© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
28 Αυγούστου 1944: Ολοκαύτωμα Μαλαθύρου Χανίων, μία μαρτυρία του Γεώργιου Καρτσωνάκη.
Istorima Code
10319
Story URL
Speaker
Γεώργιος Καρτσωνάκης (Γ.Κ.)
Interview Date
27/08/2021
Researcher
Εμμανουήλ Ντελής (Ε.Ν.)
[00:00:00]
Καλημέρα.
Καλώς τον Μανωλάκη.
Θα θέλατε να μου πείτε το όνομά σας;
Γεώργιος Αντωνίου Καρτσωνάκης, Μαλάθυρος Κισσάμου, Χανιά Κρήτης.
Είναι Σάββατο 28 Αυγούστου 2021, είμαι με τον Γεώργιο Καρτσωνάκη-
Μάλιστα, του Αντωνίου, γιατί είναι κι άλλοι από την οικογένειά μου Γεώργηδες.
Βρισκόμαστε στα Χανιά της Κρήτης, εγώ ονομάζομαι Μανόλης Ντελής, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Αντώνη, πώς είναι να μεγαλώνει κάνεις στη Μαλάθυρο;
Πώς;
Πώς είναι να μεγαλώνετε στη Μαλάθυρο;
Από τη μικρή ηλικία δηλαδή, ε; Ήμασταν, παιδί μου, από οικογένεια, ο πατέρας μου είχε πέντε παιδιά, τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Το διάστημα που ήρθαν οι Γερμανοί και εκυκλώσαν το χωριό και τσι συλλάβανε, τότες ήμουνα 18 ετών. Ήρθανε λοιπόν, οι Γερμανοί απ’ τα Μεσαύλια, απ’ το Κακόπετρο, είχαμε ένα χωριό και περάσανε απ’ το Κακόπετρο, όσους βρήκαν τους εκτέλεσαν. Εκτελέσανε από ένα σπίτι τέσσερα παιδιά - Δεσποτάκηδες - κι όσους βρήκανε. Μετά, συνεχίσανε κι ήρθανε εδώ στις 28 του Αυγούστου, ημέρα Δευτέρα, τα ξημερώματα. Προτού καλά-καλά να έχουνε σηκωθεί απ’ τα σπίτια τους οι ανθρώποι, ήρθανε, οι πρώτοι εμπήκανε μέσα, κοιτάξαν να πάνε στο τέρμα του χωριού και μόλις εφτάξανε στο τέρμα του χωριού, της Μαλαθύρου δηλαδή, ερίξανε μια φωτοβολίδα και μετά τη ρίψη της φωτοβολίδας, αρχινήσανε τις συλλήψεις. Όπου ήσουνα ή στο σπίτι, ή στον αγρό, ή στον δρόμο, σε συλλαμβάνανε και τους συγκεντρώσανε, Μανόλη μου, σε τρία σημεία, στο Δημοτικό σχολείο απέναντι, εδώ στον συνοικισμό τον δικό μας και στον συνοικισμό, στο πάνω χωριό που λέμε. Σε τρεις συνοικισμούς. Και τσι είχανε και τσι βλέπανε με τα αυτόματα πολυβόλα απ’ την ώρα που τους επιάσανε, μέχρι το βράδυ στις 6:00 η ώρα, απού τους επήγανε σε ένα σημείο, σε μια ρεματιά, κοντά στον Βουλγάρω, κοντά στο Μάκρωνα και τσι εκτελέσανε, εξήντα ένα άτομα. Κατάλαβες; Και μετά την εκτέλεση, οι υπόλοιποι που μείνανε, εφύγανε, όπου μπορέσανε να πάνε για να γλιτώσουνε. Εγώ είχα φύγει από το σπίτι μου, απ’ του πατέρα μου, γιατί είχανε σκοτώσει τον πατέρα μου, τον αδερφό του, τον γιο του, απ’ την οικογένεια μου έντεκα Καρτσώνηδες. Οι περισσότεροι εκτελεσθέντες από τη Μαλάθυρο ήταν από την οικογένειά μας, Καρτσωνάκηδες και οι υπόλοιποι, δηλαδή την καλύτερη νεολαία του χωριού μας εκτελέσανε. Από 18 μέχρι 60 χρονών, αλλά οι περισσότεροι ήταν νεότατοι. Κατάλαβες; Τέλος πάντων, αυτοί που μείνανε και γλιτώσανε κάτι λίγοι, εφύγανε και πήγανε να κρυφτούνε να μη ξαναπέσουν σε παγίδα και σκοτωθούνε. Και φεύγαμε και λείπαμε σαράντα μέρες απ’ το χωριό μας, κρυμμένοι σε βουνά, σε σπήλιους, για να γλιτώσουμε.
Εγώ να σου πω πώς εγλίτωσα;
Φυσικά.
