«Έρχονται τα 15 πορτοκάλια... ΝΙΚΗ(;)»: Εμπειρία από τη μάχη της Κύπρου κατά την εισβολή του '74
Segment 1
Θητεία
00:00:00 - 00:07:22
Partial Transcript
Καλησπέρα. Βρισκόμαστε στην Αίγειρο Κομοτηνής. Βρίσκομαι στην οικία του αφηγητή μας. Πείτε μας και το όνομά σας. Ντικούδης Δημήτρης λέγο…που υπηρέτησα. Όχι με όλους βέβαια, με αυτούς που είμαστε κοντά-κοντά. Περάσαν πάρα πολλά. Ήταν δύσκολα τότε ο στρατός. Τι να σας πω άλλο.
Lead to transcriptTopics
Segment 2
Πραξικόπημα στην Κύπρο και απόβαση
00:07:22 - 00:16:29
Partial Transcript
Ήμασταν και κάποια στιγμή, ένας λόχος ήταν στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου, στην Αλικαρνασσό είχαμε ένα λόχο εκεί που ήταν ασφάλεια του αεροδρο…ο αεροπλάνο. Τα βλέπαμε! Τα τροχιοδεικτικά ερχότανε πάνω στο αεροπλάνο. Μας ρίχνανε από κάτω. Αλλά να κάνεις, δε μπορείς να κάνεις τίποτα.
Lead to transcriptSegment 3
Οι πρώτες μέρες μετά την εισβολή
00:16:29 - 00:27:29
Partial Transcript
Τέλος πάντων προσγειωνόμαστε. Πολλά αεροπλάνα δεν επιστρέψανε βέβαια. Όταν άρχισε να χαράζει, ήρθαν κάτι Κύπριοι εκεί, μας πήρανε και μας πή…ν εκεί. Είχε λήξει ο πρώτος γύρος πολέμου. Σταμάτησε ο πρώτος γύρος πολέμου και μας τραβήξαν και εμάς και μας γύρισαν στο στρατόπεδο εκεί.
Lead to transcriptSegment 4
Δεύτερος γύρος πολέμου και επιστροφή
00:27:29 - 00:33:43
Partial Transcript
Εκεί μετά το στρατόπεδο, παλιό βέβαια, αλλά το συμμαζέψαμε, βάλαμε γύρω από το στρατόπεδο συρματοπλέγματα. Τα συρματοπλέγματα πάνω γεμάτα κο…πό έναν αναπτήρα zippo να πούμε τιμής ένεκεν, επειδή βοηθήσαμε και τους κατεβάσαμε κάτω. Τέλος πάντων. Τι άλλο θέλετε να σας πω; Έτσι τώρα.
Lead to transcriptSegment 5
Απόβαση ΝΙΚΗ 5, πρώτη φάση πολέμου
00:33:43 - 00:43:23
Partial Transcript
Θα σας ξαναγυρίσω λίγο στην αρχή των γεγονότων. Για πες μου- Θα σας ρωτήσω. Την πτήση σας θέλω να μου περιγράψετε. Σε ποιο ΝΙΚΗ ήσασταν μέ…κάριοι. Μετά δεν ξανά-αποφάσισαν βέβαια και τέλος πάντων έγινε αυτό που έγινε. Τι να πούμε τώρα, τα λόγια είναι περιττά. Ό,τι και να πούμε.
Lead to transcriptTopics
Segment 6
Δεύτερη φάση πολέμου
00:43:23 - 00:46:22
Partial Transcript
Να σας ρωτήσω τώρα για τη δεύτερη φάση της εισβολής. Για τον δεύτερο Αττίλα, στις 14 Αυγούστου. Πώς θυμάστε δηλαδή, τα γεγονότα εκείνες τις… πάρουν άλλα. Τέλος πάντων δεν μπορώ να φέρω γνώμη τώρα για αυτά τα πράγματα. Είναι, αλλά κάπως έτσι πρέπει να ήταν. Δεν υπάρχει περίπτωση.
Lead to transcriptTopics
Segment 7
35η μοίρα καταδρομών
00:46:22 - 00:49:32
Partial Transcript
Μάλιστα. Αν μου επιτρέπετε τώρα να σας ρωτήσω και για την 35η μοίρα καταδρομών, που από ό,τι καταλαβαίνω, μέσω της περιγραφής σας, εσείς όλ…κάτω από την Κύπρο κάποιος ή την έκανε το ίδιο το παιδί ή να την έδωσε κάποιον δώρο. Δε θα το συζητάμε αυτά. Δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο.
Lead to transcriptTopics
Segment 8
Η επιστροφή στο σπίτι
00:49:32 - 00:52:24
Partial Transcript
Όταν τελειώσατε και το φανταρικό σας, πώς νιώσατε όταν μετά από όλα αυτά γυρίσατε στο σπίτι σας; Είμαστε λίγο χαμένοι. Και συγκεκριμένα ότ…μου». «Όχι, λέω, όχι θα καπνίσεις το πακέτο και θα σκέφτεσαι τα παιδιά σου μέχρι να γυρίσουνε». Ευχαριστώ πάρα πολύ και τελείωσε. Ε βέβαια.
Lead to transcriptSegment 9
Τύμβος της Μακεδονίτισσας
00:52:24 - 00:55:51
Partial Transcript
Αν μου επιτρέπετε... Παρακαλώ. Σε αυτό το σημείο να σας ρωτήσω για εκείνον τον φίλο σας, ο οποίος ήτανε να απολυθεί, αλλά έτυχε το περιστ…ησί. Είναι ένας ελληνισμός υψηλού επιπέδου γενικά. Σε παρακαλώ, είναι ωραίοι άνθρωποι. Τέλος πάντων. Να είναι καλά οι άνθρωποι. Τους αγαπώ.
Lead to transcriptSegment 10
Αναγνώριση
00:55:51 - 01:03:31
Partial Transcript
Πότε έφτασε η αναγνώριση από το Ελληνικό Κράτος, ότι εσείς πολεμήσατε εκεί; Αυτό για να είμαι ειλικρινείς εγώ δε το ξέρω. Πότε αναγνωρίστη…εν το συζητάω! Τελείωσε. Και αυτοί μου δώσανε… διοικητής μου δώσανε πλακέτες. Τιμής ένεκεν. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Να είστε καλά. Σας αγαπώ.
Lead to transcriptSegment 11
Φωτογραφίες από τη θητεία
01:03:31 - 01:10:31
Partial Transcript
Συνεχίζοντας, να πιάσουμε λίγο τις φωτογραφίες. Πείτε μου λίγο, στην πρώτη φωτογραφία ποιον βλέπουμε; Στην πρώτη φωτογραφία ήμουν με ένα φί…ένα καλλιεργημένο παιδί και σου εύχομαι ολόψυχα οι ευτυχίες στη ζωή σου να γίνουν πραγματικότητα. Σας ευχαριστώ. Παρακαλώ. Να 'στε καλά.
Lead to transcript[00:00:00]
Καλησπέρα. Βρισκόμαστε στην Αίγειρο Κομοτηνής. Βρίσκομαι στην οικία του αφηγητή μας. Πείτε μας και το όνομά σας.
Ντικούδης Δημήτρης λέγομαι.
Υπέροχα. Και την ημερομηνία γέννησης σας.
17/07/1952.
Υπέροχα. Κύριε Δημήτρη, να ξεκινήσουμε από το που μεγαλώσατε. Πείτε μας δύο λόγια για την παιδική σας ηλικία.
Μεγάλωσα εδώ στο χωριό, από αγροτική οικογένεια. Οι γονείς μου είχανε ζώα, είχανε κτήματα και λοιπά. Ξέρετε τώρα εκείνα τα χρόνια τα παλιά, ήταν πολύ δύσκολα. Τη δεκαετία του ’60-‘70 που ήμουνα ένας πιτσιρικά και λοιπά. Μεγάλωσα εδώ στο χωριό. Μια αγροτική ζωή. Δύσκολη ζωή. Όχι για μένα μόνο βέβαια, γενικά για όλους. Γιατί τα χρόνια ήταν τέτοια τότε. Αλλά εντάξει όμως, μεγάλωσα. Όταν έγινα 16-17-18 χρονών και λοιπά, κατέβηκα κάτω στην Αθήνα, στον Πειραιά συγκεκριμένα. Πήγα εργάστηκα εκεί. Στις οικοδομές. Γιατί τότε δεν είχαμε και πολλές γνώσεις για να πιάσουμε δουλειά κάπου ιδιαίτερα. Εργάστηκα κάνα δυο χρόνια στις οικοδομές. Το μεροκάματο ήταν τότε πού μεγάλο για τα χρόνια εκείνα. Έφυγα από εδώ με ένα πενηντάρικο. Στην Αθήνα ήταν 200 δραχμές. Με ένα μεγάλο μεροκάματο. Για να φανταστείτε, το ξενοδοχείο τότε ήταν 20 δραχμές και το ημερομίσθιο ήταν 200. Δηλαδή ήτανε τι να σας πω, το μεροκάματο πολύ μεγάλο για εκείνα τα χρόνια. Μετά μεγάλωσα, ήρθα πάνω, πήγα στο στρατό. Όπως ξέρετε βέβαια μετά τα 20 τα χρόνια ο άντρας πάει στρατό. Είχα δηλώσει όμως όταν πέρασα επιλογή, εδώ στην Κομοτηνή, όταν ήμουνα 18 χρονών, περνούσαμε επιλογή τότε. Έτσι λεγόταν, δεν ξέρω τώρα μπορεί να άλλαξαν κάποιο όνομα και λοιπά. Πέρασα επιλογή και δήλωσα συγκεκριμένα ότι θέλω να πάω στις ειδικές δυνάμεις και όπως και πήγα βέβαια. Παρουσιάστηκα στο στρατό, 22-23, δε θυμάμαι συγκεκριμένα ακριβώς την ημερομηνία, 23, 23 Οκτωβρίου το 1972, παρουσιάστηκα. Στο κέντρο στο ΚΕΜΚ, Κέντρο Εκπαιδεύσεως Μονάδων Καταδρομών που ήταν στα Μέγαρα. Ήτανε πολύ δύσκολα εκείνα τα χρόνια.Όχι μόνο ο στρατός, ήταν δύσκολα τα χρόνια εκείνα και οι Ειδικές Δυνάμεις ήταν πολύ πιο δύσκολα από τον υπόλοιπο στρατό. Περάσαμε πολύ δύσκολα. Τι να σου πω τώρα, δηλαδή. Δεν είχες δικαίωμα για τίποτα απολύτως. Αλλά λόγω του, λόγω του πράσινου μπερέ τότε και δεν ξέρω γιατί. Όταν παρουσιαστήκαμε στο κέντρο βέβαια, δε τον φορούσαμε τον πράσινο μπερέ, μετέπειτα τον πήραμε μετά από τρεις μήνες εκπαίδευση και περάσαμε και ρεντίνες και λοιπά και δεν ξέρω εγώ. Ήταν πολύ δύσκολα το να σας πω δηλαδή. Αλλά και μετά παίρνω μετάθεση στην Κρήτη, στην Α’ μοίρα καταδρομών, στο Μάλεμε. Πήγα εκεί. Παρουσιάστηκα εκεί. Εκεί μετά κάναμε μετεκπαίδευση ΚΠΕΝ Κέντρο Προκεχωρημένης Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων, άλλους τρεις μήνες και μετά βέβαια διοριστήκαμε, να πούμε, στους λόχους μας, στις μονάδες μας, στους λόχους μας. Γιατί μονάδα ήταν η Α’ μοίρα καταδρομών στην Κρήτη. Ήταν πολύ δύσκολα. Δηλαδή είχε τρομερή εκπαίδευση. Μεγάλη εκπαίδευση. Οι Ειδικές Δυνάμεις είναι εκπαίδευση πειθαρχεία καθαριότητα. Τελείωσε. Τα λόγια είναι περιττά. Μου λέγαν κάποτε, ξέρεις τότε εκείνα τα χρόνια, ήταν μια δύσκολη λέξη, να πούμε, η λέξη αυτή αλλά θα τη πω και μου λέγανε: «Βρωμοφάνταρο που θα πας, -λέει- στρατιώτης» και εγώ όταν πήγα να πούμε και είδα τι πολυτέλεια υπήρχε μέσα στο στρατόπεδο και τι καθαριότητα και τι πειθαρχεία και τι τα πάντα και λέω που είναι ρε παιδιά, λέω, αυτά τα βρωμοφάνταρα και λοιπά. Που είναι αυτοί οι άνθρωποι, να πούμε. Μιλάμε για μεγάλη καθαριότητα μέσα στο στρατόπεδο. Δε μπορείς να φανταστείς. Οι τουαλέτες ήτανε από τις σημερινές τις δικές μας στα σπίτια καλύτερες. Εκείνα τα χρόνια. Δε μπορείς