Ξυλοναυπηγική, μια τέχνη που χάνεται
Segment 1
Παιδική ηλικία
00:00:00 - 00:04:14
Partial Transcript
Καλησπέρα! Καλησπέρα! Πώς λέγεστε; Λέγομαι Μανώλης Ζώρζος, έχω γεννηθεί το 1948. Και βέβαια, την εποχή εκείνη ξεκίνησα με το δημοτικό…ν ωραία, τη μεγάλη με τα ωραία πανιά και τα μεγάλα, τον λέγανε Γιάνναρο, τον βλέπω ακόμα. Ζει ο άνθρωπος και τα λέμε καμιά φορά και γελάμε.
Lead to transcriptSegment 2
Το επάγγελμα του καπετάνιου
00:04:14 - 00:05:51
Partial Transcript
Πέρασαν τα χρόνια γρήγορα, 18 χρονών πήρα το φυλλάδιο και μπήκα στα καράβια, ήθελε ο πατέρας μου να γίνω καπετάνιος. Ήταν την εποχή εκείνη β…ο, συμπλήρωσα την υπηρεσία. Πήρα του ανθυποπλοιάρχου, πήρα του υποπλοίαρχου, πήρα του καπετάνιου το ‘82 και κάποια στιγμή πήρα και σύνταξη.
Lead to transcriptSegment 3
Η ιδέα για την κατασκευή μοντέλων
00:05:51 - 00:12:13
Partial Transcript
Η ενασχόληση που κάνω τώρα είναι απόφθεγμα θα έλεγα αυτού όλου του κύκλου που προείπα, τη ζωή που πέρασα στα μικρά χρόνια και μου βγήκε τώρα…ρώ να κάνω και δεν νομίζω ότι θα μπορούσα κάτι καλύτερο να κάνω σε αυτό το στάδιο, σε αυτή τη μορφή. Αυτή είναι η ιστορία σε λίγες γραμμές.
Lead to transcriptSegment 4
Η βαριά δουλειά του καραβομαραγκού
00:12:13 - 00:15:21
Partial Transcript
Εγώ βλέπω από τα πράγματα που φτιάχνετε, ότι έχετε πάρα πολύ μεράκι γι αυτό που κάνετε και αναρωτιέμαι γιατί ο πατέρας σας δεν ήθελε να ακολ…α πολλές, για αυτό το θυμάμαι, γιατί κι εγώ σχεδόν ξυπόλητο ήμουνα τότε. Και για αυτό το λόγο και εγώ ακολουθούσα αυτό το άλλο επάγγελμα...
Lead to transcriptSegment 5
Ναυπηγεία στη Σύρο
00:15:21 - 00:19:28
Partial Transcript
Ναυπηγεία είχε πολλά τότε η Σύρος; Τότε είχε πολλά. Τότε, είχε ναυπηγεία ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Είχε, τα πρόλαβα εγώ, που ήταν πολύ…ισκότανε κάποιος που του άρεσε και τό 'θελε, οπότε μου τα πήραν όλα και τα τέσσερα. Τα δύο είναι εδώ στο λιμάνι ακόμα, τα βλέπω κάθε μέρα.
Lead to transcriptSegment 6
Το «σημάδι» του δημιουργού
00:19:28 - 00:24:03
Partial Transcript
Ονόματα δίνετε εσείς στα καράβια ή οι ιδιοκτήτες; Οι ιδιοκτήτες, εμείς δε δίνουμε ονόματα...ούτε καν μας ρωτάνε. Ποιο είναι το χαρακτηρισ…τέλι, αλλά όχι τετράγωνο, ξέρεις, αυτά τα μακρόστενα. Αυτά είναι σχετικά με τα... Πολύ ενδιαφέρον που είχανε την υπογραφή του καλλιτέχνη.
Lead to transcriptSegment 7
Το «μονόχναρο» και η «σάλα»
00:24:03 - 00:31:21
Partial Transcript
Ναι, ναι, βέβαια, μα ήτανε… Τι να πω, δηλαδή τι να πω, δεν ξέρω… Φαντάζομαι δηλαδή τη διαδικασία που... Γιατί δουλεύανε τότε στα μικρά σκάφη…ίζαν, είχαν το πάμστρο, ένα εργαλείο ειδικό από το πλάι. Τι να πούμε; Είναι μια τέχνη...λαβύρινθος! Και μια γλώσσα ολόκληρη. Ναι... Αυτά.
Lead to transcriptSegment 8
Τέχνη αρχαία και απαράλλαχτη
00:31:21 - 00:33:36
Partial Transcript
Εκτός από το ότι έχει έρθει το ηλεκτρικό και έχουν αλλάξει τα εργαλεία, έχει αλλάξει από το μισομόδελο στη σάλα...έχει αλλάξει κάτι άλλο στη…τρόπο μου, γιατί δεν έχω και τα κουράγια να κάνω τώρα το βοηθό ή το μάστορα, να κάνω κάτι, να κάνω κάτι να μείνει και πιστεύω θα το πετύχω.
Lead to transcriptSegment 9
Η ναυπηγική στο νησί σήμερα
00:33:36 - 00:37:31
Partial Transcript
Ποια είναι η κατάσταση σήμερα; Τι να πω...δραματική! Με την έννοια ότι στο νησί έχει να μπει καινούργια καρένα πολλά χρόνια. Εμείς τουλάχισ…ε να σκαρώσουμε οκτώ χρόνια σκάφος, δέκα. Τι να του πεις; Πήγαινε να γίνεις καραβομαραγκός; Τι να του πεις; Πάει στο δημόσιο και τελειώνει.
Lead to transcriptSegment 10
Η ελπίδα για βελτίωση στο μέλλον
00:37:31 - 00:42:10
Partial Transcript
Ποια θα ήταν η ελπίδα; Η ελπίδα είναι κατά τη γνώμη μου, αν προλαβαίνουνε, αν προλαβαίνουν να πάρουν το θέμα σοβαρά, ζεστά, αλλά θέλει δρασ…λά ήταν, όλα ωραία, οι τέχνες όμως κάνανε αυτά που καμαρώνουμε. Έτσι δεν είναι; Ε, εντάξει, εμείς έχουμε μείνει με τα παλιά, με τις τέχνες.
Lead to transcriptSegment 11
Μια ναυτική ιστορία
00:42:10 - 00:52:07
Partial Transcript
Ωραίες οι τέχνες που παράγουν έργο! Θέλω να ακούσω όμως και για αυτό το ταξίδι, το ένα που σας έχει μείνει από καπετάνιο. Κοίταξε, ήτανε δ…σωθεί αυτή η τέχνη. Ε, εντάξει... Της αξίζει. Τι να γίνει; Ελπίζω! Όλοι ελπίζουμε! Να δούμε... Ευχαριστώ πολύ! Και εγώ, να ‘σαι καλά.
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα!
Καλησπέρα!
Πώς λέγεστε;
Λέγομαι Μανώλης Ζώρζος, έχω γεννηθεί το 1948. Και βέβαια, την εποχή εκείνη ξεκίνησα με το δημοτικό, στο τέταρτο δημοτικό πήγαινα. Ο πατέρας μου ήταν ναυπηγοξυλουργός, είχε δικό του κατάστημα. Και βέβαια την εποχή εκείνη, τα παιδιά δεν είχαμε διάφορα άλλα ενδιαφέροντα, εκτός τη δουλειά και το μάθημα όπου και εγώ έμπλεξα εκεί με το κατάστημα, με το μαγαζί του πατέρα μου, την τέχνη του και σιγά σιγά έμαθα και την τέχνη χωρίς και να το καταλάβω καλά-καλά. Μετέπειτα πήγα στο οικονομικό γυμνάσιο, τελείωσα και από κει και σχεδόν καλά-καλά πριν το τελειώσω, ο πατέρας μου είχε αποφασίσει να πάω στα καράβια. Είχα βγάλει και το φυλλάδιο και ξεκίνησα στα καράβια. Εντάξει, τα παιδικά χρόνια ήταν βέβαια διαφορετικά από τα σημερινά, αλλά ήταν πανέμορφα κατά τη γνώμη μου. Είχαμε πολύ ωραίες εμπειρίες, γνώσεις, δούλευαν τα χέρια μας, το μυαλό και φτιάχναμε πράγματα μόνοι μας. Ακόμα και τα παιχνίδια που είχαμε, τα φτιάχναμε μόνοι μας. Μου έκανε πολύ καλό, πάρα πολύ καλό αυτός ο τρόπος ζωής. Ήταν φτωχικά τα χρόνια σίγουρα, είμαστε όλοι βέβαια στο ίδιο καλούπι τα παιδιά. Δεν ασχολούμαστε ποτές τι φοράει και τι δε φοράει ο άλλος, το μόνο που μας ενδιέφερε ήτανε τι φτιάχνει ο ένας και τι δε φτιάχνει ο άλλος. Όλοι να καταλάβεις είχαμε φτιάξει από μόνοι μας κανό για το μπάνιο που πηγαίναμε. Άλλα ήταν όμορφα, αλλά δεν ήταν όμορφα, όλα όμως πλέαν στη θάλασσα και κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία, γιατί πηγαίναμε πάντα στην εκκλησία απαραίτητα, τρέχαμε στη θάλασσα να γλεντήσουμε με τα κότερά μας που λέγαμε τότε. Τι άλλο καλύτερο μπορεί να θυμηθεί κανείς από αυτά τα χρόνια; Επίσης, ο πατέρας μου, έτυχε να είμαι στα χέρια μιανού πολύ καλού μάστορα, καραβομαραγκού, πολύ γνωστού στις Κυκλάδες και όχι μόνο. Και ήμουνα και το μοναδικό αγόρι τότε της οικογένειας, είχα αναλάβει να παίζω τον αντρικό ρόλο της οικογένειας τότε, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής. Και όπως είπα και πριν, έμαθα την τέχνη αυτή, χωρίς να μου τη διδάξει κανείς, χωρίς να ενδιαφερθεί κανείς να τη μάθω, δεδομένου ότι ακόμα και ο πατέρας μου, όταν πήγα να σκαρώσω το πρώτο μου βαρκάκι 12 χρονών, δε μού 'δινε ξύλα καλά, γιατί τα τα χρειαζόταν για να φτιάχνει τις βάρκες που πουλούσε, αλλά μού 'δινε ό,τι ήταν για πέταμα. Παρόλα αυτά, έφτιαξα, πριν βγάλω το γυμνάσιο, τρεις βάρκες. Η μία ήταν η πρώτη, δεν ήταν και τόσο καλή, την πούλησα σε κάποιο συμμαθητή μου σε τιμή πολύ χαμηλή. Η δεύτερη ήταν πανέμορφη και πολύ γρήγορη στα πανιά, η οποία ακόμα την έχω. Δηλαδή έχω ένα κομμάτι της, την πλώρη της και όλα τα παρεπόμενα, πανιά, αντένες... Ήτανε με λατίνι πανί, ένα κουντουλάκι και ήταν το πιο γρήγορο μέσα στο λιμάνι, στα πανιά. Δε με περνούσε κανείς. Μια φορά πήγα όμως να περάσω κάποιον, που είχε μια πολύ μεγάλη βάρκα και μεγάλο πανί που δεν το κατόρθωσα και βούλιαξα δυο φορές. Όμως, τι πιο ωραίο μπορεί να θυμάται ένας στην ηλικία μου από αυτές τις περιπέτειες τις παιδικές; Ο άνθρωπος που ήταν αιτία και βούλιαξα, που είχε τη βάρκα αυτή την ωραία, τη μεγάλη με τα ωραία πανιά και τα μεγάλα, τον λέγανε Γιάνναρο, τον βλέπω ακόμα. Ζει ο άνθρωπος και τα λέμε καμιά φορά και γελάμε.
