© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

«Δεν είχαμε το δικαίωμα να χάσουμε»: Η ιστορία του Χρήστου Ζούπα στον χώρο της καλαθοσφαίρισης

Istorima Code
10828
Story URL
Speaker
Χρήστος Ζούπας (Χ.Ζ.)
Interview Date
10/07/2020
Researcher
Κωνσταντίνος Μιχαήλ (Κ.Μ.)
Κ.Μ.:

[00:00:00]Καλημέρα σας, μήπως θα μπορούσατε να μας πείτε το όνομα σας;

Χ.Ζ.:

Χρήστος Ζούπας, ιατρός.

Κ.Μ.:

Πολύ ωραία, σήμερα είναι Σάββατο 11 Ιουλίου του 2020, βρισκόμαστε στο Καβούρι της Αττικής, είμαι ο Κώστας Μιχαήλ, ερευνητής από το Istorima, μαζί μας σήμερα είναι ο κύριος Ζούπας και μπορούμε να ξεκινήσουμε. Κύριε Ζούπα, πόσο χρονών είστε;

Χ.Ζ.:

75.

Κ.Μ.:

Μεγαλώσατε στην Αθήνα;

Χ.Ζ.:

Μεγάλωσα στον Υμηττό, στην γειτονιά των αγγέλων, που λένε, εκεί που ήτανε η προσφυγιά και οι μεγάλες αλάνες, που μας έκαναν να ασχοληθούμε, έτσι, πολύ φανατικά με τον αθλητισμό και ιδιαίτερα με το μπάσκετ. Έλαχε δίπλα στο σπίτι μου να είναι φτιαγμένο, από πολύ παλιά, ένα γήπεδο του μπάσκετ που ανήκε στον Ερυθρό Σταυρό, τότε που, προπολεμικά, ο Ερυθρός Σταυρός έφτιαχνε διάφορες γηπεδικές εγκαταστάσεις, για να προσελκύσει τους νέους και αυτό ήταν το έναυσμα, για να μπορέσω ν’ ασχοληθώ τόσο πολύ φανατικά με τον αθλητισμό και ιδιαίτερα με το μπάσκετ.

Κ.Μ.:

Αυτό ήθελα, αυτή θα ήταν η επόμενη ερώτηση. Πώς γνωρίσατε το μπάσκετ σε μια εποχή μάλιστα που στην Ελλάδα δεν ήταν διαδεδομένο, είναι η αλήθεια, και πώς βρεθήκατε στην Α.Ε.Κ.;

Χ.Ζ.:

Η αλήθεια είναι ότι η εποχή μας, λόγω του ότι οι περιοχές και οι αλάνες ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής εκείνης, μιλάμε για τη δεκαετία ‘50-‘60, αυτό που απασχολούσε όλα τα παιδιά ήτανε το τόπι και η μπάλα. Ήταν το εύκολο, να παίξεις ποδόσφαιρο. Ήτανε η εποχή που όλα τα παιδιά κλοτσάγανε, αλλά, όπως σου είπα, ενώ είχαμε μια πολύ ωραία ομάδα ποδοσφαίρου και παίζαμε πολύ φανατικά ποδόσφαιρο, έτυχε να είναι δίπλα στο σπίτι μια εγκατάσταση του Ερυθρού Σταυρού. Αυτή ακριβώς που άλλαξε την πορεία της αθλητικής μου καριέρας. Ήτανε ένα γήπεδο μπάσκετ το οποίο, μάλιστα, ήταν χωρισμένο με σκαλιά στη μέση, δεν ήταν το κλασσικό γήπεδο μπάσκετ που ξέρουμε σήμερα, και έκανα το εγχείρημα, θα έλεγα, όχι το σφάλμα, να πηδήξω τη μάντρα και να μπω μέσα στο γήπεδο και ξαφνικά είδα ένα καλάθι ψηλά, ξύλινο, χωρίς δίχτυα και μια στεφάνη, η οποία ήτανε πεπαλαιωμένη και σκουριασμένη. Και με ένα μικρό τοπάκι άρχισα να πετάω τη μπάλα στο καλάθι και διαπίστωσα ότι αυτό το πράγμα μου άρεσε πάρα πολύ και παρότι συνεχίσαμε να παίζουμε ποδόσφαιρο σαν παιδιά την εποχή εκείνη, εγώ όλο ξέκλεβα χρόνο και έμπαινα σε αυτό το γήπεδο, το οποίο είχε μια χαμηλή μάντρα, την πηδούσαμε και μπαίναμε μέσα. Και διαπίστωσα ότι είχα μεγάλη κλίση στο να μπορώ να πετάω τη μπάλα στο καλάθι και, δεν ξέρω, όπως καμιά φορά δημιουργούνται εσωτερικές προοπτικές για κάτι καινούργιο στη ζωή σου, πολλές φορές χρειάζεται να έχεις κάποιο αστέρι που να κουβαλάς. Ίσως επειδή, λόγω χαρακτήρος, δεν μου άρεσε η μεγάλη ανταγωνιστικότητα και η περίεργη κατάσταση του ποδοσφαίρου, ήταν λίγο άγριο το άθλημα, ένιωσα ότι, ίσως, το μπάσκετ ήταν πιο ευγενές, πιο ταιριαστό στο χαρακτήρα μου και έπεσα με τα μούτρα εκεί. Η αλήθεια είναι ότι έτυχε αυτό το γηπεδάκι του Ερυθρού Σταυρού, κάποια στιγμή, να γίνει το στέκι του Αθλητικού Ομίλου Αμύντα. Ο Αμύντας ήτανε, ίσως, μια πολύ παλιά ομάδα που δημιουργήθηκε το ‘49-‘50 από μια παρέα αθλητών, οι οποίοι γυμναζόντουσαν στον Φωκιανό, αλλά εκεί μάλλον τους απέπεμψανε και βρήκανε αυτό το γήπεδο και φτιάξανε αυτή την ομάδα, η οποία εξακολουθεί και υπάρχει σήμερα και είναι από τις παλαιότερες ομάδες στον αθλητικό χώρο του μπάσκετ. Μάλιστα τα τελευταία 20, ίσως, χρόνια ο αδερφός μου, χάρη σ’ αυτόν, ο Αμύντας υπάρχει, είναι στην Α2 κατηγορία και θεωρώ ότι είναι από τα πιο ηθικά, σοβαρά και αθλητικά σωματεία που προσφέρει πάρα πολλά στη κοινωνία. Μάλιστα είχα την δυνατότητα σαν δήμαρχος το 2008-2009 να κάνω μια πρόταση στον Ερυθρό Σταυρό και τελικά αυτό το γήπεδο, στο οποίο μεγάλωσα και έχω τα πρώτα μου βήματα στο μπάσκετ, να το αγοράσουμε και να γίνει δημοτικό γυμναστήριο και πλέον σήμερα εκεί αθλούνται οι ακαδημίες του Αθλητικού Ομίλου Αμύντα. Είναι πολύ συγκινητικό να μπορείς μετά από 50 και τόσα χρόνια να αποκτάς το σπίτι στο οποίο μεγάλωσες και έχτισες τα πρώτα σου όνειρα και τις πρώτες σου αθλητικές αντιλήψεις, ιδέες, ικανότητες. Κάθε παιδί, όταν μπει σε έναν χώρο αθλητικό, ξέρεις, προσπαθεί να εκφράσει ένα κομμάτι από τον εαυτό του, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο. Και αντιλαμβάνεσαι ότι όταν είσαι πολύ μικρός δεν φαντάζεσαι ποτέ όταν ξεκινάς πού θα φτάσεις, απλώς προσπαθείς μέσα από τον αθλητισμό να εκφράσεις αυτό που κουβαλάς μέσα σου. Και εμείς τότε σαν παιδιά, δεν σου κρύβω, ότι είχαμε κάποιους ανθρώπους έτσι μεγαλύτερους σαν προπονητές, σαν ανθρώπους-καθοδηγητές, οι οποίοι έδιναν πολύ μεγάλη σημασία και στα γράμματα και στον αθλητισμό και έτσι όλα τα παιδιά που περάσαν από τον Αμύντα, αφήσανε κάποιο, έτσι, ξεχωριστό κομμάτι στην ιστορία του αθλητισμού και γενικά της προσωπικής τους ζωής.

Κ.Μ.:

Άρα, ξεκινήσατε από τον Αμύντα; Η πρώτη σας ομάδα που-

Χ.Ζ.:

Βεβαίως.

Κ.Μ.:

Ως παιδί ήτανε ο Αμύντας.

Χ.Ζ.:

Θα έλεγα, δηλαδή, ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η Ε.Ο.Κ, η Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης, το μπάσκετ τότε ανήκε στο Σ.Ε.Γ.Α.Σ. Για να μπορέσεις να γίνεις επίσημα αθλητής και να αποκτήσεις δελτίο αθλητού έπρεπε να ήσουν τουλάχιστον 12 ή 14 χρονών, αν θυμάμαι καλά. Εμένα με γράψαν δυο χρόνια πριν, μεγαλύτερο, για να μπορέσουν να μου βγάλουνε-

Κ.Μ.:

Δελτίο.

Χ.Ζ.:

Δελτίο. Τόσο καλός ήμουν στην εποχή εκείνη, διότι στα παιδικά πρωταθλήματα έδειχνα ένα πρωτόγνωρο, για την εποχή εκείνη, ταλέντο και έτσι οι παράγοντες της εποχής εκείνης πλαστογράφησαν ορισμένα χαρτιά, για να μπορέσουνε να με εγγράψουν και να μου βγάλουν δελτίο. Το έχω ακόμα το δελτίο αυτό, είναι ένα παιδάκι 12 χρονών, που ξαφνικά μπαίνει σε έναν καινούργιο χώρο, με τον οποίο παντρεύτηκε για τουλάχιστον 20 χρόνια.

Κ.Μ.:

Στην Α.Ε.Κ. βρεθήκατε το 1962;

Χ.Ζ.:

Το ‘62-’63. Ο Αμύντας, την εποχή εκείνη, ήταν μια από τις ομάδες που πρωταγωνιστούσε στην Α2 κατηγορία, αλλά κάποια στιγμή μεγάλωσαν οι παλιοί παίκτες, υπήρξε μια μεγάλη, έτσι, κατηφόρα και έπεσε όλες τις κατηγορίες, οπότε ήρθε η γενιά η δική μας και από το ‘57 έως το ‘62 πήρε όλα τα πρωταθλήματα εκείνων των κατηγοριών και ανέβηκε στην Α εθνική. Μέχρι τότε, όπως χαρακτηρίζει, ίσως, τη νοοτροπία και την συμπεριφορά των πατριωτών μας, των Ελλήνων, όσο ήμαστε στις υποδεέστερες κατηγορίες, δεν μας έδινε κανείς σημασία. Όταν όμως ξαφνικά βρεθήκαμε στην Α εθνική και έγινε πάταγος σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, πώς μια ομάδα παιδιών από την γειτονιά του Υμηττού κατόρθωσε μέσα σε τέσσερα χρόνια να πάρει όλα τα πρωταθλήματα, κατηγορία στη κατηγορία και να φτάσει στην Α εθνική, ξυπνήσανε όλοι οι υποτιθέμενοι παράγοντες της περιοχής και άρχισαν να ενδιαφέρονται να μπούνε στα κοινά του συλλόγου. Κι εκεί αρχίσαν τα πανηγύρια! Αρχίσανε οι τσακωμοί, οι διαφοροποιήσεις και όλα τα πράγματα, τα οποία εμένα δεν μου άρεσαν καθόλου. Και όπως ήμουνα παιδί που πίστευα ότι, δεν στο κρύβω, οι μεγάλοι παίκτες μόνο σε μεγάλες ομάδες μπορούν να διακριθούν, όταν είδα ότι οι άνθρωποι, οι οποίοι χτίσανε αυτό το οικοδόμημα που λέγεται Αθλητικός Όμιλος Αμύντας δεν με εκφράζαν, γιατί απεχώρησαν από το χώρο, σκέφτηκα ότι ήταν καιρός και εγώ να αποχωρήσω. Έτυχε, τον καιρό εκείνο, να γνωρίσω τον Μίσσα τον Πανταζόπουλο, έναν από τους κορυφαίους προπονητάς της εποχής εκείνης, ο οποίος παρότι έπαιξε πολλά χρόνια στον Παναθηναϊκό, έτυχε να είναι ο προπονητής της Α.Ε.Κ. και αυτός ήτανε, ο οποίος μου πρότεινε, χωρίς και εγώ να το ξέρω καλά καλά, ότι έπρεπε να κάνω το μεγάλο βήμα. Είχαμε άλλες αρχές και νοοτροπίες την εποχή εκείνη, αλλά πάλι, όπως σου λέω, καμιά φορά ένα αστέρι μέσα σου λάμπει και λες ότι: «Πρέπει να κάνω το μεγάλο βήμα», γιατί δύσκολα κανείς αλλάζει στη ζωή του από ένα γεγονός στο άλλο. Μικρό παιδί ήμουν, 17 χρονών ούτε 18 καλά καλά, με πήρε ο Πανταζόπουλος από το χέρι και με πήγε σε ένα εστιατόριο κάπου εκεί στη Σταδίου και μου γνώρισε την παρέα που, κοίταξε, από σύμπτωση και από τύχη, πάλι πέντε φίλοι μαζεύτηκαν στην Α.Ε.Κ., επώνυμοι εκείνης της εποχής και γνωστοί και οικονομικά εύρωστοι, να φτιάξουν μια ομάδα, η οποία να πρωταγωνιστήσει στο ελληνικό πρωτάθλημα. Ένας Καλαφ[00:10:00]άτης, Καλφόπουλος, Χατζηαντωνίου, ο Μιχάλης Πουλατζάς και ο Γιαλουράκης, πέντε άνθρωποι οι οποίοι αγαπούσαν φοβερά την Α.Ε.Κ. και θέλανε να κάνουν την ομάδα του μπάσκετ μεγάλη και πρωταγωνίστρια στο μπάσκετ. Πήγα, λοιπόν, σε αυτό το γεύμα και, χωρίς να καταλάβω πώς και γιατί, έβαλα την υπογραφή μου. Φυσικά έγινε πάταγος, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εγώ θα μπορούσα να φύγω από τον Υμηττό. 1962, λοιπόν, μεταγράφομαι στην Α.Ε.Κ. αλλά, επειδή δεν είχε συναινέσει το σωματείο μου, ο πρώτος χρόνος ήταν απαγορευτικός στο να συμμετάσχω στα ελληνικά πρωταθλήματα. Έπρεπε να περάσει δωδεκάμηνη τιμωρία, για να μπορώ να παίξω στην Α.Ε.Κ. Εκείνο που μπορούσα να κάνω, όμως, ήταν να παίζω στα διεθνή παιχνίδια της Α.Ε.Κ. και έτσι οι πρώτοι μου αγώνες ήτανε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Μπάσκετ της Ευρώπης. Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησε η καριέρα μου και, αφού έμεινα 12 μήνες χωρίς να μπορώ να συμμετάσχω στο ελληνικό πρωτάθλημα, έτυχε πάλι, με ένα φοβερό καλάθι τα τελευταία δευτερόλεπτα, του Νικητόπουλου, να πάρουμε το '62 το πρωτάθλημα. Οπότε το ‘63 άνοιγαν οι πόρτες της Ευρώπης.

Κ.Μ.:

Να σας κάνω μία ερώτηση πριν συνεχίσετε. Εσείς ταυτόχρονα πηγαίνατε σχολείο;

Χ.Ζ.:

Εκείνο το καιρό ήτανε η εποχή που τελείωνα το Γυμνάσιο.

Κ.Μ.:

Τελειώνατε το Γυμνάσιο.

Χ.Ζ.:

Και-

Κ.Μ.:

Να φανταστώ ότι είχατε-

Χ.Ζ.:

Είχα-

Κ.Μ.:

Συγγνώμη. Είχατε βλέψεις να γίνετε μπασκετμπολίστας ή να ασχοληθείτε με το Πανεπιστήμιο εκείνη την εποχή;

Χ.Ζ.:

Εκείνη την εποχή δεν είχες να διαλέξεις: «μπάσκετ», δεν ήτανε επαγγελματικό το μπάσκετ, δεν ήτανε προσοδοφόρο εισόδημα. Ήτανε ένα ερασιτεχνικό, θα έλεγε κανείς, άθλημα, το οποίο μέσα στο μυαλουδάκι μου έμοιαζε ότι ό,τι και να κάνεις αυτό είναι προσωρινό. Έπρεπε να χτίσεις κάτι που θα άξιζε το κόπο να σου αφήσει παρακαταθήκες για τα επόμενα χρόνια της ζωής σου. Εγώ, όταν ήμουν 13 χρονών, θυμάμαι στο Γυμνάσιο καθόμουνα με τους δύο καλύτερους μαθητές της τάξεως, ήμασταν τρεις, δηλαδή, ο Θανάσης, ο Νίκος και εγώ, κι έτσι, σε ένα διάλειμμα γυρίζω και τους λέω: «Ρε Θανάση, εσύ τι θα γίνεις;», μου λέει: «Εγώ θα γίνω πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, θα γυρίσω ολόκληρο τον κόσμο». «Εσύ, ρε Νικόλα, τι θα γίνεις;», του λέω, «εγώ θα γίνω», μου λέει, «πολιτικός μηχανικός. Κι εσύ, ρε Χρήστο, τι θα γίνεις;», «εγώ», λέω, «θα γίνω γιατρός», χωρίς να μου έχει πει ποτέ κανένας τίποτα. Ήρθε μέσα μου ξαφνικά αυτό το πρωτοφανές και καταπληκτικό, έτσι, πράγμα που πραγματικά χάραξε τη ζωή μου και πραγματικά μου έδωσε τη δύναμη να γίνω αυτό που σήμερα θεωρώ ότι με εκφράζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Και έγινα γιατρός. Η αλήθεια είναι ότι όταν τελείωσα το Γυμνάσιο,18 χρονών θυμάμαι, το '62, για πρώτη φορά η Εθνική Τράπεζα αποφάσισε, για να δημιουργήσει μια γενιά «μεγαλοστελεχών» του τραπεζικού συστήματος, να προσλάβει 50 παιδιά από τους αριστούχους μαθητάς των Γυμνασίων της περιοχής Αθηνών και να τους εντάξει στο δυναμικό της Τράπεζας. Έτσι, λοιπόν, μέσα στους 150 ανθρώπους που επέλεξαν να συμμετάσχουν σε αυτό το διαγωνισμό ήμουνα και εγώ. Δώσαμε πραγματικά διαγωνισμούς στο μεγάλο κεντρικό κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας και πέτυχα 22ος ! Και για 6 μήνες ο μπαμπάς μου, φυσικά, πανηγύριζε, διότι τότε σε προσλάμβαναν στην Εθνική Τράπεζα, είχαμε ένα μισθό 1.500 δραχμές, που για την εποχή εκείνη ήταν αστρονομικό ποσό για παιδί 18 χρονών, και, μετά από 6 μήνες εκπαιδευτικού σχολείου και ενημερωτικών μαθημάτων που κάναμε στην Εθνική Τράπεζα, διοριστήκαμε σε διάφορα καταστήματα της Αθήνας και οι περισσότεροι συμμαθητές μου και συνάδελφοι μου τότε έφθασαν σε πολύ ψηλά, έτσι, διευθυντικά στελέχη της Εθνικής Τράπεζας. Εγώ, όμως, ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα σπούδαζα οικονομικά, διότι μπορούσαμε να σπουδάσουμε τότε και στη Νομική, στην Οικονομική, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε, δηλαδή. Εγώ ήθελα πάση θυσία να γίνω γιατρός και αυτό, λοιπόν, που με έσωσε από αυτή την ιστορία ήταν η Α.Ε.Κ., η οποία μου πρόσφερε τις 1.500 δραχμές, τις οποίες δεν έπαιρνα ποτέ από την τράπεζα, για να πω στον μπαμπά μου, ο οποίος ήταν ένας, θα ‘λεγα, εργασιομανής άνθρωπος, εμποροράπτης ήτανε, ο οποίος δεν είχε τόσο μεγάλη οικονομική άνεση, για να πληρώνεις να σπουδάζεις στο Πανεπιστήμιο, διότι μόνο για να εγγραφείς στο Πανεπιστήμιο τότε ήθελες 4.500 δραχμές παρακαλώ! Εν πάση περιπτώσει, εγώ πήγα φροντιστήριο στο [Δ.Α.], έδωσα εξετάσεις, μπήκα στο Πανεπιστήμιο και για να μπορέσω να απαλλαγώ από αυτό το μαρτύριο της Εθνικής Τράπεζας είπα στο πατέρα μου ότι: «Ξέρεις, τα 1.500 ευρώ θα μου τα δίνει η Α.Ε.Κ., οπότε εσύ δεν χρειάζεται να στενοχωριέσαι, εγώ είμαι τακτοποιημένος οικονομικά και μην με έχεις στο νου σου», κι αυτό άνοιξε τα φτερά μου και πέταξα όσο μπορούσα πιο ψηλά! Ξέρεις, καμιά φορά δεν ξέρεις πώς κουβαλάς αυτά τα πρωτόγνωρα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν πολλούς ανθρώπους. Εμείς δεν είχαμε στην οικογένεια ούτε γιατρούς ούτε ανθρώπους οι οποίοι είχαν τόσο πάθος, θέληση και διάθεση για να φτάσουν ψηλά. Δεν ξέρω τι γονίδια είναι αυτά που διαμορφώθηκαν μέσα μου, αλλά θυμάμαι με τι χαρά, θα σου ‘λεγα, και ευτυχία πήγα στην Α.Ε.Κ. και συγχρόνως άρχισα να σπουδάζω ιατρική. Τα πρώτα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα και όταν σου λέω «δύσκολα», φοβερά δύσκολα!

Κ.Μ.:

Δηλαδή, μπορείτε να μου εξηγήσετε την κατάσταση;-

Χ.Ζ.:

Για να μπορώ να παρακολουθώ τα μαθήματα– Καταρχάς είχαμε καθημερινά προπόνηση από τις 7 η ώρα μέχρι τις 10 το βράδυ, μέχρι τις 11 ώσπου να πλυθούμε και να φύγουμε, ήμασταν στο γήπεδο μέσα. Εγώ έπρεπε να παρακολουθώ το πρωί και το απόγευμα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο και, φυσικά, είχαμε και τα ταξίδια. Και επειδή δεν είχα και πάρα πολύ ελεύθερο χρόνο, είχα την ευτυχία, την τύχη, θα ‘λεγα, και την προνοητικότητα να προσλάβω κάποιους κορυφαίους καθηγητάς της εποχής εκείνης να μου κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα, ιδίως στην οργανική και ανόργανη χημεία, τη φυσική και τη βιολογία. Έτσι, λοιπόν, ρουφούσα τις γνώσεις από τους καθηγητάς μου και μπορούσα να έχω ελεύθερο χρόνο, για να γυμνάζομαι. Το μόνο που έκανα, ενώ η καλή μου η μητέρα μας είχε μια δασκάλα που μας μάθαινε εγγλέζικα μικρά παιδιά, όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο αποφάσισα να κάνω και γερμανικά, αλλά, δυστυχώς, οι ώρες των γερμανικών στο Goethe ήταν τις ώρες που κάναμε προπόνηση, οπότε μόνο ένα χρόνο μπόρεσα να παρακολουθήσω τα γερμανικά και μετά τα εγκατέλειψα, γιατί έπρεπε να αποφασίσω: Ή θα παίξω μπάσκετ ή θα μάθω γερμανικά. Κι έτσι έμεινα με τα αγγλικά μου και την μεγάλη τρέλα που είχα για το μπάσκετ και την ιατρική. Μόνο με μια τέτοια μεγάλη θυσία και κόπο και μεγάλη προσπάθεια. Φυσικά στερήθηκα πολλά άλλα πράγματα. Δεν μπορούσες, δεν είχες χρόνο ούτε για πολλές διασκεδάσεις, ούτε ξενύχτια, ούτε σχέσεις με τα κορίτσια και τα σχετικά. Ήμασταν λιγάκι συμμαζεμένοι, παρότι η καρδούλα μας πετούσε, το θέλαμε, αλλά δεν είχαμε χρόνο και καιρό. Ό,τι κάναμε, τα κάναμε στον ελάχιστο χρόνο ή στα ταξίδια που πηγαίναμε από δω κι από κει. Οργώσαμε, δηλαδή, για μια δεκαετία ολόκληρη την Ευρώπη και την Αμερική. Πήγαμε και στο Μεξικό το 1968. Δηλαδή, ζήσαμε για 10 χρόνια μια ομάδα, η οποία ξεκίνησε το ‘62, μεγαλούργησε το ‘68 και διαλύθηκε το ‘72-‘73. Έτσι είναι η πορεία της ζωής, ίσως και όλες οι μεγάλες ομάδες ακολουθούν αυτή την πορεία. Είναι η πορεία της ζωής, είναι η κυματοειδής μορφή του ανθρώπου, η οποία φτάνει στη κορύφωση και μετά αρχίζει η παρακμή.

