© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Από χορεύτρια στον Όμιλο Ελληνικών Λαϊκών Χορών «Ελένη Τσαούλη», στο πλευρό της Δόμνας Σαμίου

Istorima Code
11058
Story URL
Speaker
Τασία Παπανικολάου-Παπαπαναγιώτου (Τ.Π.)
Interview Date
15/10/2022
Researcher
Θάνος Κώτσης (Θ.Κ.)
Τ.Π.:

[00:00:00]Ονομάζομαι Τασία Παπανικολάου και μένω στα Άνω Ιλίσια του Δήμου Ζωγράφου. 

Θ.Κ.:

Είναι Κυριακή 16 Οκτώβρη, είμαστε στα Άνω Ιλίσια Αττικής με την Τασία Παπανικολάου. Εγώ είμαι ο Θάνος Κώτσης, ερευνητής του Istorima. Κυρία Τασία, ξεκινώντας θα ήθελα να μου πείτε λίγα λόγια για τη ζωή σας απ’ τα παιδικά σας χρόνια. 

Τ.Π.:

Γεννήθηκα στην Άμφισσα το 1945. Υπάλληλος ο πατέρας μου εκεί, στη νομαρχία. Η μητέρα μου νοικοκυρά, καταγωγή από Δωρίδα, κοντά στην Άμφισσα. Εκεί έζησα μέχρι το ’52 και μετά, λόγω μετάθεσης του πατέρα μου, πήγαμε στη Λιβαδειά. Έφυγα από κει τελειώνοντας το γυμνάσιο. Τα παιδικά μου χρόνια, βέβαια αυτά που θυμάμαι κάτ’ εξοχήν είναι στη Λιβαδειά, αλλά έχω και μνήμες βεβαίως κι από την Άμφισσα, μικρό κοριτσάκι. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε στους παππούδες και στις γιαγιάδες, οι οποίοι μένανε σε δύο χωριά γειτονικά, πολύ κοντά στο Λιδωρίκι, πρωτεύουσα της Δωρίδας. Οι παππούδες μου ήταν παπάδες και οι δύο. Αυτό που θυμάμαι –ή θα έλεγα ότι το θυμάμαι και από αφήγηση της μάνας μου, όταν μετά ασχολήθηκα με το δημοτικό, με τον παραδοσιακό χορό– ότι ενώ ήμουν ένα πολύ ντροπαλό παιδί, πολύ συνεσταλμένο,  αυτό που με χαρακτήριζε, ειδικά στα πανηγύρια –ένα πανηγύρι στο ένα χωριό, ένα πανηγύρι στο άλλο–, ήταν ότι πήγαινα και πιανόμουνα, 4-5 χρόνων, πιανόμουνα –ενώ δεν ήμουνα τολμηρή, δεν ήμουνα–, πήγαινα και πιανόμουνα στο τέλος του χορού και έβαζα, μου λέει, και το χέρι μου, αυτό δεν το θυμάμαι, έβαζα και το χέρι μου εδώ στη μέση και πήγαινα και στηνόμουνα στον χορό, και χόρευα. Και μου λένε οι φίλοι μου «Το είχες από τότε», μετά που ασχολήθηκα, ασχολήθηκα, συμμετείχα σε αυτό το συγκρότημα.  Στην Λιβαδειά Δημοτικό Σχολείο, γυμνασιακές σπουδές και το ’63 έρχομαι στην Αθήνα με τη μητέρα μου. Έχω κι έναν αδερφό, είχα, έχει φύγει, έχουν φύγει όλοι. Ήρθαμε στην Αθήνα γιατί έδωσα εξετάσεις στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Δοξιάδη για σχεδιάστρια. Δεν το είχα με τα θεωρητικά μαθήματα, δεν ήθελα σπουδές. Γενικά, δεν είχα την ικανότητα της απομνημόνευσης. Εγώ ήμουνα πιο πολύ με τεχνικά πράγματα, πράγματα που να κάνω με το χέρι μου. Κεντούσα εξαιρετικά, έπλεκα όπως πολλά κορίτσια εκείνη την εποχή. Ήρθε ένα καλοκαίρι… Το καλοκαίρι έκανα φροντιστήριο στην ίδια σχολή και πετυχαίνω. Οπότε ήρθε κι η μητέρα μου με τη γιαγιά μου που ζούσε. Ο μπαμπάς κατάφερε να έρθει το ’67 με μετάθεση. Κάθε Σαββατοκύριακο ερχόταν από τη Λιβαδειά, ευτυχώς ήμασταν κοντά, ερχόταν στην Αθήνα και ξαναέφευγε πάλι. Ο αδερφός μου φοιτούσε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Ήταν εσωτερικός, όπως όλες οι στρατιωτικές σχολές.  Το ’63 ήρθαμε, το ’65 τελειώνω τη σχολή και αμέσως ο διευθυντής της σχολής εκεί με πρότεινε σε έναν καθηγητή του Πολυτεχνείου, πολύ γνωστός και σπουδαίος τότε, Γιάννης Δεσποτόπουλος, για να πάω να δουλέψω, σαν σχεδιάστρια βέβαια, στο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Δούλεψα τέσσερα χρόνια εκεί, μετά πάλι από μία σύσταση συναδέλφου αρχιτέκτονα, πήγα σε ένα άλλο γραφείο και εκεί, το ’75 εποχή, Οκτώβριος-Νοέμβριος ήτανε, κάτι τέτοιο, έρχεται μια καινούρια σχεδιάστρια στο γραφείο. Η Μάρω η Καλαϊτζή, αγαπημένη φίλη-αδερφή. Έχει πέντε χρόνια που έφυγε κι αυτή. Γνωριστήκαμε, ήμασταν 8-9, δεν ήμασταν 2-3 άνθρωποι. Το υπαλληλικό προσωπικό, αρχιτέκτονες και σχεδιαστές, ήμασταν αρκετοί και κάναμε και πολύ ωραία παρέα. Άλλη κοπέλα δεν ήταν, ήμουνα εγώ κι έρχεται και η Μάρω η Καλαϊτζή. Ε, σαν κοπέλες, καθότανε και κοντά στο Χίλτον και συναντιόμαστε στην Πινακοθήκη κι ανεβαίναμε μαζί, γιατί ήταν στο Κολωνάκι το γραφείο. Κάναμε παρέα σιγά σιγά. Με είδε… Μάθαμε ότι πήγαινε σε ένα χορευτικό συγκρότημα και τα λοιπά αλλά αυτό. Από τον Ιανουάριο, εκεί μέσα, μετά τις γιορτές, άρχισε να μου λέει: «Τασία, θες να ρθείς;».  Εγώ, πέρα από το οικογενειακό περιβάλλον και το συγγενικό το ευρύτερο, γιατί εδώ ήταν πολύ συγγενείς, ενώ στη Λιβαδειά δεν είχαμε κανένα συγγενή. Εδώ ήταν οι περισσότεροι, μπορώ να πω [00:05:00]όλοι οι συγγενείς μας. Και κάναμε παρέα με τα δεύτερα ξαδέρφια, με τα πρώτα, αυτό ήτανε το περιβάλλον το κοινωνικό που ζούσα. Πολύ αγαπημένοι και με τις εξόδους μας και όλα, αλλά δεν είχα παραέξω βγει.

Τ.Π.:

Μου λέει έτσι κι έτσι. «Ξέρω εγώ, βρε Μάρω», το σκεφτόμουνα, με έψηνε σιγά σιγά. Κι ένα βράδυ, αρχές Μαρτίου, μου λέει «Κοίταξε να δεις, θέλεις να γνωρίσεις κάποιους ανθρώπους, και τη δασκάλα και άλλους ανθρώπους, απ’ το χορευτικό συγκρότημα;». Λέω «Ναι, γιατί όχι;». Λέει «Τραγουδάει…». Μάλιστα, την ίδια μέρα μου το ’χε πει ή την προηγούμενη, κάτι τέτοιο. Μου λέει «Τραγουδάει η Δόμνα», την οποία Δόμνα… Α, μία παρένθεση εδώ. Εγώ το όνομα Δόμνα Σαμίου… Ακούγαμε πολύ ραδιόφωνο, ο πατέρας μου ήταν καλλίφωνος, είχε τελειώσει το Ιεροδιδασκαλείο της Κορίνθου. Όπου μπορούσε, έψελνε – στο χωριό συνέχεια, τα καλοκαίρια, με την άδεια που πήγαινε. Τραγουδούσε, του άρεσε το τραγούδι, έτσι ήταν πολύ κοντά σε αυτό.  Είχαμε την τύχη να έχουμε ραδιόφωνο από το ’47 –η αδερφή του τού είχε στείλει από την Αμερική μετά την απελευθέρωση, ’48-’49, κάπου εκεί–, το οποίο δεν σταμάταγε ποτέ. Και άκουγα… Τότε τι ήτανε; Το ΕΙΡ, που έλεγε και η Δόμνα. Το ΕΙΡ. Και άκουγα:  «Μουσική επιμέλεια: Δόμνα Σαμίου». Σε μουσικές εκπομπές, σε θεατρικά έργα… Και ήταν και το όνομα Δόμνα, που δεν ήταν συνηθισμένο, και μου είχε κάνει εντύπωση, το θυμόμουνα εν πάση περιπτώσει. Μου λέει, λοιπόν, «Θα είναι και η Δόμνα Σαμίου». Τη θυμήθηκα εγώ, «Α, ναι», γιατί η Δόμνα δεν είχε ξανατραγουδήσει, μόνο σαν όνομα, σου λέω, από το ραδιόφωνο. Να μην τα πολυλογώ, πηγαίνω εκεί, γνώρισα ένα μεγάλο μέρος από τα παιδιά του συγκροτήματος, και τη δασκάλα κι άλλους. Και στην επόμενη πρόβα, μετά το γραφείο –γιατί δουλεύαμε πρωί-απόγευμα τότε, ήταν–, το αυτοκίνητο και κάτω με τη Μάρω, στη Νέα Σμύρνη, εκεί είχε, γίνονταν οι πρόβες. Αυτό ήτανε. Οι περισσότεροι από τους… Και η Τσαούλη. Η Τσαούλη, θα έχεις ακούσει, θα ξέρεις ότι ήταν φυλακές, τα ξέρεις αυτά, δεν χρειάζεται να τα... Ήταν δηλαδή, είχε αριστερούς, αλλά ήταν άνθρωποι φυσιολογικοί. Είχα και συγγενείς αριστερούς, δεν ήταν μόνο ότι πρώτη φορά έβλεπα! Ένα ήπιο κλίμα. Η δασκάλα ένας υπέροχος άνθρωπος… Και η φίλη μου η Μάρω ήταν, ο πατέρας της με εξορίες και τα λοιπά, αλλά ήταν άνθρωποι μια χαρά. Η μάνα μου ενοχλείτο λίγο, δεν της άρεσε και πολύ, αλλά δεν μπορούσε, μεγάλη γυναίκα πια, να μου πει.  Εμένα μου άρεσε αυτό. Η δασκάλα έκανε και ψιλοασκήσεις στην αρχή, για να μας μπάσει, γιατί είχε κάνει και κλασικό μπαλέτο, από κει είχε ξεκινήσει. Η παρέα, το περιβάλλον όλο... Φεύγαμε, πηγαίναμε τρώγαμε μετά, να πιούμε ένα ουζάκι, αν ήταν καλοκαίρι έξω, να πάμε στο Πίτσα Παλάς στην Συγγρού που ήταν τότε, να φάμε πίτσα. Και μιλάγαμε, μέχρι τις δύο η ώρα καθόμασταν. Και μιλούσε συνέχεια, μιλούσε πολύ, αλλά έλεγε υπέροχα πράγματα η Τσαούλη. Δεν μπορώ να σου πω τι, πού να θυμηθώ τόσα πράγματα. Αυτό που θυμάμαι ήταν ότι στις αρχές πηγαίναμε να χορέψουμε, κάναμε πρόβα κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Πηγαίναμε να χορέψουμε, να κάνουμε πρόβα. Καταρχάς, άρχισα εγώ να χορεύω παραδοσιακούς χορούς, να μαθαίνω καινούριους χορούς από άλλες περιοχές. Γοητεύτηκα απ’ αυτό το πράγμα, δηλαδή ήταν αυτό που περίμενα. Έτσι αισθάνθηκα, έδεσα. Ήταν και δύο παιδιά που μέναν κοντά μου και ήταν κι αυτά από πιο ορεινό χωριό από την πατρίδα μου. Έτσι δημιουργήθηκε μια πολύ, όχι δημιουργήθηκε, βρήκα ένα περιβάλλον εξαιρετικό και έδεσα αμέσως.  Όπως είχα δέσει και με τη φίλη μου, τη Μάρω, δηλαδή πολύ γρήγορα γίναμε φίλες. Και πηγαίναμε, λοιπόν, να χορέψουμε. Στις αρχές κιόλας, εγώ που είχα λαχτάρα, και μιλούσε, έλεγε η Δόμνα, η Δόμνα λέω, η δασκάλα, δασκάλα τη λέγαμε. Πράγματα, άσχετα απ’ το χορό, πρόσεξε τώρα, αλλά τόσο ωραία πράγματα. Όμως ακόμη δεν είχα αρχίσει να καταλάβω πόσο σημαντικά ήταν αυτά που έλεγε. Και καμιά φορά της έλεγα «Άντε δασκάλα, [00:10:00]δεν θα χορέψουμε;». Δηλαδή, μερικές φορές μπορεί να χορεύαμε λιγότερο από ό,τι μας μιλούσε. Όχι, υπερβολή, αλλά μιλούσε αρκετά. Μετά συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά που έλεγε είχαν έμμεσα, ήταν κοινωνικά θέματα, αλλά τα έλεγε τόσο απλά, τόσο λιτά, τόσο, γιατί ήταν ένας φοβερά έξυπνος άνθρωπος, πολύ έξυπνη γυναίκα. Ήταν το Ελενάκι εκεί στην Νέα Σμύρνη, γιατί ήταν με όλη αυτή την παρέα, με τον, δεν θυμάμαι τώρα τα ονόματά τους, ήτανε, ήταν κι ο Θεοδωράκης σ’ αυτή την… Κι επειδή ήταν μικρόσωμη, ήταν το Ελενάκι, ήταν αγαπητή. Είχε πάει στην Νομική νομίζω, αλλά μετά, μπλεγμένη με το αριστερό, με φυλακές και τα λοιπά, όλα αυτά αποκλείστηκαν τελείως και βγήκε... Και βεβαίως, κι αυτό ενδεχομένως να το έχεις ακούσει, ότι ήξερε το μπαλέτο.  Από παραδοσιακό χορό δεν είχε ιδέα, και γενικά μπορεί να έβλεπε τους γονείς της σε γλέντια να χορεύουν, γιατί ήταν Μικρασιάτισσα την καταγωγή η δασκάλα, αλλά τι γινόταν στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν είχε ιδέα, γιατί είχε γεννηθεί εκεί, στην Νέα Σμύρνη είχε. Και εκεί, στις φυλακές Αβέρωφ, εκεί συναντήθηκε με γυναίκες και με, ξεχνάω και μερικές λέξεις, θα κόψεις μερικά πράγματα, που την άλλη μέρα θα πηγαίνανε για εκτέλεση, προς εκτέλεση ας πούμε, και χορεύαν τον τελευταίο τους χορό. Δηλαδή μέσα εκεί, στις φυλακές Αβέρωφ σου λέω, εδώ που τις γκρεμίσανε, που είναι το δικαστικό Μέγαρο. Εκεί, λοιπόν, είδε όλες αυτές τις γυναίκες απ’ όλη την Ελλάδα, που της ανοίξαν και εκείνης ένα κόσμο ολόκληρο, όσον αφορά τον χορό και το τραγούδι, αλλά τον χορό κατά βάση, γιατί αυτό ήταν το αντικείμενό της θα έλεγα. Και με το που βγαίνει, εν πάση περιπτώσει, από τις φυλακές, εκεί το ’51, ’52, δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς, συγκροτεί μία ομάδα από φίλους, αγόρια, κορίτσια, και κάνουν την πρώτη ομάδα. Όπου η ομάδα αυτή πήρε πια χαρακτήρα, δηλαδή με καταστατικό, το ’54, μου διαφεύγουν τώρα κάποιες ημερομηνίες, δεν είναι βιωματικά αυτά, τα έχω διαβάσει, τα ξέρω, αλλά τα ξεχνάω, ορισμένες ημερομηνίες. Όπου ξεκίνησε με κουστούμια αυτοσχέδια, εννοώ ραμμένα, ας πούμε, και σιγά σιγά έκανε ένα πολύ ωραίο βεστιάριο. Και έτσι…  Η αλήθεια είναι ότι δεν ταξίδεψε πολύ στην, όπως έκανε η Δόμνα, ας πούμε, με το τραγούδι. Που και η  Δόμνα, πέρα από το «Μουσικό Οδοιπορικό» που ήταν μια εκπομπή που, θα ξαναγυρίσω πάλι, αλλά κάνω έναν παραλληλισμό. Βγήκε στην επαρχία. Η Δόμνα στις διακοπές της, γιατί δεν είχε και τη δυνατότητα, πώς αλλιώς θα φτάσει, ας πούμε, σε κάποια μέρη. Κυρίως σε νησιά, και όχι μόνο, έπαιρνε το κασετόφωνό της κι εκεί έκανε... Πήγαινε για διακοπές κι αυτό που την ένοιαζε ήταν να βρει ανθρώπους να γράψει τραγούδια. Παρασυρμένη κι αυτή, όπως το έχει πει επανειλημμένως, αυτό που έκανε ο Καρράς. Η Τσαούλη, λοιπόν, δεν ταξίδεψε. Ειδικά τα πρώτα χρόνια καθόλου. Πληροφορίες πήρε από τους εσωτερικούς μετανάστες, που μετά τον Εμφύλιο είχαν μαζευτεί. Έπαιρνε πληροφορίες και πήγαινε και τους έβρισκε και μάθαινε χορούς και, και, και... Τώρα μάθαινε τους χορούς, αυτό το φαντάζομαι, δεν ήταν από τα πράγματα που συζητούσαμε. Δεν καθόταν η δασκάλα να μας… Μας έλεγε και ιστορίες διαφορές, αλλά πώς έγιναν όλο αυτό το πράγμα. Απλώς εγώ, από τις συζητήσεις και με τη φίλη μου και με άλλους, έτσι έχω αποκτήσει αυτή τη γνώση, για το τι είχε γίνει τότε.  Το όραμά της ήτανε, από τότε, μιλούσε για Ακαδημία ελληνικών λαϊκών, παραδοσιακών, δημοτικών χορών, Ακαδημία από τότε έλεγε η Τσαούλη. Τώρα δεν ξέρω, αυτό δεν πρόλαβα, δεν την έζησα πολύ την Ελένη. Ε, απ’ το ’71 μέχρι το ’78, αλλά ήταν και [00:15:00]κάποιους μήνες άρρωστη, πολύ, πολύ χάλια. Δεν είχα την ευχέρεια, όπως με την Δόμνα, που ήταν πολλά τα χρόνια, να τη ρωτήσω εάν ήταν επηρεασμένη. Τότε, στις ανατολικές, στις χώρες του ανατολικού μπλοκ, θα έχεις υπόψη σου, που είχαν αναγάγει τον παραδοσιακό χορό… Δηλαδή χορεύανε χορευτές που προέρχονταν από το κλασικό μπαλέτο, με χορογραφίες, με, με... Δεν ξέρω αν αυτό, αν από κει επηρεάστηκε ή αν και –θα σου πω, όμως, και τι έλεγε– και χορογράφησε τους χορούς. Η ίδια είχε πει, αυτό το είχα ακούσει, ότι από τη στιγμή που ο χορός δεν είναι στο αλώνι, δεν είναι έξω από την εκκλησία, δεν είναι στο πανηγύρι και ανεβαίνει στη σκηνή… Αυτή ήταν η άποψή της. Αυτή η σχολή κατηγορήθηκε μετά από τη Γυμναστική Ακαδημία που είχαν βγει κάποιοι και τα λοιπά. Αυτά είναι απόψεις, ή την ενστερνίζεσαι τη μία ή την άλλη, δεν είναι λάθος, δεν ξέρω τι είναι λάθος, αν είναι λάθος. Και έλεγε ότι από τη στιγμή που ανεβαίνει στο πάλκο, γίνεται μάλλον θέαμα μόνο, και είναι μόνο εκεί και ο άλλος κόσμος απλώς βλέπει, είναι θέαμα, πρέπει να πάρει μια άλλη μορφή, χωρίς να αλλοιώνουμε, τέλος πάντων, τα βήματα, το ύφος του χορού και τα λοιπά. Έτσι λοιπόν… Γιατί τα περισσότερα απ’ τα κομμάτια ήταν ηχογραφημένα, της δασκάλας. 

