© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Ήμουν μια από τις «Γυναίκες της Πίνδου»
Istorima Code
10815
Story URL
Speaker
Χρυσούλα Κοκαλιάρη (Χ.Κ.)
Interview Date
29/09/2021
Researcher
Stavros Vlachos (S.V.)
[00:00:00]
Ωραία. Κυρία Χρυσούλα, πες μου πότε γεννήθηκες και πού.
Εδώ, στο χωριό γεννήθηκα, Πεντάλοφο.
Πότε;
Το 1925.
1925. Πώς ήταν τότε εδώ η ζωή; Απ’ τα παιδικά χρόνια τι θυμάσαι;
Ήταν καλά. Ησυχία, ωραία πράγματα. Ήταν καλά. Πολύ καλά ήμασταν προτού να ‘ρθει ο πόλεμος. Πολύ καλά.
Είχε κόσμο περισσότερο, παιδιά;
Ε, όλο κόσμο… Παιδιά; Από τέσσερα πέντε κάθε οικογένεια, από έξι. Άλλη οχτώ. Είχαν πολλά παιδιά. Πηγαίναμε στο σχολείο, είχαμε ένα πολύ ωραίο σχολείο. Το ‘καψαν οι Γερμανοί.
Και τι δουλειές...
Αυτό το σχολείο, πουθενά δεν υπήρχε, τέτοιο σχολείο! Ούτε στην Αθήνα ούτε πουθενά τέτοιο σχολείο που είχαμε εδώ. Με αίθουσες, με μεγάλα, με αυτά. Τα ‘χαν στείλει από την Αμερική χρήματα και το ‘χαν φτιάσει πολύ ωραίο, με στέρνες, μ’ αυτά, που δεν είχε ο κόσμος τότε. Τι να σου πω; Αίθουσες μεγάλες και δεν χωρούσαν τα παιδιά.
Πήγες σχολείο εσύ εκεί;
Εδώ στο χωριό πήγα σχολείο, ώσπου έβγαλα το δημοτικό. Άλλο δεν πήγα. Μέχρι το δημοτικό.
Ο πατέρας σου τι δουλειά έκανε;
Ήταν εργολάβος. Με δίπλωμα, όχι εργολάβοι που γένονται τώρα… αυτά. Ήταν… Είχε δίπλωμα εργολαβίας. Έπαιρνε σπίτια και είχε... εργάζονταν και σε μία εταιρεία, «Μπουτ» λέγονταν, στα Τρίκαλα. Πληρώνονταν πολύ καλά λεφτά ο πατέρας μου.
Και έλειπε καιρό;
Όλο το καλοκαίρι, όλο, και το χειμώνα και το καλοκαίρι. Ήταν εκεί, στα Τρίκαλα. Ερχόταν στο χωριό, έφευγε πάλι.
Πόσα αδέρφια ήσασταν;
Εμείς, πέντε αδερφές και με... έναν αδερφό είχαμε.
Και τότε εδώ δρόμοι δεν υπήρχανε, φαντάζομαι.
Όχι, δεν είχε. Δρόμοι έγιναν μετά τον πόλεμο. Δεν είχαμε δρόμους. Καλντερίμια ήταν όλο, με πλάκες κάτω. Δεν είχαμε δρόμους.
Και προμήθειες, τρόφιμα, αυτά άμα θέλατε;
Ε, τα ρίχναμε όλο χρονικώς, όλα τα ρίχναμε μέσα. Ήταν μπακάλικα εδώ, ήταν τέσσερα πέντε... Ήταν ο παππούς της Βάιας, είχαμε τέσσερα πέντε μαγαζιά. Είχαμε τρόφιμα, είχαμε. Και μανάβης κι αυτά, απ’ όλα ήταν. Ήταν πλούσιο το χωριό μας, είχαμε... είχαμε όλα τα μέσα. Είχαμε και δικαστήρια, είχαμε και… Τα ‘χε όλα το χωριό τότε. Και τώρα τα πήραν όλα.
Θυμάσαι παιχνίδια; Παίζατε κάποια παιχνίδια εδώ, μικρά;
Παίζαμε το κουτσό, παίζαμε με τη βέργα, τσολέγκα που το λέγαμε εμείς. Παίζαμε τέτοια παιχνίδια, παίζαμε. Και παίζαμε και με ένα… Εφτιάχναμε... και πηδάμε στα χόρτα. Στα χόρτα εφκιάναμε. Εβάναμε ένα... μια καρφίτσα, εβάζαμε κι αυτό και τα μπηγνάμε κι όποιος κέρδιζε… Στα χόρτα εμπήγαν. Τέτοια παιχνίδια είχαμε εμείς τότε. Αγνά παιχνίδια! Παιδιά, κορίτσια ήμασταν πολύ καλά.