να φανταστείς δηλαδή κάτι πράγματα τρομερά. Αλλά είχε μεγάλη εκπαίδευση. Όταν λέμε πολύ εκπαίδευση, πολύ εκπαίδευση. Δηλαδή δεν είχε χρόνο, δεν είχες χρόνο να καθίσεις να καπνίσεις ένα τσιγάρο, να καθίσεις, δεν ξέρω εγώ, ελεύθερα μισή ώρα μια ώρα και λοιπά κάπου σε μια γωνία. Όχι δεν είχε. Είχε εκπαίδευση, μάθημα, εκπαίδευση. Η μισή μέρα στο βουνό. Η μισή, η μισή στο στρατόπεδο μέσα. Θάλασσες, εκπαιδεύσεις θάλασσες νυκτερινές. Τρίτη και Πέμπτη στα βουνά. Τα πάντα. Στον αέρα, ξέρω ‘γω και λοιπά. Τι να σου πω τώρα. Πάρα πολλά. Δε λέγοντα με λόγια αυτά τα πράγματα. Τι άλλο να σας πω. Περάσαμε πάρα πολλά. Δύσκολα ήταν. Αλλά είμαι περήφανος όμως για αυτό. Είμαι υπερήφανος για αυτό. Τελείωσε. Γιατί υπηρέτησα στις Ειδικές Δυνάμεις. Τέλος πάντων να πούμε μετέπειτα όταν ήθελα τρεις μήνες να απολυθώ, πήγαμε στην Κύπρο στον πόλεμο και λοιπά και λοιπά. Περάσαμε πάρα πολλά. Δύσκολα πράγματα. Και όμως είμαι υπερήφανος για αυτό. Για τον εαυτό μου και όχι για κανέναν άλλο. Μόνο για τον εαυτό μου είμαι περήφανος. Δε μου αρέσει να αυτολογώ και να λέγω πράγματα δηλαδή στον κόσμο. Δε μου αρέσει αυτό το πράγμα. Τελείωσε. Γνωρίζουν όλοι ποιος είμαι. Γνωρίζουν τι πρόσφερα στην Πατρίδα μου, στην Κύπρο, στην Πατρίδα μου και λοιπά και ένα σωρό πράγματα άλλα. Είχαμε ωραίους αξιωματικούς. Ήταν πολύ σκληροί αξιωματικοί. Ήτανε σκληροί, τότε βέβαια έτσι τους βλέπαμε εμείς. Αλλά απολύθηκα και μετά από λίγο καιρό κατάλαβα πόσο ωραίοι ήταν οι αξιωματικοί και πόσο συνεπείς και πόσο κύριοι ήταν απέναντί μας. Τελείωσε. Το κατάλαβα μετά. Μετέπειτα. Και σήμερα ακόμη, μετά από 50 χρόνια περίπου, έχω τις επαφές με τους ανθρώπους αυτούς. Και συγκεκριμένα χθες μου πήρε τηλέφωνο ο Στρατηγός ο Κιουτσούκης ο Γιάννης. να πούμε και μου λέει: «Τι κάνεις κομάντο;», και λοιπά και δεν ξέρω ‘γω και ανταλλάσσουμε ορισμένες κουβέντες με όλους τους ανθρώπους που υπηρέτησα. Όχι με όλους βέβαια, με αυτούς που είμαστε κοντά-κοντά. Περάσαν πάρα πολλά. Ήταν δύσκολα τότε ο στρατός. Τι να σας πω άλλο.
Ήμασταν και κάποια στιγμή, ένας λόχος ήταν στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου, στην Αλικαρνασσό είχαμε ένα λόχο εκεί που ήταν ασφάλεια του αεροδρομίου. Του πολιτικού αεροδρομίου ασφάλεια εκεί ήμασταν και πηγαινοερχόμαστε. Έφευγε ο πρώτος πήγαινε ο δεύτερος. Έφευγε ο δεύτερος πήγαινε ο τρίτος και ούτω καθεξής. Και όταν ήτανε, φτάσαμε τώρα στο θέμα της Κύπρου, ήτανε 15 Ιουλίου του 1974. Ήτανε Δευτέρα μέρα. Είχε γίνει στην Κύπρο πραξικόπημα. Οι Μακαριακοί με τους Γριβικούς. Αντίσταση και λοιπά. Γίναν και μερικά. Σκοτωθήκαν μερικοί. Δεν ξέρω σίγουρα πράγματα αλλά περίπου τα ξέρω. Και όπως είπε και ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο Τούρκος, πριν 100 χρόνια, τη δεκαετία του’20-‘30, κάπου τότε πρέπει να ήτανε αυτός στην εξουσία, δε θυμάμαι συγκεκριμένες ημερομηνίες. «Τους Έλληνες δεν μπορείς να τους πολεμήσεις. Τον Έλληνα για να τον πολεμήσεις πρέπει να τον διχάσεις πρώτα και μετά να τον πολεμήσεις». Και όπως έγινε. Έγινε Εμφύλιος πόλεμος πριν 5 μέρες και μετά από 5 μέρες μπήκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο. Εγώ γράμματα πολλά δεν ξέρω. Διάβασα όμως πάρα πολύ στη ζωή μου και το μόνο που κατάλαβα δηλαδή, και που, και τα είδα και στην πορεία βέβαια η Κύπρος διχοτομήθηκε. Διχοτομήθηκε. Ίσως να είχαν ένα πρόγραμμα. Ένα καζάνι που έβραζε προ πολλού και ήρθε η στιγμή και διχοτομήθηκε η Κύπρος. Τελείωσε. Οι Κύπριοι εδώ στην Ξάνθη, ένα χωριό της Ξάνθης του βάλαν το όνομα του Αυξεντίου. Ο Αυξέντιος ήτανε το ’57-‘59 με τον εμφύλιο, όχι με τον εμφύλιο, με τους Εγγλέζους, με τους Εγγλέζους στην Κύπρο και τον βάλαν φωτιά τον Αυξεντίου και τον κάψαν [00:10:00]μέσα στη σπηλιά ζωντανό. Πέρασε η Κύπρος πάρα πολλά. Και κάποια στιγμή ήρθα με τον Πρέσβη της Κύπρου στο Αυξέντιο, το χωριό της Ξάνθης, και ανταλλάξαμε ορισμένες κουβέντες και μου λέει πήγα, λέω πήγα στην Κύπρο σκοτωθήκαμε. Είχαμε απώλειες στην Κύπρο. Είχαμε 30 νεκρούς και 15 τραυματίες. Παλικάρια εικοσάχρονα και εικοσιδυάχρονα. Άριστα εκπαιδευμένα, από φτωχές οικογένειες. Μεγάλοι άντρες. Δυνατοί άντρες, δε το συζητάω. Αλλά η Κύπρος διχοτομήθηκε. Και του είπα, τον είπα τον Πρέσβη, του λέω: «Κύριε Πρέσβη, λέω να πούμε, κατεβήκαμε κάτω σκοτωθήκαμε, δεν μπορέσαμε να προσφέρουμε τίποτα. Προσφέραμε βέβαια αυτά που ήταν να προσφέρουμε, αν δεν είμαστε εμείς η Κύπρος, ίσως να παίρναν τα αεροδρόμιο, δεν ξέρω μέχρι τι θα γινόταν». Τέλος πάντων. Και ο Πρόξενος λέει: «Να είσαι περήφανος για αυτό. Εμείς οι Κύπριοι και γενικά ο Ελληνισμός είναι περήφανος για την προσπάθεια που κάνατε για τους Κυπρίους και να ξέρεις, να ξέρεις -μου λέει- ότι η Κύπρος άλλαξε πάρα πολλούς -σταμάτησε το μυαλό μου τώρα- πολιτισμούς». Λέω: «Το ξέρω -λέω- κύριε Πρέσβη, το ξέρω» που άλλαξε πολλούς πολιτισμούς. Περάσαν από εκεί Άραβες. Περάσαν Ούννοι. Περάσαν Τούρκοι. Περάσαν δεν ξέρω γω. Περάσαν ένα σωρό φυλές από εκεί. Δεν είναι τυχαία πράγματα βέβαια αυτά. Μιλάμε για εκατοντάδες χρόνια πριν, ίσως και χιλιάδες πριν. Τέλος πάντων, να γυρίσουμε λίγο πίσω. Έγινε το Πραξικόπημα 15 του μηνός. Στη μοίρα μέσα επικρατούσε ησυχία. Σταμάτησε η εκπαίδευση. Σταματήσαν τα πάντα. Και μέσα στη μοίρα μας αφήσαν ελεύθερους και αρχίσαμε βέβαια να αναρωτούμαστε. Ένας με τον άλλο κοιταζόμαστε, μιλούσαμε κρυφά, τι γίνεται και λοιπά. Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή τα πράγματα αρχίσαν να ανεβαίνουν, να ανεβαίνουν, να ανεβαίνουν και το Σαββάτο το πρωί έγινε επιστράτευση, πανελλαδική επιστράτευση και στην Κύπρο 05:00 η ώρα το πρωί, Σαββάτο μέρα, 20 Ιουλίου, κάναν απόβαση οι Τούρκοι στην Κερύνεια. Κάναν απόβαση οι Τούρκοι στην Κερύνεια με πολλούς, με μεγάλες απώλειες, όχι στρατιωτικές και στρατιωτικές βέβαια, γιατί ο πόλεμος δεν έχει όρια. Τέλος πάντων, ήταν η 31, 32, 33 μοίρα τότε καταδρομών, στην Κύπρο, Κύπριοι βέβαια με Έλληνες αξιωματικούς, και συγκεκριμένα ο Διοικητής της 33 μοίρα, ο κύριος, Θεός σχωρέστον τώρα, δε μπορώ να θυμηθώ το όνομά του, μου διαφεύγει, ο τέλος πάντων, δε μπορώ να το θυμηθώ τώρα το όνομά του. Η μοίρα του ήτανε στη Λευκωσία και παίρνει τη μοίρα του και τη γυρνάει πίσω και πήγε εκεί στην Κερύνεια που κάναν απόβαση οι Τούρκοι και έχασε 60-70 άντρες και πολλούς τραυματίες. Λοιπόν, στη μοίρα μέσα επικρατούσε το Σαββάτο μια, άρχισαν να μπαίνουν μέσα λεωφορεία πολιτικά, στρατιωτικά. Να μπαινοβγαίνουν. Ησυχία μέσα στη μοίρα. Οι αξιωματικοί μας ήταν, δε φαινόταν κανείς. Και την Κυριακή το πρωί παίρνουμε αναφορά και μας λέει ο Διοικητής, ο κύριος Παπαμελετίου, συχωρεμένος, Θεός σχωρέστονε, ένας εξαίρετος άντρας, ωραίος αξιωματικός, μας λέει: «Κομάντος η Κύπρος έχει πόλεμο. Θα πάμε για μια καταδρομική ενέργεια και θα επιστρέψουμε». Και ταλαιπωρία μας παίρναν, μας πηγαίναν το απογευματάκι στο αεροδρόμιο της Σούδας, στα Χανιά, και από εκεί με Noratlas και Ντακότες, εκείνα τα παμπάλαια αεροπλάνα, πολύ παλιά βέβαια, με εκείνα κάναμε τη μεταφορά μας στην Κύπρο. Ανεβαίναμε, το αεροπλάνο έπαιρνε 28 άντρες και μας είχε στη σειρά, ένας δύο τρία και συγκεκριμένα, είχα Λοχαγό το Μπένο το Σταύρο, και μετράει ένας δύο, εγώ πάντα, πήγαινα τελευταίος πάντα και ήμουνα εικοστός ένατος και έρχεται ο Μπένος ο Σταύρος και με παίρνει στο δικό του αεροπλάνο. Από αυτό που με πήρε το ρίξανε, με 28 νεκρούς. Και το δικό μας είχε 2 νεκρούς και 9 τραυματίες, το δικό μας το αεροπλάνο. Προσγειωνόμαστε στην Κύπρο. Ήτανε χαράματα 22 του μηνός τα χαράματα, 04:00-05:00 η ώρα προσγειωνόμαστε στην Κύπρο, ήτανε Δευτέρα μέρα. Εμείς τώρα άγνωστα εκεί πέρα η Κύπρος για μας. Χαράματα ξημερώματα, δεν βλέπαμε τίποτα, δεν γνωρίζαμε τίποτα. Δεν μπορούσαμε να πάρουμε θέση μάχης. Δεν μπορούσαμε να πάρουμε τίποτα απολύτως. Κόλαση στο αεροδρόμιο από τουφεκιές και από και βλέπαμε όταν προσγειωνόμαστε, βλέπαμε τα τροχιοδεικτικά που ερχόντουσαν πάνω στο αεροπλάνο. Τα βλέπαμε! Τα τροχιοδεικτικά ερχότανε πάνω στο αεροπλάνο. Μας ρίχνανε από κάτω. Αλλά να κάνεις, δε μπορείς να κάνεις τίποτα.