Ένα βράδυ, λοιπόν, Μανόλη μου, κείνη την ημέρα επήγαμε με έναν συγγενή, ξάδερφο, στο κυνήγι, δηλαδή στέναμε παγίδα για τον λαγό το βράδυ, με σύρμα και πέρναγε ο λαγός από το δρομαλάκι δηλαδή και στέναμε την παγίδα και πέρναγε αυτός ξέγνοιος και έμπαινε η σαλταρά στον λαιμό του και επηγαίναμε το πρωί και τον βρίσκαμε. Είχαμε πάει, Μανόλη μου, συγγενείς - Καρτωνάκης και αυτός - αποβραδίς, την Κυριακή το βράδυ και στέσαμε τα σύρματα. Το πρωί πήγαμε να δούμε αν επιάσαμε λαγό, δεν επιάσαμε. Γυρίζοντας, από ένα σημείο είδα εγώ ότι κατεβαίνουνε οι Γερμανοί από διάφορα σημεία. Ήταν ένας χωριανός μας και συναντηθήκαμε επαέ, είχε πάει τα ζώα του στα χωράφια, για να [00:05:00]φάνε βοσκή και γυρίζαμε μαζί κάτω, παρέα, και του λέω: «Γιάε, θείο, Γερμανοί, να κάνουμε οπίσω!». «Όι, παιδί μου, γιατί έχουνε σκύλους και όπου κι αν επάμε να κρυφτούμε θα μας βρούνε!» (Δ.Α.) Πάει αυτός στο σπίτι του κι εγώ πήγα στο σπίτι του πατέρα μου, λέω της αδερφής μου-γιατί ήτανε μια μου η αδερφή, ήμαστε τρία κορίτσια και τρία αγόρια, το πρώτο παιδί του πατέρα μου ήτανε μία κόρη και μετά εγώ, γεννηθείς το 1926, αυτή ήτανε του ’22 – «Είναι οι Γερμανοί είδα- και είχαμε κάτι πράγματα αγοράσει από πλανόδιους και ήτανε στρατιωτικά είδη και λέω της αδερφής μου-Πήγαινε να τα κρύψεις, γιατί αν έρθουν, θα ανέβουν, θα τα κοιτάξουνε και θα τα βρουν και θα κάψουν το σπίτι». Πήγε λοιπόν, και τα κρύψε και γυρίζει και την ώρα που γύριζε, φτάνουν οι Γερμανοί. Παίρνουν τη μάνα μου, παίρνουνε τ’ αδέρφια μου, ήτανε τρία σπίτια στην αράδα, μια κουζίνα, ένα άλλο στενόμακρο και ένας μεγάλος οντάς. Εβρέθηκα στο μεσαίο σπίτι. Λοιπόν, για καλή μου τύχη δεν εμπήκανε οι Γερμανοί μέσα στο σπίτι, παρά απ’ όξω, επήρανε τη μάνα μου και τ’ αδέρφια μου και φύγανε. Εγώ πώς εγλίτωσα; Μου ‘χε δώσει ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου… μια μέρα κουβεντιάζαμε στις 15 Αυγούστου, στο τραπέζι κι είχανε πάει προηγουμένως οι Γερμανοί στα Αρμάχα κι είχανε σκοτώσει μια δεκαριά Αρμαχιανούς (Δ.Α.) και μου λέει ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου «Πώς θα τους δεχτούμε, παιδί μου, εδώ; Παρά αν ετύχει και έρθουνε εδώ καμιά φορά, να πας να κρυφτείς στην αποθήκη». Ήτανε ένας οντάς κι από κάτω ήταν η αποθήκη, απού βάνουμε τα βαρέλια το κρασί, το λάδι, ούλα τα είδη. Την ώρα, λοιπόν, απού επήρανε τ’ αδέρφια μου και βρέθηκα κι εγώ στο μεσαίο σπίτι, εσκέφτηκα τη συμβουλή που μου ‘δωκε ο πατέρας μου, να πάω να κρυφτώ στο βαρέλι από πίσω. Ανοίγω, λοιπόν την πόρτα, είχενε (Δ.Α.) την ανοίγω, κατεβαίνω κάτω, ήτανε δυο βαρέλια, το ένα έβανε 1200 οκάδες κρασί, τ’ άλλο 800. Μεγάλο βαρέλι και τόσο χοντρό! Και είχε τόσονε μια πέτρα, σαν την καντονάδα για να φιερέζουνε το κρασί απ’ το καλικούνι, γιατί ήτανε μεγάλο και δεν μπορούσαν… παρά βγαίνανε επάνω και το φιερέζανε. Πατώ κειδά στην πέτρα, μπαίνω από πίσω απ’ το βαρέλι και καθίζω κουκουβιστός. Έρχονται οι Γερμανοί, κατεβαίνουνε κάτω, χαλιμπουρδίζανε, γιατί ήξερα και τα γερμανικά, γιατί μας πηγαίνανε αγγαρεία στις Μένιες και μας ετυραννούσανε – θα σου πω στη συνέχεια μετά – τέλος πάντων, κατεβαίνουνε κάτω, εγώ ήμουνα κρυμμένος, έτσι χτυπούσε η καρδιά μου. Λέω: «Αν εβγούνε στην πέτρα, θα με βρούνε, γιατί ήμουνα ένα κουβαράκι». Για καλή μου τύχη, δεν εβγήκανε επάνω, να