Θ.Κ.:

Θυμάστε την πρώτη σας παράσταση; 

Τ.Π.:

Η πρώτη μου παράσταση, βεβαίως! Ήταν ένα, και είναι, και λίγο αστείο. Ήταν ένα γύρισμα για πασχαλιάτικο. Εγώ, όπως σου είπα ήταν αρχές Φεβρουαρίου, κάτι τέτοιο, μέσα Φεβρουαρίου, εν πάση περίπτωσει πριν από την 25η Μαρτίου, και την επομένη, την αμέσως επόμενη μέρα από τότε που τους γνώρισα, πήγα αμέσως. Η ΕΡΤ θα μαγνητοσκοπούσε ένα πρόγραμμα για την 25η Μαρτίου, ή μήπως ήταν για το Πάσχα, θα σε γελάσω, αλλά ήταν Μάρτιος με Απρίλιο, κάπου εκεί κοντά. Δεν είχα ένα μήνα, κάτι τέτοιο. Και θα γινόταν ένα γύρισμα πάνω στον Λυκαβηττό, σ’ ένα πλάτωμα και ήταν ηπειρώτικο πρόγραμμα. Και θυμάμαι το φυσούνι, το οποίο είχε και μια χορογραφία δύσκολη, και το χορεύαμε, δεν είχαμε ακόμη, δηλαδή αυτά, το πιο ηπειρώτικο κοστούμι, φορούσαμε τη στολή της Σαρακατσάνας, των Σερρών νομίζω ότι ήτανε. Εν πάση περίπτωσει, αυτό το κοστούμι χρησιμοποιούσε, δεν είχε δυνατότητα οικονομική, αλλά αυτό το κουστούμι το είχε. Θυμάμαι με μία φίλη είχαμε ντυθεί Σαρακατσάνες, μπήκαμε στο αυτοκίνητό μου κι ανεβαίναμε το Κολωνάκι, όλο το Κολωνάκι, όλη τη διαδρομή μέχρι απάνω, οι Σαρακατσάνες με το αυτοκίνητο. Και τη θυμάμαι αυτή τη σκηνή και ήταν τότε που πρωτοχόρεψα, έναν χορό θα χόρεψα, κάτι τέτοιο. Έκανα επίμονες πρόβες και χόρεψα αυτό, αυτή ήταν η πρώτη εμφάνιση.  Τον επόμενο χειμώνα κλείνεται η συμφωνία, μέσω του Σαββόπουλου, και εμφανίζονται στο Κύτταρο πια, όπου τις Δευτέρες είχε αργία ο Σαββόπουλος με την κομπανία, και κανονίζουν να γίνεται όλο τον χειμώνα μια παραδοσιακή βραδιά με τραγούδια από την Δόμνα, Στεφανίδης, ο, ποιος ήταν το κλαρίνο, ο Χαλκιάς, ο Μόσχος, ο Μαθιός, βέβαια, ο Μπαλαμπάνης, ο Σταύρος ο Ανδριανός λαούτο ήτανε. Ο, που έπαιζε λαούτο και τραγούδαγε, θα τον θυμηθώ. Τι ωραίος άνθρωπος, Χριστέ μου. Είχα πρωτακούσει από αυτόν, η Δόμνα κι αυτός, το «Τι κακό έκανα ο καημένος». Ο Μιλτιάδης ο Μάστορας, ο Μιλτιάδης, Μιλτιάδης! Λοιπόν. Η Δόμνα, λοιπόν, είχε το τραγούδι. Κανονίζανε, οι περιοχές, τέσσερις περιοχές ξέρω γω, και ήταν εναλλαγές, τραγούδι-χορός, τραγούδι-χορός. Η Θάλεια η Σπανού ήταν τότε με τον άντρα της, ο Αντώνης Περιστέρης, [00:20:00]Κρητικός. Σπουδαίοι εκείνη την εποχή και νομίζω διαχρονικά είναι οι περισσότεροι από αυτούς. Καλά δεν μιλάω για τον Στεφανίδη, ο Χαλκιάς…  Και όλο τον χειμώνα, λοιπόν, κάθε Δευτέρα εκεί. Είχαμε ένα  φαν κλαμπ, που τότε δεν το ξέραμε, τώρα… Και ήταν μόνιμοι. Καίτοι γίναν και δημοσιεύσεις, και, και, δεν είχε κόσμο, αλλά ήταν φανατικοί, οι ίδιοι και οι ίδιοι, σχεδόν οι ίδιοι, δεν κάναμε καταμέτρηση και πόσοι είναι και ποιοι, αλλά ήταν οι ίδιες παρέες. Αλλά περάσαμε υπέροχα. Εκεί, λοιπόν, πρωτοσυνεργάστηκα, έμμεσα, με την Δόμνα. Γιατί δεν είχαμε και χρόνο, όταν εκείνη τραγουδούσε, εμείς αλλάζαμε κοστούμια, δηλαδή δεν είχαμε. Όμως από εκεί και μετά, παραστάσεις πολλές, και εδώ στην Αθήνα, εννοώ μαζί, είχαμε κι άλλες παραστάσεις εμείς, εννοώ που χορεύαμε δημοτικούς χορούς, αλλά με την Δόμνα είχαμε αρκετές. Οι πιο πολλές, βέβαια, γίνανε μετά τον θάνατο της Τσαούλη και μετά το ’80, τότε που γίνανε τα ΠΑΠΟΚ και έγινε ένας χαμός με πολιτιστικούς συλλόγους που καλούσαν. Μια φορά θυμάμαι… Καλά, 25η Μαρτίου είχαμε τρεις παραστάσεις, μία προ μεσημβρίας και δύο μετά, εδώ, όταν ήταν ακόμη, ζούσε η Τσαούλη. Λοιπόν, ναι, κάτι, αυτό που είπα και στην αρχή, μάλλον πριν αρχίσουμε να γράφουμε,  ότι μου έβγαλε αυτοπεποίθηση, που δεν ήταν η μόνη, εκ των υστέρων ήρθαν κι άλλα, σε άλλους χώρους.  Δηλαδή στο επαγγελματικό μου, στο καθαρά επαγγελματικό μου κομμάτι, γιατί συνεργάστηκα με τον Κυριάκο τον Κρόκο, αυτός που έχει φτιάξει το, όχι μόνο, αλλά το σημαντικότερο έργο είναι το Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού το λένε τότε. Ήμασταν μαζί από την αρχή του διαγωνισμού κι έτσι μετά πήγα και δούλεψα μαζί του. Άλλη φοβερή εμπειρία, που δεν αφορά και δεν είναι τυχαίο ότι έχω, εκτός από τους συγγενείς μου, έχω αυτούς τους τρεις ανθρώπους εδώ σε φωτογραφίες, να τους βλέπω. Και ο ένας πέθανε νωρίς, εννοώ ο Κυριάκος ο Κρόκος, και η δασκάλα, νεότατη, 50 χρονών. Έκανα τώρα ένα… Α, για την αυτοπεποίθηση! Τη δεύτερη χρονιά που ήμουνα στο χορευτικό, η δασκάλα συνήθιζε, είχε κάποια συνεργασία με έναν Ελληνοαμερικάνο, ο οποίος έφερνε Αμερικανούς εδώ, γκρουπ, για να μάθουν ελληνικούς χορούς. Εκείνο το καλοκαίρι, δεν μπορώ να θυμηθώ για ποιο λόγο, θα έλειπε. Εγώ ήμουνα από τις πιο καινούριες, τα αγγλικά μου ήταν φτωχά, δεν ήξερα πολύ καλά αγγλικά και μου λέει «Τασία, θα πας εσύ». Έρχεται, με κατατόπισε. Λέω: «Εγώ, δασκάλα;». Μου λέει: «Τελείωσε». Λέω: «Δεν θα πάει η Πλουσία;». Η Πλουσία η Λιακατά ήταν η φίλη της και μαζί, ας πούμε, η οποία ανέλαβε μετά τον θάνατό της και την επιμέλεια, τη διεύθυνση, ας το πω έτσι, του συγκροτήματος. Λέω «Αποκλείεται! Εγώ ένα χρόνο έχω που τα έμαθα, πώς θα διδάξω;». Μου