Πέρασαν τα χρόνια γρήγορα, 18 χρονών πήρα το φυλλάδιο και μπήκα στα καράβια, ήθελε ο πατέρας μου να γίνω καπετάνιος. Ήταν την εποχή εκείνη βέβαια, ο καπετάνιος θεωρούνταν μια πολύ καλή δουλειά, πάρα πολύ σπάνια και αξιόλογη. Το πρώτο καράβι που πήγα ήταν ένα γκαζάδικο, του Χατζηλία, Συριανός εφοπλιστής και βιομήχανος. Δεν κάθισα πολύ, 3 μήνες και έφυγα, γιατί ήτανε οι συνθήκες πολύ δύσκολες, και όχι μόνο εγώ, όλο το πλήρωμα. Ήτανε...δεν μπορώ να περιγράψω εδώ, τι συναντήσαμε εκεί. Γύρισα στο νησί μετά από τρεισήμισι μήνες και αμέσως σε 10 [00:05:00]μέρες, έφυγα με άλλο καράβι. Πάλι Συριανός εφοπλιστής, ο Κοσμάς ο Ντρούτσης, έτσι λεγότανε. Το πήραμε το καράβι από τα ναυπηγεία, απ’ τη Σουηδία ήταν καινούργιο απ’τα σκαριά, πολύ καλό βαπόρι, καλός καπετάνιος, καλό πλήρωμα και κάθισα εκεί 18 μήνες. Πήρα εμπειρία βέβαια πολύ καλή, ήταν όλοι οι ναυτικοί καλοί, τα χρόνια ήταν εκείνα διαφορετικά, οι συνθήκες διαφορετικές και κάναμε ταξίδια σε όλο τον κόσμο. Ε, και μετέπειτα συνέχισα, το ένα καράβι πίσω από το άλλο, συμπλήρωσα την υπηρεσία. Πήρα του ανθυποπλοιάρχου, πήρα του υποπλοίαρχου, πήρα του καπετάνιου το ‘82 και κάποια στιγμή πήρα και σύνταξη.
Η ενασχόληση που κάνω τώρα είναι απόφθεγμα θα έλεγα αυτού όλου του κύκλου που προείπα, τη ζωή που πέρασα στα μικρά χρόνια και μου βγήκε τώρα προς τα έξω όλο αυτό το φορτίο, δηλαδή αυτή η γνώση που είχα αποκτήσει στον τομέα αυτόν τον ναυπηγοξυλουργικό. Επειδή με τα γραμματάκια τέλος πάντων καί με τα λίγα τα βιβλία που διάβασα και αυτά και το ψαξα, συνειδητοποίησα ότι αυτό το πράγμα που φτιάχνανε αυτοί οι άνθρωποι, οι αγράμματοι, οι απλοί, οι χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ήταν ένα μεγαλείο, ήταν μια τέχνη των τεχνών θα λεγα. Ήταν κάτι... δεν το ξέραν ούτε οι ίδιοι τι φτιάχνανε. Ήταν μία τέχνη, είναι μια τέχνη, βιβλίο ολόκληρο. Κάθε μέρα γυρίζεις και κάποια σελίδα, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνεις την ίδια δουλειά, πολύ σπάνια την επόμενη μέρα. Θα κάνεις κάτι άλλο, με άλλες γνώσεις, με άλλη εμπειρία, με άλλη τεχνική. Ε αυτό όλο με ενοχλούσε, επειδή έβλεπα ότι όλοι οι μαστόροι οι παλιοί, σιγά σιγά φεύγανε. Ο πατέρας μου, και αυτός 90 χρονών τον χάσαμε, πριν 8-9 χρόνια, και στο διάστημα έφυγαν και άλλοι. Έχουν μείνει ελάχιστοι. Στη Σύρο σχεδόν δεν έχει μείνει κανείς. Έπρεπε λοιπόν, και εγώ το αισθανόμουνα σαν υποχρέωση να κάνω κάτι να μείνει, να μη σβήσει αυτό το λυχναράκι που έχει μείνει από την τέχνη αυτή. Σκέφτηκα στην αρχή, να κάτσω να γράψω σε ένα βιβλίο όλα αυτά που σκεπτόμουνα και δεν στο κρύβω ότι έκανα μια αρχή, την οποία το έχω ακόμα. Αλλά είδα στην εξέλιξη ότι δε βγαίνει άκρια, διότι αυτή η τέχνη είναι λαβύρινθος, είναι χάος, κάθε μέρα είναι καινούργιο κεφάλαιο ολόκληρο, ειναι χίλια, χίλια δυο πράγματα. Δε θα βρω άκρια, θα γεμίσω βιβλία και βιβλία και δε θα τα διαβάσει στο τέλος και κανείς. Έπρεπε λοιπόν να βρω κάποιον άλλο τρόπο ώστε να μείνει κάτι και για τους επόμενους, να μπορούν να καταλάβουν, όταν μιλάνε για ναυπηγοξυλουργούς παραδοσιακούς τι σημαίνει. Kαι σκέφτηκα λοιπόν να κάνω κάτι άλλο, να κάνω ένα αντίγραφο σε κλίμακα μια απλή βάρκα, μια βαρκούλα. Με τον τρόπο που το φτιάχναν την εποχή εκείνη, με τη μεθοδολογία, με τη σειρά, με τα πάντα, τα πάντα, κάθε λεπτομέρεια, να μη βρεθεί κάτι που να το ξεχάσω. Έφτιαξα λοιπόν μια βαρκούλα δυόμιση μέτρα, με κλίμακα ένα προς ένα και είδα ότι και τελείωσε πολύ γρήγορα και το αποτέλεσμα με ενθουσίασε! Οπότε άρχισα να φτιάχνω μεγαλύτερα σκαριά σε κλίμακα, πιο δύσκολα σκαριά, πιο περίπλοκα και μέχρι και σήμερα που μιλάμε φτιάχνω. Έχω φτιάξει γύρω στα 10, 11 διαφορετικοί τύποι παραδοσιακών σκαφών και αν είμαι καλά και αν έχω κουράγια και δυνατότητες, δε θα σταματήσω όσο μπορώ. Και βλέπω ότι πράγματι, αυτό που ήθελα να πετύχω, το πέτυχα. Με την έννοια ότι θα μείνει αυτό το πράγμα, δεν αλλοιώνεται, δε χαλάει, δε σβήνει και είναι αυτό που λέμε μια εικόνα, χίλιες λέξεις. Κάποιος που θέλει να δει τέλος πάντων πως γινότανε, πως ήταν, εκτός από τις φωτογραφίες που υπάρχουν, αυτή η τέχνη η [00:10:00]ευλογημένη, πώς γίνονταν τα σκάφη, μπορεί εκεί να λύσει κάθε του απορία. Γιατί; Γιατί το έχω φτιάξει έτσι το σκάφος, κάθε σκάφος, το οποίο είναι το μισό ολοκληρωμένο και το μισό είναι ημιτελές, οπότε υπάρχουνε κενά, αρκετά κενά που μπορεί να μπει το μάτι μέσα να το ψάξει, να το δει, να το ερευνήσει. Και παράλληλα υπάρχει και φωτογραφικό υλικό από το ξεκίνημα σε κάθε σκάφος, εκατοντάδες φωτογραφίες, κάθε μέρα και φωτογραφία σχεδόν. Και εκεί λοιπόν μπορεί να δει πολύ καλά, δηλαδή δε νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει κάποιο παιδί ή κάποιος που να θέλει να γνωρίσει αυτή την τέχνη έστω και φωτογραφικά και να έχει κάποια έλλειψη. Νομίζω ότι το έχω πετύχει. Ε, αυτό λοιπόν να, ασχολούμαι τώρα τελευταία, αυτό είναι η απασχόλησή μου, αυτό είναι το καφενείο μου θα έλεγα. Και είμαι ικανοποιημένος, διότι εν πάση περιπτώσει το θεωρώ σαν υποχρέωση, απέναντι στον πατέρα μου πιο πολύ, ο οποίος και αυτός ήτανε άνθρωπος αγράμματος, αλλά έχει γεμίσει τη θάλασσα με σκάφη. Δηλαδή επειδή κρατάω το αρχείο και τα τιμολόγια του, έχω μετρήσει...στα 900 σκάφη σταμάτησα, δηλαδή είναι απίστευτο νούμερο. Έχει κάνει...από αυτό το μαγαζί που υπάρχει ακόμα και λειτουργεί ακόμα, έχουν βγει 900 σκάφη, όχι μεγάλα, από 4 μέτρα, 6 μέτρα, 10 μέτρα, 12 μέτρα όλα τα σκαριά, δηλαδή όλα τα σκαριά για το μπόι αυτό. Βαρκαλάδες, λάντζες, λίμπερτι, κούντουλα, τρεχαντήρια! Αυτά τα σκαριά, που σε αυτό το μέγεθος βγαίνουνε, τα χει κάνει, και έχω φωτογραφίες βέβαια από το ναυπηγείο, πολλές ας πούμε. Εντάξει, είναι αυτό το οποίο μπορώ να κάνω και δεν νομίζω ότι θα μπορούσα κάτι καλύτερο να κάνω σε αυτό το στάδιο, σε αυτή τη μορφή. Αυτή είναι η ιστορία σε λίγες γραμμές.
