Η Σφαγή του Καρυοφύτου
Segment 1
Πριν τη σφαγή
00:00:00 - 00:04:24
Partial Transcript
Καλημέρα, είναι Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021, είμαι με την Ζωή Τζικοπούλου, βισκόμαστε στο Άνω Καρυόφυτο Ξάνθης, εγώ ονομάζομαι Σάντυ Μακρ…νας από μόνος του, για να γλιτώσουν τις οικογένειες τους. Εν τω μεταξύ οι Βουλγάροι δεν είχαν τέτοιο σκοπό! Έλεγαν θα φύγουν! Τέλος πάντων.
Lead to transcriptSegment 2
Η σφαγή και ο σκοτωμός του πατέρα
00:04:24 - 00:25:10
Partial Transcript
Μόλις ξημέρωσε, δεν ξημέρωνε; Ήτανε ακόμα. Ακούμε όπλα! Άρχισε το μπαμ μπουμ! «Ωχ!» λέει ο παππούς ο Πολυχρόνης, ο μπαμπάς μου. Λέει: «Φωτει…εν έπρεπε να κατεβούνε κι οι δικοί μας. Αν έφευγαν αυτοί, μπορεί το χωριό... Να, το άλλο το χωριό δεν κάηκε! Δεν έπαθαν. Εδώ ο μαχαλάς μας.
Lead to transcriptSegment 3
Μετά τη σφαγή
00:25:10 - 00:39:22
Partial Transcript
Και τραβήξαμε πια από κει και ύστερα, άσε! Άλλο μαρτύριο! Να μην έχεις φουστάνι να φορέσεις! Η γιαγιά, εκείνο που φοράγαμε. Ό,τι φορούσαμε. …ε. Ούτε να αγοράσεις. Άσε δεν είχε και λεφτά. Πού ν' αγοράσεις; Ό,τι έβγαζαν δηλαδή δικά μας. Μ' αυτά ζούσε ο κόσμος. Τι τράβηξε. Ιστορία!
Lead to transcriptSegment 4
Το χωριό πριν τη σφαγή
00:39:22 - 00:43:56
Partial Transcript
Και τι ωραία! Να σε ρωτήσω, πριν... δηλαδή όταν εσύ γεννήθηκες, το '36... '36 γεννήθηκα εγώ. Πριν τη Σφαγή πώς ήταν το χωριό; Θυμάσαι εσύ…ε με! Μη! Μη!» Αλλά αυτός ο Βούλγαρος μας είδε που φύγαμε και γλιτώσαμε και σου λέει: «Θα την αφήσω την μάνα τουλάχιστον να τα μεγαλώσει!».
Lead to transcriptSegment 5
Η καθημερινότητα μετά τη σφαγή
00:43:56 - 00:47:25
Partial Transcript
Πώς ήταν μετά να μεγαλώνετε, ήσασταν μία οικογένεια τέσσερα παιδιά, μία μάνα; Μάνα μας! Σαν την μάνα, δεν υπάρχει! Μας μάζεψε, μαζί πήγαμε… και μύλους με αυτό, με πέτρα και άλεθαν. Τα είπα. Τα είπα, που λες. Ε λέει: «Σώπα» λέει «θεία, τι τραβήξατε!» Αυτά που λες, κορίτσι μου.
Lead to transcriptSegment 6
Η σφαγή και ο σκοτωμός του πατέρα του Αχιλλέα
00:47:25 - 00:56:12
Partial Transcript
Αχιλλέας Τζικόπουλος: Αυτά. Τα είπε όλα; Τα είπε. Τα είπε. Α.Τ.: Δεν θυμάμαι έτσι πολλά. Πώς δεν θυμάσαι, ρε Αχιλλέα; Α.Τ.: Είναι στο…εια μου η Φανιώ, μόλις μας είδε. Κι ο θειος μου ο Γιωργής! Κλάμα εκείνοι! Μας πήρανε. Α.Τ.: Είχατε εσείς συγγενείς κάτω! Τέσσερα ορφανά.
Lead to transcriptSegment 7
Σχολική ζωή και καθημερινότητα
00:56:12 - 01:08:59
Partial Transcript
Σχολείο, θεία, πήγατε; Εδώ πέρα; Όχι. Εδώ μετά που γυρίσαμε. Στον πέρα μαχαλά ήταν. Δεν είχε σχολείο ακόμα. Πηγαίναμε στον πέρα μαχαλά. Πρ… Θεώ! Όλα καλά! Τώρα όλα περάσανε! Όλα πέρασαν! Αυτά είναι στο παρελθόν! Το κλείνω; Κλείσ' το! Κλείσ' το, πουλάκι μου! Τι να πω άλλο;
Lead to transcript[00:00:00]
Καλημέρα, είναι Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021, είμαι με την Ζωή Τζικοπούλου, βισκόμαστε στο Άνω Καρυόφυτο Ξάνθης, εγώ ονομάζομαι Σάντυ Μακροπούλου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θεία!
Λοιπόν, εκείνο το βράδυ, ο παππούς ο Πολυχρόνης φυσικά ήτανε εδώ για καφέ, στο καφενείο. Από κει κατέβηκε με τέτοια χαρά! Γιατί είδε τον στρατό τον βουλγάρικο: χόρευαν, χαιρόντουσαν αυτοί ότι θα φύγουνε. Ναι, έλεγαν: «Θα φύγουμε!» Και χαιρόντουσαν. Φαντάροι, απλά παιδιά τώρα αυτοί, σου λέει: «Θα πάμε κι εμείς στα μέρη μας». Κι ήρθε ο παππούς με τέτοια χαρά στο σπίτι. Και λέει την γιαγιά, την μαμά μου –Φωτεινή να πω, Φωτεινή την έλεγαν– την λέει: «Άντε Φωτεινή, αύριο οι Βουλγάροι φεύγουνε! Και πια άμα φύγουνε, θα φύγει η Βουλγαρία. Θα 'ρθει η Ελλάδα. Το μόνο που έχω άχτι, δηλαδή εκείνο που με κάνει πολύ, να 'ρθει η Ελλάδα, να πιω έναν ελληνικό καφέ, κι ας πεθάνω!» Τόσο τον είχε τον καφέ! Και λέει, λέει κι η μάνα μου: «Μακάρι Πολυχρόνη! Μακάρι!» λέει. «Άντε!» «Ναι» λέει «χαίρονται! Αύριο το πρωί φεύγουνε οι Βουλγάροι. Θα 'ρθει η Ελλάδα» λέει «να πιούμε έναν καφέ ελληνικό, κι ας πεθάνω!» Τόσο το είχε! Και τι ήτανε; 50 χρονών. Ήταν, δεν ήταν 50. Τόσο! Και λέει εκείνο. Κοιμηθήκαμε. Εν τω μεταξύ στο σπίτι μας είχαμε την Αγγελική, ήταν χήρα αυτή. Είχε τέσσερα παιδιά. Επειδή ήτανε μονάχη και τότε ήταν οι Βουλγάροι, ήταν Κατοχή, το βράδυ ερχόντουσαν και κοιμόντουσαν με τα παιδιά της στο δικό μας το σπίτι. Ήτανε τούρκικο το σπίτι. Μεγάλο σαλόνι. Τέσσερα δωμάτια. Είχαμε. Αρκετό ήτανε. Ύστερα το 'καψαν και εμείναμε με αυτά τα σπιτάκια. Και ερχόντουσαν και η θεία Ζαμπακιά, μια θεια είχαμε. Κι εκείνη ήτανε θεία της γιαγιάς της Φωτεινής. Ήτανε θεία της. Κι εκείνη ερχόταν και κοιμόταν στο σπίτι μας, το βράδυ. Γιατί ο γιος της ήταν αντάρτης επάνω. Ήταν στο αντάρτικο απάνω, το ελληνικό. Απάνω στο βουνό. Και ερχόταν κι εκείνη και κοιμόταν εκεί. Τους είχε ο μπαμπάς μου, έλεγε: «Να μην είναι μονάχη της!» Κι ερχόντουσαν. Τότε ο κόσμος ήταν πολύ δεμένος! Κι ερχόταν. Ήρθε, είπε αυτά. Κοιμηθήκαμε. Το πρωί, ακούμε, κατέβηκαν, κάποιος τους είπε τους αντάρτες αυτούς που ήταν απάνω. Έλεγε Καπετάν Γιώργης. Όχι! Καπετάν Μάρκος λεγότανε αυτός. Ήταν δυο καπετανάτα πάνω. Και πήγανε στου Καπετάν Μάρκου και τον είπαν ότι οι Βουλγάροι δήθεν, είπανε, πήγε ένας, τώρα ποιος, δεν τον ξέρω. Και είπανε δηλαδή, αυτοί που έχουνε αντάρτες στο βουνό, τις οικογένειες θα τις σκοτώσουν και θα φύγουν οι Βουλγάροι. Εν τω μεταξύ δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα. Κακώς! Κι έτσι τον έκαναν και κατέβηκαν αυτοί να γλιτώσουν τις οικογένειές τους. Κατέβηκαν και χτύπησαν τους Βουλγάρους. Έκαναν. Κι εκεί έγινε το μακελειό! Κι αυτοί που ήταν στον Καπετάν Γιώργη, όλοι, αυτοί δεν είχαν κατεβεί. Αλλά, μόλις άκουσαν τον πόλεμο, κι αυτοί ύστερα οι άνθρωποι κατέβηκαν ο καθένας από μόνος του, για να γλιτώσουν τις οικογένειες τους. Εν τω μεταξύ οι Βουλγάροι δεν είχαν τέτοιο σκοπό! Έλεγαν θα φύγουν! Τέλος πάντων.
Μόλις ξημέρωσε, δεν ξημέρωνε; Ήτανε ακόμα. Ακούμε όπλα! Άρχισε το μπαμ μπουμ! «Ωχ!» λέει ο παππούς ο Πολυχρόνης, ο μπαμπάς μου. Λέει: «Φωτεινή, πάει! Τώρα είμαστε. Πόλεμος. Κατέβηκαν. Να ξέρεις» λέει «θα γίνει μακελειό!» Κατεβαίνουμε όπως ήμασταν, μωρά. Είχαμε ένα της θείας Αγγελικής, ένα κοριτσάκι. Ήτανε δυόμισι χρονών. Κι όλοι κατεβήκαμε και μπήκαμε –εμείς τότε ήταν παλιά τα σπίτια, είχε χαγιάτι κι είχε αχούρια τα λέγαμε, που βάζαμε τα ζώα– και πήγαμε και κρυφτήκαμε εκεί. Όλη η οικογένεια! Λέει: «Τώρα θα κρυφτούμε εδώ και, άμα δούμε ότι θα τους βγάλουν τους Βουλγάρους και θα φύγουν κάτω από το σπίτι, να πούμε, να βγούμε τότε, να βγούμε στο βουνό να κρυφτούμε». Και κατεβήκαμε, καθόμαστε τώρα εκεί. Ο μπαμπάς μου ήταν πιο μεγάλος. Έβγαινε λίγο, αφουγκραζότανε έξω. Κι έλεγε: «Άμα φύγουν οι Βουλγάροι να βγούμε, να φύγουμε από εδώ απ' το –είχαμε μια πόρτα από κει μεριά που φεύγαμε από το μπαχτσέ, από κει που είσαστε– από κει να φύγουμε για το βουνό. Να γλιτώσουν τα παιδιά. Να γλιτώσουνε!» Αλλά αυτοί, λέει, οι Βουλγάροι μόλις κατέβηκαν, τους έβγαλαν έξω από το χωριό. Αυτοί που ήτανε πάνω δω στην πλατεία και πιο κάτω, αυτοί μπορούσαν να φύγουν. Γιατί τους έβγαλαν τους Βουλγάρους, τους έφεραν. Αλλά εμάς σ' εκείνη την γειτονιά ήτανε ένας –ούτε τον ξέρω τώρα, δεν θα τον πω– κατέβηκε από κάτω από του Καρφόγλου από κει και τους έκοψε τους Βουλγάρους. Πήρε το bren. Και ξαναγύρισαν πίσω οι Βουλγάροι. Σου λέει: «Μας έκαναν κι από δω οι αντάρτες». Και ξαναγύρισαν. Και σε λίγο, βγαίνει ο μπαμπάς μου. Πού να βγει ο καημένος; Εκείνος ήταν ο μεγαλύτερος. Εκείνος. Βγαίνει και βλέπει, η αυλή μας γεμίσαμε Βούλγαροι! Εν τω μεταξύ δίπλα είχαμε κι άλλο σπίτι. Σκότωσαν κι εκείνη την γυναίκα. Τη θεία Αναστασία, θυμάμαι. Εκείνηνα την βρήκαμε, πού την βρήκαμε. Τραβήξαμε πολλά. Είναι ιστορία. Και βγήκε, λέει, ο μπαμπάς μου. Μπήκε μέσα. «Τώρα...» Ήρθανε, έψαξαν οι Βουλγάροι, χτυπάν, μας βγάζουν όλους έξω. Μας βγάζουν