© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Το έθιμο των Μπαμπούγερων και η διατήρηση της παράδοσης στην Καλή Βρύση Δράμας

Istorima Code
10171
Story URL
Speaker
Δημήτριος Σίδος (Δ.Σ.)
Interview Date
13/01/2022
Researcher
Κατερίνα Μανούση (Κ.Μ.)

[00:00:00]

Κ.Μ.:

Θα ήθελες να μου πεις το όνομά σου;

Δ.Σ.:

Λοιπόν λέγομαι Δημήτρης Σίδος, είμαι κάτοικος Καλής Βρύσης, ετών 44 και προσπαθώ να αναδείξω τα έθιμά μας. Σήμερα μου δόθηκε ένα βήμα, μία ευκαιρία να τα αναδείξουμε και να τα προβάλουμε μέσω εσάς και σας ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία.

Κ.Μ.:

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Είναι Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022, είμαι με τον κύριο Δημήτρη Σίδο και βρισκόμαστε στη Δράμα. Εγώ είμαι Κατερίνα Μανούση, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Λοιπόν γεννηθήκατε στην Καλή Βρύση;

Δ.Σ.:

Γέννημα-θρέμμα, από τα γεννοφάσκια μας αναπνέω Μενοίκιο όρος εκεί, αέρα οξυγόνο Μενοίκιου Όρους.

Κ.Μ.:

Πώς ήταν έτσι τα παιδικά χρόνια στην Καλή Βρύση; Είναι ένα απομονωμένο χωριό σχετικά από τη Δράμα;

Δ.Σ.:

Είμαι τυχερός που ζω σε αυτή την ευλογημένη Γη, στην γη της Μακεδονίας καταρχήν, την ελληνική γη, την Μακεδονία και σε ένα ιδιαίτερο χωριό στην περιοχή της Δράμας, 23 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Δράμας, στους πρόποδες του Μενοικίου Όρους. Σε ένα χωριό που από μικρός είμαι στο άκουσμα μου ήταν εκτός από τη φωνή της μαμάς είναι τα κουδούνια, είναι οι γκάιντες, είναι οι νταχαρέδες και είναι οι χαρούμενες φωνές των κατοίκων εκεί που από μικρός θυμάμαι από μικρά παιδιά όλοι μάθαμε να διασκεδάζουμε και να γλεντούμε, γιατί η διασκέδαση είναι αυτό που βγαίνει έμφυτο από μέσα σου αλλά και είναι ανάσα ζωής, πνεύμονας οξυγόνου η διασκέδαση, η χαρά και το γλέντι. Εξάλλου στην Καλή Βρύση υπάρχουν οι ρίζες και η ιστορία από ό,τι αναφέρουν ήταν τα διονυσιακά γλέντια, τα γλέντια τα οποία οι πρόγονοί μας ζούσαν εκεί με μπροστάρη το θεό Διόνυσο κατά την μυθολογία αυτή και τις δοξασίες που υπήρχαν. Που κάνα μία ανέμελη ζωή με γλέντι, κρασί, τσίπουρο. Εμείς βέβαια μικρά δεν πίναμε το τσίπουρο αλλά με τη μυρωδιά συνηθίζαμε αυτό το κλίμα και αυτή την ατμόσφαιρα. Έτσι, λοιπόν, αυτά τα χωριά μας εκεί επάνω είναι, είμαστε πολύ τυχεροί καταρχήν που γεννηθήκαμε εκεί αλλά και μεγαλώσαμε εκεί. Γιατί κάποιοι δυστυχώς με τη μετανάστευση κάποιοι φύγανε, κάποιοι έφυγαν λόγω οικονομικών προβλημάτων. Εμείς μείναμε, παλέψαμε και οι γονείς μας κατά κύριο λόγο, παλέψαμε προσπαθήσαμε να επιβιώσουμε και τα καταφέραμε όσο μπορέσαμε καλύτερα. Έτσι, λοιπόν, εγώ από τη στιγμή που θεωρώ ότι είμαι Καληβρυσιώτης, είναι αναπόφευκτο να μην μπορείς να είσαι και μέσα στα δρώμενα μέσα στις γιορτές και μέσα σε όλες αυτές που γίνονται στην Καλή Βρύση κάθε μήνα και κάθε ώρα. Γιατί η Καλή Βρύση έχει πάρα πολλά έθιμα, έχει δρώμενα και που γίνονται σχεδόν κάθε μήνα, γιατί-όπως σας είπα-όλα αυτά συνυπάρχουν με τη διασκέδαση και το γλέντι.

Δ.Σ.:

Να ξεκινήσω, λοιπόν, από τα δρώμενα των Μπαμπούγερων, που γίνονται στις 6, 7 και 8 Ιανουαρίου. Τα δρώμενα αυτά έχουν τις ρίζες του στη διονυσιακή λατρεία, μία και βρέθηκε λίγο πριν το ‘86 λίγο τα τελευταία χρόνια μία ανασκαφή έφερε στο φως εκεί σύμφωνα με τα ευρήματα το ιερό του Διονύσου, επικεφαλής ήταν η κυρία Κατερίνα Περιστέρη, αρχαιολόγος που έκανε και το τύμβο Καστά, η πολύ γνωστή αρχαιολόγος. Έψαξαν, βρήκανε αγγεία, βρήκαν ομοιώματα αυτού του σημερινού του δρώμενου που έχουμε, βρέθηκε λίγο πιο πέρα η κεφαλή του Διονύσου άρα σημαίνει ότι όλα αυτά υπάρχουν και συνυπάρχουν στο χώρο αυτό. Έτσι, λοιπόν, τα Μπαμπούγερα είναι ένα έθιμο που γίνεται κάθε χρόνο στην Καλή Βρύση, όπως είπαμε ένα τριήμερο μέρα και νύχτα τελετουργικό. Είναι δρώμενα, τα οποία θα υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν γιατί υπάρχει θέληση, υπάρχει όρεξη και υπάρχει νεολαία που τα συνεχίζουν. Καλύτερο πράγμα είναι να μπορείς να τα πάρεις και να τα συνεχίσεις, γιατί αν τα πάρεις απλά και τα κρατήσεις μόνο εσύ δεν συνεχίζουν τα έθιμα και δεν συνεχίζει ιστορία. Όταν όμως τα μεταδόσεις στα νεότερα παιδιά όπως και εμείς τα πήραμε, έτσι λοιπόν είναι μεγαλύτερη επιτυχία. Να μιλήσουμε λίγο για το δρώμενο. Το δρώμενο του Μπαμπούγερου είναι καταρχήν ξεκινά είναι σύνθετη λέξη μπάμπου και γέρας, είναι τιμή στη γριά. Είναι η τιμή που κάνουμε όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκεί σε ένα ρόλο συμβολικό πρόσωπο τη γριά, η οποία έχει φτάσει στο τέλος της ζωής της, έχει αποδώσει τους καρπούς της ζωής τα παιδιά, τους προγόνους και όλα αυτά και πλέον βρίσκεται στο τέρμα της ζωής και για αυτό τη τιμούμε με αυτό τον τρόπο. Έτσι, λοιπόν, Μπάμπου-γέρας τιμάει τη γριά. Είναι μία λέξη συνθέτη και συμβολική προς το πρόσωπο αυτό. Έτσι, αφού ξεκινήσαμε λοιπόν της 6 Ιανουαρίου, όπως κάθε χρόνο μετά τον Αγιασμό των Υδάτων βγαίνουν τα Μπαμπούγερα στους δρόμους, ξεχύνονται, περιμένουν και τους πιστούς να βγούνε έξω από την εκκλησία μετά από τη βάπτιση του Χριστού και τους χτυπούν με ένα σακίδιο στάχτης, που κρατούν στο χέρι, πάνω στην πλάτη τους ή οπουδήποτε για να ξορκίσουν το κακό. Η στάχτη έχει συμβολικό και αυτό χαρακτήρα, είναι το εξαγνιστικό χαρακτήρα που ξορκίζει και διώχνει το κακό. Έτσι, λοιπόν, χτυπώντας τον άνθρωπο πάνω του και το ρίχνοντας λίγο στάχτη στα ρούχα και τα λερώνουμε αλλά συμβολικά διώχνουμε το κακό για να αρχίσεις και μία καινούργια χρονιά. Επίσης, τα κουδούνια που φοράνε 5 κουδούνια είναι τα 4 σχήμα κώνου και ένα πίσω μπατάλι. Έχουνε χαρμονικό ήχο, βγάζουν αυτό το εκκωφαντικό ήχο κιόλας και που αυτό θέλουμε να ξυπνήσουμε τη φύση, γιατί βρίσκεται στο τέλος της χειμερίας νάρκης πάμε προς την άνοιξη και έτσι χτυπώντας τα κουδούνια και όσο πιο δυνατά τα χτυπούμε τόσο πιο γρήγορα ξυπνάμε τη φύση για να καρποφορήσει και να βλαστήσει. Όλα λοιπόν αυτά έχουν γονιμικό και ευετηρικό χαρακτήρα. Το Μπαμπούγερο φοράει επίσης την προσωπίδα, είναι μία μάσκα υφασμάτινη που βάζει δέρματα ζώων ως κέρατα, βλέφαρα και φρύδια και γενειάδα. Είναι το ζώο το σύμβολο το τράγο και αυτό συμβολικό ζώο. Ο τράγος έχει τη δύναμη να υπερπηδήσει τα εμπόδια της ζωής και να επιβιώσει, έτσι και αυτός ο άνθρωπος φορώντας τη μάσκα αυτή τραγόμορφη όψη προσπαθεί να ξεπεράσει τα εμπόδια που συναντάει μπροστά του και έτσι να τα υπερπηδήσει, για να μπορέσει να επιβιώσει στη σημερινή δύσκολη κατάσταση. Αυτά ήταν και συνεχίζουν να παραμένουν συμβολικά ανά τους αιώνες. Έτσι, λοιπόν, θα συνεχίζουμε με ευλάβεια, με πίστη στην ιστορία, προσκολλημένοι στις παραδόσεις μας και απλά δεν τα θεωρούμε θρησκευτικά σύμβολα. Κάποτε μπορεί να είχανε θρησκευτικό ρόλο γιατί ο Διόνυσος, όπως ξέρετε, λατρεύτηκε στην περιοχή ήταν ο θεός της γονιμότητας, το δωδεκάθεο τότε που υπήρχε στην ελληνική μυθολογία. Απλά όλα αυτά τώρα τα παραλάβαμε ως ιστορικά σύμβολα και όχι ως θρησκευτικά ότι το σκέφτηκα, γιατί πολλές φορές ερχόμαστε κάποιοι προσπαθούν να μας κατηγορήσουν ότι προβάλουμε τα παγανιστικά δρώμενα, που είναι κατάλοιπα διονυσιακής λατρείας αλλά δεν τα συνεχίζουμε ως λατρευτικές μυήσεις. Τα κάνουμε ως ιστορικές μυήσεις, είναι ιστορικά σύμβολα και για αυτό δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να μας πει αλλόθρησκους, να μας πει ειδωλολάτρες, να μας πει αντιορθόδοξους. Είμαστε πολύ ορθόδοξοι, αυτές τις μέρες μαζεύεται πολύς κόσμος, όπως και τα Θεοφάνεια στην εκκλησία, τιμάνε την παράδοση, τιμάνε τις θρησκευτικές και ορθόδοξες παραδόσεις αλλά συγχρόνως έχουμε και μία ιστορία που κουβαλάμε και έτσι τη συνεχίζουμε. Δεν ξέρω κατά πόσο γίνεται αυτό κατανοητό αλλά να ξέρετε ότι στην Ελλάδα υπήρχε ο δωδεκάθεος που είχαν οι θεοί του Ολύμπου, αυτή ήταν η ιστορία μας, αργότερα εγκαταστάθηκε ο χριστιανισμός με όποιο τρόπο εγκαταστάθηκε και συνεχίζουμε όλοι να είμαστε πιστοί στην Ορθόδοξη εκκλησία μας. Υπάρχουν και πολλά θρησκευτικά δρώμενα, δεν είναι μόνο τα Μπαμπούγερα, υπάρχουν και πολλά θρησκευτικά δρώμενα που γίνονται καθόλη τη διάρκεια του έτους.

