«Café Chantant»: Ένας χώρος μουσικής και ελευθερίας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης
Segment 1
Βιογραφικά στοιχεία και παλιά επαγγέλματα
00:00:00 - 00:02:13
Partial Transcript
Καλησπέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας; Ονομάζομαι Ηλιάδης Συμεών. Είναι 8 Ιουνίου του 2022 και βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη με τον κύριο Σ…Και δεν μπορώ να δώσω ιδιότητα, ότι είμαι αυτός, ότι είμαι μουσικός, ότι είμαι διακοσμητής. Τελείως τα πάντα είναι εμπειρικά σε μένα. Αυτό.
Lead to transcriptSegment 2
Η απόφαση έναρξης της επιχείρησης, η εύρεση του χώρου και η σχέση του με τη μουσική
00:02:13 - 00:12:18
Partial Transcript
Αυτή τη στιγμή ποιο είναι το επάγγελμά σας; Αυτή τη στιγμή διατηρώ έναν χώρο, ένα μικρό καφέ, bistro -όπως θέλετε πέστε το- στην περιοχή τ…’ αρέσει. I love it. I love it!». Όλοι λέγαν τη λέξη: «Αγαπώ πολύ αυτό το πράγμα» και σιγά-σιγά αυτό το πράγμα γύρισε σε οικονομικό όφελος.
Lead to transcriptSegment 3
Η διακόσμηση, ο χαρακτήρας του μαγαζιού και η αγάπη του κόσμου
00:12:18 - 00:19:07
Partial Transcript
Εκεί κατευθείαν αντιλήφθηκα ότι ίσως θα πρέπει να δώσω μεγαλύτερη βάση και να κάνω τον εσωτερικό κόσμο μου σαν ξεκίνημα, να το βγάλω ακόμα π…με αγάπησαν και έρχονται από διάφορα μέρη. Και έτσι αγάπησα αυτόν τον χώρο και προσπαθώ να τον υπερασπίζομαι και να τον στηρίζω καθημερινά.
Lead to transcriptSegment 4
Η ονομασία του μαγαζιού και η μουσική σε αυτό
00:19:07 - 00:26:10
Partial Transcript
Γιατί το ονομάσατε «Café Chantant»; Αυτό ήταν ένα τελείως τυχαίο γεγονός. Έπρεπε να ανοίξω πολύ γρήγορα. Πιεζόμουνα, ήτανε λίγο μία περίοδ…ου μου, της μουσικής ή του ντεκόρ π.χ. Και περίοδο-περίοδο μεταλλάσσονται. Βάζω, προσθέτω κάτι, έτσι για να μην μένουμε και στάσιμοι. Αυτό.
Lead to transcriptSegment 5
Γνωριμίες και επαφή με τον κόσμο
00:26:10 - 00:28:48
Partial Transcript
Τι γνωριμίες κάνατε στο μαγαζί που σας συγκίνησαν; Αρκετές. Όχι όσο έχει να κάνει με ανθρώπους των γραμμάτων, έμποροι, επιτυχημένοι, πολιτ…χω κλείσει τον χώρο μου πολλές φορές από δύο-τρεις ας πούμε ανθρώπους, που θα τους πω βλάκες, εκείνη τη στιγμή είναι. Αυτό και τίποτε άλλο.
Lead to transcriptSegment 6
Η πρώτη μέρα και πού οφείλει την επιτυχία του μαγαζιού
00:28:48 - 00:36:29
Partial Transcript
Πώς ήταν η μέρα που το ανοίξατε; Φανταστείτε ένας ο όποιος πέφτει στα κύματα και πρέπει να σωθεί. Δεν ξέρει κολύμπι, αλλά πρέπει να σωθεί.…εγώ». Όχι! Κάνω τον εαυτό μου και αυτό βγαίνει. Αυτό ήταν για μένα επιτυχία. Δηλαδή, η δικιά μου τρέλα πέρασε έτσι στον κόσμο. Τίποτα άλλο.
Lead to transcriptSegment 7
Η σχέση του με τη μουσική
00:36:29 - 00:46:25
Partial Transcript
Πότε ξεκίνησε η δική σας επαφή με τη μουσική; Αυτό είναι από πολύ μικρός. Έτυχε να κάνω τρεις τυμπανοπλαστικές εγχειρήσεις στο εξωτερικό, … πιάνο, απλώς το πιάνο για μένα είναι ότι έχει την ευχέρεια να μου δώσει την πολυφωνία και ότι είναι σαν να παίζω δύο και τρία όργανα μαζί.
Lead to transcriptSegment 8
Πώς επιβίωσε στην υποβαθμισμένη περιοχή και η γενικότερη στάση ζωής του
00:46:25 - 00:56:33
Partial Transcript
Τελικά το βάλατε το πιάνο τότε στο μαγαζί; Όχι. Το πιάνο μπήκε για λίγες μέρες, ένα ηλεκτρικό που είχα, αλλά πλέον επειδή δεν υπήρχε, ήταν… ότι όλοι είναι… Λέμε: «Αυτός είναι τεμπέλης, δεν κάνει τίποτα». Κι όμως κάτι έχει, απλώς δεν βρήκε την ταυτότητα στον εσωτερικό του κόσμο.
Lead to transcriptSegment 9
Σκέψεις για τη ζωή και το μέλλον
00:56:33 - 01:09:20
Partial Transcript
Πως σκοπεύετε να συνεχίσετε; Είναι το μόνο που δεν θα μπορέσω να απαντήσω. Δεν ξέρω το αύριο. Δεν ξέρω αν θα ζω. Δεν υπάρχει σε μένα. Ζω τ…σική μένει. Το πνεύμα. Εκείνη την ώρα η έκσταση που τρώω και ξυπνάω και λέω: «Τον λατρεύω αυτόν τον άνθρωπο!». Σας ευχαριστώ πολύ. Κι εγώ!
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας;
Ονομάζομαι Ηλιάδης Συμεών.
Είναι 8 Ιουνίου του 2022 και βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη με τον κύριο Συμεών Ηλιάδη. Ονομάζομαι Ελπίδα Χριστάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε τη συνέντευξή μας. Κύριε Ηλιάδη, θα μπορούσατε να μου πείτε λίγα λόγια για τη ζωή σας;
Γεννήθηκα, μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη από γονείς, οι οποίοι έχουν ποντιακή καταγωγή. Κατάγονται απ’ το Δροσάτο Κιλκίς, ένα υπέροχο χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από το κέντρο του Κιλκίς. Και σε μικρή ηλικία γυρίσανε στη Θεσσαλονίκη με τον πατέρα μου, γνωρίστηκαν εκεί, και δημιούργησαν τρία υπέροχα άτομα. Είμαι δίδυμος και έχω και μία μεγαλύτερη αδερφή.
Με τι ασχολείστε;
Στο… Ασχολήθηκα με αρκετά πράγματα, εντελώς γιατί ερχόταν κάθε στιγμή, κάθε εποχή, κάθε χρόνο. Ήταν δικές μου επιλογές. Ασχολήθηκα και με μουσική, ασχολήθηκα και με διακόσμηση, με χειρωνακτικές εργασίες, έχω βάψει σπίτια, έχω ασχοληθεί λίγο με το ξύλο. Διάφορα, έχω κουβαλήσει πατάτες και κρέατα στο Μοδιάνο, έχω εργαστεί στου πατέρα μου το κατάστημα, που διατηρούσε στο κέντρο στη Θεσσαλονίκης. Αρκετά. Οι μνήμες μου… Αυτή τη στιγμή μπορώ να μην θυμάμαι και πόσες εργασίες έχω κάνει. Πάντα βιοποριστικές, ποτέ με το πείσμα του επαγγελματία. Άλλαζα ανά πάσα στιγμή. Μπορούσα να κάνω δύο και τρεις φορές ένα επάγγελμα ταυτόχρονα με κάτι άλλο. Και δεν μπορώ να δώσω ιδιότητα, ότι είμαι αυτός, ότι είμαι μουσικός, ότι είμαι διακοσμητής. Τελείως τα πάντα είναι εμπειρικά σε μένα. Αυτό.
Segment 2
Η απόφαση έναρξης της επιχείρησης, η εύρεση του χώρου και η σχέση του με τη μουσική
00:02:13 - 00:12:18
Αυτή τη στιγμή ποιο είναι το επάγγελμά σας;
Αυτή τη στιγμή διατηρώ έναν χώρο, ένα μικρό καφέ, bistro -όπως θέλετε πέστε το- στην περιοχή της Πλατείας Δημοκρατίας, το οποίο ονομάζεται «Chantant» που σημαίνει στα γαλλικά -είναι γαλλική λέξη- το οποίο σημαίνει καφέ με ωδή, με τραγούδι, με μουσική. Και το έχω, το διατηρώ εδώ και δώδεκα χρόνια. Ξεκινώντας ένα ωράριο που το άνοιγα απ’ το πρωί, γιατί πριν δώδεκα χρόνια υπήρχαν κάποια καταστήματα δίπλα και απ’ τον προκάτοχο που το είχα πάρει, μου τους είχε συστήσει και το πρωί τους πήγαινα καφέδες. Στην πορεία, όμως, μετά από τρία-τέσσερα χρόνια, ερχόμενη η κρίση κλείσαν αυτοί οι χώροι και αναγκαστικά δεν μπορούσα να πηγαίνω το πρωί. Ήταν πάρα πολλές οι ώρες και κουραζόμουνα. Δεν μπορούσα μετά να ανταπεξέλθω το βράδυ και δεν άνοιγα τον χώρο μου τα πρωινά και ξεκινούσα το απόγευμα, περίπου 17:00 με 18:00 η ώρα και το διατηρώ μέχρι στις 02:00 τη νύχτα. Φυσικά, αυτό δεν είναι ποτέ σταθερό ωράριο. Μπορεί να πάει και 03:00 και 03:30. Όταν μία παρέα μου αρέσει, καθόμαστε να συζητήσει, να μας πάρει μία συζήτηση ή ακόμα και μουσική. Αλλά κυρίως διατηρώ τον χώρο μου από τις 17:00 το απόγευμα μέχρι στις 02:00 το βράδυ.