λέει «Θα πας», μου έδειξε εμπιστοσύνη. Δεν το ’κανε, ήξερε ότι θα την κάνω τη δουλειά, δεν το έκανε για να μου βγάλει την αυτοπεποίθηση, δεν το έκανε έτσι, αλλά εμένα όμως αυτό, απ’ τα πρώτα πράγματα… Όπως μετά με έβαλε και πολύ γρήγορα μπροστά να χορέψω και να σολάρω, ξέρω γω, διάφορα τέτοια. Λοιπόν, αυτό είναι που σου είπα και πριν αρχίσουμε την μαγνητοφώνηση, την εγγραφή, ότι μου έβγαλε. Το θεωρώ πολύ σημαντικό πράγμα, πάρα πολύ σημαντικό. Ήμουνα έτσι συνεσταλμένη και μου ’βγαλε... Δηλαδή, αυτό που βλέπεις τώρα με τα χρόνια τα πριν, καμία σχέση. Τώρα έκανα διάφορες παραπομπές, διάφορα διαλείμματα από δω, από κει. Αρρωσταίνει βέβαια. Κάναμε ταξίδια… Όχι, με την... Όσο ζούσε η δασκάλα, με την Δόμνα δεν είχαμε κάνει στο εξωτερικό μαζί ταξίδια. Εδώ στην Ελλάδα, κυρίως στην Αθήνα. Τα πολλά, [00:25:00]τις πολλές συνεργασίες τις κάναμε με την Δόμνα, σαν χορευτικός όμιλος «Ελένη Τσαούλη», και η Δόμνα, όπως σου είπα, μετά το ’80, και εδώ στην Αθήνα και στην επαρχία. Ωραία περιστατικά. Θυμάμαι μια φορά, ξεκινήσαμε να πάμε στο Γύθειο. Για να επιβιβαστούμε, μας περίμενε αρόδο, ένα καράβι τουριστικό να πάμε να χορέψουμε. Και φτάνουμε στο Γύθειο, ο καιρός ήταν, είχε αέρα, είχε, δεν υπήρχε περίπτωση. Και κάναμε μια ωραιότατη εκδρομή και θυμάμαι είχαμε καθίσει έτσι, καλοκαίρι βέβαια, είχαμε καθίσει στο Γύθειο κάπου, σε μια ταβέρνα, έτσι κοντά στη θάλασσα να φάμε, και το ψιλογελάγαμε. Γελάγαμε! Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μας, αλλά έτσι όπως προέκυψε, περάσαμε, είχαμε μια πολύ ωραία εκδρομή. Διάφορα τέτοια συνέβαιναν. Α, με την Τσαούλη, ναι. Κάναμε επίσης ένα χειμώνα, τώρα ένα ένα μου έρχονται στο μυαλό, πάλι για τουρίστες, αλλά όχι αυτό που πηγαίνανε στην Πλάκα και ήτανε τρεις και τρεις χορευτές. Εμείς πηγαίναμε και  έξι, δηλαδή αν ήταν ένας χορός γυναικείος, να μην είναι τρεις κοπέλες. Στα Αστέρια, μια φορά τη βδομάδα, νομίζω κάθε Δευτέρα ήταν, δεν θυμάμαι, μια φορά τη βδομάδα. Κι εκεί ήταν μια καλή τριβή για μένα που είμαι καινούρια και για όλους μας δηλαδή. Γιατί όταν έχεις, προβάρεις κάτι, το δουλεύεις, το, το, το, θες κάπου... Και ο σκοπός, βέβαια ευχαριστιόμασταν εμείς όταν χορεύαμε. Και να μην πηγαίναμε, αν δεν υπήρχε αυτή η προοπτική, πάλι χαρούμενοι θα ήμαστε. Αλλά επειδή γινόταν και μια επαγγελματική, τώρα σε πολλά εισαγωγικά, δουλειά, ε, ήθελες αυτή τη δουλειά σου να την… Και το ευχαριστιόμασταν, περνάγαμε εξαιρετικά. Επίσης το ’76, δυο φορές τον μήνα, πηγαίναμε στο «Ύδρα Beach»,  ωραιότατη εκδρομή, φεύγαμε Σάββατο μεσημέρι από δω, το βράδυ είχαμε εκεί παράσταση. Κοιμόμασταν εκεί, σ’ αυτά που είχαν και για τους φιλοξενούμενους, δηλαδή τους ενοικιαστές του συγκροτήματος, και φεύγαμε Κυριακή βράδυ. Τρώγαμε, κάναμε τα μπάνια μας, ωραιότατα! Κι αυτά μας δέσανε κιόλας, μας δέσαν, μας κάνανε οικογένεια. Δηλαδή δεν ήταν ότι πηγαίναμε σε ένα χώρο, κάναμε την πρόβα μας και όταν ήταν να κάνουμε την παράσταση, κάναμε την παράσταση και μετά… Δεθήκαμε πολύ, κάναμε ταξίδια, δηλαδή εκτός Αθηνών, που κοιμόμασταν κιόλας εκεί. Ταξίδια στο εξωτερικό βέβαια, και με την Τσαούλη. Με την Τσαούλη είχαμε πάει Κουβέιτ το ’76 και αμέσως ήρθαμε, ήρθαμε τη μία μέρα, και την επομένη φύγαμε για Κορσική, είχαμε πάει στην Κορσική. Ήταν και το τελευταίο ταξίδι της Ελένης. Ναι, αυτό ήτανε. Τι πλάκες κάναμε. Αυτό που σου λέω: δεθήκαμε πάρα πολύ, ήταν οικογένεια. Και το ότι ακόμη βρισκόμαστε, δηλαδή, να με έναν φίλο από τότε, που δεν έχουμε πάψει να, και οι καλύτερές μου φίλες είναι από κει, από κει δημιουργηθήκαν. Και οι φίλοι. Οικογένεια, οικογένεια!  Δηλαδή, πιο πολύ έβλεπα πια αυτούς τους ανθρώπους, παρά τους συγγενείς μου. Και επίσης μου άνοιξαν, άνοιξα και τα μάτια μου, γιατί εγώ άκουγα από το σπίτι μου, ε, οι αριστεροί είναι, ότι είναι κακοί, τέλος πάντων, με μία λέξη, να το πω έτσι, αυτό που επικρατούσε. Εγώ είδα ότι ήταν άνθρωποι που δεν ήταν κακοί, που δεν ήτανε φονιάδες, που δεν ήτανε υστερόβουλοι, που δεν ήτανε... Δεν έχει να κάνει με το πολιτικό «πιστεύω», δηλαδή εγώ είδα και κακούς δεξιούς και είδα και κακούς αριστερούς. Τώρα το λέω πολύ χοντροκομμένα το «κακός», αλλά μου άνοιξαν, δηλαδή είδα και πράγματα πέρα από το σπίτι μου. Τους  αγάπησα όλους αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε τσακωθήκαμε ποτέ, δεν υπήρχε περίπτωση. Δηλαδή με το ήθος της, με τον λόγο της, με τη συμπεριφορά της, με όλο αυτό, η δασκάλα… Πέρα απ’ το ότι ήταν επιλεγμένοι, πάλι θα βάλω σε εισαγωγικά, δεν ήταν, αλλά με ένα τρόπο ήτανε, όλοι αυτοί που αποτελούσαν αυτή την ομάδα… Η οποία, κάποια στιγμή, ήμασταν είκοσι πέντε, που δεν εμφανιζόμασταν όλοι συγχρόνως γιατί κάποιος δεν μπορούσε, [00:30:00]αλλά μαζευόμασταν το μάξιμουμ τόσοι. Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Μικρές διαφωνίες, όπως σε ένα σπίτι, αλλά, τίποτα, ήμασταν οικογένεια. 