Πριν έρθει ο πόλεμος, το συζητούσε ο κόσμος; Φοβόταν ότι μπορεί να γίνει πόλεμος;
Αναπάντεχα μας ήρθε εμάς στο χωριό ο πόλεμος. Έλεγαν: «Έγινε πόλεμος» και...
Τη μέρα που κηρύχθηκε…
Μαζέψαν, μαζέψαν όλο τον κόσμο. Όλα τα παιδιά κι αυτά τα μάζεψαν αμέσως.
Θυμάσαι τη μέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος;
Ε, πώς. Το '40... Θυμάμαι.
Θες να μας την περιγράψεις;
Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος ήρθαν, ήρθαν και μάζεψαν τα παιδιά και τους... αυτούς που ήταν για στρατό όλους από το χωριό. Να κλαιν, να κάνουν, να φτιάχνουν…
Χτύπησαν καμπάνες; Φώναζαν; Έγινε κάτι εκείνη τη μέρα;
Καμπάνες όχι, δεν χτύπησαν. Αλλά τρομοκρατήθηκε ο κόσμος όλος. Κι ύστερα σε λίγο ήρθε το ιππικό, αυτό, με τα άλογα ψηλά και τέτοια, και τα ‘ριξαν καταλύματα στα σπίτια, ώσπου να τακτοποιηθούν. Και πήγαν στο δάσος απάνω πίσω κι έκαναν καταυλισμό και κάθονταν όλο το χειμώνα, όλο το καλοκαίρι αυτοί. Μας έριξαν από τέσσερα πέντε άτομα στο… και με τα ζώα μαζί.
Κι από δω περνούσε στρατός συνέχεια και πήγαιναν προς τα πάνω;
Όχι. Δεν έφευγε το στρατό. Έμεν[00:05:00]εν εδώ.
Όταν έγινε ο πόλεμος, λέω. Περνούσε στρατός προς το Επταχώρι;
Από δω; Περνούσε, πώς. Περνούσαν. Περνούσαν, πήγαιναν... Ύστερα οι γυναίκες όλες κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια μέχρι το Κεράσοβο, δεν ξέρω αν το ξέρεις κι αν το ‘χεις ακουστά. Μέχρι κει ήταν δρόμος δημόσιος κι ως εκεί τα κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια, ό,τι χρειάζονταν. Όλο με τη φορτωσιά ο κόσμος.
Τις γυναίκες ο στρατός τούς είπε και πήγανε; Ποιος φώναξε τις γυναίκες και πήγανε;
Τους φώναζαν από δω και φορτώνονταν οι γυναίκες και πήγαιναν, οι πιο μεγάλες, τώρα. Εμείς δεν φορτωθήκαμε τότε. Ήμασταν πιο μικρά, δεν… Οι γυναίκες όλες πήγαιναν φορτωμένες.
Εσύ βοήθησες…
Ύστερα βοηθήσαμε, όταν ήρθε ο πόλεμος με τους αντάρτες, τότε. Μας έπαιρναν, καθαρίζαμε τους δρόμους, κουβαλούσαν τους τραυματίοι κι αυτά, υποφέραμε πάρα πολύ.
Γιατί;
Εμ, γιατί όλο εν κινήσει ο κόσμος. Δεν μπορούσε να σταματήσει στα σπίτια. Έπρεπε να βοηθήσει το στρατό. Έρχονταν οι αντάρτες, έφευγαν οι αντάρτες, έρχονταν ο στρατός εδώ πέρα.
Από τις μέρες του πολέμου με τους Ιταλούς τι άλλο θυμάσαι;
Με τους Ιταλούς φύγαμε από το χωριό και πήγαμε στο δάσος έξω. Μια βδομάδα καθίσαμε, οχτώ, εννιά μέρες. Καθίσαμε έξω στο δάσος. Οι Ιταλοί… Κι ήρθαν εδώ, έκαψαν… Κι ύστερα, οι Ιταλοί δεν έκαναν ζημία, αλλά ήρθαν ύστερα οι Γερμανοί κι έκαψαν σπίτια εδώ, έκαψαν το σχολείο, έκαψαν πολλά σπίτια. Και στο Βυθό έκαψαν πολλά σπίτια, πιο περισσότερα από δω απ’ το χωριό μας. Τα ‘καψαν όλα τα σπίτια.