Και πώς αποφασίσατε να ανοίξετε αυτό το καφέ;
Συγκυρίες της ζωής καθαρά οικονομικοί μες στην κρίση. Η ιδιότητά μου να παίζω σαν μουσικός, αυτό, ήρθε σε κόρεση λόγω της κρίσης. Χτυπήθηκαν αυτά τα επαγγέλματα, διότι κάποια εστιατόρια, κάποια πιάνο-μπαρ άρχισαν να κλείνουνε και δεν υπήρχε μία σταθερότητα, το απλό μεροκάματο, με αποτέλεσμα δεν έφταναν οικονομικά και ότι έπρεπε να επιλέξω να κάνω κάτι άλλο. Εξ ου και τα τόσα διάφορα επαγγέλματα -σε εισαγωγικά- που έκανα όλη αυτή την περίοδο. Μέχρι που έφτασα σε ένα σημείο να πω ότι: «Επειδή είσαι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν δέχεσαι να έχεις από πάνω σου κάποιον να σε διατάζει», ήθελα να γίνω και αφεντικό και εργάτης μόνος μου. Και επέλεξα να κάνω αυτόν τον μικρό χώρο, που να μπορώ να είμαι και αφεντικό αλλά και εργάτης. Και αυτός ήταν ο λόγος που ξεκίνησα να κάνω αυτό και πιστεύω ότι με έφερε μια γαλήνη και μια ανεξαρτησία πλέον, να μην έχω το άγχος. Δεν ζητάω να κάνω περιουσία, αλλά μόνο που βρήκα την ηρεμία μου, ότι: «Σήμερα ανοίγω και σήμερα κλείνω εγώ. Ό,τι ώρα θέλω ανοίγω, ό,τι ώρα…». Να μπορώ να μην δεχτώ αυτό το ωράριο το κατεστημένο ενός ωραρίου. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ στη δική μου ψυχολογία και στα άγχη που επικόμισα μετά τον στρατό ας το πούμε. Μία περίοδος η οποία και οικογενειακοί λόγοι οι οποίοι έχασα μητέρα, πατέρα, με φέραν σε μία κατάσταση να μην έχω από πίσω ένα βοήθημα και δημιούργησα αυτόν τον χώρο για βιοποριστικούς, ίσα-ίσα για να βγάζω τα προς το ζην και να μπορώ να ‘χω την ελευθερία κινήσεων να απολαύσω κι άλλα πράγματα μόνος, να πάω σε ένα θέατρο, να μπορώ να πάω στην αγορά να δω έναν φίλο μου, ένα ταξίδι π.χ. Αυτός ο χώρος κατόρθωσα να επιτύχω εν μέρει αυτό τον σκοπό μου. Και απολαμβάνω αυτή τη στιγμή λίγα ταξίδια, γνωριμίες φανταστικές, γιατί ήρθαν στον χώρο μου και ειλικρινά συγκινήθηκα από ανθρώπους οι οποίοι πέρασαν. Πήρα, πιστεύω ότι έδωσα, γιατί φεύγοντας όλοι μου λένε: «Ευχαριστώ» είτε για τη μουσική είτε για ένα πιατάκι με λίγα μπινελίκια, που λέμε ας πούμε στη λαϊκή. Αυτές οι γεύσεις, τέλος πάντων, των επαφών με αυτούς ανθρώπους μ’ έδωσε δύναμη και με δίνει καθημερινά δύναμη να διατηρήσω, όσο μπορώ, τον χώρο αυτόν. Και είμαι πιστεύω αρκετά ευτυχισμένος.
Πώς βρήκατε τον συγκεκριμένο χώρο;
Εντελώς τυχαία. Βρέθηκα με μία σχέση που είχα εκείνη την περίοδο του 2005. Είχε νοικιάσει η πρώην κοπέλα μου έναν χώρο να μένει, γιατί είχε κατέβει κι αυτή από ένα μέρος, λόγω των σπουδών της, με την ιδιότητα να εργαστεί στη Θεσσαλονίκη. Γνωριστήκαμε και γενικά σε αυτόν τον χώρο και αναγκαστικά μείναμε εκεί κάποια περίοδο περίπου ενός έτους. Εκείνη την ώρα, ο χώρος αυτός βρισκόταν δίπλα, σχεδόν δεκαπέντε μέτρα από αυτό την πολυκατοικία, τέλος πάντων, το σπίτι που μέναμε. Αυτό που με συγκίνησε ήταν τα μπλε σιέλ τραπέζια τραπέζια και λέω: «Αν είναι δυνατόν! Αυτά συνήθως τα βλέπεις στην παραλία και, έτσι, στα νησιά». Και λέω: «Γιατί; Η παραλία -λέω- Σίμο δεν είναι μακριά. Μπράβο του!». Αλλά δεν είχε το στοιχείο του πράσινου. Ήταν όλο ένα σιέλ. Ρωτώντας το χρώμα πώς το επέλεξε, είπε καθαρά πολιτικά. Αντιλήφθηκα περί τίνος πρόκειται και δεν έδωσα περαιτέρω συζήτηση. Είχε ένα υπέροχο δέντρο, τεράστιο, το οποίο τότε δεν γνώριζα και τι είναι και κάποιος μου είπε ότι είναι καναδικός πλάτανος. Και επειδή το δέντρο αυτό, το πλατάνι, είναι αγαπημένο δέντρο, συνδύασα και έπινα το πρωί, πριν πάω στη δουλειά μου, που εκείνη την περίοδο ήμουνα κούριερ σε μία εταιρεία. Μου άρεσε σαν στέκι, έπινα καφέ και όταν σχολούσα, ενώ δεν είχε φαγητό, παίρνοντας μία κονσέρβα ή πετιόταν μέχρι το σπίτι του ο κύριος και ό,τι μαγείρευε η σύζυγός του μου έφερνε για μεζέ. Και σιγά-σιγά έπαιρνα δύο φίλους έτσι και το κάναμε στεκάκι. Πίναμε τις μπύρες μας, το τσιπουράκι μας και δέθηκα με αυτόν τον χώρο οπτικά και άρχισαν να με βγαίνουνε όσο το έβλεπα, μου ερχόντουσαν διάφορες μνήμες από ταινίες που έχω δει και από ταξίδια. Και κάποια στιγμή ερωτώμενος, ερωτώντας τον κύριο αυτόν: «Τώρα είστε σε μία ηλικία και μου είπατε ότι θα βγείτε στη σύνταξη. Αυτός ο χώρος ποιανού είναι; Το νοικιάζετε ή είναι ιδιόκτητος;». Μου λέει: «Όχι, το νοικιάζω απ’ τον κύριο τάδε». Και λέω: «Μπορείτε να του πείτε να γνωριστούμε γιατί μου αρέσει αυτός ο χώρος και θέλω να τον νοικιάσω, για να μην πηγαίνω στην Πολίχνη -λέω- όπου μένω μόνιμα. Και να μπορώ να βάλω ένα πιανάκι, ένα όργανο μέσα. Και να μπορώ να παρκάρω [00:10:00]το μηχανάκι μου όταν είμαι στην πόλη. Και όταν βγαίνω και πίνω ένα ποτό τέλος πάντων, να μην οδηγάω και πηγαίνω στην Πολίχνη. Να πηγαίνω εκεί. Να ‘χω το ησυχαστήριό μου και να είμαι κοντά στο κέντρο». Μου είπε ότι: «Αυτό δεν γίνεται. Μπορείς να το νοικιάσεις. Μου αρέσεις σαν άνθρωπος και θα ήθελα να το πάρεις εσύ, αλλά αυτό πρέπει να γίνει μεταβίβαση αδείας, γιατί αν καταθέσει τα χαρτιά και ακυρώσει την άδεια, δεν μπορεί να ανοίξει ο ίδιος χώρος λόγω τετραγωνικών μέτρων ο χώρος σαν καφέ». Μπήκα στη διαδικασία έστω και έτσι. Κράτησα, έβγαλα Α.Φ.Μ., ταμειακή μηχανή, και κάθισα και το ξεκίνησα, αλλά με ιδέα ότι δεν με ενδιαφέρει να έρχεται κόσμος, μόνο οι φίλοι μου, μουσική να μαζευόμαστε εκεί. Δεύτερη, τρίτη μέρα ξεκινώντας με αυτό το έργο, τέλος πάντων, το οποίο για μένα ήτανε βάσανο, γιατί δεν… Το είχα κάνει στο παρελθόν με τον… Στου πατέρα μου το κατάστημα. Δεν ήθελα να εμπλακώ ούτε με το φαγητό ούτε με τέτοια. Με ενδιέφερε η μουσική εκείνη την περίοδο. Σιγά-σιγά, όμως, ο τρόπος ο οποίος χειριζόμουνα την ιδιωτική μου ζωή, είδα ότι αρέσει σε ανθρώπους. Και λέω: «Τι γίνεται εδώ; Κάτι γίνεται εδώ». Και έβλεπα ανθρώπους που ερχόντουσαν από διαφορετικά μέρη και δεν ήταν από την περιοχή αυτήν, του κέντρου, του Βαρδαρίου, ας πούμε, Πλατεία Δημοκρατίας. Και λέω: «Κάτι γίνεται». Το τι γίνεται; Ήταν οι μουσικές που άκουγαν, που άκουγα εγώ όλη μέρα, και ότι ενώ περνούσαν και άκουγαν, σταματούσανε διάφοροι ξένοι, τουρίστες, άσχετοι, περπατητές που βρίσκονται σε αυτή την περιοχή. Στο κάλεσμα: «Μπορούμε να καθίσουμε σε αυτόν τον χώρο;» γιατί είχα στην αρχή τρία τραπεζάκια με δέκα καρεκλίτσες. «Και δεν κάθεστε;». Δεν υπήρχε. Και λέει: «Τι χώρος είναι αυτός ξέρω ‘γω;». Και εξεπλάγην με τις διάφορες ερωτήσεις που κάνανε: «Δεν έχουμε ξαναδεί τέτοιο». Ή κάποιος έλεγε: «Είχα δει στη Montmartre στη Γαλλία ή στην Αυστρία αντίστοιχα και μ’ αρέσει. I love it. I love it!». Όλοι λέγαν τη λέξη: «Αγαπώ πολύ αυτό το πράγμα» και σιγά-σιγά αυτό το πράγμα γύρισε σε οικονομικό όφελος.