Χ.Ζ.:

Φτάνουμε, λοιπόν, στην Α.Ε.Κ., το 1962, πρωταθλήτρια Ελλάδος χάρη στο στάδιο μ’ ένα καλάθι του Νικητόπουλου τα τελευταία δευτερόλεπτα. Η Α.Ε.Κ. πρωταθλήτρια Ελλάδος παίρνει προπονητή τον Μίσσα τον Πανταζόπουλο. Η πεντάδα, δηλαδή, των διοικητικών παραγόντων, που ανέλαβαν το μπάσκετ την εποχή εκείνη, και ο Πανταζόπουλος φτιάχνει την καινούργια ομάδα της Α.Ε.Κ. Παίρνει τον Χρήστο τον Ζούπα, παίρνει το Γιώργο τον Τρόντζο, που για πρώτη φορά έφτασε από την Αμερική και, όταν συναντηθήκαμε στα αποδυτήρια, δεν πίστευα τι έβλεπα στα μάτια μου και μάλιστα γι’ αυτό γίναμε και κολληταράκια στη συνέχεια. Και, φυσικά, από τ[00:20:00]α 20 παιδιά που παίζαν τότε, την εποχή εκείνη, στην Α.Ε.Κ., μας έριξε στο γήπεδο, για να ξεκαθαρίσει την ομάδα και να διαλέξει ποιοι θα μένανε και ποιοι θα φεύγανε. Έτσι, λοιπόν, χτίστηκε το ‘62-‘63 η πρώτη ομάδα της Α.Ε.Κ., η οποία πραγματικά έκανε τα πρώτα βήματα και στην Ευρώπη, διότι ο Πανταζόπουλος είχε την άποψη ότι οι ομάδες δεν χρειάζεται μόνο να πρωταγωνιστούνε στο χώρο τους, πρέπει να πρωταγωνιστούν και στην Ευρώπη. Η Α.Ε.Κ., όμως, και καμία ελληνική ομάδα δεν είχε, την εποχή εκείνη, τόσο μεγάλη εμπειρία από τις εξωτερικές, έτσι, αθλητικές διοργανώσεις, αν εξαιρέσεις λίγο τον Πανελλήνιο, ο οποίος είχε κάνει κάποιες επιτυχίες στο εξωτερικό και, μάλιστα, σε ένα τουρνουά του Πανελληνίου με την Ραντίνσκι και την Σίμενταλ, που είχαν έρθει στο γήπεδο του Πανελληνίου, εγώ ήμουνα 10 χρονών παιδί και πήγα και τον παρακολούθησα, είδα για πρώτη φορά τους παιχταράδες εκείνους της εποχής εκείνης, οπότε δύο χρόνια μετά, όταν ο Πανελλήνιος ξαναέκανε το τουρνουά, για να ενισχύσει την ομάδα του, ο Πανελλήνιος πήρε εμένα και τον Κωνσταντή, δύο παίχτες του Αμύντα, να ενισχύσουν τον Πανελλήνιο, ήταν η πρώτη μου επαφή με το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Η Α.Ε.Κ., λοιπόν, όταν ξεκίνησε, το 1962-‘63, ο Πανταζόπουλος έψαχνε να βρει τουρνουά στην Ευρώπη, για να μπορέσει να μας πάρει, να αποκτήσουμε μια εμπειρία ευρωπαϊκή. Έτσι, λοιπόν, το πρώτο μας ταξίδι ήταν στην Ιταλία, στην Γκαζέρτα, που, πολλά χρόνια αργότερα, το ‘69 έγινε το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα μπάσκετ. Πήγαμε, λοιπόν, στην Γκαζέρτα. Πώς φαντάζεσαι; Πήγαμε στην Πάτρα, πήραμε το πλοίο της γραμμής, κατεβήκαμε στο Πρίντεζι, μπήκαμε σε ένα πούλμαν και πήγαμε στην Γκαζέρτα. Ήταν οι Ιταλοί, Πολωνοί, Τσέχοι. Ήταν όλες, 5-6 ομάδες, και για πρώτη φορά η Α.Ε.Κ. σε ανοιχτό γήπεδο τότε, με 5.000 φιλάθλους, έκανε την πρώτη της μεγάλη επιτυχία, πήρε το κύπελλο του φιλικού αυτού τουρνουά. Τότε αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι έχουμε έχουμε κι εμείς κάποια αξία και κάποια, πραγματικά, προοπτική στην Ευρώπη. Κάπως έτσι ξεκινάν τα παραμύθια και σιγά-σιγά μπήκαμε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης.

Κ.Μ.:

Κάτι που δεν αναφέρουν πολλοί και δεν το ξέρουν και πολλοί είναι ότι μπορεί το 1968 η Α.Ε.Κ. να κατέκτησε το κύπελλο Ευρώπης, αλλά το 1966 είχε πάει στα Final-4.

Χ.Ζ.:

Εκεί ήθελα να καταλήξω, αλλά πριν από αυτό να σου πω το εκπληκτικό γεγονός ότι, όταν βγήκε Α.Ε.Κ. πρωταθλήτρια το ‘62-‘63, επειδή η ποδοσφαιρόφιλη διοίκηση της Α.Ε.Κ. δεν είχε ιδέα από αυτά τα πράγματα, ξέχασε να δηλώσει την Α.Ε.Κ. στο Κύπελλο Πρωταθλητριών της Ευρώπης. Και για να μας «τιμωρήσει», εντός εισαγωγικών, ο Saporta μας έβαλε να παίξουμε με μια από τι καλύτερες ομάδες της εποχής εκείνης που ήταν η Βίσλα της Κρακοβίας, πρωταθλήτρια Πολωνίας. Πρώτο παιχνίδι στην Αθήνα και δεύτερο παιχνίδι στην Κρακοβία. Παίζουμε, λοιπόν, στην Φιλαδέλφεια μέσα σε ένα γήπεδο, το οποίο ήτανε πέτρινο, όπως αντιλαμβάνεσαι, τσιμέντο και βάλαμε και πρόσθετες εξέδρες 5.000 ατόμων και κερδίζουμε το πρώτο παιχνίδι 72-70. Στο τσακ! Ποιος μας υπολόγιζε πια; Σε μια βδομάδα έπρεπε να πάμε... Τώρα αυτά που σου λέω Δεκέμβριος του ‘62-‘63. Ξεκινάμε, λοιπόν, να πάμε τώρα στην Κρακοβία και με την κακοκαιρία αποκλειόμαστε στη Βιέννη. Δεν μπορούμε να φτάσουμε, λοιπόν, στην Κρακοβία. Τι να κάνουμε εμείς; Παίζαμε χαρτιά κι εγώ διάβαζα στο αεροδρόμιο και ο Πανταζόπουλος με τον Γιανακόπουλο και τον Πασχαλίδη ψάχνανε να βρούνε τρόπο πώς να πάμε εκεί πέρα, τηλεφωνούσανε στην Πρεσβεία. Εν πάση περιπτώσει, για να μην στα πολυλογώ, μέσω του Υπουργού Υγείας της Πολωνίας δόθηκε εντολή στο αεροπλάνο, αντί να πάμε στη Βαρσοβία, να προσγειωθούμε στο βορειότερο μέρος της Πολωνίας, που ήταν το Γκντανσκ. Φτάνουμε εκεί πέρα 5 η ώρα ή 6 η ώρα το πρωί. Τώρα από το Γκντανσκ για να πας στη Κρακοβία είναι οκτώ ώρες με το τρένο. Φτάνουμε, λοιπόν, εκεί χαράματα, μπαίνουμε στο τρένο και αρχίζει, τσούκου-τσούκου, καταλαβαίνεις, τα τρένα της εποχής εκείνης. Το παιχνίδι ήταν 7.30 η ώρα το βράδυ και εμείς 6 ώρα φτάνουμε στη Κρακοβία, ταλαιπωρημένοι. Να μην στα πολυλογώ, μας λέει ο Πανταζόπουλος: «Παιδιά, πηγαίντε κάντε ένα ζεστό ντους, χαλαρώστε για μισή ώρα για να πάμε σε μισή ώρα στο γήπεδο». Πάμε στο γήπεδο και κάνουμε ένα από τα ωραιότερα παιχνίδια της καριέρα μας και κερδίζουμε μες στην Κρακοβία τη Βίσλα. Εντωμεταξύ, επειδή δεν μας υπολόγιζε και ποτέ κανένας, μας είχανε ξεχάσει. Στην Αθήνα κανείς δεν το ήξερε, οι δημοσιογράφοι δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη να ήτανε μαζί μας, κανείς δεν ήξερε πού βρισκόμαστε και τι κάνουμε. Κι όταν επικοινωνήσαμε και μάθανε ότι προκριθήκαμε πέσανε όλα-

Κ.Μ.:

Απ’ τα σύννεφα.

Χ.Ζ.:

Απ’ τα σύννεφα. Δεν πιστεύανε ότι πραγματικά αυτή η ομάδα κατόρθωσε μέσα στη Κρακοβία να κερδίσει μια από τις καλύτερες, ήτανε μέσα απ’ τις πέντε καλύτερες ομάδες της Ευρώπης την εποχή εκείνη. Και θυμάμαι ότι ο σέντερ φορ τους τότε, ένας άνθρωπος 2.10 – που την εποχή εκείνη δεν υπήρχανε 2 μέτρα αθλητές, εκτός τον Τρόντζο και δύο τρεις άλλους, όλοι ήταν κάτω από 2 μέτρα. Ήτανε ο άνθρωπος, με τον οποίον κοιμήθηκα στο ίδιο δωμάτιο, όταν με κάλεσαν στη Μεικτή Ευρώπης και μου έλεγε: «Μπαγάσα, πώς μας κερδίσατε;», λέω: «Είναι καμιά φορά, όταν παίζεις με ψυχή και με πάθος, φτάνεις πολύ ψηλά».

Χ.Ζ.:

Έτσι, λοιπόν, γυρίσαμε νικητές, παίξαμε μετά κι άλλα, φτάσαμε στους 8, εν πάση περιπτώσει κι, όπως, είπες, μετά, την επόμενη χρονιά, το ’64 μπήκαμε πάλι, το ’65 και το ’66. Δεν ξέρω αν ξέρεις πώς φτάσαμε στο Final-4 της Μπολόνια και του Μιλάνου, διότι τότε γινόντουσαν όμιλοι τεσσάρων ομάδων, τέσσερις και τέσσερις, και από τους τέσσερις οι δύο πρώτοι κι από τους δύο ομίλους προκρίνονταν στο Final-4. Εμείς πέσαμε με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας, με τη ΤΣΣΚΑ Σόφιας και τη Ζαντάρ Γιουγκοσλαβίας. Ομαδάρες ολκής!