Δ.Σ.:

Έχουμε τον Άγιο Νικόλα εκεί προστάτη, ο μητροπολιτικός Ναός του χωριού. Γίνεται μεγάλη τιμή στον Άγιο, όπως και το καλοκαίρι έχουμε την Αγία Μαρίνα που είναι μία δεύτερη εκκλησία, ένα μοναστήρι παλιά μόνη, την οποία κάνουμε πάρα πολλές εκδηλώσεις όπως είπαμε και τιμή στον Άγιο αλλά και συνδυάζουμε με όλα αυτά με διασκέδαση και γλέντι. Τα Μπαμπούγερα, λοιπόν, κρατούν τις ρίζες τους από την εποχή του Διονύσου. Παλιά τους είχε ο Διόνυσος στις τελετές που έκανε ως ακόλουθούς του πήγαινε δηλαδή σε μία σε ένα μέρος ακολουθούσαν όλοι αυτοί οι κωδωνοφόροι, γιατί δεν είναι μόνο στην Καλή Βρύση υπάρχουν κι άλλα χωριά εδώ στο νομό Δράμας που έχουν αυτά τα δρώμενα. Οι κωδωνοφόροι, λοιπόν, ακολουθούσαν το θεό Διόνυσο που ήταν μπροστάρης και στη συνέχεια έκαναν τόσο θόρυβο που μαζί με το κρασί ζούσαν μία ανέμελη και όμορφη ζωή. Μακάρι να ήμασταν εκείνα τα χρόνια. Στη συνέχεια, λοιπόν, ο Μέγας Αλέξανδρος κατά καιρούς λοιπόν όλα αυτά συνεχίστηκαν τα δρώμενα να υπάρχουν, ο Μέγας Αλέξανδρος έκανε εκστρατείες κάτω στην Ινδία πήγε όλα αυτά. Εκεί συνάντησε τον Πέρση βασιλιά το Δαρείο, ο οποίος είχε τους στρατιώτες του επάνω στους ελέφαντες και έριχνε με τα βέλη εκεί με ότι είχανε και όπλα Και προσπαθούν να σκοτώσουν αυτόν τον αντίπαλο τους, που ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος. Ο Μέγας Αλέξανδρος, όμως, έπαιρνε τους κωδωνοφόρους μαζί του, έκανε τόσο εκκωφαντικό θόρυβο, τρόμαζαν οι ελέφαντες, πέφταν οι Πέρσες του βασιλιά Δαρείου κάτω από τους ελέφαντες και τους κατατρόπωναν και έτσι συνέχιζε τις κατακτήσεις του. Είναι πολύ σημαντικά για την ιστορία μας, για αυτό και είμαστε και περήφανοι που τα έχουμε όλα αυτά. Επίσης, επί Τουρκοκρατίας όταν ο φοροεισπράκτορας ερχόταν να πάρεις στην Καλή Βρύση το λεγόμενο χαράτσι, μόλις έφτανε στο χωριό βγαίναν αυτά τα άγρια σε όψη Μπαμπούγερα με μάσκες και όλα αυτά και τρόμαζε, σηκωνόταν έφευγε. Δηλαδή δεν αφήναμε κανέναν, δεν επιτρέπαμε να δώσουμε αυτό το χαράτσι σε κανέναν να πατήσει το πόδι του γιατί ο τρόμος, εκτός από τη διασκέδαση που προκαλεί το Μπαμπούγερο, προκαλεί και τρόμο γιατί είναι άγρια σε όψη[00:10:00] και όσο πιο επιθετικά ήταν τόσο πιο γρήγορα τα έβαζες στα πόδια. Και ένα ακόμα είναι ότι στην εποχή της Δικτατορίας κανείς δεν ήρθε στο χωριό, ερχόταν μάλλον η αστυνομία για να αποτρέψει να ντυθούν Μπαμπούγερα, γιατί θεωρούσαν ότι κάτω από τη μάσκα ήτανε κάποιοι κατάσκοποι και ίσως επιβουλεύονταν το καθεστώς εκείνης της εποχής. Προσπαθούσαν λοιπόν να τους βάλουν, να τους διώξουν μάλλον στην ουσία και να μην ντυθεί κανείς, αλλά τα Μπαμπούγερα δεν πτοούντανε, ντύνονταν, φορέσανε τα κουδούνια η αστυνομία τους κυνηγούσε και ανέβαιναν επάνω στα βουνά.

Δ.Σ.:

Κάτι παρόμοιο νιώσαμε και πέρσι γιατί έχουμε τόσο πάθος για την παράδοση μας, που πέρυσι λόγω των lockdown και όλα αυτά που υπήρχαν απαγορευόταν η κίνηση στους δρόμους. Εμείς όμως μόνο και μόνο να ξυπνήσουμε τη φύση χτυπώντας τα κουδούνια ανεβαίναμε πάνω στα βουνά και η αστυνομία μας κοιτούσε αλλά χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι. Δεν ήταν κάτι παράνομο, ήτανε απλά ζούμε την παράδοση και πρέπει να τη ζήσουμε όπως κάθε χρόνο στις 6, 7 και 8 Ιανουαρίου. Δρώμενα που προσελκύουν πολύ κόσμο. Καλούμε πάντα κάθε χρόνο να 'ρθουν εκεί να ζήσουνε και να μυηθούν σε αυτή την ατμόσφαιρα τη μαγευτική θα λέγαμε, γιατί οι Καλή Βρύση είναι ένα όμορφο χωριό παραδοσιακό έχει και το χειμώνα τώρα αυτό το ομιχλώδες τοπίο που μαζί με τα κουδούνια αυτές τις μορφές των τραγόμορφων Μπαμπούγερων θυμίζουν ένα μαγευτικό τοπίο και συνεχίζουνε να μαγεύονται όλοι όσοι έρχονται εκεί πάνω. Οι κάτοικοι, λοιπόν, πιστοί στις παραδόσεις γιορτάζουν τα δρώμενα, συμμετέχουν όλοι πάνδημα και οι παππούδες. Βλέπετε ότι δεν υπάρχουν μόνο νεαροί άνθρωποι που μπορούν να αντέξουν το βάρος των κουδουνιών, γιατί τα κουδούνια ζυγίζουν από 20 μέχρι 30, 40 κιλά, είναι χαλκός που τα κουβαλούν στη μέση τους και τα δένουν γύρω από την πλάτη τους ώμους και τη μέση. Είναι, λοιπόν, δύσκολα αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν διάφορα μεγέθη για κάθε άνθρωπο που θα μπορεί να τα αντέξει και να τα κουβαλήσει. Εγώ έχω δει δηλαδή ανθρώπους που είναι και 70 και 80 χρόνων και έστω και μισή ώρα και μία ώρα θα ντυθούν μόνο και μόνο να κάνουνε την ψυχική τους ανάγκη, γιατί είναι ψυχική ανάγκη το να ντυθείς και να ζήσεις Μπαμπούγερο. Εγώ από μικρό παιδί ζω, ήμουνα από ό,τι λέει ο πατέρας μου το πρώτο μικρό Μπαμπουγεράκι, γιατί παλιά δεν ντύνονταν. Οι άντρες θεωρούσαν ότι είχαν το πρωταρχικό ρόλο στο έθιμο γιατί είναι ευετηριτικό και γονιμικό χαρακτήρα έχουν τα Μπαμπούγερα και έτσι υποχρεούνταν και δικαιούνταν μάλλον να ντύνονται μόνο άντρες αλλά επειδή το δρώμενο αγγίζει τη κάθε ψυχή εκεί που υπάρχει και εμείς από μικρά παιδιά βάζαμε τα μικρά κουδούνια. Εγώ προσωπικά θυμάμαι που είχα ντυθεί μικρός ήταν κάτι το μαγευτικό ένιωθα ότι από τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου ήτανε και ζούσα και όλοι με κοιτούσαν και λέγανε: «Ένα μπαμπουγεράκι» και ευτυχώς από κει και πέρα ζήσανε και άλλοι ντύθηκαν κι άλλα κι άλλοι γονείς πήρα μικρές στολές ντύθηκαν και τα παιδιά και συνέχισε να υπάρχει το δρώμενο. Γιατί η κινητήριος δύναμη στο χωριό μας είναι η νεολαία και έτσι εξαιτίας αυτών συνεχίστηκε και το δρώμενο, όπως είπαμε και πριν. Να σας πω επίσης ότι ο ήχος μας κάνει να ανατριχιάζουμε εκεί με τα κουδούνια, μας κάνει να ζήσουμε ανεπανάληπτες στιγμές. Και η κάθε μέρα εκείνο το τριήμερο είναι ό,τι καλύτερο, καλύτερο για όλους μας και μόλις τελειώσει στις 9 Ιανουαρίου τα ξημερώματα και πλέον λέμε ότι βγάζουμε τα κουδούνια, ξυπνήσαμε τη φύση, διώξαμε το κακό και πλέον είμαστε χαρούμενοι γιατί πέτυχε ο σκοπός μας περιμένουμε την επόμενη χρονιά, μετράμε αντίστροφα για να 'ρθει η επόμενη χρονιά των δρώμενων. Δρώμενα ιστορικής αξίας, πνευματικής αξίας, αρχαιολογικής αξίας όπως θέλετε πείτε το. Απλά δεν αφήνουμε σε κανέναν να παραχαράξει την ιστορία μας, να την επιβουλευτεί, βλέπουμε ότι με τους γείτονες κράτη έχουμε διάφορα προβλήματα. Σίγουρα παντού υπάρχουν τα δρώμενα αυτά, τα κουδούνια ακούγονται σε όλα τα Βαλκάνια αλλά και στον τόπο μας είναι έτσι όπως τα πήραμε και τα συνεχίζουμε. Ο καθένας έχει το δικό του χαρακτήρα, τη δική του συμβολική αξία και πιστεύω ότι πρέπει να τα αναγνωρίζουμε και να τα τιμούμε και να μην τα σκοτώνουμε. Γιατί θεωρώντας ότι μπορεί να το πει κάποιος ότι ρίζα του είναι διονυσιακή αλλά μπορεί εθνολογικά να πει κάτι άλλο, που αυτό μας σκοτώνει εμάς. Και ειδικά εμάς τους Έλληνες που μας έχουν χτυπήσει από πολλές πλευρές, μας έχουνε αλλοιώσει την ιστορία μας και προσπαθούν να αλλοιώσουν αλλά χάρη σε αυτούς τους ανθρώπους που ανάμεσά τους ζουν ανάμεσά μας και τιμή μου που είμαι και εγώ τα κρατάμε ως κόρη οφθαλμού και με αντάλλαγμα ακόμη και την ψυχή μας θα τα δώσουμε όλα για να τα κρατήσουμε ζωντανά και αναλλοίωτα.