Όταν είχαμε τον πόλεμο με τους Ιταλούς στην Πίνδο, θυμάσαι κάτι από κείνες τις μέρες εδώ;
Πώς, ήρθαν εδώ! Τους είχαμε εδώ τους Ιταλούς.
Όχι. Λέω, όταν ήταν ο πόλεμος στην Αλβανία με τους Ιταλούς.
Ναι.
Θυμάσαι από κείνη την περίοδο κάτι, το 1940;
Ναι. Αφού το χίλια εννιακόσα... τότε κατέβηκαν οι Ιταλοί, που πέρασαν από το χωριό μας όλοι οι Ιταλοί. Και ύστερα έπιασαν αιχμαλώτους και τους έφεραν εδώ, στο χωριό. Τους είχαμε πολύν καιρό εδώ τους Ιταλούς. Κι είχαν και… Τους τάιζαν ύστερα οι Γερμανοί, τους είχαν αυτουνούς. Αλλά, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα οι Ιταλοί. Ήταν... οι Ιταλοί δεν έκαναν ζημίες. Οι Γερμανοί έκαναν ζημιές. Οι Ιταλοί δεν έκαναν.
Όταν πολεμάγαμε εμείς του Ιταλούς, για τους Έλληνες φαντάρους εδώ φτιάχνατε πράγματα;
Εμ, πώς! Φτιάχναμε πράγματα. Πλέκαμε κάλτσες για να στείλουμε, πουλόβερ, αυτά για τα παιδιά. Όλη τη νύχτα πλέκαμε.
Ήσουνα κι εσύ σ’ αυτό; Έπλεκες κι εσύ;
Εγώ, κι εγώ έπλεκα. Εγώ. Μας έφερναν νήματα, τέτοια, και τα πλέκαμε κι έστελναν στα παιδιά. Κάλτσες… Χειμώνας ήταν. Κρύο. Κι ο αδερφός μου τραυματίστηκε τότε.
Πού τραυματίστηκε;
Πίσω, εδώ. Στον πόλεμο. Τότε ήταν κληρ... κληρ... πώς το λεν; Κληρωτός, πώς το λένε. Τότε είχε πάει φαντάρος. Και τον πήραν κι αυτόν μες στον πόλεμο. Χωρίς να εξασκηθεί και να αυτώσει, αμέσως στον πόλεμο τον πήραν.
Και τα πήγαιναν αυτά μετά γυναίκες απ’ το χωριό, τα εφόδια, τα ρούχα; Πώς πήγαιναν προς το μέτωπο;
Πήγαιναν μέχρι το Κεράσοβο, που ήταν ο δρόμος. Αποκεί και πέρα είχε δρόμο δημόσιο. Μέχρι κει τα κουβαλούσαν. Αλλά κι ύστερα τα πήγαιναν και πιο πάνω. Και μέχρι τη Κόνιτσα έφτακαν, έφτασαν, φορτωμένες οι γυναίκες πολεμοφόδια. Και όσοι είχαν ζώα πάαιναν με τα ζώα. Όσοι είχαν… με τις πλάτες.
Εσύ πόσων χρονών ήσουνα τότε;
Τότε είχα βγει απ’ το σχολείο. Είχα... Στα 12 ήμαν, 13; 13 χρονών όταν έγινε ο πόλεμος.
Εδώ περνούσε στρατός; Φώναζαν;
Εε, στρατό γεμάτο, στρατό! Πολύ στρατό, πολύ… Ύστερα έφευγαν ο στρατός, ερχόταν οι [00:10:00]αντάρτες. Έφευγαν οι αντάρτες, έρχονταν ο στρατός εδώ. Πολέμησαν κιόλας μες στο χωριό μας.
Ναι;
Ναι.
Μάλιστα.
Πολέμησαν με τους αντάρτες, οι στρατιώτες με τους αντάρτες. Είχαν σκοτώσει και τότε αρκετά πρόσωπα.