Τέλος πάντων προσγειωνόμαστε. Πολλά αεροπλάνα δεν επιστρέψανε βέβαια. Όταν άρχισε να χαράζει, ήρθαν κάτι Κύπριοι εκεί, μας πήρανε και μας πήγαν σε ένα, μας πήγανε σε ένα χώρο εκεί κάτι ελιές, είχε ένα κτίριο ήταν, τώρα Καλογήρου λεγόταν, τέλος πάντων, δε θυμάμαι και το πρωί με το χάραμα πλακώνει η Τούρκικη αεροπορία. Περνάν τα αεροπλάνα από επάνω, χαμηλά. Πηγαίνω να αρπάξω το πολυβόλο, τριαντάρι ενός φίλου μου, και αυτός πέθανε, του Καραμπατζάκη του Νίκου, το πολυβόλο, λέω: «Φέρε το πολυβόλο εδώ πέρα τον πούστη θα τον κάνω ένα πράγμα, θα τον καθαρίσω». Και μου λέει ο λοχαγός: «Τι θα κάνεις -μου λέει- μη κουνιέσαι θα μας πάρουν χαμπάρι, θα μας θάψουνε ζωντανούς» μου λέει. «Μη κουνιέσαι καθόλου» μου λέει. Τέλος πάντων, περνάει κάνα μισάωρο, μου λέει ο λοχαγός μου, ο Γιάννης ο Κιουτσούκης, μου λέει: «Ντικούδη θα πας προμηθευτής, μου λέει, στο τριάντα τρία, στο στοιχείο, στο στοιχείο πολυβόλο, λέει, του Γιώργου Καραμπατζάκη, προμηθευτής». Λέω: «Κύριε λοχαγέ, λέω, είμαι σκοπευτής». «Το ξέρω» μου λέει. Και εκεί μου δώσαν δύο δεσμίδες των 250 φυσιγγίων, μου δώσαν ανταλλακτική κάννη του πολυβόλου. Εγώ είχα το Μ1. Είχα υποδήματα βαριά. Είχα διόπτρες. Είχα χειροβομβίδες στις τσέπες. Τα πάντα. Τι να σας πω. Ένα φόρτωμα δηλαδή περπατούσες και πονούσαν τα γόνατα. Τέλος πάντων, έρχονται μας παίρνουν κάτι πολιτικά αεροπλάνα και μας πάνε στο αεροδρόμιο. Μας πάνε στο αεροδρόμιο, σε ένα δωμάτιο εκεί πέρα, καθίσαμε λίγο έτσι να ξεκουραστούμε. Κάποια στιγμή χτυπάει ο ασύρματος: «Το τρίτο στοιχείο πολυβόλου να παρευρεθεί στο κτίριο Ζ’». Και που ξέρουμε εμείς τώρα που είναι το κτίριο Ζ’ και που είναι δεν ξέρω γω. Δεν ξέρουμε τίποτα. Λέω: «Κύριε λοχαγέ δεν ξέρουμε τίποτα» Μου λέει: «Θα σας καθοδηγήσει, μου λέει, ένας Κύπριος κομάντος». Ο.Κ. Και βγαίνουμε έξω και γινόταν κόλαση από πυρά. Κόλαση από πυρά. Δε ξέρω τι γινόταν. Χαμός. Λέω θα μας πάρει καμιά αδέσποτη θα μας στείλει, λέω. Τέλος πάντων, φτάνουμε στο κτίριο το Ζ’. Είχε μια σκάλα, ήταν μια μονοκατοικία, προφανώς 1-2 γραφεία είχε εκεί πέρα, τώρα τι γραφεία ήταν αυτά, δεν ξέρω, ήταν αποθήκες, δεν ξέρω τι ήταν. Είχε μια σκάλα με αλυσίδες, σκάλα. Με αλυσίδα. Ανεβαίνουμε επάνω, είχε μια τρύπα επάνω 50 εκατοστά, σκάλωνε ο τρίποδας, σκάλωνε το όπλο, σκάλωνε ένας από πάνω τα μάζευε τώρα, ανεβήκαμε επάνω. Ανεβήκαμε επάνω, πιάνουμε θέσεις μάχ[00:20:00]ης. Είχε ένα πέρασμα απέναντι από εμάς. Από την αριστερή πλευρά ήτανε τα κτίρια του ΟΗΕ, γιατί ήταν το φυλάκιο του ΟΗΕ ήταν αριστερά. Το έβλεπα δηλαδή που καθόταν ο Οηές από έξω και φύλαγε. Και από δεξιά προφανώς να ήτανε τα κτίρια του ΟΗΕ που στεγαζόντουσαν τώρα οικογένειες, οι άνθρωποι που καθόντουσαν εκεί, αξιωματικοί, στρατιώτες οι Οηέδες, κάπως έτσι. Δε θυμάμαι πολλά, δε ξέρω πολλά πράγματα. Και το απόγευμα της Δευτέρας μας κάνουνε οι Τούρκοι δυο φορές έφοδο. Μας κάνουν δυο φορές έφοδο. Τους αποδεκατίσαμε εκεί. Τους αποδεκατίσαμε. Όταν σας λέω τους αποδεκατίσαμε. Τέλος πάντων. Μας κάνουν μια φορά, γυρνάνε πίσω ξανά-επιτίθενται μετά από μισή ώρα. Άρα έκαναν ανασυγκέντρωση και τέτοια και ξανά-επιτέθηκαν. Και τους αποδεκατίσαμε εκεί. Και μετά από τη δεύτερη επίθεση, μετά από μισή ώρα από τη δεύτερη επίθεση που μας κάνανε, έρχεται σήμα, να πούμε, εκεί που είμαστε, κατάπαυση του πυρός. Σταματάει ο πόλεμος. Κατάπαυση του πυρός και επανασυγκρότηση. Εκείνη την ώρα, μετά από ένα τεταρτάκι, έρχεται ένα τζιπ του ΟΗΕ με τρείς, με τρεις στρατιώτες Οηέδες. Τώρα δε ξέρω αξιωματικοί ήταν, δεν τους γνώριζα τα διακριτικά τους. Ήρθαν τρεις αξιωματικοί κάτω από εμάς. Το κτίριο ήτανε τρία μέτρα τέσσερα ύψος, παραπάνω δεν είχε. Και ο λοχαγός ο Κιουτσούκης ήταν δίπλα μου. Πάνω στην πλάκα. Και άρχιζε να τους βρίζει χυδαία, τους Οηέδες. Λέω: «Κύριε λοχαγέ αυτοί έχουν κακό σκοπό» τους λέω και αυτοί σήκωναν το πολυβόλο, είχαν ένα πενηντάρι πολυβόλο πάνω στον τοίχο, το σήκωναν το πολυβόλο. Λέω: «Τι κάνουν αυτοί; -Λέω- κύριε λοχαγέ αυτοί κακό σκοπό έχουνε». «Τσογλάνια» λέει, δε ξέρω γω και τα λοιπά. Τραβάω τη χειροβομβίδα μέσα από την τσέπη, βάζω το δάκτυλο στην περόνη, λέω θα τους ρίξω τη χειροβομβίδα, θα τους στείλω και τους τρεις να τελειώνουμε. Κατεβάζουν το πολυβόλο. Δεν κατέβασαν το πολυβόλο πήγαν να το κατεβάσουν. Γκαζώνουν το τζιπ. Εξαφανιστήκανε. Εξαφανιστήκανε. Παίρνουν τηλέφωνο το λοχαγό, τον Κιουτσούκη, να εγκαταλείψει θέση μάχης. Μου λέει: «Εγώ δεν εγκαταλείπω θέση μάχης, αν δε πάρω λέει τηλέφωνο από το Διοικητή μου, δεν εγκαταλείπω τη θέση μου» λέει ο λοχαγός. Κάποια στιγμή μετά από μισή ώρα μια ώρα, δεν ξέρω εγώ, επικοινωνήσαμε με τον ασύρματο ο Διοικητής μας και του λέει: «Κύριε Κιουτσούκη, φύγετε πίσω, εγκαταλείψτε τις θέσεις σας, έγινε κατάπαυση του πυρός». Και προηγουμένως όμως είδα διαπραγματεύσεις εγώ απέναντι, γιατί ήμουν ελεύθερος σκοπευτής και τους έβλεπα στη διόπτρα μέσα, πολύ πιο κοντά από το γυμνό το μάτι. Είδα το Διοικητή μου εκεί και κάποιους άλλους εκεί μιλούσαν στα 200-300 μέτρα περίπου. Τέλος πάντων μας τραβήξανε τα, στο αεροδρόμιο το, στην αίθουσα του αεροδρομίου, στη Λευκωσία. Εμείς τώρα εκεί δεν γνωριζόμαστε ούτε ο ένας τον άλλο, ούτε τίποτα. Δηλαδή σε δυο μέρες αλλάξαμε πρόσωπα. Θα τρελαθώ. Μαυρίλες, καπνισμένοι, νηστικοί, μπαρουτοκαπνισμένοι. Τι να πω τώρα. Πρόσωπα άλλα. Κάποια στιγμή, έρχονται κάτι λεωφορεία, μας παίρνουν από εκεί και μας. Τώρα εμείς είμαστε πάνω στο κτίριο 5 άντρες. Η μοίρα ήταν 350, η μοίρα είμαστε διασκορπισμένοι όπου υπήρχε μέτωπο στην Κύπρο. Όπου υπήρχαν επικίνδυνα πράγματα να επέμβουν οι Τούρκοι μέσα. Δεν ήταν απλά πράγματα. Δεν ήμασταν, ήμασταν ένας, δύο, πέντε, δέκα, τρεις, επτά, διασκορπισμένοι στο μέτωπο της Κύπρου. Στην Πράσινη Γραμμή. Παντού. Δεν είναι τώρα όπως βλέπεις στον πόλεμο, αέρα και τρέχουνε 100 άντρες και μετά τρέχουν και οι άλλοι 100. Οι κομάντος δρούνε μόνοι τους. Τέλος πάντων. Πάμε σε ένα κτίριο εκεί, δεν ξέρω δε θυμάμαι πώς το λέγανε, εκεί που έγινε το Πραξικόπημα, τις 15 του μηνός, οι Γριβικοί με τους Μακαριακούς. Εκεί τα στρώματα ήτανε γεμάτα αίματα. Τα γυρνούσαμε από την άλλη την πλευρά. Και όπως είμαστε κουρασμένοι, κοιμηθήκαμε. Βάλαμε διπλοσκοπιές. Κοιμηθήκαμε. Μέσα στο κτίριο. Και το πρωί παίρνουμε αναφορά. Παίρνουμε αναφορά μοίρας το πρωί, και ο Διοικητής μα λέει: «Κομάντος, είχαμε μεγάλες απώλειες στην απόβαση στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Είχαμε 30 νεκρούς και 15 τραυματίες και αρκετούς τραυματίες». Και μας διαβάζει τους νεκρούς και τους τραυματίες. Έχουμε πάθει την πλάκα μας. Δεν γνωρίζαμε τι απώλειες έχουμε και τι έχουμε και τι δεν ξέρω ‘γω. Και μου έλεγε ονόματα Νόμπιλης Σπυρίδων, Δαλαμάγκας Γεώργιος, δεν θυμάμαι τα ονόματα. Χριστόδουλος Χριστόπουλος. Με αυτούς που κοιμόμουνα και σηκωνόμουνα δύο χρόνια. Λέω όχι ρε, αν είναι δυνατόν ρε παιδιά λέω. Σκοτωθήκανε αυτά τα παλικάρια; Τέλος πάντων, ωραία εκεί ήταν. Τελείωσε η αναφορά, τραβηχτήκαμε πίσω και δε θυμάμαι και συγκεκριμένα τώρα πόσο καθίσαμε εκεί, φύγαμε δε ξέρω ‘γω, αλλά εκείνη την μέρα, την άλλη μέρα, πρέπει να φύγαμε και να επιστρέψαμε στο Σταυροβούνι. Σταυροβούνι είναι, ενδιάμεσα Λευκωσίας-Λεμεσού αριστερά. Ένα στρατόπεδο ήταν εκεί και μας πήγαν εκεί. Είχε λήξει ο πρώτος γύρος πολέμου. Σταμάτησε ο πρώτος γύρος πολέμου και μας τραβήξαν και εμάς και μας γύρισαν στο στρατόπεδο εκεί.
