© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η εμπειρία με τους αντάρτες - Η ζωή του κ. Νίκου Ταρνανά

Istorima Code
10538
Story URL
Speaker
Νίκος Ταρνανάς (Ν.Τ.)
Interview Date
02/03/2022
Researcher
Δωροθέα Καρούτα (Δ.Κ.)
Δ.Κ.:

[00:00:00]Σήμερα ο μήνας έχει 3 Φεβρουαρίου του 2022 και είμαστε στον Πεντάλοφο Κοζάνης με τον κ. Νίκο Ταρνανά. 

Ν.Τ.:

Επειδή δεν ακούω καλά, να φωνάζεις λίγο. 

Δ.Κ.:

Θα φωνάζω. 

Ν.Τ.:

Α, μπράβο! 

Δ.Κ.:

Πότε γεννηθήκατε; 

Ν.Τ.:

1 Δεκεμβρίου του 1929. 

Δ.Κ.:

Πόσα αδέρφια ήσασταν στο σπίτι; 

Ν.Τ.:

Τρία, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι. 

Δ.Κ.:

Τι δουλειά έκανε ο μπαμπάς σας; 

Ν.Τ.:

Οικοδόμος. 

Δ.Κ.:

Και η μαμά σας; 

Ν.Τ.:

Η μαμά, οικιακά. 

Δ.Κ.:

Πώς ήτανε τότε στο χωριό; 

Ν.Τ.:

Τότε είχε πολύ κόσμο το χωριό, παραπάνω από χίλια άτομα, δύο χιλιάδες. Αλλά τώρα ούτε εκατό δεν θα έχουμε. Τότε ήταν κόσμος πολύς. Οι περισσότεροι ήταν οικοδόμοι, μαραγκοί, χτίστες, τέτοια πράγματα. 

Δ.Κ.:

Πώς ζούσανε εδώ; Τι συνήθειες είχανε; 

Ν.Τ.:

Συνήθειες, καλές συνήθειες είχε ο κόσμος. Αγαπιούνταν ο κόσμος τότε, γιατί τα σπίτια ήταν γεμάτα. Έβγαινες εδώ έξω και καθόταν δεκαπέντε άνθρωποι, παιδιά, κορίτσια. Τώρα, δεν σταυρώνεις άνθρωπο. Περπατάς από εδώ ως αυτού και δεν βρίσκεις έναν άνθρωπο να πεις: «Καλημέρα». Τότε είχε πολύ κόσμο το χωριό. 

Δ.Κ.:

Τι φαγητά είχατε τότε; 

Ν.Τ.:

Διάφορα. Φασόλια, φακές, πατάτες, κρεμμύδια. Είχαμε και πρόβατα, φτιάχναμε τυριά, κάναμε γάλατα. Κρέατα σφάζαμε την Πασχαλιά, εκεί γύρω, Χριστούγεννα σφάζαμε από κανένα μανάρι, είχαμε μανάρια, είχαμε κρέατα αρκετά. 

Δ.Κ.:

Εσείς εδώ, στο σπίτι, τι ζώα είχατε; 

Ν.Τ.:

Είχαμε ένα γαϊδουράκι, καμιά δεκαριά πρόβατα κι έξι εφτά γίδια. Κάποτε είχαμε κι ένα μουλάρι, αλλά ύστερα μας το πήρανε οι Γερμανοί, μας το κατέσχεσαν. 

Δ.Κ.:

Το θυμάσαι τότε με τους Γερμανούς; 

Ν.Τ.:

Πώς δε το θυμάμαι!

Δ.Κ.:

Πώς ήταν τότε στο χωριό; 

Ν.Τ.:

Εδώ ήταν αντάρτες όλο, οι Γερμανοί ερχόταν μέχρι κάτω στη Μιρασάν, αλλά τους γυρνούσαν οι αντάρτες πίσω. Αλλά το 1944 ήρθαν οι Γερμανοί όλοι κι από τα Γιάννενα κι από την Καστοριά κι από τα Γρεβενά. Μας πλάκωσαν όλους. Εγώ, τότε είχαμε είκοσι πρόβατα κι επτά - οκτώ γίδια και τα βοσκούσα εγώ, γιατί δεν ήταν τζιομπάνος τότε, δεν είχαν, με τι να τον πληρώσουν; Ήταν Κατοχή. Κι ήρθαν οι Γερμανοί εδώ, στο χωριό, έκαψαν το σχολείο, είχαμε ένα ωραίο σχολείο, μας το έκαψαν. Το καλύτερο σχολείο που υπήρχε στον Νομό, μπορώ να πω. Αλλά το έκαψαν κι έκαψαν και καμιά δεκαριά σπίτια, κάτι μαγαζιά που είχαν κατ'... Το άλλο το χωριό δεν το πείραξαν καθόλου. Και πήραν και τον πατέρα μου αιχμάλωτο. Είχε πάει στο Σιώποτο. Το χωριό όλο τότε με τους Γερμανούς είχε βγει όλο πίσω στο Ορμάνι. Η μάνα μου με την αδερφή μου και τον αδερφό μου είχαν πάει στο Ορμάν. Ο πατέρας μου με τη γιαγιά μου είχαν βγει, είχαμε ένα αμπέλι όξω, πίσω στου Γκαμπενίκου, είχαν πάει εκεί. Αλλά είχε σωθεί το νερό που έπιναν και η γιαγιά μου είπε: «Να πάω στο χωριό να πάρω νερό, ρε παιδί μου», λέει. «Τι να με κάνουν εμένα οι Γερμανοί» και με το δίκιο της. Ο πατέρας μου είπε: «Όχι, θα πάω εγώ στο Σιώποτο, κάτω, στο ποτάμι», ήταν μια βρύση καλή εκεί.  Πήγε εκεί, αλλά ήταν οι Γερμανοί εκεί. Μόλις τον είδαν να κατεβαίνει του έριξαν κάτω. Πήγε εκεί και τον πήραν από εκεί, μαζί με άλλους πέντε - έξι από εδώ. Είχαν πάρει τον Αντρέα τον Τρούμπαλο, δεν τους θυμάμαι και τα ονόματα, είχαν πάρει τέσσερις - πέντε, τον Αντρέα τον Λαμπανάρη και τους πήγαν. Εγώ είχα τα πρόβατα, τα είχα πάει στο Λιάχοβο, εκεί ερχότανε, ήταν κι άλλος κόσμος από εδώ από το χωριό, καμιά εικοσαριά άτομα, ήταν πέντε - έξι οικογένειες. Έκατσαν εκεί, κατέβαιναν από την Νικορίνα και πήγαιναν όλο στο ποτάμι γιατί ήθελαν νερό, να μαγειρέψουν, να πλυθούν. Όλοι στην ποταμιά ήταν! Εγώ με τα πρόβατα, πού να πάω τώρα; Κατέβηκα στο ποτάμι, στο Λιάχοβο, δεν ξέρω αν τα ξέρεις τα μέρη, είναι μια βρύση εκεί και κατέβηκα στο ποτάμι. Στο ποτάμι κάτω είναι μια μπιστεριά με κούφωμα από κάτω, τη μέρα τα έβαλα μέσα. Ήταν Ιούλιος μήνας, ήταν ζέστα, έπεσαν ψόφια στον ύπνο. Να, δυο Γερμανοί με ένα μουλάρι, ήρθαν από πάνω. Πού το ήξεραν, τη βρύση, και πήγαν και ήπιαν νερό. Έκατσαν εκεί, ήπιαν νερό, κοίταξαν με τα κιάλια. Εγώ ήμουν κρυμμένος καλά, ήταν κάτι λυγαριές κι είχα μπει από κάτω και τα πρόβατα είχαν χωθεί μέσα στις φτέρες. Έκατσαν κάνα δεκάλεπτο εκεί. Πήγαν ως πίσω στο ποταμού, γύρισαν πάνω κι ήρθαν. Νύχτωσε κι εγώ τα μάζεψα τα πρόβατα κάτω από το κούφωμα. Κι έκατσα εγώ από εδώ, αλλά με πηδούσαν από πάνω, άμα με έπαιρνε ο ύπνος. Με πηδούσαν να φύγουν, τα μάζευα εγώ πάλι. Οι Γερμανοί ήταν καμιά πενηνταριά μέτρα παραπάνω από εμένα, ήταν κάτι αμπέλια εκεί μέσα, τα Κατσάδκα που τα λέμε εμείς. Τα μάζεψα εκείνο το ρημάδι κι εγώ και το πρωί, κατά τις 6 ώρα, ανατίναξαν στο Σιώποτο -είχαν οι αντάρτες πολεμοφόδια - και τα ανατίναξαν κι έβγαινε ένας καπνός. Σκιάχτηκαν και τα πρόβατα, αφού έφεξε παντού και βγήκε είκοσι μέτρα πάνω φλόγα, με το ανατίναγμα που έκαναν. Δεν μπόρεσα να τα κρατήσω όλα τα πρόβατα, αλλά είχαν φύγει κι οι Γερμανοί. Πέρασα από εκεί, είδα ήταν που μαγείρευαν και βγήκα παραπάνω εδώ που είναι η γέφυρα, που περνάει ο δρόμος. Τον ξέρεις τώρα τον δρόμο. Εκεί βρήκα ήταν μια βάβω, μια γιαγιά, είχε τρία μανάρια και της τα πήραν τα έσφαξαν οι Γερμανοί και τα έφαγαν. Και ήταν με τις μπροστούρες και τα έντερα αυτή. Λέω: «Τι φτιάχνεις, ρε γιαγιά, εδώ;». «Να ξεπατωθούν οι ρουφιάνοι», λέει, «μου έσφαξαν τα αρνιά και μου άφησαν τις μπροστούρες εμένα», λέει. Και τα έπλενε να τα βράσει κι αυτή. Από εκεί τα πρόβατα ήθελαν να έρθουν στο χωριό, σκοτώθηκαν στον δρόμο. Ήρθαμε εδώ, είχαν φύγει οι Γερμανοί, δεν ήταν κανένας εδώ. Ούτε η μάνα μου, ήταν πίσω, ο πατέρας μου τον είχαν πάρει οι Γερμανοί, η γιαγιά μου ήταν πίσω στο αμπέλι. Άνοιξα εγώ, είχα τα κλειδιά, τα είχαν αφημένα εδώ. Μπήκα μέσα. Ύστερα από κανα δυο μέρες ήρθαν, η μάνα μου. Τον πατέρα μου τον πήραν οι Γερμανοί κι έφυγαν προς τα πάνω. Από εδώ οι Γερμανοί πήγαν στην Αλβανία κι εκεί τον πήγαν και τον πατέρα μου, στην Αλβανία. Και δεν τους έδιναν και ψωμί να φάνε οι Γερμανοί. Ήταν ο Αντρέας ο Λαμπανάρης, αυτός ο Τρούμπαλος, ο πατέρας μου κι αυτός από εκεί πάνω, του Ρούκα το σπίτι, ήταν ένα ανδρόγυνο, αυτός. Αφού έφυγαν οι Γερμανοί, έκαναν τι έκαναν[00:10:00], ήρθαν οι αντάρτες πάλι στο χωριό. Ενώ είχαν κρυφτεί στα βουνά αυτοί οι αντάρτες, όλοι, δεν αντιστάθηκαν πουθενά. Όπου αντιστάθηκαν τα έκαιγαν τα χωριά. Το Ντόλο το έκαψαν το χωριό, άλλα χωριά που αντιστάθηκαν λίγο, τα έκαιγαν. Το δικό μας μόνο έκαψαν το σχολείο. Το σχολείο να μην έκαιγαν μόνο οι ρουφιάνοι κι ας έκαιγαν το χωριό όλο! Πολύ καλό σχολείο, με έξι αίθουσες, τρία γραφεία. Μην το συζητάς τι ήταν! Τέλος πάντων, πέρασαν αυτά! Έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθαν οι Άγγλοι. Κατοχή με τους Άγγλους είχαμε ύστερα. Χειρότεροι από τους Γερμανούς ήταν οι Άγγλοι! Ήρθαν εδώ, ήταν έξι - εφτά Εγγλέζοι, καθόταν στο σπίτι πέρα εκεί του Κουντρολώλ', ένα μεγάλο σπίτι, τριώροφο. Εκεί κάθονταν οι Άγγλοι. Και οι αντάρτες πήγαιναν κι έβγαναν να τους δώσουν όπλα. Μάζωναν κι εμάς τα παιδιά να φωνάζουμε: «Θέλουμε όπλα» κι έλεγαν αυτοί: «Τα παιδιά τώρα τι θέλουν; Όπλα θέλουν κι αυτά;». Εμείς ήμασταν δέκα χρόνια, δεκαπέντε, πόσο ήμασταν; Ήρθε ο καιρός μετά που έφυγαν οι Γερμανοί. Οι κομμμουνιστές τούς είχαν δώσει έξι υπουργεία να πάρουν. Ήθελαν το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, όμως, το Υπουργείο Αστυνομίας, αυτά που δεν τους τα έδιναν. Τους έδιναν έξι υπουργεία, αλλά ύστερα παραιτήθηκαν, δεν τους άρεσαν αυτά. Κι άρχισαν να βγαίνουν. Όταν ήρθανε εδώ, δέκα - δεκαπέντε χωροφύλακες κι άρχισαν να μαζεύουν όλους όσοι ήταν αντάρτες, τους μάζευαν στου Πατούρια το σπίτι, ήταν Αστυνομία εκεί, τους μάζευαν και τους χτυπούσαν στο κατώι. Άλλους τους έδερναν, έναν από το Ντόλο, από το ξύλο πέθανε, τον μπίτ'σαν [τον εξάντλησαν χτυπώντας τον] στο κεφάλι. Είχαν έρθει αυτοί οι Αστυνομικοί, οι χωροφυλάκοι που ήρθαν, ήταν όλοι φασίστες, με τους Γερμανούς και με τους Βούλγαρους. Κι όμως, ύστερα το κράτος τους έκανε αστυνομικούς. Ήταν τόσο κακορίζικοι που δεν μπορείς να φανταστείς! Βγήκαν οι αντάρτες ύστερα. Όσοι έφαγαν ξύλο, σηκώθηκαν έφυγαν στο βουνό. Κακώς βγήκαν, βέβαια, αλλά και τι να κάνεις; Άμα κάθε μέρα σε κλείνουν στο υπόγειο και σου ρίχνουν ξύλο; Βγήκαν αντάρτες πολλοί! Εμένα με πήραν οι αντάρτες. Ήρθαν εδώ το ‘47. Φεύγοντας ο στρατός, ήρθαν οι αντάρτες. Ήρθαν να με πάρουν οι αντάρτες, με πήραν. Αλλά ήταν ο Στέργιος, του Τριαντάφυλλου ο πατέρας, ο Στέργιος ο Ταρνανάς, ήταν κομμουνιστής. Ήταν στέλεχος γερός. Πήγε η συχωρεμένη η μπάμπου και παρακάλεσε τον Στέργιο, λέει: «Είναι μικρό το παιδί». Ήμουν δεκαεπτά χρόνια εγώ τότε, «Μην το πάρετε». Και πραγματικά πάει ο Στέργιος κι όταν μας είχαν καλέσει εμάς εκεί στου Κοντρολόλ το σπίτι, έφυγε από εκεί και πήγε είπε: «Να μη τον πάρετε τον Νίκο». Και δεν με πήραν! Με άφησαν, εμένα και τον Λάζο. Τον θυμάσαι τον Λάζο που ήταν χασάπης, εμένα και τον Λάζο άφησαν. Τον Λάζο τον έβαλε -, είχε μια θεία, πήγε και παρακάλεσε τον αντάρτη. «Εμείς αυτόν έχουμε κι άντρα και παιδί», έλεγε. «Να μη τον πάρετε» και δεν τον πήραν κι εμένα κι αυτόν. Τους άλλους τους πήραν. Πήραν έναν Φώτη Ζούγουλο, έναν Χοντροδήμο Βαγγέλη, έναν Παπακοσμά, έναν Γαϊτάνη, έναν Κάλλιαρη, έναν Σπάχο, κανα δυο άλλους, καμιά δεκαριά τους πήραν αυτούς. Εμένα με άφησαν λόγω που μπήκε ο μπαρμπα - Στέργιος. Πήραν αυτούς.