Εγώ βλέπω από τα πράγματα που φτιάχνετε, ότι έχετε πάρα πολύ μεράκι γι αυτό που κάνετε και αναρωτιέμαι γιατί ο πατέρας σας δεν ήθελε να ακολουθήσετε το επάγγελμά του;
Γιατί τότε ήτανε βαριά αυτή η δουλειά, πολύ βαριά. Τα μηχανήματα που έχουμε τώρα δεν τα είχαν τότε. Να σκεφτείτε ότι ούτε ρεύμα είχαμε στο μαγαζί! Ρεύμα...την κίνηση της κορδέλας, που είναι το βασικό όργανο...εργαλείο θα λέγαμε, που κόβει τα ξύλα η κορδέλα, δούλευε με μηχανή. Μηχανή αξελού, με καμινέτο! Δηλαδή αυτές οι μηχανές που είχαν τα καΐκια, τα πηγάδια… Τέτοια μηχανή είχαμε και εμείς για πολλά χρόνια, γιατί στη Σύρο τότε δεν είχε ρεύμα σε όλα τα μέρη του νησιού. Υπήρχε μια ιδιωτική εταιρεία, του Βαλμά, που παράγει ρεύμα στο λιμάνι, αλλά δε θυμάμαι...τότε ήταν ακόμα στο αρχικό στάδιο και δεν είχε μεγάλη έκταση. Εμείς δουλεύαμε τότε και το θυμάμαι ακόμα, και το μεγάλο μου παράπονο είναι που αυτή τη μηχανή, που μας μεγάλωσε, που μας σπούδασε, ο πατέρας μου -που έπρεπε να την είχαμε αυτή τη μηχανή- αφού βάλαμε ρεύμα, την έδωσε δώρο σε κάποιον εκεί που φυτοζωούσε τέλος πάντων στο καρνάγιο, κάποιον πρόσφυγα, να την πουλήσει για παλιοσίδερα. Και θυμάμαι τη μηχανή αυτή ακόμα, που δούλευε βέβαια που ήταν στα καλά της, αλλά και πεταμένη που ήταν σε μια αποθήκη, με το χώμα σκεπασμένη σχεδόν η μισή, σκουριασμένη. Και κάποια στιγμή την έδωσε ο πατέρας μου, για να του αδειάσει τη γωνιά. Ο πατέρας μου ήθελε να φύγω από αυτή τη δουλειά, δεν είχε σκεφτεί ποτές να γίνω καραβομαραγκός. Εκείνος ήθελε να γίνω κάτι άλλο, κάτι ανώτερο υποτίθεται, κάτι καλύτερο. Για καλύτερη ζωή βέβαια! Ήτανε βαριά η δουλειά, πολύ βαριά η δουλειά, καμία σχέση. Τώρα έχουμε τα ηλεκτρικά ροκάνια, τα ηλεκτρικά πριόνια, τα ηλεκτρικά...τους ξεχονδριστήρες. Τότε, όλα ήταν στο χέρι! Ροκάνια, πριόνια, όλα ήταν στο χέρι! Πολύ βαριά δουλειά. Αλλά ο κόσμος τότε, δεν είχε και άλλη επιλογή να κάνει, γιατί τότε δούλευαν εκατοντάδες εργάτες στα ξυλοναυπηγεία στη Σύρο, δεν είχε... Άλλοι στα εργοστάσια, ήταν μετά τον πόλεμο, υπήρχε φτώχεια, υπήρχε ανάγκη και ήταν η βαριά δουλειά αλλά δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Το έζησα αυτό το πράγμα, τη βαριά δουλειά την έζησα. [00:15:00]Δηλαδή, ξυπόλυτοι ήταν οι περισσότεροι μαστόροι που πολεμούσαν στα καρνάγια, οι πρόκες που πατούσαν ήταν αμέτρητες κάθε τόσο, τα ξύλα, αυτά όλα. Βέβαια έχω πατήσει και εγώ πάρα πολλές, για αυτό το θυμάμαι, γιατί κι εγώ σχεδόν ξυπόλητο ήμουνα τότε. Και για αυτό το λόγο και εγώ ακολουθούσα αυτό το άλλο επάγγελμα...
Ναυπηγεία είχε πολλά τότε η Σύρος;
Τότε είχε πολλά. Τότε, είχε ναυπηγεία ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Είχε, τα πρόλαβα εγώ, που ήταν πολύ περισσότερα πριν, γύρω στη δεκαετία του ‘50 δηλαδή, ήταν 1,2,3,4,5,6,7,8, χοντρικά 8 με 10 ήταν ανεξάρτητα ναυπηγεία, μαστόροι δηλαδή στο καθένα ξεχωριστοί. Άλλα κάνανε επισκευές σε μεγάλο ποσοστό, άλλοι κάνανε κατασκευές σε μεγάλο ποσοστό. Ανάλογα. Ο πατέρας μου έκανε στο μεγαλύτερο ποσοστό καινούργια σκάφη, δεν έκανε...σπάνια να κάνει, πολύ σπάνια να κάνει επισκευή. Σκάρωνε το ένα πίσω από το άλλο σκάφη καινούργια.
Είχε εξειδίκευση αυτή η δουλειά; Ή τα κάναν όλοι, όλα;
Στα μεγάλα ναυπηγεία είχε γίνει κατανομή των εργασιών. Ήταν ομάδες - ομάδες, άλλοι ήταν στην κορδέλα μόνιμα, άλλοι ήτανε να κάνουν πρόσωπο στα ξύλα μόνιμα με σκεπαρνιές, κάτι σκεπάρνια μεγάλα, άλλοι ήτανε για πέτσωμα, είχαν ειδικότητα μόνο να πετσώνουνε τα σκάφη, άλλοι είχαν ειδικότητα μόνο να σχεδιάζουμε. Ο πατέρας μου τα έκανε όλα γιατί ήτανε σε μικρά σκάφη, μέχρι 10 μέτρα, 12 μέτρα. Πάντα έβαζε το δικό του...την ιδέα του, το σχέδιο του, την αντίληψη του, όπως το έβλεπε και ήθελε το σκάφος να το ελέγχει σε κάθε του εξέλιξη. Βέβαια, είχε...ένα διάστημα είχε προσωπικό. Είχε δύο μαθητευόμενους και εγώ τρεις. Ο ένας ήταν ο Μανώλης ο Ζουλουφός, το παιδί που πέθανε τώρα τελευταία. Έγινε καλός μάστορας και καλό παιδί. Και είχε και άλλους, οι οποίοι ήταν περιστασιακοί, οι οποίοι βοηθούσαν όταν είχε πολύ δουλειά. Ακόμα και ο αδερφός του ένα διάστημα, τον θυμάμαι...του πατέρα μου τον αδερφό, ο οποίος ήταν επιπλοποιός στο επάγγελμα, ερχότανε και βοηθούσε. Γιατί σε μια περίοδο είχε θυμάμαι, παραγγελίες μπροστά για δύο χρόνια! Ξέρεις, μετά τον πόλεμο τα λιμάνια ήτανε άδεια, δεν είχαν σκάφη, δεν είχε μείνει τίποτα. Και ο κάθε εργάτης, κάθε νοικοκύρης, κάθε ψαράς ήθελε ένα σκάφος να αισθάνεται αφεντικό, να κάνει ό,τι είναι να κάνει, να βγάζει ένα μεροκάματο. Και το πρώτο πράγμα που ήθελε να κάνει ήταν να κάνει μια βάρκα, ένα καΐκι, το πρώτο του μέλημα. Από τη στέρηση του, από δω από κει, καΐκι, καΐκι και γέμισε η θάλασσα όλη, τώρα βέβαια λιγοστεύουν τα ξύλινα και πωλούν τα πλαστικά. Γι’ αυτό τότε είχε αυτή τη δουλειά. Μεγάλη έξαρση.