Κ.Μ.:

Οι Γιουγκοσλάβοι τότε ήτανε...

Χ.Ζ.:

Οι Γιουγκοσλάβοι ήτανε, μετά τους Ρώσσους - γιατί τότε ήτανε η Σοβιετική Ένωση, δεν ήταν η Ρωσία - ήταν ομαδάρα! Έλα, όμως, που εμείς δεν καταλαβαίναμε και δεν παίρναμε χαμπάρι από τίποτα, είχαμε ένα πρωτόγνωρο θράσος και θάρρος. Εν πάση περιπτώσει, παίζουμε, όλες τις ομάδες μέσα στο γήπεδο μας τις κερδίσαμε. Εκείνο που μου κάνει, έτσι, μεγάλη εντύπωση και θυμάμαι είναι το πόσο φοβηθήκανε οι Ρώσοι, η Σοβιετική Ένωση, όταν πήγαμε στη Μόσχα να παίξουμε τον επαναληπτικό-

Κ.Μ.:

Πόσο είχατε κερδίσει εκεί;

Χ.Ζ.:

8 πόντους κερδίσαμε εδώ και πήγαμε εκεί, κι επειδή αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ προηγμένοι στην ψυχολογία και τον αθλητισμό, το τι μας ‘κάναν, για να μας διαλύσουν σαν ομάδα, ήταν απίστευτο πριν φτάσουμε στο γήπεδο! Πρώτον, δεν μας έβαλαν να παίξουμε στο κανονικό γήπεδο Λένιν, το οποίο ήταν 15.000 θέσεων. Μας βάλανε στο γήπεδο του στρατοπέδου με 1.200 θέσεις και τους στρατιωτικούς πάνω από το κεφάλι μας. Δεύτερον, μας βάλανε να κοιμηθούμε στο ξενοδοχείο του αεροδρομίου, που γινόταν χαμός. Τα δωμάτια ήταν πάρα πολύ μικρά. Ο Τρόντζος και ο Βασιλειάδης δεν είχαν κρεβάτια να κοιμηθούνε, στρωματσάδα κάτω. Τρίτον, δεν είχαμε καλά καλά να φάμε, διότι δεν είχε εστιατόριο, κλείνανε στις 7 η ώρα και πηγαίναμε στο εστιατόριο του αεροδρομίου και τρώγαμε ψωμί, τυρί και κάτι παγωμένα κοτόπουλα. Ψωμολυσούσαμε, δηλαδή, σαν παιδιά, γιατί, καταλαβαίνεις, 20-22-24 χρονών παιδιά να μην έχουν να φάνε με, μιλάμε για -10 βαθμούς, και, εν πάση περιπτώσει, δεν είχαμε πού να σταθούμε! Είχαμε την τύχη, όμως, ο Πανταζόπουλος, επειδή είχε Ρωσίδα μαμά, να ξέρει να μιλάει ρωσικά, οπότε είχαμε και έναν συνταγματάρχη βοηθό, ο οποίος ήτανε ο άνθρωπος που μας καθοδηγούσε και μέσω της Πρεσβείας διαμαρτυρηθήκαμε-

Κ.Μ.:

Για τις συνθήκες.

Χ.Ζ.:

Για τις συνθήκες της φιλοξενίας. Οπότε είδανε κι αποείδανε οι Ρώσοι και μετά από τρεις μέρες, αφού είχαμε ήδη μισοδιαλυθεί, μας πάνε οι Ρώσοι σε ένα φοβερό ξενοδοχείο, το Ukraina Hotel, το θυμάμαι, με 33 ορόφους και μας αμολάνε. Δύο στο 8, τρεις στο 11, τέσσερις στο 18, χαθήκαμε μέσα στο τεράστιο αυτό γήπεδο με τους Κομισάριους να μας ελέγχουν και να μας παρακολουθούνε. Τι να κάνουμε τώρα εμείς μεταξύ μας; Σε λίγο είχαμε αρχίσει και τρωγόμαστε μεταξύ μας, μας έφταιγε το ένα, μας μύριζε το άλλο, δεν μας άρεσε το φαΐ, δεν θέλαμε το ένα, δεν θέλαμε το άλλο. Να μην στα λογώ, με το που μπήκαμε στο γήπεδο, εμείς περιμέναμε να πάμε στο μεγάλο γήπεδο των 10.000-15.000 θέσεων και ξαφνικά βρεθήκαμε σε ένα στρατόπεδο μέσα με 1.200 θέσεις. Τα πρώτα 5 λεπτά ήμασταν 20-4, μας είχαν, δηλαδή, διαλύσει ψυχολογικά και μάλιστα ήταν και ήτανε κι ένα από τα τελευταία παιχνίδια του Γιωργάκη του Μόσχου τότε που άρχισε να εκδηλώνει τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας του. Έτσι, λοιπόν, μας κερδίσανε οι Ρώσοι. Το άλλο το παιχνίδι που έπαιξε καθοριστικό ρόλο για να προκριθούμε στο Final-4 ήταν στη Ζαντάρ. Εκεί να δεις πανηγύρι! Ζαντάρ ήταν ένα γήπεδο ανοικτό, δίπλα στη θάλασσα με τάφρο, παρακαλώ, γύρω-γύρω απ’το [Δ.Α.]. Γιατί ήταν αγριάνθρωποι και οι φίλαθλοι δεν ήταν τόσο πολύ ευγενείς, ώστε για να μην μπορούν να μπαίνουν στο γήπεδο και να μας πλακώνουν στο ξύλο, στήθηκαν εκεί πέρα, λοιπόν, και οι φρουροί. Παίζουμε, λοιπόν, με τη Ζαντάρ μέσα στο Ζαντάρ, από οποίο πήγαμε με πούλμαν 8 ώρες από το Βελιγράδι, όλα τα λεωφορεία, ένα πούλμαν της κακιάς ώρας, αλλά, [00:30:00]εν πάση περιπτώσει, ήταν ωραία πράγματα! Για εμάς τους νέους, ήτανε καταπληκτικά! Παίζουμε και ο κανονικός αγώνας έρχεται ισοπαλία. Να γίνεται χαμός, δεν πίστευαν οι Γιουγκοσλάβοι ότι εμείς μπορούσαμε να τους χτυπήσουμε στα ίσια. Γίνεται παράταση και τελικά κερδίζουμε και πηγαίνανε να κλέψουνε χρόνο, για να μπορέσουν να ισοφαρίσουνε και ο Πασχαλίδης πάει και κλέβει το ρολόι της γραμματείας να πάει να το δείξει στους διαιτητές! Ο κόσμος, εντωμεταξύ, να έχει αγριέψει και με το που λήγει το παιχνίδι, κερδίζουμε εμείς και αρχίζουν να μας πετροβολούνε. Τρέχουμε, λοιπόν, όλοι και μπαίνουμε στο πούλμαν και μας λέει ο προπονητής: «Ξαπλώστε κάτω!». Κι αρχίσαν να πέφτουν βροχή οι κοτρόνες. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, τι βιώσαμε εκεί στο Ζαντάρ, αλλά ήταν πολύ, τόσο μεγάλη η νίκη και η χαρά μας που δεν δίναμε σημασία σε αυτά τα πράγματα. Η ΤΣΣΚΑ Σόφιας ήταν η υποδεέστερη, υποτίθεται, ομάδα, την οποία την κερδίσαμε πιο άνετα και βρεθήκαμε έτσι στο Final-4 της Ευρώπης με την Σίμενταλ, τη Σλάβια Πράγας, την ΤΣΣΚΑ Σόφιας και η Α.Ε.Κ. Athenes, έτσι ήταν αυτές οι ομάδες. Πρώτο παιχνίδι, Α.Ε.Κ.- Σλάβια, χάσαμε για 18 πόντους.

Κ.Μ.:

Αποκλειστήκατε.

Χ.Ζ.:

Παίξαμε μετά στον αγώνα της παρηγοριάς. Και μετά τελικός ήταν Σίμενταλ-ΤΣΣΚΑ, ένα καταπληκτικό παιχνίδι. Οι Ιταλοί φέρανε τον Bradley από την Οξφόρδη, που σπούδαζε κοινωνιολογία, ήταν ένας από τους υποψήφιους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών πριν από πολλά χρόνια, ένας παικταράς, δηλαδή άνευ προηγουμένου και μαζί με τον Thorton κέρδισαν τελικά το παιχνίδι για τέσσερις πόντους στο τέλος. Ένα καταπληκτικό παιχνίδι, μιλάμε με γύρω στους 90 πόντους, χωρίς τρίποντα την εποχή εκείνη, και αυτή ήταν η πρώτη μας εμπειρία. Ήταν κάτι το ανεπανάληπτο, αλλά ξέρεις κάτι; Όταν ζεις κάτι τέτοια γεγονότα και είσαι μέσα στο παιχνίδι και μέσα στο γεγονός, δεν συνειδητοποιείς πραγματικά την αξία ορισμένων πραγμάτων, ούτε αυτό που κάνεις, ούτε αυτό που παίζεις. Αυτά τα συνειδητοποιείς εκ των υστέρων, όταν μεγαλώνεις και συνειδητοποιείς τι έκανες!

Κ.Μ.:

Μια ερώτηση. Επόμενη χρονιά είναι 1967.

Χ.Ζ.:

Μπράβο, πώς γίνονται τα θαύματα και πώς τα φτιάχνει η ζωή! Η Α.Ε.Κ. επί πέντε χρόνια ήτανε μόνιμη πρωταθλήτρια μπάσκετ στην Ελλάδα. Αλλά επειδή όλα τα πράγματα, όπως σου είπα, έχουν μια κλιμακοειδή μορφή, φτάνουμε, λοιπόν, στο ‘67 και χάνουμε το πρωτάθλημα από τον Παναθηναϊκό στη παράταση μέσα στο στάδιο, μετά από κάποιο φάλτσο σφύριγμα, δηλαδή 8 δευτερόλεπτα πριν απ’ τον αγώνα σφυρίξανε, ενώ ήμασταν μπροστά ένα καλάθι και ο Χαϊκάλης, για τον Α ή Β λόγο – έξυπνο – πήγε και έδωσε μια μπουνιά σε ένα δικό μας παίκτη και εκείνος του ανταπέδωσε και, αντί να δώσει φάουλ και τιμωρία στο Χαϊκάλη, έδωσε τζάμπολ. Άκου να δεις τώρα! Και το τζάμπολ αυτό, παίρνει την μπάλα ο Παναθηναϊκός και ισοφαρίζει με δύο σουτ του Παναγιωταράκου και παίζουμε παράταση και χάνουμε στον πόντο. Κλαίγαμε όλοι σαν μικρά παιδιά! Πού να φανταστούμε τώρα εμείς ότι θα είμαστε δεύτεροι; Έλα, όμως, που κάθε αναποδιά σε καλό. Ο δεύτερος λάμβανε μέρος στο Κυπελλούχων, ο πρώτος στο Πρωταθλητριών. Έτσι, λοιπόν, η αναποδιά αυτή μας έφερε στο Κύπελλο Κυπελλούχων. Εκεί ξεκινάει η μεγάλη ιστορία που έμεινε παρακαταθήκη στον αθλητισμό και έγινε, θα έλεγε κανείς, μια ιστορία που άφησε-

Κ.Μ.:

Να σας κάνω μία ερώτηση;

Χ.Ζ.:

Ευχαρίστως.

Κ.Μ.:

Το 1967 στην Ελλάδα έχασε η Α.Ε.Κ.. το πρωτάθλημα-

Χ.Ζ.:

Το πρωτάθλημα.

Κ.Μ.:

Αλλά στη πολιτική σκηνή έχουμε ένα πραξικόπημα και μια δικτατορία εκείνη την περίοδο.

Χ.Ζ.:

Μάλιστα.