κοιτάξουνε. Εφύγανε, εγώ ήμουνα κρυμμένος εκειά. Ήρθε η αδερφή μου, γιατί τις είχανε όλες πιασμένες και τις γυναίκες και ούλες, για μια στιγμή κατά το μεσημεράκι έρχεται η αδερφή μου, δεν της μίλησα, γιατί ήρθανε με μια άλλη κοπέλα, λέω: «Αν της μιλήσω και πει ότι ο Γιώργης είναι κρυμμένος, αυτοί ξέρανε πολύ τα ελληνικά, μπορεί να έρθουνε να με πιάσουνε στη φάκα, να με βρούνε». Άχνα εγώ! Ερχότανε, λοιπόν, οι Γερμανοί. Για μια στιγμή, μετά το μεσημέρι, έρχουνται δυο κοπέλες, μια συγγενής μου, του Δροσερού Αντώνη η κόρη κι άλλη μια και σέρνανε έναν Γερμανό και ζήταγε κρασί, να βρει, να πάρει και τον είπανε δα φαίνεται, ότι στο τάδε σπίτι είναι κρασί. Έρχεται, λοιπόν, ο Γερμανός, βγάζει ένα παγούρι, βάνει το κύπελλο από πάνω, δοκιμάζει το κρασί, γιατί λέγανε οι κοπελιές: «Άραγε κρασί είναι ή ξύδι;» Τ’ ήκουγα εγώ όλα. Τέλος πάντων, δοκιμάζει ο Γερμανός το κρασί και λέει: «Extra prima vino» πολύ καλό δηλαδή. Γεμίζει το παγούρι, αλλά του φάνηκε λίγο πρέπει και φεύγει μια κοπελιά και βγαίνει απάνω στον οντά – είχαμε τότες στάμνες βάναμε και κουβαλούσαμε από τη βρύση νερό και πίναμε, δεν ήτανε τρεχάμενο, δηλαδή να ‘ρχεται στο σπίτι, παρά ήτανε μια βρύση και πηγαίναμε και γεμίζαμε τις στάμνες και το πηγαίναμε στο σπίτι – κι αδειάζουνε [00:10:00]τη στάμνα το νερό και κατεβαίνουνε κάτω και γεμίζουνε τη στάμνα κρασί και το παγούρι και φεύγουνε. Ο Γερμανός το ‘πε, πως στο τάδε σπίτι είναι plenty κρασί, μπόλικο δηλαδή. Ο ένας ερχότανε κι ο άλλος ήφευγε. Κι εγώ ήμουνα στο ίδιο βαρέλι από πίσω. Και με αυτόν τον τρόπο γλίτωσα, κατάλαβες; Και μετά που τους εκτελέσανε, ήρθανε… Είχε πάει η αδερφή μου, η συγχωρεμένη, στο σημείο που τσι είχανε εκτελέσει. Κατεβαίνει κάτω και μου λέει: «Γιώργη, επαέ είσαι; Μην κουνήσεις καθόλου, γιατί όλους τους σκοτώσανε, αλλά να σηκωθείς να φύγεις, γιατί αν γυρίσουνε, θα σε βρουν να σε καθαρίσουνε». Λοιπόν, έφυγαν, μείναμε πάλι οι συγγενείς και πήγαμε σε μια σπηλιά και εμείναμε σαράντα μέρες, όξω απ’ το χωριό. Μας εκουβαλούσανε κρυφά η αδερφή μου και η αδερφή ντουν, γιατί ήτανε κι άλλοι δυο παρέα μας κι έτσι περάσαμε σαράντα μέρες και περάσανε σαράντα μέρες απ’ ήτανε τα μνημόσυνα των σαράντων γυρίσαμε στα μνημόσυνα, αλλά πάλι μετά φεύγαμε. Ήμαστε όξω, γιατί φοβούμαστε, γιατί ξανάρθανε μετά να δούνε, αν είναι επιζώντες. Ξαναγυρίσανε οι Γερμανοί, κατάλαβες; Και με αυτόν τον τρόπο, σου λέω, εγλίτωσα τη ζωή μου! Εσκοτώσανε, σου λέω, εξήντα ένα άτομα, τον πατέρα μου, τον αδερφό του, τον γιο του και Καρτσώνηδες έντεκα από την οικογένειά μας και με τσι υπολοίπους εξήντα ένα. Κατάλαβες Μανόλη μου;
Κατάλαβα.
Αυτά είναι τα γεγονότα της ζωής απού περάσαμε εκείνα τα χρόνια. Όντε γενίκανε οι εκτελέσεις, ήτανε ένας από την οικογένειας μας Καρτσωνάκης Ιωάννης. Λοιπόν, όταν ήρθανε και τσι συλλάβανε, ήταν τα μαλλιά του ξανθά και ποιος ξέρει οι Γερμανοί τονε περάσανε για Άγγλο και τονε δείρανε, του χτυπήσανε με τα ταχυβολάκια και του σπάσανε την κεφαλή του και ήτανε ούλα του τα ρούχα εματωμένα. Λοιπόν, μετά την εκτέλεση που των έκαναν στο φαράγγι, εκάνανε και χαριστική βολή. Την ώρα που ο ένας επήγαινε για να ανταμώσουνε, αυτοί ήτανε σε μια πεζούλα, Μανώλη μου, σαν τούτηνε την αυλή και ήτανε εξήντα νομάτοι πεσμένοι, ο ένας επάνω στον άλλον. Λοιπόν, στο σημείο που είχε πέσει ο παπά