Μου είπατε ότι το ναυπηγείο δουλεύει ακόμα…
Ναι, ναι, δουλεύει.
Δε δουλεύετε εσείς στο ναυπηγείο...
Εγώ δουλεύω περιστασιακά, να με την...όταν έχω...τώρα σχεδόν καθόλου, αλλά πριν μερικά χρόνια, έχω κάνει απ’ τη μέρα που βγήκα στη σύνταξη, έχω κάνει εκεί, δύο τρεχαντήρια μεγάλα και δύο λάντζες μεγάλες. Δηλαδή όταν λέμε μεγάλες, το τρεχαντήρι το ένα ήταν 6,5 μέτρα και τ' άλλο 8. Η λάτσα ήταν και αυτή, η μία ήταν 6 μέτρα και η άλλη ήτανε 7. Εκεί ήταν αυτά. Αυτά τα έκανα πιο πολύ, δεν ήταν παραγγελία, τα έκανα για να περνάει η ώρα μου, να εκτονώνομαι θα έλεγα, επειδή είχα και όρεξη και κουράγια τότε. Και στο μεσοδιάστημα πριν τα τελειώσω βρισκότανε κάποιος που του άρεσε και τό 'θελε, οπότε μου τα πήραν όλα και τα τέσσερα. Τα δύο είναι εδώ στο λιμάνι ακόμα, τα βλέπω κάθε μέρα.
Ονόματα δίνετε εσείς στα καράβια ή οι ιδιοκτήτες;
Οι ιδιοκτήτες, εμείς δε δίνουμε ονόματα...ούτε καν μας ρωτάνε.
Ποιο είναι το χαρακτηριστικό του καρνάγιου που ξεχωρίζει ότι αυτό είναι δικό σας σκάφος;
Ε, ναι. Όλοι έχουνε...κοίτα, τότε υπήρχε η ευγενής άμιλλα. Τα μαγαζιά μπορεί να ήταν δίπλα το ένα με τ’ άλλο, αλλά συνεργαζόντουσαν. Και πιο πολύ όταν τελείωναν τα σκάφη, [00:20:00]κάνανε και αυτό, κουίζ θα λέγαμε, ποιο είναι το πιο όμορφο. Οπότε ο καθένας προσπαθούσε να κάνει κάτι καλύτερο απ’ τον άλλονε, και το επόμενο ήτανε καλύτερο από το άλλο και γινότανε βελτίωση. Δηλαδή τα χνάρια του πατέρα μου, άμα τα δείτε τώρα, είναι όλο τρύπες. Γιατί αυτά είναι τρία κομμάτια, το μονόχναρο που δούλευε. Το μονόχναρο άμα το ξεκαρφώσεις, για να κάνεις αυτά, μετά το ξανακαρφώνεις. Ε, κάρφωσε - ξεκάρφωσε, κάρφωσε - ξεκάρφωσε, θα δείτε μονόχναρο το οποίο είναι σα τρυπητό, τόσο σκαμμένο. Το χαρακτηριστικό καθεμιανού ήταν διαφορετικό, το σημάδι του. Ο πατέρας μου είχε το αστέρι. Όταν δεις τρεχαντήρι και έχει αστέρι στην τσάπα, η τσάπα είναι πρώτο μαδέρι κάτω απ' την κουπαστή, το κενό αυτό το παραπέτο, λέγεται τσάπα. Εκεί ήταν το σημείο στο τρεχαντήρι που θα έκανε το αστέρι, όχι κολλητό έτσι του εμπορίου... σκαλιστό! Το σκάλιζε με σκαρπελάκι, ήταν πολύ σχολαστικός, ήθελε να το κάνει ωραίο. Δηλαδή ό,τι τρεχαντήρι υπάρχει το νερό, που υπάρχουν πάρα πολλά, και δείτε μπροστά το αστεράκι χαραγμένο μες στο ξύλο είναι του πατέρα μου. Επίσης και στις λάντζες της Μυκόνου, γιατί έκανε στις λάντζες, τότε που βγάζανε τον κόσμο στη Μύκονο. Ητανε...δεν είχε το λιμάνι, το καινούργιο η Μύκονος, είχε το παλιό, βγάζαν τον κόσμο με λάντζες. Έκανε πολύ ωραίες λάντζες. Έχει κάνει γύρω στις 22 λάντζες. Πολλές ακόμα υπάρχουν, άλλες είναι στα χωράφια πεταμένες, αλλά μερικές ακόμα... Μπροστά στο κοράκι κατάπλωρα έχει χαράξει αστέρι, δηλαδή...αυτό πάλι είναι το χαρακτηριστικό στις λάντζες. Κάθε σκάφος εκεί που έπαιρνε να πάει το αστέρι το βάζε, δεν τό 'βαζε δηλαδή...στο τρεχαντήρι δεν μπορούσε να το βάλει στο κοράκι, τό 'βαζε εκεί για να φαίνεται. Τέλος πάντων, αυτό ήταν το αστέρι, ήταν του πατέρα μου. Ο Βλάμης, τα παιδιά που είναι στο βράχο, έχουν ένα V. Και αυτοί κάνανε πολύ ωραία σκάφη και πολλά σκάφη έχουν κάνει. Ήταν μια πολύ καλή ομάδα, δουλεύανε αδέρφια, ξαδέρφια, ανίψια, όλοι μαζί, μετά τέλος πάντων, σιγά σιγά ατόνησε και αυτό όπως και εμείς. Ο Ζουλουφός ο Μανώλης έβαζε το ψα-...όχι το ψαράκι, έβαζε ένα δελφίνι, ένα δελφινάκι. Στις Σπέτσες, ας πούμε τώρα, στην Κοιλάδα, αυτοί βάζουν από χρόνια ένα ψαράκι. Δηλαδή είναι ένας τρόπος να καταλάβει ένας, που τέλος πάντων ξέρει πέντε πράγματα, από πού προέρχεται αυτό το καΐκι. Και εκεί κάνουνε πάρα πολύ ωραία σκάφη, πάρα πολύ ωραία σκάφη και στις Σπέτσες, στην Κοιλάδα που λέμε εκεί, κάνουν ωραία σκάφη. Οπότε κάθε μαγαζί, κάθε ναυπηγείο...που κάναν τα μικρά σκάφη, γιατί τα μεγάλα σκάφη, δηλαδή πάνω από 20-30 μέτρα, δε βάζανε τίποτα, γιατί δε φαινόταν καν, τι να βάλουν. Άμα μιλάμε ένα σκάφος τώρα, ολόκληρο βουνό, τι αστεράκι να του βάλεις και τι... Το κάνανε στα μικροναυπηγεία, που ήταν και πιο σχολαστικοί οι ιδιοκτήτες. Οι ιδιοκτήτες που τα παραγγέλνανε, ήταν πολύ σχολαστικοί γιατί ήταν και ψαράδες, ξέρανε τι θέλανε. Οπότε αν τους γινόταν ένα καΐκι όμορφο, καμαρώνανε και έπρεπε να έχει και το σινιάλο αυτουνού που το έκανε, οπότε με τον άλλονε ξέρεις γινότανε, πώς να το πούμε...κουβέντα ολόκληρη. Ήταν τότε και αυτό ένα χαρακτηριστικό του κάθε καταστήματος. Ο Ζαννής ο Μπουγιούκης ας πούμε, που ‘χε δίπλα ναυπηγείο από τον πατέρα μου, είχε το παστέλι. Ένα παστέλι, αλλά όχι τετράγωνο, ξέρεις, αυτά τα μακρόστενα. Αυτά είναι σχετικά με τα...
Πολύ ενδιαφέρον που είχανε την υπογραφή του καλλιτέχνη.