έξω. Θυμάμαι τώρα, σαν όνειρο τώρα εγώ το θυμάμαι. Εγώ εν τω μεταξύ φορούσα ένα φουστάνι, κόκκινο αλεξίπτωτο! Που έριχναν οι Άγγλοι απάνω. Και με το 'δωσε η θεία η Ζαμπακιά, που ήταν ο γιος της αντάρτης. Και με το 'δωσε και με το 'κανε ένα φουστανάκι. Η μάνα μου μόλις είδε, με είχε μία μπέρτα μπλε, έτσι μαυριδερή, με λέει: «Κορίτσι σκεπάσου! Και άμα σε δούνε οι Βούλγαροι με αυτό το φουστάνι, θα λένε: «Βρε αντάρτη έχετε; Θα σας σκοτώσουνε!» Κι εγώ το καημένο, τι ήμουνα; 7 χρονών; Εκείνο είχα πια. Να μη με δουν οι Βουλγάροι. Βγαίνουμε, που λες. Μας βγάζουν όλο οι Βουλγάροι έξω. Είχαν σκοπό να μας πάρουνε, όλη την οικογένεια, να μας φέρουν εδώ στο σχολείο. Εκεί κοπανούσε. Εκεί όσοι πήγανε, δεν γλιτώσανε. Τους σκοτώσανε όλους. Αλλά εμάς τώρα πώς έγινε, βγήκαμε εκεί στην πόρτα την μεγάλη, τώρα που βγαίνει η θεία Ελένη, που βγαίνουμε. Τότε, ήταν τούρκικα κι είχε πόρτα μεγάλη. Την ανοίξαμε και βγήκαμε εκεί. Και αυτό το θυμάμαι σαν όνειρο. Από κει φωνάζουνε ένας, οι Βούλγαροι, ένας Βούλγαρος και λέει: «А ту́ка (εδώ ακριβώς)!». Ела ту́ка, θα πει «Σκότωσ' τους αυτό που είναι!» Έτσι έγινε. Μόλις άκουσαν ο μπαμπάς μου «Α ту́ка!», σου λέει: «Σκότωσ' τους, μην τους φέρνετε επάνω στο αυτό. Όπως είναι!» Και το θυμάμαι σαν όνειρο, ένας με bren, μεγάλο όπλο. Απ' αυτό το bren που... Κατέβηκε και κατευθείαν είδε τον μπαμπά. Ήταν πιο μεγάλος, πενήντα χρονών. Κατευθείαν σκότωσε εκείνονα! Η μάνα μου, η Φωτεινή, πήγε να τον αγκαλιάσει δήθεν, να τον γλιτώσει. Και φεύγει η σφαίρα από τον μπαμπά μου και πάει στο χέρι της. Μπαίνει από 'δω απ' την παλάμη και βγαίνει από πάνω, η σφαίρα. Τραυματισμένη! Εμείς όμως, ο μπαμπάς σου, ο παππούς σου –ο παππούς σου, κι είπα μπαμπάς σου– ο Χαράλαμπός μας, πρέπει να ήταν 15; 16; 16 χρονών. Ο θείος ο Αναστάσης... ανά τρία χρόνια είχαμε διαφορά. Να, πόσο ήταν ο θείος ο Αναστάσης, ο θείος Στρατής μετά και μετά ήμουνα εγώ. Αυτά όμως, έλα που τα φρόντισε δηλαδή ο Θεός. Μόλις άκουσαν μπαμ, που σκοτώνουν [00:10:00]το αυτό. Πώς είναι τα ντουβαράκια εκείνα από πάνω; Πήδηξαν από κει, ξυπόλυτα. Και έφυγαν από πίσω και πήγαν στο βουνό και κρύφτηκαν. Όλα! Και της Αγγελικής, της θείας της Αγγελικής τα παιδιά. Εμένα, το θυμάμαι, η θεία η Ζαμπακιά όπως ήταν, με πήρε: «Έλα, κορίτσι μου!» Εγώ, αφού δεν θυμόμουν τον μπαμπά μου αν τον σκοτώσανε. Νόμιζα έφυγαν κι εκείνοι. Και με πήρε: «Έλα, κορίτσι μου!» Εκείνη με προστάτεψε. Ήτανε. Και η θεία Αγγελική με τα δύο τα μεγάλα έφυγαν από κει. Η Πηνούλα, θυμάμαι, ο Νίκος, ποιο ήταν άλλο; Εκείνα ήταν μεγάλα. Πήδηξαν κι έφυγαν όλα! Από κει και πήγαν στο βουνό και κρύφτηκαν. Εμείς, με πήρε από κει από τον δρόμο, το θυμάμαι δηλαδή, που πήγαμε να κρυφτούμε. Αλλά τώρα ήταν και καλοί άνθρωποι. Οι σφαίρες, τις θυμάμαι, έκαναν από δω «τσουβ, ζουβ» που περνούσανε. Αλλά δεν μας έριχναν, φαίνεται. Το 'καναν στον αέρα για να... και φύγαμε. Η θεία Αγγελική ήτανε με την Ντίνα δυόμισι χρονών, τριών χρονών ήτανε; Τι ήτανε; Μικρούτσικο. Εγώ, η θεία Ζαμπακιά, η Πηνούλα είχε φύγει. Αυτές! Κι εμείς πήγαμε, φύγαμε από κει, από τον δρόμο από κάτω –πώς είναι της Τασούλας, εκεί που περνάς τώρα και πηγαίνει η θεία Ελένη στη Δέσποινα– από εκεί εφύγαμε. Κι εκεί είχε ένα χωράφι που είχε μια μουριά έτσι κρυμμένη. Και χωθήκαμε από κει από κάτω και κρυφτήκαμε! Τώρα, εγώ δεν θυμόμουνα δηλαδή, αν τον σκότωσαν καλά τον μπαμπά μου, τον σκότωσαν; Η μάνα μου, δηλαδή τι έπαθε, δεν το ήξερα. Ήμουνα 7-8 χρονών τώρα. Και με λέει, εγώ εκεί μόλις πήγαμε και κρυφτήκαμε και από πάνω οι Βουλγάροι να περνάνε με τα άλογα, να ακούγεται. Αλλά εμείς ήμασταν τέτοια τσαλιά που χωθήκαμε εκεί μέσα και δεν μιλάγαμε για να μην μας... Αν μας έβρισκαν, θα μας σκότωναν. Κι αυτό το κοριτσάκι, το θυμάμαι, η Ντίνα. Μια φορά είπε: «Μαμά...» Πήγαινε να γκρινιάξει. Και του λέει η μάνα του: «Σώπα, κορίτσι μου! Μην κλαις, πουλάκι μου, γιατί περνάνε οι Βουλγάροι και θα μας σκοτώσουνε!» Και ξανά δεν έβγαλε φωνή. Κοίτα δηλαδή, το παιδί –πόσο χρονών ήταν; δυόμισι, τριών χρονών– ξανά κι εκείνο δεν μίλησε. Πολλά τραβήξαμε! Και εκεί ήταν πια. Ύστερα, η μάνα μου με είπε την ιστορία της. Εγώ ρωτάω τώρα, ρωτάω την θεία Ζαμπακιά: «Καλά, ρε θεία, εμείς ήρθαμε. Η μάνα μου κι ο μπαμπάς μου; Ζούνε;» Κι εκείνη τώρα για να με παρηγορήσει, ήταν μεγάλη, είδε που τον μπαμπά μου... λέει: «Όχι, κορίτσι μου. Πήγαν στη μουριά.» Είχαμε ένα χωράφι εκεί πιο κάτω. «Στη μουριά κρυφτήκανε! Είναι κρυμμένοι εκεί πέρα! Ζούνε!» Εγώ πια ηρέμησα, ντεμέκ πια. Πού να ξέρω; Και περιμέναμε μετά, όταν έφυγαν οι Βουλγάροι, πόσες ώρες εκεί. Κι ήρθαν, μας έβγαλαν, από τον πέρα μαχαλά, όταν έφυγαν οι Βουλγάροι. Ήρθαν απ' τον πέρα μαχαλά όλος ο κόσμος. Σου λέει, έγινε. Ο πέρα μαχαλάς δεν πειράχτηκε. Εδώ. Και ήρθαν και τότε ακούσαμε φωνές ελληνικές, αυτά, και βγήκαμε από κει. Αλλά η γιαγιά, η μάνα μου –γιαγιά την λέω για σένα, γιαγιά είναι– η μάνα μου από κει και πέρα τράβηξε του Χριστού τα πάθη. Μας τα 'λεγε εκείνη ύστερα. Εφύγαμε εμείς, εκείνη ήρθε, ο μπαμπάς μου τελείωσε. Εκείνη τραυματισμένη η καημένη, να κόβει τσουκνίδες, να κόβει χόρτα, να βάζει από δω κι από κει για να σταματήσει το αίμα. Πού να σταματήσει το αίμα! Η καημένη. Αφού είχε ένα κόκαλο εδώ βγαλμένο από την σφαίρα. Ήρθανε, ήρθε ένας Βούλγαρος και την λέει: «Σήκω! Σήκω!» λέει. Να την πάνε εκεί πάνω. Εκείνος ο δρόμος που βλέπεις τώρα, πουλάκι μου, ήταν γεμάτος στρατό. Ήρθε από την Ξάνθη, ήρθε λόχος, στρατός. Την ανέβασαν εκεί, βλέπει τον στρατό. Αλλά η γιαγιά, τόσο απελπισμένη που ήτανε, η μάνα μου, ανέβηκε, ήρθε ένας Βούλγαρος, την λέει: «Έλα, έλα» λέει «απάνω εκεί!» Την έβαλαν, βλέπει γύρω γύρω Βουλγάροι. Η μάνα μου τώρα, ήτανε και τότε, δεν ήταν και μεγάλη, ο μπαμπάς μου αν ήταν πενήντα, αυτή πόσο να ήτανε; Τώρα, πιο μικρή ήταν; Αλλά αυτοί την έλεγαν: «Περίμενε!» Τους παρακαλούσε η μάνα μου. «Σκοτώστε με!» έλεγε. Λέει «Όχι!» λέει «θα σε πάμε επάνω στο σχολείο!» λέει. «Βρε, σκοτώστε με» λέει «τώρα εγώ τι να ζήσω; Ο άντρας μου πάει» λέει «τα παιδιά μου πάνε!» Εκείνη νόμιζε ότι σκότωσαν και τα παιδιά, όλους μας σκότωσαν. Δεν μπορούσε με κείνο το αυτό. Δεν ήξερε. Και λέει: «Σκοτώστε με!» «Τους παρακαλούσα» λέει. «Τους παρακαλούσα και τους έλεγα: "Σκοτώστε με!"» Τόσο! Αλλά, ας είναι καλά, μέσα σ' αυτούς υπάρχουν και καλοί άνθρωποι! Βγαίνει ένας Βούλγαρος. Πρέπει να φορούσε, αξιωματικός πρέπει να ήτανε. Βγαίνει. Τους μίλησε τους άλλους βουλγάρικα. Τι τους είπε. Κι ήξερε η μάνα μου. Ήξερε λίγα τούρκικα. Κι αυτός φαίνεται ήξερε. Πάει την λέει: «Σήκω» λέει «σήκω» λέει «κυρία.» Η μάνα μου: «Όχι! Σκοτώστε με, πουλάκι μου! Σκοτώστε με! Τι να την κάνω εγώ την ζωή; Τα παιδιά μου πάνε! Ο άντρας μου πάει! Εγώ τι να την κάνω την ζωή;» Αλλά αυτός μάς είδε που φύγαμε. Και γλίτωσαν τα παιδιά. Μας είδε και τη λέει, πάει στο αυτί της κρυφά και τη λέει: «Όχι! Θα σε πάρω –τούρκικα, στα τούρκικα– θα σε κρύψω. Τα κιζάνια ζούνε!» Σου λέει: «Αφού ζούνε τα παιδιά σου...» Ναι. Και την είπε έτσι. «Όχι! Τα κιζάνια ζούνε!» Λέει η μάνα μου: «Άμα ζούνε» λέει «τι να κάνω!» Και την πήρε με το ζόρι. Και ξέρεις τώρα. Τραυματισμένη. Του μπαμπά μου το αίμα όλο πάνω της. Εκεί. Την πήρε. «Όχι» λέει «σήκω. Σήκω!» Τους μίλησε και τους άλλους. Τι τους είπε. Σου λέει: «Άσ' την τη γυναίκα. Τα παιδιά της. Πάει ο άντρας της.» Κι αυτός ήταν Ξανθιώτης. Και δεν μπορέσαμε να το μάθουμε. Βούλγαρος όμως κάτοικος. Τότε. Τέλος πάντων. Η μάνα μου έλεγε: «Αυτός ο άνθρωπος με έσωσε.» Πάντα τον ευχότανε από μέσα της. Προσευχότανε. Την παίρνει από εκεί. Το σπίτι μας το 'δωσαν φωτιά! Τα ζώα μας –είχαμε κάνα δυο αγελάδια– τα 'βγαλαν και ήταν στον μπαχτσέ. Γύριζαν. Τα πήρανε. Και τ' άκουγε. Την περνάει από κει. Την κατεβάζει. «Όχι» λέει «τα κιζάνια ζούνε!» Την πήρε