Γιάννης ήτανε άλλοι δίπλα του και ήτανε σκοτωμένοι και ήτανε πεταμένα τα μυαλά τωνε, τα αίματα τωνε απάνω των. Αυτοί νομίσανε ότι ο ένας από τον άλλον του έχει κάνει τη χαριστική βολή και γλίτωσε και δεν του κάναν τη χαριστική βολή. Είχε όμως, τρία τραύματα. Διαμπερές, το ένα είχε σφηνώσει στη λεκάνη του και το ‘χε μέχρι που απόθανε. Τονε ξεθάψανε και βρήκαν το βλήμα και το έχουν δα ενθύμιο τα παιδιά του. Και μετά που εγλίτωσε, τον επήρανε κάτι ξένοι χωριανοί από άλλη κοινότητα και τον μεταφέρανε στον Βουλγάρω και ήρθε αμάξι και τονε πήρε με κρυφό όνομα και τον πήγε στα Χανιά και ενοσηλεύτηκε. Εγλίτωσε, έγειανε δηλαδή, δεν επόθανε. Και μετά γίνηκε παπάς και έκανε τσι Λειτουργίες, τα μνημόσυνα και ήξερε τα ονόματα απόξω του. Δεν εβάστανε χαρτί να τα διαβάζει, γιατί κάθε χρόνο κάναμε μνημόσυνα και είχε συνηθίσει κι ούλα τα ονόματα τα έλεγε απόξω. Μεγάλη υπόθεση! Κατάλαβες Μανόλη μου;
Μπορείτε να μου πείτε μερικά πράγματα για τα καταναγκαστικά έργα, τις αγγαρείες που κάνατε;
Να σου πω παιδί μου! Ήμουνα 15 χρονών, 16 χρονών ήμουνε και ερχόταν οι Γερμανοί, γιατί δεν υπήρχανε δρόμοι από τα Αμπελιανά, ένα χωριό, μέχρι εκειά πήγαινε δρόμος, από τα Αμπελιανά μέχρι εδώ ήτανε αγροτικός δρόμος. Ερχότανε, λοιπόν, οι Γερμανοί κι εβρίσκανε τον πρόεδρο και του λένε: «Τόσους εργάτες θέλουμε για αγγαρεία». Και που μας επηγαίνανε, Μανόλη μου; Στις Μένιες. Είναι ένα Ακρωτήρι προς το Κολυμπάρι τέρμα. Μας επαίρνανε και μας επηγαίνανε στα Αμπελιανά, είχαν [00:15:00]αυτοκίνητα, εμπαίναμε, ό,τι βαστούσαμε, γιατί δεν μας εταΐζανε, μας είχαν σε αθλία κατάσταση, παρότι είχαμε απ’ το σπίτι, επαίρναμε λάδι, επαίρναμε τυρί, επαίρναμε αυγά, επαίρναμε ό,τι είχαμε στο σπίτι, για να πορευτούμε δεκαπέντε μέρες. Και μπαίναμε στο αυτοκίνητο, μας επηγαίνανε στο Αροδοπού και περπατούσαμε, φορτωμένοι ό,τι βαστούσαμε, έξι ώρες, για να φτάσουμε στη Σπάθα, στις Μένιες. Λοιπόν, εκεί είχανε μεγάλη οροσειρά, γιατί ήταν η θάλασσα κοφτή, εκειέ που ‘χανε ραντάρ, το μεγαλύτερο ραντάρ της Κρήτης. Λοιπόν, μας είχανε και δουλεύαμε εκεί δα και ανοίγανε φουρνέλα και βγάζαμε τα μπάζια απ’ τα φουρνέλα και τα βάζαμε απάνω στο δώμα, που ήτανε τα μηχανήματα του ραντάρ, για να πέσει δηλαδή η βόμβα, να μην τα αχρηστέψει. Είχανε ταράτσα κάνει, Μανόλη μου, τόσο, μισό μέτρο. Ατόφια ταράτσα. Από πάνω από την ταράτσα είχανε κάτι τόσανε μεσοδόκια κολλημένα το ένα στ’ άλλο και από πάνω εβάζανε τα μπάζια που κουβαλούσαμε, τα χαλίκια. Να πέσει η οβίδα και να μην μπορεί να πέσει κάτω να τα χαλάσει. Και μας ετυραννούσανε, Μανόλη μου. Βασανισμένοι! Αν ήθελες να κάνεις τίποτα, το παραμικρό, ξύλο. Ένας χωριανός μου, τον είχαμε μάγειρα, άμα σου λέω πολλά πράγματα και σε κουράζω-
Δεν πειράζει, πείτε μου…
Τον είχαμε, λοιπόν, μάγειρα και του λέει- γιατί ήτανε πολλοί Γερμανοί, Χιτλερικοί, τους ήπαιρνε δηλαδή παιδιά, είχανε ένα πέταλο Γκεστάμπο, ε; Ξεχωρίζανε απ’ τους άλλους. Αυτός ήτανε απού ερχόταν και μας έπαιρνε και ήτανε και υπεύθυνος για τσι δουλειές, που μας υπέδειχναν να κάνουμε. – λοιπόν, του λέει του μάγειρα να του πλύνει τα ρούχα του. Δεν είχε ο κακομοίρης, ο δικός μας, να του πλύνει τα ρούχα του. Τα έβαλε λοιπόν, σε ένα καζάνι, απού μαγείρευε και έβαλε νερό, αλλά έβρασε το νερό και κολλήσανε τα ρούχα και καήκανε. Εγινήκανε μαύρα, σαν το