Ναι, ναι, βέβαια, μα ήτανε… Τι να πω, δηλαδή τι να πω, δεν ξέρω… Φαντάζομαι δηλαδή τη διαδικασία που... Γιατί δουλεύανε τότε στα μικρά σκάφη το μονόχναρο! Είναι δύο οι τρόποι που θα σκαρώσεις... Για να σκαρώσεις ένα σκάφος πρέπει να έχεις κάποιο ξεκίνημα, πώς θα το σχεδιάζεις; Είναι 2 οι τρόποι, ή το μονόχναρο ή η σάλα που λέγαμε. Η σάλα είναι για μεγάλα σκάφη από 20 μέτρα και πάνω και το μονόχναρο είναι για τα μικρότερα. Έχουν και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, και τα δύο. Το πλεονέκτημα της σάλας είναι ότι μπορεί να σχεδιάσει το σκάφος, αυτό που σχεδιάζεις όμως, αυτό θα είναι, δεν έχει να το...δεν μπορείς να το αλλάξεις. Γι’ αυτό πριν κάνουνε τη σάλα, κάνανε κάποιο μοντελάκι. Κάποιο μισομόντελο ή ολόκληρο μοντέλο, [00:25:00]τέλος πάντως είναι μια διαδικασία περίπλοκη, και το πλεονέκτημα της σάλας είναι ότι μπορείς να βγάλεις με χνάρι απ’ το σχέδιο όλους τους τομείς, από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο νομέα. Το πλεονέκτημα! Στο μονόχναρο πάλι, το μειονέκτημα τ’ αλλουνού είναι πλεονέκτημα στο άλλο. Δηλαδή, στο μονόχναρο βγάζεις μόνο τους μεσιανούς σκαρμούς. Από το τέλμα, απ’ το τέλος του μεσσιανού σκαρμού...και πλώρη και η πρύμνη είναι κενά, τίποτα δεν υπάρχει. Μόνο τα ποδοστάματα και η καρένα. Ποιο είναι όμως το πλεονέκτημα; Εκεί! Γιατί υπεισέρχεται εκεί, το μάτι και το γούστο του μάστορα. Εκεί ο μάστορας παίζει, μπορεί να κάνει τα πάντα. Που δεν μπορεί να το κάνει στη σάλα, γιατί οι σκαρμοί δε φτιάχνονται πάνω στο σκάφος, φτιάχνονται στο κάτω στο πάτωμα, σε ένα επίπεδο μέρος και φτιάχνεις όλους τους σκαρμούς. Κατάχαμα! Ή μονόχναρο είναι, ή βαρκάκι, ή καΐκι. Στη σάλα λοιπόν, αφού φτιάξεις το σκαρμό και τον βγάλεις με το χνάρι, θα τον βάλεις και είναι αυτό το σκάφος που βάζεις. Στο μονόχναρο όμως κάνεις μόνο τους μεσιανούς κάτω, τους οποίους τους βάζεις στην καρένα, σε ανάλογες αποστάσεις, ανάλογα μεταξύ τους, είναι μια θεωρία ολόκληρη. Τα μπουντελιάρεις, τα σιγουρεύεις και η πλώρη και η πρύμνη είναι ελεύθερη, κενή! Τίποτα, δεν υπάρχει τίποτα! Οπότε μετά ο μάστορας εκεί αρχίζει το άλλο κεφάλαιο, γυρίζει σελίδα, τελείωσε με το μονόχναρο, και πάει από κει και πέρα...η τέχνη θα λεγα. Δηλαδή, έχει φούρμες, πήχεις μεγάλες, με ένα ειδικό ξύλο να μην έχει ρόζους και τέτοια, οι οποίες καταλήγουν, δεν είναι ομοιόμορφα, εν πάση περιπτώσει είναι...πηγαίνοντας προς το τέλος μικραίνουν. Και είναι και εύκαμπτες, ή τις βρέχουν για να αυτά...και εν πάση περιπτώσει τις καρφώνουν στο ποδόσταμο, τις βάζουν δίπλα στους μεσιανούς σκαρμούς και παίρνει τη μορφή το σκάφος. Μπροστά και πίσω. Τώρα. Το μάτι του μάστορα βλέπει ότι αυτό το, αυτή η κούρμπα που κάνει, κάτι δεν του αρέσει, ή του φαίνεται λίγο. Είναι πολύ απλό, φουσκώνει τις φούρμες, όσο θέλει, με ένα γρυλάκι τα πάει εκεί που θέλει. Εάν δεν είναι έμπειρος, θα το κάνει το σκάφος σαν πεπόνι ή σα σφήνα! Ενώ του φαίνεται στη φούρμα εντάξει, δεν είναι εντάξει. Αυτό είναι η τέχνη του μάστορα! Αυτή είναι η τέχνη που έζησα εγώ με τον πατέρα μου που ήθελε να συγκεντρώνεται, να μην του μιλάει άνθρωπος, να μην ακούγεται τίποτα, να τη φουρμώσει για να είναι σίγουρος ότι αυτό που θα βγει, γιατί από κει, θα βγει το σκάφος! Αφού βάλει τις φούρμες...και δεν βάζει μόνο μια, βάζει από τη μία πλευρά που θα σηκώσει τους σκαρμούς, τους μισούς σκαρμούς, είναι γύρω στις τέσσερις ή πέντε για να ταιριάζει ωραία το σύρμα, από το χνάρι δηλαδή. Από την άλλη μπορεί να ναι και τρεις μόνο, δεν έχει σημασία. Είχε μυστικά πολλά αυτή η τέχνη σε αυτό το κομμάτι και τα έχω ζήσει αυτά, τα ξέρω, τα γνωρίζω. Και είναι πολύ ευαίσθητο αυτό το κομμάτι και μπορεί από ένα τίποτα να χαλάσεις όλο το σκάφος. Να πέσει στο νερό και να ναι...να μη βλέπεται! Και μπορεί να...μιλάμε για ελάχιστα, γιατί είναι μικρά σκάφη και ο πόντος, οι δυο πόντοι και οι τρεις πόντοι, είναι ποσό, δεν είναι...Φαίνεται! Αυτή είναι λοιπόν η τέχνη...η τέχνη του καραβομαραγκού! Όταν λέμε μάστορας πρακτικός, είναι αυτό, το μάτι αυτό και η εμπειρία που είχαν σε αυτό το κομμάτι. Αφού λοιπόν μπούνε όλοι οι σκαρμοί και τελειώσει πια, πας στο σημείο που ήτανε η σάλα, δηλαδή πάλι είναι οι σκαρμοί στη θέση τους. Από κει και πέρα το σκάφος ό,τι είναι να γίνει, έγινε! Η εξέλιξη μετά είναι το δέσιμο, το κάρφωμα, το, το, το... διάφορα.
Έχει φτιαχτεί ο σκελετός.
Ναι, αφού βγει ο σκελετός μετά δεν αλλάζει τίποτα. Αυτό είναι. Βέβαια, βέβαια, μπορεί να κάνεις το σκελετό και στο κούρεμα που λέμε, δηλαδή για αυτοί οι σκαρμοί είναι άλλοι ψηλοί, άλλοι χαμηλοί, είναι ανομοιόμορφα στην αρχή. Για να πάρει μια γραμμή το σκάφος, είναι το κούρεμα που λέμε, τοις κόβουν όλοι σε μια ευθεία, όχι ευθεία, δεν είναι καθόλου ευθεία. Είναι η λέτζα που λένε, έχουν ένα σκοινί λίγο χοντρό και συνήθως το περνούσαν με στάφνη, ένα κόκκινο υλικό, τη στάφνη, για να κοκκινίσει το σκοινί, να φαίνεται στο μάτι ακόμα καλύτερα. Και το αφήνανε, το τέντωναν από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, εκεί που θα πήγαινε [00:30:00]το κουρζέτο, στην πλώρη και την πρύμνη, είχανε και το ύψος το χαμηλό ή το ψηλό της μέσης και από εκεί και πέρα με το μάτι, από απόσταση, κανονίζαν τα κεφάλια που λέγανε, το βιάρισμα του καϊκιού. Αυτό ήταν ένα κομμάτι πολύ πάλι σοβαρό. Παρόλο που οι σκαρμοί ήταν στη θέση τους, δεν ήταν κουρεμένο, ήταν ανομοιόμορφο. Αφού λοιπόν επήγαινε το σκοινί, μιλάμε για ελάχιστα χιλιοστά πια, μπορούσε δέκα φορές να το μετακινήσει το σχοινί σε ένα σημείο ο πατέρας μου, να το ανεβοκατεβάσει, να το κάνει με καρφάκια, μέχρι να το πάει εκεί που ήθελε. Μετά αφού του άρεσε εν πάσει περιπτώση εκεί που ήταν, το σημάδευε, έβγαζε το σκοινί και έκοβε τους σκαρμούς, το κούρευε δηλαδή, όπως κάνει ο κουρέας.
Αυτό έβγαζε την ίσαλο ή το κατάστρωμα;
Την κουπαστή, την κουπαστή! Πριν μπει η κουπαστή, έμπαινε το κουρζέτο, το ξύλο κάτω από την κουπαστή. Και εάν υπήρχε κάποια στο κόψιμο, γιατί πάντα έφευγε το πριόνι λιγάκι, αν έμενε κάποια μικρή ατέλεια, το κουρζέτο με την ευθεία που είχε και τη σκληρότητα έφτιαχνε τη μύτη, το μικρό ελάττωμα και έφτιαχνε. Και το κουρζέτο, το επεξεργαζόντουσαν μετά, το ξαναροκανίζαν, είχαν το πάμστρο, ένα εργαλείο ειδικό από το πλάι. Τι να πούμε; Είναι μια τέχνη...λαβύρινθος!
Και μια γλώσσα ολόκληρη.
Ναι... Αυτά.
Εκτός από το ότι έχει έρθει το ηλεκτρικό και έχουν αλλάξει τα εργαλεία, έχει αλλάξει από το μισομόδελο στη σάλα...έχει αλλάξει κάτι άλλο στην τέχνη ή διατηρείται αυτούσια κατά τα άλλα;
Η ίδια είναι. Πολλοί καινούργιοι, την αλλάζουν για λόγους ευκολίας. Λάθος. Η τέχνη, η φιλοσοφία της, η μεθοδολογία της αυτά, είναι ακριβώς ίδια. Δεν έχει αλλάξει τίποτα, μα δεν έγινε τώρα, αυτή είναι πριν...πολλά χρόνια πριν. Αυτή έχει ζυμωθεί αυτή η τέχνη πριν πολλές εκατοντάδες χρόνια και έφτασε εδώ που είναι. Δεν είναι δική μας η... το απόφθεγμα. Πολλοί καινούργιοι, τα έχω δει και τα έχω ζήσει, γι’ αυτό φτιάχνουνε, όπως απέναντι οι γείτονές μας, αυτά που φτιάχνουν. Τα βλέπουμε και εμείς, οι μαστόροι που τα βλέπουμε, γιατί οι άλλοι δεν τα καταλαβαίνουν. Τα φορτώνουν εκεί με διάφορα ανοξείδωτα βερνίκια και φιγούρες και γυαλίσματα και είναι τι να πω...Τι να πω;
Στην Τουρκία λέμε;
Ναι, Τουρκία, οι γειτόνοι μας. Δυστυχώς. Και όμως, με την επιμονή που δείξανε και με την προσπάθεια από κρατική και αυτά ιστορία...από το τίποτα, αυτή τη στιγμή, τα περισσότερα σκάφη που κυκλοφοράνε στα νησιά μας είναι τουρκικά!