Ν.Τ.:

Έφυγαν οι αντάρτες, ήρθε ο Στρατός ύστερα πάλι. Εμείς πήγαμε για να δουλέψουμε. Εγώ πήγα δούλευα εδώ, σε ένα χωριό, το είχαν κάψει οι Γερμανοί κι φτιάχναμε τα σπίτια. Στα Σπάτα σ’ ένα χωριό, ήταν παπάς ο παπά - Μιχάλης, τον θυμάσαι τον παπά - Μιχάλη από το Ντόλο; Δεν τον θυμάσαι! Ήταν της μάνας μου αδερφός. Ήταν εκεί στα Σπάτα σε ένα χωριό, με το παλιό το έλεγαν Σπάτα και με το καινούριο το έλεγαν Πολύδεντρο. Εγώ δούλευα στο Κριτς, σ’ ένα χωριό, φτιάχναμε τα σπίτια που ήταν καμένα, αλλά πήγα στον παπά. Σάββατο και Κυριακή που σκολνούσαμε, ήταν της μάνας μου αδερφός παπάς εκεί κι είχα κι εκεί μια ξαδέρφη, μια Άνθη Κουβέλα, ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερη από εμένα, αλλά κι αυτή είχε φύγει, είχε πάει στη Σιάτιστα και δεν τη βρήκα. Κι ήρθαν οι αντάρτες το βράδυ και με πήραν. Είχε ένα μαγαζάκι ο πατέρας μου εκεί κι αυτό ήταν και μπακάλικο, αυτό ήταν και καφενείο. Δεν ήταν άλλο μαγαζί. Ήρθανε, ο πατέρας μου είχε βγει να πάει σε ένα γείτονα κι εγώ έμεινα στο μαγαζί. Είχαμε πάρει και μια οκά κρέας να το ψήσουμε, το είχα βάλει στη σούβλα. Ακούω τα μικρά τα παιδιά, μόλις σουρούπωσε, αντάρτες λέει. Βγαίνω στην πόρτα κοιτάω, ερχόταν. Τι να κάνω! Κλείνω την πόρτα, σβήνω το φως, σβήνω τη φωτιά, κλειδώνω και κάθομαι μέσα. Αυτοί έψαχναν να βρουν μαγαζί, έλεγαν στα μικρά: «Πού είναι το μαγαζί», κι έδειχναν οι μικροί το μαγαζί. «Αυτό είναι το μαγαζί; Δεν είναι μαγαζί αυτό», έλεγαν. «Αυτό είναι, δεν έχουμε άλλο μαγαζί», έλεγαν τα παιδιά, μικρά παιδιά, επτά, οκτώ, δέκα χρονών. Άρχισε να χτυπάει την πόρτα, φώναζε: «Συναγωνιστή, συναγωνιστή», τίποτα εγώ, μέσα, ζάρωνα! Δίνουν μια κλωτσιά στην πόρτα, άνοιξε η πόρτα, εγώ τρύπωσα κάτω από τον μπάγκο. Μπήκαν μέσα αυτοί, δεν είχαν και φως να ανάψουν, δεν είχαν σπίρτα, έστειλαν ένα μικρό παιδί και τους έφερε ένα δαυλί αναμμένο, έξω από την πόρτα τούς έπεσε κάτω και σκορπίστηκε. Αυτοί άρχισαν να ψάχνουν τα συρτάρια, ό,τι έβρισκαν, κάτι στραγάλια, τους άκουγα, τα έτρωγαν. Εκεί, όπως ήμουν κάτω κρυμμένος, ήταν κι μια αντάρτισσα, έβαλε το χέρι από κάτω και με ακούμπησε, «Εδώ, εδώ είναι», λέει. «Σήκω πάνω», λέει. Σηκώθηκα, άναψα τη λάμπα. «Γιατί κρύφτηκες;», λέει, «Φοβήθηκα», λέω. «Τι είστε εσείς;». «Αντάρτες είμαστε», λέει. «Και εγώ», λέω, «τι φταίω;». Πήραν ό,τι τρωγόταν! Ο πατέρας μου ήταν στο σπίτι, δεν τον άφηναν και να βγει έξω, μόλις έκανε να βγει του έλεγαν: «Πάνε μέσα». Εμένα με πήραν. «Πού να αφήσω», λέω, «το μαγαζί;». «Το μαγαζί είναι δικό μας», λέει, «τώρα!». Πήραν κι άλλους έξι από το χωριό και κατά τις 12 ώρα, μας έμασαν, βγήκαμε στον δρόμο. Εκεί πιο πάνω ήταν μια διμοιρία στρατός. Είχαν κάνει ενέδρα, είχαν βγει ενέδρα, αλλά αυτοί οι αντάρτες είχαν βγει δυο μπροστά που πήγαιναν ανιχνευταί, κατάλαβαν πού είναι η ενέδρα και γύρισαν και είπαν στον λοχαγό: «Εκεί», λέει, «εκεί, στο ύψωμα είναι στρατιώτες, περιμένουν». «Τα όπλα ανά χείρας», είπε αυτός, ο λοχαγός. Και είχαν ό[00:20:00]λοι αυτόματα γερμανικά στράιγκερ. Προχώρησαν πάλι. Ο ένας έμεινε εκεί να βλέπει τη διμοιρία, αν μας πάρει χαμπάρι. Από εδώ εμείς, εγώ τιρούσα και μου λέει ένας: «Μην κοιτάς να φύγεις, θα σου ρίξω με τριαντάρα». Τριαντάρα ήταν η ταινία. «Δεν φεύγω», λέω, «πού να πάω να φύγω». Άμα γενόταν κάνας πόλεμος, αλλά περάσαμε και δεν μας πήραν χαμπάρι η διμοιρία ντιπ. Κατεβήκαμε από εκεί, στο ποτάμι, αυτό το δικό μας, που περνούσε εκεί κάτω. Πήραμε την ποταμιά πάνω, βγήκαμε σ ένα χωριό κι από εκεί βγήκαμε στο Λούντζι - ξέρεις πού είναι το Λούντζι εδώ, το λένε τώρα με το καινούριο όνομα, δεν το θυμάμαι. Δεν το ξέρεις κι εσύ. Τέλος πάντων. Βγήκαμε εκεί και το βράδυ, μας είχαν σε ένα χωράφι εκεί όλους. Με το σακάκι και το αυτό ήμουν, κρύωνα! Κοιτάω γύρω τίποτα, σηκώθηκα ολόρθος, περπάτησα λίγο. Εκεί ήταν ένας σκοπός, δεν τον βλέπαμε, «Πού πας;», λέει, «Πάω να κατουρήσω», λέω. «Σαν πολύ αλάργα δεν πας να κατουρήσεις;». Γύρισα πάλι! Από εκεί τον ήξερα τον δρόμο να φύγω στο χωριό! Από εκεί μας πήγαν στον Εντρούς, κάτω, είναι ένα ύψωμα το λένε Εντρούς, έξω από τα Γρεβενά, κάτω. Μας πήγαν εκεί, ήταν ένα σύνταγμα αντάρτες, μας πήγαν στον συνταγματάρχη εκεί, μας ρωτάει. Ήταν ένας έτσι, λίγο φιλάρρωστος, και λέει: «Εγώ θα φύγω». «Πού θα πας να φύγεις;», λέει, «Μέχρι τα έξι τα μέτρα», του λέει, «παραπάνω δε θα πας». «Θα πάω να σας μάσω τα γελάδια να έρθετε να τα πάρετε», λέει. «Πηγαίνουμε τα μαζώνουμε και μόνοι μας, δε χρειάζεσαι εσύ». Μετά ένας άλλος, ήταν και παντρεμένος ο καημένος, «Εγώ», λέει, «είμαι παντρεμένος», είχε γεννήσει κι η γυναίκα του κι είχε και μωρό. «Να πάμε να πάρουμε τη γυναίκα σου και το μωρό», λένε. «Άστους, άστους», λέει ύστερα. Εμένα με ρωτάει: «Εσύ;», λέει. «Εγώ», λέω, «σκοπό είχα να έρθω, τώρα που ήρθα!». Τι να πεις! «Μπράβο, ρε νεαρέ», μου είπε. «Τι να σε κάνω», λέω με τον νου μου! Ήταν κι ένας λοχαγός εκεί, ένας Κούτσος