παντελόνι μου. Πάει λοιπόν, ο Γερμανός και του λέει: - Μάρτιν τον λέγανε – «Μάρτιν, έκαμα ζημιά!» και μόνο που δεν έκλαιγε ο κακομοίρης και του λέει: «Δεν πειράζει, εγώ αύριο Χάνια, με το Σήφη, το καράβι - το καΐκι το λέγανε Σήφη – θα πάρεις plenty ρούχα, μπόλικα, όσα θέλεις». Ας είναι! Πάει αυτό! Μια άλλη απού γυρίσαμε από τη Σπάθα, γιατί μας επηγαίνανε σε δυο κατηγορίες, άλλοι δουλεύανε στις Μένιες κι άλλοι δουλεύανε στη Σπάθα. Οι Μένιες απ’ τη Σπάθα ήτανε 7χιλιόμετρα. Λοιπόν, εγυρίσαμε το βράδυ και την ώρα που τρώγαμε, τον ερωτούμε: «Πώς τα πέρασες με τον Γερμανό;» λέει: «Καλά!» «Μου είπε-λέεi-δεν βαριέσαι Κώστα-Μας το ξανάπε ο κακομοίρης-Εγώ [Δ.Α.] Χανιά, plenty ρούχα». Και έρχεται εκειά που έρχεται εκειά που έρχεται: «Εσύ τάξε με κοροϊδεύεις;» και του παίζει τρεις σπαθιές, τρία πλευρά του σπάσε! Ήτανε ιατρείο και ήτανε γιατρός Γερμανός και έναν δικό μας ήθελαν να τον επάρουν και να τον επάνε σε γιατρό, δεν τον άφησε. Λέει ο κακομοίρης ο συγχωριανός μας «Θα με σκοτώσουν επαέ, παρά να σηκωθώ να φύγω». «Μη φύγεις-του λέει, γιατί ήτανε σχεδόν να τελειώσει η δεκαπενταμερία -Μη φύγεις, γιατί αν σε πάρουν χαμπάρι, θα σε σκοτώσουνε». Έκαμα λοιπόν, εγώ υπομονή, ο κακομοίρης, και φύγαμε όλοι μαζί μετά που τέλειωσε η δεκαπενταμερία. Μας επήγανε στα Χανιά και μας ερωτούσανε πώς επεράσαμε. Είπε ο κακομοίρης ο Κωστής ότι εμένα με κακοποιήσανε, με χτυπήσανε και μου σπάσαν τρία πλευρά. Αυτοί μπορεί να είχανε εντολή να μην μας εχτυπήσουνε, να μην μας εκακοποιήσουνε, επειδή δουλεύαμε και εκάμανε του Γερμανού μεγάλη παρατήρηση. Αυτός εφύλαε πισινή, λοιπόν, μας έφερε στα Αμπελιανά, επρόλαβε απ’ το αυτοκίνητο αυτός ο κακομοίρης ο μάγειρας και κατέβηκε κι [00:20:00]έφυγε. Αυτός τον εζήταε: «Πού Κωστής;» Λέω: «[Δ.Α.]Έφυγε!» Αν δεν έφευγε, ήθελε να τον κατασκοτώσει. Να δεις περίπτωση, Μανώλη μου, κατάλαβες; Κάθε δεκαπέντε μέρες αλλάζανε τις γιρλάντες και παίρναν καινούργιους. Και μας επηγαίνανε σε δυο σημεία και στις Μένιες και στο Μάλεμε. Σε δυο σημεία. Και στο Μάλεμε τρεις δεκαπενταμοιρίες. Έκαμα μόνο στις Μένιες και ήμουνα 16 χρονών. Επήγαινα δηλαδή στο ποδάρι του πατέρα μου και μετά πήγαινα και στο Μάλεμε και είχανε αεροπλάνα, που κάνανε τις επιχειρήσεις στην Αφρική και ήτανε ένα καρότσι λάδι και ήταν δουλειά μου να λαδώνω με μια μάνικα, να το πάω, να βάζω λάδι και να βάνω και βενζίνα. Και φεύγανε ημερησίως τριάντα-σαράντα αεροπλάνα φορτωμένα στρατιώτες και τσι πηγαίνανε στην Αφρική, κατάλαβες; Πολλά αεροπλάνα, μια φορά σηκωθήκανε εικοσιτέσσερα, ένα γύρισε, γιατί είχανε αερομαχία με τους Εγγλέζους, με τα καράβια, γιατί πάθανε μεγάλη πανωλεθρία, Μανώλη μου. Μας εσκοτώσανε… έχω ένα βιβλίο…
Ωραία, μπορείτε να μου το φέρετε;
Ναι, να σου δείξω το βιβλίο… και το διαβάζω, Μανώλη μου, δύο-τρεις μέρες μου πήρε να το διαβάσω. Αυτό γράφει από την ημέρα που πέσανε οι Γερμανοί, μέχρι που φύγανε, τι δημιουργήσανε, πόσους ανθρώπους εσκοτώσανε. Να το διαβάσεις… εγώ το έχω διαβάσει από το ένα φύλλο μέχρι το τελευταίο. Κι έχουνε ο αριθμός των εκτελεσθέντων στην Κρήτη είναι 16.000 θύματα. Το γράφει το βιβλίο. Στατιστική, ε;
Την ημέρα που έπεσαν οι αλεξιπτωτιστές, εσείς πού βρισκόσασταν;