Έχουνε παραγωγή.
Και αυτά που έχουν μείνει, τα ελληνικά από τα κείνα τα χρόνια, αν πέσει κάνα δίπλα από το άλλο, όπως τώρα αυτή τη στιγμή υπάρχει στον ταρσανά συμπωματικά μια τέτοια περίπτωση. Όσο και άσχετος, όσο και ανίδεος όσο και τι να πω, τι...να είναι ο καθένας και τα δει αυτά τα δύο σκάφη, είναι αδύνατο να μην καταλάβει τη χιλιοδιαφορά. Αδύνατο! Και να μην κλάψει κιόλας για τα χάλια μας. Όλοι οι μαστόροι φύγανε και εμείς είμαστε τώρα να συντηρούμε αυτά που μας φέρνουν απ’ έξω. Δυστυχώς. Αυτή είναι μια άλλη πικρή αλήθεια! Και αυτός είναι ακόμα ένας λόγος που προσπαθώ εγώ με τον τρόπο μου, γιατί δεν έχω και τα κουράγια να κάνω τώρα το βοηθό ή το μάστορα, να κάνω κάτι, να κάνω κάτι να μείνει και πιστεύω θα το πετύχω.
Ποια είναι η κατάσταση σήμερα;
Τι να πω...δραματική! Με την έννοια ότι στο νησί έχει να μπει καινούργια καρένα πολλά χρόνια. Εμείς τουλάχιστον πρέπει να είναι και 8 χρόνια 10, που έχουμε να βάλουμε να σκαρώσουμε, να σκαρώσουμε σκάφος! Δεν παραγγέλνουν, γιατί κοιτάνε την ευκολία τους. Ακόμα και οι ψαράδες οι επαγγελματίες. Και σε ένα μέρος έχουν και δίκιο. Γιατί η αλήθεια είναι το ξύλινο, θέλει τη φροντίδα του, τη συντήρηση του, θέλει δουλειά. Όχι πολύ, το έχουνε κάνει βουνό δηλαδή, δεν είναι και τόσο, αλλά θέλει. Το πλαστικό, το πιάνει, το πετάει σε ένα χωράφι, το θυμάται, το ρίχνει στο νερό, φεύγει. Δεν έχει καμιά σχέση. Τώρα, κατά πόσο κάνει τη δουλειά του με το πλαστικό... Έχω ακούσει ότι όλοι παραπονιούνται, οι ψαράδες. Δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά όπως κάναν με το ξύλινο, αλλά μπρος στο καλό ότι έχουν αποφύγει ένα σωρό άλλα… αυτά. Δεν έχει...δυστυχώς...όχι μόνο στη Σύρο. Σε όλα τα νησιά, γιατί παρακολουθώ εγώ όσο μπορώ, και τα άλλα μέρη της Ελλάδος που ήτανε παλιά πηγή παραγωγής. [00:35:00]Έχουν ατονήσει όλα, ειδικά η Σάμος που φτιάχνανε...αγγέλους φτιάχνανε παλιά και έχουν και τα ξύλα βέβαια στα πόδια τους. Με το ζόρι νομίζω δουλεύει ένα ή δυο μικροναυπηγεία, με το ζόρι κρατούνται. Δε λέω για τα άλλα νησιά, Σύμη...αυτά όλα έχουνε τελειώσει, Κάλυμνο… όλα. Εκείνο που κρατάει ακόμα κατά κάποιο τρόπο σε καλύτερη κατάσταση είναι η Κοιλάδα, οι Σπέτσες απέναντι. Κατά πόσο τώρα βέβαια, πριν χρόνια, πριν μερικά χρόνια. Τώρα τελευταία δεν έχω...δεν ξέρω. Κάτι άσχημα νέα ακούω, αλλά πιστεύω ότι θα κρατήσουν, γιατί κάνουν και ωραία σκάφη και εκεί. Το Πέραμα και αυτό που ήταν κάποτε…το Πέραμα ήτανε πλούτος τότε. Όλα ναυπηγεία ήταν, όλο ναυπηγεία. Και τώρα είναι όλο ανελκύσεις, καρνάγια...όλα, δεν υπάρχει... Ο Ψαρρός που τελευταίος κρατάει τη σημαία με το ζόρι, γιατί το έχει πάθος και αυτός, ήταν ο πατέρας του μεγάλος μάστορας. Δεν έχει μάστορες, δεν έχει ανθρώπους να φτιάξουνε, με το ζόρι. Παρακαλάει να βρει άνθρωπο. Οπότε το συμπέρασμα είναι ότι αυτή η δουλειά, η κατεύθυνσή της είναι δυστυχώς...αν δεν γίνει κάτι θεαματικό. Τώρα τι μπορεί να γίνει; Δεν ξέρω, από μένα δεν εξαρτάται, ούτε από τους μάστορες όσους έχουνε μείνει. Αυτό πρέπει να γίνει κάτι από πάνω, από αυτούς που υποτίθεται ότι μπορούν και έχουν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι. Όσο προλαβαίνουνε δηλαδή, γιατί ακόμα υπάρχουνε, δεν ξέρω πόσοι, αλλά είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Οι παλιοί μαστόροι που μπορούνε να κάτσουνε και να πάει ένα παιδί μαζί τους, να μάθει αυτά που είδα εγώ με τα μάτια μου, να τα δει ξανά κι ένα παιδί, είναι ελάχιστοι ακόμα. Ποιο παιδί θα πάει; Κι εδώ που τα λέμε τώρα, σε ποιο παιδί θα πεις πήγαινε να γίνεις καραβομαραγκός τη στιγμή που βλέπει ότι απ’ τη μια τα σπάνε τα καινούργια σκάφη. Σκάφος που είναι...μπροστά έχει 30 χρόνια ζωή και το σπάνε. Λοιπόν, τι να του πεις; Εμείς έχουμε να σκαρώσουμε οκτώ χρόνια σκάφος, δέκα. Τι να του πεις; Πήγαινε να γίνεις καραβομαραγκός; Τι να του πεις; Πάει στο δημόσιο και τελειώνει.