σιγά σιγά. Την περνάει μέσα απ' το σπίτι. Η μαμά μου έλεγε, το θυμάμαι: «Το σπίτι μας πια πήρε φλόγα!» Καιγότανε! Αφού δεν γλιτώσαμε... ένα φλιτζανάκι είχε ενθύμιο απ' το σπίτι! Την περνάει από κει. Την πάει από κει, από το, πού είσαστε τώρα, το ρέμα εκείνο ήταν αλλιώς τότε. Και πάει και την κρύβει μέσα σε κάτι. Είχε τότε εκεί καρυδιά. Κάτι τσουκνίδες. Αυτά. Και την έκρυψε εκεί. Ο Βούλγαρος την έσωσε. Εκείνη να κλαίει και να λέει: «Τι να κάνω;» Να παίρνει η καημένη το χέρι, να κάνει. Λέει: «Τα κιζάνια ζούνε!» Και την είπε: «Κυρία μου» λέει «άκου, όταν» την είπε, τούρκικα «θ' ακούσεις την ντουντούκα, τότε θα βγεις! Τότε θα φύγουμε εμείς! Φεύγουν οι Βούλγαροι απ' το χωριό και τότε θα βγεις από δω!» Την έκρυψε ο άνθρωπος. Αυτός ήτανε Άγιος. Την έκρυψε κι έτσι σώθηκε η μαμά μου. Εν τω μεταξύ εκείνη, το χέρι έκοβε λέει. «Έκοβα από κει χόρτα, αυτά. Έβαζα από δω κι από κει να σταματήσει το αίμα.» Τότε, αν ήταν τώρα, θα πέθαναν. Τότε, πώς έζησαν, δεν ξέρω. Τόσο αίμα. Η καημένη. Και περίμενε. Εκείνη άκουσε και την ντουντούκα που έφυγαν. Αλλά δεν είχε κουράγιο να σηκωθεί. Καθότανε εκεί πια, έμεινε. Είπε: «Εδώ θα μείνω!» Αλλά ας είναι καλά απ' τον πέρα μαχαλά και ήτανε – κι αυτή την Παρασκευούλα ο παππούς σου την βάφτισε, γιατί μας έκαναν τόσο καλό! Και ήρθανε ύστερα απ' τον πέρα μαχαλά και φώναζαν: «Φωτεινή!» Αυτό. Ν' ακούσουν δηλαδή όσοι ζούνε να τους πάρουνε. Να μας... Τα σπίτια πια κάηκαν. Τα σπίτια, το χωριό όλο κάηκε. Πάει. Και άκουσε από κει τη φωνή. Και φώναξε η μαμά μου και πήγε θεία Σταυρούλα –την έλεγαν–, μια [00:20:00]ηλικιωμένη. Ήτανε της Ματένιας η μάνα. Κι εκείνη την άκουσε. Και πήγε και την έβγαλαν από κει. Λέει: «Φωτεινή!» Την πιάνει απ' το χέρι και την πήραν και σώθηκε! Και την πήραν στον πέρα μαχαλά στο σπίτι τους. Εν τω μεταξύ έλεγε τώρα: «Τα παιδιά ζούνε; Δεν ζούνε;» Και μετά από κει πια, όταν έφυγαν και ήρθαν, άκουγαν ο μπαμπάς σου, ο θείος Αναστάσης, ήταν εκεί στον πέρα μαχαλά, τα βουνά μέσα. Κρυφτήκανε. Ξυπόλυτα όλα. Πολύ τραβήξαμε! Κι άκουσα, μόλις άκουσαν ότι έφυγαν οι Βουλγάροι κι αυτοί βγήκαν τότε. Και σώθηκαν! Κι εμείς, ήρθανε, φώναζαν, βγήκαμε από κει πια. Κάναμε. Ο μπαμπάς μου εκεί, έμεινε εκεί στο αυτό. Μετά από μια μέρα τον πήραν και τον κήδεψαν πού; Εκεί που είναι τώρα το αυτό, της Αγγελικής από πάνω το ντουβαράκι. Εκεί τον έθαψαν. Μετά τον βγάλαμε και τον βάλαμε στα μνήματα. Τότε, πού ήτανε; Δήθεν για να μην κάνει. Και αυτό ήταν το ιστορικό μου, που τράβηξε η μάνα μου. Την έβγαλαν από κει, την πήρανε. Ύστερα, η μάνα μου, μόλις είδε τα παιδιά ότι ζούνε, λίγο έκανε. Σου λέει: «Αφού ζούνε τα παιδιά μου. Ο άντρας μου πάει.» Ο μπαμπάς μου, ο Πολυχρόνης, έμεινε εκεί. Εν τω μεταξύ, αυτούς που τους πήραν από δω, όσες οικογένειες δεν πρόλαβαν να φύγουν, τους μάζεψαν όλους, δεν ξέρω πόσα, τριάντα ένα άτομα σκότωσαν εκείνη τη μέρα. Στο χωριό. Χωριανοί ήταν τριάντα ένα άτομα. Σκοτωμένα! Και ξέρεις τώρα! Όλο νέοι! Είχε μια Βαρβάρα –την έλεγαν– εκεί στο... της Γραμμάτως. Ήταν 18 χρονών. Το πήραν εκεί στο σχολείο. Το σκότωσαν. Πολλοί! Εκεί στο σχολείο, όσοι πήγανε, δεν ξέρω πόσα άτομα τώρα, δεν θυμάμαι να πω τα ονόματα, ήτανε όλα σκοτωμένα. Κι εδώ στην εκκλησία. Όσοι τους πήγαν, σε λέω, από την εκκλησία γλίτωσε μόνο η θεία Στυλιανή. Και το παιδάκι της και η οικογένεια όλη. Κι εκείνη την έκρυψε πάλι Βούλγαρος. Την έβαλε απάνω και λέει: «Μη μιλάς» λέει «είσαι ζωντανή!» Εκείνης πάλι πέρασε η σφαίρα εδώ στο στήθος. Κι εκείνη τραυματισμένη. Εδώ στο στήθος. Αλλά άντεξε η καημένη. Εκείνη ήταν νέα. Εκείνη ήταν πολύ νέα. Πόσο χρονών θα ήταν; Θα ήταν, αφού το πρώτο παιδάκι της ένα ενάμισι, ένα χρονών; Ήταν; Δεν ήταν; Κι εκείνο το σκότωσαν. Μαρτύρια, που λες! Μαρτύρια! Κι όταν βγήκαμε, πια βγήκανε. Ύστερα, είδανε τα σπίτια όλα καμένα. Δίπλα μας είχαμε, τώρα εκείνη δεν την... τη θεία Αναστασία, πώς, τι έγινε. Κι εκείνη την σκότωσαν, αλλά ο άντρας της και τα δυο τα παιδιά της πρόλαβαν κι έφυγαν. Κι εκείνα πήγαν και κρύφτηκαν. Δεν τους είδαν οι Βουλγάροι. Κρύφτηκαν και δεν τους είδαν οι Βούλγαροι. Και γλίτωσαν. Αλλά η μάνα, την σκότωσαν. Και μια άλλη, πιο πάνω. Αυτός ο Πρωτοψάλτης που λέμε, κι εκείνου την μάνα. Την σκότωσαν στην αυλή της. Κι ο μπαμπάς της είχε μια αδερφή, θυμάμαι, Μάρθα κι εκείνη, αυτοί γλίτωσαν. Αυτοί ήταν που γλίτωσαν δηλαδή. Κι αυτοί που έφυγαν. Αλλά, από δω και απάνω απ' το χωριό, επειδής κατέβηκαν κι έφυγαν οι Βουλγάροι, αυτοί μπόρεσαν κι έφυγαν στο βουνό και δεν πειράχτηκαν. Κατάλαβες; Να και τώρα, όπως λέει ο θείος ο Αχιλλέας, ο μπαμπάς του. Εκείνος ήταν στου Καπετάν Γιώργη. Μόλις άκουσε, ήρθε ο καημένος από κει για να πάρει την οικογένεια του. Σου λέει να μην... Αλλά εκείνοι έφυγαν, πήγαν κατά κει. Πού πήγαν, δεν τα ξέρω εγώ αυτά. Αλλά εκεί ένας –πώς τον είδε;– ένας Βούλγαρος με bren. Τον σκότωσε! Τον έριξε. Κοιλιακό. Εκείνος είχε και κάπου αλλού. Αν ήταν τότε δηλαδή γιατροί όπως είναι τώρα, μπορούσε να γλιτώσει. Αλλά τον πήραν στο βουνό με... Εκεί βγήκε η ψυχή του! Κι ήτανε τριάντα τρία χρονών. Κι αυτά, που λες. Πολλά! Το χωριό τότε... Εν τω μεταξύ να! Κατέβηκαν οι αντάρτες. Δεν έπρεπε να κατεβούνε κι οι δικοί μας. Αν έφευγαν αυτοί, μπορεί το χωριό... Να, το άλλο το χωριό δεν κάηκε! Δεν έπαθαν. Εδώ ο μαχαλάς μας.
Και τραβήξαμε πια από κει και ύστερα, άσε! Άλλο μαρτύριο! Να μην έχεις φουστάνι να φορέσεις! Η γιαγιά, εκείνο που φοράγαμε. Ό,τι φορούσαμε. Εκείνα! Ξυπόλυτα φύγαμε! Ξυπόλυτα! Αλλά πήγαμε στον πέρα μαχαλά. Αυτή η οικογένεια! Μας πήρε. Την γιαγιά, εμάς, μας πήρανε. Κι απ' τον πέρα μαχαλά, να είναι καλά. Και όχι μόνο εμάς. Δυο οικογένειες τρεις τις πήραν στο σπίτι. Ό,τι είχανε μας έδωσαν. Την γιαγιά την έδωσαν. Η θεία Σταυρούλα, θυμάμαι, ήταν αυτή, μεγαλούτσικια. Την έβγαλαν ένα φουστανάκι, την έδωσαν. Έβγαλαν κι ένα που ήταν μες στο αίμα. Τα ρούχα της. Από το χέρι της και απ' του μπαμπά μου το αίμα και τα ΄βγαλαν και τα 'πλυναν. Και τα 'καναν. Και την έδωσαν ένα φουστανάκι και φόρεσε. Ναι. Και από κει και ύστερα, κάτσαμε εκεί. Και πάλι, πάλι τότε ύστερα έγινε πάλι. Οι αντάρτες κατέβαιναν, θυμάμαι. Πήγαμε σ' ένα... Έβγαιναν το βράδυ. Δεν κοιμόντουσαν στο σπίτι. Φοβόντουσαν. Έβγαιναν έξω στο βουνό το βράδυ. Σεπτέμβριος μήνας. Και τώρα. Και την μάνα μου την έσωσε αυτή η οικογένεια. Ήξεραν, έκαναν πρακτικά. Πρακτικά έκαναν. Με αυγό. Τι έκαναν! Αλοιφή. Και πέρασαν το χέρι της. Σε γιατρό δεν πήγαμε. Πού να βρούμε γιατρό; Πού γιατρός; Όχι, πουλάκι μου. Γιατρός πού; Και την έκαναν κάτι πρακτικά. Ήτανε άνθρωποι που ήξεραν. Και παίρνει, ένα κοριτσάκι είχε. «Έλα εδώ» λέει «θα σε δείξω τώρα, μ' ένα ψαλιδάκι, πώς θα βγάλεις το βλήμα!» Το βλήμα ήταν μέσα της μάνας μου. Και πώς έκανε μ' ένα ψαλίδι και τράβηξε το βλήμα. Ένα τόσο. Το θυμάμαι, σαν όνειρο. Ένα τόσο βλήμα μέσα από το χέρι της, της το 'βγαλε. Τι τράβηξε, ε; Ούτε παυσίπονα, ούτε. Πού είχανε! Ούτε ασπιρίνη, τίποτα! Η καημένη, το τράβηξαν και την έκαναν μια αλοιφή. Με κείνο πέρασε το χέρι της. Αλλά, θυμάμαι, αυτό το κόκαλο εδώ, ήτανε έτσι! Το είχε αυτό το κόκαλο τιναγμένο. Και μας έσωσε αυτή η οικογένεια! Ναι. Κι εμάς μας είχαν πόσες μέρες εκεί. Ό,τι είχε η καημένη. Κι αυτή τότε φτώχειες. Δεν είχανε. Ό,τι είχανε μαγείρευε. Και τη θεία την Στυλιανή κι αυτήνα που ήταν τραυματισμένη, αυτοί την έκαναν καλά. Τα τραύματα μ' αυτήν την αλοιφή, την πρακτικιά, με κείνηνα πέρασαν τα τραύματα. Φαντάσου, ε! Τι αυτά ήταν, πουλάκι μου! Ιστορίες! Και μας πήραν μετά. Από κει και πέρα, ύστερα πια, ήρθανε στην Σταυρούπολη. Είχαμε την θεία μου την Φανιώ, τον θείο μου τον Γιώργη, του μπαμπά μου η αδερφή ήτανε. Μόλις έμαθαν για το χωριό, ήρθανε. Κάτσαμε πόσες μέρες εκεί. Ύστερα, ήρθαν και μας πήραν και πήγαμε Σταυρούπολη. Και μας είχε η θεία η Φανιώ, και μας έδωσαν ρούχα. Ούτε να σκεπαστούμε δεν είχαμε. Τίποτα! Και εκεί μείναμε κάμποσο καιρό. Και από κει. Εν τω μεταξύ, εδώ τώρα οι άλλοι που τους πήγαν, πώς τους πήραν, πώς τους έκαναν, ολόκληρες οικογένειες αυτοί. Μπορούσαν να φύγουν. Μπορούσαν να φύγουν. Αλλά τα είχανε. Αφού και τον Βούλγαρο τον πρόεδρο, γιατί, επειδή τα είχε καλά με τον κόσμο εδώ, τον σκότωσαν κι εκείνον. Μαζί με τους άλλους σκότωσαν και τον Βούλγαρο. Τόσο δηλαδή τους έπιασε ο πόλεμος! Αυτοί έπρεπε να φύγουνε. Αλλά βασίστηκαν στο αυτό. Σου λέει: «Αφού γνωριζόμαστε καλά με τον αυτόν, μπορεί να...» Αλλά δεν γλίτωσε κανένας.