Όταν πέρασε από δω ο Δαβάκης τραυματίας, θυμάσαι;
Δεν θυμάμαι εγώ. Πέρασαν πολλοί τραυματίες, είτε Δαβάκης είτε… Κουβαλούσαν ο κόσμος… Είχαν πάει, εννοώ, μέσα απ’ τα ξύλα, συνέχεια, αυτού, πάνω σ’ ένα δάσος, πυροβολούσαν, έριχναν και... κουβαλούσε. Οι αδερφές μου, αυτές οι δύο, οι μεγαλύτερες, κουβάλησαν πολύ τραυματία.
Θυμάσαι καμιά ιστορία που σου είπαν οι αδερφές;
Και να κλαιν αυτοί μέσα και να…
Τι σου ‘χαν πει οι αδερφές σου; Θυμάσαι κάποια ιστορία; Με τους τραυματίες;
Πω… Άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν, άλλοι «Πού με πάτε; Πού με κάνατε;». Φώναζαν οι καημένοι οι φαντάροι, τραυματισμένοι. Και τους κουβαλούσαν οι γυναίκες. Κι άντρες και γυναίκες κουβαλούσαν. Πολύ τραυματίοι. Πολύ.
Μάλιστα. Εντάξει.
Κι εδώ είχαμε νοσοκομεία. Κρατούσαν κι εδώ.
Πού ήταν το νοσοκομείο εδώ;
Εδώ ήταν το νοσοκομείο, απέναντι εδώ ένα σπίτι, στου Δημητράκα, και τ’ άλλο, [Δ.Α.] λέγονταν, είχαν νοσοκομεία. Και ήταν και ένα στον άλλον κάτω το μαχαλά, εκεί που... που ήταν η γιαγιά σου, εκεί, είχαν κι εκεί νοσοκομείο. Ήταν πολύ, πολύς στρατός, πολύς στρατός.
Ωραία, κυρία Χρυσούλα. Άρα, εσύ ρούχα περισσότερο, αυτό είχες.
Αλλά, οι αντάρτες μάς τα... μας τα ‘παιρναν.
Ναι, αυτό ήταν μετά.
Έρχονταν και μας τα ‘παιρναν. Φουρνίζαμε τα ψωμιά, τ’ αυτά… όλα, δεν άφηναν τίποτα. Μας τα ‘παιρναν. Ερχόνταν στα σπίτια και τα ‘παιρναν, ό,τι να ‘βρισκαν, κρεμμύδια, πατάτες, έτσι, όλα τα ‘παιρναν οι αντάρτες. Δεν είχαν να φαν, μας τα ‘παιρναν απ’ τα σπίτια.
Μάλιστα. Στον πόλεμο με τους Ιταλούς εσύ, δηλαδή, ρούχα, έτσι είχες βοηθήσει. Έραβες ρούχα.
Ρούχα βοηθήσαμε εμείς. Τότε ρούχα… Δεν μας πείραζαν.
Ντάξει.
Βοηθούσαμε τα… Πλέκαμε εκεί και βοηθούσαμε ρούχα. Στέλναμε, γιατί με τα χιόνια, με τ’ αυτά, βρέχονταν τα παιδιά. Και συνέχεια ό,τι είχαμε, ό,τι δεν είχαμε δίναμε, ό,τι ζητούσαν. Άμα είχαμε δηλαδή. Άμα δεν είχαμε, τι να δώσουμε;
Κι από το Σύλλογο τώρα εδώ πέρα σε τίμησαν πριν λίγα χρόνια. Έγινε μία εκδήλωση και σας τίμησαν τις γυναίκες.
Ναι.
Πώς ένιωσες εσύ για αυτό;
Καλά. Δεν ήθελα να πάω, αλλά ύστερα ήρθαν και με πήραν. Πήγα.
Χάρηκες που σε τιμήσανε, έτσι, και αναγνωρίστηκε…
Ε, καλά, ναι. Αλλά, κουραστήκαμε όμως πάρα πολύ. Αγωνιστήκαμε. Τώρα να πας απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ να δουλέψεις χωρίς τίποτα. Δεν μας πλέρωναν. Όλη την ημέρα δουλεύαμε. Καθαρίζαμε τους δρόμους, αυτά. Αλλά, ήσαν υποχρεωμένη να πας.
'Ντάξει, το κάνατε και για την πατρίδα.
Ε, ναι. Έπρεπε να βοηθήσουμε. Ήταν οι δρόμοι όλο με χώμα κι ήταν όλο λάσπες. Και δεν είναι αυτό, έκανε και χειμώνα πολύ και βροχές πολλές. Όχι όπως τώρα. Έκανε χειμώνα πολύ, πολύ χειμώνα.