Εκεί μετά το στρατόπεδο, παλιό βέβαια, αλλά το συμμαζέψαμε, βάλαμε γύρω από το στρατόπεδο συρματοπλέγματα. Τα συρματοπλέγματα πάνω γεμάτα κουτιά και τα κουτιά πάνω καλώδια έξω δεξιά αριστερά, όταν έρθει κανένας και πάρει τα καλώδια, τα καλώδια χτυπούσαν τα κουτιά, τα κουτιά ακούγαμε και τέλος πάντων. Δεν είχαμε τότε άλλα πράγματα. Και καθίσαμε εκεί, αλλά η αεροπορία πετούσε συνέχεια πάνω από τα κεφάλια μας, η Τούρκικη και ήμασταν συνέχεια μέσα στα ορύγματα. Σηκωνόμαστε ξυπνούσαμε μέσα στα ορύγματα και το φαγητό που τρώγαμε δηλαδή, το μάτι μας πάντα ήταν κάγκελο. 13, 14 Αυγούστου άρχισε ο δεύτερος γύρος πολέμου. Άρχισε ο δεύτερος γύρος πολέμου και εγώ πάλι με το λοχαγό τον Κιουτσούκη, με ένα ΠΑΟ ενενήντα χιλιοστών, με σκοπευτή έναν από τα Γιάννενα, τώρα μου διαφεύγει το όνομά του, και ένα Bar και ένα πολυβόλο. Και πηγαίναμε σε ένα, μας πήγανε σε ένα χωριό τούρκικο, Λορεντίνα λεγόταν, πώς λεγόταν κάπως έτσι εκεί ένα χωριό, πάνω σε ένα ύψωμα και μας κάναν έφοδο εκεί πέρα δύο τούρκικα άρματα, Μπάτζιο τον λέγανε, Μπάτζιος Δημήτριος από τα Γιάννενα με το ΠΑΟ ενενήντα. Ήταν τρομερός σκοπευτής. Δε παιζόταν με τίποτα. Ρίχνει ένα βλήμα, ακινητοποιεί το ένα το πρώτο άρμα. Πηδάν όλοι οι Τούρκοι, εξαφανιστήκαν. Τους ρίξαμε από πίσω μετά. Λίγο αριστερά είχε κάτι δέντρα, άλλοι μπήκαν μέσα, άλλοι πέσαν νεκροί, άλλοι δε ξέρω γω. Τελείωσαν, έπαθαν ζημιά. Δεν ξανά -κινήθηκε κανείς. Δεν ξανακούστηκε τίποτα. Περάσαμε κάνα δυο μέρες τρεις, τελείωσε και ο δεύτερος γύρος πολέμου. Αλλά μιλ[00:30:00]άω αποκλειστικά για τον εαυτό μου. Δε μπορώ να μιλήσω για τη μοίρα. Γιατί η μοίρα ήτανε διασκορπισμένη παντού. Δεν μπορώ να ξέρω που ήταν ο ένας, που ήταν ο άλλος και που δε ξέρω γω. Δε ξέρω τίποτα απολύτως. Για τον εαυτό μου, αυτά πέρασα στην Κύπρο και δεν μπορείς τώρα να τα πεις με λόγια. Γιατί ο πόλεμος τελείωσε αλλά καθημερινά είχαμε πόλεμο. Καθημερινά είχαμε πόλεμο στην Κύπρο. Ήτανε δύσκολα τα πράγματα. Ήτανε πολύ ζεστά. Πολύ θερμά τα πράγματα ακόμη. Πολύ επικίνδυνα. Τέλος πάντων πήγαμε για μια καταδρομική ενέργεια και κάθισα εφτά μήνες στην Κύπρο. Εφτά μήνες. Και πήγα να πάρω ένα χαρτί κάποτε να πούμε, δε θυμάμαι τώρα, ζώνη πρόσω και μου λέει: «Την ζώνη πρόσω τη δικαιούσαι, λέει, αν καθόσουνα, λέει, μια βδομάδα στην Κύπρο». Δηλαδή κάτι πράγματα παράξενα. Κάτι πράγματα. Τέλος πάντων. Και μετά κάναμε σύλλογο στην Αθήνα. Δικαιωθήκαμε. Μας πρόσεξε η Πολιτεία. Μας έβαλε σε εργασίες. Μας έβαλε σε δουλειές δεξιά αριστερά. Μας πρόσεξε τέλος πάντων. Δε μπορώ να πω κάτι παράξενο και κακό, αλλά όχι πολύ όμως. Όχι πολύ. Τέλος πάντων. Και το κρύβανε να πούμε. Δε θέλανε να το φωνάξουνε γιατί ήτανε. Δεν ξέρω, διάβασα κάτι βιβλία. Οι ειδικές δυνάμεις επί Χούντας ήτανε αμερικάνικος στρατός. Γιατί θα σου δείξω μετέπειτα κάτι φωτογραφίες που θα δεις την ενδυμασία μου, τις φόρμες που φορούσα και θα καταλάβεις ότι δεν ήμουνα Έλληνας στρατιώτης. Φαίνονται από τη φόρμα. Φαίνεται από τα ρούχα. Και μετά το ‘74, τα πράγματα αλλάξαν βέβαια, αλλάξαν πάρα πολύ. Μετά επέστρεψα βέβαια στη μοίρα. Πρέπει να ήτανε το ‘75 το Φεβρουάριο. Τώρα 20 Φεβρουαρίου, 25, 15, δεν θυμάμαι συγκεκριμένες ημερομηνίες. Και μόλις επιστρέψαμε από την Κύπρο, δεν ξέρω αν το θυμάσαι Γιώργο, το αεροπλάνο το C-130 που έπεσε στα Λευκά Όρη με 45 ανώτερους αξιωματικούς Γερμανούς. Τέλος πάντων. Δεν μπορέσαν να βρουν το κυρίως αεροπλάνο και τα πτώματα και στείλαν εμάς επάνω και συγκεκριμένα εγώ πήγα πρώτος μαζί με άλλους δύο συναδέλφους μου στην κορυφή. Τα πτώματα τα βρήκαμε. Τα κύρια αεροπλάνα γιατί πέφταν καθημερινά χιόνιζε επάνω και τα σκέπαζε το χιόνι τα συντρίμμια του αεροσκάφους και δεν φαινόταν τίποτα. Και τους βρήκαμε επάνω εκεί. Προσγειώθηκε ένα Γερμανικό αεροσκάφος, ένα γερμανικό ελικόπτερο εκεί πάνω και μας κυνηγήσανε να πούμε. Ράους, ράους τι μας λέγανε εκεί τότε στα γερμανικά. Μας διώξανε. Και μετά από δυο τρεις μέρες μας φωνάξαν και μας δώσανε να πούμε, και μας κάναν την τιμή και μας δώσαν από έναν αναπτήρα zippo να πούμε τιμής ένεκεν, επειδή βοηθήσαμε και τους κατεβάσαμε κάτω. Τέλος πάντων. Τι άλλο θέλετε να σας πω; Έτσι τώρα.
Θα σας ξαναγυρίσω λίγο στην αρχή των γεγονότων.
Για πες μου-
Θα σας ρωτήσω. Την πτήση σας θέλω να μου περιγράψετε. Σε ποιο ΝΙΚΗ ήσασταν μέσα;
Σε ποιο ;
Σε ποιο από τα αεροσκάφη.
Σε ποιο από τα αεροσκάφη;
Ναι.
Εγώ πρέπει να ήμουνα στο πέμπτο. Στο πέμπτο.
Και από όσο είπατε, αν κατάλαβα καλά, ήταν να μπείτε στο τέταρτο και τελικά μπήκατε στο πέμπτο.
Ναι, ναι. Στο τέταρτο και πήγα στο πέμπτο. Δεν ξέρω τώρα συγκεκριμένα αν ήμουνα στο τέταρτο και πήγα στο πέμπτο, αν ήμουνα στο τέταρτο και πήγα στο τρίτο. Δε θυμάμαι. Ήμουνα στα πρώτα αεροσκάφη. Δηλαδή, δε θυμάμαι συγκεκριμένα πράγματα, σε ποιο ήμασταν. Ήμουνα όμως με το Μπένο το Σταύρο, το λοχαγό μου, στο ίδιο αεροσκάφος. Δηλαδή αυτά τα πράγματα τώρα γνωρίζονται να πούμε, αυτοί που γράψαν και που κάναν βιβλία και λοιπά ξέρουν σε ποιο αεροσκάφος ήταν ο Ντούβας και λοιπά. Τα γνωρίζουν αυτοί όλα λεπτομερώς. Εγώ δεν μπορώ να ξέρω. Ακριβώς. Αλλά μου πήρε από το αεροπλάνο που πρέπει να έπεσε. Δεν ξέρω τώρα. Ίσως να είναι έτσι, ίσως να είναι διαφορετικά. Αλλά θυμάμαι το συγχωρεμένο τον Μπένο τον Σταύρο: «Ντικούδη, μου λέει, έλα, μου λέει, είσαι περίσσευμα» και μου έβαλε στο πιο μπροστά, στο μπροστινό. Είχε βέβαια ένα άντρα λειψό και έβαλε εμένα, συμπληρώσαμε 28 άντρες στο αεροσκάφος. Ήταν Noratlas έπαιρνε 28 άντρες.