Γιατί τόσο μένος, έτσι;
Ναι! Έγινε μεγάλο κακό! Αυτοί τώρα επειδή πολέμησαν και σκοτώθηκε ένας Βούλγαρος κι αυτοί μόλις είδανε ένα Βούλγαρο που σκοτώθηκε, εκεί πια είπανε εδώ τώρα όσοι έβρισκαν έπρεπε να τους αφαιρέσουν την ζωή. Οι Βούλγαροι, οι στρατιώτες. Τώρα ποιος ήτανε, δεν. Κι ύστερα τους λέω: «Άνοιξε η ντουντούκα πια!» Όταν έληξε πια. Έκανε. Κι έφυγε ο στρατός. Και τότε βγήκαμε και [00:30:00]μας έσωσαν. Μας πήραν και μας έσωσαν. Αυτό ήταν. Δηλαδή.
Και μετά;
Ιστορία! Μετά, πήγαμε στη Σταυρούπολη. Η θεία μας έδωσαν ρούχα εκεί αυτά. Και την μάνα μου. Να! Παπλωματάκια έτσι. Ούτε ένα κιλιμάκι δεν είχαμε να στρώσουμε κάτω. Τίποτα! Τι τραβήξαμε!
Μετά πώς γυρίσατε στο χωριό;
Το χωριό μετά. Μετά έναν χρόνο; Εκείνο τον χρόνο; Ύστερα όταν τελείωσε κι ήρθε πια... Έφυγαν οι Βουλγάροι και έκαναν. Ήρθαν και μας έκαναν το κράτος. Ένας μηχανικός ήταν. Κι αυτός ήταν της ξαδέρφης της μάνας μου ο άντρας, ήταν μηχανικός. Θυμάμαι, εκείνος ήρθε. Αυτά τα σπίτια που τα βλέπεις τώρα τα μικρά, και το σπίτι μας, μην κοιτάς από πάνω, δεν είχε. Μόνο είχε το κάτω. Αυτό της γιαγιάς τώρα εδώ που το βλέπεις, τότε χτίστηκε. Αυτό ήταν μεγάλο σπίτι. Αλλά δεν το έκαναν. Κι ήρθαν κι έχτισαν αυτά. Από δυο δωμάτια. Ένα σαλονάκι. Δυο δωμάτια έκαναν. Και μπήκε ο κόσμος μέσα στα σπίτια. Γιατί σκορπίστηκαν. Άλλος στον πέρα μαχαλά πήγε. Άλλος στην Σταυρούπολη. Όσοι είχαν συγγενείς. Δεν είχαν σπίτια. Όλο κι όλο το χωριό, έχει τώρα, μόνο έμεινε –κάτσε τώρα– του Βλάχου του αυτουνού, της θείας Ζαμπακιάς. Τέσσερα σπίτια έμειναν να μην τα κάψουν. Παλιά. Τα άλλα όλα...
Πώς ήταν το χωριό όταν ήρθατε; Μετά δηλαδή έναν χρόνο, που λες, μετά;
Ναι. Ύστερα, ο κόσμος πάλι ήρθε να σ' αυτά τα σπιτάκια. Έβαλαν καπνά. Άρχισαν πια. Λίγο στη Σταυρούπολη ύστερα μας βοήθησαν. Έκαναν. Κάναμε, που λέει, κάτι. Πήραν από ένα πάπλωμα. Μας έδωσαν κι από κει. Ναι. Βοήθησαν. Καθένας ό,τι είχε τότε. Έδωσαν και ήρθαμε ξανά. Και δημιουργηθήκαμε σ' εκείνο το σπιτάκι. Κι άρχισαν πάλι καπνά, καλαμπόκια. Να, αυτά. Για να ζήσουνε. Γι' αυτό η μάνα μου έλεγε: «Ούτε τα δισέγγονά μου πόλεμο να μην δείτε! Ο πόλεμος είναι καταστροφή!» Δηλαδή. «Υποφέραμε!», έλεγε. Δεν... Ήρθανε ξεριζωμένοι απ' την Μικρά Ασία. Ήρθανε εδώ. Δημιουργήθηκαν λίγο. Έβαλαν καπνά. Βάζαμε εδώ στο χωριό, μόνο καπνά ήτανε. Και στις μπαχτσέδες να ζαρζαβάτι, ό,τι είχανε. Καλαμπόκι λίγο φύτευαν για να... Το καλαμπόκι το άλεθαν κι έφτιαχναν ψωμιά και τέτοια. Τι ήθελαν κάνανε. Κι έτσι. Και ζούσανε. Να, αυτό ήτανε. Και ήρθαμε ξανά. Και αρχίσαμε απ' την αρχή. Έλεγε η μάνα μου, είχε ένα φλιτζανάκι κι ήτανε έξω. Γιατί τότε, όπως είναι τα τούρκικα τώρα στην Ξάνθη, ήταν όλα με ντουβάρια χτισμένα και μεγάλες πόρτες. Τα τούρκικα. Αλλά εγώ το θυμάμαι το σπίτι μας, ήταν ωραίο. Μεγάλο. Είχε, θυμάμαι, τέσσερα δωμάτια. Αφού και τον φούρνο που ψήναμε ψωμί, απάνω τον είχαν οι Τούρκοι. Ανάβαμε φούρνο και ζύμωναν και έψηναν εκεί. Ψωμί.
Μπορείς να μου περιγράψεις το σπίτι; Πώς ήταν απ' έξω; Από μέσα;
Πώς να σε πω τώρα; Είχε μια σκάλα. Ήταν με στηρίγματα. Από κάτω ήταν άδειο. Το λέγαμε εμείς χαγιάτι. Και τ' αχούρια ήταν πιο μέσα. Στα δωμάτια από πίσω. Αυτό ήταν σαλόνι. Να σε πω, από δω μέχρι πιο πέρα, σαλόνι. Έτσι. Και από πίσω είχαν τα δωμάτια. Εδώ είχαν το χαγιάτι, που μπούρλιαζαν από κάτω τα καπνά κι αυτά έβγαζαν. Και πίσω βάζαμε τα ζώα. Είχαν τότε, όλοι είχανε. Μια αγελάδα, ένα αυτό, για να ζήσουνε. Γάλα, πούθε να βρούνε και αυτό. Και τα είχανε από κει. Και θυμάμαι είχαμε, δωμάτια, ένα... Ήταν στη μέση, ήταν ο φούρνος κι από κει, άλλα δυο δωμάτια. Τρία, τέσσερα δωμάτια και σαλόνι μεγάλο. Και θυμάμαι ο –βγήκε η μάνα μου το έλεγε, αλλά κι εγώ σαν όνειρο το θυμάμαι, ο μπαμπάς μου τα 'δωσε πίσω στον πέρα μαχαλά– ήταν ένας που έκανε παραθύρια ξύλινα τότε. Αυτά. Και τα είχε κάνει καινούρια. Στο σαλόνι, τα παραθύρια. Αλλά τζάμια δεν πρόλαβε να τα βάλει. Ο καημένος, ήταν χωρίς τζάμια. Τζάμια δεν πρόλαβε να τα βάλει. Και ύστερα, κάηκε κιόλας. Πάει το σπίτι! Αυτά τραβήξανε. Το χωριό υπόφερε πολύ τότε. Ο καθένας δηλαδή έχει την ιστορία του.
Θεία, να σε ρωτήσω –τώρα σε πάω λίγο αλλού–, τα ζώα που παίρνατε και είχατε, πώς τα... από πού τα παίρνατε; Πώς τα βρίσκατε;
Είχαν όλοι. Γεννούσανε. Μια γελάδα είχες...
Ναι!
Γεννούσε ένα μοσχαράκι, το μεγάλωνες. Είχαν κι αρσενικά, είχαν και θηλυκά, τα μοσχαράκια. Κι εκείνα μεγάλωναν. Και πάντα είχε ο καθένας. Είχε από μια, από δυο, από τρεις αγελάδες. Έπρεπε να είχε, πουλάκι μου, γιατί τα... είχαν τσοπάνο. Είχαν τσοπάνο ειδικό που τα φύλαγε. Και άμα δεν είχαν γάλα πούθε; Λίγο γιαουρτάκι, λίγο γάλα, από κει. Πού θα 'βρισκες τότε γάλατα να πουλάνε και τέτοια; Μπα! Κι ο καθένας είχε το δικό του. Και κάνα μοσχαράκι άμα μεγάλωνε κι έκανε, άμα το είχαν. Κι εκείνα όχι, τα μεγάλωναν, έλεγαν να πάμε, λέει, να φάμε λίγο γάλα, να 'χει, λέει, για τα μωρά τους. Λίγο γιαουρτάκι. Τι θα έτρωγαν; Και από κει και ύστερα, φτώχεια πάλι! Φτώχεια!
Είχατε και καπνά. Τα καπνά...
Τα καπνά!
Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται με τα καπνά;
Τα καπνά. Φυτεύαμε. Πάλι τώρα εγώ, εσείς δεν τα ξέρετε. Μαζεύαμε τον σπόρο. Έκαναν γιαστίκια (δέματα). Το φύτευαν εκεί. Πρώτα γινόντουσαν τόσο τα φυτά. Τα βγάζαμε εκείνα. Τα χωράφια είχανε όλοι, είχαν από ένα –με συγχωρείς– γαϊδουράκι αυτό κι αλέτρι και πήγαιναν και τ' όργωναν. Άλλος είχε άλογο, άλλος είχε γαϊδουράκι. Και με κείνα τα είχαμε, απαραίτητα. Ο καθένας πρέπει να είχε κι από ένα γαϊδουράκι. Κι είχαν αλέτρια ειδικά και τα όργωναν. Για να βάλουνε καπνό. Και πηγαίναμε, μόλις μεγάλωνε το... και γινότανε έτσι τόσο ο καπνός, τα βγάζαμε απ' τα γιαστίκια (δέματα), ολόκληρες τσουβάλες. Και πηγαίναμε και τα φυτεύαμε, με μια φυτευτήρα, την λέγαμε εμείς. Ένα ξύλο, φυτευτήρα και άνοιγαν σειρές σειρές και τα φυτεύαμε. Κι από κει μεγάλωναν, τα τσαπίζαμε, τα κάναμε. Γινόταν τόσο και μετά τα φύλλα. Τα μαζεύαμε, τα ξεραίναμε. Και το πουλούσαμε εκείνο για να ζήσουμε. Τα κάναμε και παστάλι. Τον χειμώνα. Είχαμε [Δ.Α] και τα ξεραίναμε, τα ξεραίναμε στον ήλιο. Οι αυλές ποτέ δεν είχαν δέντρα. Δεν είχαν, γιατί έπρεπε να ξεράνουν τα καπνά. Ξεραίναμε. Τα είχανε με αρμαθιές λέγαμε. Με σπάγγο. Πού τα ξέρετε εσείς αυτά; Και τα κάναμε αρμάδες, τα ξεραίναμε. Τα βάζαμε πάλι –είχανε ειδικά τα σπίτια, ειδικά ξύλα τέτοια, για να κρεμάμε τον χειμώνα– και τον χειμώνα το κάναμε παστάλι. Έναν χειμώνα...
Τι σημαίνει παστάλι;
Παστάλι ξέρεις τι σημαίνει; Εδώ. Φύλλο-φύλλο. Τα καλά τα βάζαμε. Και τα τζούφια που λέγαμε, εκείνα τα βάζαμε χωριστά και τα κάναμε. Και τα καλά τα βάζαμε παστάλι. Και τα κάναμε δέματα κι ερχόντουσαν οι εμπόροι και τα έπαιρναν. Πόσα έβγαζες; 200; Τα ζύγιζαν. Κι από κει ζούσαμε. Να μας δώσουνε. Τι να μας δώσουνε; Για να ζήσει ο κόσμος. Με κείνα ζούσαμε. Τον καπνό. Στους μπαχτσέδες φυτεύαμε ζαρζαβάτια. Ό,τι μπορούσε ο καθένας. Και καλαμπόκια βάζαμε και φασόλια. Αλλιώς, πού εκεί τότε. Ούτε να αγοράσεις. Άσε δεν είχε και λεφτά. Πού ν' αγοράσεις; Ό,τι έβγαζαν δηλαδή δικά μας. Μ' αυτά ζούσε ο κόσμος. Τι τράβηξε. Ιστορία!
Και τι ωραία! Να σε ρωτήσω, πριν... δηλαδή όταν εσύ γεννήθηκες, το '36...