Ευχαριστούμε, κυρία Χρυσούλα. Θες κάτι άλλο να πεις;
Τι να πω; Για την αγωνία, απού κουραζόμασταν πολύ. Αλλά έπρεπε να κουραστούμε. Άμα δεν βοηθούσαμε εμείς, πώς; Βοηθούσε όλος ο κόσμος, βοηθούσε. Και δεν αγανάκτησε κανένας, να πει: «Κουραστήκαμε, κάναμε». Δεν άκουσα κανέναν. Με ευχαρίστηση δούλευαν ο κόσμος, να βοηθήσουν τα παιδιά, γιατί όλοι, όλοι είχαμε από έναν φαντάρο.
Μάλιστα.
Ε;
Το δρόμο που τον έχεις εσύ;
Δούλεψα εγώ στο δρόμο.
Στο δρόμο μάς πλήρωσαν.
Πρώτα δούλεψε ένας για να φέρει την, να φέρει ξυλεία. Κουβαλούσαν αυτά τα ξύλα που είναι τα φώτα τώρα, τους στύλους. Αυτά τα κουβαλούσαμ’ όλα απάνω και δουλέψαμε στο δρόμο. Αλλά μας πλήρωναν. Λίγα, όμως, αλλά μας πλήρωναν. [00:15:00]Αλλά δεν μας άφηναν και να καθίσουμε. Να μην ήθελες να πας, δεν μπορούσες να μην πας. Έπρεπε να πας. Και ύστερα έφκιαξε ο στρατός του…. αυτόν που τον έδιωξαν μωρέ... πώς... Παπαδόπουλος;
Ναι.
Αυτός έφτιαξε ύστερα τους δρόμους καλά.
Έπεσε άσφαλτος, ναι.
Ναι. Αυτός έφτιαξε πολύ καλά τους δρόμους, αυτός.
Μάλιστα.
Έβαλε τα φώτα, έβαλε… Δεν είχαμε και φως. Φωτισμό δεν είχαμε. Αυτός μας τα ‘βαλε τα φώτα.
Το χωριό το αγαπάς εδώ;
Τ’ αγαπώ, αφού εδώ έζησα. Αλλά έζησα και πολλά χρόνια, 35 χρόνια έζησα στην Κοζάνη.
Μάλιστα. Ευχαριστούμε.
Ύστερα ξαναήρθα πάλι εδώ. Ήταν οι γονείς μου κι ήρθα πάλι εδώ. Εγώ δεν κάθομαν εδώ, κάθομαν εκεί που είναι η Βάια. Σ’ εκείνη τη γειτονιά είμαι, το πατρικό μου.
Μάλιστα. Κάτι άλλο, Βάγια, εσύ σκέφτεσαι να ρωτήσουμε;
Πού;
Το μονοπάτι που πήγαιναν το 1940.
Πού ήταν αυτό περίπου; Πού ήταν το μονοπάτι;
Το μονοπάτι στην Πίνδο είναι από κει που πηγαίνεις προς την Κόνιτσα.
Ναι.
Από κει είναι τα μονοπάτια αυτά.
Και ξεκινούσε απ’ το χωριό και πήγαινε προς τα πού; Απ’ τον Πεντάλοφο ξεκινούσε;
Απ’ τον Πεντάλοφο να πας όλα τα χωριά, όλα αυτά. Άλλοι περνούσαν απ’ τις Πρέσπες, άλλα περνούσαν από δω. Από δω, εδώ ήταν μηχανή το χωριό μας, εμείς. Ύστερα έκανε τους δρόμους και δεν σταματούσαν καθόλου. Δεν σταματούσαν. Πηγαινοέρχονταν εδώ.
Ντάξει.
Αλλά, οι αντάρτες έκαναν, καταστροφές έκαναν.
Αυτό ήταν μετά. Εμείς θέλαμε πιο πολύ με το αλβανικό μέτωπο να μας πεις, με τους Ιταλούς στον πόλεμο.
Με τους Ιταλούς φύγαμε.
Ναι.
Και πήγαμε στο δάσος και καθίσαμε, αλλά δεν έκαναν κακό οι Ιταλοί. Ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί, σκότωσαν...
Ντάξει.