Μήτσος. Σκοτώθηκε ύστερα αυτός. Ήταν λοχαγός και μου λέει: «Εχθές ήμουν στο Κλάδιο», Κλάδιο είναι το Ορμάν, ένα μέρος που το λένε Κλάδιο. «Δεν με κρατάς κι εμένα εδώ», λέω, αφού πηγαίνεις στο Κλάδιο». «Θα ρωτήσω τον διοικητή», λέει, «άμα σε αφήνει, θα σε κρατήσω». Ρωτάει τον διοικητή, «Όχι», λέει, «θα πάνε στα Έμπεδα, να εκπαιδευτούν». Ύστερα, την άλλη μέρα, μας μαζώνουν από εκεί, πίσω από το Λυκοκρέμασμα, στο Επταχώρι, στη Χρυσή και στο Έμπεδο. Εκεί στη Χρυσή, έβρεχε όλη μέρα κι ήμασταν μούσκεμα μέχρι το κόκαλο. Εκεί μας έβαλαν σε ένα σπίτι, δεν ήταν το χωριό, είχε φύγει από εκεί, κι ήταν μόνο αντάρτες. Μας έβαλαν σε ένα σπίτι, αφού μούσκεψε το πάτωμα από το στράγγισμα από τα ρούχα μας. Το πρωί βγήκαν αυτοί, έβγαλαν κατσιαμά κάθε πρωί και έτρωγαν, καλαμπόκι δηλαδή βρασμένο, με λίγο λίγδα. Κι ήταν ένας που τον ήξερα, ήταν εργοδηγός, δουλεύαμε στο δρόμο. Το ‘45 είχε ανοίξει ο δρόμος ο δημόσιος. Τότε άρχισε να γένεται.  Κι ήταν εργοδηγός κι αυτός κι είχε φύγει αντάρτης. Τον γνώρισα, τον φώναξα το όνομα, «Εδώ είσαι;», λέει. «Εδώ με έφεραν», λέω. «Θα πάω να φέρω», λέει, «είναι γυναίκες Πενταλοφίτισσες πολλές». Ήταν η Μαριγούλα, ήταν η Κολοβή πέρα, οι δυο, μάνα και κόρη, ήταν κι άλλες δυο, δεν τις θυμάμαι, ήρθαν όλες μόλις έμαθαν ότι είναι ένας Πενταλοφίτης. Η Μαριγούλα με ρώτησε: «Τι κάνει η Φάναινα, μωρέ;». «Η Φάναινα καλά είναι», λέω, «εσύ τι κάνεις εδώ; Τον βρήκες τον άντρα σου;». «Όχι, δεν τον βρήκα», λέει. Αυτός είχε σκοτωθεί, δεν της είπαν ότι σκοτώθηκε. Μας έβγαλαν από εκεί και μας πήγανε πιο πέρα σε κάτι λιβάδια, σε ένα χωριό, Τούχολη το λένε, κάτι ισιώματα ήταν κι εκεί είχαν τα Έμπεδα, να εκπαιδεύουν τους αντάρτες. Ήταν εκεί καμιά εκατοστή παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Μέχρι τότε δεν έπαιρναν κορίτσια, τότε είχαν ξεκινήσει κι έπαιρναν και τα κορίτσια, τα επιστράτευαν όλα. Με πήγαν εκεί, φτιάξαμε και μια καλύβα. Εγώ έμενα με αυτόν που σου λέω, που ήταν λίγο φιλάρρωστος, μαζί φτιάξαμε καλύβα. Ήταν πολλές μεριές κομμένες από πεύκα και φτιάξαμε καλύβα, είχαν πολλά ξύλα κομμένα, πεύκα, σχισμένα όλα. Και φτιάχναμε πολλές καλύβες για να μένουμε. Ύστερα μας έβγαλαν ένα βράδυ έξω όλους, όσοι ήταν. Θα ήμασταν καμιά διακοσαριά, όλοι επιστρατευμένοι. Μας έβγαλαν έξω όλους βράδυ, είχε και φεγγάρι καλό, μέρα και έφεραν και μια ορχήστρα, ακόμα το θυμάμαι, δεκαεπτά όργανα είχε, κλαρίνα, ντέφια, βιολιά, τύμπανα, νταούλια, τα θυμάμαι ακόμα, σαν να τους βλέπω. Κι άρχισαν να βαραίνουν, μας έβαλαν εμάς στη γραμμή, μια σειρά κορίτσια, μια σειρά αγόρια. «Διατάσεις των χεριών, αραιώσατε», μας είπαν. Γυρίσαμε όλοι κατ' εκεί, οι άντρες ένα βήμα μπροστά, μπήκαμε ανάμεσα σε δυο κορίτσια και τα κορίτσια ανάμεσα σε δυο αγόρια, πιαστήκαμε από τα χέρια κι αρχίσαμε να χορεύουμε. Εκείνον που είχα εγώ, που κοιμόμασταν μαζί, πήγε κλείστηκε μέσα, άναψε τη φωτιά και καθόταν. Εμείς οι άλλοι χορέψαμε όλοι, ριχτήκαμε κι άμα είσαι δεκαεπτά - δεκαοκτώ χρόνια, δεν λογαριάζεις και πολύ, δεν σκέφτεσαι και πολύ. Λες: «Δεν βαριέσαι, θα χορέψω» και χορέψαμε ως τις 4-5 η ώρα το πρωί. Στις 5 πήγαμε στην καλύβα, τον βλέπω αυτόν, είχε πάρει φωτιά η φανέλα του. «Σήκω ρε, θα καείς ζωντανός», του λέω. «Πηγαίνεις χορεύεις εσύ», λέει, «δεν τιράς να φύγεις». «Ξέρεις πού είμαστε εδώ;», του λέω. «Μη λες τέτοιες κουβέντες να φύγουμε», λέω, «θα μας πιάσουν και θα μας πελεκίσουν», λέω, «μην ξαναπείς αυτή την κουβέντα να φύγουμε», λέω. Και κοιμηθήκαμε. Άρχισαν να μας εκπαιδεύουν στα όπλα, στα μυδράλια, ήταν γερμανικά πολυβόλα, πώς να το λύνεις άμα πάθει εμπλοκή, πώς να ρίχνεις χειροβομβίδα, όλα αυτά, μας εκπαίδευσαν δεκαπέντε μέρες. Αφού μας εκπαίδευσαν, μας έβγαλαν σε ένα ύψωμα πέρα και κοιτούσαν. Έριχνε ο στρατός κανόνια σε ένα ύψωμα που ήταν αντάρτες, έριχναν καμιά πενηνταριά οβίδες, ύστερα από λίγο ξεκίνησαν να ρίχνουν κι οι αντάρτες. «Βλέπεις», λέει, «ότι κανένας δεν έπαθε τίποτα;», για να μας δώσουν κουράγιο ότι αυτά που ρίχνουν δεν σκοτώνουν όλα.  Ύστερα μας έστειλαν σε μονάδες. Εμάς τους πέντε μας έδωσαν σε ένα [00:30:00]λόχο, επίλεκτο λόχο τον έλεγαν και τους άλλους σε άλλα τάγματα, μας διενέμισαν σε όλα τα τέτοια. Πήγα εγώ εκεί, ήταν ένας λοχαγός από το Κριμήνι κι ένας διμοιρίτης από το Ντόλο, ένας Ζήσης Μαγιάννης ήταν. Τον είδα σαν γνωστό, «Κι εγώ από τον Πεντάλοφο είμαι», λέει. «Από τον Πεντάλοφο δεν είσαι», λέω, «αν είσαι από το Ντόλο». «Από το Ντόλο είμαι», λέει. Πήραμε τα όπλα και πήγαμε να πολεμήσουμε. Στο Παλιοκριμήνι ήταν αντάρτες σε ένα ύψωμα, αλλά έκαμαν επίθεση ο στρατός και το κατέλαβαν. Παραλίγο να τους πιάσουν όλους αιχμάλωτους κι έστειλαν εμάς, τον επίλεκτο λόχο, να πάμε να καταλάβουμε το ύψωμα. Πήγαμε εκεί, μας χωρίζει στα τρία, έρχεται ο λοχαγός και λέει: «Επίθεση». Πού να το καταλάβεις; Οι στρατιώτες ήταν πολλοί κι ήταν μέρα, ύστερα κι ερχόταν κι άλλος λόχος από κάτω. Ο λοχαγός