'36 γεννήθηκα εγώ.
Πριν τη Σφαγή πώς ήταν το χωριό; Θυμάσαι εσύ καθόλου;
Το θυμάμαι. Ήταν. Καλό ήταν. Είχε καφενεία που ανέβαιναν εδώ στην... Η πλατεία μας δεν ήταν έτσι. Η πλατεία την είχανε χωρισμένη οι Τούρκοι από δω, πώς ανεβαίνουμε, ο δρόμος μες [00:40:00]στη μέση, έτσι ένας φαρδύς. Κι από δω κι από κει το είχανε με τσιμέντο. Με... χτισμένο. Με μάρμαρα. Τότε με πέτρα ήτανε; Με τι. Κι ήταν η πλατεία. Δίπλα αυτό το καφενείο, τώρα του Φούλη ήταν καφενείο παλιό, από τότε. Το είχε ο θείος ο Νικολάκης, ο μπαμπάς του. «Μεταμόρφωση» λεγόταν. Ο μπαμπάς του κι από κει πάει αυτό. Κι από δω πάλι είχε ένα άλλο καφενείο. Ανέβαινες στα καφενεία και είχε. Η πλατεία ήτανε έτσι. Αλλά ήταν διαφορετικιά. Ναι, ήτανε. Ήταν διαφορετικιά η πλατεία. Κι από δω κι από κει ήταν –τότες όμως– μεγάλα σπίτια. Τα τούρκικα. Εδώ, σ' αυτό της γιαγιάς. Εδώ κι αυτό ήταν ωραίο σπίτι. Μεγάλο. Εδώ που βλέπεις αυτό το μικρό. Του Αχιλλέα, της γιαγιάς του είναι. Εδώ, λέει, ήταν ο μπαμπάς τους μεγάλος. Κι ήταν το καλύτερο σπίτι. Ήταν ωραία κι εκείνα τα μεγάλα, τα σπίτια τα παλιά. Να, όπως είναι τώρα εκεί απάνου, το βλέπεις εκείνο το ψηλό, του Νεοχωρίτη που λέμε; Ναι, να έτσι ήτανε τα σπίτια όλα του χωριού. Ήταν από κάτω με χαγιάτια και ήταν από πάνω. Διώροφα τώρα τα λένε. Τώρα τα λένε διώροφα. Αλλά τότε από κάτω το είχανε άδειο. Δεν το έχτιζαν. Γιατί εκεί μπούρλιαζαν τα καπνά, έκαναν αυτά. Και το είχανε έτσι. Και από πάνω ήτανε, είχε ξύλινες σκάλες, ωραίες σκάλες, ξύλινες. Με πόρτα που έκλεινε. Τις θυμάμαι έτσι, πόρτα και έκλεινε. Κι ανέβαιναν απάνω. Κι από πίσω είχαν τ' αχούρια κι έβαζαν τα ζώα. Όλοι είχανε ζώα τότε. Γιατί, δεν μπορούσαν χωρίς. Αν ήταν καμιά οικογένεια που δεν είχε, τότε. Κι έτσι ήταν όλα. Κι αυτή ήταν η ζωή η δικιά μας.
Να σε ρωτήσω και κάτι ακόμα –κι αν θέλεις έτσι, κι αν το θυμάσαι–, θυμάσαι την στιγμή που έμαθες για τον μπαμπά σου;
Εγώ το ξέρω! Ύστερα, όταν βγήκαμε και ήρθαμε πια, τότε το 'μαθα. Είδα και την μάνα μου. Μ' αγκάλιασε και είπε η μάνα μου: «Αφού ζούνε τα παιδιά μου, δόξα τω Θεώ!» Και τον μπαμπά μου ύστερα φυσικά, σαν παιδάκι, κλαίγαμε. Αλλά... Ύστερα δεν μας τον έδειξαν. Δεν μας τον έδειξαν. Επειδής ήμουνα μικρό, ούτε και με τον έδειξαν. Από κει ήρθανε τότε, ύστερα ήρθαν από τον πέρα με το αυτό, όσοι ήτανε αυτοί, τους έθαβαν πού να ήτανε! Γιατί, πολύς κόσμος. Τριάντα ένα άτομα. Και νέες. Και νέοι. Όλοι νέοι. Τι ήτανε; Όλοι νέοι ήτανε. Και, και ο παππούς τώρα τι ήταν, πιο μεγάλοι, φυσικά. Κλάψαμε. Αλλά λέγαμε, εγώ αφού είδαμε και την μάνα μου, λέγαμε: «Αφού ζει κι η μάνα μας!» Κι εκείνη ύστερα παρηγορήθηκε. Σου λέει: «Αφού ζουν τα παιδιά!» Εκείνη τους παρακαλούσε, γιατί έλεγε, σου λέει: «Τα παιδιά μου άμα πάνε, κι ο άντρας μου, σκοτώστε με!» «Τους παρακαλούσα», λέει. Δηλαδή... Έλεγα: «Σκοτώστε με! Μη! Μη!» Αλλά αυτός ο Βούλγαρος μας είδε που φύγαμε και γλιτώσαμε και σου λέει: «Θα την αφήσω την μάνα τουλάχιστον να τα μεγαλώσει!».
Πώς ήταν μετά να μεγαλώνετε, ήσασταν μία οικογένεια τέσσερα παιδιά, μία μάνα;
Μάνα μας! Σαν την μάνα, δεν υπάρχει! Μας μάζεψε, μαζί πήγαμε και κάτω. Να, ό,τι βρήκαμε μας έδωσαν ρούχα από κει. Δεν μπορώ να πω. Οι συγγενείς όλοι που άκουσαν. Κι απ' την Σταυρούπολη κι απ' αυτό μας έδωσαν. Άλλωστε, τότε παπούτσια πού να τα βρούμε. Γαλέτσια (τσόκαρα) ήταν. Τι ήτανε; Μας δώσανε. Η θεία Φανιώ, δεν μπορώ να πω. Η θεία Φανιώ, ο θείος ο Γιωργής, του ήμασταν παιδιά του αδερφού τους. Αδερφό τον είχαν. Τον μπαμπά μου. Και μας βοήθησαν εκείνοι και, που λες κι εσύ, και μας έδωσαν και ένα παπλωματάκι, μια κουβέρτα. Κουβέρτες τι ήταν, να, ό,τι ήταν. Και μας σκέπαζε η μάνα μου και μας είχε τέσσερα παιδιά σε ένα δωμάτιο. Κοιμόμασταν.
Στο χωριό μετά που ήρθατε, μένατε μόνο με την μάνα σας; Μένατε μόνοι σας;
Μόνοι. Ναι. Με την μάνα. Ποιος άλλος;
Και πώς ήταν μία καθημερινή;
Μπορώ να σε πω, ακόμα δεν είχε τελειώσει, τα σπίτια δεν είχαν τελειώσει. Και ήρθε ο κόσμος. Πούθε να μένει κάτω; Άμα σε πω, σ' αυτό το μεγάλο το σπίτι που το βλέπεις ήταν της θείας Ζαμπακιάς. Εκεί πόσες οικογένειες ζούσαμε; Ήταν η θεία Λενιώ, εμείς, η θεία Ζαμπακιά. Τρεις οικογένειες. Σ' ένα σπίτι. Από ένα δωματιάκι, είχαμε; Δεν είχαμε; Όποιος δεν είχε, στο σαλόνι! Κι εκεί. Και κάτσαμε, πόσο ήτανε; Κι έγινε το σπίτι και μετά ο καθένας πήγε σ' αυτά τα σπιτάκια. Να, από ένα. Ένα. Άλλος έδωσε από την Σταυρούπολη. Έδωσαν κι απ' τον πέρα μαχαλά. Άλλος ένα κιλιμάκι, ένα αυτό. Κι από κει και ύστερα βάλαμε καπνά πια κι αυτά και δημιουργηθήκαμε και λίγο πήραμε. Φτώχεια!
Πώς ήτανε μία καθημερινή σας μέρα; Μπορείς να μου την περιγράψεις; Από το πρωί μέχρι το βράδυ;
Παιδιά όταν ήμασταν; Εμείς ήμασταν παιδάκια. Εμείς παίζαμε, κάναμε. Οι μάνες μας... Ε τι; Και ο Χαράλαμπός μας πόσο ήταν τότε; 15; 17; Να, μ' αυτά ζούσαμε. Εμείς τα μικρά παίζαμε, κάναμε, η μάνα μου ό,τι είχε η καημένη. Από κείνα που είχε μας μαγείρευε ό,τι έβρισκε.
Τι τρώγατε;
Τρώγαμε ψωμάκι. Ζυμώναμε αλευράκι. Ύστερα, μας έδιναν αλευράκι αυτά. Μας έδωσαν. Και με κείνο. Με τα σιτάρια φύτευαν και τα αλώνιζαν. Κει είχε ένα αλώνι για να πάρουνε το αλεύρι. Και πολλοί είχανε και μύλους με αυτό, με πέτρα και άλεθαν. Τα είπα. Τα είπα, που λες. Ε λέει: «Σώπα» λέει «θεία, τι τραβήξατε!» Αυτά που λες, κορίτσι μου.
Αυτά. Τα είπε όλα;
Τα είπε. Τα είπε.
Δεν θυμάμαι έτσι πολλά.
Πώς δεν θυμάσαι, ρε Αχιλλέα;
Είναι στον άνθρωπο!
Πώς φύγατε εσείς; Εγώ δεν τα ξέρω αυτά.
Να, όπως έφυγε όλος ο κόσμος στα βουνά. Πήγαμε κι εμείς.
Ναι. Ναι. Τον μπαμπά σου πώς λες ότι τον βρήκατε εκεί πέρα; Πώς ήσουνα εσύ δηλαδή; Δεν είχατε φύγει μέχρι και τότε; Οι Βούλγαροι εδώ ήταν γεμάτο.
Οι Βούλγαροι ήταν, φυσικά. Γεμάτο Βουλγάροι ήταν. Έκλεισαν τον δρόμο από κάτω.
Εγώ θυμάμαι, ο μπαμπάς μου έλεγε: «Άμα φύγουν οι Βουλγάροι, από δω, Φωτεινή, από κει απ' το πορτί που είχαμε από κει να φύγουμε να πάμε να κρυφτούμε.» Αλλά επειδή πήγε ο αυτός τότε και τους...
Εμείς πήγαμε από δω πέρα...
Εσείς από δω μπορούσατε. Από δω είχαν πει, τους κατέβασαν...
Και πήραμε του αυτουνού εδώ, του Αχιλλέα του Κατσόπουλου το γαϊδούρι κι έβαλα του μπαμπά μου πάνω.
Πήγατε μέχρι εκεί απάνω και τον βρήκατε;
Ένα βλαχάκι ήταν. Ένα βλαχάκι, αντάρτης ήταν κι αυτός. Ποιος το έβαλε και το είπε: «Εσύ θα ακολουθείς τον Γιάννη!»
Τον Γιάννη τον καημένο.
Ναι. Και βοηθούσε.
Τραυματισμένος!
Ναι! Και βγήκαμε μέχρι εκεί. Όταν βγήκαμε στου παππού του Δημοσθένη την μάντρα από κάτω ακριβώς, μας πρόλαβαν οι Βούλγαροι!
Άντε!
Μας πρόλαβαν.
Σίγουρα!
Στου αυτουνού τα σέκια (κουβάδες) δεν είχε απάνω ο Θρακιώτης ο Βερόπουλος;
Ναι, ναι.
Εκεί μας βάζουνε τα πολυβόλα.
Σώπα, ρε Αχιλλέα!
Εκείνα τα τσάρα (πιρένια), τα κόβουνε.
Πώς δεν σκοτωθήκατε!
Εκεί πέσαμε κάτω. Ο μπαμπάς μου, τον έπιασε αυτός ο αντάρτης, τον σήκωσε επάνω.
Τον βοήθησε.
Τον βοήθησε. Από δω τον έπιασε και τον κατέβασε κι εκείνον. Πολυβόλα ήταν. Πολυβόλα.
Σώπα ρε!
Η καλή μας η τύχη. Να ανεβεί, να τύχει να βγει απάνω αυτός. Ο Ανεγνώστης, ο Γκαγκούτης.
Ναι, αυτοί ήταν αντάρτες τότε.
Ναι. Το πολυβόλο.
Το πολυβόλο.
Και τους πλακώνει εκεί πέρα, Ζωή. Και μπορέσαμε εμείς...
Και μπορέσατε και φύγατε εσείς.
Μπορέσαμε και ελευθερωθήκαμε, σηκωθήκαμε. Και τι ήταν; Να κάνουμε απ' το πίσω μέρος περίπου τα 30 μέτρα, 40 μέτρα ακόμα. Να κάνουμε πίσω, οπότε καλυπτόμασταν.
Ναι, από κει δεν σας έβλεπαν.
Από κει πήγαμε κάτω στο ρέμα. Ένα βράδυ μείναμε εκεί πέρα. Ο μπαμπάς μου τραυματίας. Ο αντάρτης...
Χωρίς ρούχα, χωρίς τίποτα.
Ο αντάρτης ήταν μαζί μας. Ένα βλαχάκι ήταν, το θυμάμαι. Ένα μελαχρινό παιδάκι ήτανε. Κι ο Στάθης, του Αχιλλέα το παιδί. Ο Στάθης. Κι εκείνο έφερε το γαϊδουράκι, για.
Σώπα ρε!
Ναι!
Τι τράβηξε ο κόσμος!
Ξημέρωσε. Λέει ο μπαμπάς μου: «Θέλω» λέει «ένα ποτήρι γάλα!» λέει. Γάλα, λέει, πού να βρούμε;