Εκεί κατευθείαν αντιλήφθηκα ότι ίσως θα πρέπει να δώσω μεγαλύτερη βάση και να κάνω τον εσωτερικό κόσμο μου σαν ξεκίνημα, να το βγάλω ακόμα πιο γρήγορα έξω. Και άρχισα πλέον να μαζεύω διάφορα μικροέπιπλα είτε πεταμένα είτε απ’ τον χώρο μου παρατημένα, να μπορώ να τα βάζω σε μία σειρά και να τα κολλάω, τέλος πάντων έτσι, στο κατάλληλο για μένα, προσωπικά, μέρος. Αυτά όλα τα αντικείμενα τα μικρά, που είναι σαν να παίζει ένα παιδάκι, που κάνει ένα παζλ να τα βάζει, αυτό άρεσε. Χωρίς να έχω την ιδιότητα του διακοσμητή επαγγελματικά, σπουδαγμένα, έτσι φυσικό από μικρό παιδί. Ίσως είχα κάτι, έτσι, μια λίγο ταλέντο. Αυτό όλα έδωσε μία ζεστασιά. Πέρασε έξω αυτή η ζεστασιά, γιατί δεν το έκανα για τον κόσμο, το έκανα για μένα. Έβγαλα τον εσωτερικό μου κόσμο. Ήταν το ησυχαστήριό μου. Αυτό άρεσε όμως και στον κόσμο πάρα πολύ και πλέον άρχισε να γίνεται στέκι. Και λέω: «Αυτό είναι Σίμο! Όπως εσύ ο ίδιος πηγαίνεις σε έναν χώρο και σ’ αρέσει και το κάνεις στέκι και θέλεις να βρίσκεσαι με τους φίλους, τους συμμαθητές σου, και να περνάς καλά, τι είναι; Είναι ένας χώρος και αν μη τι άλλο δεύτερο και κυριότερο, ο άνθρωπος που διαχειρίζεται αυτόν τον χώρο». Όταν είδα αυτή την αγάπη και μόνο την αγάπη, δεν με ενδιέφερε το αν ήτανε σωστά τοποθετημένο εκείνο. Το έβαλα γιατί ήταν προσωπική μου επιλογή. Αυτή η μέθη, αυτή η τρέλα -ας το πω έτσι- ένα, ας πούμε ένα ακανόνιστο -πώς να το πω;- για μένα κάτι το οποίο ήτανε τελείως παιχνίδι μέσα μου. Δεν είχε αυτοσκοπό. Δεν ήθελα να μοιάζει το μαγαζί μου σαν όλα τα άλλα που μπαίνουν διακοσμητές, τα κάνουνε έτσι γιατί αυτό τρέχει σήμερα, αυτή την εποχή, η αμερικανιά π.χ. ή το έτσι ή το άλλο, η μόδα. Ήθελα να πάω στο παρελθόν και στο παρόν. Το παρόν είναι η τρέχουσα μουσική βιομηχανία που τρέχει. Το παλιό είναι το ότι αυτός ο χώρος είναι στην Ελλάδα και αν μη τι άλλο είναι, έχει ελληνική ταυτότητα και ήθελα να διασώσω αυτόν τον χώρο, διότι είδα και λυπόμουνα όταν έβλεπα ένα παλιό νεοκλασικό κτίριο να κατεδαφίζεται για χάρη του χρήματος. Και εγώ διατήρησα αυτόν τον χώρο, την πρόσοψή του, τα κουφώματα που έχει και δεν έβαλα κάτι καινούργιο, παρά μόνο καθάρισα, έβαψα και έφερα αυτό το στυλ. Να υπάρξει και να μείνει η παράδοση. Και ίσως ήτανε και λίγο η επιτυχία που φέρνει αυτό που λέμε τη ζεστασιά και όσοι περάσανε και περνάνε μου λένε το ίδιο πράγμα. Χωρίς να υπάρχει αυτοσκοπός. Ήταν ο εσωτερικός μου κόσμος και έκανα τον δικό μου κόσμο. Δεν είδα τίποτα πέρα από την αρχιτεκτονική, τη διακόσμηση της εποχής πώς τρέχει. Σιγά-σιγά ήρθανε άνθρωποι και πήραν αυτή την ιδέα και δημιουργήσαν παράλληλα άλλους, μεγαλύτερους χώρους με αυτό το στυλ. Και αυτό πάρα πολύ μου άρεσε, γιατί πήρανε σύγχρονα μεν πλακάκια, που είναι της εποχής του ’20, του ’30, και δημιούργησαν πάρα πολλοί χώροι. Στα Λαδάδικα και, και, και… Δεν θέλω να ονομάσω. Όλο αυτό μου έκανε, μου έδωσε τόσο χαρά, γιατί λέω: «Ωπ δες! Ότι εν αρχή -λέει- είναι αυτός που ξεκινάει κάτι». Και απ’ τη στιγμή που πριν λίγα χρόνια βλέπω μόνο σύγχρονα μαγαζιά με γυψοσανίδες, με, με, με κουφώματα, αλουμίνια και ξέρω ‘γω μεγαλεία, αμερικανιές, τεράστιους πολυέλαιους. «Α, ακριβό πολυέλαιο έβαλε!» και ξέρω ‘γω και ούτε ήτανε ότι είναι κάτι. Αλλά δεν είχε τη ζεστασιά. Δεν υπάρχει. Ωραία πράγματα, ακριβά πράγματα, ωραία διακοσμημένοι χώροι. Αλλά όταν μπαίνεις μέσα, δεν μπορεί να καθίσεις παραπάνω. Γιατί νομίζω ότι το δίνουν σε κάποιους διακοσμητές και δεν βάζουν το εγώ τους. Με αποτέλεσμα όλα όσοι έχουνε περάσει και πήρανε ρωτώντας με: «Από πού είναι αυτές οι καρέκλες; Μου αρέσουν. Από πού τις πήρες;». «Αδερφέ τις πήρα από εκεί». Ήμουν δοτικός. Δεν κρατάω τίποτα μυστικό στον χώρο μου. «Τι μουσική είναι αυτό που ακούμε αυτή τη στιγμή;», «Τώρα είναι αυτό, αυτό και αυτό». Καθημερινά ήδη τώρα με αυτές τις εφαρμογές, τέλος πάντων, που υπάρχουνε, που πρέπει να κατεβάζουμε τις μουσικές σε ένα χώρο. Παίρνουμε τον ήχο και μας λέει ποια είναι. Και τους λέω: «Παιδιά, μην κουράζεστε. Δεν χρειάζεται». Έχει γίνει εδώ και δύο χρόνια καθημερινά πάρα πολλοί άνθρωποι αυτά που βάζω τα κατεβάζουν με αυτήν την εφαρμογή. Είναι δοτικός: «Ελάτε. Μπείτε. Πάρτε τη μουσική». Και πολλές φορές μπορεί να μην τα βρούνε κιόλας. Όλο αυτό το παιχνίδι με άνοιξε τα φτερά. Αγαπήθηκα και αγάπησα κόσμο. Και ακόμα, αν με αξιώσει ο Θεός να έχω την υγεία μου και να διατηρώ τον χώρο. Γι’ αυτό έφτασα σε αυτό το ωράριο. Δεν είναι πάντα σταθερό. Ένα 60%, 17:00 η ώρα με 02:00 μένει, ανάλογα καιρικές συνθήκες γιατί είμαι μέσα σε ένα πάρκο και η κούραση, διότι το δουλεύω μόνος μου. Με αποτέλεσμα μπορεί να είμαι κουρασμένος από την προηγούμενη μέρα, γιατί είχε λίγο παραπάνω δουλειά, μπορεί να ανοίξω στις 17:30, στις 18:00. Αυτό στην πορεία, ενώ λογοκρίθηκα και χλευάσανε ας πούμε το σύστημα αυτό, αλλά στην πορεία κατάλαβαν ποιος είναι ο Σίμος, με αγάπησαν και έρχονται από διάφορα μέρη. Και έτσι αγάπησα αυτόν τον χώρο και προσπαθώ να τον υπερασπίζομαι και να τον στηρίζω καθημερινά.
Γιατί το ονομάσατε «Café Chantant»;
Αυτό ήταν ένα τελείως τυχαίο γεγονός. Έπρεπε να ανοίξω πολύ γρήγορα. Πιεζόμουνα, ήτανε λίγο μία περίοδος οικονομικής μου κατάρρευσης. Με ένα μικρό ποσό έπρεπε να τελειώσω αυτόν τον χώρο. Βιαζόμουνα να βρω ένα όνομα. Έπρεπε να βάλω και να μην βάλω «Καφενείο», «Κυλικείο ο Σίμος», όπως βλέπω «Ο Παύλος», «Ο Γιώργος», δεν ήθελα να μπω. Και έχοντας την ιδιότητα, γιατί μ’ αρέσει πάρα πολύ η μουσική, ήθελα να έχει κάτι που να έχει σχέση με μουσική. Το «Καφωδείο» υπήρχε ήδη σαν λέξη, «Καφωδείο» έτσι. Και λέω: «Γιατί να μην γίνω;». [00:20:00]Ζούμε σε έναν πλανήτη. Δεν υπάρχει μόνον Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν είναι μόνον ο πλανήτης. Δεν έχω ρατσισμό. Έχω ταξιδέψει. Αγάπησα τους πάντες. Απλώς σαν τέχνη νομίζω η Γαλλία, βλέποντας πάρα πολύ κινηματογράφο, ότι μου άρεσε. Είναι μια χώρα που παράγει τέχνη. Και ανοίγοντας του Μπαμπινιώτη το λεξικό στα ξένα -αγγλικό μάλλον στην αρχή- πέφτω στη λέξη «Chantant». Παίρνω τη μετάφραση απ’ τα γαλλικά και λέει «Chantant». Θυμάμαι το chant, το τραγούδι. Και λέει, η ερμηνεία του: «Καφέ με μουσική». Πιο απλά δεν μπορώ να το αναλύσω. Είναι το αντίστοιχο στην ελληνική «Καφωδείο», καφέ με…Αλλά η ουσία ήτανε ότι διαβάζοντας το τι ρόλο έπαιζε και πώς βγήκε και ξεκίνησε η λέξη «Chantant» εκεί πλέον συγκινήθηκα πάρα πολύ, γιατί εκείνο τον καιρό διαβάζοντας τις λέξεις, μου ήρθε η μνήμη μιας γαλλικής ταινίας που είχε, πολιτικό-πολιτισμικό ρόλο έπαιξε η ταινία. Ήταν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι κυνηγημένοι για το καθεστώς, λόγω των πολιτικών φρονημάτων. Άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, πολύ διάσημοι οι οποίοι μας έχουνε δώσει, χαρίσει βιβλία που διδάσκονται αυτή τη στιγμή και σε Πανεπιστήμια και οτιδήποτε, σ’ όλους τους κλάδους, μπόρεσαν και διαφεύγανε σε αυτούς τους χώρους και τους κρύβανε οι ίδιοι. Και μπορούσαν να παρουσιάζουν όταν οι διωκόμενοι κυνηγημένοι τα έργα τους και να μπορούνε να τα παρουσιάζουνε μέσα στα καφέ chantants κρυμμένοι, κυνηγημένοι. Η ιδιότητα πάλι είναι ότι όποιος ήταν παράφωνος μπορεί να ήταν θαμώνας, αλλά αν μη τι άλλο έπρεπε να σιωπάσει για να μπορέσουν οι αοιδοί, οι πραγματικοί καλόφωνοι, να μπορούνε να τραγουδήσουνε. Δηλαδή, με λίγα λόγια, η σέβαση του χώρου. Δεν δημιουργήθηκαν μόνο και μόνο για να βγάζουν λεφτά, να πουλάνε τις μπύρες, τα ξέρω ‘γω τα προϊόντα. Έπαιξαν ρόλο καθαρά πολιτισμικό, πολιτιστκό ρόλο. Αυτό με συγκίνησε και λέω: «Αυτή είναι η λέξη!». Δεν θέλω ούτε να βάλω «Σίμος», να με ξέρουν με το όνομα Σίμος. Τίποτα. Με μάθανε πολύ μετά, το όνομά μου. Και έτσι επέλεξα αυτήν τη λέξη και νομίζω… Και τη στιγμή που το γράφω, κάποιος μου λέει: «Ρε συ, Cafe Chantant υπάρχει -λέει- και στη Ρόδο». Λέω: «Όχι ρε, αν είναι δυνατόν! -Λέω- Σίμο γιατί;». Ήθελα να πρωτοτυπήσω. Αλλά λέω: «Δεν πειράζει, -λέω- υπάρχει αυτός ο χώρος;». Μπαίνω, ήταν λειτουργία, αλλά ήταν τελείως διαφορετικό πράγματος. Το μοναδικό ήτανε στο Βόλο, το οποίο είχα επισκεφθεί πολύ μικρός, στα δεκαέξι μου, γιατί πήγαινα στις κατασκηνώσεις της Χ.Α.Ν.Θ. στο Πήλιο. Αλλά δεν θυμόμουνα να το γράφει στα γαλλικά «Café Chantant» και παρερμήνευσα. Και τελικά, είχε την επωνυμία, ήταν το πρώτο κατάστημα -ή δεύτερο-, δεν ξέρω κατά πόσο ήταν της Ρόδου, το οποίο ήτανε μπαρ, κλαμπ. Αλλά και αυτό ο χώρος έφτιαχνε live και πραγματικά αυτός ο χώρος. Αλλά είχε κλείσει και ήταν το επίτευγμα που κράτησα την επωνυμία αυτή. Σε άλλη φάση ίσως να έβρισκα μία άλλη, αν υπήρχε αυτός ο χώρος ακόμα σε λειτουργία. Και έτσι έμεινε το «Chantant» και πιστεύω ότι είμαι ο τρίτος στην Ελλάδα που συνεχίζω αυτήν την ονομασία, «Chantant».