Κ.Μ.:

Πώς επηρέασε τον αθλητισμό, τη ζωή σας, τις σχέσεις μεταξύ των παικτών; Δεν ήτανε κάτι πρωτόγνωρο;

Χ.Ζ.:

Κοίταξε να δεις, την εποχή εκείνη μέσα στην ομάδα γενικότερα δεν υπήρχε τόσο πολύ μεγάλη πολιτικός προσανατολισμός ή, θα ‘λεγε κανείς, φανατίλα όσον αφορά τα πολιτικά γεγονότα. Δεν ήμασταν ευτυχισμένοι γι' αυτό το πράγμα που γινότανε. Είχαμε, δυστυχώς, λίγο πολύ στεναχωρηθεί, αλλά από την άλλη μεριά όλη η ιστορία αυτή της περιόδου, επειδή η δεν είχε η Χούντα εκείνη την εποχή να επιδείξει πολλά πράγματα στο εξωτερικό και γενικά στην κοινωνική ζωή της Ελλάδος, έδωσε μεγάλη έμφαση στον αθλητισμό, δηλαδή έσπρωξε τις ομάδες και τις βοήθησε όσο μπορούσε, για να μπορέσουν να προβληθούν στο εξωτερικό, για να έχουν να δείξουνε σαν ένα προϊόν υγείας, πολιτικής και γενικά αθλητικής κουλτούρας στη χώρα μας. Έτσι, λοιπόν, εμείς δεν είχαμε επιπτώσεις από αυτήν την ιστορία. Θα ‘λεγα ότι μπορεί να είχαμε και κάποια καλύτερη συμπεριφορά, μας φερόντουσαν, δηλαδή, με τον καλύτερο, μας είχανε στα ώπα ώπα, πώς να σου πω.

Κ.Μ.:

Όντως;

Χ.Ζ.:

Φυσικά, μας είχαν και γκαουλάιτερ εκεί πέρα, έναν Συνταγματάρχη, ο οποίος παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα. Μάλιστα, εγώ επειδή ήμουνα τότε σε περίοδο εξετάσεων και στεναχωριόμουνα πολύ που δεν μπορούσα να συμμετάσχω στις κλασσικές εξετάσεις του Πανεπιστημίου, με είδαν που ήμουν θλιμμένος και στεναχωρημένος και και και… Και όταν με ρωτήσανε: «Γιατί είσαι σε αυτό το χάλι;», τους είπα ότι: «Ξέρετε; Δεν μπορώ να δώσω εξετάσεις και με έχουν αποκλείσει από τις καθιερωμένες ετήσιες εξετάσεις». Τότε δεν είχαμε συνέχεια περιόδους. 

Κ.Μ.:

Πολύ ωραία.

Χ.Ζ.:

Μέχρι το 1968 η ζωή μου ήταν πάρα πολύ δύσκολη και πάρα πολύ προβληματική και κοπιαστική, κουραστική μέχρι απελπισίας. Σε σημείο που να αναλογίζομαι τι πρέπει…

Κ.Μ.:

Και είμαστε στο 1968 πλέον.

Χ.Ζ.:

Μετά από την καταστροφή, που θα έλεγα, του 67’ που χάσαμε το πρωτάθλημα και κλαίγαμε σαν μικρά παιδιά, ήρθε το σωτήριον έτος 1968, να συμμετάσχουμε στο Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης. Κάνεις ποτέ δεν φανταζόταν ότι αυτή η καθοριστική χρονιά θα χάριζε στον ελληνικό αθλητισμό μια τεράστια επιτυχία, που έμεινε ανεξίτηλη για τα τελευταία 50 χρόνια και σε εμάς ένα πρωτόγνωρο, θα έλεγε κανείς, επίτευγμα, το οποίο για την εποχή εκείνη φάνταζε εξωπραγματικό ή ονειρικό. Η ομάδα, όπως σου είπα, χτίστηκε από το ‘62, έφτασε το ‘66 σε ένα Final-4 με κάτι ομαδάρες απίστευτες, χάνει το πρωτάθλημα το ‘67 και μπαίνει στο ‘68 σαν υποψήφια στο Κύπελλο Κυπελλούχων, παίζοντας καταρχάς με ομάδες ισπανικές, βελγικές, ιταλικές και φτάνει στο τελικό με τη Σλάβια Πράγας, στην οποίαν το ‘64, στο ’66, στο Final-4, είχαμε ηττηθεί με 18 πόντους στο Μιλάνο. Αντιλαμβάνεσαι ότι κανείς δεν πίστευε ότι η Α.Ε.Κ. θα έφτανε σε αυτό το καταπληκτικό επίτευγμα. Όλες οι ομάδες που αντιμετωπίσαμε και η ισπανική, που είναι η Βιτόρια, η σημερινή Μπασκόνια, δηλαδή, και η βελγική, Ρουαγιάλ Κατρ, αλλά κυρίως η Σίμενταλ του Μιλάνου, ήτανε απίστευτες ομάδες! Ιδίως οι Ιταλοί, ήτανε μετέπειτα η μόνιμή πρωταθλήτρια Ευρώπης για τα επόμενα χρόνια. Ίνις Βαρέζε; Ποιος φανταζόταν ποτέ ότι εμείς θα κερδίζαμε την Ίνις Βαρέζε!

Κ.Μ.:

Άρα φτάνουμε, λοιπόν, είμαστε στον προημιτελικό, είμαστε στην Ιταλία-

Χ.Ζ.:

Μπράβο.

Κ.Μ.:

Και αντιμετωπίζουμε, κι αντιμετωπίζει η Α.Ε.Κ. τη Βαρέζε.

Χ.Ζ.:

Την Ίνις Βαρέζε-

Κ.Μ.:

Την Ίνις Βαρέζε.

Χ.Ζ.:

Μια ομαδάρα, με δύο παικταράδες Αμερικανούς και τους καλύτερους παίκτες της ιταλικής εθνικής ομάδος.

Κ.Μ.:

Και πρώτος αγώνας στην Ιταλία-

Χ.Ζ.:

Πρώτος αγώνας στην Ιταλία…

Κ.Μ.:

Οι εφημερίδες, ο κόσμος εδώ πλέον έχει καταλάβει ότι η Α.Ε.Κ. έχει μια πολύ καλή ομάδα.

Χ.Ζ.:

Ήδη όταν ξεκινήσαμε είχαμε 5.000 κόσμο στο πρώτο παιχνίδι,10.000 στο δεύτερο και στο τρίτο είχαμε 40.000 κόσμο με τη Σίμενταλ. Απίστευτη, δηλαδή, η… Άλλωστε ήταν μια εποχή που ο αθλητισμός ήτανε η μόνη διέξοδος για τον κόσμο και ένα ευχάριστο, θα ‘λεγε κανείς, γεγονός που ικανοποιούσε τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων της εποχής εκείνης, γιατί δεν είχαν και πολλά πράγματα για να απολαύσουν. Καταλαβαίνεις, δεν είναι ευχάριστο σε μια χουντοκρατούμενη χώρα να έχεις δυνατότητα να εκφραστείς και να δώσεις διέξοδο σε ό,τι, εν πάση περιπτώσει, κουβαλάει το μέσα σου. Έτσι, λοιπόν, ο αθλητισμός ήταν κάτι το ξεχωριστό και το ακολουθούσε ο κόσμος μετά μανίας.

Κ.Μ.:

Και φτάνουμε, λοιπόν, στον αγώνα μέσα στο-

Χ.Ζ.:

Στο Βαρέζε.

Κ.Μ.:

Στο Βαρέζε. Εκεί η Α.Ε.Κ. χάνει-

Χ.Ζ.:

Η Α.Ε.Κ. χάνει-

Κ.Μ.:

Με μεγάλη διαφορά.

Χ.Ζ.:

Με μεγάλη διαφορά, αλλά τις εποχές εκείνες οι διαφορές έπρεπε να ήτανε πάνω από 15 πόντους, για να θεωρηθούν[00:40:00]ε σίγουρες. Εμείς χάσαμε 16 ή18, αν θυμάμαι καλά-

Κ.Μ.:

Με 18 πόντους.

Χ.Ζ.:

Και μας είχανε όλους… Μάλιστα θυμάμαι ότι η Ίνις Βαρέζε κανόνιζε που θα παίξει για τον τελικό με την Σλάβια Πράγας. Έλα, όμως, που καμιά φορά τα πράγματα που κουβαλάνε η ψυχή των παιδιών... Είχαμε ένα πρωτόγνωρο θράσος, σου ‘πα, κι ένα θάρρος απίστευτο, δεν υπολογίζαμε καμία ομάδα, δεν θεωρούσαμε ότι ήταν τόσο πολύ ικανή για να μπορέσει να μας κερδίσει. Όταν παίζεις στο Στάδιο, μέσα σε 60.000 ανθρώπους, και κατορθώνεις να κερδίσεις την Ίνις Βαρέζε, που ήταν η πρωταθλήτρια των επόμενων ετών. Όλη η Ευρώπη ήταν Ίνις Βαρέζε τότε! Καταλαβαίνεις αφήσαμε την ψυχή μας μέσα στο γήπεδο. Και το εκπληκτικό είναι ότι 8 δευτερόλεπτα πριν - αυτό έχει μείνει ιστορικό, η αμπασαδούρα του Τρόντζου, ο οποίος ήτανε και μισοτραυματισμένος και δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του -, 8 δευτερόλεπτα πριν απ’ το τέλος του αγώνα είμαστε ισοπαλία και αντιλαμβάνεσαι ότι γινόταν χαμός, η ψυχή είχε πάει στα ουράνια! Η αγωνία και το άγχος, ο κόσμος είχε κοκαλώσει και έλα καμιά φορά που υπάρχει ο «Θεός της Ελλάδος», ο «Θεός του μπάσκετ», ο «Θεός της Α.Ε.Κ.», που λέει ο Βασίλης ο Γεωργίου. Η μπάλα φτάνει στον Γιώργο τον Τρόντζο, ο οποίος ήτανε σχεδόν κουτσός και πρώτη φορά στα 8 δευτερόλεπτα τραβάει μια ανάποδη ραβέρσα, αριστερόχειρας ο Γιώργος τώρα, αντί να σουτάρει, δηλαδή, κανονικά στο καλάθι, γυρίζει και κάνει ραβέρσα και μπαίνει μέσα και γίνεται πανζουρλισμός! Οι Ιταλοί δεν το πιστεύανε! Ο Bufalini και ο - ο Bufalini έχει μείνει στην ιστορία από τους Ιταλούς -, δεν πιστεύανε ότι αποκλειστήκανε από την μικρή, για την εποχή της εκείνη, Α.Ε.Κ. Για εμάς ήταν ένα όνειρο αυτό το πράγμα, αυτή η ραβερσαδούρα, που λέγαμε τότε, ήτανε το εισιτήριο για να πάμε στον τελικό.

Κ.Μ.:

Και φτάνουμε στον τελικό πλέον.