Ποια θα ήταν η ελπίδα;
Η ελπίδα είναι κατά τη γνώμη μου, αν προλαβαίνουνε, αν προλαβαίνουν να πάρουν το θέμα σοβαρά, ζεστά, αλλά θέλει δραστικές κινήσεις και σωστές. Να μαζέψουνε...να τους δώσουνε κίνητρα στα παιδιά, παιδιά από το δημοτικό, απ’ το γυμνάσιο ξέρω γω. Να τους δώσουν κίνητρα, εγγυήσεις, ασφάλεια...να ξέρουν ότι τέλος πάντων πατάνε κάπου και να πέσουν με τα μούτρα να γίνουν μάστοροι. Τώρα! Τώρα! Όχι αύριο. Αύριο θα είναι αργά. Διότι καλά είναι να τα λες με τα λόγια, και να τα γράφεις, και να τα κάνεις, όπως κάνω εγώ. Αλλά άμα δεν το δει το παιδί στην πράξη, δεν καρφώσει, δεν ξύσει, δεν κόψει, δε ροκανίσει, δε...τι να πω, να ακούσει τη βρισιά του μάστορα, που όταν κάνει τη βλακεία του, να το καταλάβει, να το κάνει. Έτσι θα γίνει μάστορας! Έτσι πιστεύω τώρα, τώρα δεν ξέρω αν έχει αλλάξει τώρα, τι έχει αλλάξει, δεν ξέρω. Εμένα ο πατέρας μου μού λεγε ιστορίες, παιδάκι 8 χρονών και είχε το νονό του, ο νονός του ήτανε αρχιμάστορας, τον είχε πάρει για να τον εβοηθάει, ήταν και αυτός καλός μάστορας ο νονός του. Και έκανε κάτι, μια βλακεία, και του δίνει ένα μπάτσο και του έλυσε τη μύτη του παιδιού. Και πήγε στη θάλασσα και ξεπλύθηκε και έγινε καλά και όταν πήγε σπίτι δεν είπε τίποτα. Και του λέω: «Ρε πατέρα, γιατί δεν είπες τίποτα στη μητέρα;», λέει: «Παιδί μου, άμα τό 'λεγα θα έτρωγα κι άλλο μπάτσο απο κει. Θα 'τρωγα κι άλλο! Κι από τον πατέρα μου και απ’ τη μάνα μου. Ναι, έπαθε τίποτα όμως; Ε ναι δηλαδή, εντάξει. Εδώ, στη σύγχρονη ζωή λέμε: «Αα...ωω..!». Εντάξει, ωραία, όλα καλά. Ο πατέρας μου όμως...το αποτέλεσμα μετράει! Δεν έπαθε τίποτα! Έπαθε...ε εντάξει, του 'λυσε η μύτη. Του έγινε ένα μάθημα, καλό ή κακό, έγινε μάστορας όμως, έζησε την οικογένειά του. Μιλάμε για αυτόν ακόμα και σήμερα, που έχει φύγει 10 χρόνια και μιλάμε για αυτόν, δεν μιλάμε για μένα! Εγώ τι έχω κάνει; Εγώ σπούδασα, έγινα καπετάνιος, έχω δέκα φίλους, [00:40:00]είκοσι και είναι καπετάνιοι. Τι δουλειά έκανες; Καπετάνιος, καπετάνιος...εντάξει και τι έγινε; Δεν το θυμάμαι πια, δε με ενδιαφέρει, δεν έχω κάτι να πω στα καράβια που ήμουνα και έφαγα τόσα χρόνια. Μόνο στην αρχή που ήμουνα φρέσκος, ήμουνα νέος είχα κάνει σε ένα ωραίο καράβι, δύσκολο, υποπλοίαρχος και ήμουνα με δίπλωμα ανθυποπλοίαρχου. Εκεί τό 'ζησα, έζησα το ναυτικό επάγγελμα και το θυμάμαι. Μόνο αυτό θυμάμαι! Τόσα καράβια έχω κάνει, καλά-καλά δεν θυμάμαι τα ονόματά τους. Αυτό το καράβι μόνο μου χει μείνει, γιατί και τα ταξίδια που κάναμε...θέλω να πω...θυμάμαι αυτό. Αυτά όμως εδώ, που έζησα με τον πατέρα μου, που ήταν ένας άνθρωπος αγράμματος, που έφαγε τον μπάτσο, που του 'λυσε η μύτη, που έγινε μάστορας... Τα θυμάμαι και τα ζω και τα λέω και τα καμαρώνω! Και προσπαθώ να τα σώσω! Δεν προσπαθώ να σώσω του καπετάνιου το επάγγελμα, γιατί ξέρω ότι υπάρχουν σχολές θα βγάλει φουρνιά. Αυτό; Πώς θα βγει; Για αυτό λέω, καμιά φορά, ότι μιλάω εκ μέρους του πατέρα μου και εκ μέρους του μιανού ανθρώπου ο οποίος δεν πήγε στο σχολείο. Και εκτιμώ και σέβομαι, και όλοι σέβονται στις δουλειές τους, τις κατασκευές τους, αυτά που κάνανε. Τι να πω; Φαντάζομαι θα υπάρχουν κι άλλα επαγγέλματα που θα έχουν κάποια τέτοια μοίρα, αλλά αυτό ειδικά το επάγγελμα επειδή έτυχε καλώς ή κακώς να το γνωρίζω, δεν μπορώ να πω… δεν έχω βρει ακόμα την κατάλληλη λέξη να πω τι...να το χαρακτηρίσω σαν τι είναι αυτό το πράγμα. Τι να πω; Είναι...όχι τέχνη! Αυτό δεν είναι τέχνη. Αυτό είναι άλλο πράγμα! Άλλο πράγμα! Και λέω καμιά φορά, λέγαν οι αρχαίοι Έλληνες,: «Τέχνες και Γράμματα», δε λέγανε: «Γράμματα και Τέχνες» ποτές. Λέγανε Τέχνες και Γράμματα, κάτι θα ξέρανε. Γιατί οι τέχνες φτιάξανε τον Παρθενώνα, οι τέχνες φτιάξανε... Τα γράμματα, εντάξει, γράψανε και διάφορα αποφθέγματα... καλά ήταν, όλα ωραία, οι τέχνες όμως κάνανε αυτά που καμαρώνουμε. Έτσι δεν είναι; Ε, εντάξει, εμείς έχουμε μείνει με τα παλιά, με τις τέχνες.
Ωραίες οι τέχνες που παράγουν έργο! Θέλω να ακούσω όμως και για αυτό το ταξίδι, το ένα που σας έχει μείνει από καπετάνιο.
Κοίταξε, ήτανε δύσκολα τα χρόνια όπως ξέρεις…ήταν τα καράβια όλα γεμάτα ναυτικούς καλούς, κάθε καράβι ήταν και σχολείο. Εγώ τότε ενθουσιασμένος, ενθουσιώδης, να πω τι θα περάσω, τι θα πάω να δώσω για να γίνω γρήγορα καπετάνιος και έγινα, 30 χρονών 32, ήμουνα καπετάνιος. Αλλά τότε υπήρχε πολλή ζήτηση, ακόμα και...έλεγε ο άλλος: «Τι είσαι;», λέει: «Μάγειρας!», «Πας λοστρόμος» ξέρω εγώ, κάτι τέτοια. Τα είχαμε ακούσει και αυτά. Και εγώ λοιπόν, πήγαινα όπου δίναν τα πιο πολλά. Και ήταν ένα καράβι, το οποίο δεν το ξερα τι πράγμα είναι, ούτε είχα γνώση τι ήτανε, αλλά μπαίναμε μέσα σε όλα. Και θέλανε υποπλοίαρχο. Λέω: «Είμαι ανθυποπλοίαρχος με δίπλωμα, δεν είμαι υποπλοίαρχος». «Δεν πειράζει, θα πας υποπλοίαρχος». Χωρίς να ξέρω τι με περιμένει. Όμως αυτό που με περίμενε, το θυμάμαι μέχρι τώρα. Ήτανε η ωραιότερη περίοδος της ναυτικής μου καριέρας. Ήτανε ένα καράβι, κάραβος ήτανε! Το οποίο ήταν άσπρο. Φορτηγό άσπρο. Καρφωτό. Δηλαδή καρφωτό, μιλάμε τότε ήτανε...δεν είχε βγει ακόμα η πολλή ηλεκτροκόλληση, τα βαπόρια όπως τον Τιτανικό και αυτά τα κάνανε με καρφιά, ειδικά καρφιά με θερμοκρασίες και...τέλος πάντων. Και ήταν τέτοια η λαμαρίνα του, που δε σκούριαζε. Σκούριαζε, αλλά λίγο. Ήτανε άσπρο. Ήτανε βαρύ βαπόρι, ασήκωτο. Μπίγες, μαγκιόρες μπίγες, τα αμπάρια του δεν είχανε αυτοματισμό, ήτανε με μπίμια και ξύλα, μπουκαπόρτες. Και τα καπάκια, τα σκεπάζαμε με μουσαμά, δεν είχε τίποτα, μουσαμά, τρεις μουσαμάδες. Και κάτω, ήταν πριν Σουηδικό βαπόρι, το πήραμε μεταχειρισμένο δηλαδή αυτό, ήτανε για σκραπ και το πήραν οι Έλληνες τότε. Έτσι κάνανε τότε, για αυτό κάνανε σήμερα, απ’ την πλάτη τη δική μας βγάλανε όλα τα αυτά που κάνανε σήμερα...και τώρα επειδή πήραμε και κάποια σύνταξή, μας την κόψατε και αυτή, οι γραβατωμένοι. Αυτά είναι. Τέλος πάντων, τότε η δουλειά που κάναμε ήτανε φοβερή δηλαδή πολύ δουλειά, ξενύχτια ολόκληρα, αλλά δεν κουραζόμαστε, μας άρεσε, εμένα τουλάχιστον. Και εχω και φιλίες από παιδιά που ήταν [00:45:00]εκεί, ακόμα και σήμερα μιλάμε. Τόσο περνούσαμε ωραία, παρόλη την κούραση. Ήτανε General βαπόρι, καλό βαπόρι και δεν ξέρω αν ξέρεις, ήτανε...κουραδόροι τους λέμε, είναι χωρίσματα που έχουν τα αμπάρια, πατώματα. Συνήθως είχαν ένα κουραδόρ. Αυτό είχε δύο κουραδόρ, και κάθε κουραδόρος ήτανε μπίμη και μπουκαπόρτες. Δηλαδή φαντάσου τώρα, μιλάμε εκατοντάδες μπουκαπόρτες, και κάθε μπουκαπόρτα ήτανε 2 μέτρα επί 60, 40 πόντοι. Ασήκωτες. Το νούμερο 1 αμπάρι, επειδή ήτανε καμπουνάτο, ήτανε σαν πολεμικό. Το νούμερο 1 αμπάρι ήτανε σκαπουνάτο, δηλαδή πιο ψηλό από τα άλλα αμπάρια και είχε 4...