Και τι μουσική βάζετε στο μαγαζί;
Μουσική… Σχεδόν τα πάντα μπορώ να πω, από όλα τα είδη. Από ελληνικό, παραδοσιακό, έντεχνο. Όχι τόσο πλέον αυτό το διάστημα. Τα πετάω ξέρω ‘γω έτσι, σαν τσόντες, ethnic, τζαζ, κλασική. Τα πάντα από μουσική. Και ίσως είναι και η αιτία που με έχουν αγαπήσει πάρα πολλοί διαφορετικών -πώς να σ’ το πω;- μουσικής επιλογής του κάθε ένα. Δηλαδή, ήρθαν άνθρωποι που ακούνε ας πούμε π.χ. σε εισαγωγικά Καζαντζίδη: «Βρε βάλε έναν Καζαντζίδη! Τι είναι αυτά που με βάζεις τώρα; Όπερα!». Και όμως, αυτοί οι άνθρωποι έχουν σιωπάσει. Κάθονται, έρχονται καθημερινά, έχουν γίνει θαμώνες μου και με λένε: «Σε ευχαριστούμε Σίμο που σε γνωρίσαμε και που επέμενες τότε για να… Και σου ζητούμε ένα συγνώμη όταν παραφερθήκαμε, γιατί ήπιαμε ένα ποτηράκι και σου είπαμε “βγάλε αυτές τις αηδίες, βάλε τώρα διασκεδάζουμε, τώρα πίνουμε τσίπουρο ακούγοντας με την τάδε υψίφωνο”». Αυτό ήταν η μαγεία για μένα και τίποτα άλλο, ότι δεν παρέκκλινα πέρα από τον εαυτό μου. Αυτά που θέλω, αυτά δίνω. Όσοι πιστοί προσέλθετε. Δεν χαρίστηκα σε κανέναν ούτε για το ωράριο λειτουργίας μου ούτε για τις επιλογές του χώρου μου, της μουσικής ή του ντεκόρ π.χ. Και περίοδο-περίοδο μεταλλάσσονται. Βάζω, προσθέτω κάτι, έτσι για να μην μένουμε και στάσιμοι. Αυτό.
Τι γνωριμίες κάνατε στο μαγαζί που σας συγκίνησαν;
Αρκετές. Όχι όσο έχει να κάνει με ανθρώπους των γραμμάτων, έμποροι, επιτυχημένοι, πολιτικοί, γιατροί, δικηγόροι. Όλα! Για μένα δεν είναι η ιδιότητα, το αν είναι πλούσιος ή είναι κάποιος επώνυμος. Έχω συγκινηθεί με ανθρώπους οι οποίοι έπρεπε αυτοί να είναι επώνυμοι, αλλά έχουν μία στάση απλώς να γράφουνε. Και όσοι θελήσουνε να συζητήσουνε, είναι ανοιχτοί. Και ειλικρινά, έχω συγκινηθεί με κάποιους που γρήγορα έβγαλαν μία απόφαση οπτικά πρώτα, ότι: «Αμάν τώρα τι είναι αυτός εδώ που μου ήρθε έτσι; Τον πέρασα για σουρωμενάκια, για ρακοσυλλέκτη». Και λέω: «Σίμο μπάστα! Δεν γίνεται, περίμενε πρώτα. Μην ορμάς». Με συγκίνησε ειλικρινά, πάρα πολύ ειλικρινά. Και εκεί έμαθα ό,τι βλέπω ή ό,τι πιάνω δεν είναι χρυσός, ότι πρέπει να μην βιάζομαι και να δέχομαι τον άνθρωπο όπως είναι είτε απ’ το ντύσιμό του είτε… Και στον χώρο μου θα ‘ρθεί και ο χτίστης, γιατί μόλις σχόλασε. Θα ‘ρθεί και ο κουστουμαρισμένος, ο ένας, ο άλλος και ξέρω ‘γω. Και έτσι δημιουργήθηκε ο χώρος μου πολιτισμικός. Αλλά πήρα ειλικρινά από αυτούς. Δεν χαρίστηκα σε κάποιον ο οποίος μου αφήνει πολλά χρήματα. Σε κανένανε! Ακόμα σε κάτι παράλογο γιατί έχει πιει λίγο παραπάνω και αρχίζει να λέει βλακείες και να ενοχλεί τον… Εγώ θα βγω έξω, θα του πω: «Σε παρακαλώ. Σας τα κερνάει το “Καφέ Chantant”, μπορείτε να αποχωρίσετε» γιατί ήθελα να δημιουργήσω ένα κλίμα όμορφο, για να είμαι εγώ πολύ καλά, γιατί σερβίρω. Είμαι και αφεντικό, αλλά είμαι και σερβιτόρος. Αν μη τι άλλο, αν δεν έχω την ηρεμία μου, αν έγινε ένα τέτοιο περιστατικό, πώς εγώ θα κρατήσω να ‘χω την ψυχολογία να σερβίρω, να κάνω; Γιατί πάρα πολλές φορές έχω κλείσει εκείνη την ώρα, έχω μαζέψει τα τραπέζια, έχω διώξει τον κόσμο στα ξαφνικά και έχουν μείνει, έχουν εξεπλάγει όλοι. Και λέω καθόλου λέω γιατί αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να το διαχειριστώ αυτό το πράγμα. Και έχω κλείσει τον χώρο μου πολλές φορές από δύο-τρεις ας πούμε ανθρώπους, που θα τους πω βλάκες, εκείνη τη στιγμή είναι. Αυτό και τίποτε άλλο.
Πώς ήταν η μέρα που το ανοίξατε;
Φανταστείτε ένας ο όποιος πέφτει στα κύματα και πρέπει να σωθεί. Δεν ξέρει κολύμπι, αλλά πρέπει να σωθεί. Ένα θαύμα; Δεν ξέρω, νομίζω ότι ήτανε η υπομονή που έκανα και ότι δεν με πήρε κάτω. Ψηλά το κεφάλι Σίμο! Ψηλά το κεφάλι! Τίποτα, ό,τι κι αν γίνει. Ακόμα και αν είναι αποτυχία. Δηλαδή, δεν άνοιξα κάτι για να κάνω επιτυχία. Έκανα κάτι για να φτιάξω τον εαυτό μου, να έχω ηρεμία εκείνη την περίοδο. Για το προς το ζην ήμουν σίγουρος ότι θα το κάνω, γιατί ξέρω να κάνω έναν πολύ καλό ελληνικό καφέ. Έχω το επικοινωνιακό, είμαι άνθρωπος με χιούμορ. Είμαι ένας μικρός αρλεκίνος για μένα, σαν Σίμος, γιατί διακωμωδώ με την ίδια μου τον [00:30:00]ίδιο μου τον εαυτό. Γελάω με αυτά που κάνω και τα κάνω για να χαίρομαι εγώ. Τίποτα άλλο. Αγαπώ τη ζωή. Αγαπώ τον εαυτό μου. Έμαθα να τον αγαπώ, γιατί ήμουνα πολύ δοτικός τα περασμένα χρόνια. Δινόμουνα πάρα πολύ να βοηθήσω ανθρώπους. Αλλά απ’ τη στιγμή που άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, άρχισα να αγαπώ και πραγματικά τους ανθρώπους και να με αγαπάνε.
Πώς έγινε αυτό;
Μεγαλώνοντας. Πείρα. Βλέποντας όλες αυτές τις ταινίες, ο κινηματογράφος, κάποιο βιβλίο. Αλλά κυρίως ο κινηματογράφος και πρωταρχικά η μουσική, πρώτος. Δεν υπάρχει περίπτωση να ανοίξω τον χώρο μέχρι να στρώσω τα τραπεζάκια μου, να μην δεν παίξει. Πρώτα ανοίγω τη μουσική και μετά. Είναι αυτό, με ταξιδεύει η μουσική, με φέρνει εικόνες. Αν κλείσω τα μάτια μου και ακούσω μόνο ήχο, βλέπω εικόνες. Και ακούω και ήχους. Αυτή ήτανε όλη που με κρατάει ζωντανό. Εκεί ήταν η επιτυχία. Και επειδή είχα ακούσει πάρα πολύ μουσική από πολύ μικρό παιδί, αν μη τι άλλο, έχω και μία άποψη πάνω στη μουσική. Και απ’ τη στιγμή που έβαζα τέτοια μουσική, που γιάτρευε τη δικιά μου ψυχή, ήμουνα σίγουρος ότι θα αγγίξει και άλλο. Δεν ήταν δική μου, αλλά μπόρεσα να πλασάρω και τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν και τον Μαρκόπουλο και τον Χατζιδάκι. Όλα αυτά τα ταξίδια με αυτούς τους ανθρώπους, με κάναν να είμαι και ένας μικρός βαρκάρης, που μπορώ να πάρω πέντε άτομα μαζί μου και να ταξιδέψουν με σιγουριά όμως, χωρίς να πνιγούμε. Αυτό, τίποτα άλλο. Νομίζω εκεί είναι, την καταστάλαξα αυτήν την περίοδο της ζωής μου. Φυσικά, έχω κι άλλες ανησυχίες. Φοβίες δεν έχω, αρχίζω να τις διώχνω και λέω: «Ποτέ δεν είναι αργά. Έστω και στα πενήντα πέντε σου, κύριε Συμεών, κατόρθωσες με τη δύναμη των ανθρώπων γύρω σου, να έχεις αυτή την υπόσταση, ότι έχεις μία τόση -όπως το κεφάλι μιας καρφίτσας- αξία». Με ένα ευχαριστώ, με ένα χαμόγελο όταν φεύγει ένας πελάτης ή ένας φίλος: «Συγνώμη γιατί σε χαρακτήρισα διαφορετικά. Σου ζητώ ταπεινά ένα συγγνώμη». Αυτό για μένα ήτανε μία λύτρωση, γιατί έκανα πολλά χρόνια σιωπή. Δηλαδή, ο τρελός κόσμος ο δικός μου, που για μένα δεν είναι τρελός, ζω το όνειρό μου και τίποτα άλλο και δεν χαρίζομαι, για κάποιους άλλους ήτανε… Δεν ήτανε τόσο ποιοτικό. Γνώρισα αρκετά πράγματα στη ζωή μου που για άλλους, επειδή δεν κάναν ίσως ταξίδια; Δεν θέλω να χρεώσω. Χρεώσανε τη δική μου ζωή, το δικό μου γίγνεσθαι. Δηλαδή, το τι κάνω, το πώς κινούμαι. Στην πορεία, όμως, υπάρχει η δικαίωση. Αλλά η δικαίωση έρχεται μόνο με την υπομονή. Δεν επέμενα εγώ για να αποδείξω ότι είμαι τελείως διαφορετικό από αυτό που έχεις δει εσύ στα μάτια σου. Δεν με ενδιαφέρει. Η καταξίωση είναι η δική μου και μόνο για μένα. Εγώ είμαι για μένα ζω. Όλοι οι άλλοι έρχονται μετά σε μένα και σου δίνουν αυτό το χειροκρότημα. Γιατί τυχαία η δικιά μου ζωή λύτρωσε κάποιους ανθρώπους που είχαν την ανάγκη να ακούσουν μουσική, είτε από ένα [Δ.Α.] μία κοπέλα ή ένας άντρας έρχεται και λέει: «Με κάνατε να δακρύσω, αλλά παράλληλα να χαμογελάσω με την… Γαλήνεψα με τη μουσική. Δεν υπάρχει περίπτωση. Είναι το στέκι μου αυτή τη στιγμή!». Δεν είναι τυχαίο αυτό. Αυτό έγινε δια μαγείας. Η μουσική! Η μουσική, όμως, είναι επιλογή δική μου. Γιατί είναι επιλογή; Γιατί εκείνη τη στιγμή κι εγώ για να βάλω αυτή τη μουσική σημαίνει ότι αυτό μου ήρθε αυτόματα από μέσα μου. Για ποιο λόγο; Γιατί αυτό ήθελα να ακούσω για να ηρεμήσω. Αυτό μου λείπει εκείνη τη στιγμή. Και όταν μου λείπει κάτι, όπως λέμε: «Πεινάμε. Πάμε να φάμε. Αλλά θέλουμε να φάμε αυτό που θέλουμε. Θέλουμε να φάμε ξέρω ‘γω φασολάδα. Αλλά θα φάμε φασολάδα. Δεν θα κάνουμε κάτι άλλο». Αυτό το πράγμα που ήμουνα απόλυτος ότι θα παίξω εκείνη τη στιγμή, κρατούσε εμένα ζωντανό. Και όταν είμαι εγώ ζωντανός και ευδιάθετος, θα είναι σίγουρα δια μαγείας έχει γίνει και στους πελάτες έξω. Και δεν βλέπω ποτέ τον άνθρωπο σαν πελάτη. Δεν τον είδα ποτέ στη ζωή μου. Δεν μπόρεσα. Λέω αν είναι τώρα άλλο: «Τι είσαι; Αφεντικό τώρα ε;». Μαθηματικά: «Δες το εκεί, κάν’ το αυτό» δεν υπήρξε αυτό το πράγμα. Όλο έχει γίνει έτσι. Δεν τα ‘χω και καλά με το χρήμα. Δεν υπάρχει. Το κατεστημένο είναι τόσο, είναι αυτό. Είναι εκεί και αυτό είναι. Τίποτα. Εγώ κάνω αυτό που κάνω καθαρά για μένα. Δεν πάω με αυτοσκοπό ότι: «Σήμερα πρέπει να βγάλω τόσα λεφτά ή τα άλλα». Πάω, διασκεδάζω εγώ και γίνεται αυτό. Δια μαγείας γίνεται ένας χώρος που υπάρχει γέλιο, που υπάρχει «ευχαριστώ», ένα ψιλοχειροκρότημα, μία σιωπή γιατί παίζει μια μουσική και τον άλλον τον βλέπεις εκεί που είναι φωνάζει, κάνει, λέει ένα ανέκδοτο. Ξαφνικά μένει εκεί, ενώ όλη η παρέα του και όλη η παρέα του μπορεί πολλές φορές δια μαγείας έχουν σταματήσει και ακούνε την μουσική. Δεν είναι ένα όνειρο; Δεν είναι κατόρθωμα δικό μου. Είναι του εσωτερικού μου κόσμου. Δεν είναι αυτοσκοπός, δηλαδή δεν το έκανα: «Θα σας κάνω τώρα εγώ». Όχι! Κάνω τον εαυτό μου και αυτό βγαίνει. Αυτό ήταν για μένα επιτυχία. Δηλαδή, η δικιά μου τρέλα πέρασε έτσι στον κόσμο. Τίποτα άλλο.