Εμείς εκείνη την εποχή ήμασταν εδώ, γιατί τότες όταν πέσανε, το 1941, εγώ ήμουνα 15 χρονών. Κατάλαβες; Λοιπόν, η οικογένεια μας, ο πατέρας μου – όχι ο πατέρας μου- τα αδέρφια μου, επήγαμε σε μια σπηλιά, απέναντι από το χωριό, απάνω απ’ το χωριό, ήτανε ένα ύψωμα και στη μέση του υψώματος είναι ένας σπήλιος κι είναι σαν ένα σπίτι. Απού ήμασταν πέντε οικογένειες, με τα παιδιά, με τις μανάδες και οι γονείς ελείπανε. Και ήμασταν εκειά κρυμμένοι, αν έρθουν οι Γερμανοί, να μην μας εβρούνε. Και κάτσαμε επαέ πολλές μέρες, εκεί δα στη σπηλιά, ώσπου εβαρεθήκανε και γυρίσανε στα σπίτια των και είχανε περάσει, Μανώλη μου, δυο χρόνια να έρθουν οι Γερμανοί στη Μαλάθυρο. Δυο χρόνια είχανε, παρά όταν αρχίξανε και μας επαίρνανε και πηγαίναμε να κάνουμε αγγαρεία, τόσες ήρθανε. Αλλά γίνηκε μια προδοσία, ότι υπάρχει ασύρματος με Εγγλέζους σε απόσταση 1χιλιόμετρο. Όταν ήρθανε, λοιπόν, οι Γερμανοί στη Μαλάθυρο, που σου ‘πα απ’ το Κακόπετρο ήρθανε επαέ, επιάσανε ούλους τους ανθρώπους και τους είχανε συγκεντρώσει εδώ που σου είπα σε τρία σημεία και τους ρωτούσανε «Πού είναι ο ασύρματος; Το εγγλέζικο φυλάκιο με τους στρατιώτες; Αν δεν μαρτυρήσετε alles kaput!» Κανείς δεν εβρέθηκε να μαρτυρήσει, που είναι, που όλοι ξέρανε. Εγώ που ήμουνα 16 χρονών, ήξερα, γιατί ήτανε ένας δικός μας Έλληνας, το όνομα Μπιμπλής, ο κακομοίρης ανθυπολοχαγός και ήτανε στην Οργάνωση και εκεί ήτανε, τελευταία παιδί μου, προ δυο μήνες που παραδοθήκανε, την τελευταία στιγμή τον εσκοτώσανε τον κακομοίρη. Περνούσε με στρατιωτική στολή, με το σακίδιο, το (Δ.Α.) και πήγαινε στο φυλάκιο εκεί και έπαιρνε εντολές και έδινε εντολές, Μανόλη μου, κατάλαβες; Δηλαδή εκάνανε μεγάλες καταστροφές στον κατακτητή. Μεγάλες καταστροφές, γιατί ερχότανε συνέχεια αεροπλάνα από την [00:25:00]Αφρική, τη νύχτα το βράδυ ερίχνανε έναν πυρσό στο Μάλεμε και στουκέρνανε και ρίχνανε τις βόμβες και μετά φεύγανε. Κάνανε πανωλεθρίες. Μεγάλες ζημιές! Εμείς, που λες, εκείνα τα χρόνια, όταν επέσανε οι Γερμανοί, ήτανε Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί στρατιώτες, κακομοίρηδες και τους φέρανε από την άκρα του κόσμου και πολεμήσανε στο Μάλεμε. Απάνω στα κανόνια βαστούσανε και δεν είχανε παραδοθεί! Μεγάλη θυσία εκάμανε. Ενώ οι Εγγλέζοι, Μανώλη μου, αυτοί ήτανε η καταστροφή η μεγάλη, οι Εγγλέζοι ήτανε η αιτία, γιατί αυτοί δημιουργούσανε την ΕΟΚ και το ΕΑΜ. Έτσι δεν είναι, Μανώλη μου; Εδημιουργήσανε, λοιπόν, δύο αξιωματικοί, ο ένας ήτανε της ΕΟΚ και ο άλλος ήτανε του ΕΑΜ και είχανε κοινό συσσίτιο και τρώγανε στα Αμπελιανά και τα δυο κόμματα και οι ΕΑΜίτες και οι ΕΟΚίτες. Ύστερα κατέληξαν και σκότωνε ο ένας τον άλλο. Έχεις ακούσει, έχεις διαβάσει την περίπτωση.
Μάλιστα.
Και να τα αποτελέσματα. Η καταστροφή της Ελλάδος, ήτανε οι Εγγλέζοι! Όταν επέσανε οι Γερμανοί, δεν εσταματήσανε να πολεμήσουνε. Εφύγανε και ήρθανε τα υποβρύχια και τους πήρανε από διάφορα σημεία και απομείνανε,οι κακομοίρηδες, οι Νεοζηλανδοί και οι Άγγλοι και τσι περιθάλπταμε, εγώ ενάμιση χρόνο, έναν Μανόλη τον λέγανε και τον άλλο Γιώργη και τωνε επήγαινα σε μια απόσταση 1χιλιόμετρο, τη νύχτα, φαΐ, και τρώγανε. Τους είχαμε δώσει ρούχα και κοιμούντανε, το καλοκαίρι – όχι τον χειμώνα – και πήγαινα να μου πει η μάνα μου, να τωνε μαγειρέψω, να τωνε πάω και «Μάνα μου, πού να πάω νύχτα, να μη με απαντήξουν, να με σκοτώσουνε». «Α! Δεν είναι πράμα, παιδί μου!» και τωνε πήγαινα νύχτα φαγητό. Ενάμιση χρόνο.
