρωί πάλι θα έρθουν και ο μόνος τρόπος να φύγουν ήταν να περάσουν το ποτάμι ήσυχα, να μην ξυπνήσουν οι Τούρκοι, να περάσουν απέναντι και να φύγουν σε ασφαλές μέρος, για να γλιτώσουν. Όμως, αν είχαν μαζί τους τα μικρά παιδιά, τα νήπια, θα κλαίγανε τα παιδάκια μέσα στα νερά και θα ξυπνάγανε οι Τούρκοι και θα χάνανε τη ζωή τους όλοι και μεγάλοι και μικροί και νήπια. Όλοι! Τότε κάνανε συνέλευση και πήρανε... Είναι από τα πιο συγκλονιστικά θέματα, γεγονότα. Ακόμα οι θεατρολόγοι, οι ιστορικοί, οι κοινωνιολόγοι το μελετάνε και αναλογίζονται αν ήταν σωστό ή λάθος αυτή η πράξη, η απόφαση που πήρανε, να σφάξουν τα νήπια, να σφάξουν οι μάνες τα παιδιά τους, για να μην… η κραυγή τους και τα κλάματά τους να μην μαρτυρήσουν τη κίνηση που πάνε να κάνουν. Το πρωί λοιπόν έγινε αυτό που έγινε. Το πρωί που οι Τούρκοι ξυπνήσανε, πήγαν στη σπηλιά, δεν νιώσανε αντίσταση, είχαν φύγει το βράδυ, βέβαια, οι Πόντιοι, περάσανε το ποτάμι και γλυτώσανε και σωθή[00:40:00]κανε, αυτοί που σωθήκανε και υπήρχαν μαρτυρίες από τους διασωθέντες. Το πρωί οι Τούρκοι βρήκαν επτά βρέφη μπροστά στη πόρτα της σπηλιάς. Επτά βρέφη! Και τότε είπε ο συνταγματάρχης, ο Τούρκος αξιωματικός ότι «Με τους Σαντέτες δεν μπορούμε να τα βάλουμε και δεν μπορούμε να τους νικήσουμε. Άνθρωποι που σφάξανε τα παιδιά τους, δεν υπάρχει περίπτωση εμείς να τους πιάσουμε. Σταματάει εδώ ο πόλεμος» και γυρίσανε πίσω οι Τούρκοι στρατιώτες. Αυτή είναι η ιστορία. Η Ελένη Νυμφοπούλου-Παυλίδου έγραψε ένα κείμενο, την μαρτυρία της, όταν της είπαν οι αρχηγοί της ομάδας, ο Ευκλείδης, όταν πήραν απόφαση και της ανακοίνωσαν την απόφαση, ότι πρέπει να… «Ελένη και εσύ πρέπει να σφάξεις το παιδί σου». Το κείμενο είναι δηλαδή, η αντίδραση της γυναίκας, που δεν μπορεί να το δεχθεί, φεύγει από το χωριό, από τη σπηλιά, πάει κάτω στη γέφυρα μέσα σε μια χαράδρα, πάει η φίλη της, η άλλη Πόντια και τη φέρνει πίσω και όταν γυρίζει πίσω, βλέπει πια τον άντρα της σε βαθύ πυρετό, πήρε το παιδί να του δώσει γάλα και ένιωσε ότι το παιδί της δεν ζει και βγάζει κραυγή «Θεέ μου, τι κακό σου έκανα και με τιμώρησες με αυτό το τρόπο;» Αυτή είναι η ιστορία, αν θέλεις να την πούμε και ποντιακά.
Ναι!
Έναν μαύρον ημέραν εκούιξεν εις απές σο σπέλ’: «Οι μανάδες ντο έχ’νε μικρά μωρά να εβγαίνε οξουκά ασο σπέλ’. Ο Ευκλείδης κατ’ εν να λέει ατς!» Έβγαισα. Όι, Όι, Όι! Καμίαν να μην επρόφτανα κι έβγαινα… Τοπλαεύτανε ούλ’ οι τρανοί. Ο Ευκλείδης, στεναχωρημένος, με το κιφάλ’ κατηβασμένον, εμέν επαίρεν με το βούι-βούι… όι, όι είπα… ξαν’ κάποιον κακόν έρθεν εύρεν εμάς. «Επέραμε έναν τρανόν απόφασην. Οι Τουρκάντ εσερεύταν και θα χάνομεν ούλ’ την ψήν εμούν. Και ο τρόπον, απόθεν επορούμε και φεύομε εν μονάχα το ποτάμ’. Αν πέρομε μαζί μουν τα μωρά, ατά θα κλαίγνε και οι Τουρκάντ θα παίρνε χαπέρ και κανέναν κι θα αφήνε με την ψήν! Αν σπάζομεν τα μωρά, θα γουρταρεύκουμες οι άλλ’. Όι, όι, όι ντο είναι ατά ντο λέγνε; Η Ελένη εσκώθεν… εβάρκιζεν η Ελένη «Εγώ κι πορώ ατό το πράγμα να εφτάγω. Όχι! Όχι! Έφυεν, επήεν αφκά σ’ ορμίν. Επήεν έβρεν ατήν, η Σταματία. Φτουλίγουμνες οι δυ’ μαζί… Επέρεν ατέν, εκλώστανε σο σπέλ’. Τερώ, ο Αριστείδης εκαίγουντον ασόν πυρετόν, παίρω το μωρό μ’ σην εγκάλεα μ’ να βυζαλίζω, το μωρόν κι λαταρίζ’. Όι, όι, όι εχάσα το μωρό μ’! Εχάσα το μωρό μ’! Θεέ μ’, Θεέ μ’! Ντο κακόν εποίκα εσέν και ατόσον πολλά τυραννίεις ‘με; Ντο κακόν εποίκα εσέν και ατόσον πολλά τυραννίεις ‘με; Αυτό είναι. Διαμαρτύρεται στο Θεό, τι κακό έκανα και τόσο πολύ με τυραννάς, καλύτερα να έπαιρνες εμένα. Εντάξει, δεν το είπα όλο, γιατί στα ποντιακά... Περισσότερο το είπα, για να το έχεις σαν ηχητικό εσύ.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Τίποτα.