Πότε ξεκίνησε η δική σας επαφή με τη μουσική;
Αυτό είναι από πολύ μικρός. Έτυχε να κάνω τρεις τυμπανοπλαστικές εγχειρήσεις στο εξωτερικό, στη Βουλγαρία συγκεκριμένα, όπου εκεί σε αυτό, τέλος πάντων, το νοσοκομείο που ήμουνα μετά την εγχείρηση με κάναν κάποια ακουστική, τέλος πάντων, ένα ακουστικό τεστ, ένα ακρόαμα και στον χώρο αυτό υπήρχανε διάφορα μουσικά όργανα. Ο γιατρός μου έχει καθίσει σε μια καρέκλα σε απόσταση περίπου -αν θυμάμαι καλά γιατί ήμουν πολύ μικρός- δέκα μέτρα; Δεκαπέντε-είκοσι; Δεν θυμάμαι. Για μένα ήταν τεράστιο ήταν απόσταση. Το μάτι μου, όμως, έπεσε σε ένα κουτί. Έβλεπα ένα ξύλινο κουτί. Αυτό ήτανε ένα πιάνο. Δίπλα υπήρχε και ένα κόρνο, που τότε δεν ήξερα ότι λέγεται κόρνο, και άλλα διάφορα όργανα, τα οποία έπαιρναν κάποιοι εκεί, τώρα μουσικοί, γιατροί, τι ήτανε. Και άρχισαν πλέον να στέλνουν κάποιους ήχους από αυτή την απόσταση. Και με ρωτούσαν αν ακούω και πώς το ακούω. Αν έχω ένα βουητό, αν είναι καθαρό, άμα είναι θολός ο ήχος. Και μετέπειτα με βάλανε σε ένα ας πούμε κουτί για τότε ας πούμε, όχι, ένα χώρο μονωμένο. Με βάζαν ακουστικά και με μία κονσόλα που παρήγαγε κάποιους ήχους, υπέρηχους, υπόηχους, χαμηλούς, ψιλούς με ‘λεγαν τι ακούω. Αλλά ακούω τους ήχους, τους πιο δηλαδή χαμηλούς ήχους που δεν μπορεί να το πιάσει ένα αυτί. Φανταστείτε που εγώ ας πούμε είχα ρήξη ολική στο ένα τύμπανο, το αριστερό μου, και μερική μία τρύπα στο άλλο, χρειάστηκε να κάνω τρεις τυμπανοπλαστικές. Το επίτευγμα αυτουνού ήτανε να μπορέσει να καταλάβει και να κατανοήσει και να δει αν πραγματικά έχει πετύχει την εγχείρηση ο γιατρός και αυτό είναι το τεστ. Ε και εγώ σαν μικρό παιδί που ήμουνα, έλεγα: «Ακούω», «Δεν ακούω» τέλος πάντων. Πολλές φορές ήταν και πλασματικά αυτά τα πράγματα, γιατί κουραζόμουν από τους διάφορους ήχους. Ενώ δεν έστελνε ηχητικό σήμα, εγώ λέω ότι ακούω. Εκεί την ώρα καταλάβαινε και σταματούσανε. Και ξαναγινότανε την επόμενη μέρα πάλι το τεστ, εωσότου πραγματικά αντιλήφθηκε ότι είχα επιτυχία, ότι πέτυχε η εγχείρηση. Εκείνο, όμως, το διάστημα επειδή σαν ένα παιδί σε ένα ξένο κράτος, γλώσσα δεν ήξερα, τώρα εφτά χρονών, έμενα, νοσηλευόμουνα για ένα μήνα. Δεν ήξερα. Υπήρχαν και άλλα παιδάκια, Βουλγαράκια, δεν ξέρω που ήταν, που εγχειρίστηκαν αντίστοιχα. Και ήμουνα στην απομόνωση. Η μητέρα μου εργαζόταν στην Ελλάδα, δεν μπορούσε να έρθει. Κομμουνιστικό κράτος. Ήταν η αδερφή της ζούσε εκεί και αυτή πάλι δεν μπορούσαμε να έρχεται καθημερινά. Υπήρχε επισκεπτήριο την Κυριακή και αυτό για μισή ώρα. Ήταν αυστηρά αυτό και το χάρηκα σε αυτό, γενικά τη νοοτροπία. Έτσι πρέπει να κάνουν και εδώ στους αρρώστους. Και αυτό που πάμε και χαϊδεύουν και [00:40:00]πάμε και λουλούδια και και και και και δεν βοηθάμε. Γιατί έχουμε τον άνθρωπό μας στο νοσοκομείο. Ο άνθρωπος θέλει ανάρρωση και καλό να είναι, γιατί του δίνει και δύναμη και μπορεί να αναρρώσει και γρήγορα. Και παρακάλεσα, αν μπορώ να μένω μερικές ώρες μέσα σε αυτόν τον χώρο που υπήρχαν αυτά τα όργανα. Και όταν πήγα, πήγα άνοιξα, τέλος πάντων αυτό το κουτί, που ήταν ένα πιάνο. Άνοιξα το καπάκι, κάθισα και άρχισα να παίζω τακ τακ και αυτό μου άρεσε. Σχεδιάζοντας με τα δαχτυλάκια μου μπόρεσα και έκανα ένα τραγουδάκι εκείνη την ώρα. Έκανα μία μελωδία και τότε ο γιατρός μου λέει: «Το παιδί -λέει- μαθαίνει μουσική ή το κάνει;», λέει «Όχι -λέει- δεν υπάρχει -λέει- τέτοιο πράγμα». Λέει «Νομίζω ότι έχει την ικανότητα», λέω «Διδάξτε το». Και τότε, όλο εκείνο το διάστημα, μου είχανε φέρει μία κυρία, η οποία με έδειξε μερικά πράγματα. Αυτά τα μερικά πράγματα ήτανε το έναυσμά μου για να ασχοληθώ ας πούμε με τη μουσική, και κυρίως τα ακούσματα. Λένε: «Καλά είναι δυνατόν να ακούς αυτόνανε; Αυτός -λέει- είναι Ρώσος τάδε». Λέω: «Μ’ αρέσει αυτό», «Σου αρέσει η κλασική μουσική;», «Αυτό μ’ αρέσει!». Κανονικά είχε βάλει τζαζ, ας πούμε. «Σου αρέσει;» «Τέλειο!» έλεγα εγώ. Μετά με έβαλε ένα παραδοσιακό. Και όχι πάλι ελληνικό, βουλγάρικο. Αλλά όλα αυτά τα ντέφια, -πώς τα λέγαν, τέλος πάντων- που παίζανε στην ορχήστρωση αυτή, εμένα με μάγευαν. Και στην ουσία τι είναι η μουσική; Τα πάντα πρέπει να ακούμε! Τα πάντα! Οι ωραιότερες μουσικές γράφτηκαν όταν έχεις ακούσει τα πάντα σε είδη φορμών μουσικής, γιατί παίρνεις και κάνεις τη δικιά σου φόρμα ας πούμε, τη δικιά σου μουσική υπόσταση. Δεν μπορεί να είναι μόνο κλασική. Παιδεία, ναι. Διδαχή για τεχνική για τέτοια το καταλαβαίνω, αλλά στη σύνθεση νομίζω ότι πρέπει να ακούσουμε τα πάντα. Και ακούγοντας ερχόντουσαν κάποιες μελωδίες. Και λέω: «Τι γίνεται εδώ; Εγώ τώρα ακούω μία μουσική» και καθόμουνα στο πιάνο και αυτό που άκουγα, το έπαιζα. Και με λέγανε: «Τι είναι αυτό που έγραψες;». Λέω: «Πού να ξέρω εγώ; -λέω- Δεν ξέρω τι είναι. Το ακούω». Μου λένε: «Πώς το ακούς;», «Τ’ ακούω, μέσα μου το ακούω». Και έτυχε να έχω έναν φίλο μου, ο οποίος τελείωσε και εξασκεί το επάγγελμα του ψυχολόγου και μου λέει: «Σίμο, δεν υπάρχει αυτό. Μήπως πρέπει να σε παρακολουθήσω;», «Γιατί -λέω- είμαι τρελός; Μα τους ακούω. Επειδή δεν το ακούς εσύ; -Λέω- Μήπως θέλεις εσύ; Πλάκα με κάνεις, -του λέω- δηλαδή τελείωσες, έφτασες είκοσι οχτώ χρονών, τριάντα, πήρες ένα πτυχίο και έγινες ψυχολόγος; Κάνε την πράξη στην εφαρμογή». Δεν το κάνω. Την ακούω τη μουσική, μέσα μου την ακούω. Δεν χρειάζεται με αυτά τα αυτιά, αλλά την ακούω. Αφού μπορώ να σ’ τη σφυρίξω. Βρες μου την κατάλληλη τοποθέτηση, την κατάλληλη να το διατυπώσουμε, να το διατυπώνω εγώ. Δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δεν μπορώ να πω κάτι άλλο: το έχω μέσα μου. Πώς το έχω μέσα μου; Καταγεγραμμένο; Πού είναι; Στη φαιά μου ουσία; Ήχο ακούω. Γι’ αυτό και μπορώ να τον σφυρίξω, να τον παίξω σε ένα όργανο. Ήρθε και έμεινε άναυδος. «Δεν χρειάζομαι εγώ. Μήπως χρειάζεσαι εσύ;» του λέω. Δεν είναι αυτό. Αυτό είναι, αυτό είναι η τέχνη. Άλλος βλέπει χρώματα. Μα το βλέπει. Πώς το βλέπει; Αυτό είναι το μεταφυσικό. Είναι οι ενέργειες που λένε. Αυτό δεν μπορούν ποτέ με οποιαδήποτε επιστήμη είναι να μπορούν να επικοινωνήσουν με αυτό το θείο, το υπέρτατο, αυτή τη δύναμη-ενέργεια που έρχεται στο δικό μου εγκέφαλο και όχι σε κάπου αλλού. Γι’ αυτό υπάρχει ο ζωγράφος, ο γλύπτης, ο μουσικοσυνθέτης και αυτό είναι. Και αυτό είναι διαφορετικές ενέργειες. Στην ουσία είναι μία η ενέργεια που έρχεται. Εντάξει, αλλά είναι διαφορετική πώς το συλλαμβάνει και πηγαίνει στον κάθε έναν άνθρωπο, αυτό που λέμε: «το ταλέντο». Γράψε και εσύ μουσική. Ψυχολόγος είσαι. Έχεις τη δυνατότητα εσύ στα είκοσι οχτώ σου, τριάντα-τριάντα δύο, χωρίς να κάνεις πειράματα, διατριβές και και… Δηλαδή, από αυτά που διάβασες Φρόυντ τι διάβασες, τι σπούδασες, το ‘να τ’ άλλο. Συγκινήθηκα. Κάν’ το πράξη να δω. Τι ερώτηση θα με κάνεις; Εγώ σου έκανα μία και δεν μου απήντησες. Πώς να τοποθετηθώ στη λέξη «ακούω εσωτερικά» αυτό που δεν μπορεί να τ’ ακούσεις εσύ αυτή τη στιγμή με τα αυτιά μας; Τι είναι; Δόνηση! Μπορεί να το βρεις; Εγώ όσο και κάθισα λέω: «Είναι ηχητικά κύματα, δονήσεις. Σίγουρα είναι αυτό». Τι είναι, όμως, αυτό; Δεν μπορώ τον βάλω νόμο, να πω ότι είναι μαθηματικό αυτό. Μετά να το αναλύσω. Ναι. Αλλά ορισμένα πράγματα δεν αναλύονται και μαθηματικά. Είναι αυτό που λέμε ηδονής, είναι ενέργειες. Αυτό που με βασανίζει πάνω και κάποια στιγμή είπα: «Θεέ βοήθησε τον εαυτό σου. Δεν γίνεται άλλο. Ποιος ο λόγος που τα έκανες;». Εκεί μου βγήκε μία αυτή η φράση λέω: «Πω πω» και δεν τρόμαξα, καταχάρηκα! «Θεέ βοήθησε τον εαυτό σου». Τι είναι αυτό; Είμαστε δημιούργημά του, αλλά όταν εγώ έρχεται αυτή η ενέργεια, ευχαριστώ πάρα πολύ. Δεν μπορώ να αναλύσω, γιατί παίζει αυτή τη μελωδία.