Δ.Σ.:

Χρόνια, λοιπόν, αυτά γίνονται στην Καλή Βρύση να πούμε και λίγο και για άλλα έθιμα που υπάρχουν είναι «το έθιμο της Κούπας» στην αρχή της Σαρακοστής της Αποκριάς το βράδυ της Τυρινής. Ανάβουμε μία μεγάλη φωτιά, παλιά γινόταν ανάβαμε σε κάθε γειτονιά φωτιά κάνοντας έναν συναγωνισμό μεταξύ των κατοίκων ποια γειτονιά θα φέρει τη μεγαλύτερη κούπα θα ανάψει. Είναι η κούπα συγκεντρώνουμε κλαδιά από κέδρους, τα κλαδεύουμε στο βουνό, αυτό γίνεται για 2-3 εβδομάδες πάνε νεολαία συγκεντρώνουν κλαδιά και τα φέρνουμε σε κάθε γειτονιά, τώρα αυτά τα χρόνια τα φέρνουμε στο κεντρικό σημείο του χωριού και ανάβουμε μία φωτιά θεωρώντας ότι καίμε το κακό, καίμε το κακό, καίμε τους ψύλλους που εκείνη την εποχή βγαίνουν και πηδώντας τη φωτιά πλέον είμαστε έτοιμοι, καθαρίζουμε την ψυχή μας και αφού συγχωρεθούμε με όλους μεταξύ μας και πάμε για την Σαρακοστή καθαροί και αγνοί. Συμβολικά, λοιπόν, γιατί τα έθιμα συμβολίζουν. Να πω ότι όπως είπα και το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας είναι 17 Ιουλίου. Την Πέμπτη της Διακαινησίμου είναι η πέμπτη ημέρα του Πάσχα γυρίζουμε τα γεωγραφικά όρια του χωριού, που υπάρχουν κάποια ξωκλήσια εκεί, 9 συμβολικό και αυτό αριθμός 9 τα γυρίζουμε ανάβουμε ένα κεράκι και μεταφέρουμε το φως της Αναστάσεως το Άγιο Φως, το μεταφέρουμε από την λειτουργία της Αναστάσεως ανάβουμε ένα κεράκι και με μπροστάρη τον ιερέα και την εικόνα της Αναστάσεως και τον αγιασμό που κρατάει ο ιερέας αγιάζει όλα αυτά τα σπαρτά που θα βρει και τους ανθρώπους τους αγρότες που θα συναντήσει έξω. Γίνεται μία πομπή και κάνουμε ένα κύκλο, σε αυτό το κύκλο παρακαλούμε να έχουν υγεία όλοι οι κάτοικοι που ζούμε σε αυτό, τα σπαρτά να δώσει ευλογία ο Θεός να μεγαλώσουν και να αποτρέψουμε το χαλάζι, γιατί το χαλάζι είναι καταστροφικός για τη σοδειά μας. Και αφήνουμε ένα άνοιγμα προς τα δυτικά, ώστε από κει νοτιοδυτικά δηλαδή νότια μάλλον-συγνώμη-γιατί προς τα εκεί θέλουν να 'ρθει ο νοτιάς, το καλό, τα καλά να 'ρθουν από το νοτιά και να μπει μέσα στο χωριό για να φέρουν την ευλογία. Έχουμε την Γιορτή Τσίπουρου που είναι πρώτο Σάββατο του Νοεμβρίου, τα κρασιά και αμπελοκαλλιέργειες είναι τελείως ευνοϊκό για το χωριό μας. Έχουνε πολλά πολλά στρέμματα αμπελώνων και επειδή οι κάτοικοι παράγουν το λεγόμενο κρασί από παλιά, από την εποχή του Διονύσου και είναι πολύ καλό κρασί και στη συνέχεια τα στέμφυλα αυτά που βγάζουνε αφού γίνει το κρασί θα απατούν τις ρώγες και βγάζουν το κρασί, τα στέμφυλα τα μετατρέπουν μετά σε ένα μίγμα όπου γίνεται το βράζουν σε καζάνι τσίπουρο και βγάζουμε το λεγόμενο τσίπουρο. Πολλής καλής ποιότητας όλοι όσα έχουν γευτεί έχουνε νιώσει ότι είναι τεράστιας αξίας ποιοτικά. Και του Αγίου Νικολάου που έχουμε στις 6 Δεκεμβρίου, του Αγίου Βλασίου τώρα Φεβρουαρίου έχουμε ένα ξωκλήσι που είναι στο επάνω στο Μενοίκιο Όρος και ανεβαίνουμε είτε έχει χιόνι έτσι δεν έχει θα ανέβουμε και με το κρύο πίνοντας και τσίπουρο ζεσταινόμαστε. Και όλα αυτά λοιπόν είναι ανάμεικτα έθιμα άλλα έχουν τις ρίζες τους στην Ορθόδοξη πίστη μας, άλλα έχουν στην ιστορία μας και στην εποχή του Διονύσου αλλά οι κάτοικοι εκεί ξέρουν να τα τιμούμε, ξέρουμε να τα συνεχίζουμε και το επαναλαμβάνω αυτό συνέχεια γιατί είναι πολύ σημαντικό, γιατί τα έθιμά μας εκεί δεν υπήρχανε κάποτε, κάποτε τα σταμάτησαν για κάποιους λόγους τα διακόψαν και στη συνέχεια τα συνεχίσαμε, αυτό λέγεται αναβίωση. Στην Καλή Βρύση γίνεται βίωση, είναι βίωμα γιατί συνεχίζει μία ζωή να υπάρχουνε, δεν σταμάτησαν και κανένα λόγο και για οποιοδήποτε, οποιαδήποτε αιτία δεν υπήρξε είτε καλή είτε κακή δεν μπόρεσε να σταματήσουν αυτά τα έθιμα.

Κ.Μ.:

Ήρθατε πότε σε σύγκρουση με την εκκλησία, να προσπαθήσει να τα διακόψει;

Δ.Σ.:

Η εκκλησία διίσταται και αυτή οι απόψεις της, γιατί θεωρούν ότι μπορεί να είναι κάτι κακό που να βλάψει την εκκλησία αλλά δεν μπόρεσαν να καταλάβουν αυτό που εξηγούμε ότι είναι ιστορικό σύμβολο. Μπορεί να είναι ο τράγος, δεν είναι ο διάβολος το Μπαμπούγερο, γιατί έχει κέρατα, δεν είναι ο διάολος που λέμε συμβολίζει η εκκλησία το κακό, είναι ο τράγος είναι το τραγόμορφος ζώο που θέλει να νικήσει το κακό άρα δεν είναι κάτι που να μπορούμε να ρθούμε σε σύγκρουση, γιατί απλά ξέρετε πάντα υπάρχουν κάποιες απόψεις, κάποιες άλλες σεβαστές όλες τις δεχόμαστε απλά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι να σταματήσουμε την ιστορία. Προσπαθούμε να αλλάξουμε παλιά υπήρχε γίνεται και την τρίτη μέρα γιατί δεν σας είπα όλη τη διάρκεια του δρώμενου. Λοιπόν, να σας πω ότι όπως είπα τα Θεοφάνεια τα Μπαμπούγερα περιμένουν τον κόσμο έξω από την εκκλησία, ξεχύνονται στους δρόμους, στα σοκάκια και στα μονοπάτια και με τα κουδούνια, τρέχουνε βρίσκουν τους περαστικούς και τους ξορκίζουν με το σακίδιο στάχτης το κακ[00:20:00]ό από πάνω τους. Αυτό γίνεται σε όλη τη διάρκεια του τριημέρου, μέρα και νύχτα θα δείτε Μπαμπούγερα να ξεπροβάλλουν είτε ένα-ένα είτε κατά δύο ή ομάδες να ξεπροβάλουν στο χωριό και να κάνουν βόλτες στο χωριό. Και τη νύχτα ειδικά είναι ακόμη περισσότερο εντυπωσιακό, γιατί η μορφή αυτή φοβίζει κάπως και όταν φοβίζει, εντάξει, προξενεί λίγο αγωνία, λίγο άγχος, λίγο τρόμο αλλά είπαμε ότι είναι φιλόξενο το Μπαμπούγερο. Κάποτε μπορεί να έχει άγριες επιθέσεις για αυτό και κάποιοι συνήθιζαν να μην έρχονται στο χωριό γιατί φοβόταν αλλά πλέον αποδείξαμε ότι είμαστε φιλόξενοι, γιατί και αυτό το άτομο που κάτω από τη μάσκα είναι ο Καληβρυσιώτης που συμβολίζει τη φιλοξενία και την αγάπη τους για τον κόσμο που έρχεται εκεί να μας δει. Την δεύτερη μέρα, 7 Ιανουαρίου είναι του Άι-Γιαννιού, του Άι-Γιαννιού είναι πάλι θα δούμε Μπαμπούγερα στους δρόμους και το βράδυ θα τους δούμε να πηγαίνουν να επισκέπτονται τους Γιάννηδες μπορεί να είναι 1, μπορεί να είναι 2, μπορεί να είναι 10 να επισκέπτονται τους Γιάννηδες που γιορτάζουν να τους λένε: «Χρόνια πολλά», να τους χτυπάνε με το σακίδιο για να τους ξορκίσουν το κακό και όλα τα μέλη της οικογένειας, που τους περιμένουν με χαρά και φυσικά αυτοί ανταποδίδουν ένα κέρασμα, ένα κρασί, ένα τσίπουρο. Τσάι δεν έχουμε στο χωριό, εδώ με κεράσατε τσάι αλλά τσάι στο χωριό δεν υπάρχει, μόνο το τσίπουρο για να ζεσταθούμε και να φύγει από πάνω μας το οτιδήποτε. Και την τρίτη μέρα είναι η πιο σημαντική μέρα, γιατί θεωρείται εκείνη τη μέρα ότι εκτός την Μπάμπω που γιορτάζουμε και τιμούμε και τις τρεις μέρες, τιμούμε και την Μαμή. Η Μαμή είναι το πρόσωπο που επεμβαίνει στην ανθρώπινη ύπαρξη και ξεγεννάει τη γυναίκα για να συνεχίσει και να διαιωνιστεί το ανθρώπινο είδος. Η Μαμή, λοιπόν, είναι συμβολικό πρόσωπο για αυτό το λέμε και την τρίτη μέρα Η μέρα της Μαμής και γίνεται ένας γάμος, γάμος γίνεται που έχει συγκεκριμένο τελετουργικό ντύνονται γυναίκα άνδρας, άνδρας μάλλον ντύνεται νύφη, που αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω πως ήτανε αλλά ξέρετε μέσα στη σάτιρα και στην κωμωδία που υπήρχε στην εποχή του Διονύσου, ίσως γινόταν και αυτά. Ντύνεται ο άντρας γυναίκα χωρίς να θέλουμε να γιατί εντάξει μπορεί να το μεταφράζουν κάποιοι διαφορετικά δεν, είναι σατιρικός ο γάμος και συμμετέχει ο γαμπρός, η νύφη, ο κουμπάρος και ο παπάς που θα τους στεφανώσει. Και για να μην έρθουμε σε ρήξη με την εκκλησία, γιατί αυτά πολλά χρόνια γινόταν, γινόταν ένας παπάς και έλεγε διάφορα αστεία, χωρατά για να κάνει να γελάσει ο κόσμος την ώρα που τους πάντρευε χωρίς να βάζουμε ψαλμωδίες και όλα αυτά που είναι η ακολουθία του γάμου στην Ορθόδοξη πίστη, το τυπικό της Ορθοδοξίας. Ήτανε λόγια απλά επειδή αυτό υπήρχε πρόβλημα, βάλαμε τελικά το Διόνυσο που είναι ένας νεωτερισμός γιατί υπάρχουν αρκετοί νεωτερισμοί, ώστε να μπορούμε να καταπραΰνουμε κάποιες αντίθετες απόψεις. Μπήκε ο Διόνυσος, ευλογεί το ζευγάρι, λέει διάφορα αστεία, μπορεί να πει κάποιο ποίημα που να αφορά την επικαιρότητα και να σατιρίζει την σημερινή καθημερινότητα αλλά είναι ο Διόνυσος, το οποίο και όλη η πομπή που γίνεται που ξεκινάει που πάμε στο παλιό χωριό να πάρουμε τη νύφη. Η προίκα της νύφης είναι απλωμένη και μετά μεταφέρεται με τα άλογα επάνω, όπως γινόταν παλιά, έτσι κι αυτό ήτανε μπροστά που πάνε τα Μπαμπούγερα, πάει ο Διόνυσος, από πίσω ακολουθούν τα όργανα, οι χορευτές που χορεύουν και από πίσω ο γαμπρός. Και αφού πάρει τη νύφη, κατευθύνονται στο χώρο της πλατείας για να γίνει εκεί αυτό το τυπικό. Τι άλλο θέλετε, πείτε μου. Μιλάω πολλά.