Θυμάστε καθόλου την άφιξη και την απόβαση; Πώς θυμάστε, ας πούμε, τα φίλια πυρά που δεχθήκατε; Από τους Κυπρίους δηλαδή.
Το θυμάμαι, τι να σου πω τώρα. Δηλαδή.
Περιγράψτέ το μας.
Να σου πω, δηλαδή, πέσαμε σε μια, σε μια κόλαση πυρός. Προσγειωθήκαμε στο αεροπλάνο Γιώργο σε μια κόλαση πυρός. Τι να σου πω. Μα βλέπαμε τα τροχιοδεικτικά που ερχόντουσαν επάνω στο αεροπλάνο. Γιατί όταν, όταν ο πολυβολητής, έχω κάνει μάθημα τα πάντα. Όταν ο πολυβολητής το ογδοντάρι το πολυβόλο το αντιαεροπορικό ρίχνει, ρίχνει βολή, φυσίγγια τροχιοδεικτικά. Να φαίνονται. Κατάλαβες; Να φαίνονται. Που σκοπεύεις; Τι κάνεις; Που παν τα φυσίγγια σου; Με φως απάνω. Και τα έβλεπα τα φυσίγγια χτυπούσαν πάνω στο αεροπλάνο. Ο Νόμπιλης ήταν δίπλα μου. Σκοτώθηκε ο Νόμπιλης δίπλα μου. Ένα παλικάρι, Αθηναίος καλό παιδί. Επειδή τα καθίσματα ήταν στενά, πολύ στενά δηλαδή, καθόμασταν έτσι ο ένας δίπλα στον άλλο, κολλητά, τον πήρε το πολυβόλο τον Νόμπιλη από τα πόδια μέχρι επάνω, αλλά δεν κουνήθηκε. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Δεν μπορούσε να κουνηθεί δηλαδή, να είναι μεμονωμένος μέσα σε ένα δωμάτιο να πέσει. Ήμασταν κολλητά ο ένας δίπλα στον άλλον. Δε φαινότανε. Μετά όταν σηκώθηκε ο ένας και όταν προσγειώθηκε το αεροσκάφος και σηκώθηκε ο ένας και ο άλλος τανγκ έπεσε από δω. Τα πυρομαχικά πήραν φωτιά μέσα στο αεροπλάνο. Μια κόλαση γινόταν μέσα στο αεροπλάνο. Τι να σας πω τώρα δηλαδή. Μια απόβαση που ούτε, δε μπορούν να την παίξουν, ούτε κινηματογράφοι, ούτε τίποτα απολύτως. Την πραγματικότητα δεν μπορεί να την παίξει κανείς,. Έχω δει ταινίες και ταινίες, δε παίζεται να πούμε. Τελείωσε, σε παρακαλώ. Βάρβαρα πράγματα. Πολύ σκληρά. Πολύ, πάρα πολύ. Να φωνάζουν εδώ πέρα οι τραυματίες. Ωχ εδώ, ωχ εκεί. Άσε τώρα. Και γρήγορα κατεβείτε μας ρίχνουν. Γρήγορα, δε ξέρω γω. Να παίρνεις τον τραυματία να τον κατεβάζεις κάτω, τον άλλον, τον άλλον. Δεν ήταν απλά πράγματα. Πολύ δύσκολα. Τέλος πάντων, είχε γίνει ένα μεγάλο λάθος τότε. Δεν ξέρω, τι να πούμε. Τώρα μπορεί να είμαι και λάθος. Γιατί αν έδινε σήμα ότι ερχόμαστε στην Κύπρο και το πιάνανε οι Τούρκοι το σήμα, ότι έρχονται κομάντος από την Κρήτη θα μας θάβανε τα αεροπλάνα στον αέρα ακόμα. Θα μας καθαρίζανε όλους. Μπορεί να είναι και αυτή η περίπτωση. Βέβαια. Δεν ήταν απλά πράγματα. Αλλά εντάξει. Τώρα τι να πούμε. Τα λόγια είναι περιττά. Εγώ έχω την εντύπωση ότι ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα και τελείωσε η υπόθεση. Η διχοτόμηση της Κύπρου. Που έβραζε πολλά χρόνια πριν.
Σας πέρασε από το μυαλό, μήπως την ώρα που φτάνατε, δηλαδή και ήσασταν ακόμα επάνω στο αεροπλάνο, μήπως έχουν καταλάβει ήδη οι Τούρκοι το αεροδρόμιο της Λευκωσίας; Σας πέρασε από το μυαλό μήπως είναι κάτι αντίστοιχο;
Δεν μας πέρασε από το μυαλό, αλλά αφού μας ρίχνανε από κάτω, αφού μας ρίχνανε και βλέπαμε τα τροχιοδεικτικά χτυπάν πάνω στο αεροπλάνο και να τραυματιζόμαστε, λέω από πού πέσαν, που προσγειωνόμαστε; Μέσα στην Τουρκία είμαστε; Που προσγειωνόμαστε; Μέσα στη Λευκωσία. Προσγειωνόμαστε στη Λευκωσία. Σε ένα Ελληνικό έδαφος. Σε ένα αεροδρόμιο ελληνικότατο. Ποιοι μας ρίχνουν; Τι γίνεται; Τι παίζεται; Πέρασε από το μυαλό μας, αλλά τι να περάσει τώρα, τι να προλάβει να περάσει από το μυαλό εκείνες τις ώρες. Πολλά πράγματα. Τι να πεις. Τα λόγια είναι περιττά. Δεν μπορούμε να πούμε πολλά πράγματα. Και ακούστηκαν μετά πολλά, που βγάλαν κάτι βιβλία. Διάβασα. Την 35, τη μοίρα που είμαστε κάτω τότε, εμείς είμαστε η ‘Α μοίρα και μετά μας δώσαν Κυπριακά ονόματα. Τα ονόματά μας ήταν τα ίδια, αλλά ήμαστε, μας είχανε είσαι από το τάδε κυπριακό χωριό, από το τάδε κυπριακό χωριό. Γράφανε, μια ταυτότητα μας δώσαν. Ένα τέτοιο, ότι είμαστε Κύπριοι και ότι δεν ήρθαμε από την Ελλάδα. Δηλαδή κάτι πράγματα, σταματούσε η λογική. Τέλος πάντων.
Για συνεχίστε με αυτή την περιγραφή. Τι είναι αυτή η ταυτότητα; Τι εννοείται;
Μετά τον πόλεμο της Κύπρου, μετά α[00:40:00]πό τον πόλεμο μας γράψαν ότι ήμασταν Κύπριοι πολίτες. Ήμασταν Κύπριοι. Μας αλλάξαν και τη μοίρα από ‘Α την κάναν 35 και σου λέει είμαστε Κύπριοι πολίτες με την τριάντα πέντε μοίρα καταδρομών, την Κύπρια. Κατάλαβες. Να μη φανεί ότι ήρθαν οι Κύπριοι κομάντος από την Κρήτη. Δε θέλαν να το περάσουν αυτό πουθενά. Γιατί προφανώς, τα έχουμε πει χιλιάδες φορές μωρέ, ένα προμελετημένο έγκλημα όλα, ήταν να διχοτομηθεί η Κύπρος και σκότωσαν εμάς. Τέλος πάντων. Τι να πούμε, δεν ξέρω τι να πούμε. Ό,τι μπορεί κανένας, ό,τι μπορεί κανένας, ό,τι νομίζει ο κανένας ποιο είναι αλήθεια λέει. Λένε ο κόσμος πάρα πολλά, πάρα πολλά, πάρα πολλά. Η αλήθεια βέβαια σκοτώνει, αλλά πρέπει να λέγεται. Τώρα δε τα ξέρουμε, δε τα γνωρίζουμε; Τέλος πάντων.
Μάλιστα. Να σας ξαναπάω αν μου επιτρέπεται στην πρώτη φάση της Τουρκικής εισβολής, στον Πρώτο Αττίλα. Πώς θυμάστε δηλαδή, μετά την απόβασή σας κιόλας, τις κινήσεις τις δικές σας. Που δηλαδή σας πήγαν ακριβώς; Αν μπορείτε να μας τα ξαναπείτε.
Προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Μετέπειτα μας πήγανε σε ένα κτίριο, ελιές ήτανε, ένα σαν κτήμα ελιές και φαινόταν ένα κτίριο εκεί τώρα, λεγόταν σχολή Καλογήρου, τώρα δε θυμάμαι συγκεκριμένα, ακριβώς δε θυμάμαι. Πώς λεγότανε δε θυμάμαι. Σχολή Καλογήρου λεγότανε. Δεν αγγίξαμε όμως το κτίριο. Εμείς ήμασταν στο κτήμα μέσα, κάτω από τις ελιές είμαστε. Δεν πήγαμε καθόλου κοντά στο κτήμα. Τίποτα δε πήγαμε εκεί. Και μετά μας τραβήξαν από εκεί στο αεροδρόμιο και από το αεροδρόμιο μας ξαναπήγαν σε ένα άλλο εκεί πέρα που έγινε το Πραξικόπημα Μακαριακοί με Γριβικούς, που έγινε το Πραξικόπημα σε ένα στρατόπεδο, τώρα πολιτικό ήτανε, στρατιωτικό ήτανε, δεν ξέρω τι ήτανε. Τα κρεβάτια μέσα ήταν στρατιωτικά. Ήταν δεν ξέρω τι. Και τα έχουμε πει. Η Κύπρος το ‘67 είχε 30 χιλιάδες στρατό, το ‘67 είχε 30 χιλιάδες Ελδυκάριους, Ελληνική Δύναμη Κύπρου. 30 χιλιάδες στρατό και σε μια επταετία την αποδυνάμωσε, να πούμε, ο Παπαδόπουλος και διχοτομήθηκε η Κύπρος και τελείωσε η υπόθεση. Έφυγαν όλοι οι στρατιώτες οι Έλληνες από την Κύπρο. Ήταν όλα προμελετημένα να διχοτομηθεί η Κύπρος και διχοτομήθηκε και τελείωσε. Απλά πράγματα. Γιατί και το ’64 έκανε απόβαση, το 1964 πήγαν να κάνουν απόβαση οι Τούρκοι και τους αποδεκατίσανε εκεί πέρα οι Ελδυκάριοι. Μετά δεν ξανά-αποφάσισαν βέβαια και τέλος πάντων έγινε αυτό που έγινε. Τι να πούμε τώρα, τα λόγια είναι περιττά. Ό,τι και να πούμε.
Να σας ρωτήσω τώρα για τη δεύτερη φάση της εισβολής. Για τον δεύτερο Αττίλα, στις 14 Αυγούστου. Πώς θυμάστε δηλαδή, τα γεγονότα εκείνες τις ημέρες ή και εκείνες τις ώρες αν θυμάστε και με ώρες να μας πείτε;
Τα θυμάμαι, τα θυμάμαι όλα και βέβαια τα θυμάμαι. Τα πάντα θυμάμαι. Δεν υπάρχει περίπτωση
Πείτε μας.
Ξαναρχίζει, να πούμε, στις 14 του μηνός το πρωί δεύτερος γύρος πολέμου. Κατάλαβες; Και είμαστε συγκεκριμένα στο Σταυροβούνι και μας πήραν από εκεί και διασκορπιστήκαμε. Σκόρπισε η μοίρα. Δεν πήγαμε 50 άτομα εδώ και 100 εκεί. Διασκορπίστηκε. Εγώ ήμουνα με το λοχαγό τον κύριο Κιουτσούκη το Γιάννη, η ώρα του καλή, Στρατηγό τον απόστρατο. Ήμουνα με τον Μπάτζιο το Δημήτριο, ήταν σκοπευτής στο ΑΤ, έναν πολυβολητή είχαμε το πολυβόλο, ένα bar και εγώ με το Μ1. Πέντε άντρες είμαστε, τέσσερις πέντε άντρες ήμασταν. Αυτοί ήμασταν όταν μας κάναν έφοδο οι Τούρκοι. Δε μας κάναν έφοδο οι Τούρκοι. Οι Τούρκοι με τα άρματα, σου λέω, θα πάμε να καταλάβουμε το δρόμο, να κόψουμε το δρόμο Λευκωσίας Λεμεσού, ποιος ξέρει τώρα τι σκοπό είχανε και βρήκανε εκεί πέρα τους αποδεκατίσαμε εκεί και φύγαν εξαφανιστήκανε. Πέσαν και πολλοί νεκροί βέβαια, αλλά μπήκαν μέσα στα δέντρα, είχε ένα δασάκι μικρό και εξαφανιστήκανε εκεί μέσα. Χαθήκανε.