Αφού ξημέρωσε ο καημένος τραυματισμένος, πώς θα...
Σηκώνομαι εγώ που λες, παίρνω εκείνο το μπαΐρι (πλαγιά) από το κάτω Κάλβα κι ανεβαίνω στο απάνω το Κάλβα. 7 χρονών.
7 χρονών παιδί!
Είχε εκεί πέρα ο Κόκλας δύο κατσίκες.
Άντε!
Ναι ρε, είχαν δύο κατσίκες. Και πήγα εκεί, που λες, μ' ένα κατσαρολάκι ήταν και μ' έδωσαν γάλα.
Να 'ναι καλά!
Ξανά το κατέβασα κάτω. Ολόκληρο μπαΐρι ε!
Μιλάμε για βουνό αυτό που λέει.
Ναι! 500 μέτρα ύψος.
Μιλάμε για βουνό. Για...
7 χρονών παιδάκι.
Πώς πήγες, ρε Αχιλλέα;
Κατέβηκα, που λες, κάτω. Πήγα το γάλα. Χαρά εγώ. Λέγαμε, θα γίνει καλά τώρα!
Θα γίνει καλά με το γάλα.
Και μόλις ήπιε το γάλα, μια γουλιά μόλις ήπιε, ωπ! Πέθανε!
Ο καημένος!
Τον πήραμε ύστερα, τον βάλαμε απέναντι από το ποτάμι.
Και...
Έφυγε!
Άσε! Ναι! Άσ' το!
Γι' αυτό δεν θέλω να τα συζητάω αυτά! Μαύρα κι άραχνα! Με την μάνα μου πήγαμε απάνω, στου Σίνγκιου τα τσαΐρια (χωράφι). Εκεί πια ήταν όλοι!
Τον Δημητρό πώς τον κουβάλαγε; Τριών χρονών ήταν εκείνο;
3 χρονών!
3 χρονών παιδάκι!
Τρία χρόνια διαφορά είχαμε!
Πώς τον κουβάλαγε μες στα βουνά; Μιλάμε, υψόμετρα.
Πάντως τριών χρονών περπατούσε. Είχε κι ένα ψωμί εδώ.
Αχ! Αχ! Αχ!
Ένα ψωμί είχε. Μουρλάθηκε. Πού το βρήκαμε; Μια κουραμάνα.
Πού τη βρήκατε; Και την πήρατε!
Και πήραμε. Από δω από την Μεταμόρφωση, από δω που 'χει εδώ την ψησταριά.
Σώπα!
Εκεί καθόντουσαν οι Βούλγαροι, για.
Ναι, οι Βούλγαροι. Ναι, ναι, ναι. Εκεί ήτανε. Και στο σχολείο.
«Πάρτε ένα ψωμί» λέει «να έχετε μαζί σας!» λέει.
Και στο σχολείο καθόντουσαν οι Βούλγαροι τότε.
Και λέω στην Μεταμόρφωση, εδώ στον Νικολάκη εδώ πέρα, ήταν τα μαγειρεία.
Ναι, είχαν τότε.
Κι από κει πήγαμε επάνω στου Σίνγκιου τα τσαΐρια (χωράφια). Ο καθένας έκλαιγε τη μοίρα του!
Τη μοίρα του!
Άλλοι έκλαιγαν τους άντρες τους. Η μάνα μου έμεινε ορφανή. δύο μικρά παιδιά τώρα. Ένας τρία. Ο άλλος οκτώ, εφτά.
Χήρα πες, χήρα.
Μετά από δύο μέρες κατέβηκα εδώ. Στην κοινότητα. Κι έπιασα δυο κότες και τις πήγα επάνω στα τσαΐρια.
7 χρονών παιδί, πώς!
Κάπνιζαν! Τα σπίτια κάπνιζαν ακόμα.
Ε, βέβαια. Καιγόντουσαν.
Και τις κότες τις κυνηγούσαμε εδώ από κάτω σ' αυτό το σπίτι του παππού μου. Κι έπιασα δυο κότες και τις φέρνω, που λες. Με λέει ένας, ακόμα ένας ήταν...
Πώς τις έπιασες;
Με λέει: «Δέσ' τες μ' ένα σχοινί», λέει. Και τις έδεσα και τις κρέμασα εδώ. Εκείνες οι καημένες κουράστηκαν πια και δεν έψαχναν να πετάξουν.
Τόσο χρονών παιδί, πώς σ' έκοβε ρε Αχιλλέα;
Τις πήγα απάνω, τις βλέπει η μάνα μου, λέει: «Πουλάκι μου, τι θα τις ταΐσουμε τώρα αυτές που τις έφερες;» Και τις είχαμε εκείνες τις κότες. Ύστερα αφού έφυγαν οι Βούλγαροι, κατέβηκαν όλοι πια εκεί.
Ύστερα, ναι, ήρθαν πια στο χωριό. Εδώ.
Να, όσα σπίτια δεν κάψανε. Άλλες πέντε οικογένειες. Να! Εσείς πόσες οικογένειες ήσασταν;
Εμείς τέσσερις ήμασταν; Στης θείας Ζαμπακιάς.
Το σχολείο είχε δεκαπέντε οικογένειες.
Ναι! Στο σχολείο δεκαπέντε οικογένειες, αυτό το σχολείο που το βλέπεις. Καθόντουσαν δεκαπέντε οικογένειες. Όλοι είχανε. Κοίτα! Και δεν είχανε και σκεπάσματα.
Τίποτα! Τίποτα!
Είχανε... Μια οικογένεια είχε ένα τόσο μέρος. Τέσσερα, πέντε παιδιά. Εκεί, πια ξαπλώνανε.
Χύμα! Χύμα!
Στο άλλο από κει για να κάτσουν. Τι να κάνουν; Το χωριό καμένο. Κι αυτά τα σπίτια που έμειναν δηλαδή πήγαν από τρεις, τέσσερις οικογένειες. Καθόντουσαν όλοι μαζί.
Τι θε να κάνουνε;
Τι θε να κάνουνε;
Στου Νεοχωρίτη, πόσες οικογένειες;
Στου Νεοχωρίτη ήμασταν η θεία Λενιώ...
Εσείς!
Εμείς...
Κι ο Νεοχωρίτης.
Κι η Κόκλαινα, η Μαρία.
Από κάτω. Απ' το υπόγειο.
Ναι, κι εκείνη. Ήρθαν κι εκείνοι.
Εμείς πήραμε λαμαρίνες και κάναμε εδώ πέρα. Καρφώσαμε λαμαρίνες απ' έξω...
Ύστερα, ύστερα. Ένα αυτό. Το θυμάμαι...
Κι είχαμε ένα κρεβατάκι η μάνα μου εκεί. Κι εκεί βάζαμε και καπνό και κοιμόμασταν.
Ύστερα. Μετά δηλαδή. Μετά, μέχρι που να γίνουν τα σπίτια, για. Μέχρι που να γίνουν τα σπίτια αυτά, έστω. Μικρά, ξεμικρά.
Δύσκολα χρόνια! Δύσκολα! Δύσκολα χρόνια!
Θεία, πώς πηγαίνατε από το ένα χωριό στο άλλο; Μετά, δηλαδή κάηκε. Πώς μεταφερόσασταν;
Με τα πόδια...
Με τα πόδια...
Με τα πόδια, πουλάκι μου-
Μόνο με τα πόδια! Με τα πόδια!
Με τα πόδια.
Περπατούσαμε!
Εμείς τώρα στην Σταυρούπολη από δω...
Με τα πόδια πηγαίναμε.
Με τα πόδια. Και δεν είχε δρόμο, άσφαλτο.
Ένα μονοπάτι είχε. Ένα μονοπάτι.
Ε, και όχι! Θυμάσαι από πού κόβαμε; Εκεί που πέθανε ο...
Απ' τους μύλους.
Απ' τους μύλους. Όχι από κει απ' τον δρόμο. Πώς είναι εκείνα τα βουνά που τα βλέπετε που κατεβαίνουν; Από κει βρίσκαμε μονοπάτι και κατεβαίναμε, για να κόψουμε λίγο, να κοπεί ο δρόμος. Να κατεβούμε στη Δαφνώνα κι απ' τη Δαφνώνα στη Σταυρούπολη.
Πόση ώρα κάνατε;
Ε, πια δυο ώρες κάναμε; Μια ώρα; Δυο; Τρεις;
Περπατούσαμε!
Περπατούσαμε καλέ!
Σε μια ώρα ήμασταν κάτω. Σε μια ώρα!
Μικρά ήμασταν. Αλλά είχαμε κουράγιο. Τι θα κάνουμε; Ο φόβος και το αυτό σε κάνει πολλά.
Παιδιά, ρε! Περπατούσαμε!
Και πήγαμε, θυμάμαι, κι ύστερα ήρθαν κι η θεια μου η Φανιώ, μόλις μας είδε. Κι ο θειος μου ο Γιωργής! Κλάμα εκείνοι! Μας πήρανε.
Είχατε εσείς συγγενείς κάτω!
Τέσσερα ορφανά.
Σχολείο, θεία, πήγατε; Εδώ πέρα;
Όχι. Εδώ μετά που γυρίσαμε. Στον πέρα μαχαλά ήταν. Δεν είχε σχολείο ακόμα. Πηγαίναμε στον πέρα μαχαλά. Πρώτη τάξη, πρώτη τάξη πήγα στον πέρα μαχαλά.
Τον χειμώνα πολλοί ήταν ξυπόλυτοι. Έτσι, ξυπόλυτοι. Ο θείος ο Κώστας ήταν ξυπόλυτος.
Δεν είχαμε!
Και πήγαινε κι έβρισκε κάτι πέτρες όταν δεν είχε χιόνια και πήγαινε και τις χτύπαγε κάτω από την ψιχιά, εδώ.
Ναι! Ναι!
Και τις χτύπαγε!
Ξυπόλυτα! Ναι. Στον πέρα μαχαλά όχι. Όταν πηγαίναμε.
Τσόκαρα ήταν!
Το θυμάμαι, η Όλγα ακόμα η συγχωρεμένη το θυμόταν κι έλεγε: «Θυμάσαι, Ζωή;» Πηγαίναμε πρώτη τάξη τώρα. Πού να 'χουμε. Γαλέτσια που λένε, αυτά τα ξύλινα. Κι είχανε ένα τέτοιο. Τέτοια είχαμε. Πούθε να βρούμε παπούτσια; Πηγαίναμε από δω. Το χιόνι τόσο. Πηγαίναμε από δω, από κει. Μάζευαν τα αυτά μας, ήταν ξύλινο το αυτό. Τα βγάζαμε. Πατ, πατ, τα τινάζαμε. Άιντε, πηγαίναμε πάλι κάμποσο. Τσάντες; Οι τσάντες μας ήταν από πανί. Μας έκαναν μια αυτή, ένα πανάκι. Έβαλαν και δυο χερούλια από πάνω. Και βάζαμε ένα τετράδιο κι ένα μολύβι είχαμε όλο κι όλο, μόνο. Σάματι είχαμε και βιβλία και πράγματα; Πού είχαμε; Ε, ναι. Πολλά, πολλά τραβήξαμε. Μετά ήταν εκείνα. Μετά πια, αφού βρήκαμε και φάγαμε λίγο και κάναμε. Μετά ήταν αυτά.
Και το σχολείο πώς ήταν; Ήτανε όλες οι τάξεις...
Όλες!
Μαζί;
Όλες.
Ναι, το σχολείο αυτό τότε ήταν...
Ένας δάσκαλος είχε τότε δευτέρα και τρίτη. Ο άλλος...
Ήτανε το σχολείο φτιαγμένο καινούριο τότε. Το παλιό το έκαψαν. Είχαμε παλιό. Εκεί που είναι τώρα το εκκλησάκι.
Εκεί ήτανε...
Εκεί ήτανε το παλιό το σχολείο.
Προπολεμικό.
Εγώ δεν το θυμάμαι εκείνο. Ο Χαράλαμπος μας πήγε.
Ναι, και κείνο το καινούριο, το κάνανε επί Μεταξά, το κάνανε.
Ναι. Ναι. Μετά έγινε.
Ναι. Ήταν ωραίο σχολείο. Μεγάλο!
Ναι. Αλλά σε κείνο το σχολείο μείνανε, οι οικογένειες αυτές. Ήταν τότε! Μόλις το 'καναν κι έμειναν.
Δευτέρα πήγαινα. Δέρνανε και πολύ όμως. Δευτέρα. Πρώτη και δευτέρα πήγα στον πέρα μαχαλά.
Ναι, στον πέρα μαχαλά. Ύστερα κατεβήκαμε...
Ένα βιβλίο μόνο είχα. Μ' έκανε η μάνα μου. Η μητέρα μου μ' έκανε από ύφασμα μια τσαντούλα. Κι έβαλε ένα αυτό, ένα χερούλι ντεμέκ.
Όλοι έτσι ήτανε...
Ένα τετράδιο είχα μέσα. Και τότε, δεν ξέρω αν τα γράφαμε τα βιβλία έτσι...
Κι ένα μολύβι.
Έτσι, μας τα έδιναν; Τ' αναγνωστικό!
Μας τα 'δωσαν, μωρέ. Μας τα 'δωσαν τότε. Δεν θυμάμαι.
Ναι.
Ναι. Ένα αναγνωστικό κι ένα τετράδιο.
Ιστορία και τέτοια και θρησκευτικά, κι αυτά δεν είχαμε.
Μας τα 'λεγε, όχι. Τα 'λεγε ο δάσκαλος κι έπρεπε απ' τον δάσκαλο να τ' ακούσουμε, να τα μάθουμε, για να τα πούμε. Δεν είχε να διαβάσουμε.
Θεία, μέχρι ποια τάξη πήγες;
Εγώ πήγα μέχρι πέμπτη. Στην πέμπτη με σταμάτησαν.
Εγώ πήγα τετάρτη. Τρίτη και τετάρτη.