Έκαψαν, έκαναν…
Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, φύγατε;
Φύγαμε. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, φύγαμε. Όταν ήταν οι Ιταλοί, δεν είχαμε φύγει. Είπαν: «Έρχονται οι Γερμανοί! Θα κάνουν καταστροφή. Θα κάψουν, θα κάνουν» και φύγαμε, πήγαμε στο δάσος. Όχι αυτό το απέναντι. Ακόμα πίσω πήγαμε εμείς απ’ το δάσος.
Οι Ιταλοί είχαν καλύτερη συμπεριφορά;
Οι Ιταλοί ήταν… δεν έκαμαν ζημιές οι Ιταλοί. Δεν πείραζαν. Οι Γερμανοί ήταν κακοί. Οι Γερμανοί ήταν κακοί άνθρωποι. Οι Ιταλοί ήταν φρόνιμα, ήσυχα. Και... άμα είχαν τα σπίτια, που ‘χαμε Ιταλούς εκεί πέρα, έλεγαν: «Mama, επιτρέπεται;» κάτι να ζητούσαν. Με σεβασμό, με… Πώς να σου πω; Ήταν πολύ καλά παιδιά οι Ιταλοί.
Τέσσερα άτομα.
Όχι δω. Πέρα.
Πέρα. Εδώ όχι.
Τι ήταν αυτοί; Τους θυμάσαι;
Ιταλοί, Ιταλοί. Βερνάρδος έλεγαν έναν. Δεν τα θυμάμαι τώρα τα αυτά. Και πάνε στην Ιταλία και μας έστειλαν γράμμα!
Και τι έλεγε το γράμμα;
Μας ευχαριστούσαν γιατί τα βοηθούσαμε, κανένα αυγό, κανένα αυτό… Τα λυπούμασταν τα παιδιά. Δεν τα καλοτάιζαν ύστερα και πεινούσαν. Κι έλεγαν :«Mama, επιτρέπεται; Να σου κάνω μια δουλειά;» για να φαν μια φέτα ψωμί, τα καημένα.
Και σας στείλαν γράμμα μετά;
Και μας έστειλαν γράμμα... να μας ευχαριστήσουν που τα βοηθούσαμε. Τα βοηθούσαν οι γονείς μας. Εμείς… Η μάνα μου ήταν πολύ καλή. Κι αυτή η οικογένεια που είναι η Βάια, πολύ καλοί άνθρωποι. Βοηθούσαν. Είχαν μαγαζί, μπακάλικο, και βοηθούσαν κι αυτοί. Ήταν πολύ καλή οικογένεια αυτοί.
Εσύ πότε παντρεύτηκες;
Εγώ το ‘60 παντρεύτηκα.
Κι ο άντρας σου ήταν απ’ την Κοζάνη;
Ναι, Κοζανίτης.
Και πώς γνωριστήκατε;
Στο δρόμο. Στα Τρίκαλα είχαμε πάει και γνωρίζονταν με κάτι ξαδέρφια μου εκεί στα Τρίκαλα. Αλλά τον γνώριζαν, επειδή πουλούσαν εδώ, έφερναν σταφύλια, έφερναν αυτά, πουλούσαν. Αλλά όχι να έχουμε γνωριμία εκεί τέτοια. Κι ύστερα εκεί στα Τρίκαλα που μ’ είδεν, κι όταν ήρθα εδώ στο χωριό ήρθε και με ζήτησε, ήρθε και με ζήτησε[00:20:00] μόνος του. Ήρθε και με ζήτησε να… Έστειλαν από δω, από εκεί που έμενε στο σπίτι και με ζήτηξαν και με πήρε.
Πήγες με χαρά εσύ; Τον ήθελες;
Καλά πήγα. Καλό παιδί ήταν. Αλλά δεν έζησε. Σκοτώθηκε. Τον σκότωσε ένας... Έφκιαναν τα έργα στην Πτολεμαΐδα, του αζώτου τότε κι αυτά, και τον πήρε σβάρνα και τον σκότωσε. Έβαζε νερό στ’ αυτοκίνητο και πήγε μέσα στο χωράφι, όχι στο δρόμο. Έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και τον πήρε και τον σκότωσε. Κι έμεινα χήρα από μικρή.