Θυμάστε κάποια άλλη συμπλοκή την επόμενη μέρα ή τις επόμενες μέρες γενικά;
Για μένα όχι. Για μένα αποκλειστικά όχι. Εμείς μετά αλλάξαμε τόπο από εκεί, μας πήραν και μας πήγαν αλλού. Μας πήγαν αλλού. Μας πήγαν συγκεκριμένα κάτω από το δρόμο, σε ένα άλλο χωριό, πάνω σε κάτι βράχια, κάτω από το δρόμο της Λευκωσίας Λεμεσού, την άσφαλτο εννοώ. Μας πήγαν εκεί αλλά δεν έγινε τίποτα. Δεν μας κάναν επίθεση οι Τούρκοι. Δε μας κάναν τίποτα απολύτως. Ούτε αεροπορία. Δηλαδή ήτανε, είχε καταλάβει το νησί. Είχαν πάει οι Τούρκοι στα σύνορα που ήταν προμελετημένα να πάνε και τελείωσε ο δεύτερος γύρος πολέμου. Ήταν όλα προμελετημένα. Τα είχαν καταλάβει. Δεν μπορούσαν να πάρουν άλλα. Τέλος πάντων δεν μπορώ να φέρω γνώμη τώρα για αυτά τα πράγματα. Είναι, αλλά κάπως έτσι πρέπει να ήταν. Δεν υπάρχει περίπτωση.
Μάλιστα. Αν μου επιτρέπετε τώρα να σας ρωτήσω και για την 35η μοίρα καταδρομών, που από ό,τι καταλαβαίνω, μέσω της περιγραφής σας, εσείς όλοι οι φαντάροι τη στήσατε, οι καταδρομείς δηλαδή.
Όλοι εμείς οι καταδρομείς. Η δικιά μας η μοίρα ήτανε η Α’ μοίρα καταδρομών στην Ελλάδα και η έδρα της ήταν το Μάλεμε Κρήτης. Λοιπόν, επειδή πήγαμε στην Κύπρο κάτω και δε θέλαν, εμείς είμαστε αμερικάνικος στρατός τότε. Η Αμερική μας τάιζε. Η Αμερική μας πότιζε. Η Αμερική μας έντυνε. Η Αμερική όλα. Η Αμερική έκανε τη διχοτόμηση της Κύπρου και σου λέει εγώ σας ταΐζω σας ποτίζω και τώρα ήρθατε εδώ πέρα να με σκοτώσετε; Κάτσετε καλά, ηρεμήστε λίγο. Και μετά μας βάλαν, μας δώσαν ονόματα, ότι είμαι από ένα χωριό της Κύπρου εμένα και τον άλλον από το άλλο. Και ήμασταν Κύπριοι καταδρομείς και η 35 μοίρα μου φαίνεται ακόμη λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Δε ξέρω. Δεν έχει πάψει να λειτουργεί μέχρι σήμερα η 35. Αλλά έμεινε από τότε. Και βγήκε κάποιος Διοικητής και είπε την έκανα εγώ τη μοίρα. Και βγήκε ένας άλλος τη συγκρότησα εγώ τη μοίρα. Και βγήκε ένας άλλος τη συγκρότησα εγώ τη μοίρα. Ανοησίες και λοιπά. Ήταν η δικιά μας η μοίρα που έγινε η 35. Τι συγκροτήσανε; Συγκροτήσαν ! Η μοίρα ήτανε η Α’ μοίρα Καταδρομών της Κύπρου, έγινε το λάθος τότε με την Κύπρο και τη βάλανε 35 μοίρα Κυπρίων και τελείωσε η υπόθεση. Είχαμε ονόματα εκεί που ήμασταν από το τάδε μέρος, από το τάδε μέρος, από το τάδε. Από την Κύπρο δηλαδή ότι είμαστε. Ότι είμαστε Κύπριοι. Και δεν ξέρω τώρα αν λειτουργεί ακόμη η 35 μοίρα. Δεν έχω υπόψη μου. Δεν ξέρω. Αλλά μου πήρε, χτες συγκεκριμένα ο Στρατηγός ο Κιουτσούκης τηλέφωνο, και μου είπε: «Είδα έναν, είδα έναν πιτσιρικά λοκατζή, λέει, να φοράει λέει μια μπλούζα του 33 Λόχου». Γιατί και εμείς ήμασταν 33 Λόχος με τον Κιουτσούκη τον Ιωάννη που τον είχα λοχαγό εγώ τότε. Ήμασταν 33 Λόχος είμαστε και εμείς τότε. Και είδα τη μπλούζα μου λέει ενός πιτσιρικά λοκατζή μου λέει, φορούσε 33, 33ος Λόχος, ΛΟΚ γράφει, δεν γράφει λόχος, 33ος ΛΟΚ, 35 μοίρα καταδρομών. Είδε κάποιον με κάποια μπλούζα που φορούσε ένα παιδί να πούμε. Τώρα πώς έτυχε το παιδί. Μπορεί να την πήρε, να την έφερε τη μπλούζα από κάτω από την Κύπρο κάποιος ή την έκανε το ίδιο το παιδί ή να την έδωσε κάποιον δώρο. Δε θα το συζητάμε αυτά. Δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο.
Όταν τελειώσατε και το φανταρικό σας, πώς νιώσατε όταν μετά από όλα αυτά γυρίσατε στο σπίτι σας;
Είμαστε λίγο χαμένοι. Και συγκεκριμένα όταν γυρίσαμε πίσω, εγώ γύρισα πρώτος, γιατί ήμουνα, τότε γυρνούσανε οι παλιοί πρώτοι, μετά οι άλλοι, μετά πιο νέοι, πιο νέοι, πιο νέο[00:50:00]ι. Έτσι γυρνούσαμε. Ιεραρχία. Εγώ γύρισα πρώτος. Και συγκεκριμένα ήτανε δυο αξιωματικοί που [Δ.Α.] υπολοχαγοί, από εδώ από την Κομοτηνή, Κοΐμτζόγλου τους λέγαν τα επίθετα από εδώ από την Κομοτηνή. Αλλά αυτοί ήταν δύναμη, δύναμη της μοίρας, Αμφίβια Μοίρα Καταστροφών, Γάμα ΜΑΚ, από εκεί ήταν αυτοί οι δύο. Τέλος πάντων. Γνωριστήκαμε εκεί μετέπειτα, Κομοτηναίοι, και όταν επέστρεψα εγώ από τη, όταν επέστρεψα από την Κύπρο, ξέρεις τώρα μου λένε, ανθυπολοχαγοί, τα Κοϊμτζογλάκια, μου λένε: «Δημήτρη θα σου δώσω μια κούτα τσιγάρα και ένα ουίσκι να πας, να πας χαμπέρια στον πατέρα μου». Κατάλαβες; Έλα αγόρι μου, μπαμπά αυτό είναι το μπουκάλι το ουίσκι και τα τσιγάρα. Δεν είναι απλά πράγματα δηλαδή. Και ο άλλος μου έδωσε ένα πέντε πακέτα τσιγάρα να πάω στον πατέρα του. Και στο τελωνείο ήθελαν να μου τα πάρουν. Στο τελωνείο μόλις κατέβηκα στον Πειραιά, οι τελώνηδες: «Απαγορεύεται, λέει, το ουίσκι και τα τσιγάρα» και του λέω: «Γιατί δεν ήρθες να μου κάνεις έλεγχο όταν πήγαινα στην Κύπρο και μου κάνεις τώρα ρε; Σοβαρά μιλάς; -του λέω-. Αυτά τα τσιγάρα έχουν νόημα ρε, λέω. Τα δώσαν κάποιοι φαντάροι, κάποια μάνα που περιμένει να ακούσει ένα χαμπέρι από το γιό του και εσύ μου λες τώρα ανοησίες. Μου πάρετε τα τσιγάρα. Θα τα πετάξω. Θα τα σκορπίσω εδώ πέρα θα γίνει κόλαση». Και μου λέει: «Εντάξει, φύγε» μου λέει. Να μου κρατήσει τα τσιγάρα. Κατάλαβες. Και συγκεκριμένα πήγα τα τσιγάρα, το ουίσκι το ήπιαμε στο δρόμο και τα τσιγάρα στο μπάρμπα Γιώργη τα πήγα, πώς τον λέγαν μπάρμπα Γιάννη. Δεν θυμάμαι το όνομά του Κοϊμτζογλάκη. Λέω: «Κυρ Γιώργη τα παιδιά είναι καλά, λέω. Σε λίγο θα ’ρθούνε και αυτά. Μην στεναχωριέσαι». «Αγάπη μου». Συγκινήθηκε. Άρχισε να κλαίει. Λέω: «Αυτά τα τσιγάρα τα στέλνουν τα παιδιά. Μου στείλαν και ένα μπουκάλι ουίσκι αλλά το ήπια το μπουκάλι, του λέω. Τα τσιγάρα, λέω, τα έφερα». «Πάρ’ τα τσιγάρα αγόρι μου. Πιέσ’ τα και αυτά. Δεν θέλω τσιγάρα. Πάρ’ τα αγόρι μου». «Όχι, λέω, όχι θα καπνίσεις το πακέτο και θα σκέφτεσαι τα παιδιά σου μέχρι να γυρίσουνε». Ευχαριστώ πάρα πολύ και τελείωσε. Ε βέβαια.
Αν μου επιτρέπετε...
Παρακαλώ.
Σε αυτό το σημείο να σας ρωτήσω για εκείνον τον φίλο σας, ο οποίος ήτανε να απολυθεί, αλλά έτυχε το περιστατικό, το συμβάν αυτό με την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και δεν πρόλαβε τελικά.
Α τον Νόμπιλη τον Σπύρο;
Ναι.
Ε τότε, σας είπα και πριν, είχε γίνει το Πραξικόπημα 15 του μηνός και μετά μέχρι τις 20, μια βδομάδα, πηγαδάκια μέσα στο στρατόπεδο. Μιλούσαμε, κάναμε και λοιπά. Και ο Νόμπιλης, εγώ απολυόμουνα, ήταν Ιούλιος μήνας, απολυόμουνα τον Οκτώβριο και ο Νόμπιλης απολυόταν τη Δευτέρα. Και μιλούσαμε. Λέω: «Έχω ακόμη τρείς μήνες να απολυθώ», γιατί ο στρατός ήταν πολύ δύσκολος, σε έχω πει και προηγουμένως και τέλος πάντων να απολυθούμε. Και μιλούσαμε εκεί, να πούμε, και συγκεκριμένα ο Νόμπιλης ο Σπύρος, Θεός σχωρέστονε, ένα παλικάρι πολύ καλό, μοναχοπαίδι, μοναχογιός, από την Αθήνα η καταγωγή του από το Αιγάλεω. «Έλα ρε, του λέω, εσύ απολύεσαι ρε μαλάκα, του λέω. Σε δυό μέρες απολύεσαι. Δευτέρα απολύεσαι. Τι να πω και εγώ που έχω τρεις μήνες λέω. Άντε ηρέμησε λίγο λέω. Πλάκα έχεις;». Μου λέει: «Ντικούδη έχω μια προαίσθηση, μου λέει ότι δε θα απολυθώ ποτέ». Και τη Δευτέρα που απολυόταν, τη Δευτέρα σκοτώθηκε. Ο Σπύρος ο Νόμπιλης. Και είδα τη μάνα του μερικές φορές κατέβηκα στην Κύπρο, του Νόμπιλη τη μάνα, μερικές φορές και συζητήσαμε με τη μητέρα του. Λέω: «Με το Σπύρο είμαστε πολύ φίλοι. Είμαστε δυο χρόνια μαζί στη μοίρα, πολύ φίλοι ήμασταν. Ήταν πολύ καλό παιδί λέω κυρία. Να είστε καλά να τον θυμόσαστε» λέω. Και άρχισε να κλαίει και να μ’ αγκαλιάζει και να με φιλάει… «Είστε ο γιός να το ξέρεις από σήμερα. Σ’ αγαπώ πάρα πολύ». «Και εγώ σας αγαπώ, λέω, κυρία. Σας παρακαλώ. Ούτε να το συζητάτε. Και εγώ σας αγαπώ». Κάτι στιγμές δηλαδή λίγο έτσι. Δύσκολες στιγμές. Τέλος πάντων, Εντάξει.