τραυματίστηκε λίγο, τον πήρε εδώ, ύστερα τραυματίστηκε στο χέρι κι ύστερα στο πόδι. Εγώ υπολογίζω ότι τραυματίστηκε μόνος του για να φύγει. Τον πήραν ύστερα. «Να καταλάβετε το ύψωμα», είπε κιόλας. Ανέλαβε αυτός ο δικός μας, ο Ζήσης ο Μαγιάννης από το Ντόλο, λοχαγός. Κάναμε επίθεση! Εγώ, με λίγο θάρρος που είχα, σε αυτόν του λέω: «Σώθηκαν τα βουνά; Να πάμε παραπέρα». Βγάζει το πιστόλι, να με σκοτώσει. Εγώ τα έχασα! Ήμουν κάτω, έτσι! Παραλίγο να ρίξει! «Άντε, στη χαρίζω», λέει. «Τι έκανα;», λέω, «Δεν είπα τίποτα κακό». «Πήγαινε από εκείνη τη μεριά», μου λέει εμένα. Από τα πλάγια με έστειλε να πάω εγώ, πήγα από το πλάι και βλέπω απέναντι μια πλαγιά που ήταν απέναντι, καμιά διακόσια μέτρα απόσταση θα ήταν, οι στρατιώτες στα κράνη είχαν κλαδιά. Και λέω: «Τι διάολο, περπατούν τα δέντρα; Τι πράματα;». Είχα κάτι σφαίρες που έσκαζε και η σφαίρα εκεί, γκάου έκανε, ταμτούμ το έλεγαν. Ρίχνω μια σφαίρα εκεί σε ένα βράχο, γκάου έκανε η σφαίρα, έπεσαν κατά γης οι στρατιώτες όλοι. «Τώρα τι να κάνω;», λέω. Φοβόμουνα να πάω να του πω κι αυτουνού, ήταν αυτός λοχαγός ύστερα. Αλλά λέω: «Θα πάω!». «Τι θες ρε;», μου λέει. «Έλα να δεις», του λέω, «περπατούν τα δέντρα». «Πώς περπατούν;». «Έλα να δεις!». Πηγαίνω, ρίχνω πάλι μια σφαίρα από αυτές, είχα καμιά δεκαριά τέτοιες, «Κοίτα!», λέω. «Σύμπτυξη!», λέει. «Τώρα λες σύμπτυξη, όταν σου είπα εγώ να φύγουμε, δεν ήθελες!». Πραγματικά, είχε αυτός ένα μυδράλιο κι έριχνε για να μπορέσουμε εμείς να φύγουμε, να μη μας πάρει μυρωδιά ο στρατός και έρθει κανένα αεροπλάνο και μας πετσοκόψει. Τώρα δεν μπορούσε να έρθει αεροπλάνο, γιατί ήμασταν κοντά με τον στρατό. Κάτσαμε πέρα, από κοντά μας έφτασε κι αυτός με το πολυβόλο στον ώμο, βγήκαμε πίσω από ένα άλλο ύψωμα και πέσαμε ψόφιοι. Ούτε ψωμί, ούτε νερό, τίποτα! Πέσαμε ψόφιοι κατά γης, να ξεπολυθούμε [να βγάλουμε τα παπούτσια] και του είπα ύστερα: «Καλά ρε Ζήση, θα με σκότωνες;». «Θα σε σκότωνα», λέει. «Γιατί;», λέω. «Να μη λες τέτοιες κουβέντες, να φύγουμε». «Τόσοι σκοτώνουν, δεν έχει προκοπή!», λέω. Φύγαμε, γυρίσαμε πίσω,   «Μέτρα να δούμε πόσοι λείπουν», λέει. Μας έλειπαν επτά - οκτώ αντάρτες, είχαν σκοτωθεί. «Βλέπεις πόσοι λείπουν; Αν φεύγαμε την ώρα που είπα εγώ», λέω, «θα ζούσαν οι περισσότεροι». Πήγαμε σε ένα ύψωμα, ήταν πολύ εξοπλισμένο, είχε πολυβολεία, με δέκα οξιές, γριντιές, η μια έτσι, η άλλη αλλιώς, πάνω, να μη το περνάει ούτε βόμβα. Ήρθαν σ' ένα ύψωμα κι έκανε επίθεση ο στρατός, ήταν οπλισμένο πολύ και δεν μπόρεσαν να το περάσουν. Ήρθαν μέχρι εκεί πέρα και λέει ο λοχαγός: «Με τα μαχαίρια στο στόμα, παιδιά, απάνω τους!». Κι αρχίσαμε κι έφυγε ο στρατός, χάθηκε, ήταν και νύχτα. Τους έπιασε νύχτα, πού να πας μέσα στο Ορμάν, σε ποιο δρόμο, άλλοι πήγαν από εδώ, άλλοι από εκεί, δεν ήξεραν κι αυτοί κατά πού να πάνε. Το πρωί μάς έστειλαν εμάς τους τρεις, εγώ κι άλλοι δυο, να πάμε να δούμε. Πραγματικά είχαν απομείνει, άλλος βγάλει και τα παπούτσια του ο έρμος και ό,τι είχαν πέσει από αυτούς, από τον στρατό, τα μαζέψαμε και τα πήραμε. Ύστερα, μας έστειλαν πάλι εμάς τους τρεις να πάμε πιο κάτω να μαζέψουμε κι άλλα πλιάτσικα. Του λέω: «Καλά θα πάμε, αλλά τι θα βρούμε;». Ήθελα να τον ψαρέψω να δω. «Δεν έχει τίποτα από εδώ κι κάτω, τα μάτια σας τετρακόσια!». «Άντε», λέω, «Άμα με δεις, γράψε με», με τον νου μου! Πραγματικά, κατεβήκαμε οι τρεις μας κάτω. Πώς να ξεφύγω από αυτούς τους άλλους δυο εγώ; Τους λέω: «Δεν κάνουμε μια δλεια, να χωριστούμε, να μη πηγαίνουμε όλοι μαζί, να πάει ένας εδώ, άλλος κατ’ εκεί κι ό,τι βρούμε να μαζευτούμε εδώ. «Καλά λες!». Ένας πήγε κατ’ εδώ, ο άλλος κατ’ εκεί κι εγώ πήγα προς τα εκεί που ήταν ο στρατός. Το κόβω κάτω, τρέχοντας! Βγήκα κάτω σε ένα μέρος, αλλά άρχισε να νυχτώνει. «Τώρα πού να πάω; Θα κάτσω εδώ!». Τρύπωσα σε κάτι κέδρα μέσα, ζάρωξα! Και να ερχόσουνα εκεί δεν με έβρισκες, μέχρι να ξημερώσει. Πού να κοιμηθείς, όμως, πεταζόμουνα από τον ύπνο! Πήγαινε να με πάρει λίγο ο ύπνος και σηκωνόμουνα όρθιος. Μόλις άρχισε να φέγγει, να χαράζει λίγο, σηκώθηκα και τίρ'σα. Απέναντι, καμιά εκατόν πενήντα - διακόσια μέτρα, ήταν στρατός, δεν ήξερα όμως τι ήταν, στρατός ή αντάρτες; «Να φέξει», λέω, «να τους δω καλά!». Τους είδα καλά, ήταν στρατιώτες, άλλη φορεσιά είχαν οι στρατιώτες κι άλλη οι αντάρτες. Οι αντάρτες είχαν πολιτικά, ό,τι είχε ο καθένας. Εγώ τα ρούχα που είχα από το σπίτι ήμουν ντυμένος. Βάζω το όπλο στα κέδρα, βάζω κι ένα στεγνό κέδρο από πάνω εκεί για να ξέρω πού το έχω. Μόλις σηκώθηκα όρθιος, να ένας σιαπέρα με το αυτόματο, είχα όμως ένα πανί άσπρο, το είχα για αυτή τη δλεια. Σήκωσα ότι παραδίνομαι. «Τα χέρια πάνω κι έλα», λέει. Αυτός με το αυτόματο έτοιμος! Πήγα με τα χέρια πάνω, πέρασα, ήταν και ναρκοπέδιο, πώς δεν πάτησα ούτε νάρκα, ούτε να πάρω κανένα σύρμα. Πέρασα και πήγα! Με πήραν οι στρατιώτες, με ανέβασαν πάνω που ήταν ο λοχαγός. «Τι τον φέρνετε εδώ, μωρέ;». 