Έτσι ξεκινήσατε να παίζετε πιάνο;
Έπαιξα και λίγο πνευστά σε μία μπάντα που υπήρχε φιλαρμονική, που είχε δημιουργηθεί όταν ήμουνα δεκατριών ετών. Ασχολήθηκα και λίγο με άλτο και τενόρο, αλλά λόγω επειδή είχα κάνει τυμπανοπλαστική, μου απαγόρευσε ο γιατρός μου, για να μην σπάσουνε με την πίεση ας πούμε τα τύμπανα ξανά και σταμάτησα. Μου αρέσουν όλα τα όργανα. Δεν ξεχωρίζω ότι το πιάνο, επειδή ασχολήθηκα λόγω της επειδή είναι πολυφωνικό τίποτα άλλο. Μ’ αρέσει το βιολί πάρα πολύ! Μ’ αρέσουν όλα τα όργανα γενικά. Δεν διαχωρίζω. Δεν διαχωρίζω. Γενικά, μου αρέσει η μουσική, τίποτα άλλο. Δεν εξάγω το πιάνο, απλώς το πιάνο για μένα είναι ότι έχει την ευχέρεια να μου δώσει την πολυφωνία και ότι είναι σαν να παίζω δύο και τρία όργανα μαζί.
Τελικά το βάλατε το πιάνο τότε στο μαγαζί;
Όχι. Το πιάνο μπήκε για λίγες μέρες, ένα ηλεκτρικό που είχα, αλλά πλέον επειδή δεν υπήρχε, ήταν η περιοχή υποβαθμισμένη, και κάποια δρώμενα του είχα κάνει πλέον δεν συγκινούσαν. Ο κόσμος ήτανε τελείως διαφορετικός σε ακούσματα. Καλός κόσμος, δεν κατακρίνω ότι είναι έτσι, να τον υποβαθμίσω ή οτιδήποτε. Δεν υπήρχε. Και ήτανε και μετά και ένα -πώς να σου πω;- πάρκο. Ήταν όλοι αυτοί από Γεωργία, από Αλβανία, κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι είχανε ρατσισμό μέσα τους και μαλώνανε και κάνανε. Ήτανε γενικά λίγο υποβαθμισμένη η περιοχή. Σιγά-σιγά εμένα δεν με άγγιξαν, γιατί είχα τον τρόπο, έκανα υπομονή. Υπήρχαν μια-δυο φορές κάτι… Με έδειξε ένας ένα πιστόλι ας πούμε γιατί δεν ήθελε να πληρώσει, δηλαδή ένα πράμα χαζό. Δεν έκανα επίθεση. Με τον τρόπο μου, γιατί τα πάντα είναι τρόπος, μπόρεσα και αυτοί οι άνθρωποι πλέον όχι απλώς αποχωρήσανε, δεν ενοχλούνε. Και μάλιστα, έγιναν και φίλοι μου που ο άλλος μπορεί να έχει κάνει στη Ρωσία δέκα χρόνια φυλακή, ο άλλος να τον κυνηγάει και να κρύβεται, να έχει αλλαγμένο διαβατήριο πλαστό και έτσι. Αλλά δεν ενόχλησε κανέναν. Και αυτόν τον έβαλα στην αγκαλιά μου με τον τρόπο μου. Δεν φοβήθηκα γιατί δεν με πλήρωσε μία ένα αναψυκτικό π.χ. Δεν το ξαναέκανε, ντράπηκε και δεν ήρθε. Και μετά μου τα άφησε και διπλά κάποια στιγμή που είχε. Είναι γενικά, είναι αυτό, δηλαδή πρέπει να παίξεις λίγο, να βρεις τον τρόπο. Εγώ πάντα αυτό που κάνω είναι να βρω τον τρόπο. Όταν έχω, που δεν είναι, για μένα δεν υπάρχει κακό. Να πω και αυτό που είναι βασικό το έχω δει, δεν υπάρχει κακό. Μόνο καλό υπάρχει. Δεν υπάρχει κακό. Το κακό μπορεί να το δημιουργήσω εγώ και κανένας άλλος. Οι νόμοι μπορεί να μας κάνουν, όταν δεν είναι διαυγή, καθαροί, μπορεί να δημιουργήσουν κακό. Και δεν είναι όλοι πολιτικοί που λέμε. Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική! Δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Άσχετα αν κάθε μέρα προπονούμαι και είμαι εκεί. Είχα διαβάσει κάτι το οποίο το ‘χω μέσα, ότι όποιος δεν ασχολείται με τα κοινά, είναι καταδικασμένος να κυριαρχείται ας πούμε από ηλίθιους π.χ. Μου άρεσε, αλλά είναι λίγο καθαρά πολιτικό. Μπορώ να διαφύγω από αυτό με τον δικό μου τρόπο και να κάνω τη δική μου πολιτική. Δεν είναι, όμως, πολιτική. Είναι τρόπος ζωής. Ο τρόπος ζωής δεν είναι πολιτική. Εδώ είναι που το κάνουν. Είναι κοινωνία και πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτά δημιουργήθηκαν για να υπάρξει μία τάξη στην αταξία και να μην υπάρχει αναρχία. Εκεί το καταλαβαίνω. «Είμαι αναρχικός». Γιατί είσαι αναρχικός; Δεν είσαι αναρχικός, επειδή δεν συμφωνείς με αυτή τη νομοθεσία και δεν θα συμβαδίζεις. Είναι ιδεολογία, αλλά δεν θα πάρεις και θα εμποδίσεις τους άλλους [00:50:00]που θέλουν να ακολουθήσουν αυτόν τον νόμο με αυτή τη στάση είτε πυρπολώντας ένα περιπολικό είτε βάζεις σ’ ένα κάδο φωτιά. Δεν κάνεις εκείνη τη στιγμή κάτι να κερδίσεις. Άναρχος δεν είμαι εγώ που δεν συμφωνώ με αυτήν τη νομοθεσία και δεν θα την υπηρετήσω. Είμαι αναρχικός όταν θα μπορέσω αυτήν τη νομοθεσία που οι άλλοι τη δέχονται, να τους την αλλάξω. Τότε για μένα αυτό είναι αναρχία. Εδώ είναι πώς αντιλαμβανόμαστε όλα αυτά. Για μένα υπάρχει αυτό, τίποτα άλλο. Ζω και εγώ, δεν είμαι ερημίτης. Δεν πήγα στο βουνό επειδή δεν μ’ αρέσουνε οι νόμοι, όλα αυτά τα δρώμενα, το ένα, τ’ άλλο. Δεν θέλω να είμαι όλη μέρα ή πόσο είναι; Είκοσι τέσσερις ώρες. Έξι θέλω να κοιμηθώ, άλλες οχτώ να εργαστώ, πόσες θα εργαστώ. Τι με μένει εμένα; Να ασχολούμαι γιατί έχει μια τρύπα στον δρόμο; Θα προσέξω και θα διαφύγω. Αυτό είναι φυσιολογικό να υπάρξει. Και αν δεν το κάνουμε, το κάνει και η φύση. Και η φύση το δημιουργεί αυτό. Τι να κάνουμε; Είναι καλός ο πολιτικός. Όλα πώς να τα τρέξουμε; Να κλείνουμε τις τρύπες; Με αυτά θα ασχολιόμαστε εμείς; Με τις τρύπες; Παλιά οι δικοί μας μεγαλώσανε στους χωματόδρομους με τα κάρα, με τα… Τι είχανε; Μόνοι τους τα φτιάχνανε! Κάναν και μονοπάτια και… Ο άλλος βαριέται και το ρίχνει στο… Πάρε ρε φίλε λίγο χαλίκι και κάν’ την αυτή, τέλος πάντων, την τρύπα. Βλέπεις το δέντρο, ρίξ’ το λίγο νερό. Τι αναφέρεις και κατακρίνεις: «Δεν ήρθαν οι κηπουροί του δήμου»;. Πάρε λίγο νεράκι από αυτό που πίνεις. Ρίξ’ το εκεί. Βλέπεις ένα ζώο που πεινάει. Εσύ το πετάς στον κάδο του σάντουιτς. Δώσ’ το εκεί ρε είναι τόσο πολύ. Δώσε αυτό το ζώο. Εμείς κάνουμε τον κόσμο μας. Αλλά νομίζω ότι δεν αγαπάνε κάποιοι τον ίδιο τον εαυτό τους, άρα επομένως θα έχουμε και αυτά. Αυτό είναι, τίποτα. Απλή είναι η ζωή, είναι πολύ απλή. Και η αγάπη είναι πολλή. Δεν μπορεί να κάνει μείζον και τούτο η αγάπη. Αγαπάμε τον εαυτό μας, αγαπάμε και όλους τους άλλους. Δεν είναι πολιτική. Εγώ κάνω αυτό που κάνω γιατί αγάπησα τον εαυτό μου και ήθελα να κάνω αυτόν τον χώρο καθαρά με μουσική και πιστεύω το έχω υποστηρίξει. Με τις καλές ή κακές κριτικές μου. Δεν με ενδιαφέρει. Φυσικά, αν βγαίνεις μπροστά. Άλλος μπορεί να πει: «Τι κάνει αυτός ο άνθρωπος; Πλάκα μας κάνει; Ποιος του είπε να του πάρει το νερό από πάνω;». Δεν ρωτάει, όμως, ποιος είναι ο λόγος. Εγώ είδα το μυγάκι που μπήκε, γιατί είναι στο πάρκο και θα το προστατέψω, αλλά δεν του το πήρα. Του πήγα άλλο νερό. Αυτουνού του φάνηκε ότι το σέρβις είναι λάθος. Όταν με ρωτήσει… Ρώτα πρώτα. Μην βγάλει, μην κάνεις κριτική για ποιον λόγο το πήρα. Επειδή δεν το ήπιες. Ούτε σε χρέωσα δεύτερο νερό! Κατάλαβες τι γίνεται; Είναι ότι βιαζόμαστε να μιλήσουμε. Δεν εμβαθύνουμε να δούμε γιατί πιο βαθιά. Δεν θα πω: «Ρηχός ή έτσι». Δεν πρέπει να βιαζόμαστε. Να κάνουμε υπομονή και όχι να επιμένουμε.