Κ.Μ.:

Πολύ ωραία, πολύ εντυπωσιακά όλα όσα μας είπατε. Θα ήθελα να ρωτήσω για το κομμάτι των στολών. Αυτές οι στολές κατασκευάζονται, συνεχίζουν να κατασκευάζονται και στις μέρες μας;

Δ.Σ.:

Οι στολές είναι κληρονομιά των προγόνων μας. Τα πήραμε, τα φοράμε, τα συνεχίζουμε. Βέβαια η φθορά του χρόνου έχει διάφορες ζημιές παθαίνουν και διάφορες συνέπειες. Προσπαθούμε να τα συντηρήσουμε όσο μπορούμε καλύτερα, εγώ συγκεκριμένα η στολή μου είναι από τον παππού μου, ο οποίος είχε κατσίκια, γιατί οι περισσότεροι εκεί ήταν κτηνοτρόφοι, βάζαν στα ζώα αυτά τα κουδούνια. Τα πήραμε, λοιπόν, μπορεί όμως επειδή στην Καλή Βρύση έχουμε διάφορα μονοπάτια δύσκολα, δύσβατα μπορεί να πέσουμε και να χτυπήσουμε και να σπάσει το κουδούνι. Το κουδούνι υπάρχει τρόπος το κολλάμε, το κάνουμε βέβαια είναι όταν ραγίζει ένα κουδούνι, ραγίζει η καρδιά μας γιατί είναι αξίας αυτά θα λέγαμε, εκτός από την τιμή του που είναι και ακριβά-και θα σας πω αμέσως-είναι και συναισθηματικής αξίας. Τα κουδούνια επειδή ήτανε λίγα εκείνη την εποχή ή και αυτές τις μέρες που φτάνουμε, δεν μπορούμε όλοι να έχουμε κουδούνια. Επομένως, πάμε σε κάποιο σημείο της Ελλάδος στην Θεσπρωτία, στο νομό Θεσπρωτίας υπάρχει εκεί χυτήριο το οποίο φτιάχνει κουδούνια. Η αξία τους μπορεί να φτάσει μέχρι 1.000 ευρώ, είναι αναλόγως το μέγεθος. Τα λέμε νούμερα είναι 20-22 νούμερα, έχει διάφορα αναλόγως το μέγεθος και πάμε και στην Παραμυθιά της Θεσπρωτίας και φτιάχνουμε, κάνουμε αυτό το ταξίδι και παίρνουμε κουδούνι αναλόγως την ηλικία του καθενός, που αντιστοιχεί, πιο μικρός πιο μικρά κουδούνια, πιο μεγάλος πιο μεγάλα. Είναι πολύ βαριά τα κουδούνια σας είπα μπορεί να ζυγίζουν από 30 έως 40 κιλά. Βέβαια, η μοναδική του τέχνη είναι να τα δέσεις καλά, να ξέρει κάποιος να σε δένει και να σε ντύνει, γιατί τα σχοινιά σίγουρα θα σου προκαλέσουν πληγές τους ώμους, στη μέση, στην πλάτη γιατί όλο αυτό το βάρος και δεν είναι μόνο ότι τα δένεις και τρέχεις, τρέχεις. Είσαι ο τράγος ζώο που υπερπηδάει τα εμπόδια και δεν νιώθεις. Και ειλικρινά είναι κάτι μαγευτικό αν φορέσεις τη στολή αυτή, γιατί φορεσιά είναι βασικά το Μπαμπούγερο, δεν είναι κάτι συγκεκριμένο, είναι συγκεκριμένη στολή αλλά τη θεωρούμε φορεσιά του Μπαμπούγερου. Αν φορέσεις τα κουδούνια και μόλις βάλεις τη μάσκα ειλικρινά δεν μπορώ να το εξηγήσω, είναι κάτι αδιανόητο. Έχεις αυτή τη δύναμη, νομίζεις ότι δεν είναι κανένας σαν και σένα. Μπορείς να υπερπηδήσει τα εμπόδια σου που έχεις και να δεν ξέρω. Όποιος το ζήσει, όποιος ντυθεί θα το ζήσει καλύτερα. Δεν είναι κάτι που δεν μπορώ να το περιγράψω είναι μαγευτικό, είναι όνειρο, όνειρο. Και νιώθεις ότι πλέον αφού το φορέσεις έκανες και το χρέος τους στην ιστορία. Η μάσκα είναι από δέρματα ζώων. Κόβουμε, ετοιμάζομαι και τα ψήνουμε αυτά τα δέρματα, γιατί όπως είναι τη γίδα όταν τη σφάξουμε παίρνουν τα δέρματα και αυτά πρέπει να ξεραθούν στον ήλιο, τα βάζουμε αλάτι. Είναι ειδικοί που ξέρουν από αυτά και τα κάνουν. Και μετά τα κόβουνε αναλόγως τη διάσταση που θέλουμε να έχουμε τη μάσκα. Είναι μαύρο, σε μαύρο χρώμα είναι η τρίχα και βάζουμε και στα κέρατα απολήξεις των κεράτων υπάρχουν και εκεί φούντες. Και αν δείτε ότι υπάρχουν κόκκινα κορδόνια στη μάσκα που δένονται τα μάτια, το στόμα και πάνω τα κέρατα. Το κόκκινο χρώμα είναι το χρώμα της αισιοδοξία, για αυτό και βάζουμε κόκκινο χρώμα. Γιατί εκτός από να νικήσουμε τα εμπόδια θέλουνε και να αισιοδοξούμε. Η αισιοδοξία είναι ο πνεύμονας του κάθε ανθρώπου για να συνεχίσει να ζει και έτσι μεταφέρουμε με αυτό το κόκκινο χρώμα και την αισιοδοξία στη ζωή. Η Γκούνια, η Γκούνια είναι ένα, βασικά ξεκινάμε από τα παπούτσια που συνήθως φοράνε κάποια τσαρούχια που φτιάχνουνε τα τελευταία χρόνια για να έχουν όλοι ομοιόμορφη εμφάνιση τα τσαρούχια. Φοράνε ένα άσπρο σώβρακο για παντελόνι και αυτό το αγοράζουμε από το εμπόριο. Ένα άσπρο πουκάμισο από κάτω και από πάνω φοράμε ένα πανωφόρι μαύρο και αυτό είναι παραδοσιακά κατασκευασμένο. Το φτιάχνουν κάποιες κυρίες επάνω στο χωριό. Και έχουνε συρίτια, συρίτια και τα κόκκινα αυτά που λέμε το χρώμα της αισιοδοξίας και διάφορα άλλα, ο καθένας όπως θέλει το κεντάει κινητό απλά είναι φλοκωτό αυτό και είναι πολύ ζεστό. Και πίσω πάνω κάτω από το πανωφόρι αυτό ανάμεσα στο πανωφόρι και στο πουκάμισο πίσω στην πλάτη βάζουμε μία καμπούρα, που αυτό που λέμε η καμπούρα σημαίνει τη γριά που είναι το τιμητικό πρόσωπο και την τιμάει το Μπαμπούγερο με αυτή την αμφίεση, για να δείχνει Μπάμπου, Μπάμπου κάπως έτσι το λένε. Και η μάσκα αυτό με τα δέρματα ζώων είναι μία υφασμάτινη μάσκα που βάζουν τα δέρματα και ολοκληρώνει αυτή την εμφάνιση. Και στο χέρι κρατούν αυτό το σακίδιο με τη στάχτη. Η αξία τους είναι πάρα πολύ μεγάλη αν πεις να κατασκευάσεις τώρα μία στολή από την αρχή μπορεί να σας κοστίσει και 2.000 ευρώ. Αν όχι δύο από 1.500 μέχρι 2.000 ευρώ, γιατί μόνο τα κουδούνια στοιχίζουν 8 με 9 κατοστάρικα. Το σακίδιο που κρατάνε και αυτό μπορεί να είναι από φλοκωτό βελούδο και όλα αυτά στοιχίζουν. Για εμάς όμως δεν είναι καμία αξία, γιατί είναι ιστορική και συναισθηματική αξία. Μαζεύουμε χρήματα, έχω δει φίλους που να πούνε ότι θέλω και εγώ να κάνω τη δική μου στολή στερούν από τα προσωπικά τους έξοδα μόνο και μόνο στο τέλος της χρονιάς να είναι έτοιμη η στολή για να μπορέσουν να τις φορέσουν στις 6, 7 και 8 Ιανουαρίου.

Κ.Μ.:

Και οι κατασκευαστές των στολών αυτών βρίσκονται στο χωριό;

Δ.Σ.:

Κατασκευαστές ναι ήταν και παππούδες μας πολλοί που φτιάχνανε. Δυστυχώς η ζωή έχει κάποιοι να φεύγουν, κάποιοι να ρχονται. Ευτυχώς υπάρχουν και νέοι, γιατί σας είπα η νεολαία είναι το πιο βασικό και η κινητήριος δύναμη για να κινεί όλα αυτά. Υπάρχουν και νέες γυναίκες που φτιάχνουν αυτή τη στιγμή μάσκα. Τα κουδούνια όπως σας είπα τα παίρνουμε λίγο διανύοντας κάποια χιλιόμετρα αλλά η μάσκα, η γ[00:30:00]κούνια και όλα τα άλλα γίνονται από ανθρώπους που υπάρχουν και ζουν ακόμα στο χωριό, δόξα τω Θεώ.

Κ.Μ.:

Θα μπορούσες να μας περιγράψει την διαδικασία του ντυσίματος;

Δ.Σ.:

Ναι, η διαδικασία πρέπει να είναι ιδιαίτερη και συγκεκριμένη και να είσαι γνώστης. Εγώ προσωπικά, είναι λάθος μου αυτό, δεν έχω μάθει να ντύνω, γιατί μία ζωή ντύνομαι και ντύνομαι είτε από τον πατέρα μου είτε από κάποιους γνωστούς. Πρέπει να έχει συγκεκριμένο δέσιμο, γιατί αν χαλαρώσουν τα σχοινιά με το τρέξιμο, μετά θα κρεμάσουν τα κουδούνια και θα σου χτυπήσουν κυρίως τη μέση. Το δέσιμο πρέπει να είναι συγκεκριμένο γιατί μόνο έτσι θα απαλλαγείς από τους πόνους που έχουν το βάρος των κουδουνιών και αργότερα σου βγαίνουν. Και μία εβδομάδα όλοι είμαστε άρρωστοι μετά από όλα αυτά. Απλά πρέπει να προσπαθήσουμε να δέσουμε το Μπαμπούγερο σωστά. Τώρα το μυστικό ποιο είναι, να είναι σφιχτά τα λουριά, να μην έχουνε κενά τα σκοινιά όλα αυτά και επίσης και το δέσιμο γύρω από τη μέση να έχει συγκεκριμένη απόσταση, είναι μία παλάμη-μιάμιση παλάμη νομίζω το κάθε κουδούνι από το κουδούνι. Εντάξει είναι και κάποια μυστικά που δεν μπορώ να τα πούμε κι όλα.