ε, τρεις κουραδόροι από κάτω. Αντί για δύο, είχε τρεις! Και μουσαμάδες και αυτό και μπίμια. Και κάναμε και ωραία ταξίδια. Ταξιδεύαμε Λατινική Αμερική, Ευρώπη, Μεσόγειο, αυτά κάναμε, Αμερική... Και τότε μέναν τα καράβια πολύ στα λιμάνια. Το λιγότερο 10, 20 μέρες. Γιατι φορτώναμε, φόρτωναν μάλλον πάντα σχεδόν με μέσα του λιμανιού, αλλά ξεφορτώναμε με δικά μας μέσα, με μπίγες δικές μας. Όποτε είχε χρόνο, θέλαμε χρόνο. Ε, πέρασαν εκεί... δε θυμάμαι πόσο έκατσα...πάνω από χρόνο σίγουρα. Κι εκεί έμαθα πολλά πράγματα, πάρα πολλά πράγματα. Πάρα πολλά πράγματα! Εκεί είχαμε...δεν ήταν ελληνικό το πλήρωμα, Έλληνες. Άρχισε η εποχή, που αλάζανε... ξυπνούσαν οι εφοπλιστές κάθισαν και κάνανε σαλάτα τα πληρώματα, τα ελληνικά πληρώματα που είχαμε στο πρώτο που πήρα ήτανε σχεδόν το 90% Έλληνες. Εδώ είχαμε, είμαστε 6, 7, 8 Έλληνες και είχαμε ένα crew list, δηλαδή κατάσταση πληρώματος και μιλούσαμε 7, 8 γλώσσες. Σ’ όποιο λιμάνι πηγαίναμε και είχαμε κάποια έλλειψη, παίρναμε. Στην Αργεντίνα ας πούμε, στο Μπουένος Αϊρες, είχαμε έλλειψη από ναύτες, είχε αρρωστήσει κάποιος, κάποιος άλλος...και μας έφερε ο πράκτορας τρεις! Απ’ την Αργεντίνα. Ο ένας ο άνθρωπος ήταν πάνω από 130 κιλά! Ναύτης τώρα! Ο άλλος ήτανε παπουτσής! Και ο άλλος ήτανε στο σταθμό σιδηροδρόμου, σταθμάρχης! Ναύτες, οι τρεις! Και μου τους φέρανε τώρα εμένα, υποπλοίαρχος τώρα εγώ, που περνούσαν όλα από την πλάτη μου, να κάνουμε σπατσαμέντο που λέμε και ιστορίες ολόκληρες. Εάν σου πω ότι και οι τρεις, την άλλη μέρα που πιάσαν δουλειά, μπήκανε στο νοσοκομείο και οι τρεις και φύγανε. Χτυπήσαν και οι τρεις! Ο ένας, ο χοντρός, αυτός ήταν χειρότερη περίπτωση. Αυτός δεν ήξερε να περπατήσει στο κατάστρωμα, δεν είχε ξαναμπεί σε βαπόρι. Και πήγε και πάτησε σε μια μπουκαπόρτα, η οποία πατούσε μόνο στη μία άκρια, στο κουβούσι και δεν πατούσε στο μπίμι, ήταν πιο έξω. Πώς βρέθηκε; Δεν ξέρω. Και πατάει εκεί που ήταν μπόσικα και πέφτει. Ευτυχώς, ήταν το νούμερο 6 αμπάρι που δεν ήταν πολύ ψηλό, ήταν από τα πιο χαμηλά. Και πέφτει μες στ’ αμπάρι και του ‘ρχεται και η μπουκαπόρτα από πάνω. Στο κεφάλι! Και έμεινε αναίσθητος. Πώς θα τον βγάλουμε τώρα αυτόν από μέσα; Που η είσοδο του...η κάθοδο που λέμε που πήγαινε στ’ αμπάρι ήτανε ας πούμε…άντε να ‘τανε 80x80. Με ένα τετράγωνο πράγμα. Και ηταν η σκάλα. Που να περάσει από εκεί μέσα αυτός, και ένας που να τον κουβαλάει; Τελικά, μην τα πολυλογούμε, βρήκαμε...είχαμε ένα φορείο, αυτά τα στέρεα φορεία για τα ελικόπτερα. Το κατεβάσαμε κάτω αυτό. Τον έβαλαμε, τον εδέσαμε ευτυχώς, ευτυχώς που τον εδέσαμε. Και τραβούσαμε τώρα από το αμπάρι, από το στόμιο, με δυο σκοινιά ο ένας και ο άλλος, να τον ανεβάζουν σιγά σιγά και ανέβαινε. Κάποια στιγμή όμως τι έγινε; Γιατί το αμπάρι, όπως είναι το κουβούσι που λέμε, το στόμιο μεγάλο, από μέσα κάνει μια κλήση. Όταν ήταν από κάτω στα μπόσικα ανέβαινε ωραία. Όταν έφτασε στο κουβούσι και ακούμπησε το φορείο πάνω στο κουβούσι, με το βίρα μπατάρισε αυτό. Και ήρθε πάνω κάτω. Θα μας πήγαινε πάλι κάτω. Ευτυχώς και τον είχαμε δέσει. Αυτός είναι ο ένας. Ο άλλος έφαγε ένα κλειδί στο κεφάλι. Τέλος πάντων, φύγανε και τρεις και ψάχναμε να βρούμε άλλους τρεις. Αυτά ήταν τα πληρώματα τότε. Αυτά είχαμε. Δηλαδή... και τώρα τα θυμάται κανείς και λέει μα είναι δυνατόν ρε παιδί μου, τόσα πράγματα να περάσατε; Και όμως τα θυμόμαστε και με ευχάριστη διάθεση δεν ξέρω γιατί...
[00:50:00]
Γιατί γυρίσατε σώοι.
Μπορεί και αυτό...
Το φέρατε στο λιμάνι το καράβι;
Βεβαίως, κάθε... Αυτό δεν ήρθε καθόλου Ελλάδα. Αυτά δούλευαν εκεί. Όλο εκεί δουλεύαμε. Είχαμε περάσει πολλά με αυτό το καράβι, αλλά ήτανε... Μετά έχω κάνει με πολλά καράβια, όλων των ειδών. Άλλα θυμάμαι λίγο, άλλα θυμάμαι...συνήθως θυμάμαι τα ατυχήματα! Αυτά τα θυμάμαι. Μόνο αυτά θυμάμαι. Τα άλλα όλα δεν τα θυμάμαι. Δε θυμάμαι. Αυτό όμως το καράβι, θυμάμαι και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα όλα. Είναι...θέλω να πω τώρα...τόσα χρόνια, μεγάλες υπηρεσίες στα καράβια, πολλά, πολλά χρόνια. Δεν ξέρω γιατί...δεν μου έχει μείνει κάτι που να θέλω να το σώσω, να το αυτό... Έχω βέβαια... τι να χω, να, κάτι διάφορα… Αυτό όμως το πράγμα, δεν ξέρω τι μου συμβαίνει με αυτό το επάγγελμα τώρα... Δηλαδή, επειδή ήμουνα μικρός και ριζώθηκε μέσα μου αυτό το επάγγελμα; Έζησα τα παιδικά μου χρόνια και μου χει μείνει αυτό το πράγμα; Δεν ξέρω. Ανησυχώ και προσπαθώ όσο γίνεται να κάνω κάτι! Τώρα...; Και το κάνω με όρεξη, δηλαδή το κάνω με διάθεση, με γεμίζει, δεν το κάνω από αγγαρεία. Δηλαδή αν δεν είχα αυτό, αναρωτιέμαι καμιά φορά τι θα κανα, στα καφενεία θα την έβγαζα, τι άλλο θα κανα; Αυτά.
Κύριε Μανώλη, ευχαριστώ πάρα πολύ.
Τελειώσαμε;
Ελπίζω κάτι να γίνει, να σωθεί αυτή η τέχνη.
Ε, εντάξει...
Της αξίζει.
Τι να γίνει; Ελπίζω! Όλοι ελπίζουμε! Να δούμε...
Ευχαριστώ πολύ!
Και εγώ, να ‘σαι καλά.
Photos

Γιάννης Φουσκής
Ο Γιάννης Ζώρζος (Φουσκής), πατέρας του αφ ...

Δημοσίευμα εφημερίδας
Δημοσίευμα σε εφημερίδα για την τέχνη του ...

Τα παιδιά μαθαίνουν
Ο γιός του αφηγητή, στο καρνάγιο του παππο ...

Στιχάκια για καΐκια
Χειρόγραφοι στίχοι του Μανώλη Μπαρμπεράκη ...

Στο εργαστήριο του Μανώλ ...
Ένα μοντέλο καϊκιού από αυτά που φτιάχνει ...

Στο εργαστήριο του Μανώλ ...
Άλλα μοντέλα παραδοσιακών σκαριών στο εργα ...

Το μονόχναρο
Μονόχναρο του μαστρο-Γιάννη του Φουσκή, πα ...

Το μονόχναρο
Κοντινό από το μονόχναρο του μαστρο-Γιάννη ...

Γιάννης Φουσκής
Ο Γιάννης Ζώρζος (Φουσκής), πατέρας του αφ ...

Γιάννης Φουσκής
Ο Γιάννης Ζώρζος (Φουσκής), τοποθετώντας τ ...

Σκελετός σκάφους
Ο σκελετός ενός σκάφους, το 1962, έξω από ...

Το δεύτερο σπίτι
Ο μαστρο-Γιάννης ξυρίζεται στο ναυπηγείο τ ...
Summary
Ο Μανώλης Ζώρζος σκαρώνει καΐκια και ιστορίες και αφηγείται πώς έμαθε την τέχνη της ξυλοναυπηγικής από τον πατέρα του και πώς με τα μοντέλα που φτιάχνει σήμερα, προσπαθεί να τη διατηρήσει ζωντανή για να τη μεταδώσει στις επόμενες γενιές.
Narrators
Εμμανουήλ Ζώρζος
Field Reporters
Στέλλα Πιστοφίδου
Interview Date
11/11/2021
Duration
51'
Summary
Ο Μανώλης Ζώρζος σκαρώνει καΐκια και ιστορίες και αφηγείται πώς έμαθε την τέχνη της ξυλοναυπηγικής από τον πατέρα του και πώς με τα μοντέλα που φτιάχνει σήμερα, προσπαθεί να τη διατηρήσει ζωντανή για να τη μεταδώσει στις επόμενες γενιές.
Narrators
Εμμανουήλ Ζώρζος
Field Reporters
Στέλλα Πιστοφίδου
Interview Date
11/11/2021
Duration
51'