Να, μόλις θα πήγαινα πέμπτη. Σταυρούπολη ήμασταν τότε. Τότε πήγαμε Σταυρούπολη. Μετά από κει κάτσαμε κάμποσο, κάνα δυο τρία χρόνια στη Σταυρούπολη, για, και φυτεύαμε καπνά. Και με σταματάει απ' το σχολείο. Πηγαίναμε, θυμάμαι, τότε στης Σταυρουπόλεως. Κι είχαμε. Και με σταμάτησαν. Ήρθαν τα καπνά, για. Για να κουβαλάω –με συγχωρείς– με το γαϊδουράκι, να κουβαλάω νερό που είχανε αυτά, από τη Σταυρούπολη, από κει [01:00:00]απ' τη βρύση να πάω στο Κιόιλ Μπας –Κιόιλ Μπας λεγόταν εκεί– να φυτέψουν. Για να πάω νερό. Να ρίχνουν που φύτευαν τα καπνά. Έπρεπε να ποτίζουν. Και μ' είχανε και... με σταμάτησαν απ' το σχολείο. «Φτάνει» λέει «όσο πήγες!» Και δεν μ' άφησαν να πάω!
Νερό πού βρίσκατε;
Είχε βρύσες. Βρύσες! Κι είχαν κάτι, σαν βαρέλια είχανε και τα είχανε στα γαϊδουράκια ένα από δω, ένα από κει και με κείνα κουβαλούσανε στα χωράφια. Να ποτίσουν τα καπνά για να πιάσουνε...
Το ποτάμι ήτανε γεμάτο από νερό ήτανε.
Είχε. Οι βρύσες έτρεχαν. Κι εδώ είχαμε βρύσες. Αυτή. Αυτή η μεγάλη κάτω του παππού του Δημοσθένη, του εκεί του Μπουρμασέ, που λένε. Αυτά ήτανε. Τότε, δεν είχε στα σπίτια. Από κει, με στάμνες. Είχανε κάτι στάμνες, αυτά. Τώρα εσείς δεν τα ξέρατε εκεί αυτά. Πήλινα ήτανε. Και με κείνα κουβαλούσαμε...
Στάμνες!
Για να πιούμε νερό. Ναι. Στάμνες.
Στάμνες!
Για να πλύνεις πιάτα. Να πλύνεις. Να κουβαλάς τώρα απ' του παππού του Δημοσθένη, εκεί στο σπίτι μας, να κουβαλάς νερό για να πλύνεις πιάτα.
Να πιεις και να μαγειρέψεις.
Να μαγειρέψεις. Να τα κάνεις όλα!
Και πού πλενόσασταν; Πού κάνατε μπάνιο;
Ζεσταίναμε νερό, από κει κουβαλάγαμε. Ζεσταίναμε νερό. Είχαμε καζάνια και παίρναμε μέσα στ' αχούρια και λουζόμασταν.
Είχε σκαφίδες.
Σκαφίδες. Είχαμε σκάφες.
Λαμαρινένιες.
Λαμαρινένιες. Είχε σκάφες. Και πηγαίναμε μες στο αχούρι, θυμάμαι, το καλοκαίρι.
Καθόσουνα μέσα, είχες και το ζεστό το νερό...
Είχαμε σ' ένα...
Κι έριχνες!
Ντενεκέ, σ' ένα αυτό, ζεστό, χλιαρό νερό, ρίχναμε και λουζόμασταν.
Μαύρο λούσιμο!
Με σαπούνι όμως, άσπρο. Σαπούνι τότε. Με σαπούνι. Τέτοια φάρμακα πού ξέραμε. Τα πιάτα, με το σαπούνι. Εκείνο το άσπρο που έχουνε τώρα τις αυτές, εκείνα. Μαύρο δεν είχαν τότε. Όλα άσπρα. Ακόμα και τα ρούχα και όλα έλεγαν, αυτό, με άσπρο σαπούνι να πλένεις ρούχα.
Κι όμως, ρε Ζωή, μοσχοβόλαγαν τα σεντόνια που σεντονιάζανε...
Κάτσε, κάτσε μέσα το καζάνι...
Το βράδυ που κοιμόμουν, μοσχοβόλαγαν!
Εμείς πάλι, εμείς εκεί κάτω είχαμε το Πουρνάρι.
Ναι.
Δεν είχαμε απέναντι –εκεί σ' εσάς, στου θείου– από κει μεριά είχε, Πουρνάρι το έλεγαν. Έβγαζε νερό από κάτω. Καλό νερό.
Βέβαια.
Έβγαζε από κάτω και το είχαμε εκείνο. Δεν το 'κλεινε. Και από κει παίρναμε νερό για πιάτα, γι' αυτό. Ήταν καθαρό. Θυμάμαι, ακόμα και για... που έπλενε η μάνα μου, από κει κουβαλούσε νερό κι έβαζε και τα 'πλενε. Αλλά έπρεπε τα ρούχα να βάλουνε θολόσταχτο, το λέγανε. Στάχτη που καίγαμε τις σόμπες, μαζεύανε, το 'βαζαν σ' ένα πανί άσπρο, το 'δεναν από πάνω –θολόσταχτο έλεγαν– κι έβαζαν τα ρούχα τα άσπρα για να μην... για δεν έβγαιναν, τα 'βαζαν στο καζάνι μέσα να βράσουν κι έβαζαν αυτή την θολόσταχτη και κείνα τα 'κανε άσπρα μπούζια. Κι έλεγε η μάνα μου: «Μπα, χωρίς θολόσταχτη πώς θα τ' απλώσουμε τα ρούχα μας, τα σεντονάκια, αυτά!» Κι έβραζαν, με το βράσιμο έβαζαν και λίγο σαπούνι και μετά τα 'βγαζαν, ξανά τα έπλεναν με σαπούνι και τα...
Και άμα είχε και ψείρες! Μια δόση είχαμε ψείρες...
Ε! Εκείνο ήταν ύστερα πια. Πού κόλλησαν οι ψείρες και δεν είχαν; Τραβήξαμε πολλά, ρε! Άσε!
Περάσαν όμως τώρα όλα αυτά!
Αυτά περάσανε!
Περάσανε!
Περάσανε! Δόξα τω Θεώ! Ύστερα...
Τώρα εγγόνια, δισέγγονα, αυτά, μια χαρά τώρα!
Ναι! Τώρα Δόξα τω Θεώ! Τώρα ζούμε... Εμείς εκείνα τα χρόνια, τώρα είναι βασιλιάδες είμαστε όλοι. Αλλά αυτά τα νέα επειδή δεν. Εμείς όμως που ξέρουμε, οι νεότεροι είναι... Αυτά τα πράγματα, πού ήξερε ο κόσμος τότε; Βλέπαμε εκείνος έχει έναν καναπέ, αφού έχει καναπέ, κι έχει αυτό, είναι πλούσιος! Πλούσιος. Τώρα, λέω εμείς άμα με έλεγαν τώρα και είχαμε αυτά τα πράγματα τότε, εκείνα τα χρόνια θα έλεγαν: «Πω πω τι πλούσιος είναι αυτός!» Δεν είχανε ούτε σκεπάσματα, να σκεπαστούν!
Τέλος πάντων! Δεν είχε όμως ο κόσμος άγχος...
Δεν είχε!
Να κάνει εκείνο, να κάνει το άλλο. Ζούσε έτσι, απλά ο κόσμος...
Και πάλι ο κόσμος, ναι, γελούσαμε, παίζαμε. Ξυπόλυτα ήμασταν, αυτά ήμασταν παίζαμε, κάναμε. Δεν είχαμε άγχος!
Δεν είχαμε μωρέ τίποτα! Τώρα ο κόσμος έχει...
Κι η μάνα μου μετά δηλαδή μεγαλώσαμε λίγο, μεγαλώσαμε, είχαμε από ένα ρουχάκι. Είχαμε το φουστάνι που θα φοράγαμε την καθημερινή. Έπρεπε το καθημερινό, ήταν καθημερινό και την Κυριακή που θα πηγαίναμε στην εκκλησία το είχαμε εκεί κρεμασμένο έτσι. Εκείνο ήταν μόνο για την εκκλησία την Κυριακή.
Ναι, τα παπούτσια, τα πάντα όλα, χωριστά!
Το παπούτσι που θα φοράγαμε στην εκκλησία, στο αυτό δεν το φοράγαμε καθημερινό έτσι όπως να 'ταν. Τα είχαμε... Ναι, ρε, έτσι είχαμε άλλα. Αλλά τα συνηθίσαμε εμείς εκείνα. Και χαρούμενοι όλοι!
Χαρούμενοι! Χαρούμενοι!
Ύστερα πια, αφού μας έκανε το σπίτι και αφού βρήκαμε και ένα...
Σήμερα τώρα ο κόσμος αγχώνεται περισσότερο...
Θυμάμαι, ο θείος ο Κώστας έκανε καναπέδες με τα σανίδια. Όλους μας έκανε από έναν καναπέ, έβαζαν κι ένα στρώμα πάνω και τα είχανε και κανά σκεπασματάκι από ό,τι να 'ταν.
Και στρώμα φτιάχναμε από καλαμπόκι.
Ναι! Ναι!
Τα καλαμπόκια δεν μαζεύουμε και βγάζουμε την φλούδα απ' το καλαμπόκι;
Μ' εκείνα!
Εκείνα! Εκείνα βάζαμε στα στρώματα και κοιμόμασταν.
Κοιμόμασταν! Ύστερα πια, βγήκαν, έκαναν πρόβατα κι αυτά και παίρναμε μαλλί. Μαλλί! Το στρώμα έπρεπε μαλλί. Μετά πια από χρόνια! Θυμάμαι, όταν κάηκε το σπίτι μας, έλεγε η μάνα μου –ήταν οι Γκοντολαίοι τότε εδώ, οι Σαρακατσαναίοι κι είχαν καλύβια– και είχαμε, η μάνα μου είχε δύο τέτοια, κουρελούδες που λένε. Μάζευε τα παλιά τα ρούχα δεν τα... τα έκαναν όλα κουρελάκια και τα έκαναν κουρελούδες. Και τι όμορφες ήταν! Το θυμάμαι σαν όνειρο που μας τα 'φερε η Ασημένια. Τα ύφαιναν. Αυτοί είχανε, ύφαιναν...
Αργαλειούς είχανε...
Είχαν αργαλειούς και ύφαιναν.
Φτιάχνανε ρούχα δικά τους.
Και θυμάμαι έλεγε η μάνα μου: «Αχ, δεν τα χάρηκα. δύο τέτοιες αυτές.» Ούτε πρόλαβε δηλαδή να τα βγάλει, να τα κάνει, αυτά. Να, κιλίμια που λένε, για να βάζουμε κάτω, για. Εκείνα ήτανε. Κουρελούδες. «Και ούτε πρόλαβα!», έλεγε η μάνα μου. Οι κουρελούδες κάηκαν κι εκείνες. Δεν πρόλαβαν να τις βάλουν. Πού να είχαν τέτοια! Τράβηξαν πολύ! Γι' αυτό έλεγε η μάνα μου –τώρα που ήμασταν έτσι, κι έκανε μετά– τώρα, έλεγε, πλούσιοι είμαστε! «Τώρα είμαστε πλούσιοι! Μη μιλάτε».
Τι ωραίες ιστορίες!
Ναι! Ναι!
Εμένα με έχεις καλύψει με όλα αυτά.
Αυτά ήταν, πουλάκι μου.
Εσύ θέλεις να πεις κάτι άλλο;
Άλλο, τι να πω; Αυτά ήταν. Μετά πια, δόξα τω Θεώ!
Μια ολόκληρη ζωή φτώχεια. Μια ολόκληρη ζωή φτώχεια είχαμε.
Ε, μετά κάτι...
Καλά, αφού σταμάτησε ο πόλεμος μετά...
Μετά, άμα σταμάτησε ο πόλεμος, έβαζαν καπνά ο κόσμος, ό,τι έπαιρναν από κείνα. Είχαμε τότε! Ύστερα, έναν καναπέ, ένα αυτό, έστω και αυτά κάναμε ύστερα. Και κουρελούδες και αυτά. Έκαναν οι μάνες μας. Ζούσαμε!
Σιγά σιγά η οικογένεια γινόταν πιο...
Δηλαδή πιο πολύ στον πέρα μαχαλά δεν υπόφεραν τόσο οι άνθρωποι. Γιατί δεν κάηκαν τα σπίτια! Τώρα είχαν. Εμάς ήταν που κάηκε το χωριό κι ο κόσμος υπόφερε περισσότερο. Το να χάσεις το σπίτι σου, να χάσεις τον άνθρωπό σου. Δεν είναι. Δεν είναι! Αυτά που λες, πουλάκι μου.
Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ θεία!
Αυτά! Ιστορία! Ιστορία!
Σ' ευχαριστώ!
Αλλά, δόξα τω Θεώ! Αφού από κει κι ύστερα, κάναμε και μεγαλώσαμε και παντρευτήκαμε και δόξα τω Θεώ! Και παιδιά κάναμε...
Όλα καλά! Όλα καλά!
Κι έκανα και δισέγγονα τώρα. Και ζω ακόμα. Δόξα τω Θεώ!
Όλα καλά! Τώρα όλα περάσανε!
Όλα πέρασαν! Αυτά είναι στο παρελθόν!
Το κλείνω;
Κλείσ' το! Κλείσ' το, πουλάκι μου! Τι να πω άλλο;
Photos