Κ.Μ.:

Σίγουρα. Αλλά θέλω να πω συγκεντρώνεστε σε κάποιο χώρο όλοι;

Δ.Σ.:

Όχι, είναι ο καθένας. Και σε άλλα χωριά που βλέπουμε να γίνονται αυτά τα δρώμενα συνήθως τα κουδούνια και όλες αυτές οι αμφιέσεις είναι κτήμα και περιουσία των συλλόγων. Θα σας πω και για το σύλλογο του χωριού μας. Στην Καλή Βρύση είναι προσωπική κληρονομιά του καθενός και το κρατεί, τα κρεμάει τώρα που τελειώνουμε τα κρεμάει πάνω στη σοφίτα, στα κεραμίδια, στις αποθήκες τα κρεμάμε τα κουδούνια. Βάζουμε τις μάσκες, τα δέρματα σε ναφθαλίνη για να μην τα φάει ο σκόρος και σιδερώνουμε τα πλένουμε γιατί έχουν ιδρώσει, γιατί όσο και κρύο να κάνει επάνω η θερμοκρασία μπορεί να φτάνει αυτές τις μέρες και μείον του μηδενός αλλά το τρέξιμο που κάνεις ιδρώνεις. Γιατί όλοι λένε: «Δεν κρυώνετε είστε με μπλουζάκια, είστε με κοντά και αυτά;». Όχι δεν κρυώνουμε, γιατί κουβαλώντας τα κουδούνια από το πρώτο λεπτό ήδη έχει φτάσει η θερμοκρασία μέσα Αυγούστου για εμάς. Και όλα αυτά συντηρούνται, τα κρατάμε για να είναι έτοιμα την επόμενη χρονιά. Άρα, δεν δηλαδή καλύτερα που λέει να μπει ένας κλέφτης και σου κλέψει καλύτερα να σου πάρει τα λεφτά ή κάτι άλλο τηλεόραση, ηλεκτρικά είδη που λένε παρά να σου πάρει αυτά τα κουδούνια. Είναι τα έχουμε καλά φυλαγμένα και θεωρούμε ότι είναι ένα κομμάτι της ζωής μας.

Κ.Μ.:

Να γυρίσουμε λίγο πίσω στην παιδική σου ηλικία, όταν ντύθηκες για πρώτη φορά Μπαμπουγεράκι μικρό. Έχεις μνήμες; Πώς ένιωσες;

Δ.Σ.:

Οι μνήμες είναι νοσταλγία, είναι και τιμή θα ‘λεγα σαν συναίσθημα τώρα αυτή τη στιγμή. Θυμάμαι μου είχε πει ο πατέρας μου: «Θα σου βρω κουδούνια να σε ντύσω» και του λέω: «Εγώ;», «Ναι» μου λέει. Η μητέρα μου εν τω μεταξύ ήταν αντίθετη γιατί λέει: «Θα κουραστεί το παιδί, θα χτυπήσει τη πλάτη, θα κάνει». «Όχι -του λέω εγώ- ναι» μου τα είχε πει αυτά από ό,τι θυμάμαι εκείνη τη χρονιά που ήμουνα εννιά χρόνων ήμουνα. Μου το είχε πει πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, πριν ξεκινήσουν οι γιορτές και μου λέει: «Θα σε βρω και θα σε ντύσω». Εν τω μεταξύ εμείς δεν βλέπαμε μικρά και ένιωσα κάπως περίεργα, παράξενα αλλά ήταν και η μαγκιά να ντυθείς πρώτος μικρός εσύ και θεωρούσα ότι θα ήμουν ο πρώτος μάγκας στο χωριό. Και κάθε μέρα που ξυπνούσα: «Έτοιμα τα κουδούνια;», «Έτοιμα». Όταν μου τά 'φερε και μου τα παρουσίασε με ένα σκοινάκι μικρό εκεί και κάτι μικρά ίσα-ίσα που κάναν θόρυβο είχα τρελαθεί, παρόλο που η μνήμη του ανθρώπου πάει στα καλά, αυτό ήταν ένα κομμάτι που με συγκλόνισε και το έζησα ως πολύ θετικό για τη ζωή μου. Ντύθηκα, ντύθηκα την ημέρα πρωί-πρωί κιόλας ξύπνησα με λαχτάρα του λέω: «Είμαι έτοιμος». Θυμάμαι η μάνα μου έψαχνε να βρει άσπρο πουκάμισο για να βρει αλλά δεν βρίσκαμε τότε δεν είχε άσπρο πουκάμισο ούτε και στην αγορά μπορούσαμε να βρούμε στο εμπόριο και με έβαλε ένα άλλο πουκάμισο σε άλλο χρώμα που είχα μικρός και από κάτω με φόρεσε 100 μπλούζες, για να μην κρυώνω. Εν τω μεταξύ είχα γίνει μούσκεμα μόνο που τις φορέσα εκείνες και άρχισα να χοροπηδάω με τα κουδούνια. Είχα γίνει μούσκεμα και λέω: «Τι έγινε;» λέω, η μάνα μου λέει: «Ίδρωσε» αλλά μου φόρεσε και γάντια και σκουφάκι λέω: «Σκουφάκι, τη μάσκα και από πάνω το σκουφάκι;» το θυμάμαι. Βγήκα έξω και όλοι με κοιτούσαν και θυμάμαι μου επειδή, ξέρετε, το Μπαμπούγερο χτυπάει έτσι κι εγώ πήγαινα χτυπούσα εκεί τον κόσμο και όλοι γελούσαν. Εν τω μεταξύ μου δίναν και χαρτζιλίκι και λέω: «Τι ωραίο πράγμα να σου δίνουν και χαρτζιλίκι» ήταν ωραία, δεν ξέρω, ήταν φοβερό συναίσθημα και από κει και πέρα μου άρεσε που έγινε η αρχή και συνέχισαν μετά να ντύνονται κι άλλα Μπαμπούγερα. Να σας πω κάτι για το χτύπημα, παλιά και είναι συνδεδεμένα τα Μπαμπούγερα με την εκκλησία γιατί τώρα που το θυμήθηκα εποχές πριν από μία εικοσαετία ο Άγιος Νικόλαος που είναι ο πολιούχος του χωριού μας, η επιτροπή εκεί έβγαζε κάποιες μάρκες, ήταν κάποιες χάλκινες μάρκες σε σχήμα κάποιου νομίσματος και είχε από πάνω τη σφραγίδα μπροστά του Αγίου Νικολάου και από πίσω είχε το Μπαμπούγερο σαν μορφή. Και αυτά τις μάρκες λοιπόν τις είχε η εκκλησία, η επιτροπή. Λίγο πριν τις γιορτές, μέσα στα Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και αυτά πήγαιναν οι κάτοικοι πληρώνανε το αντίτιμο της κάθε μάρκας, είχαν κάποιο αντίτιμο συγκεκριμένα το πληρώναν, τα προπληρώναν στην εκκλησία.Τα περνάνε αυτές τις μάρκες και τα δίναν στα Μπαμπούγερα την ώρα που περνούσαν και τους χτυπούσαν ως φιλοδώρημα οι κάτοικοι, που διώξαν το κακό από πάνω τους δίνανε αυτή τη μάρκα. Οι μάρκες αυτές τις συγκέντρωναν τα Μπαμπούγερα και τις επιστρέφαν πάλι πίσω στην εκκλησία. Τα χρήματα, λοιπόν, που μαζεύονταν πληρώνοντας το αντίτιμο αυτής της μάρκας πηγαίνανε απλά για φιλανθρωπικό σκοπό, βοηθούσαμε ανθρώπους που είχαν την ανάγκη. Και αμέσως δείχνει και είναι η απάντησή μας προς όλους αυτούς που είναι ίσως κακοπροαίρετοι και τους λέμε ότι: «Παιδιά, ορίστε η Εκκλησία πόσο συνδεδεμένα ήταν όλα αυτά και υπήρχε μία αλληλουχία μεταξύ τους». Και επομένως οι πρόγονοί μας ίσως ξέραν και περισσότερα πράγματα. Για αυτό λοιπόν και αυτό το φιλοδώρημα μετά αργότερα και παλιά φώναζαν τα Μπαμπούγερα: «Ω Τζιμ-μπαμπά, τρύπια δεκάρα-μία εικοσάρα» δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Τζιμ-μπαμπά φώναζαν: «Έλα Μπαμπούγερο» κάπως έτσι και κυνηγώντας τον πιάναν εκεί και τους δίνανε μόλις τους δίναν αυτό το νόμισμα φεύγανε, μετά τους σταματούσαν να τους χτυπούσαν. Τώρα δεν υπάρχει αυτό και πιστεύω ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι πράγματα που δεν μπορούμε κάποιες φορές να τα εξηγήσουμε αλλά αφού έτσι τα πήραμε έτσι τα συνεχίζουμε. Είναι κάποια δηλαδή που δεν μπορείς να τα εξηγήσεις και δεν μπορείς να δώσεις μία εξήγηση και μία μετάφραση, ίσως είναι συμβολικά ίσως. Αλλά ξέρουμε σίγουρα ότι ο σκοπός είναι η διαιώνιση της ιστορίας μας.

Κ.Μ.:

Και σίγουρα λογικά μπορεί να μην εξηγούνται αλλά φαντάζομαι ότι υπάρχει πάρα πολύ συναίσθημα μέσα σε αυτή τη διαδικασία στο ντύσιμο, τη μεταμόρφωση.

Δ.Σ.:

Μεταμόρφωση, συναίσθημα όλα βγαίνουν από την ψυχή σου. Αν δεν έχεις ψυχή, αν δεν τα αγαπάς δεν πρόκειται να το κάνεις. Ούτε το κάνεις σαν αγγαρεία, ούτε λες πρέπει να τηρήσουμε το έθιμο. Το έθιμο το τηρείς γιατί βγαίνει από την ψυχή σου. Εγώ σας είπα επειδή ασχολούμαι και με την προβολή αυτή την περίοδο νομίζω ότι με το που έρχονται αυτές οι μέρες, και όπως σας είπα τώρα μετράμε αντίστροφα για εκείνη την περίοδο, έρχονται αυτές οι μέρες σου ξυπνάει το αρχαιοελληνικό ένστικτο μέσα σου και προσπαθείς να το καταπραΰνεις. Να το καταπραΰνεις πώς; Ντύνοντας Μπαμπούγερο, συμμετέχοντας γιατί δεν είναι μόνο να ντυθείς και να βγεις στους δρόμους και ο κάθε άνθρωπος εκεί που θα συναντήσει και του χτυπάει με το σακίδιο και το ξορκίζουν το κακό συμμετέχει και αυτός το δρώμενο. Δεν μπορείς βέβαια τρεις μέρες και τρεις νύχτες να φοράς τα κουδούνια, κάποια στιγμή θα το φορέσεις, θα κουραστείς, θα πας να ξεντυθείς να ντυθεί κάποιος άλλος, θα τη δανείσεις την αμφίεσή αυτή τη φορεσιά σε κάποιον άλλον γιατί τα άτομα είναι πάρα πολλά οι στολές, οι φορεσιές δεν είναι πάρα πολλές για να μπορούν να ντυθούν όλοι συγχρόνως. Επομένως δίνοντας και την στολή σου στον άλλον και γεύοντας κι αυτός αυτή τη χαρά νιώθεις δίπλα ικανοποιημένος. Είναι λοιπόν συναίσθημα που δεν μπορώ απλά να το εξηγήσω. Είχαν πει κάποτε: «Τι είναι αυτό που ντύνεσαι;» είχαν έρθει κάποιοι δημοσιογράφοι: «Τι είναι αυτό που ντύνεσαι;». «Τρέλα-λέει-τρέλα» το τρέλα να αντιλαμβάνεται ο καθένας όπως νομίζει. Έτσι είναι οι καταστάσεις που…Καταρχήν για μένα μόνο που τη φορούσε ο παππούς μου αυτή τη στολή, ο πατέρας μου, ο παππούς μου, ο προπάππους μου σίγουρα γιατί υπήρχαν και ενδείξεις και μαρτυρίες ότι και παλιά οι κάτοικοι ντύνονταν με όλες αυτές τα ιστορικά ευρήματα που έχουμε βρει, είναι τιμή μου για μένα συνεχίζω να τα φοράω και εγώ και το παιδί μου και αργότερα οι απόγονοί μου.