Έχετε επισκεφτεί πρόσφατα ή και παλαιότερα τον Τύμβο της Μακεδονίτισσας;
Δεν ξέρω πότε έχω πάει τελευταία φορά. Να έχει 15-20 χρόνια. Πήγα όμως, δε θυμάμαι. Πρέπει να πήγα δυο τρεις φορές στην Κύπρο κάτω, από τότε βέβαια που απολύθηκα βέβαια, το εβδομήντα πέντε. Πρέπει να πήγα δυο φορές τώρα, τρεις φορές; Πρέπει να ξανακατέβηκα στην Κύπρο κάτω. Εννοείται ότι πήγα στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας. Εννοείται ότι πήγα. Πήγα αποκλειστικά μόνο για αυτό. Πήγα αποκλειστικά μόνο για αυτό. Πήγα να δω τους φίλους μου. Να ανάψω ένα κερί στους φίλους μου, τους νεκρούς εκεί πέρα κάτω. Δεν πήγα για τίποτα άλλο. Αγαπώ και την Κύπρο πάρα πολύ, την αγαπώ πάρα πολύ. Δεν το συζητάω. Έχει καλούς ανθρώπους, ωραίους ανθρώπους. Είναι ένα νησί. Είναι ένας ελληνισμός υψηλού επιπέδου γενικά. Σε παρακαλώ, είναι ωραίοι άνθρωποι. Τέλος πάντων. Να είναι καλά οι άνθρωποι. Τους αγαπώ.
Πότε έφτασε η αναγνώριση από το Ελληνικό Κράτος, ότι εσείς πολεμήσατε εκεί;
Αυτό για να είμαι ειλικρινείς εγώ δε το ξέρω. Πότε αναγνωρίστηκε ότι λάβαμε μέρος στον πόλεμο και ακόμη δεν αναγνωρίστηκε μη φανταστείς. Α μπράβο. Δε γράφουν τίποτα απολύτως. Η Πολιτεία μέχρι και σήμερα δεν έφερε, δεν έφερε γνώμη καμιά φορά στον πόλεμο της Κύπρου για τη μοίρα τη δικιά μας. Δε θυμήθηκα ποτέ. Δε θυμήθηκα. Βγαίνουν ορισμένες φορές στην τηλεόραση, τότε που έρχονται οι μέρες, οι μέρες της εισβολής της Κύπρου το’74, έρχονται οι μέρες, κάνουν μερικές εκπομπές στην τηλεόραση. Μιλάνε ορισμένοι, αλλά την πραγματικότητα δεν την αγγίζει κανείς απολύτως. Κανείς. Λένε άλλα και άλλα. Όχι την πραγματικότητα.
Αναγνώριση αντίστοιχη από το Κυπριακό Κράτος υπήρξε ποτέ;
Δεν, να σου πω, όχι πολλά πράγματα. Αναγνώριση αντίστοιχη από την Κύπρο, δεν είδα. Δεν ξέρω. τι να σας πω. Εντάξει. Από ορισμένους ανθρώπους ίσως. Ήρθε μια φορά ένα σύλλογος των Ειδικών Δυνάμεων της Κύπρου, της Λεμεσού συγκεκριμένα και κάναμε μια συγκέντρωση σε ένα ξενοδοχείο της Κομοτηνής και ανταλλάξαμε ορισμένες κουβέντες με τα παιδιά. Πολύ ωραία. Πολύ απλά. Αλλά από την Πολιτεία, από την Πολιτεία συγκεκριμένα, γιατί Πολιτεία δεν είναι ένας σύλλογος. Πολιτεία είναι Πολιτεία… Να βγει ο Πρόεδρος της Κύπρου, και ο Πρόεδρος και ο ένας και να μιλήσουνε. Να πούνε ότι ευχαριστούμε πάρα πολύ, να πούμε, τους Κύπριους κομάντος της Α’ μοίρας. Ευχαριστούμε πάρα πολύ. Δε βγήκαν να το πουν αυτό. Ποτέ. Οπότε τι να πω. Δεν ξέρω. Ίσως να το είπαν και να μην άκουσα. Έχω και εγώ. Έχω από όλα. Έχω τηλεοράσεις. Έχω τα πάντα. Έχω όλα τα γούστα. Δε βλέπω τηλεόραση όμως ποτέ. Δεν ξέρω πώς ανοίγει η τηλεόραση. Δεν ξέρω. Τα τηλεκοντρόλ είναι εδώ. Δεν ξέρω πώς ανοίγει. Βάλε μπαταρίες μου λέει ο άλλος. Δεν έχουν μπαταρίες. Βάζω μπαταρίες, πάλι δεν μπορώ να ανοίξω την τηλεόραση Δε μ΄ αρέσει. Δε μ΄ αγγίζει η τηλεόραση. Δεν μπορώ. Δε μπορώ να δω δηλαδή. Τελείωσε. Υπάρχει ένας δημοσιογράφος, ο οποίος κάθεται στην τηλεόραση εκεί πέρα και του λέει, αυτός που τον βάζει εκεί πέρα του λέει θα πεις αυτά και αυτά τα πράγματα. Και όλο ηλιθιότητες και όλο ανοησίες και όλα ένα σωρό πράγματα. Να μας περάσουν αυτά που θέλουν αυτοί. Εεε όχι ρε κύριε. Όχι ρε φίλε. Σε παρακαλώ.
Τώρα που μας αφηγηθήκατε την ιστορία σας-
Ναι-
Πώς αισθάνεστε; Όταν σκέφτεστε κιόλας ξανά τα γεγονότα;
Λοιπόν Γιωργάκη, πολύ δύσκολα αγόρι μου. Κοίταξε να δεις. Δε θέλω να τα συζητάω αυτά τα πράγματα. Δε θέλω να το συζητάω ποτέ αυτό το πράγμα, να πούμε, γιατί νιώθω, έχω την εντύπωση ότι νιώθω ένοχος. Έχω την εντύπωση ότι νιώθω ένοχος. Για αυτό δε θέλω να το συζητάω. Πήγα σκοτώθηκα στην Κύπρο. Δεν αναγνώρισε κανείς, τίποτα απολύτως. Τέλος πάντων. Μετά από πολλά χρόνια κάτι, αναγνωρίσανε και αυτό ήταν ο σύλλογος ο δικός μας κάτω από την Αθήνα που εδρεύει σήμερα, Κομάντος του ’74, και πίεσε λίγο ορισμένα πράγματα, ορισμένες καταστάσεις και μας βγήκε ένας νόμος να μας βάλουν στις δουλ[01:00:00]ειές, να μας βάλουν δεξιά αριστερά. Τι να πούμε. Δε θέλω να μιλάω. Δε θέλω. Το έχω μέσα μου. Τελείωσε. Το έχω μέσα στην ψυχή μου. Θα το πάρω μαζί μου. Δε, δε. Γιατί περάσανε από τότε 50 χρόνια περίπου και ο κόσμος δε γνωρίζει για Κύπρο τίποτα απολύτως. Δε γνωρίζει τίποτα απολύτως για την Κύπρο. Για τη διχοτόμηση της Κύπρου δε γνωρίζει. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν γνωρίζουν τίποτα. Δε μιλάμε τώρα για ανθρώπους απλούς, μιλάμε για ανθρώπους των γραμμάτων και των γνώσεων και δεν γνωρίζουν. Οπότε τι να μιλήσω εγώ. Τι να πω. Με ποιόν να πω. Να κάθεσαι κάτω στο καφενείο τώρα στο χωριό και συζητάνε, να πούμε, με ποιόν να μιλήσεις. Τι να μιλήσεις. Σταματάει η λογική. Για αυτό βούβα. Τελείωσε. Μη μιλάς. Πήγαινε κάτσε στο παγκάκι μόνος σου και τελείωσε η υπόθεση. Δε ξέρω, ίσως να φταίω και εγώ. Α μπράβο. Ίσως οι άλλοι να έχουνε δίκαιο. Δεν μπορώ όμως. Δε θέλω. Μου λέει δεν έχεις τηλεόραση. Ναι, δεν έχω. Έχω τα πάντα όλα. Δε μ΄ αγγίζει η τηλεόραση. Δε μ΄ αγγίζει το ράδιο. Δε θέλω. Δε θέλω. Έχω μέσα στο δωμάτιό μου, έχω τα βιβλία μου. Θα ‘ρθώ. Θα πιώ κάνα τσιπουράκι. Θα ‘ρθω το βράδυ, θα αράξω, θα ανοίξω ένα βιβλίο, θα διαβάσω μισή, μια ώρα, με παίρνει ο ύπνος, το βάζω στο προσκέφαλο, κοιμάμαι. Τι να μάθω δηλαδή. Και μη φανταστείτε ότι τα βιβλία γράφουν τα ίδια όλα. Είναι όλα αλήθειες. Ξέχνα το. Α μπράβο. Τα γνωρίζεις βέβαια. Δεν είσαι κανένα τυχαίο πρόσωπο. Είσαι ένας ιστορικός. Είσαι βέβαια στην πορεία θα μάθεις πάρα πολλά πράγματα. Δε το συζητάω. Αλλά μη φανταστείς και τα βιβλία ότι είναι αλήθειες. Με τίποτα. Ξέχνα το. Διαστρεβλωμένα είναι όλα. Τα περισσότερα. Δε το συζητάω με τίποτα. Τέλος πάντων. Εντάξει. Τι να πούμε. Αλλά καλύτερα βιβλίο, παρά τηλεόραση.
Σωστό και αυτό.
Εδώ το βιβλίο γράφει πράγματα δηλαδή ανορθόδοξα, για βάλε η τηλεόραση, που είναι απευθείας και λοιπά και δε ξέρω γω. Μα Παναγία μου. Ξέχνα το. Φύγε μακριά. Μη την ανοίγεις καθόλου. Δεν μπορώ να δω. Δεν μπορώ να δω τηλεόραση. Δε με αγγίζει.
Όσον αφορά την αναγνώρισή σας, ότι πολεμήσατε, υπάρχει κάποιο μετάλλιο ή κάποιο παράσημο;
Ε βέβαια. Μου έδωσε Και η Κύπρος μου έδωσε μετάλλιο πολέμου και η Ελλάδα μου έδωσε μετάλλιο πολέμου. Εντάξει, και τιμητικές πλακέτες, δεξιά αριστερά. Στρατόπεδα, Ταξίαρχοι, Αρχηγοί τα γνωρίζουν. Ο στρατός, ο Ελληνικός στρατός αναγνωρίζει τη προσφορά μου στην Κύπρο το ’74. Είναι πολύ διαβασμένος. Αξιωματικοί, στρατιώτες είναι πολύ διαβασμένοι. Έχουμε ένα στρατό, είμαι περήφανους για αυτό, για τους στρατιώτες, για τους Έλληνες αξιωματικούς, είμαι υπερήφανος. Είναι όλοι γατόνια. Τελείωσε. Είναι πανέξυπνοι όλοι. Δεν το συζητάω! Τελείωσε. Και αυτοί μου δώσανε… διοικητής μου δώσανε πλακέτες. Τιμής ένεκεν. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Να είστε καλά. Σας αγαπώ.