Έρωτας
Ο Αχιλλέας και η Ζωή Τζικοπούλου. Στο Άνω ...

Βόλτα στην πόλη
Ο Χαράλαμπος και η Ζωή, σε μια βόλτα τους ...

Το ζεύγος
Η Ζωή και ο Αχιλλέας Τζικόπουλος, σε κάποι ...

Το μνημείο
Το μνημείο αυτό βρίσκεται στην πλατεία του ...

Πολυχρόνης Μακρίδης
Ο μπαμπάς της Ζωής, Πολυχρόνης Μακρίδης. Η ...

Κάρτποσταλ
Το πίσω μέρος της καρτ ποστάλ, με την φωτο ...

Συγγενείς
Από αριστερά προς τα δεξιά, είναι ο Αναστά ...

Η αφηγήτρια Ζωή Τζικοπού ...
Αριστερά είναι η Ζωή Τζικοπούλου και δίπλα ...

Μια κυριακάτικη συνάντηση
Αριστερά είναι η Ζωζώ Καλαϊτζόγλου (νύφη τ ...

Βόλτα στον σταθμό
Αριστερά η Ζωή Τζικοπούλου. Δίπλα της η Κυ ...

Κάποια Πρωτομαγιά στο Κα ...
Αριστερά ο Αχιλλέας Τζικόπουλος, δίπλα του ...

Κυριακάτικη βόλτα
Η Ζωή Τζικοπούλου, η Κίτσα Μακροπούλου, ο ...

Βόλτα στα χωράφια
Κίτσα Μακροπούλου, Χαράλαμπος Μακρόπουλος ...

Στην αυλή του σπιτιού
Η Ζώη Τζικοπούλου και η Ζωζώ Καλαϊτζόγλου. ...

Στην αυλή του σπιτιού
Ζωή Τζικοπούλου. Χαράλαμπος Μακρόπουλος κα ...

Ζωή Τζικοπούλου
Απογευματάκι. Η Ζωή στη βεράντα του σπιτιο ...

Αχιλλέας Τζικόπουλος
Ο σύζυγος της Ζωής, στο εσωτερικό του σπιτ ...
Summary
Η Ζωή Τζικοπούλου γεννήθηκε και ζει στο Άνω Καρυόφυτο Ξάνθης. Μεγάλωσε στο χωριό, με τους γονείς και τα τρία αδέρφια της. Ζούσε μέχρι και τα 7 της χρόνια σε ένα σπίτι τούρκικης αρχιτεκτονικής. Συμβίωναν ήσυχα και ειρηνικά με τους Βουλγάρους κατά τη διάρκεια της Κατοχής και δεν είχαν προβλήματα ή συγκρούσεις. Μέχρι τη στιγμή που οι Βούλγαροι έκαψαν το χωριό τους και σκότωσαν τον πατέρα της. Πέρα από το τραγικό γεγονός, μας μιλά για την αγροτική ζωή στην περιοχή, το βιοτικό επίπεδο και τις καθημερινές συνήθειες των κατοίκων.
Narrators
Ζωή Τζικοπούλου
Field Reporters
Σάντυ Μακροπούλου
Tags
Interview Date
18/08/2021
Duration
68'
Summary
Η Ζωή Τζικοπούλου γεννήθηκε και ζει στο Άνω Καρυόφυτο Ξάνθης. Μεγάλωσε στο χωριό, με τους γονείς και τα τρία αδέρφια της. Ζούσε μέχρι και τα 7 της χρόνια σε ένα σπίτι τούρκικης αρχιτεκτονικής. Συμβίωναν ήσυχα και ειρηνικά με τους Βουλγάρους κατά τη διάρκεια της Κατοχής και δεν είχαν προβλήματα ή συγκρούσεις. Μέχρι τη στιγμή που οι Βούλγαροι έκαψαν το χωριό τους και σκότωσαν τον πατέρα της. Πέρα από το τραγικό γεγονός, μας μιλά για την αγροτική ζωή στην περιοχή, το βιοτικό επίπεδο και τις καθημερινές συνήθειες των κατοίκων.
Narrators
Ζωή Τζικοπούλου
Field Reporters
Σάντυ Μακροπούλου
Tags
Interview Date
18/08/2021
Duration
68'