Δ.Σ.:

Επίσης ποιοι συνέβαλαν να σας πω ποιοι συνέβαλαν για αυτή όλη την ανάδειξη. Καταρχήν στην Καλή Βρύση όπως και σε άλλα χωριά υπάρχει ο Σύλλογος, ο Πολιτιστικός Σύλλογος που είναι ο φορέας που θα συνεχίζει και να κρατάει αυτά τα έθιμα, να τα να τα φυλάτει και να προσπαθεί να το οργανώσει, άσχετα με τους νεωτερισμούς που μπήκαν κατά καιρούς. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος, λοιπόν, Καλής Βρύσης είναι οργανωμένος από το 1981, ο οποίος ξεκίνησε τότε τη λειτουργία του με σκοπό[00:40:00] τη διατήρηση όχι μόνο των εθίμων αλλά και της μουσικής παράδοσης που έχουμε και των τραγουδιών που έχουμε και όλων αυτών των εθίμων και των δρώμενων. Υπήρχε ένας δραστήριος σύλλογος που ξεκίνησε από λίγα άτομα εκεί στο χωριό, από λίγους Καληβρυσιώτες, στη συνέχεια διαπλατύνθηκε-πώς να το πω- μεγάλωσε, μπήκαν και άλλα μέλη βοήθησαν πάρα πολύ στο να ξεκινήσει τη λειτουργία του γιατί κάθε αρχή και δύσκολη. Υπήρχαν άνθρωποι και μεταξύ αυτών και ο θείος μου που ήτανε και παίρνω αρκετά βήματα από αυτόνα και αρκετά παραδείγματα. Ήταν άνθρωποι που είχαν πάθος, είχαν όρεξη και είχαν διάθεση να προσφέρουν και όλα φυσικά αφιλοκερδώς. Ο σύλλογος συνεχίζει μέχρι και σήμερα ο Πολιτιστικός να υπάρχει με ανθρώπους που έχουν αλλάξει κατά καιρούς διοικήσεις και μέλη φυσικά, γιατί η ζωή συνεχίζεται άλλοι έρχονται, άλλοι φεύγουν. Δεν ξεχνάμε στην Καλή Βρύση ποτέ αυτούς που φεύγουν και αυτοί που έρχονται είμαστε μιμητές όλων αυτών των ανθρώπων που μας έχουν παραδώσει κάτι. Συνεχίζει να υπάρχει υπάρχουν τρία χορευτικά συγκροτήματα στο χωριό, υπάρχει το παιδικό τμήμα, υπάρχει το εφηβικό και υπάρχουν οι μεγαλύτεροι. Έχουμε νεολαία, δόξα τω Θεώ, ακόμα στο χωριό παρόλη τη μετανάστευση που είναι το κύριο πρόβλημα επάνω η ανεργία όλα αυτά, υπάρχει κόσμος στο χωριό, υπάρχει νεολαία και όσοι τουλάχιστον ζούνε σε κάποιες πόλεις στο γύρω περιβάλλον στο γύρω χώρο έρχονται έστω και τις υποχρεώσεις του στο σύλλογο να χορέψουν, να κάνουν να μάθουν το χορό. Μαθαίνουμε μακεδονικούς και θρακιώτικους χώρους, έχουμε δασκάλους που πέρασαν άξιους εκεί πάνω. Παλιότερα είχαμε την Τουλούμη τη Μαρία από ό,τι θυμάμαι μικρός που πήγαινα και εγώ στο σύλλογο την Αστερίου, την Καβάζη την Κατερίνα που είναι από Προσοτσάνη, τώρα έχουμε τον Τάσο τον μου διαφεύγει το επίθετο ένα καλό παιδί και αυτός από το Φωτολίβος. Άνθρωποι που και αυτοί έγιναν ένα με μας γιατί θεωρώντας ότι δεν είναι μόνο να είσαι δάσκαλος και να μαθαίνεις χώρους πρέπει να είσαι και Καληβρυσιώτης, να ζήσεις εκεί την ατμόσφαιρα, το περιβάλλον και να γίνεις ένα με τους κατοίκους. Διοικήσεις πέρασαν πάρα πολύ άξιοι άνθρωποι, δεν μπορώ να τους αναφέρω όλους, γιατί αν ξεχάσω κάποιον θα θεωρηθεί λάθος μου. Επομένως συνεχίζουμε και εκτός από τα χορευτικά, υπάρχει τα τοπικά μουσικά όργανα της Καλής Βρύσης είναι η γκάιντα και το νταχαρές είναι όργανα που γίνονται και αυτά από δέρματα ζώων, υπήρχαν κτηνοτρόφοι στο χωριό υπήρχανε τα ζώα στη σφαγή τους τα δέρματα πάντα είναι πολύτιμα το οτιδήποτε σφάζουμε εκεί πάνω. Επομένως και η γκάιντα και ο νταχαρές, η γκάιντα είναι πνευστό όργανο που θέλει γερά πνευμόνια για να μπορείς να ανταπεξέλθεις, γιατί μπορεί να παίζεις ώρες στο χωριό, γιατί αυτοί οι Καληβρυσιώτες δεν καταλαβαίνουν τίποτα, αν ξεκινήσεις μια φορά «Συνέχισε, συνέχισε» εκείνος ο άνθρωπος πόσο πνευμονία θα έχει για να παίζει; Και ο νταχαρές που είναι ένα κρουστό όργανο που έχει μέσα γύρω ένα ξύλο στρογγυλό που δένουν το δέρμα των ζώων επάνω και βάζουνε κάτι κουδουνάκια επάνω χτυπώντας να κάνει το θόρυβο αυτό. Όργανα που τα συναντούμε και εγώ έτσι τα θυμάμαι από μικρός ήταν όργανα που συμμετείχαν στους γάμους, στα πανηγύρια, στις γιορτές, στα μπαμπούγερα, στο κέφι στη διασκέδαση, στην παρέα. Και ήταν όργανα που τα κράτησαν οι Καληβρυσιώτες και αυτοί που είχανε οι σημαντικοί άνθρωποι που ήταν και αυτούς να τους αναφέρω ήταν ο Κώττας ο Δημήτριος, ο οποίος είναι και ήτανε και δάσκαλος στο Μουσικό Ωδείο Δράμας, ήταν ο Μπούτιος ο Δημήτρης, ο Τσακίρης ο Άγγελος, ο Μάρτζιος ο Άγγελος που δυστυχώς μας έχουν αφήσει πλέον. Είναι ο Καρράς ο Κωνσταντίνος, ο Μπένας ο Άγγελος και διάφοροι άλλοι άνθρωποι αλλά οι κύριοι καθοδηγητές ήτανε αυτοί. Και βέβαια οι προπαππούδες, οι προγενέστερες γενιές που δεν θυμάμαι και τα ονόματά τους παίζανε και αυτοί αλλά εγώ σαν νεαρό άτομο θυμάμαι αυτούς ανθρώπους που ξεκίνησα. Και ευτυχώς τα εγγόνια, ανιψιά, κάτοικοι του χωριού είχαν παιδιά πολλή όρεξη και συνέχισαν, αφού ήταν αυτοί όλοι οι οργανοπαίκτες δίδαξαν αυτά τα νέα παιδιά και έχουμε νεολαία. Θα πάθετε πλάκα όταν δείτε ένα παιδί 3 χρόνων να παίζει νταχαρέ. Εντάξει νταχαρέ έχουμε συναντήσει και από 10 χρονών και πάνω αλλά με τον νταχαρέ 3 χρονών παιδί και φέτος ειδικά το είδαμε στους δρόμους δύο παιδάκια μαζί είδαμε να παίζουνε, το νταχαρέ πιο μεγάλο από αυτούς ήτανε αλλά το κρατούσαν και το χτυπούσαν. Τι να πω, για αυτό είμαι περήφανος που ζω σε αυτό το ευλογημένο τόπο υπάρχει νεολαία υπάρχει διαιώνιση του ανθρώπινου είδους και τα τιμούμε με ευλάβεια.

Κ.Μ.:

Να ρωτήσω κάτι. Πριν από τον σύλλογο ποιος μεριμνούσε για την διατήρηση του εθίμου; Αυθόρμητα οι κάτοικοι;

Δ.Σ.:

Ναι έτσι ακριβώς αυθόρμητα. Το έθιμο, λοιπόν, δεν μπαίνει σε καλούπια ποτέ, δεν είναι κανενός, δεν μπορεί να το να το διεκδικήσει κάνεις ως ατομικό ατομική προβολή. Το έθιμο είναι γιατί βγαίνει από την ψυχή μας, το έθιμο έχεις τη φορεσιά σου την έχεις στην αποθήκη την κατεβάζεις 6 όχι 6 στα Χριστούγεννα γιατί και τα δρώμενα των Μπαμπούγερων είναι στα πλαίσια του Δωδεκαημέρου των εορτών του Δωδεκαημέρου αλλά και από τα Χριστούγεννα που ξεκινάει το Δωδεκαήμερο και βάζουμε την στολή αυτή, χτυπάμε τα κουδούνια, την ετοιμάζουμε. Και βγαίνουμε στους δρόμους και χτυπώντας τα κουδούνια για να πούμε ότι έρχονται, έρχονται τα Μπαμπούγερα. Απλά η αποκορύφωση είναι το τριήμερο 6,7,8 που τα βάζουμε πλέον με τη συγκεκριμένη φορεσιά που έχει ο Μπαμπούγερος και βγαίνουμε από το πρωί είτε έχει αψηφώντας τις καιρικές συνθήκες είτε έχει χιόνι έχουμε δει Μπαμπούγερα μέσα στα χιόνια, να μπαίνουν οι μισοί μέχρι τα γόνατα στα χιόνια αλλά και τα κουδούνια να χτυπούνε. Έχουμε δει να βρέχει και αυτά να βγαίνουν στους δρόμους, γιατί ο τράγος δεν έχει ποτέ καιρικές συνθήκες δεν υπολογίζει τίποτα. Επομένως, όλα αυτά θα συνεχίζουμε.

Κ.Μ.:

Τέλεια. 1-2 ερωτήσεις ακόμη.

Δ.Σ.:

Έχουμε χρόνο.