Χ.Ζ.:

Και έρχεται η στιγμή που θα ‘πρεπε να αποφασίσουμε πού και πότε θα πρέπει να παίξουμε τον τελικό. Οι κανόνες της εποχής λέγανε ότι θα πρέπει να γίνει σε μια από τις δύο έδρες των ομάδων που φτάνουν στο τελικό. Δεν είχε διπλούς αγώνες, ο τελικός ήταν ένας. Οπότε ο Χρυσαφίδης με τον κύριο, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Α.Ε.Κ., Χρυσαφίδης και Χατζηχαραλάμπους πάνε στη Τσεχία με εντολή της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και προτείνουν να γίνει ο αγώνας στο στάδιο, προσφέροντας τους τα έσοδα του αγώνα, εάν και εφόσον κληρωνόταν να γίνει στη Τσεχία, στην Πράγα, δηλαδή. Το κόστος ήταν 13.000 δολάρια, θυμάμαι, ήταν μεγάλο ποσό για την εποχή. Οι Τσέχοι, βλέποντας ότι μας είχαν κερδίσει το προηγούμενο χρόνο, δηλαδή το ‘66, και βλέποντας ότι ο κομισάριος – γιατί τότε όλα ελεγχόντουσαν από το κομμουνιστικό κόμμα της -, βλέποντας ότι θα παίρνανε και τα λεφτά και τα έσοδα του αγώνα που θα γινόταν στην Τσεχία, το δεχθήκανε αναφανδόν. Εμείς μάλιστα είχαμε και τη πρόνοια να τους προτείνουμε να έρθουν και μία εβδομάδα πιο μπροστά, να τους φιλοξενήσουμε. Κι ήρθαν τα παιδιά, εξαιρετικά παιδιά! Τα συναντάω, τα βλέπω στα όνειρα μου καμιά φορά. Ήρθαν με τρύπιες κάλτσες, τα παντελόνια τους φθαρμένα, εμείς τους δώσαμε παπούτσια, ρούχα και τους φιλοξενήσαμε στην Αθήνα, σε πολύ καλό ξενοδοχείο και τους προσφέραμε και τον Αστέρα της Γλυφάδος, για να μπορούν να κάνουνε τις διακοπές τους. Για να καταλάβεις-

Κ.Μ.:

Ήτανε Απρίλιος τότε του-

Χ.Ζ.:

Απρίλιος του ’68-

Κ.Μ.:

Του ’68.

Χ.Ζ.:

Για αυτούς, τώρα, με τις παγωνιές και τα κρύα της κεντρικής Ευρώπης, για αυτούς ήταν καλοκαίρι εδώ πέρα, είχαμε καταπληκτικές μέρες τότε. Ήτανε φτιαγμένη, φαίνεται, η εποχή και ο καιρός γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός. Ήταν η συγκυρία τέτοια, λες και ήταν απαραίτητο να γίνει κάτι για να αλλάξει λίγο η νοοτροπία, αυτό που λέμε το κλίμα, η ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης.

Κ.Μ.:

Κι ανακοινώνεται ότι ο τελικός θα γίνει-

Χ.Ζ.:

Έτσι, θα γίνει στην Ελλάδα-

Κ.Μ.:

Στην Ελλάδα, στο Καλλιμάρμαρο.

Χ.Ζ.:

Στο Καλλιμάρμαρο. Εμείς τότε, την εποχή εκείνη, πηγαίναμε μια βδομάδα πριν στου Απέργη κάτω, πάνω στη Κηφισιά. Εκεί που σήμερα είναι τα γραφεία του κύριου Λάτση, τότε ήταν ένα από τα ωραιότερα ξενοδοχεία της Αθήνας, εκεί περνούσαμε τις περισσότερες μέρες της ζωής μας τα τελευταία τουλάχιστον 5-6 χρόνια που παίζαμε στην Ευρώπη, γιατί όποτε είχαμε μεγάλο αγώνα πηγαίναμε εκεί για να απομονωθούμε και να ξεκουραστούμε. Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησε το όνειρο της 4ης Απριλίου. Εμείς στην Κηφισιά και ο κόσμος από τις 2 η ώρα το μεσημέρι άρχισε να πλημμυρίζει το Παναθηναϊκό Στάδιο. 50.000 εισιτήρια που είχαν εκδοθεί, είχαν γίνει ανάρπαστα και είχαν εξαφανιστεί. Μαθαίναμε εμείς επάνω στην Κηφισιά ότι ο κόσμος άρχισε να συρρέει από το μεσημέρι με τάβλια, με χαρτιά, με διάφορα τρόφιμα, για να μπορέσει να τη βγάλει - θερμός και δεν συμμαζεύεται - μέχρι το βράδυ. Και μας έκανε φοβερή εντύπωση το ότι ο κόσμος τόσο γρήγορα πήγαινε, για να προλάβει να πάρει μια κατάλληλη θέση.

Κ.Μ.:

Να σας κάνω μία ερώτηση πριν συνεχίσετε; Τις ημέρες πριν τον τελικό, που ήσασταν όλη η ομάδα μαζί, τι λέγατε; Υπήρχε φόβος; Υπήρχε ότι: «Ναι, πάμε να κερδίσουμε», υπήρχε ανασφάλεια για την ομάδα; Πώς ήταν μέσα στα αποδυτήρια το κλίμα;

Χ.Ζ.:

Κοίταξε να δεις. Αν σου πω, πάλι για μια φορά, ότι είχαμε άγνοια φόβου, δεν θα ήταν υπερβολή. Είχαμε ένα πρωτόγνωρο θράσος και θάρρος. Πιστεύαμε, χωρίς να είναι αυτό υπερβολή, ότι θα πάρουμε το Κύπελλο. Δηλαδή, σαν τα μωρά παιδιά που τους δίνεις κάτι και, άμα πας να τους πάρεις, θέλουνε σώνει και καλά να το αποκτήσουνε. Δίναμε τόση πολύ μεγάλη σημασία στο γεγονός, μας είχαν ντοπάρει και οι εφημερίδες και οι διάφοροι παράγοντες, οι οποίοι μας φροντίζαν και μας παρακολουθούσαν, που ψυχολογικά νομίζαμε ότι δεν είχαμε το δικαίωμα να χάσουμε αυτή την ευκαιρία και αυτό το Κύπελλο. Γι’ αυτό μέσα στις συζητήσεις και στα όλα, τα γεγονότα που ακολούθησαν τις προηγούμενες μέρες, υπήρχε αυτή η φοβερή θέληση και επιθυμία όλων να κατορθώσουμε να φτάσουμε στη νίκη. Και αυτό είναι το οποίο μας χαρακτήριζε, γιατί θέλαμε όχι μόνο να ικανοποιήσουμε ένα εσώψυχο που είχαν όλα τα παιδιά να φτάσουν να γίνουνε πρωταθλητές Ευρώπης, θέλαμε να ικανοποιήσουμε και ένα κόσμο, ο οποίος μας ακολουθούσε τα τελευταία χρόνια με τόσο πολύ μεγάλη αγάπη, ανεξαρτήτου οπαδικής, έτσι, συμπεριφοράς και προτίμησης. Δηλαδή, δεν ήτανε όλοι Α.Ε.Κ.τζήδες, υπήρχαν Ολυμπιακοί, Παναθηναϊκοί, διάφορων. Δηλαδή, ήτανε Α.Ε.Κ.- ΕΛΛΑΣ, την εποχή εκείνη και αυτό ήτανε ένα πρωτόγνωρο πράγμα για εκείνη την εποχή. Γι’ αυτό ακριβώς είχαμε την αίσθηση και την εντύπωση ότι δεν έπρεπε να χάσουμε αυτή την ευκαιρία. Άλλωστε ένα μεγάλο κομμάτι από αυτή την φοβερή προσπάθεια που καταβάλαμε στο τελικό το οφείλουμε στους 70.000 ανθρώπους και στους άλλους 20.000-30.000, που ήταν έξω και παρακολουθούσαν τον αγώνα.

Κ.Μ.:

Αυτό. Θα ήθελα να σας κάνω μία προσωπική ερώτηση. Όταν πηγαίνατε στο γήπεδο, για να μπείτε στο Καλλιμάρμαρο, να κάνετε το ζέσταμά σας και τα λοιπά και είδατε όλο το Καλλιμάρμαρο γεμάτο, να φωνάζει, να σας εμψυχώνει, άλλος τόσος κόσμος να είναι έξω από το γήπεδο. Πώς αισθανθήκατε εσείς;

Χ.Ζ.:

Δεν ξέρω αν έχεις δει την ταινία, το 1968. Το πρώτο πράγμα το οποίο νιώσαμε και καταλάβαμε, κατεβαίνοντας από τη καταπακτή - Δεν ήταν η πρώτη φορά που βγαίναμε στο γήπεδο, είχαμε τόσα πολλά παιχνίδια παίξει! Όμως, εκείνη την ημέρα με το που πήγαμε να βγούμε από τη καταπακτή και βλέπαμε, αφού ακούσαμε αυτό το φοβερό κόσμο, τρομάξαμε και ξανά μπήκαμε μέσα. Δεν βγήκαμε στο γήπεδο, μπήκαμε στην καταπακτή, αγκαλιαστήκαμε, δώσαμε τα χέρια και είπαμε ότι δεν πρέπει να απογοητεύσουμε ή να προδώσουμε αυτό τον κόσμο. Δεν είχαμε το δικαίωμα, δηλαδή, να χάσουμε, εν ολίγοις. Και μετά ξανά μπήκαμε στο γήπεδο. Ήτανε, δηλαδή, ένα απίστευτο συναίσθημα που με το που μπήκαμε, θυμάμαι, δηλαδή, σαν να πετούσα, ρε παιδί μου, εκείνη τη μέρα! Αυτός ο κόσμος, αυτή η ιαχή, αυτός ο φοβερός ενθουσιασμός σε ανέβαζε στα ουράνια, σε έκανε και γινόσουνα ένα μπόι μεγαλύτερος. Και πραγματικά, δηλαδή, αν σκεφτείς ότι σε έναν τελικό Κυπέλλου εποχής ‘68, χωρίς τρίποντα, σε ένα[00:50:00] ανοιχτό γήπεδο και τσιμεντένιο, αλλά ευτυχώς σε μια εκπληκτική βραδιά 89-82 είναι σαν να παίζεις 110-100, δηλαδή είναι εκπληκτικό σκορ, που σημαίνει ότι το παιχνίδι ήταν συναρπαστικό, ήταν ενδιαφέρον και, πάνω από όλα, είχε ποιότητα και πολύ μεγάλο πάθος και θέληση για να νικήσει κανείς! Διότι πράγματι εκείνη τη βραδιά η Α.Ε.Κ. έδειξε ότι πραγματικά είναι πολύ μεγάλη ομάδα για την εποχή της, με ένα μπάσκετ τελείως διαφορετικό, ίσως, από αυτό που παίζεται σήμερα, αλλά οπωσδήποτε με ταχύτητα, φαντασία, επιθετικότητα, μαχητικότητα, ενθουσιασμό και πάνω από όλα θέληση για νίκη.

Κ.Μ.:

Όταν η Α.Ε.Κ. έβαλε το τελευταίο καλάθι εκείνη τη στιγμή – δεν θυμάμαι ποιος παίκτης είχε βάλει το τελευταίο, νομίζω ο Τρόντζος το έβαλε το τελευταίο, λέι απ, στο 89-82. Πώς αισθανθήκατε όταν καταλάβατε – Καταρχήν, το καταλάβατε ότι η Α.Ε.Κ. ήτανε-

Χ.Ζ.:

Καταρχάς εγώ έπαθα το εξής πρόβλημα.

Κ.Μ.:

Πρωταθλήτρια Ευρώπης;

Χ.Ζ.:

Καταρχάς, 7 λεπτά πριν το τέλος του αγώνα εγώ απεβλήθην με 5 φάουλ. Έκανα ένα βλακώδες φάουλ στο Ζίντεκ στο 33 ή 34, θυμάμαι, λεπτό, αλλά ευτυχώς ο Λάκης ο Τσάβας ήταν επάξιος αντικαταστάτης, και μια και αναφέρω το Λάκη τον Τσάβα, θέλω να σου πω ότι στην εποχή εκείνη, όταν παίζαμε με δύο γκαρντ, με δύο πλέι μέικερ, η Α.Ε.Κ. έβαζε 120 πόντους. Αλλά τι έγινε; Έπεφτε το μπόι της ομάδος. Εκείνη, λοιπόν, την εποχή, που χωρίς τρίποντα η Α.Ε.Κ. έβγαζε 120 πόντους, καταλαβαίνεις, διαισθάνεσαι ότι είναι πολύ μεγάλη επιτυχία και πολύ μεγάλη ομάδα, διότι οι περισσότερες ομάδες την εποχή εκείνη δεν βγάζαν πάνω από 70 πόντους. Αλλά με την τρέλα του Αμερικάνου, με τον Γιώργο, τον ψηλό, τον Τρόντζο, τον Βασιλειάδη, το Λαρέτζο και το Λάκη το Τσάβα, όταν παίζαμε, πραγματικά, τώρα που τα φέρνω στο μυαλό μου, ήταν εκπληκτικό το παιχνίδι της. Δύσκολα μπορούσε να χάσει η Α.Ε.Κ., δηλαδή, έπρεπε να βρεθούμε σε πολύ δύσκολη μέρα όλοι, για να μπορέσει να μας χτυπήσει μια ομάδα της εποχής εκείνης.