Θ.Κ.:

Πώς βιώσατε την απώλεια; 

Τ.Π.:

Α, πάρα πολύ σκληρά και, μάλιστα, είχα, τόλμησα, θεωρώντας ότι έχω την ψυχραιμία, στην κηδεία, στην εκκλησία μέσα, κάποιος είχε γράψει ένα κείμενο μικρό. «Εγώ δεν μπορώ να το πω», έλεγε ο ένας, «Εγώ δεν μπορώ να το πω», ο άλλος, δεν αντέχω δηλαδή, δεν μπορούσε με αυτή την έννοια. Εγώ θεωρούσα, ήμουνα και από τους πιο καινούριες, λέω δεν έχω, δεν είχα πάρει είδηση. Όχι δεν είχα πάρει είδηση τον χαμό της, αλλά θεωρούσα κι ότι είμαι και ψύχραιμη. Και λέω «Θα το διαβάσω εγώ», αφού κανένας άλλος. Και ενώ το διάβαζα, άρχισε να με πιάνει ένας λυγμός και τότε συνειδητοποίησα... Όχι, δεν συνειδητοποίησα, αλλά μου βγήκε πια, εξωτερικεύτηκε, γιατί δεν είμαι εύκολη στα δάκρυα, δεν ήμουνα. Όσο προχωράνε τα χρόνια, γίνομαι πιο ευσυγκίνητη, εννοώ να εξωτερικεύσω τη συγκίνησή μου. Όπως συγκινήθηκα και βούρκωσα με τον θάνατο αυτού του ανθρώπου, του Νικολαΐδη του Αλέξανδρου, δηλαδή σήμερα έκλαιγα που έβλεπα. Που έχουν φύγει κι άλλοι άνθρωποι, γνωστοί, κι επώνυμοι, και νέοι… Δεν ξέρω, κάτι με συγκίνησε σ’ αυτόν. Και θυμάμαι μετά που βγήκα έξω και έλεγε η μικρή της η κόρη, η οποία, η Ντιντή ήταν τότε, το ’78, πόσο ήταν η μικρή της; Μικρό κοριτσάκι και μου έλεγε «Τασία, μην κλαις γιατί θα κλάψω κι εγώ. Μην κλαις», μετά που βγήκα έξω.  Θέλω να πω, ναι, χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μας τότε. Σκεφτήκαμε τι να κάνουμε, αν πρέπει να το κρατήσουμε το χορευτικό, αν δεν πρέπει. Τέλος πάντων, αποφασίσαμε να το συνεχίσουμε και καλώς κάναμε. Σιγά σιγά, βέβαια, μετά το ’80, μετά το ’90, υπήρξε μια φθορά. Έφυγε η καρδιά, έφυγε η ψυχή και εγώ μέσα μου έχω ότι όσο ήμασταν, όσο συμμετείχαμε παιδιά που την είχαμε ζήσει. λες και μεταφέραμε την αύρα της και αυτό το πράγμα είχε κάτι. Μετά μπήκανε, όχι ξένα, μπήκανε νέοι άνθρωποι που δεν την ξέραν, δεν την είχαν γνωρίσει, μόνο το όνομά της, το όνομα, ε, και σιγά-σιγά φθάρθηκε. Εγώ μετά την Αμερική που είχαμε κάνει μια μεγάλη περιοδεία το ’85, δυόμισι μήνες. 

Θ.Κ.:

Πείτε μας γι’ αυτό.

Τ.Π.:

Αυτό πια ήταν, βέβαια, μετά τον θάνατο της δασκάλας. Είχε έρθει σε επαφή… Είχαμε κάνει επίσης ένα σημαντικό ταξίδι, που είχαμε κάνει την ίδια χρονιά που πέθανε η δασκάλα. Δηλαδή πέθανε, τι μήνα ήτανε; Άνοιξη ήτανε και γίνεται η πρόταση, ήταν η δεύτερη φορά που εμφανίστηκε, που έγινε η ανταλλαγή, πολιτιστικές ανταλλαγές με την Αλβανία. Την πρώτη χρονιά είχε πάει με τον Κρυστάλλη και την Μαρινέλλα, τη δεύτερη χρονιά πήγαμε εμείς, το χορευτικό μας συγκρότημα, με τον Γλέζο και την Μαρίζα Κωχ. Είχαμε πάει στην Αλβανία κι αυτό, τι λέγαμε τότε: «Αχ να ήταν η δασκάλα!». Επί Ενβέρ Χότζα τώρα το εβδομήντα… Όχι, ψέματα, όχι το ’78, είπα ψέματα, το ’79. Είκοσι μέρες, σχεδόν τρεις βδομάδες. Ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον ταξίδι. 

Θ.Κ.:

Τι θυμόσαστε;

Τ.Π.:

Φυσικά ήταν μια Αλβανία επί Χότζα. Η υποδοχή, η φιλοξενία ήταν άμεμπτη, αλλά αισθανόσουν, ήξερες και μέχρι πού έχεις να πας και μας το λέγανε, γιατί υπήρχαν και κάποιοι Βορειοηπειρώτες, ας πούμε, που ήτανε του κόμματος βέβαια όλοι αυτοί γύρω γύρω. Ότι, ας πούμε, ήμασταν στους Αγίους Σαράντα και μας είπαν ότι από κει και κάτω –γιατί είχανε πολυβολεία, είχανε προβολείς, είχαν διάφορα– δεν μπορείτε να πάτε. Αισθανόμαστε ότι υπάρχει μία παρακολούθηση, αλλά το ξέραμε και ήμασταν, τίποτα. Το μόνο που θυμάμαι, δεν θα πω [00:35:00]ποιος το έκανε, είχε βγει στον κεντρικό δρόμο, έξω από το ξενοδοχείο, είχε σημαιούλες ελληνικές κι έλεγε «Θα τις πετάξω», κάτι έλεγε, δεν θυμάμαι. Ήταν κι ο Σάββας Σιάτρας, σωστά, βέβαια, ήταν κι ο Σάββας ο Σιάτρας, ναι, που έλεγε «Σ’ ακούω θαμπά». Μιλούσε κάποια στιγμή στο τηλέφωνο από κει εδώ και έλεγε «Σ’ ακούω θαμπά» και γελάγαμε με το «θαμπά», «Σ’ ακούω θαμπά».  Η φιλοξενία, λοιπόν, ήταν άψογη, σε διαμονή, σε διατροφή. Θυμάμαι σε ένα χωριό, δεν θυμάμαι τώρα σε ποιο, είχαμε βγει το βράδυ. Βράδυ 8:30, 9:00 η ώρα, είχε νυχτώσει, και γινόταν ένας γάμος, ήταν ένα σαν καφενεδάκι, σε ένα καφενείο και ακούσαμε γλέντια, γλέντι. Κι ήταν, μάλιστα, κι ένας που συνόδευε την Μαρίζα την Κωχ, ο Στέλιος ο Ελληνιάδης, ο οποίος ήξερε γαλλικά. Οι Αλβανοί πηγαίναν στην Γαλλία για σπουδές, δηλαδή συνήθιζαν και υπήρχαν άνθρωποι που ξέρανε γαλλικά. Από περιέργεια, ανοίξαμε, αμέσως να μας υποδεχτούν, να καθίσουμε, ήταν γάμος, ένα μικρό γλέντι με γάμο. Να μας φιλοξενήσουνε, να μας κεράσουνε, να φάμε. Εμείς είχαμε φάει, «Όχι» είπαμε. Ξέραν αυτοί, βέβαια, ποιοι είμαστε, γιατί ήταν σ’ ένα μικρό μέρος, ήτανε το γεγονός της χρονιάς γι’ αυτά τα μέρη, γι’ αυτές τις πόλεις, και τις μικρές και τις μεγαλύτερες που περνούσαμε. Και βέβαια ό,τι ρωτούσε, λέγαμε του Στέλιου «Ρώτησε κι αυτό», και από μόνος του ρωτούσε. Ήταν κάποιος ο οποίος δούλευε στην τράπεζα, όπως είπε, και ήξερε γαλλικά και μέσω αυτού μπορούσαμε να... Γιατί ήτανε στη βόρεια προς, τη βόρεια Αλβανία. Ε, όλα υπέρ του καθεστώτος τώρα, τι; Δεν μπορούσες να πάρεις πληροφορίες. Επίσης πολύ συγκινητικά ήταν, εγώ όμως δεν το βίωσα αυτό γιατί είχα ένα φοβερό πονοκέφαλο, στα χωριά της Δρόπολης που πήγαμε και δώσαμε μία παράσταση σε μια πλαγιά, έτσι είχαν στήσει μια μεγάλη εξέδρα που ήταν διάφορα χωριά εκεί κοντά και είχαν έρθει. Και μετά πήγαν τρεις-τρεις, ξέρω γω και τα λοιπά, στα σπίτια τους. Ελληνικά μιλούσαν, ήταν Βορειοηπειρώτες. Εγώ το ’χασα αυτό, γιατί είχα έναν φοβερό πονοκέφαλο, ήταν αδύνατον να ακολουθήσω και γύρισα, στο Αργυρόκαστρο μέναμε, είχαμε κοιμηθεί. Και γύρισα να κοιμηθώ, να συνέλθω. Αλλά με πολλή αγάπη, όπως μου λέγανε, πολύ έτσι, ανοίξαν τα σπίτια τους, να κεράσουν, πολύ συγκινητικό.  Και βέβαια αυτό που με, το εντυπωσιακό… δύο με εντυπωσιάσανε συναυλίες. Η μία ήταν στην Κορυτσά, που ήταν ένα ωραίο θέατρο, έτσι κλασικό, δηλαδή, το ’χαν χτίσει οι Ιταλοί, ξέρω γω, δεν ξέρω ποιοι το ’χαν χτίσει. Μικρό βέβαια. Η Κορυτσά μεγάλη πόλη, και μου θύμισε και τον πατέρα μου, γιατί είχε περάσει στον πόλεμο, εκεί, στην Κορυτσά. Έχει γράψει ένα εξαιρετικό ημερολόγιο ο μπαμπάς μου και μου λέει ο Θάνος «Γιατί δεν το δίνεις;». Λέω «Τι να το δώσω». Το φυλάω, το ’χω για τα ανίψια μου, όποιος θέλει, το ’χω, τέλος πάντων. Ένα εξαιρετικό, θα σ’ το δείξω μετά γιατί το έχω εκεί. Ωραία γραμματάκια. Και είχε αναφορά στην Κορυτσά, γιατί κάπου εκεί γύρω ήταν. Και όταν βρέθηκα εκεί, βέβαια, ήρθαν και οι μνήμες. Λοιπόν, ήτανε γεμάτο το θέατρο, ήταν η πρώτη μας παράσταση στην Αλβανία, και απ’ έξω ήταν δρόμοι, μια πλατεία έτσι μικρή, τίγκα στον κόσμο. Κόσμος πολύς! Αλλά δεν μπορούσαν οι άνθρωποι και αναγκάστηκαν και βγάλαν μεγάφωνα, να ακούνε τουλάχιστον. Και επίσης στους Αγίους Σαράντα, που ήταν η τελευταία –και εν τω μεταξύ, μας λέγανε ότι που δεν μιλάνε ελληνικά και που δεν τους αφήνουνε–, όλοι μίλαγαν ελληνικά. Έγινε η συναυλία στο γήπεδο της πόλης. Μια εξέδρα, γεμάτο παππούδες, γιαγιάδες, εγγόνια, όλοι, όλοι… Μιλάγανε ελληνικά ο κόσμος. Μια συγκίνηση πάρα πολύ μεγάλη έτσι… Ήτανε ενδιαφέρον ταξίδι, πολύ ενδιαφέρον. Και σου μιλάω τώρα το ’79 ακόμα, αλλά Ενβέρ Χότζα, Ενβέρ Χότζα! Αυτό ήταν, εντάξει, τι να κάνουμε, τα είδαμε και τα μετά, τέλος πάντων. 

Τ.Π.:

Και ερχόμαστε [00:40:00]τη μία μέρα και την άλλη μέρα φεύγουμε σφαίρα για την Σουηδία. Μας είχαν υποσχεθεί ότι δύο χορεύτριες, τρεις, τρεις. Η Δόμνα είχε κλείσει μία περιοδεία στην Σουηδία ένα μήνα. Και εκεί θέλαν τέσσερις και τέσσερις, ήταν μικρό το σχήμα το χορευτικό. Και ενώ είχε υποσχεθεί από δω, το γραφείο το καλλιτεχνικό, ότι τρεις κοπέλες και ένα αγόρι, και έναν άντρα, θα φρόντιζαν να επιστρέψουμε νωρίτερα για να προλάβουμε να φύγουμε, να πάμε με την Δόμνα μαζί στην Σουηδία, εκεί λίγο μας γέλασαν, δεν τήρησαν την υπόσχεση. Και θυμάμαι να πέφτουν τα τηλέφωνα. Η Δόμνα να ’ναι σε απόγνωση, ήταν εδώ με τον άντρα μου κι από δω μιλάγαμε στο τηλέφωνο κι αυτό, αν θα καταφέρουν κάτι. Τελικά, τέλος πάντων, έγινε μία παράσταση στην Σουηδία, στο, τέλος πάντων, δεν θυμάμαι, σε κάτι φυλακές, σε φυλακές. Και πήγαμε εμείς μετά. Και άλλη εξαιρετική. Με τα γέλια μας, με τα…  Το «Ξενιτεμένο μου πουλί», αυτό είναι παραγωγή που έγινε στην Σουηδία. Και γράφτηκε και στην Σουηδία. Ήταν κάτω οι τραγουδιστές, οι μουσικοί και τα λοιπά και έγινε, όχι με playback, μέσα σε δυο μέρες γράφτηκε. Κι είναι ωραίος δίσκος, είναι ωραία, δεν ξέρω αν τα ’χεις ακούσει. Και η κονσόλα, ας πούμε, ήταν κάπου πάνω, είχε σκάλες. Να της κάνει…ο Καλύβας από τη μια τη βασάνισε, αλλά απ’ την άλλη όμως ήταν και ένα πολυεργαλείο, να λέμε και του στραβού το δίκιο. Έκανε περιοδεία έξω μόνο με τον Καλύβα. Και ούτι και πίπιζες και κλαρίνο… Βιολί δεν έπαιζε! Και λαούτο βέβαια. Και κάπου, του έλεγε να κάνει αυτό, δεν θυμάμαι σε ποιο κομμάτι. Αυτός πάλι το ίδιο και ξανά το ίδιο και να μην έχουμε περιθώριο χρόνου, γιατί την επόμενη θα φεύγαμε να  αρχίσουμε την περιοδεία μας. Και την έφερε σε τέτοια κατάσταση, που θυμάμαι κατέβαινε η Δόμνα αυτά τα σκαλιά και έκλαιγε, όχι με δάκρυ, αλλά ήταν ο θυμός της, ξέσπασε σε δάκρυα. Και τι να κάνει; Τον ήξερε τι είναι, ήταν δύσκολος στη συνεργασία του. Κανονίζανε οι ηχολήπτες τις εντάσεις και τα λοιπά, τα όργανα, και με το που ανέβαινε πάνω, έκανε νόημα να τ’ ανεβάσει λίγο. Ο ηχολήπτης δεν τον ένοιαζε και πολύ, ξέρω κι εγώ; Έκανε τέτοια ο συγχωρεμένος κι αυτός.  Πόσοι από αυτούς που γνώρισα έχουνε φύγει; Παναγιά μου! Μουσικούς που συνεργαστήκαμε και με το χορευτικό. Έτσι είναι, όμως, νόμος της ζωής, θα φύγουμε κι εμείς. Μας διαδέχονται άλλοι. Οπότε, με την Δόμνα παρέα, ήμασταν μια παρέα, δεν είχε, ήταν απλός άνθρωπος, για να μην, γιατί μιλάω πολλή ώρα. Με την Δόμνα, λοιπόν, κάναμε ταξίδια εντός Ελλάδας, παραστάσεις, συναυλίες τέλος πάντων –πότε τις λέγαμε παραστάσεις, πότε συναυλίες–, εντός Ελλάδας. Εγώ, παράλληλα, δούλευα και σχεδιάστρια βέβαια στο γραφείο, αυτό που δούλευα με τον Κρόκο. Κάποια στιγμή, γύρω στο ’90-’91, η δουλειά στο γραφείο πια δεν απαιτούσε την παρουσία ενός σχεδιαστή. Και του είπα κι εγώ, ο Κυριάκος δεν θα με έδιωχνε ποτέ, του λέω «Κυριάκο ,δεν γίνεται, δεν μπορώ να έρχομαι και να… Έχεις το…». Είχε δύο αρχιτέκτονες, «Γίνεται η δουλειά σου». Μερικές φορές πήγαινα στις διάφορες επιβλέψεις που έκανε σε σπίτια που είχε, γιατί ο ίδιος δεν οδηγούσε και πηγαίναμε μαζί, κρατούσα και σημειώσεις. Αλλά αυτό γινότανε μια φορά τη βδομάδα, μια φορά στις δέκα μέρες. Και βέβαια κάπως με την Δόμνα, κάπως είχαμε συναντηθεί πάλι με παρέα, γιατί κάναμε παρέα και μου λέει… Μάλλον είχαμε, ναι, είχαμε λάβει μέρος σαν χορωδία, μια [00:45:00]ομάδα που μπορούσανε να τα καταφέρουνε και να έχουνε καλή φωνή, όταν γράψαμε τα αποκριάτικα. Αυτά που ηχογραφήθηκαν εδώ, στην ταβέρνα, και μάλιστα ηχογραφήθηκαν δύο φορές. Έκαναν δύο χρονιές.  Η Δόμνα προσπαθούσε το τέλειο, όπως, δεν το προσπαθούν όλοι, δεν θα ’λεγα όπως όλοι. Η Δόμνα ή αυτό που είχε η ίδια πώς το ήθελε, έτσι το ήθελε. Και καλά έκανε, γιατί είχε, έκανε και εξαιρετικές εκπομπές. Δηλαδή οι εκπομπές που έκανε στο ραδιόφωνο, ήτανε, που έχουμε πάρα πολλές στο αρχείο, είχαν ειρμό, είχανε συνοχή, είχανε ποικιλία, είχανε τα θέματα, είχε… Το αισθητήριό της ήτανε υψηλά, το ’ξερε το θέμα, το αγαπούσε πολύ και το χειριζόταν, το διαχειριζόταν πολύ καλά, κατά την άποψή μου. Ήθελε, λοιπόν, να κάνει αυτό τον δίσκο, και να μην έχει, όπως το έχει πει και η ίδια, ούτε μια νότα σε στούντιο. Έκανε τις καταγραφές της στην Μακεδονία, στην Θεσσαλία και ένα κομμάτι το ηχογραφήσαμε εδώ, σε μια ταβέρνα στα Πετράλωνα. Είχαμε κάνει πρόβες εμείς σ’ αυτά που τη συνοδεύαμε, σαν χορωδία, ή σε κάποια που είπαμε και μόνοι μας, και επίσης μια ομάδα από το χορευτικό, από τα Τσαουλάκια, πως μας έλεγε, είχαμε λάβει μέρος σε κάποιες συναυλίες με μικρασιάτικα, και στο Βεάκειο και στη Νέα Σμύρνη. Δηλαδή δεν ήταν η πρώτη φορά που τραγουδούσαμε με την Δόμνα. Χρησιμοποιώντας πάντα τους καλλίφωνους, άνδρες και γυναίκες. Και πάμε λοιπόν, ηχολήπτης, μουσικοί, κόσμος στην ταβέρνα, μια μικρή ταβέρνα, δεν ήταν καμιά τεράστια. Και αρχίζουμε να ηχογραφηθεί το πρώτο κομμάτι. Οπότε η Δόμνα όλο άγχος βέβαια, πώς θα πάει, ήταν πρώτη φορά που το έκανε αυτό. «Ησυχία, ησυχία, ησυχία, να γράψουμε, ησυχία να γράψουμε, ησυχία να γράψουμε». Όταν άκουσε μετά το αποτέλεσμα, ήταν σαν να ’ταν σε στούντιο σχεδόν, χτύπαγε το κεφάλι της στον τοίχο, «Τι έκανα».  Και ξαναγράφουμε την επόμενη χρονιά, πάλι στην ίδια ταβέρνα, κι εκεί ακούγεται τα γέλια, τα έτσι, δηλαδή ήταν αυτό που ήθελε. Εκεί, λοιπόν, δεν είχαμε αρχίσει ακόμα τη συνεργασία μας. Τώρα εδώ λίγο… Γιατί η πρώτη μου συνεργασία πια σε στούντιο έγινε όταν έκανε το μοντάρισμα, το μοντάζ για αυτόν τον δίσκο. Δηλαδή είχε όλο το υλικό κι είχαμε πάει κάτω στην «Polysound». Ήταν ο Γιάννης ο Σμυρναίος, εξαίρετος ηχολήπτης, και γελάγαμε με αυτά που λέγανε εκεί πάνω, οι διάφορες γυναίκες, τα αστεία τους, τα έτσι θυμάμαι. Δεν θυμάμαι αν είχα αρχίσει να… Τέλος πάντων, κάποια στιγμή, εκείνη την περίοδο, μου λέει η Δόμνα, είχα σταματήσει εγώ να δουλεύω στον αρχιτέκτονα, μου λέει «Βρε Τασία», λέει, «ξέρεις», λέει, «θα ήθελα, αν θέλεις, να κάνουμε μια συνεργασία». Λέει «Εσείς τα Ρουμελιωτάκια είσαστε ντόμπροι άνθρωποί», μου λέει, «και σε ξέρω τόσα χρόνια». «Εγώ», λέει, «έχω καταγραφές κάνει». δεν ήταν μόνο το «Μουσικό οδοιπορικό», είχε κασέτες, οι οποίες ήταν έτσι… Δεν ήταν ακριβώς έτσι, μπερδεμένες, ήτανε με μία τάξη, αλλά ήτανε, όμως, θέλανε χτένισμα.  «Και θέλω», λέει, «να κάνω απομαγνητοφωνήσεις, να καταγραφούν αυτά τα πράγματα. Θέλεις; Μπορείς;». Λέω εγώ «Βεβαίως». Αυτό ήτανε δώρο. Σημειωτέον, δε, ότι η Τσαούλη, κάποια στιγμή, είχε πει, δεν θυμάμαι ποια στιγμή τώρα, πού να θυμηθώ, ότι «Η Τασία», λέει, «θα γινόταν πολύ καλή ηχολήπτης». Πού να ξέρα ότι κάποια στιγμή, όχι τον ηχολήπτη, δεν θα τον έκανα, αλλά θα βρισκόμουνα σε στούντιο, σε ηχογραφικά στούντιο μέσα, ας πούμε, ότι θα παρακολουθούσα ηχογράφηση, θα ήμουν εκεί, ότι θα διαχειριζόμουν... Γιατί μου είχε πει ο Γιώργος ο Παπαδάκης, μου είχε προτείνει ένα πρόγραμμα, όχι διαχείρισης, επεξεργασίας ήχου και έκανα διάφορα, γιατί στις [00:50:00]κασέτες υπήρχαν διάφορα κενά που έπρεπε... Δηλαδή χρειάστηκε. Με βοήθησε πάρα πολύ ο Γιώργος Παπαδάκης στην αρχή. Αυτός με έμπασε και στον υπολογιστή, το ’98 πια, και με έμαθε διάφορα πράγματα τι είναι, το πώς να χειρίζομαι αυτό το πρόγραμμα και πώς να κάνω… Τέλος πάντων, μου λέει έτσι και έτσι. «Ναι», λέω, «Δόμνα, γιατί όχι; Αλλά πού θα τα κάνω». Μου λέει «Μπορείς να τα κάνεις στο σπίτι σου;». Λέω «Βεβαίως και μπορώ». Τότε ήμουνα και μόνη μου, πια δεν είχα κανένα πάνω από το κεφάλι μου. Λέω «Βέβαια, αλλά πώς θα γίνει;». «Εγώ σε εμπιστεύομαι. Θα παίρνεις το υλικό, έχεις κασετόφωνο, και θα κάνεις… Και θέλω αυτό το πράγμα». Χάρηκα εγώ, μ’ άρεσε. Κάτι καινούριο, που δεν το ’χω ξανακάνει και δεν ήξερα, αλλά με γοήτευσε αμέσως. Φαντάζομαι πώς παίρνει τον πηλό ένα κεραμίστας, ένας γλύπτης, για πρώτη φορά. αλλά το έχει –σιγά τι είχες εσύ, ένα παραλληλισμό, δεν συγκρίνεται– κι αρχίζει να φτιάχνει πράγματα. Μ’ άρεσε πολύ αυτό το πράγμα εμένα και αρχίζω. Παράλληλα, δε, πια εργαζόμουνα, πια δουλειά ήτανε, μέχρι τώρα ακόμα είμαι στον Σύλλογο. Τότε, βέβαια, επ’ αμοιβή, γιατί έπρεπε να ζήσω, δεν γινόταν αλλιώς. Ούτε ήταν αυτή η πρόθεσή της. Ήταν πολύ γαλαντόμα η Δόμνα, δεν… Έζησε πικρά χρόνια, έζησε φτώχεια, έζησε δύσκολα και όταν ο άνθρωπος, κάποιος ήτανε σε δυσκολία, δεν τα σκόρπαγε. Όταν ήταν σε δυσκολία, βοηθούσε. Δεν έκανε, δεν υπολόγιζε. Και η ίδια, και πολύ το χαιρόμουνα που, θα σου πω μετά, γιατί κάνω όλο παραπομπές κι όλο τη «σπάω» την κουβέντα. Αρχίζω λοιπόν. Θράκη είχα πάρει. Μου λέει «Τις περιοχές θα τις αρχίσουμε από πάνω, από τη Βόρεια Ελλάδα, και θα φτάσουμε μέχρι κάτω». ΟΚ. Έβρισκα εγώ, ό,τι έβρισκα εγώ κασέτες που έλεγε ξεκίνησα από τις κασέτες, «Θράκη», τις έπαιρνα εδώ να τις ακούσω, να, να, να...  Άρχισα εγώ έγραφα, απομαγνητοφωνούσα και έγραφα στο χέρι. Λέω αυτό το πράγμα τώρα, πληθαίναν τα, πληθαίναν οι σελίδες, έπαιρνα κάτι μπλοκ. Δεν ήξερα τον όγκο, ούτε είχα φανταστεί τι ήτανε μπροστά. Και παράλληλα αυτά έπρεπε, ναι.. Κάποια στιγμή, της λέω «Δόμνα»… Είχα μια γραφομηχανή πάρει, μετά, μετά… Λέω «Ρε συ, Δόμνα, δεν γίνεται τώρα να πάρουμε μια γραφομηχανή;». Παίρνω μια γραφομηχανή που έπαιρνε δισκέτες και παίρνω, λοιπόν, δισκέτα και αρχίζω και δακτυλογραφώ. Λέω «Εντάξει, θα τα βάλω σε δισκέτες». Απάνω από εκατό τραγούδια δεν έπαιρναν οι δισκέτες. Άρχισα να βλέπω εγώ τον όγκο, λέω «Δεν γίνεται». Τέλος πάντων, κάποια στιγμή λέει ο Παπαδάκης, ήμασταν σε στούντιο, «Δεν γίνεται αυτή η δουλειά». Είχαν περάσει τα χρόνια. Τώρα, ναι, γιατί το ’98,  ίσως νωρίτερα, νωρίτερα ήταν. Ήμασταν σε στούντιο, γράφαμε, κι ήταν μουσικός σύμβουλος ο Γιώργος και το κουβεντιάζουμε. Της λέω «Δόμνα, με τις δισκέτες δεν θα», σε κάποιο διάλειμμα, «δεν θα βγει άκρη, είναι πολύ το υλικό». Και λέει ο Γιώργος «Τι κάνεις;», λέω «Αυτό κι αυτό». Λέει «Είσαι καλά;». Λέω «Τι να κάνω, Γιώργο;». «Εδώ», λέει, «θέλεις υπολογιστή, θέλεις ένα πρόγραμμα».  Αυτός ήδη είχε ένα πρόγραμμα. Λέει η Δόμνα «Εγώ δεν ξέρω από αυτά». «Μα δεν χρειάζεται», λέει, «να ξέρεις εσύ, θα δείξω στην Τασία». Και έτσι έγινε. Μου έφερε ένα δικό του υπολογιστή στην αρχή, μου τα έδειξε, είχε έρθει εδώ επανειλημμένως. Φίνος και ωραίος, σπουδαίος άνθρωπος. Πνεύμα, ταλέντο, ένας έξυπνος άνθρωπος, από αυτούς που φύγανε και που αφήσανε κενό στους δικούς τους, στο στενό τους περιβάλλον και στο ευρύτερο και γενικότερα, από αυτούς τους ανθρώπους είναι και ο Γιώργος ο Παπαδάκης. Και πια αρχίζω και έχω πια μια σωστή καταγραφή… Με ελλείψεις, με, με, με, αλλά μου έλεγε η Δόμνα «Ό,τι ακούς, ό,τι καταλαβαίνεις, θα τα δούμε». Α, μου είχε πει τότε, μου λέει «Εγώ θέλω να το κάνω, αλλά δεν έχω χρόνο». Είχε τότε συναυλίες, είχε ταξίδια. «Δεν προλαβαίνω». Και δεν ήταν [00:55:00]και πολύ του… Πια της άρεσε να βγαίνει.  Η Δόμνα αν δεν έβγαινε σχεδόν, αν μπορούσε να βγαίνει κάθε βράδυ, θα έβγαινε. Της άρεσαν οι παρέες, έχουμε κάνει ωραία γλέντια και με την ομάδα αυτή που συγκρότησε μετά, από τους μαθητές, από ένα κομμάτι, μια μικρή ομάδα μαθητών, από τα μαθήματα που έκανε στο «Μουσείο Λαϊκών Οργάνων», και βγαίναμε αρκετά συχνά, και βρεθήκαμε και αρκετές φορές κάνοντας πρόβα για τραγούδια, για συναυλίες και για δισκογραφία βέβαια, γιατί έχουμε σε αρκετές δισκογραφικές. Παράλληλα, δε, εγώ έκανα και τη γραμματειακή υποστήριξη στη δικογραφίας, το υλικό. Όταν, δε, της είπα, όταν ήταν να κάνουμε την «Κυρα-θάλασσα» και της λέω «Κάτσε, Δόμνα, εδώ μπορώ να σου βρω»… Μου λέει «Τασία, εδώ θέλω τραγούδια που να έχουν σχέση με θάλασσα», δυο χρόνια πριν γίνει ο δίσκος. Της λέω «Είναι εύκολο». «Σοβαρά» μου λέει; Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι αυτό το μηχάνημα έχει ικανότητες, έχει δυνατότητες, όχι ικανότητες, δυνατότητες. Γιατί είχα λέξεις-κλειδιά ας πούμε όπως… Και της έβρισκα τα τραγούδια, συνεργαζόμαστε, είχα πια όλη τη φροντίδα των ραντεβού στα στούντιο, τα ραντεβού τα έκλεινε η ίδια όποτε μπορούσε, άμεσα, αλλά τους μουσικούς να τους πληρώσω, να τους… Αυτό. Ήμουνα εκεί, δίπλα της, ό,τι βοήθεια ήθελε και σιγά σιγά και στις συναυλίες.  Θυμάμαι σε κάποιες εμφανίσεις με ήθελε δίπλα της, ήμουνα δίπλα της, ήμουνα το δεξί της χέρι. Δηλαδή πια… Μετά δεθήκαμε, όχι τόσο σε επίπεδο να βρισκόμαστε κάθε μέρα, αλλά στο εργασιακό κομμάτι ήμουνα το δεξί της χέρι. Δηλαδή χωρίς εμένα… Είχαμε  μια συναυλία κάνει με τα αποκριάτικα στην Θεσσαλονίκη και κάνουμε την πρόβα τη γενική και σχεδόν στα μισά φεύγω πάλι εγώ με έναν δυνατό, μια ημικρανία φοβερή, φοβερή. Πήγα μέσα στο καμαρίνι της, ξάπλωσα σε άθλια κατάσταση και το βράδυ να έχουμε τη συναυλία. Και μου λέγαν μετά, μου λέει την έπιασε απελπισία τη Δόμνα, λέει τι θα κάνει, γιατί ήμουνα δίπλα της, τη βοηθούσα. Πια είχε και μεγαλώσει, ήθελε μια βοήθεια, ο καθένας θα ήθελε. Είχε να συντονίσει, να έχει τον νου της σε ένα κόσμο ολόκληρο. Ήθελε κάποιος να της υπενθυμίζει, κάτι, να τη βοηθάει, και ακόμα και επί σκηνής. Και ήμουνα εκεί. Και η Δόμνα με αγάπησε με έναν ιδιαίτερο τρόπο, δηλαδή… Και αυτό το κατάλαβα μετά τον θάνατό της, με μία κίνηση που έκανε, που δεν το πίστευα, ας πούμε αυτό. Δηλαδή δεν σου ’λεγε ότι ξέρεις «Εγώ σε αγαπάω», δεν ήταν, ήτανε άνθρωπος δωρικός, δεν είχε γαλιφιές και τέτοια. Και αν έκανε μερικές φορές έτσι, θα ’τανε, το κάλυπτε κατω από αστείο, αυτή την εντύπωση μου έδινε εμένα, δεν ήταν έτσι… Να κάνουμε μία παύση, τι ώρα έχει πάει;