Κ.Μ.:

Ωραία, εντάξει. Λοιπόν, περίπου πόσα άτομα ντύνονται κάθε χρόνο; Έχεις κάποια εικόνα;

Δ.Σ.:

Ούτε και αυτό ένα συγκεκριμένο γιατί ο καθένας έχει, στο χωριό σύνολο υπάρχουν 100 φορεσιές από ό,τι είχαμε κάνει μία καταμέτρηση υπάρχουν 100 φορεσιές. Βέβαια, μπορεί να ντυθούν και οι 100, μπορεί να ντυθούν οι 50, μπορεί να ντυθούν ή την ώρα που ντύνεται κάποιος ξεντύνεται πάει να ντυθεί ο άλλος. Στο δρόμο πάντα θα δούμε Μπαμπούγερα είτε μέρα είναι αυτό είτε νύχτα πάντα θα βλέπετε αυτά τα τρεχάματα και τα κυνηγητά των ανθρώπων και όσο πιο πολύ γεμίζει ο χώρος της Καλής Βρύσης με Μπαμπούγερα τόσο πιο δυνατά χτυπά η καρδιά μας, πιο πολύ ανεβαίνει η ψυχολογία μας και νομίζω ότι εγώ προσωπικά όταν βλέπω πάνω από 10 Μπαμπούγερα να κάνουν αυτό τον εκκωφαντικό θόρυβο και ξεσηκώνουν τα πάντα δακρύζω, δακρύζω και ανατριχιάζω, γιατί είναι βίωμα ό,τι καλύτερο που υπάρχει.

Κ.Μ.:

Και ένα κοινωνικό, μάλλον ένα της κοινότητας έθιμο, δηλαδή συμμετέχουν όλοι μαζί έτσι;

Δ.Σ.:

Ο Μπαμπούγερος όπως σας είπα δεν μπαίνει σε καλούπια κι ούτε μπορεί να τους σκηνοθετήσει κάποιος αλλά και δεν μπορεί να φύγει από τα όρια της Καλής Βρύσης. Διαφημιστικά φεύγει ξεπερνάμε τα όρια της Ελλάδος, των Βαλκανίων γίνεται διαφημίζεται πάντα πολλές φορές και ένα ρολό ένα κομμάτι αυτής της διαφημίσει έχω παίξει και εγώ, γιατί αφού βρήκα ανθρώπους έδωσα τη στολή μου να ντυθεί άλλος, εγώ προσπαθώ όσο μπορώ να τα προβάλλω. Γιατί όπως λέτε είναι η προβολή επηρεάζει και την ιστορία μας που θέλουμε να την βροντοφωνάξουμε και να τη συνεχίσουμε. Όμως αυτό ο κόσμος μαζεύεται πάρα πολύ νιώθουμε τιμή. Δεν βγαίνει έξω από τα όρια του χωριού το Μπαμπούγερο, θεωρείται ότι το Μπαμπούγερο επειδή έχει όλα συμβολικά και ότι οι κινήσεις του μέχρι και οι κινήσεις, οι κινήσεις που κάνει ο Μπαμπούγερος είναι συμβολικό, κουνάει τη μέση του θεωρώντας ότι συμμετέχει σε ένα γονιμικό, σε μία γονιμική πράξη και αυτό είναι συμβολικά. Ο χώρος, ο οποίος γεννήθηκαν τα Μπαμπούγερα και μεγάλωσαν εκεί και συνέχισαν να μεγαλώνουν είναι η Καλή Βρύση επομένως το οτιδήποτε θα βγει έξω εκτός τα όρια του χωριού είναι για διαφημιστικούς λόγους.

Δ.Σ.:

Συμμετείχαμε, η μεγαλύτερη συμμετοχή των Μπαμπούγερων ήταν στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004 στην Αθήνα, τα οποία πήγαμε οργανωμένα με συγκεκριμένο αριθμό ατόμων σύμφωνα με την επιτροπή που μας κάλεσαν. Γιατί ξέρετε η τελετή λήξης είχε σχέση με την ιστορία της Ελλάδος και ένα κομμάτι της ιστορίας της Ελλάδος είναι και τα Μπαμπούγερα. Πήγαμε εκεί 20 άτομα, 20 κωδωνοφόροι, κράτησαν αρκετές μέρες γιατί έπεπε να γίνουν και κάποιες πρόβες. Και όταν βγήκανε θεωρώντας τα βλέπουν εκατομμύρια κόσμος και μέσω τηλεοράσεων αλλά και μέσα στο γήπεδο ήταν κάτι συγκλονιστικό. Ήταν συγκλονιστικό για μας, κυρίως για αυτούς που ντύθηκαν και ήταν συγκλονιστικό, γιατί η ιστορία μας όπως σας είπα γίνονταν αυτή κίνηση με ένα κομμάτι της Ελλάδος και ήταν πάρα πολύ καλό. Επίσης, τα Μπαμπούγερα μπορεί να συμμετείχαν και στο Δημοτικό Ωδείο, στο Ωδείο της Αθήνας μάλλον με διάφορες έτσι, [00:50:00]συμμετείχαν και στο εξωτερικό σε διάφορες εκδηλώσεις που γίνονται. Απλά σας λέω ότι θεωρώντας το Μπαμπούγερο βγαίνοντας έξω από το χωριό γίνεται απλά για διαφημιστικό λόγο και σκοπό αλλά θεωρώντας ότι δεν είναι κάτι που να είναι παράσταση, θίασος τα Μπαμπούγερα. Για αυτό και πολλές φορές και οι απόψεις των χωριανών διίστανται, γιατί τα Μπαμπούγερα είναι βίωμα και είναι πράξη στο χώρο που γεννήθηκαν. Το έξω ίσως θα κάνει κακό και ίσως θα κάνει ζημιά, αλλά θεωρώντας ότι η προβολή είναι ένα κομμάτι και αυτό των δρωμένων κάνουμε αυτή την κίνηση. Έτσι απλά τυπικά μόνο και να κάνουμε αυτό. Εγώ λέω δεν θα θεωρούσα όπως πήγαμε και Θεσσαλονίκη πριν κάποια χρόνια συμμετέχοντας στην Ευρωπαϊκή πομπή κωδωνοφορίας που γινόταν κάθε χρόνο, τώρα σταμάτησε λόγω κόβιντ, δεν μπορώ να λειτουργήσω ως Μπαμπούγερο θεωρώντας βλέποντας τις καφετέριες, τα μαγαζιά, το παραλιακό δρόμο που γινόταν ή τη πλατεία Αριστοτέλους δεν μπορώ να λειτουργήσω ως Μπαμπούγερο, ίσως κάνω κάτι σκηνοθετημένο. Αλλά εκεί λίγο το ευνουχίζουμε με το Μπαμπούγερο αλλά νομίζω ότι το αποτέλεσμα όλων αυτών των κινήσεων που κάνουμε εκτός χωριού φαίνεται στην Καλή Βρύση. Γιατί στην Καλή Βρύση στις 6, 7 και 8 Ιανουαρίου θα δείτε ένα απίστευτο αριθμό επισκεπτών, ανθρώπους που έρχονται από τα πέρατα της γης. Έχω δει δηλαδή Κινέζους, έχω δει από Αυστραλία, έχω δει ανθρώπους που ήρθανε είτε οργανωμένοι είτε μεμονωμένοι κατά γκρουπ και διάφοροι άλλες ομάδες, έχω δει ανθρώπους και που έχουνε ενσαρκωθεί με όλα αυτά που βλέπουν και θεωρώντας ότι πρέπει να το ζήσουνε ήρθανε στο χωριό επάνω.

Δ.Σ.:

Δρώμενα όπως σας είπα προβλήθηκαν από πολλούς και για δικούς τους λόγους αλλά κυρίως η προβολή είναι της αρχαιοελληνικής παράδοσης. Ένα κομμάτι σημαντικό αυτή της προβολής ήταν ο Γιώργος Αικατερινίδης, ήταν ο καθηγητής διδάκτωρ του Κέντρου Λαογραφίας Ακαδημίας Αθηνών, επίτιμος δημότης για την προσφορά του στο χωριό μας. Είχε έρθει το 1965 μαζί με μία ομάδα ανθρώπων θεωρώντας, έχοντας ακούσει μάλλον για αυτά τα δρώμενα ήρθε από την Αθήνα, επισκέφτηκε το χωριό, τα έζησε, μίλησε με ανθρώπους, έκανε μαρτυρίες διαφόρων ανθρώπων που αυτά πλέον είναι αρχεία πολύτιμα για το χωριό μας και έδωσε μία ερμηνεία σε όλα αυτά που συμβαίνουν. Γιατί ο κόσμος τότε δεν είχε αυτή την τάση απλά δεν είχε την τάση να ρωτάει τον καθέναν τι σημαίνει και τι κάνει, απλά ντύνονταν γιατί έτσι το βλέπαν και έτσι το συνέχιζαν. Έτσι πήραν ερμηνείες μπήκε βαθιά μέσα σε ανθρώπους όπου αυτό που λέμε τώρα και εμείς ποιο ήταν το συναίσθημα του καθενός που ντύνονταν και έτσι κατάφερε να ζήσει και αυτός ανεπανάληπτες στιγμές αλλά κατάφερε να δώσει ένα πολύτιμο αρχείο για το χωριό μας. Κινηματογράφησε, υπάρχει το βίντεο το 1965, κινηματογράφησε με όποια μέσα υπήρχαν εκείνο τον καιρό ότι βλέπουμε όλο αυτό το σκηνικό που βλέπουμε τώρα, το βλέπαμε και τότε. Με τον ιερέα, με τη βάφτιση, με τα Μπαμπούγερα στους δρόμους, με τον κόσμο και σίγουρα είναι ένα συναίσθημα το να βλέπεις τον παππού σου, τον προπαππού σου, κάποιους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή είναι ένα λυπηρό μεν συναίσθημα αλλά είναι ένα χαρούμενο γιατί λέγαμε ότι και αυτοί οι άνθρωποι είχαν όρεξη για αυτές τις παραδόσεις και όλα αυτά. Μία άλλη σημαντική καταγραφή ήταν και η Δόμνα Σαμίου, η πολύ γνωστή Δόμνα Σαμίου στο Λαογραφικό χώρο το ελληνικό, η οποία είχε έρθει αυτή το 1977 με το συνεργείο της, κατέγραψε, δεν ήρθε τις ημέρες των δρώμενων αλλά ήρθε τις ημέρες κάποια εβδομάδα του Μαρτίου νομίζω είχε έρθει και ντύθηκαν, γιατί είπε: «Θέλω να κινηματογραφήσω αυτό που κάνετε εκείνες τις μέρες» μπορεί να είναι λίγο δύσκολο γιατί αλλάζει η εποχή αλλάζουν όλα αυτά αλλά οι άνθρωποι είχαν τόσο όρεξη για να το στείλουν έξω το έθιμο αυτό, να το μεταδώσουν και σε όλο τον κόσμο και έτσι ήταν μία πολύ καλή δουλειά μία πολύ καλή εργασία της Δόμνας Σαμίου που ήταν γνωστή για την δουλειά της και τη σοβαρότητα της δουλειάς της. Έτσι ντύθηκαν άνθρωποι, κάνανε το γάμο που συμμετείχε παλλαϊκά όλο το χωριό, γιατί εγώ δεν ζούσα τότε αλλά η μητέρα μου λέει: «Αφήσαμε όλες τις δουλειές και πήγαμε εκεί επί μία εβδομάδα σε όλα τα γυρίσματα». Άλλη καταγραφή που υπάρχουν στα αρχεία μας είναι το 1981 που έγινε με μία ταινία που «Εστιν ουν τραγωδία» που γυρίστηκε στον ευρύτερο χώρο εδώ της Δράμας αλλά ήταν και ένα κομμάτι ήταν της Καλής Βρύσης. Αυτό είχε και η ταινία που την είδα και εγώ είχε και αγγλικούς υπότιτλους όπου αυτός ο υπότιτλος σημαίνει ότι παίχτηκε και στο εξωτερικό σαν ντοκιμαντέρ. Και έχουν γυριστεί ταινίες επάνω στο χωριό. Το 1986 ήρθανε η ΕΡΤ3, η ΕΡΤ μάλλον, τότε έκανε μία σοβαρή ταινία Αγρυπνία στο Βάκχο λεγότανε που συμμετείχε και το μπαλέτο Βορείου Ελλάδος της Θεσσαλονίκης, συμμετείχαν ηθοποιοί, γνωστοί ηθοποιοί της εποχής εκείνης. Ήρθε ολόκληρο τηλεοπτικό συνεργείο με σκηνοθεσία και επί μία εβδομάδα, όχι πάλι στην περίοδο των Μπαμπούγερων, πάλι ήταν λίγο πριν το Πάσχα επί μία εβδομάδα κάναν και αυτοί γυρίσματα γινόταν σε μέρη πάνω στο βουνό. Θυμάμαι επειδή ήμουν μικρός ήμουνα και εγώ θυμάμαι κάτι εικόνες, βάζαν τα παπούτσια να κατεβαίνουν από το βουνό θεωρώντας ότι να κάνουν ένα γύρισμα και επειδή δεν πετύχαινε το γύρισμα ξανά σα πάνω πάρω, ξανά σε πάνω, τους λυπόμουν ειλικρινά ήταν κάτι και το μπαλέτο όλα αυτά. Αλλά ήταν όλα αυτά εδώ συνετέλεσαν σε αυτή την προβολή του δρωμένου και να γίνει γνωστό σε σας, σε όλους, σε όλο τον κόσμο και είναι μία ανταμοιβή αυτή της προσπάθειας που γίνεται.