Ν.Τ.:

Κι από εκεί στην κορυφή στο ύψωμα, ήταν ο διοικητής, ο ταγματάρχης. Κι εκείνος είπε: «Τι τον κουβαλάτε εδώ». Έκατσα εκεί. «Για έλα εδώ», λέει αυτός. «Τώρα θα μου πεις πόσοι είναι». Αυτοί υπολόγιζαν επειδή έπαθαν πανωλεθρία ότι ήμασταν χίλιοι. Εμείς ήμασταν σαράντα επτά όλοι κι όλοι.[00:40:00] «Πόσοι αντάρτες», λέει «είναι εκεί πέρα; «Σαράντα επτά, έφυγα εγώ, σαράντα έξι», λέω. Βγάζει το πιστόλι κι αυτός, «Ήρθες εδώ να μας παγιδέψεις;», λέει. «Γιατί, κύριε διοικητά, να σας παγιδέψω; Εγώ ήρθα να γλυτώσω εδώ, δεν ήρθα να σκοτωθώ», λέω. «Πόσοι είναι, εδώ λέμε είναι χίλιοι». «Χωράει το ύψωμα εκεί χίλιους; Είσαι και αξιωματικός. Χίλιους ανθρώπους δεν τους χωράει ο τόπος. Είναι σαν τη Γκραντίσκα, σταματούν χίλιοι ανθρώποι; Ή στου Κόρακα τη φωλιά, μπορούν να σταματήσουν χίλιοι; Δεν τους χωράει ο τόπος!». Σάματ' συνήλθε, «Έχεις δίκιο», λέει. «Σαράντα επτά είναι, αλλά έχουν πολύ οπλισμό. Έχουν δεκατέσσερα μυδράλια, χώρια αυτόματα και χώρια όπλα», λέω. «Αλλά οι ανθρώποι είναι τόσοι». «Από πού είσαι;», μου λέει, «Από τον Πεντάλοφο Κοζάνης». «Μέσα από τον Πεντάλοφο;». «Ναι», λέω. «Γνωρίζεις τον Γιάννη τον Κατσιαδήμο;», λέει. Το σπίτι είναι εκεί που το έχει ο πατέρας σου, ήταν εκεί, αυτός και η γυναίκα του, δεν είχαν παιδιά. Εγώ έκατσα σε αυτό το σπίτι, δεν ξέρω πόσους μήνες, μου είπε. Γιατί οι αντάρτες τότε, ο Ε.ΛΑ.Σ. είχαν φέρει κάτι αξιωματικούς σαν αιχμάλωτους τους είχαν και τους είχαν σε περιορισμό. Αυτόν, ήταν ταγματάρχης, τον είχαν βάλει στον Γιάννη τον Κατσιαδήμο, άλλους σε άλλα σπίτια και άλλους καναδυό τους είχαν στείλει στο Μοναστήρι κι έμεναν. «Τον ξέρω», λέω, «τον Γιάννη τον Κατσιαδήμο, πώς δεν τον ξέρω; Πολύ καλά». Σαν να μαλάκωσε λίγο κι αυτός, έβαλε το πιστόλι μέσα. «Όλοι σκοτώνουν», λέω, «εκεί σκοτώνουν, εδώ σκοτώνουν, δεν έχει προκοπή». Ησύχασε κι αυτός, με ρώτησε για τους αντάρτες, τα είπα όλα αυτά, «Εγώ είμαι από τον Πεντάλοφο Κοζάνης, ανηψιός του Γιάννη του Κατσιαδήμου και με πήραν οι αντάρτες, με επιστράτευσαν». Την άλλη μέρα, έρχονται δυο αεροπλάνα και ρίχνουν βόμβες ναπάλμ, είναι φωτιά, καίει ο τόπος όλος! Γιατί δεν μπορούσαν αλλιώς να τους βγάλουν τους αντάρτες από εκείνο το ύψωμα κι έριξαν δυο βόμβες ναπάλμ. Έκαιγε ο τόπος! Κι οι μπιστεριές ακόμα! Φωτιά! Και μου λέει ο διοικητής: «Άμα ήσουν εκεί πέρα, θα καιγόσουν τώρα». «Γι’ αυτό πρόλαβα και ήρθα», λέω, «να μη καώ!». Πραγματικά, αυτή η φωτιά έμπαινε μέσα από τις θυρίδες κι έκαιγε τα πολυβολία. Εκεί σκοτώθηκαν πολλοί αντάρτες, άλλοι κάηκαν. Τα αεροπλάνα, εκτός που έριχναν, πυροβολούσαν κιόλα. Τους πετσόκοψαν! Φαινόταν το ύψωμα, σκοτώθηκαν πολλοί, κάηκαν πολλοί! Να ακουμπήσω λίγο, δεν μπορώ άλλο. Και κατέλαβε το ύψωμα ο στρατός. Όταν γυρνούσα εγώ από εκεί, εμένα με έστειλε ο διοικητής να πάω να πάρω το όπλο. «Πού το έχεις;». «Το έχω εκεί πέρα». Έρχονται και δυο στρατιώτες και τους λέει: «Άμα τον δείτε να, σαν να λέει σκοτώστε τον κιόλας». Αλλά ήταν καλά παιδιά και δεν έκαναν να με σκοτώσουν. Λέω: «Να πάω εγώ μπροστά που ξέρω πού το έχω, πού πέρασα». Πραγματικά, ήταν και το χορτάρι τόσο, Ιούνιος μήνας. Φαινόταν το χορτάρι, ήταν όπως πατάς το χιόνι, φαίνεται ο τορός. Πήγα μπροστά, έναν τον έδωσα το όπλο και στον άλλον τις σφαίρες και τις χειροβομβίδες. «Εσύ το έχεις γεμάτο», λένε, το είχα έτοιμο για ρίξιμο, όποιος και να ερχόταν το βράδυ, θα τον πυροβολούσα, ή αντάρτης, ή στρατιώτης. Γυρίσαμε πάλι στο τάγμα εμείς, σαν με είδε ο ταγματάρχης που γύρισα πάλι και δεν με σκότωσαν, του ήρθε από θαύμα, σου λέει: «Πάλι ζωντανό τον έφεραν». Έκατσα ύστερα, πήρα θάρρος με τον διοικητή, μιλούσαμε καλά, για πολλά, γιατί είχε κάνει στο χωριό εδώ ένας αξιωματικός, πήρα θάρρος κι εγώ. Περνάει ένας, ήμουν ελεύθερος, ερχόμουν γύρω στο στρατόπεδο, μου 'φερναν φαγητό, ψωμί, από όλα. Έρχεται ένας ανθυπολοχαγός και με ρωτάει: «Έχεις ταυτότητα;». «Έχω», λέω. Πάω να βγάλω την ταυτότητα από το πορτοφόλι, το παίρνει όπως ήταν. Στο πορτοφόλι είχα τριακόσιες δραχμές που είχα πληρωθεί από τη δουλειά που δούλευα και την ταυτότητα. Αυτός το πήρε κι έφυγε. Δεν μου το έφερε πίσω το πορτοφόλι. Πήγα στον διοικητή, του είπα έτσι κι έτσι, μου πήρε το πορτοφόλι. Είχα και δυο φωτογραφίες, δυο κορίτσια, πρώτες ξαδέρφες από την Αμερική, είχαν πάει στην Αμερική τα κορίτσια και μου στειλαν, κι είχα και δυο φωτογραφίες μ' αυτές, όμορφα κορίτσια, πολύ! «Θα τον γνωρίσεις άμα τον δεις;», λέει. «Θα τον γνωρίσω!». «Θα τον εκτελέσω επί τόπου», λέει. «Να κλέψει από αιχμάλωτο;». «Άλλο κακό μας βρήκε», λέω. Ήρθαμε γύρω να τον βρούμε, κοίταξα, δεν τον είδα, φοβόμουν και να πω μην τον σκοτώσει. Δεν τον βρήκαμε, «Έφυγε», λέει, «θα ήταν περαστικός και πάει προς τα πάνω». Ύστερα από καμιά δεκαριά μέρες που έκατσα εκεί, μαζεύτηκαν κι άλλοι πέντε - έξι