Κ.Μ.:

Η οικογένεια σας εκείνη τη μέρα, μόλις, οι φίλοι σας μόλις γυρίσατε σπίτι;

Χ.Ζ.:

Η οικογένεια μου, μπαμπάς μου και η μαμά μου ποτέ δεν πήγαν στο γήπεδο. Ο αδερφός μου ήτανε. Και οι φίλοι μου, φυσικά, ήταν στο γήπεδο αλλά, όπως και να το κάνεις, εκείνη τη στιγμή με το τέλος του αγώνα, αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε άλλη διάσταση! Νομίζεις ότι κάτι εξαιρετικό πράγμα πέτυχες και το σημαντικότερο είναι ότι, αγκαλιασμένοι με τους Τσέχους, κάναμε το γύρο του θριάμβου, ευχαριστώντας τον κόσμο γι’ αυτό που μας προσέφερε. Δεν το έκανε μόνο η Α.Ε.Κ., το κάνανε και οι Τσέχοι. Μαζί κάναμε τον γύρο του θριάμβου! Σαν να μπορεί να θέλει κανείς να ευχαριστήσει αυτό το πλήθος, που πραγματικά ήταν μοναδικό και παγκόσμιο ρεκόρ για την εποχή, έχει πάρει το βραβείο Γκίνες. Χάρη σ’ ένα φίλο της Α.Ε.Κ., τον κύριο Μαργαρίτη, κι έχω στο ιατρείο μου, υπάρχει μου το ανάλογο δίπλωμα μαζί με την εικόνα. Ήτανε κάτι το πρωτόγνωρο και το συγκινητικό! Και το σημαντικότερο δεν ήτανε ότι ήταν οι 70.000 μέσα, ήτανε όταν σου περιγράφουν τις ιστορίες όσων αθλητών πηδήξανε, δηλαδή, έχω ακούσει τόσες πολλές ιστορίες! Στα 40 χρόνια που είμαι γιατρός, μέσα απ’ το ιατρείο μου έχουν περάσει χιλιάδες άνθρωποι και μπορώ να σου πω ότι οι μισοί από αυτούς ήταν εκεί μέσα. «Ήμουνα και εγώ εκεί», μου έχει μείνει αυτή η φράση. Και το σημαντικότερο, πώς μπήκαν μέσα πολλοί που δεν είχαν εισιτήριο, πώς πηδούσανε πάνω από τον Αρδηττό, για να μπορέσουν να μπουνε στο γήπεδο και πολλοί αθλητές μετέπειτα, γνωστοί και επώνυμοι, που μας περιέγραφαν πώς άλλος χτύπησε το πόδι του, πώς άλλος τραυματίστηκε, πώς άλλος έσκισε το πόδι του. Παρόλα αυτά, όλοι κατόρθωσαν να μπούνε και να παρακολουθήσουν αυτόν τον απίθανο και μοναδικό αγώνα, που εδώ που τα λέμε μόνο οι 5.000-10.000 μπορούσαν να βλέπουν πραγματικά τον αγώνα, οι άλλοι ζούσαν την ατμόσφαιρα μόνο.

Κ.Μ.:

Θα σας πάω στο σήμερα. 1968 η Α.Ε.Κ. παίρνει το Κύπελλο Κυπελλούχων, 2018, 50 χρόνια μετά, η Α.Ε.Κ. ξαναπαίρνει ευρωπαϊκό τίτλο. Το είδατε; Το παρακολουθήσατε;

Χ.Ζ.:

Βέβαια!

Κ.Μ.:

Πώς αισθανθήκατε μετά από 50 χρόνια ακριβώς;-

Χ.Ζ.:

Ήμουνα μέσα κι ένιωσα πολύ, έτσι, χαρούμενος-

Κ.Μ.:

Σας θύμισε την εποχή σας;

Χ.Ζ.:

Ένιωσα πολύ χαρούμενος και πάρα πολύ ευτυχισμένος που κατόρθωσε η Α.Ε.Κ., μετά από τόσα πολλά χρόνια, να φέρει ένα ευρωπαϊκό τίτλο στη φαρέτρα της, γιατί λίγο πολύ είχαμε χάσει την επαφή με την Ευρώπη και τις μεγάλες επιτυχίες. Το μόνο που με πληγώνει με το σημερινό μπάσκετ είναι ότι η πλειονότητα των παικτών δεν είναι Έλληνες. Δηλαδή, σήμερα, αν συγκρίνεις το ‘68 με το 2018, μια αμιγώς ελληνική ομάδα, η οποία χτίστηκε από φτωχόπαιδα, από τις αλάνες των γειτονιών ολόκληρης της Ελλάδος. Για σκέψου: Αμερικάνος στη Νίκαια, Ζούπας Υμηττός, Τρόντζος Βέροια, Λαρετζάκης, Τσάβας από την Καλαμαριά.

Κ.Μ.:

Φτωχογειτονιές τότε.

Χ.Ζ.:

Για σκέψου! Ελληνόπουλα βγαλμένα από τις γειτονιές της Ελλάδος κατακτήσαν την Ευρώπη! Σήμερα, αν δεις όλες πια τις ομάδες… Με αυτή τη περίφημη παγκοσμιοποίηση χάσαμε το ελληνικό μας πρόσωπο, την ελληνική μας κουλτούρα. Είχαμε την ελληνική μας ταυτότητα, διότι σαν λαός και σαν αθλητική υποδομή, ο Έλληνας μπασκετμπολίστας και γενικά ο αθλητής έχει πολύ μεγάλη οξυδέρκεια, εξυπνάδα και δυνατότητα. Μην ξεχνάς, πάρε την ομάδα του ‘87, που πήρε το Ευρωπαϊκό, τι παιχταράδες στο μπάσκετ έχουμε βγάλει! Δεν ήταν το ’68, μπορεί να ήταν και πριν από εμάς, ο Πανελλήνιος, ήταν οι πρώτοι που μας χάρισαν ξεχωριστές στιγμές, μετά ήρθαν οι μεγάλοι αθλητές του ‘87, και γενικά, δηλαδή, μέσα από το άθλημα αυτό, αλλά και το ποδόσφαιρο βέβαια. Μην ξεχνάς το ’82 ο Παναθηναϊκός έφτασε στην Ευρώπη, είχαμε επιτυχίες! Ξαφνικά χάλασε αυτή η νοοτροπία, μπήκανε οι μανατζαρέοι στη μέση, έγινε αυτή η περίφημη παγκοσμιοποίηση κι αυτός ο περίεργος συγχρωτισμός, αλλοπρόσαλλος.

Κ.Μ.:

Παρόλα αυτά ερχόντουσαν επιτυχίες στην Ελλάδα, δηλαδή ο Παναθηναϊκός διέπρεψε αυτά-

Χ.Ζ.:

Βέβαια!

Κ.Μ.:

Αυτά τα χρόνια.

Χ.Ζ.:

Όχι μόνο ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός-

Κ.Μ.:

Κι ο Ολυμπιακός, ναι, μετέπειτα. 

Χ.Ζ.:

Εμείς είχαμε μείνει πίσω, γιατί μετά το ‘70 χάσαμε λίγο την επαφή μας. Επί Φιλίππου πήραμε στη Λοζάνη ένα κύπελλο, ξέρω ‘γώ, 30 χρόνια μετά και μετά ήρθε το ‘18 αυτή η μεγάλη επιτυχία. Και, εν πάση περιπτώσει, εκείνο μόνο που έχει μια διαφοροποιό αίσθηση είναι ότι ελάχιστοι, δηλαδή δεν μπορώ να βλέπω έναν Έλληνα και τέσσερις ξένους να εκφράζουν αυτή τη στιγμή ελληνικές ομάδες και δεν συμβαίνει μόνο στην Α.Ε.Κ., είναι δυστυχώς πανευρωπαϊκό πρόβλημα αυτό. Έχω την εντύπωση ότι σιγά-σιγά, όμως, λόγω και της οικονομικής κρίσης, ξαναγυρίζουμε πάλι στα παιδιά, τα Ελληνόπουλα και θέλω να πιστεύω ότι, αν δεν δώσεις σημασία και αξία στον Έλληνα παίχτη, δεν θα έχεις αύριο μεθαύριο να στελεχώσεις ικανοποιητικά την εθνική σου ομάδα, αν, δηλαδή, σκέφτεσαι ότι αυτό είναι το πρόσωπο της αθλητικής κουλτούρας μιας χώρας.

Κ.Μ.:

Άλλη μία ερώτηση θέλω να σας κάνω. Η την ταινία του Τάσου Μπουλμέτη, 1968. Πώς αισθανθήκατε όταν είδατε ένα νέο παιδί, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, σας έμοιαζε και πάρα πολύ στη ταινία. Πώς είδατε τον εαυτό σας μέσα στη ταινία;

Χ.Ζ.:

Το 1968, αν θυμάμαι καλά, ξεκίνησε μέσα στο ιατρείο μου σαν ιδέα και η αρχική ιδέα, από ό,τι μου είχε πει ο Τάσος, ήταν να γίνει ντοκιμαντέρ, αλλά από όλα αυτά που του διηγηθήκαμε και άκουσε και έμαθε και είδε, είπε: «Είναι κρίμα αυτό όλο το υλικό και αυτή όλη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και οι ιστορίες να πάει χαμένη», κι έτσι, λοιπόν, στήθηκε αυτό το συγκινητικό, ανθρώπινο και εκπληκτικό φιλμ που λέγεται 1968, το οποίο έκανε πολύ μεγάλη επιτυχία στις κινηματογραφικές αίθουσες. Και δεν σου κρύβω ότι σε ορισμένα γυρίσματα ήμουν παρών, γνώρισα τα παιδιά αυτά τα οποία μας αντιπροσώπευαν και μας εξέφραζαν στην ταινία, διότι ήθελα να δω πώς ακριβώς λειτουργεί στη[01:00:00] σημερινή ημέρα η μυθοπλασία και η παραγωγή μιας ταινίας. Έτσι, λοιπόν, παρευρέθηκα σε κάποια από τα γυρίσματα, αγκάλιασα και γνώρισα τους ηθοποιούς που έπαιζαν. Έτσι άγουρα παιδιά, νέοι ηθοποιοί-

Κ.Μ.:

Το παράδοξο ήτανε ότι-

Χ.Ζ.:

Ήτανε πραγματικά! Μα ήτανε ο Μπουλμέτης που τους επέλεξε έναν προς έναν. Έναν ψηλό τον έκανε Τρόντζο, ένα άλλονε κοντό τον έκανε Μόσχο, τον άλλον τον έκανε Αμερικάνο. Δηλαδή, είχε κάποιους συσχετισμούς, δηλαδή. Έψαχνε να βρει κάποιες ομοιότητες και κάποιους, έτσι, συνειρμούς και γι’ αυτό ακριβώς είχανε μια κάποια ομοιότητα. Αλλά ήταν, δεν σου κρύβω, δεν ξέρω πόσες φορές το είδα το φιλμ, γιατί με καλέσανε και στο Μόναχο στην εβδομάδα ελληνικού κινηματογράφου, που γίνεται κάθε χρόνο στο Μόναχο, πήγα πέρυσι και μίλησα μπροστά σε 600 Έλληνες της Γερμανίας που τους είδα να είναι συγκινημένοι, να δακρύζουν, να θυμούνται τα παιδικά τους και νεανικά τους χρόνια και έμαθα ότι θα έκανε και διεθνή καριέρα αυτή η ταινία, γιατί ήταν ένα ντοκουμέντο που, πραγματικά, πάνω σε μια πραγματική ιστορία χτίζεται ένα ολόκληρο φιλμ. Και αυτό νομίζω ότι διδάσκεται και κάπου στα Πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών, που πήγε ο Τάσος ο Μπουλμέτης και δίδαξε για αυτές τις κατηγορίες των φιλμ.