Κ.Μ.:

Πολύ ωραία. Η δική σου η θέση στον σύλλογο ποια είναι;

Δ.Σ.:

Εγώ, καταρχήν σύλλογο είμαστε όλοι που ντυνόμαστε Μπαμπούγερα, που συμμετέχουμε στα έθιμα. Ενεργά μέλη ίσως είναι λιγότεροι που πληρώνουμε τις συνδρομές μας και αυτά και κάποιοι που πρέπει να είναι στο διοικητικό συμβούλιο. Εγώ από μικρός είμαι αρωγός σε όλη την προσπάθεια των διοικητικών του συλλόγου, να κάνω να προβάλω τουλάχιστον, γιατί αυτό το κομμάτι είχα πιο ικανό. Είχα τις γνωριμίες μου με ανθρώπους που ήταν μέσα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Να φανταστείτε έχω συγκεντρώσει ένα υλικό από διάφορα ρεπορτάζ που έχουν παιχτεί γιατί Καλή Βρύση σε μεγάλα κανάλια μιλάμε είτε από εκπομπές αποσπάσματα και τρεις ώρες που ήτανε το όριο του DVD που είχα γεμίσει δεν έφτασε. Δηλαδή υπάρχει ατελείωτη προβολή του χωριού. Έχουν έρθει οι εκπομπές από διάφορα κανάλια, μία εκπομπή να σας πω χαρακτηριστικά ήταν με το Μάκη Τριανταφυλλόπουλου «η Ζούγκλα», όπου συνδεθήκαμε 1:30 ώρα το βράδυ από το καζάνι του τσίπουρου εκεί και κάναμε ένα γλέντι εκεί και πάθαν πλάκα όλοι και ο Τριανταφυλλόπουλος και οι καλεσμένοι του και όσοι όλοι ήμασταν εκεί. Οι παππούδες που τους είπα να ρθουν να παίξουν τα όργανα τις γκάιντες τους λέω κατά τις 1:30 θα βγούμε στον αέρα και μου λέει: «Εντάξει-λέει-θα φάμε και θα ρθουμε», λέω: «Όχι το μεσημέρι, το βράδυ». «Ρε τόσο το καλύτερο» λέει. Πήγαν κοιμήθηκαν από το απόγευμα, ξύπνησαν 1:00 και ήταν παρών εκεί 1:30 ώρα για να γίνει τα μεσάνυχτα η εκπομπή. Όλοι αυτοί, λοιπόν, ήταν άνθρωποι που αγαπούσαν το χωριό και εξαιτίας αυτών συνεχίζουμε και εμείς αυτά τα έθιμα και αυτήν την προβολή. Ο σύλλογος, λοιπόν, μετά εγώ μπήκα στο διοικητικό για 4 χρόνια, από το ‘14 μέχρι το ‘18 ήμουνα γραμματέας του συλλόγου. Έκανα μεγάλο αγώνα για να καταγράψω και εγώ ότι άκουγα και ότι έβλεπα από μαρτυρίες ανθρώπων αλλά και από τα αρχεία που έχουμε τα τηλεοπτικά και όλα αυτά που υπάρχουν. Καθόμουνα ώρες ατελείωτες ειλικρινά θα στο πω αυτό και νύχτα ξημέρωνα με το να γράφω κείμενα, να γράφω κείμενα που θα βγαίνουν στο διαδίκτυο θα ήταν η επίσημη πλέον του συλλόγου αφού ανακοινώνοντας τα μέλη του συλλόγου και σε κάποιους ανθρώπους που ήτανε έμπειρους όλα αυτά που έχω γράψει τα κείμενα και επικυρώνονται να με λίγα λόγια. Γιατί για να καταγράψεις μία ιστορία πρέπει να επικυρωθούν και από άλλους ανθρώπους να ακούσεις, να ζήσεις, να γράψεις, να το βιώσεις βασικά και αφού το καταγράψεις πρέπει να το ακούσουν αυτοί που τα είπανε για να πουν ότι okay είναι όλα εντάξει. Και έτσι είμαι υπερήφανος που έγραψα πολλά κείμενα και αυτά πλέον ό,τι υπάρχουν μέσα στο ηλεκτρονικό τύπο, στο διαδίκτυο και ό,τι γράφουνε τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι έγγραφα δικά μου, ανώνυμα βέβαια τα έγραψα γιατί θεώρησα ότι δεν είναι, Καλή Βρύση είναι, δεν είναι ούτε Σίδος Δημήτρης ούτε σύλλογος ούτε τίποτα θεωρούνται απλά Καλή Βρύση. Και εντάξει η επιβράβευση ποια είναι; Η επιβράβευση είναι ότι ο κόσμος έρχεται σου δίνει ένα χέρι, τώρα ειδικά στις γιορτές άγνωστοι άνθρωποι σε επιβραβεύουν, σου λένε: «Μπράβο», σου λένε: «Συνέχισε, έχεις δύναμη έχεις πολλά». Ο Θεός να μας δίνει τη δύναμη και την υγεία και εγώ νομίζω όσο μπορώ και αντέχω θα συνεχίσω να ασχολούμαι με αυτό το κομμάτι. Και είμαι περήφανος που είμαι στο σύλλογο απλά μετά από το σύλλογο έχω έρθει και εγώ πολλές φορές σε ρίξει με άτομα του συλλόγου για κάποια άποψη, για κάποια συμμετοχή, για κάποια πράξη τέλος πάντων. Ξέρετε όταν έχεις πάθος και αγάπη για τον τόπο μπορεί να κάνεις και λάθη, τα λάθη αυτά πολλές φορές κακοπροαίρετοι σου τα χτυπάνε, δεν λένε τα εκατό καλά που έκανες, σου λένε το ένα λάθος που έκανες και εκεί σε χτυπάνε. Βέβαια εντάξει πάντα υπάρχουν σε κοινωνίες αυτές οι διχόνοιες, οι κα[01:00:00]κίες και όλα αυτά αλλά συνεχίζεις από όποιο κομμάτι, από όποιο μετερίζι μπορείς για να προσφέρει στο χωριό. Ο σύλλογος δεν είναι το εγώ είναι το εμείς και πολιτισμό κάνουμε ο καθένας με τις δικές του πράξεις και τις δικές του κινήσεις. Και νομίζω ότι κατάφερα όσο μπορώ να παλέψω και εγώ για όλα αυτά, γιατί παλεύεις με θεούς και δαίμονες καμιά φορά, παλεύεις με τα τέρατα, με τα πνεύματα αντιλογίας που έχουν να σου πούνε διάφορα όχι. Αλλά επειδή δεν έχω κανένα προσωπικό συμφέρον με αυτό ούτε θέλω και την προβολή μου, το οτιδήποτε άλλο νομίζω ότι επειδή το κάνω από την ψυχή μου μέσα βγαίνει και την αγάπη για το χωριό, νομίζω ότι όσο μπορώ θα το κάνω και νομίζω ότι εκτός τα λάθη που γίνονται ότι βαδίζω στο σωστό δρόμο. Δεν ξέρω αν είναι εγωιστικό ή όχι αλλά αφού επιβραβεύεται από πολύ κόσμο που δεν έχουν κάποια συμφέροντα, από τον απλό τον κόσμο νομίζω ότι συνεχίζουμε.

Κ.Μ.:

Πάρα πολύ ωραία. Εμένα με κάλυψες στα περισσότερα. Μιλήσαμε για από το τελετουργικό, για την στολή, τα κουδούνια. Θεωρείς ότι έχουμε αφήσει κάτι απέξω; Θα πρέπει να προσθέσουμε κάτι ακόμα;

Δ.Σ.:

Εγώ θεωρώ τιμή, τιμή που είμαι και με εσάς αυτή τη στιγμή, γιατί και εσείς προσφέρετε ένα κομμάτι σε όλο αυτό που λέει για την ιστορία μας. Η ιστορία είναι μία άξια μεγάλη για όλους εμάς τους Έλληνες, η ιστορία μας με αυτήν θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε και με αυτήν θα έχουμε σαν παράδειγμα για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στο μέλλον. Η ιστορία μας δεν παραχαράσσεται, δεν μπορώ να την επιβουλευτεί κανείς ούτε να τη παραχαράξει ούτε και να καπηλευτεί. Η ιστορία αιώνων συνεχίζουν να υπάρχουν, όλοι βάζουμε ένα κομμάτι στο μετερίζι αυτό και πιστεύω ότι θα ζήσουμε και καλύτερες στιγμές. Να έχουμε υγεία, να έχουμε αισιοδοξία τα δρώμενά μας αυτό το σκοπό έχουν να φέρουν, όχι μόνο ότι θα συνεχίσουμε την ιστορία, αλλά να δώσουμε και μία ευχάριστη νότα μία αισιόδοξη νότα σε όλους αυτούς που περιβάλλονται και περιέρχονται εκείνες τις μέρες. Όλα ανήκουν και συγκεκριμένα για τα Μπαμπούγερα ανήκουν στη διονυσιακή λατρεία, είναι κατάλοιπα της διονυσιακής λατρείας αλλά έδωσαν αυτή τη στιγμή αφορμή να κάνουμε ένα τρικούβερτο γλέντι, να διασκεδάσουμε, να περάσουμε τα προβλήματα της καθημερινότητας και μετά αφού γλεντήσουμε και διασκεδάσουμε αυτές τις 3 μέρες και νύχτες, 3 νύχτες, αφού δεν αρρωστήσουμε γιατί το κρασί εκεί μας κρατάει γερούς να συνεχίσουμε να βλέπουμε όλη την επόμενη χρονιά πιο ευχάριστα και με πιο αισιόδοξη νότα. Αυτή τη στιγμή τελείωσε το τριήμερο, είμαστε στα μέσα Ιανουαρίου, τελείωσε το τριήμερο πήραμε δύναμη, πήραμε αισιοδοξία και τη μεταφέραμε και σε όλους αυτούς που μας παρακολούθησαν. Νομίζω και μέσα από το διάλογο αυτό αισθανθήκατε και εσείς μία υπερηφάνεια για όλη αυτή την ιστορία μας και συνεχίζουμε. Καλή χρονιά με υγεία και ευχαριστώ για όλα.

Κ.Μ.:

Καλή χρονιά κι εγώ σε ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτή τη συνέντευξη.