Τι σας αρέσει πιο πολύ στο μαγαζί σας;
Η τρέλα μου! Η τρέλα μου που μπόρεσα δια μαγείας και ακόμα δεν θα το εξηγήσω και δεν θέλω να το δείχνω για να περιαυτολογήσω για να δω ότι κάνω κάτι. Αυτή η τρέλα που έζησα από μικρό παιδί και ζω σε αυτή την ηλικία σαν να ‘μαι πάλι ο Σίμος το μικρό παιδί, που αυτό το πράγμα άρεσε στον κόσμο, αρέσει, γελάνε, χορεύω, κάνω, ράνω. Αυτό ήταν. Τίποτε άλλο. Θα μπορούσα να κάνω πιο μεγάλο χώρο. Υπήρξε περίοδο που μου απέδωσε πριν τον covid και αυτό με έφερε λεφτά. Τίποτα, τα ‘κανα ταξίδια. Θα μπορούσα να κάνω ένα στο κέντρο, να πάω και εγώ στην Τσιμισκή ή στη Λεωφόρο Νίκης “μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα”. Κατάλαβες; Για να δείξω ότι: «Κοίτα, ο Σίμος έφτασε και είναι εκεί τώρα!». Δεν με ενδιαφέρει. Γνωρίζω τις ικανότητές μου. Δόξα τω Θεώ, έχω κάνει τα ταξίδια μου χωρίς να τα πληρώσω, ιδιότητα γιατί μπόρεσα και έπαιξα πέντε δικά μου μουσικά μοτίβα, τέλος πάντων. Με τα χεράκια μου να δημιουργήσω κάποια πράγματα που με εμπιστεύθηκαν κάποιοι στους χώρους τους, στα σπίτια τους να κάνω εκτός Ελλάδος και αυτό είναι. Είναι η αγάπη που έδωσα, η ειλικρίνειά μου και ότι ό,τι είπα, το έχω βγάλει σε πέρας.
Υπάρχει κάτι στη μέχρι τώρα πορεία σας που θα θέλατε να είχατε κάνει διαφορετικά;
Λένε πολλές φορές τα όνειρα μπορεί να μην γίνουνε πραγματικότητα. Αλλά πρέπει να είμαστε και ρεαλιστές. Αυτό που με σταμάτησε να κάνω είναι ο ρεαλισμός, ότι ζω το σήμερα και αυτό είναι. Αυτό θα βρω μπροστά μου, όταν ανοίγω τα μάτια μου. Μου αρέσει, δεν μου αρέσει. Είναι η επιλογή μου και πλέον είμαι χαμαιλέοντα. Αλλάζω καθημερινά. Πρέπει να αλλάζουμε καθημερινά. Αλλιώς είναι μονόδρομος και ο μονόδρομος χωρίς μικρές νοθείες, να αλλάξουμε, να μπούμε και σε λίγο στραβά μονοπατάκια και ξαναέρθουμε στο αυτό. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη ζωή. Η ζωή είναι γεννιόμαστε και ότι πρέπει να γίνουμε επιτυχημένοι, να σπουδάσουμε για να μην γίνουμε χτιστές που έχουμε ροζιασμένα χέρια. Η επιτυχία είναι ότι αυτό που θα κάνεις να το στηρίξεις και για να το στηρίξεις, πρέπει να το αγαπήσεις πρώτα. Δεν κάνεις κάτι με αγγαρεία. Αν το κάνεις, μην το κάνεις. Θα βρεθείς να έχεις αντιξοότητες με το αφεντικό σου, με τους συνεργάτες σου. Δεν μπορεί άλλος να πάρει να κάνει τη λάσπη και εσύ να κάνεις δύο φορές π.χ. καροτσάκια που λέμε λάσπη και να λες: «Ωχ κουράστηκα!». Και άλλος έκανε πενήντα και είναι και πιο αδύνατος από σένα. Δεν υπάρχει αυτό. Μην το κάνεις. Παράτα το. Παράτα και βρες την ταυτότητά σου. Δεν πιστεύω ότι όλοι είναι… Λέμε: «Αυτός είναι τεμπέλης, δεν κάνει τίποτα». Κι όμως κάτι έχει, απλώς δεν βρήκε την ταυτότητα στον εσωτερικό του κόσμο.
Πως σκοπεύετε να συνεχίσετε;
Είναι το μόνο που δεν θα μπορέσω να απαντήσω. Δεν ξέρω το αύριο. Δεν ξέρω αν θα ζω. Δεν υπάρχει σε μένα. Ζω το σήμερα, το πώς θα ξυπνήσω και πώς θα εξελιχθεί, δεν γνωρίζω. Γιατί το είπα ας πούμε και για το ωράριό μου, από κει φάνηκε. Όταν είμαι κουρασμένος ή αρρωστήσω, δεν μπορώ να έχω αντικαταστάτη, να πα’ να το ανοίγεις γιατί πρέπει να βγάλω χρήματα. Δεν υπάρχει. Δεν πάω στον χώρο μου ή θα πάω δύο ώρες μετά ή τρεις ώρες. Έχω ανοίξει το μαγαζί μου και για μιάμιση ώρα. Μιάμιση, δηλαδή να ανοίξω 23:00 το βράδυ και να κλείσω 00:30 και να έχει γίνει πανικός. Πανικός! Είναι, είναι κάτι. Δεν ξέρω. Είναι ενέργειες, τίποτα άλλο. Δεν κάνω -πώς το λένε;- όνειρα για το αύριο. Ζω μόνο το σήμερα. Δεν μπορώ να πω. Τώρα αν φαντάζομαι κάποια στιγμή αδυναμίας... Θα ‘θελα να πάρω ένα τροχόσπιτο και να κάνω ένα μικρό χώρο σε ένα αγαπημένο μέρος που είναι το Πήλιο, να το έχω εκεί και να μαζεύομαι με κάποιους φίλους-φίλες μέσα στη φύση και να ηρεμούμε. Αυτό είναι. Ένα μικρό που όντως γύρναγε, πραγματοποιείται, δεν είναι και τίποτα τρελό. Αλλά ουδέποτε αν ακόμα είχα ή ένα λαχείο αν ήτανε να μου τύχαινε, δεν θα έπαιρνα μία βίλα ας πούμε μπροστά στη θάλασσα, ένα καλό μέρος ή ένα πολύ μεγάλο καλό αμάξι. Δεν με ενδιαφέρει. Μικρός το είχα, είχα αυτό γιατί στα ταξίδια μου έτυχε να είμαι σε πάρα πολύ πλούσιους ανθρώπους και χώρους και έτσι χωρίς να δώσω ούτε μία δραχμή. Ήταν η ιδιότητά μου σου λέω μόνο από μουσική και αυτά. Και μου δώσαν τα αμάξια τους πολυτελείας. «Κοίτα -λέω- τελικά τι είναι;». Να σκέφτομαι πού να το παρκάρω να μην μου το γρατζουνίσουνε; Δεν! Το άγχος. Ότι ό,τι μαζεύουμε είναι άγχος, είναι ύλη. Όταν είχα αποκτήσει ένα μικρό αμάξι, ξαφνικά για διάφορους λόγους με κλέψανε, το ρημάξαν έτσι, δεν με ένοιαζε, γιατί έχω δώσει εκείνο τον καιρό ένα άλφα ποσό, τόσο. Τίποτα! Τραντάχτηκα στην αρχή, γιατί είχα και ένα πολύ ωραίο ηχητικό σύνολο μέσα και άκουγα μουσική και έκανα τα ταξίδια μου και μετά τι έγινε ρε μάγκα; Έγινες υλιστής; Όχι. Όχι, να μην μπορώ να κοιμηθώ! Τώρα έχω τα ποδαράκια μου. Παίρνω, όταν δεν υπάρχει συγκοινωνία, το ταξί, θα πάω στο σπίτι μου. Κατεβαίνω με το λεωφορείο. Περπατάω πάρα πολύ. Πάω με φίλους να ψαρέψουμε με τα πόδια, χιλιόμετρα. Και αυτή είναι η ευτυχία. Είναι μαγεία αυτό που ζω αυτήν την περίοδο. Ούτε και περίοδο που ήμουνα κλειστός λόγω του covid και οικονομικά με πήγε πίσω. Και εκεί το είχα, την υπομονή, το κράτησα. Μου δόθηκε η ευκαιρία άνθρωπος που ήθελε να τον πάρει τον χώρο μου. Και λέω: «Όχι, αφού το γουστάρεις». [01:00:00]Δεν. Υπάρχουν κάποια σκαριά, κάποια όνειρα ας πούμε και αυτό πάλι σου λέω, για να γίνει καθαρά για μουσική να υπάρχει και live που να μην ενοχλεί ώρες κοινής ησυχίας, γιατί στον χώρο μου κυνηγήθηκα λίγο. Γιατί παρέμενα ξέρω ‘γω στις 00:00, 00:30, 01:00 η ώρα. Πιστέψτε με, όμως, δεν υπήρχε τόσο δυνατά η μουσική. Από θέμα καθαρά ζήλιας και του είδους η μουσική και με φέραν στην ουσία την αστυνομία. Δεν με έγραψαν. Οι άνθρωποι είδανε το τι κάνω και πώς λειτουργώ στον χώρο. Αλλά δεν έχω και την ελευθερία του να μπορώ να φέρνω διάφορους εκπληκτικούς μουσικούς, παιδιά που αγαπούν τη μουσική να παίζουνε, να βιοποριστούν, να πάρουν και αυτά ένα μεροκάματο, γιατί κυνηγιέται η μουσική και λοιπά. Είναι πάρα πολλοί που το κράτος μας δεν μεριμνεί γι’ αυτά τα μεγάλα ταλέντα, που μπορεί να είναι οι αυριανοί Χατζιδάκιδες, Μίκη Θεοδωράκηδες. Και κάθε μέρα ειδικά αυτά τα χρόνια τους χάνουν αυτά τα μεγάλα μυαλά και δεν ξέρω, να μην -φοβάμαι- να μην γίνουμε το πιο στείρο κράτος παγκόσμια, το κράτος που έδωσε πολιτισμό. Πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά μας, τα ταλέντα, να μπορέσουν να επιβιώσουνε, γιατί δεν είναι επάγγελμα. Είναι λειτούργημα. Πρέπει να το διαχωρίσουμε. Και θα τους δώσουμε το έναυσμα να μπορεί αυτό το παιδί, αφού θέλει αυτό το πιανάκι, γιατί να δανειστεί; Να δεν ξέρω τι να κάνει. Να μπορούμε να του δώσουμε τα φόντα να έχει πιάνο, να μεγαλουργήσει. Ένα κομμάτι ψωμί να φάει, για να μην πηγαίνει να εργαστεί κι άλλες οχτώ, εννιά, δέκα ώρες, όπως εσύ μου είπες: «Έκανα και service». Για φαντάσου όμως να μπορούσε κάποιος να σε βοηθήσει και να ασχοληθείς σε αυτό που σπουδάζεις ή οτιδήποτε. Και γιατί τα παιδιά αυτά να ταλαιπωρούνται που βγαίνουν στο εξωτερικό, που