Δεν ξαναπαντρεύτηκες μετά;
Ε, ύστερα άργησα να ξαναπαντρευτώ. Έζησα κάνα δώδεκα, δεκαπέντε χρόνια και… Πέρασα καλά αυτά τα 15 τα χρόνια. Ήταν πάρα πολύ καλός κι αυτός. Αλλά είχα τυχερό να ζήσω καλά, αλλά… Ήταν πολύ καλοί άνθρωποι αυτοί που ‘χα πάρει. Κι η πεθερά μου και τ’ αδέρφια της κι αυτά ήταν όλα αγαπητά παιδιά. Αφού ακόμα έρχεται ο κουνιάδος μου και μου κουβαλάει απ’ όλα, σταφύλια, μήλα, τέτοια, ζαρζαβάτια. Έχουν μανάβικο. Μανάβικο έχουν. Κι ακόμα έρχονται.
Εντάξει, κυρία Χρυσούλα. Ευχαριστούμε.
Κι εγώ. Χάρηκα που σας είδα και να ‘στε πάντα καλά και αγαπητά παιδιά.
Ευχαριστούμε.
Η αγάπη είναι σήμερα στον κόσμο. Μόνον η αγάπη. Αυτή κυριαρχεί και η δύναμίν... και ζει ο άνθρωπος ευχάριστα. Να μην έχει μίσος ο άνθρωπος μέσα στην καρδιά του, να είναι αγαπητός.
Ευχαριστούμε.
.
Για πες μας πάλι…
Τραυματίοι δεν κουβάλησα, γιατί είχα τον πόνο στο χέρι. Αλλά πολεμοφοδικά, τέτοια κουβαλήσαμε. Μέχρι το Κεράσοβο τα πηγαίναμε, μέχρι το δρόμο που ήταν, μέχρι εκεί. Αλλά, δεν… Ήμασταν γερά παιδιά. Δεν ξέρω. Δεν καταλαβαίναμε κούραση καθόλου. Γέμιζε ο δρόμος απάνω με γυναίκες, παιδιά φορτωμένα.
Και πώς τα φορτωνόσασταν; Πού τα είχατε;
Μας... απάνω εδώ στην πλατεία τα φορτωνόμασταν, εδώ πάνω στην πλατεία. Τα ‘χαν μέσα σε αποθήκες μέσα και τα φορτωνόμασταν και… μας φόρτωναν και πηγαίναμε και γυρίζαμε. Και μας άρεζαν οι γαλέτες. Τρώγαμε όλο το δρόμο γαλέτες. Μας έδιναν πολλές γαλέτες.
Στην πλάτη πώς τα είχατε, πώς τα πηγαίνατε;
Στην πλάτη με την τριχιά φορτωμένοι. Τα βάζαμε κάτω με την τριχιά και φορτωμένες και δεμένη εδώ και περπατούσαμε.
Νύχτα περισσότερο ή και μέρα;
Μέρα, μέρα. Πηγαίναμε και γυρίζαμε. Πηγαίναμε το πρωί, το βράδυ γυρίζαμε, ως το βράδυ γυρίζαμε.
Δεν είχατε φόβο;
Φόβο, φοβούμασταν από τις σφαίρες που έριχναν. Φοβόμασταν, αλλά τι να κάναμε; Κι όμως, δεν τραυματίστηκε κανένας απού κουβαλούσαμε. Δεν τραυματίστηκε κανένας. Οι τραυματίοι τούς έφερναν από… απάνω έχουμε έναν Προφήτη Ηλία, πιο πέρα ακόμα εκατέβαιναν τα αεροπλάνα εκεί. Κατέβαιναν, έριχναν οι... οι Εγγλέζοι έριχναν τις λίρες. Προμηθεύονταν ο στρατός από κει.
Και ήταν πυρομαχικά; Τι ήταν αυτά που μεταφέρατε;
Πού ξέρω τι είχαν μέσα τα κιβώτια; Κιβώτια ήταν, τυλιγμένα και σφραγισμένα. Τα βάζαμε στις πλάτες και πηγαίναμε.
Ωραία. Νιώθεις ότι βοήθησες;
Ε;
Βοήθησες κι εσύ; Το αισθάνεσαι ότι βοήθησες κάπως κι εσύ;
Ε, βοήθησα κι εγώ, πώς. Αφού και τους δρόμους που καθαρίζαμε για τον αγώνα καθαρίζαμε, για τα παιδιά που περνούσαν με τα ζώα. Άλλοι περπατιώντας, άλλοι φορτωμένα. Για λυποσύνη ήτανε, τα παιδιά όλα φορτωμένα.
Ωραία. Ευχαριστούμε!
Κι εγώ ευχαριστώ και σας αγαπώ πάρα... Να είστε πάντα καλά.