Θυμάστε τα χαρακτηριστικά τους;
Παναγία μου, ο κακομοίρης, άκου να δεις… Αυτός έφυγε ο ένας, ο κακομοίρης ο Μανόλης, ο άλλος (Δ.Α.) δεν έμαθα και τον επιάσανε στα Καλουδιανά. Ήτανε φυλάκιο των Γερμανών και φράζανε με ένα ξύλο στον δρόμο και κάνανε έλεγχο ποιος θα περάσει, την ταυτότητα. Μετά επέρασε ο κακομοίρης, ο Μανόλης και πήγαινε για να βρει τρόπο να φύγει, να γυρίσει στην πατρίδα του, τον επιάσανε οι Γερμανοί, τον επήγανε στη Γερμανία και έκατσε δυο χρόνια αιχμάλωτος και δεν τον εσκοτώσανε. Έφυγε και πήγε στην πατρίδα του και παντρεύτηκε και έκανε παιδιά. Και ήρθανε τα παιδιά του, για να δούνε πού υποθάλπονταν. Γιατί ήταν ένας συγγενής μας, Φουντούλης, και ήξερε τη γλώσσα του και πήγανε και τονε βρήκανε και δεν τσι ήφερε επάε, στο σπίτι μας, να γνωρίσει το σπίτι μας κι εμάς, παρά μόνο αυτόν, μπορεί να μην είχανε και χρόνο. Και θέλω να σου πω, εγλίτωσε ο κακομοίρης και έκανε οικογένεια και αναγνώρισε και τη θυσία που του κάναμε και γλίτωσε. Δηλαδή, ήτανε καλοί ανθρώποι, ενώ οι Γερμανοί ήτανε βάρβαρος λαός! Να διαβάσεις το βιβλίο, Μανόλη μου, τούτονε να ανατριχιάξει το κορμί σου! Δεν εκοιτάζανε μόνο τσι νέους ανθρώπους, επιάνανε τον πρόεδρο, τον δάσκαλο, τον παπά, τσι Αρχές και τσι εκτελούσανε για το έλεος του Θεού. Για αντίποινα δηλαδή. Μεγάλες καταστροφές, όταν εγίνηκε η απαγωγή του Κράιπε του Γερμανού, εκάψανε τρία χωριά. Ολοσχερώς! Τρείς επαρχίες, στο Ηράκλειο, στο Λασίθι, δεν ξέρω κι εγώ σε πόσα χωριά πήγανε. Καταστρέψανε, δεν αφήκανε πέτρα απάνω στην άλλη, στο Κουστογέρακο, απού ήτανε πατριώτες δηλαδή και στην απαγωγή του Κράιπε ήτανε από το Κουστογέρακο άτομα, τρεις φορές εκάψανε το Κουστογέρακο, δεν αφήκανε πέτρα απάνω στην άλλη και σκοτώσανε όσους ευρήκανε. Επήγανε μια φορά στο Κουστογέρακο και συγκεντρώσαν τα [00:30:00]γυναικόπαιδα, να τα εκτελέσανε. Λοιπόν, έτυχε για καλή τους τύχη και ήτανε οι ΕΟΚίτες, το εγγλέζικο φυλάκιο, ήτανε εκειδά και οι δικοί μας, και λένε: «ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς!» Την ώρα λοιπόν, που ήταν να τους εκτελέσουνε, επιτεθήκανε και σκοτώνουν είκοσι εννιά Γερμανούς. Εγλιτώσανε ούλα τα γυναικόπαιδα! Επήγαν, ύστερα, εκάψαν τρία χωριά. Το Κουστογέρακο απ’ τη Μονή και τη Σούγια. Μεγάλες καταστροφές. Στην Κάντανο, την ημέρα που ήρθανε, μετά από τρεις μέρες, επήγανε στην Κάντανο κι όσοι περάσανε και πήγανε στην Κάντανο, Γερμανοί, δεν εγλίτωσε κανείς. Ούλους τους σκοτώσανε. Επήγανε λοιπόν, μετά δεν αφήκανε στην Κάντανο σπίτι. Ούλα τα κατεδαφίσανε. Δεν ξέρω πόσες χιλιάδες τόνους λάδι μόνο εχύθηκε και σκοτώσανε όσους ευρήκανε, γιατί εφύγανε οι περισσότεροι, αλλιώς ήθελαν να ξεκληρίσουν την Κάντανο! Μεγάλες καταστροφές!
Το Κοντομαρί το γνωρίζετε;
Παναγία μου! Το Κοντομαρί και-
Την Κακόπετρα.
Στον Κερίτι, που λενε, ήτανε το μεγαλύτερο θυσιαστήριο! Σκοτώσανε διακόσια άτομα. Είναι μνημείο που γράφει τα ονόματα ούλα. Μεγάλες καταστροφές. Εσκοτώνανε, δηλαδή, ανθρώπους τζάμπα και βερεσέ. Ελέγανε: «Έναν Γερμανό να σκοτώνουνε, δέκα Έλληνες θα σκοτώνουν αυτοί». Ετσά το κάναν κιόλα! Αντί για έναν, σκότωναν δέκα! Καταστρέψανε την Κρήτη κυριολεκτικώς. Έτσι δεν είναι, Μανόλη μου;
Έτσι είναι… Πώς ήταν η ζωή σας μετά τον πόλεμο;
Θα σου πω, παιδί μου, εν ολίγοις, θα σου πω πώς ήταν η ζωή. Ήτανε πολύ δύσκολη και πολύ τραγική, γιατί την εποχή εκείνη, απού ήρθανε οι Γερμανοί, δεν αφήκανε τίποτε, ότι βρήκανε στα σπίτια, μα χρυσό, μα ρουχισμό, μα ζώα, ό,τι ήτανε τα πήρανε. Και δεν είχανε οι ανθρώποι… Ας είναι καλά τα ξένα κράτη, η Αμερική μας έστελνε στάρι, (Δ.Α.), μα ίντα τυριά, ίντα ζάχαρη, κονσέρβες, ρουχισμό και μας τα έστελνε και τα μοιράζανε, όποιος ήτανε κοινοτάρχης, εμοίραζε σε ούλα τα θύματα, παπούτσια, ρούχα, τα πάντα. Αλλιώς… ούτε γιατί κι αυτοί ούτε λεφτά δεν επαίρνανε, ούτε τίποτα, ήτανε μικρά δεν είχανε λεφτά. Εντωμεταξύ, μετά, ετούτη η δουλειά βάσταξε δυο χρόνια και μας τα στέλνανε βοήθεια από τα ξένα κράτη και έτσι εδιατηρηθήκανε τα θύματα, Μανόλη μου, και τα παιδιά που είχανε απομείνει τα μικρά. Και μετά εκάμανε χαρτιά και εβγάλανε σύνταξη και ευτυχώς, γιατί στη αρχή την βγάλαν τη σύνταξη σαν να πούμε δα πρόωρα και μετά την κόψανε, αλλά ο Μητσοτάκης – ο πατέρας του προέδρου μας – ας είναι καλά η ψυχή του, του κακορίζικου, είχανε μεγάλες σχέσεις με τον Σπανουδάκη – ήτανε αυτός διευθυντής της ΕΟΚ, ο Σπανουδάκης – και του λέει: «Για να πάρουνε τα θύματα σύνταξη, θα κάνεις αυτό που θα σου πω. Θα πεις ότι τους είχες στην Οργάνωσή σου και υπό την προστασία σου, ως στρατιώτες δηλαδή». Και γι’ αυτό εφαρμόστηκε και ήτανε σύνταξη στρατιωτική. Δεν επρόκειτο να κοπούνε και παίρνανε καλά λεφτά. Ένα άτομο τα πρώτα χρόνια, δεν ήτανε ένα χιλιάρικο περίπου. Όπου ήταν δυο θύματα, παίρνανε διπλά λεφτά κι έτσι ορθοποδήσανε οι ανθρώποι και ζήσανε την οικογένειά των, αλλιώς δεν θα μπορούσαν να ζήσουνε. Με τα εισοδήματα που κάνανε οι ανίκανες γυναίκες, ίντα θα κάνουν; Να σκάπτουνε; Να [00:35:00]θερίζουνε; Να… αλλά με εκείνα τα λεφτά, μεγαλώσανε τα παιδιά των, άλλα πήγαν σε … - πώς να σου πω;- ορφανοτροφεία, κι έτσι δα εγλιτώσανε τη ζωή των, αλλιώς θα ήταν αποθαμένα από την πείνα. Από την ασιτία.