αντάρτες που είχαν παραδοθεί και τους έπιασαν, μας κατέβασαν στην Καστοριά. Κατεβαίνοντας κάτω στην Καστοριά, κατεβαίνοντας κάτω στην Καστοριά που ήταν η μεραρχία στρατοπεδευμένη έξω, ήταν ο Χρήστος ο Χονδροκώστας φαντάρος, έλεγε το σ, το έλεγε θ. «Μήπωθ, είπε ο Χρήστος, «είναι κανένας από το Βόιο;». Κατάλαβα εγώ ότι είναι ο Χρήστος. Λέω: «Χρήστο!», «Νίκο», ξέρω ‘γω! Από εκεί μας βάζουν σε ένα αυτοκίνητο τριών τετάρτων στρατιωτικό να μας πάνε στην Καστοριά μέσα. Δίπλα σ' εμένα ήταν έξι αντάρτες, έκατσε κι ένας χωροφύλακας, να πάει στην Καστοριά. Μου λέει εμένα: «Από που είσαι;». «Από τον Πεντάλοφο», λέω. «Μέσα από τον Πεντάλοφο;», λέει, «Ναι», λέω. «Γνωρίζεις τον Φώτη τον Καραβίδα;», λέει; «Πώς δε τον γνωρίζω». Εσείς δεν τον ξέρετε, ήταν ο Φώτης ο Καραβίδας, το σπίτι, καθόταν εκεί. «Τον γνωρίζω τον Φώτη τον Καραβίδα», λέω, μεγαλώσαμε μαζί, ήταν πέντε - έξι χρόνια μεγαλύτερος από εμένα ο Φώτης, αλλά έμενε στο αυτό και περνούσε από εδώ από τον μαχαλά μας και τον ήξερα καλά κι αυτός με ήξερε. «Άμα τον δεις θα τον γνωρίσεις;», λέει. «Πώς δε θα τον γνωρίσω! [00:50:00]Ο Καραβίδας ήταν οδηγός, ο Φώτης ο Καραβίδας;», φωνάζει αυτός: «Καραβίδα!» Μόλις άκουσα τη φωνή του τον κατάλαβα! «Φώτη», λέω! Γυρνάει αυτός, με βλέπει, σταματάει, με αγκαλιάζει ο Φώτης, μου ανοίγει μια κονσέρβα να φάω. «Ρε μπασκίνα» του λέει, «τι το κάνεις το παιδί, «Θ'κο μ’ παιδί είναι» λέει, «μην το πειράξεις!». «Δεν το έκανα τίποτα, απλώς ρώτησα αν σε γνωρίζει, λέει. Αυτός ήταν και Κρητικός, «Εκάτεχές τον;», μου έλεγε. «Τι κάτεχές τον, μου λέει αυτός;», έλεγα. «Αν τον γνώριζες», «Τον γνώριζα από μικρό παιδί», λέω! Ο Φώτης μου έδωσε κονσέρβα, άνοιξε, έφαγα και μπήκαμε πάλι. Πηγαίνουμε εκεί, ήταν ένα στρατόπεδο που έβαζαν αντάρτες που έπιαναν ή παραδίνονταν. Εκεί που ήταν ίσκιος να μπω μέσα, να μπούμε μέσα, ήμασταν πέντε - έξι, ήταν ένας στρατιώτης, είχε κατεβάσει τον μπερέ χαμηλά, καθόταν στον ήλιο, «Σαν γνωστός είναι ετούτος», έλεγα. Στάθηκα μπροστά στον ήλιο, σηκώνεται αυτός κι ήταν ο Νάτσης ο Νάγιος. Εσύ θα τον ξέρεις τον Νάτση τον Νάγιο, ήταν φαντάρος. Με κοιτάει κι αυτός, με γνώρισε. «Είναι πολλοί δικοί μας εδώ», λέει, «στρατιώτες». «Θα πεις τον Κώτσιο τον Λιάτο», ο Κώτσιος ο Λιάτος ήταν της Σοφίας ο άντρας, ήταν φαντάρος κι αυτός, «αυτόν θα πεις να έρθει εδώ». Γιατί αυτός θα έγραφε γράμμα στη Σοφία, να πει και στους δικούς μου εδώ ότι είμαι ζωντανός και καλά. Πραγματικά, ήρθε ο Κώτσιος μόλις του είπε ότι είναι ο Ταρνανάς εδώ, ήρθε κι ο Αντρέας ο Λαμπανάρης, ήταν πολλοί, γεροσοφούληδες τους έλεγαν κιόλας. Του είπα του Κώτσιου: «Θα γράψεις ένα γράμμα στη Σοφία τώρα, σήμερα κιόλας;». «Μόλις θα πάω κάτω», λέει «θα το γράψω». Και πραγματικά έγραψε ο Κώτσιος στη Σοφία ότι είδα τον Νίκος τον Ταρνανά, είναι εδώ αιχμάλωτος, είναι καλά, είναι γερός. Ήρθε η Σοφία, ήταν η γιαγιά μου, καθόταν εκεί στην πόρτα, ήταν καλοκαίρι και άνοιγε την πόρτα να πάρει αέρα. Ήρθε η Σοφία και της λέει: «Μανίτσα», μανίτσες τις έλεγαν τις μπάμπες τότε, «ήρθα να σου πω ένα καλό χαμπέρι». «Από τον Νικολάκη μου», λέει αυτή, Νικολάκη με έλεγαν τότε εμένα. «Ναι», λέει, «μου είπε ο Κώτσιος ότι είδε τον Νίκο, είναι καλά, είναι γερός». Φωνάζει τη μάνα μου: «Κέρνα μωρέ», λέει, «ετούτο το κορίτσι για το χαμπέρι που μας έφερε». Το κέρασε η μάνα μου το κορίτσι. Από εκεί μας μάζεψαν, ήμασταν καμιά δεκαριά αιχμάλωτοι, μας έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο να μας πάνε στην Κοζάνη. Στο δρόμο που μας πήγαιναν, σταματήσαμε στο Καλονέρι, ένα χωριό. Είχε δυο βρύσες τότε, τώρα δεν τις έχει, τις πήραν στα σπίτια, έτρεχαν έξω. Μας λέει ο λοχίας που μας συνόδευε: «Διψάτε;». «Ναι!». Πήγε μας έφερε δυο γκιούμια, το ήπιαμε. Πήγε να το γεμίσει πάλι, «Να ξαναπιείτε κι άλλο», λέει. Το ήπιαμε όλο, σκασμένοι από νερό! Ανεβαίνει ένας ανθυπολοχαγός, δόκιμος. Πατάει στη ρόδα κι ήταν ένα παιδί, μικρότερος από εμένα, του έδωσε δυο χαστούκια. «Ήσουν αντάρτης», λέει. «Με πήραν», λέει, «τι να κάνω!». Ο λοχίας, μόλις είδε ότι βάραγαν το παιδί, παρατάει τα γκιούμια και έρχεται και τον πιάνει. «Για κατέβα κάτω», λέει, «βρήκες δεμένους ανθρώπους και τους βαράς; Να που είναι, παραπάνω, σύρε παλικαρά, να πολεμήσεις, άμα είσαι άντρας!». Ο λοχίας αυτά. «Του έδωσα», λέει, «δυο χαστούκια». «Ως πότε θα τους συνοδεύω εγώ», λέει, «δε θα τους πειράξει κανένας!», λέει. Μας συνόδευσε μέχρι την Κοζάνη, πήγαμε μέσα στο στρατόπεδο, ήταν κι άλλοι αντάρτες αιχμάλωτοι, θα ήμασταν καμιά εκατοστή αιχμάλωτοι αντάρτες εκεί μέσα. Όλοι, μέσα, ήταν δυο σκηνές μεγάλες, που χωρούσαν σαράντα - πενήντα ανθρώπους μέσα, μας έβαλαν μέσα στις σκηνές και μας έπαιρναν αγγαρεία, άμα ήθελαν να πάνε να φορτώσουν τίποτα αυτοκίνητα, ή να ξεφορτώσουν και μας έπαιρναν εμάς αγγαρεία. 