Συνεχίζοντας, να πιάσουμε λίγο τις φωτογραφίες. Πείτε μου λίγο, στην πρώτη φωτογραφία ποιον βλέπουμε;
Στην πρώτη φωτογραφία ήμουν με ένα φίλο μου από την Σαλονίκη, τον Παναγιώτη τον Αρναούτογλου.
Τι εποχή είναι αυτή η φωτογραφία;
Αυτή η φωτογραφία θα πρέπει να είναι το ’73. Το ’73 το καλοκαίρι και πρέπει να είμαστε στο αεροδρόμιο, παρέλαση πρέπει να κάναμε. Στο αεροδρόμιο του Μάλεμε είναι εδώ. Αυτή η φωτογραφία είναι στο αεροδρόμιο του Μάλεμε. Κάναμε ασκήσεις ακριβείας για να κάνουμε παρέλαση 25 Μαρτίου. Ναι…
Ο οπλισμός που φέρετε; Τι είναι;
Ο οπλισμός είναι M3.
Το M3…μάλιστα-
Μ3 αυτά τα παλιά των αξιωματικών τα όπλα, των υπαξιωματικών βέβαια. Αυτά τα όπλα είναι… κατοικημένη περιοχή.
Μάλιστα, στην δεύτερη φωτογραφία;
Αυτή η φωτογραφία… Είμαστε στην Κύπρο εδώ. Είμαστε στην Κύπρο εδώ μετά από μία πορεία 10 χιλιομέτρων και καθόμαστε εδώ για ξεκούραση.
Σε ποιο σημείο θυμάστε;
Αλλά δεν θυμάμαι το σημείο. Δεν θυμάμαι. Στους πρόποδες του Τροόδους; Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα, τέλος πάντων.
Δεν πειράζει, δεν πειράζει.
Δεν μπορώ να θυμηθώ.
Και ο κύριος εδώ μπροστά είναι…;
Ο μπροστά είναι ο Λοχαγός μου, ο Κιουτσούκης ο Γιάννης. Αυτός εδώ είναι ο Κιουτσούκης ο Γιάννης, ωραίος αξιωματικός. Ήταν λίγο σκληρός, αλλά εμένα μου αρέσανε οι σκληροί άντρες. Δεν καταλάβαινε τίποτα, δεν καταλάβαινε τίποτα, πλάκωνε στο ξύλο.
Αυτό ακριβώς-
Και να σου πω και την λεπτομέρεια;
Βεβαίως, πείτε μου.
Ήμουν λίγο ζωηρός στην Μοίρα κάτω στο Μάλεμε κάτω στην Κρήτη. Ζωηρός, θα κάνω την κοπάνα, θα κάνω ξέρω ‘γω και θα υποστώ την συνέπεια. Και με πλάκωνε στο ξύλο ο λοχαγός. Ήμουν λίγο ατίθασος, μέσα στα πλαίσια της λογικής όμως, όχι βάρβαρα πράγματα. Όμορφα πράγματα, όμορφα, κιμπάρικα και με πλάκωνε στο ξύλο. Και στην Κύπρο στην πρώτη γραμμή ήταν πάντα δίπλα μου. Μου έκανε εντύπωση. Το Πάσχα που μας πέρασε, επικοινωνήσαμε. Επικοινωνούμε βέβαια, 1-2 φορές τον χρόνο. «Τι κάνεις στρατηγέ;», «Τι κάνεις ρε κομάντο;», όχι πολλά πράγματα. «Τι κάνει η κυρά Σούλα;» «Τι κάνεις ρε κομάντο;» «Καλά». Κρουκ, κλείσιμο. Όχι πολλά… Και στην Κύπρο στον πόλεμο ήταν δίπλα μου. Του λέω: «Στρατηγέ!», «Έλα ρε κομάντο» μου λέει. «Θέλω να σου κάνω μια ερώτηση» του λέω, λέει: «Άμα ξέρω, θα σου απαντήσω». Λέω: «Ξέρετε… Στην μοίρα ήμουν λίγο ζωηρός, με πλάκωνες στο ξύλο. Και στην Κύπρο -λέω- στην πρώτη γραμμή ήσουν πάντα δίπλα μου -λέω- γιατί;». «Γιατί ήθελα άνδρες δίπλα μου» λέει. Τελείωσε. Μεγάλη κουβέντα μου είπε.
Όντως.
«Ήθελα άνδρες δίπλα μου» λέει. Δεν πρόκειται να με πουλήσει αυτός ποτέ. Κατάλαβες; Κάτι μαϊμούνια, κάτι δεν ξέρω ‘γω, κάτι ήρεμοι, απλοί και λοιπά. Σε μια δύσκολη έχουν γίνει πολλά εγκλήματα στον πόλεμο. Αυτό ήταν στο… αυτή ήτανε… Τέλος πάντων αυτή… Στο κέντρο πρέπει να ‘μαστε, στο κέντρο στο κέντρο. Στο ΚΕΜΚ, Κέντρο Εκπαιδεύσεως Μονάδων Καταδρομών. Ήμασταν νεοσύλλεκτα εδώ, μικρά. 1-2 μηνών στρατιώτες, βγάλαμε φωτογραφία. Και αυτή βέβαια. Και αυτή στο κέντρο. Αυτοί οι δύο είναι παλιοί-
Εσείς στην φωτογραφία ποιος είστε;
Εγώ είμαι εδώ αριστερά, αυτοί οι δύο είναι παλιοί. Εγώ εδώ αριστερά, οι καθιστοί. Αυτοί οι δύο είναι παλιοί και αυτός είναι χωριανός μου. Αυτός είναι χωριανός μου, υπηρετούσε στην Β’ ΜΑΛ, και ήρθε στο κέντρο για να με δει.
Μάλιστα, η επόμενη;
Αυτή εδώ, εδώ είμαστε στον Άγιο Νικόλαο, Κρήτης. Στο λιμάνι του Αγίου Νικολάου.
Ποια εποχή είναι περίπου αυτό;
Αυτό θα πρέπει να ‘ναι το ’73, Απρίλιο; ’73 Απρίλιο.
Μάλιστα, η επόμενη;
Αυτή είναι το ’73, το καλοκαίρι; Δεν θυμάμαι συγκεκριμένα πότε ακριβώς είναι η φωτογραφία, αλλά… γράφει 10/05/1973; Ναι, ναι, ναι.
Στη φωτογραφία ποιος είστε εσείς;
Εγώ είμαι εδώ-
Ο δεύτερος από αριστερά, μάλιστα.
Και εδώ;
Και σε αυτήν;
Και εδώ έχει τώρα, δύο χρόνια έχει; Τρία χρόνια έχει; Εδώ στην Ξάνθη κατέθεσα στεφάνι στους ανάπηρους πολέμου. Κατέθεσα στεφάνι στους ανάπηρους πολέμου, κατέθεσα στεφάνι εδώ. Έχει σύλλογο αναπήρων πολέμου, πρόεδρος είναι ένας φίλος μου από την Ξάνθη ο Γιάννης ο Φύσσαρης, είναι πρόεδρος αναπήρων πολέμου και κατέθεσα στεφάνι εγώ, Ξάνθης-Κομοτηνής και κατέθεσα στεφάνι στα Ελευθέρια της Ξάνθης, 4 Οκτωβρίου. Αυτή εδώ.
Σας ευχαριστούμε και πάλι.
Εγώ ευχαριστώ.
Υπέροχη η αφήγησή σας.
Και εγώ σε ευχαριστώ. Να ‘σαι καλά αγόρι μου. Σου εύχομαι καλή εργασία, καλή σταδιοδρομία στη ζωή σου. Σου εύχομαι ολόψυχα πάντα να περνάς καλά στη ζωή σου και να προσέχεις. Ξέρεις ποιο είναι το στραβό, ποιο είναι το λάθος και ποιο είναι το ίσιο. Τα γνωρίζεις δεν το συζητάω, είσαι ένα μορφωμένο παιδί, ένα καλλιεργημένο παιδί και σου εύχομαι ολόψυχα οι ευτυχίες στη ζωή σου να γίνουν πραγματικότητα.
Σας ευχαριστώ.
Παρακαλώ.
Να 'στε καλά.
Photos

Πλακέτα Πεσόντων
Αναμνηστική πλακέτα και φωτογραφίες των Πε ...

Πορεία
Η μονάδα στην οποία άνηκε ο αφηγητής στην ...

Στρατιωτική Θητεία
Νεοσύλλεκτοι στο Κ.Ε.Μ.Κ. (Κέντρο Εκπαιδεύ ...

Στρατιωτική Θητεία
Νεοσύλλεκτοι στο Κ.Ε.Μ.Κ. (Κέντρο Εκπαιδεύ ...

Στρατιωτική Θητεία
Φωτογραφία στο λιμανάκι του Αγίου Νικολάου ...

Στρατιωτική Θητεία
10 Μαΐου του 1973. Ο αφηγητής, δεύτερος απ ...

Κατάθεση Στεφάνων
Κατάθεση στεφάνων για τους ανάπηρους πολέμ ...

Μετάλλιο ΣΕΚΕΛ
Μετάλλιο από τον Σύνδεσμο Εφέδρων Καταδρομ ...

Αναμνηστικά Μετάλλια
Αναμνηστικά μετάλλια για την Συμμετοχή στι ...

Δημήτριος Ντικούδης
Ο αφηγητής Δημήτριος Ντικούδης. 04/09/2021.

Δημήτριος Ντικούδης
Ο αφηγητής Δημήτριος Ντικούδης. 04/09/2021.
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Ο αφηγητής κάτοικος και μεγαλωμένος στην Αίγειρο Κομοτηνής, μας αφηγείται την εμπειρία του από την τότε μυστική Επιχείρηση ΝΙΚΗ. Μέσα από την αφήγησή του βλέπουμε τόσο την προετοιμασία της επιχείρησης όσο και τα δεινά που αντιμετώπισαν φτάνοντας στον τελικό προορισμό τους, το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Μας περιγράφει λεπτομερώς τις πρώτες μέρες ως και την εκεχειρία στις 23 Ιουλίου. Η αφήγησή του συνεχίζει με τη δεύτερη εισβολή των Τούρκων και τον επαναπατρισμό του μετά από 7 μήνες από την πρώτη εισβολή. Μας αφηγείται επίσης και την αντιμετώπιση που έλαβε ο ίδιος από την Πολιτεία και την αναγνώρισή του.
Narrators
Δημήτριος Ντικούδης
Field Reporters
Γεώργιος Κυριακίδης
Interview Date
04/09/2021
Duration
69'
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Ο αφηγητής κάτοικος και μεγαλωμένος στην Αίγειρο Κομοτηνής, μας αφηγείται την εμπειρία του από την τότε μυστική Επιχείρηση ΝΙΚΗ. Μέσα από την αφήγησή του βλέπουμε τόσο την προετοιμασία της επιχείρησης όσο και τα δεινά που αντιμετώπισαν φτάνοντας στον τελικό προορισμό τους, το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Μας περιγράφει λεπτομερώς τις πρώτες μέρες ως και την εκεχειρία στις 23 Ιουλίου. Η αφήγησή του συνεχίζει με τη δεύτερη εισβολή των Τούρκων και τον επαναπατρισμό του μετά από 7 μήνες από την πρώτη εισβολή. Μας αφηγείται επίσης και την αντιμετώπιση που έλαβε ο ίδιος από την Πολιτεία και την αναγνώρισή του.
Narrators
Δημήτριος Ντικούδης
Field Reporters
Γεώργιος Κυριακίδης
Interview Date
04/09/2021
Duration
69'