κάνουν τις διατριβές τους, τα ντοκτορά τους, τα λοιπά, πάνε να κάνουν τις σπουδές τους που αναγκάζονται και δεν έχουν τη δύναμη να μπούνε μέσα σε κολλέγια να -γιατί είναι πανάκριβα- να πάνε να δουλεύουνε, να δουλεύουνε για να σπουδάσουνε παράλληλα. Αυτά τα παιδιά θέλουνε πραγματικά μία βοήθεια. Αυτά πρέπει να κοιτάξουμε. Αυτά είναι τα αυριανά. Μία ομιλία, όπως λες η δική μου. Και δεν με ενδιαφέρουν οι συνεντεύξεις. Με έχουν πάρει και στο εξωτερικό άπειρες. Αλλά η φωνή πρέπει να ακούγεται, να μένει. Αλλά όχι πυροβολώντας. Να μην πυροβολούμε. Να μην κάνουν τους παντογνώστες. Βλέπω επιτυχημένος δημοσιογράφους. Έχω σταματήσει να βλέπω είκοσι πέντε χρόνια πλέον τηλεόραση. Την έπαρση. Ε όχι! Δεν θέλω να χαριστώ, αλλά τα βιώματά μου και η αλήθεια και αυτό που με λύτρωσε και που τα πήρα και εγώ από άλλους δάσκαλους για μένα και τους ευχαριστώ που βρέθηκαν στον διάβα μου. Και με βοήθησαν για να γίνω αυτός που είμαι τώρα. Το ίδιο παρακαλώ από την πολιτεία να βοηθήσει τέτοια πνεύματα, μυαλά. Να βοηθήσουν και να δούνε λίγο και την ομορφιά. Δεν… Πέρασα τόσα χρόνια, τόσο πολιτισμός, τόσο για να είμαστε πάλι στο ίδιο. Και αντί να πάμε μπροστά, να πάμε πίσω. Καταστρέφουμε αυτά που χτίζουμε και αυτά που φαίνονται δεν είναι πιο νέα. Ρίξε κάτι και κάν’ το κάτι νέο, ωραίο. Μην πάμε πίσω. Δεν γίνεται. Και αν μη τι άλλο, αν δεν υπάρξει αύριο πολιτισμός, δεν διασωθεί ο πολιτισμός, η τέχνη, πώς θα έχουμε; Θα χαθεί και η γλώσσα. Τη γλώσσα άμα θα τη χάσουμε. Μόνο και μόνο γιατί; Για τα όμορφα σπίτια, τα όμορφα μπετά, λερώνουμε τις θάλασσες, κάνουμε το ένα, κάνουμε το άλλο, ζούμε μες στους ρύπους. Να κάνουμε κάτι τέλος πάντων να… Υπάρχει τεχνογνωσία, υπάρχει επιστήμη. Να μην βγάζουμε φραγμούς για χάρη του κέρδους. Κάντε καλό και φάτε όσο θέλετε. Αλλά κάντε και κάτι καλό. Αυτό, τίποτα άλλο. Δεν με ενδιαφέρει εμένα προσωπικά κάτι άλλο. Ούτε θα το παίξω ότι έχω γεμίσει απ’ τη ζωή. Κάθε μέρα πεινάω και διψάω και θέλω να φάω όσο τρώω, θέλω άλλο τόσο να φάω. Αλλά αυτό που θέλω να φάω είναι η τέχνη. Συγκινούμαι από ένα πιτσιρίκο που θα με κάνει κάτι και θα με κολλήσει εκείνη την ώρα. Το αγαπώ. Διψάω για αυτό. Δεν μπορώ το φλατ στη ζωή μου. Το καθημερινό, να τρώω μπανάνα, μπανάνα, μπανάνα. Καφενείο, καφενείο, καφενείο. Δεν υπάρχει. Ταξιδεύουμε. Η ζωή είναι ένα ταξίδι. Εγώ γιατί γεννήθηκα εδώ, πρέπει να μείνω μόνον εδώ. Επιλογές των γονιών μου. Ταξίδια! Γεια σας! Με μεγαλώσατε, ευχαριστώ πάρα πολύ! Έχω κι άλλους κόσμους. Μπορεί να ερωτευτώ μια Μογγόλα. Τι να κάνω; Επειδή είμαι Πόντιος να πάρω Πόντια και έτσι ξέρω ‘γω; Όχι ρε, ερωτεύτηκα αυτή τη γυναίκα, τι να κάνω δηλαδή; Δεν θα με πεις εσύ μανούλα μου, πατερούλη μου τι θα κάνω. Σε ρώτησα εγώ γιατί βρήκες τον άντρα σου; Δεν υπάρχει. Ταξίδια, αγάπη και μάχη, υπομονή. Έχουμε τα υπέρ και τα κατά. Ανεβαίνουμε σκαλοπάτια, κατεβαίνουμε. «Χάρτινες είναι οι σκάλες» λέει ένας πολύ ωραίος μεγάλος μουσικός λαϊκός. Αυτό είναι, τίποτα άλλο. Να μαθαίνουμε απ’ τα παθήματά μας και να συνεχίζουμε τη ζωή, να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο μας. Και ξεκινώντας βασικά μόνο απ’ τους εαυτούς μας.
Κύριε Ηλιάδη, σας ευχαριστώ πολύ!
Εγώ σε ευχαριστώ πάρα πολύ που εύχομαι να έδωσα και εγώ ένα μικρό λιθαράκι, αν αυτό όπως μου είπες θα μείνει στον χρόνο. Ήρθαν όπως στείλαν κάποιοι τη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου που υπάρχουνε εξωγήινοι, είπα και εγώ για αυτό. Συνήθως αποφεύγω τη διασημότητα, την κρίση να δίνουμε μπροστά. Αλλά δεν ξέρω. Κάποιοι άνθρωποι που ήρθαν να γυρίσουν και ταινία. Λέει: «Θα θες να σε τραβήξουμε να βρίσκεσαι στην ταινία;» και άρχισα πλέον να φεύγω από αυτά τα πολύ έτσι. Αν δω κάτι που το κάνουν πραγματικά τέχνη, ναι, θα δοθώ και αυτό είναι. Και αυτός είναι ο λόγος που ήθελα, γι’ αυτό και σου είπα ότι δεν θα πάω στην παιδική μου ηλικία ή να φέρω κάποιο φωτογραφικό υλικό, γιατί πήγα στο τάδε ταξίδι και είμαι με κάτι αυτό να δεις: «Α ουάου! Ουάου!», έκανε αυτό. Ήθελα να μιλήσω πραγματικά για την ποιότητα ζωής που πρέπει να έχουμε και τον σκοπό ότι με την υπομονή κερδίζουμε και τη μουσική και η τέχνη είναι το άλφα και το ωμέγα στον πολιτισμό μας και αυτό μένει, τίποτε άλλο. Γιατί είναι η φύση. Τι είναι η φύση όταν απλώς έχει κάνει τα βουνά και τα κυπαρίσσια και τα αγριολούλουδά του να βγαίνουνε στο χιόνι; Μόνον η φύση μπορεί να τα κάνει. Αυτή είναι ζωγράφος και γίναμε εμείς ζωγράφοι. Αυτή φέρνει τους ήχους και γίναμε εμείς μουσική. Δημιουργείται η μελωδία επάνω στα πουλιά. Ο συνδυασμός σε ένα δάσος μέσα είναι η μουσική. Τα δημιούργησε η φύση και μας τα έδωσε απλόχερα, χωρίς να τη βιάσουμε. Εμείς δυστυχώς τη βιάζουμε. Αυτό είναι. Ερχόμαστε και φεύγουμε εν σώματι. Το πνεύμα όμως μένει, γιατί είναι άυλο. Δεν υπάρχει περίπτωση! Αυτό το πράγμα είναι, αυτό μένει. Η μουσική του Χατζιδάκι έμεινε. Ίσως μετά μπορεί να μην το θυμούνται κάποιοι πώς ήταν, μπορεί να δουν φωτογραφία. Δεν έχει ρόλο. Η μουσική μένει. Το πνεύμα. Εκείνη την ώρα η έκσταση που τρώω και ξυπνάω και λέω: «Τον λατρεύω αυτόν τον άνθρωπο!».
Σας ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ!
Summary
Ο Συμεών Ηλιάδης διατηρεί εδώ και δώδεκα χρόνια ένα μικρό καφέ στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Μιλά για το πώς αποφάσισε την έναρξη της επιχείρησης αυτής και πώς εκείνη εξελίχθηκε μέσα στον χρόνο. Αναφέρεται στη ωράριο που εργάζεται, στη διακόσμηση και τον χαρακτήρα του μαγαζιού, καθώς και στις γνωριμίες και επαφές του με τον κόσμο που το επισκέπτεται. Πρόκειται για έναν χώρο που υπήρξε για εκείνον το καταφύγιό του, όπου μπορεί μέχρι και σήμερα να εκθέτει διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητάς του. Το δημιούργησε ολομόναχος εμπνευσμένος από ταξίδια και κυρίως από μουσικές και κινηματογραφικές επιρροές. Το ονόμασε «Café Chantant» λόγω του στιλ του μαγαζιού που βασίζεται κατεξοχήν στη μουσική και στον "ανοιχτό" χαρακτήρα του προς τον κόσμο.
Narrators
Συμεών Ηλιάδης
Field Reporters
Ελπίδα Χριστάκη
Related Links
Tags
Interview Date
07/06/2022
Duration
69'
Summary
Ο Συμεών Ηλιάδης διατηρεί εδώ και δώδεκα χρόνια ένα μικρό καφέ στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Μιλά για το πώς αποφάσισε την έναρξη της επιχείρησης αυτής και πώς εκείνη εξελίχθηκε μέσα στον χρόνο. Αναφέρεται στη ωράριο που εργάζεται, στη διακόσμηση και τον χαρακτήρα του μαγαζιού, καθώς και στις γνωριμίες και επαφές του με τον κόσμο που το επισκέπτεται. Πρόκειται για έναν χώρο που υπήρξε για εκείνον το καταφύγιό του, όπου μπορεί μέχρι και σήμερα να εκθέτει διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητάς του. Το δημιούργησε ολομόναχος εμπνευσμένος από ταξίδια και κυρίως από μουσικές και κινηματογραφικές επιρροές. Το ονόμασε «Café Chantant» λόγω του στιλ του μαγαζιού που βασίζεται κατεξοχήν στη μουσική και στον "ανοιχτό" χαρακτήρα του προς τον κόσμο.
Narrators
Συμεών Ηλιάδης
Field Reporters
Ελπίδα Χριστάκη
Related Links
Tags
Interview Date
07/06/2022
Duration
69'