Μπορείτε να μου πείτε μερικά πράγματα για την οικογένειά σας;
Να σου πω, παιδί μου. Ο πατέρας μου, σου είπα Μανόλη μου, είχε πέντε παιδιά. Είχε τρεις κόρες και δυο αγόρια. Το πρώτο του παιδί ήτανε η μια μου αδερφή και μετά ήμουνα εγώ ο δεύτερος και μετά ήταν τ’ άλλα τρία. Δυο κοπελιές και ο αδερφός μου. Λοιπόν, εμεγαλώσαμε, εγώ τσι προστάτεψα, Μανόλη μου, γιατί ήμουν υποχρεωμένος σαν πατέρας. Μετά που σκοτώσανε τον πατέρα μου, έπρεπε να αναλάβω την ευθύνη. Αν ήμουν νέος προστάτης, ε; Και απαλλάχθηκα ως προστάτης και δεν πήγα και στρατιώτης, γιατί ως αρχηγός της οικογένειας και προστάτεψα τ’ αδέρφια μου. Είχα τρεις αδερφές, τις πάντρεψα και των έδωκα προίκα, στις τρεις, 8.5000 οκάδες λάδι. Προίκα! Κατάλαβες;
Ποια ήταν τα ονόματά τους;
Είναι Καρτσωνάκη Ελευθερία, την είχε πάρει ένας Κουτσουρέλης. Καρτσωνάκη Κατίνα του Αντωνίου, Αικατερίνη και την είχε ένας Ορφανουδάκης. Καρτσωνάκη Ιωάννα του Αντωνίου, την είχε ένας Μπαμπουνάκης και ο αδερφός μου Καρτσωνάκης Δημήτριος, του Αντωνίου, αλλά αυτός δεν απέκτησε παιδιά. Τα άλλα μου αδέρφια αποκτήσανε. Εγώ είχα τρία αγόρια, τον Αντώνη κι άλλα δυο αγόρια, τον Πολυχρόνη και τον Παντελή. Ο Παντελής, ο μικρότερός μου γιος είναι αξιωματικός της Χωροφυλακής με δυο άστρα και τώρα είναι στη Γαύδο, πάει για ένα διάστημα, δυο μήνες και μετά θα γυρίσει. Είναι εικοσιοκτώ χρόνια, εικοσιεννιά χρόνια μόνιμος στην Κάντανο. Ναι, Μανόλη μου. Βέβαια. Είναι παντρεμένος και έχει δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, ο Παντελής. Ο άλλος μου γιος ο Πολυχρόνης έχει δυο παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, την κόρη του την έχει παντρεμένη και έχω κάμει δυο δισέγγονα από την εγγονή και από τον Αντώνη έχω κι μια άλλη κοπέλα, δισέγγονο. Έχω δέκα εγγόνια, εφτά εγγόνια και τρία δισέγγονα, έξι αγόρια και τέσσερα κορίτσια.
Να τα χαίρεστε.
Αυτή είναι η οικογένειά μου.
Έχετε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Να πω. Παντρεύτηκα, Μανόλη μου, και πήρα μια γυναίκα, πολύ ωραία γυναίκα, καλή. Εζήσαμε εβδομήντα χρονιά συζυγική ζωή. Προ δεκαπέντε μήνες, στις 5 Μαΐου απόθανε, η συγχωρεμένη. Να σου δείξω και τη φωτογραφία. Ένας καλός άνθρωπος, καλός οικογενειάρχης και ήτανε και αυτή 94 χρονών. Εγώ είμαι 96 ετών. Κατάλαβες; Την 1η Μάη έκλεισα τα 95 και πήγα τα 96. Αυτά ήταν τα περασμένα μου και τα τωρινά μου. Κατάλαβες, Μανόλη μου;
Κατάλαβα. Κύριε Γιώργο, σε ευχαριστώ πάρα πολύ που μοιράστηκες την ιστορία σου μαζί μου. Να είσαι καλά!
Παρακαλώ, παιδί μου.