Δ.Κ.:

Εκεί πόσο μείνατε; 

Ν.Τ.:

Καθίσαμε τρεις μήνες και παραπάνω. Ύστερα άρχισαν να μας διώχνουν. Μας έκαναν ανακρίσεις, ανακρίσεις κάθε μέρα, πώς πήγες, πού πήγες, ποιον είδες, τι έκανες, τα πάντα! Τι έλεγα τώρα;

Δ.Κ.:

Για τις ανακρίσεις. Πώς φύγατε μετά από εκεί; 

Ν.Τ.:

Μας είχαν εκεί αιχμαλώτους, μας έπαιρναν αγγαρεία! Πήγαμε να φορτώσουμε ένα κι ήταν ο Λόλας ο Γιώτας, φαντάρος, δεν τον ξέρετε εσείς τον Λόλα, ούτε εσύ. Πέθανε νέος, κάποια ασθένεια τον βρήκε. Μόλις μας είδε εμάς που φορτώναμε, «Έλα εδώ εσύ», λέει. Τον γνώριζα εγώ τον Λόλα και με γνώριζε κι αυτός, δεν με άφησε να φορτώνω. «Κάτσε εδώ εσύ», λέει. Ήταν χωριανός. Φόρτωσαν οι άλλοι οι αντάρτες, εγώ τίποτα, καθόμουν εκεί, κοιτούσα. Δουλέψαμε πολύ εκεί, φορτώναμε, ξεφορτώναμε. Ήρθε ένας μπάρμπας μου, της μάνας μου αδερφός, ήταν φαντάρος στα Γρεβενά κι έμαθε ότι είμαι αιχμάλωτος στην Κοζάνη κι ήρθε. Ήρθε ο μπάρμπας μου, της μάνας μου αδερφός ήταν. «Ήρθα να δω έναν κατσαπλιά», λέει. Κατσαπλιάδες μας έλεγαν τους αντάρτες. «Απαγορεύεται, συνάδελφε, ξέρεις, φαντάρος είσαι, απαγορεύεται να τους δεις». «Πώς», λέει, «είναι ανηψιός μου, να τον δω», λέει. «Τι να σε κάνω, φαντάρος είσαι, ξέρεις τις διαταγές», λέει. «Ποιον να ρωτήσω;», λέει. «Τράβα μέσα στη σκηνή αυτή», λέει. Ήταν ένας υπολοχαγός, αυτός ήταν υπεύθυνος για αυτά. Ανοίγει τη σκηνή ο μπάρμπας μου, τον βλέπει, τον γνώριζε. «Εσύ είσαι καπετάνιος εδώ;», του λέει. «Εγώ», λέει. «Φώναξε, έναν κατσαπλιά θέλω να δω», λέει. «Ποιος είναι;», λέει. «Ταρνανάς». Με φωνάζουν, βγήκα έξω, πήγα στη σκηνή, έκατσα με τον μπάρμπα μου, μιλήσαμε, κουβεντιάσαμε. «Τι σας κάνουν;». «Μας ψόφησαν στις αγγαρείες», λέω. «Ακούς ρε», λέει, «τι λέει ο ανηψιός μου;». «Τώρα που ξέρω ότι είναι ανηψιός σου δε θα τον πάρω αγγαρεία» και δεν με ξαναπήραν, με άφηναν ξαπλωμένο κάτω. Δεν με πήραν άλλο. 

Δ.Κ.:

Από εκεί, πως φύγατε και ήρθατε εδώ, στο χωριό; 

Ν.Τ.:

Τώρα θα σου πω. Από εκεί μας απόλαγαν, πήραμε χαρτί, ότι ο Ταρνανάς Νικόλαος, του Αντρέα, επιστρατευθείς βιαίως, παραδοθείς αυθορμήτως κι αφέθη ελεύθερος. Πήραμε το χαρτί αυτό και μας έβαλαν σε στρατιωτικά αυτοκίνητα, τότε έρχονταν όλα από κατ' στο χωριό εδώ κι ήρθα στο χωριό εδώ. Ήρθε ο Γκέλης ο Γαλάνης. Τέλος πάντων,[01:00:00] ήρθα στο χωριό ύστερα, είχα το χαρτί, όμως, αυτό, ότι αφέθη ελεύθερος. Καθόμασταν έξω στου Καραμπελιά το καφενείο, ήρθε ο Γκέλης ο Γαλανής, «Σύρε, σε θέλει ο καπετάνιος», ο αστυνόμος δηλαδή. Πήγα στην αστυνομία, «Μου είπαν ότι με ζήτηξες εσύ», λέω. Μπαίνει ο Γκέλης, «Ήταν αντάρτης», λέει. Δίνω το χαρτί, «Σύρε στο καλό σου, παιδί μου», λέει. Πέρασαν όλα τα χρόνια, ήρθε αυτό, έφυγαν οι αντάρτες, διαλύθηκαν. 

Δ.Κ.:

Μια τελευταία ερώτηση έχω, είπατε πριν ότι είχατε στο πορτοφόλι κάτι λεφτά. Τι δουλειά κάνατε; 

Ν.Τ.:

Οικοδόμος, δούλευα μάστορας.

Δ.Κ.:

Εδώ, στο χωριό; 

Ν.Τ.:

Όχι! Κάτω εκεί, εκεί που με έπιασαν και με πήραν. Δεν με πήραν από το χωριό, δούλευα εκεί στα Σπάτα κι ήρθαν ένα βράδυ οι αντάρτες και με πήραν.

Δ.Κ.:

Σαν οικοδόμος; 

Ν.Τ.:

Οικοδόμος, οικοδόμος δούλευα! Ήμουν μάστορας τότε εγώ! 

Δ.Κ.:

Ωραία, αυτό ήθελα! 

Ν.Τ.:

Θες τίποτα άλλο να με ρωτήσεις; 

Δ.Κ.:

Όχι, ευχαριστώ! 

Ν.Τ.:

Εγώ ευχαριστώ, κούκλα μου, να είσαι καλά!