Κ.Μ.:

Άλλη μία ερώτηση τώρα. Δεν είναι και πολύ ερώτηση. Απλά θέλω να σας πω πέντε ονόματα και να μου πείτε το πρώτο πράγμα που σας έρχεται στο μυαλό, μια ανάμνηση. Το πρώτο όνομα είναι Γιώργος Αμερικάνος, στον τελικό είχε βάλει 29 πόντους και θέλω να μου επιβεβαιώσετε και μια φήμη που υπάρχει, αν πριν τον αγώνα επιθυμούσε να δει-

Χ.Ζ.:

Μία νεκροφόρα. Ήταν το χόμπι του. Ξέρεις, πάντα στον αθλητισμό υπάρχει αυτό το «πρόβλημα» με τα... Έτσι, είχανε αυτό το… Πώς να το πει κανείς;

Κ.Μ.:

Για γούρι!

Χ.Ζ.:

Ήταν το γούρι τους. Κι άλλοι, δεν υπάρχει αθλητής που να μην έχει γούρι!

Κ.Μ.:

Ναι.

Χ.Ζ.:

Αλλά ο Αμερικάνος είχε το προσωνύμιο «Τσούχτης», γιατί μόλις του έδινες τη μπάλα την έτσουζε, την πέταγε, δηλαδή, στο καλάθι. Κι αυτό που μου έχει μείνει από τον Γιωργάρα, με τον οποίο είχαμε πάρα πολλά χρόνια στενούς δεσμούς και έφυγε δυστυχώς νωρίς σχετικά, είναι ότι λυπότανΕ που δεν έζησε την εποχή την μετέπειτα των «χρυσών αγελάδων». Και μου έλεγε: «Ρε Χρηστάρα, αν εγώ έπαιρνα αυτά τα λεφτά, θα σούταρα από δω και θα έμπαινε στο Τελ Αβίβ, στη Μακάμπι Τελ Αβίβ θα το έβαζα», λέει, «το καλάθι». Τον είχε πειράξει κατά κάποιο τρόπο που δεν μπόρεσε να φτάσει και αυτός σε αυτά τα επίπεδα τα οικονομικά, όχι τα αθλητικά, στα αθλητικά ήταν παιχταράς ο άνθρωπος. Αλλά είχαμε ένα-

Κ.Μ.:

Έβαλε και 29 πόντους στον τελικό.

Χ.Ζ.:

Τόσο πολύ μεγάλο δέσιμο! Δηλαδή, ο άνθρωπος αυτός είχε τόσο πολύ μεγάλη οξυδέρκεια να αντιλαμβάνεται τη δικιά μου τρέλα, γιατί εγώ έβλεπα το παιχνίδι λες και ήταν μοιρογνωμόνιο, το ‘βλεπα από πριν να γίνει. Που ήξερε τι να κάνει την κατάλληλη στιγμή, για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί τη μπάλα και να τη βάλει στο καλάθι. Ήτανε φοβερός σκόρερ και φοβερά εύστοχο παιδί για την εποχή του! Μεγάλος παίχτης!

Κ.Μ.:

Επόμενο όνομα είναι ο Γιώργος Τρόντζος.

Χ.Ζ.:

Ο Γιώργος Τρόντζος ήτανε η κολόνα του σπιτιού μας, που λένε. Το έχεις ακούσει; Διότι, αν δεν ερχόταν ο Γιώργος ο Τρόντζος από την Αμερική, το ελληνικό μπάσκετ θα έμενε ακόμα στην μετριότητα. Αυτός μας σήκωσε ανάλογα με το μπόι του, γιατί, την εποχή εκείνη, αν δεν είχες ψηλό, όλοι μαζευόντανε γύρω στους παιχταράδες και δεν μπορούσες να σουτάρεις. Ο ψηλότερος ήταν, τότε, την εποχή, 2.02, που ήταν ο Οικονόμου από την Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος με 2.16 ξαφνικά ανέβασε το ελληνικό μπάσκετ στο ύψος του. Ας είναι καλά το παιδί!

Κ.Μ.:

Επόμενο όνομα είναι ο Νίκος Μήλας.

Χ.Ζ.:

Ο Νίκος Μήλας ήταν ο συνδετικός κρίκος της ομάδος. Είχε το χάρισμα να μπορεί αυτά τα αγρίμια της εποχής εκείνης, που τη μια γελούσαν και την άλλη πλακωνόντουσαν, να μας κάνει να είμαστε πραγματικά ομάδα και, όταν μπαίναμε στο γήπεδο, να παίζει ο ένας για τον άλλον και όλοι για την ομάδα!

Κ.Μ.:

Θυμάστε κάποιο γεγονός, κάποια συμβουλή που σας είχε δώσει, κάτι το αξιομνημόνευτο απ' το Νίκο Μήλα;

Χ.Ζ.:

Και τι να πρωτοθυμηθείς! Τώρα, από τόσα πράγματα που σου είπα… Ο Νίκος ο Μήλας για να μπορέσει να ηρεμήσει την υπερβολική ενέργεια και την αγριάδα που είχαμε μέσα στο γήπεδο, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι: «Έλα παιδί μου, έλα παιδί μου, χαλάρωσε, κάλμα, κάλμα!», διότι δεν ήταν τόσο πολύ στη τεχνική-

Κ.Μ.:

Στην ψυχολογία.

Χ.Ζ.:

Αλλά περισσότερο στην ψυχολογία της ομάδος και αυτό ήταν που ανέβασε, διότι δεν είχαν να μας μάθουν τόσα πολλά την εποχή εκείνη. Φυσικά, στη συνέχεια τα πράγματα εξελίχθηκαν, διότι άρχισαν να πηγαίνουν οι προπονητές στην Αμερική, να γίνονται σεμινάρια, αλλάξανε πολλά πράγματα, κυρίως στην άμυνα, αλλά και στην επίθεση, αλλά η προσωπικότητα του παίκτη ποτέ δεν ήταν αυτή η οποία μπορούσε να περιοριστεί και αυτή, η οποία καθόριζε τελικά και το τελικό αποτέλεσμα.

Κ.Μ.:

Το τελευταίο όνομα που έχω, δεν θα μπορούσε, βέβαια, να λείψει: Βασίλης Γεωργίου. Θρυλική περιγραφή.

Χ.Ζ.:

Ο Βασιλάκης ήτανε ο άνθρωπος, ο οποίος χαρακτηρίστηκε «ο άνθρωπος που συγκίνησε μια ολόκληρη Ελλάδα», γιατί δεν ήταν τότε μόνο αυτοί που ήταν μέσα στο γήπεδο, ήταν όλη η Ελλάδα σκυμμένη πάνω στα ραδιόφωνα, πάνω από κάποια εκατομμύρια παρακολούθησαν τον αγώνα, γι’ αυτό και είχε τέτοια μεγάλη απήχηση το γεγονός αυτό. Απ’ άκρη σε άκρη την Ελλάδα ήταν όλοι πάνω σκυμμένοι, πάνω στο ραδιόφωνο, για να ακούσουν την περιγραφή του αγώνα και, φυσικά, άφησε, όχι μόνο εποχή, θα έλεγε ότι, όπως, νομίζω, τον είχανε αποκαλέσει «η Βέμπο της ραδιοφωνίας της Ελλάδος» την εποχή εκείνη, τόσο μεγάλη συγκινητική ατμόσφαιρα την εποχή εκείνη! «Α.Ε.Κ.-Ελλάς-Ευρώπη. Ο θεός της Ελλάδας. Ο θεός της Α.Ε.Κ.»

Κ.Μ.:

Η τελευταία ερώτηση που έχω κρατήσει για το τέλος είναι λίγο προβοκατόρικη. Λένε κάποιοι ότι στον τελικό είχαν στηθεί φωτορεπόρτερ-

Χ.Ζ.:

Δεν ήταν στον τελικό αυτό.

Κ.Μ.:

Δεν ήταν στον τελικό;

Χ.Ζ.:

Αυτό ήταν στον ημιτελικό με τη Ίνις Βαρέζε. Αυτό δεν το ξέραμε εμείς, απλώς όταν πήγαμε να παίξουμε στη Βαρέζε, οι πρώτοι διδάξαντες ήταν οι Ιταλοί. Αλλά οι Ιταλοί, επειδή ήταν επιστήμονες στο συγκεκριμένο θέμα, είχαν στήσει τέσσερις φωτορεπόρτερ στις τέσσερις γωνίες και, όταν πήγαινε να σουτάρει ο Αμερικάνος ή ο Ζούπας, του άναβαν το φλας! Το πήρανε χαμπάρι οι δικοί μας και το σφύριξανε εδώ στους δικούς μας, αλλά επειδή οι Έλληνες είμαστε σε όλα μας υπερβολικοί και πληθωρικοί, αντί να βάλουν 4 ανθρώπους, μπήκανε 104. Μαζεύτηκαν όλοι οι φωτογράφοι κάτω από εκεί, αλλά όποιος είχε τη μπάλα, αναβόσβηναν τα φλας κι έχει μείνει στην ιστορία. Αλλά άλλο είναι να το κάνεις επιστημονικά, όπως οι Ιταλοί, και άλλο να το κάνεις ανόητα, όπως το κάναμε εμείς κι έχει μείνει. Η αλήθεια είναι ότι, πραγματικά, μαζεύτηκαν 50 φωτογράφοι γύρω-γύρω και αναβόσβηναν τα φλας. Τώρα, τι ήταν αυτό; Μια κουταμάρα, αλλά γίνονται τα γεγονότα και μένουν στην ιστορία.

Κ.Μ.:

Κύριε Ζούπα, εγώ δεν έχω κάποια άλλη ερώτηση να σας κάνω. Άμα θέλετε εσείς κάτι να προσθέσετε για το τέλος.

Χ.Ζ.:

Τι να προσθέσω μετά από τόσα πράγματα, που με ξαναγύρισες πίσω 50 χρόνια; Θέλω να πω ότι τέτοια γεγονότα θα έπρεπε, ίσως, να μπορούνε να εμφυσήσουνε στα νέα παιδιά την αγάπη στον αθλητισμό, διότι αν κάποτε αυτή η κοινωνία συνειδητοποιήσει ότι, σε αυτή τη σπάταλη και υπερκαταναλωτική κοινωνία που ζούμε, η Ελλάδα είναι η πρώτη σε συχνότητα παιδικής παχυσαρκίας στην Ευρώπη, αυτό σαν μοναδικό αντίτιμο στη ζωή μας έχει τον αθλητισμό. Και αν ο γονιός δεν καταλάβει ότι το παιδί του δεν είναι η συνέχεια της έκφρασης των ανεκπλήρωτων ονείρων που έχει ο γονιός, γιατί επειδή έχω κάνει Πρόεδρος στο Ναυτικό Όμιλο Βουλιαγμένης, έχω κάνει Δήμαρχος στον Υμηττό, έχω κάνει πολλά πράγματα στη ζωή μου, βλέπω πράγματα που δυστυχώς πολλές φορές, αντί να βοηθούν, πληγώνουν τα παιδιά. Ο αθλητισμός είναι το αντίδοτο για την υγεία, την ευεξία και την φυσιολογική εξέλιξη ενός παιδιού και θα έπρεπε, ίσως, όλοι να ενσκήψουν σε αυτό το φαινόμενο, για να μπορέσουμε να καταπολεμήσουμε την ψυχική κα[01:10:00]ι σωματική υγεία των παιδιών μας. Αυτό είναι το μόνο μήνυμα που αξίζει τον κόπο, στην εποχή μας, να περάσουμε.

Κ.Μ.:

Κύριε Ζούπα, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα!

Χ.Ζ.:

Να ‘σαι καλά, αγόρι μου!