Age Restricted Interview
This interview is only available to users who are eighteen years old or over.
«Ο δάσκαλος είναι το αυτί» Ο λυράρης του Άνω Μέρους, Στίνος Σοφιαδάκης μιλάει για την ζωή του και την λύρα
Segment 1
Η ιστορία του ονόματος «Στίνος»
00:00:00 - 00:05:13
Partial Transcript
Το σταματάμε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, λοιπόν… Ωραία. Άρα είναι σήμερα 30 Μαΐου του 2021 βρίσκομαι εδώ, με τον κύριο; Πώς σας λένε; … ούλοι στην Αγία Φωτεινή επάνω. Είχε και γυμνάσιο εδώ; Όχι, παλιά είχενε γυμνάσια… Πήγαινες… Τότεσας πήγαινες στο Ρέθυμνος, στα γυμνάσια.
Lead to transcriptSegment 2
Η εκτέλεση του πατέρα του από τους Γερμανούς
00:05:13 - 00:09:48
Partial Transcript
Για πείτε μου λοιπόν πως έλεγαν τον πατέρα σας; Μανώλη. Και τι συνέβη με τον πατέρας σας; Τον σκότωσαν οι Γερμανοί, ναι τον σκοτώσανε οι…οιοι είναι έτσι και ποιοι είναι αλλιώς. Ήτανε με την αριστερά δηλαδή; Ωραία. Κάποιο άλλο περιστατικό από την κατοχή θυμάστε; Δεν θυμάμαι.
Lead to transcriptSegment 3
Η πρώτη λύρα του Στίνου
00:09:48 - 00:13:57
Partial Transcript
Άρα λοιπόν μετά μεγαλώσατε- Ναι στο χωριό- Και μου είπατε αργότερα πήγατε σε κάποια σχολή; Μεγάλωσα μετά. Ήτονε οι σχολές, Βασιλικές Τ…ου δώσω τα λεφτά και να μην θέλει να μου δώσει την λύρα. Αυτός ήτονε μεγάλος και τον εφοβόμουνε. Δεν εμπόρουνα, δεν εμπόρουνε ν' αντισταθώ.
Lead to transcriptSegment 4
Οι βασιλικές σχολές στη Λέρο
00:13:57 - 00:17:45
Partial Transcript
Λοιπόν και αυτός μου λέει και μετά… Ναι και πάω στην Λέρο και πάω εγώ στην Αθήνα. Πήγαμε άλλα τέσσερα κοπέλια Ανωμεριανάκια και μαθαίνανε δι…πόν όταν επέρασενε σε μένα του κάνω: «Χα…» και μου παίζει ένα σκαμπίλι άπου το θυμούμαι ακόμα. Και παίζω έναν πήδο και σηκώνομαι και φεύγω.
Lead to transcriptSegment 5
Το αναμορφωτήριο στην Κω
00:17:45 - 00:20:59
Partial Transcript
Τ' άλλα γλάνια, άπου πήγαμενε, αυτά δεν εκάνανε και φύγαμε κι απόμεινα εγώ αμοναχός και ένας άλλος Γιάννης Μπαγουράκης. Αυτός εμάθαινε ράφτη… ο κακομοίρης οπέρσις, ο καλύτερος μου φίλος! Επαε ερχόντανε εδά ούλοι οι Μελαμπιανοί, τέλος πάντων... Λοιπόν ίντα ‘θελα πω δα; Εξέχασα το…
Lead to transcriptSegment 6
Επιστροφή στο χωριό- Αναγνώριση ως λυράρης
00:20:59 - 00:23:56
Partial Transcript
Ναι. Έρχομαι λοιπόν στο χωριό, αμα ετελείωσενε η παραμονή μας στο χωριό… Εις τη αυτό. Και μετα μια δεκαπενταρέ μέρες... Ο αδερφός μου έπαιζε…ν Καπαρό απου σου λέω, ήτανε συγκρότημα μαζί. Ήτονε επαέ κι άλλοι λυράρηδες κι άλλα γλέντια. Τρία γλέντια γινότανε στο κάθε χωριό τότε σας.
Lead to transcriptSegment 7
Διευκρινήσεις για την Λέρο, την ασχολία με τη λύρα και αναμνήσεις από γλέντια
00:23:56 - 00:40:31
Partial Transcript
Συγνώμη θα σας διακόψω ένα λεπτάκι για να κάνω… Να καταλάβω κάποια πράγματα. Ο Αντώνης ήταν ο αδερφός σας; Ναι. Ωραία. Να το πάμε λίγο να… «και μου έκανε αυτό και δεν του την έδωκα». Να… Ψώματα μου το ‘πενε ο Σταγάκης, ψώματα; Και την έχω ακόμα. Ακούς. Δηλαδή ντοκουμέντα. Ναι.
Lead to transcriptSegment 8
Αναμνήσεις από την αντιμετώπιση στη Λέρο και τα πρώτα χρόνια με τη λύρα
00:40:31 - 00:47:42
Partial Transcript
Μάλιστα. Πολύ ωραία. Θα σας πάω λίγο πίσω πάλι. Μου είπατε ότι όταν φτάσατε στην Λέρο σας κοροϊδεύανε εκεί οι ντόπιοι; Ε, ναι μωρέ τότεσας…ια πήρα εγώ τα καλαματιανά και τανγκά απου ετροζένοντανε οι άνθρωποι… Δε ετσα λύρα… Λοιπόν. Μόνο αλλάζω την μια κουβέντα και πάω στην άλλη.
Lead to transcriptSegment 9
Τα «τανγκά»
00:47:42 - 00:49:22
Partial Transcript
Λοιπόν, όντεν ήμουνε φαντάρος, και πήγαινα στην σκοπιά. Εγώ άπου λες μ’ αρέσανε τα λαϊκά τραγούδια ορισμένα: «Φτωχολογιά», «Μένω σε κάποια γ… χρονών, 200 χρονών να ‘ναι, ν΄ ακούσει τα τανγκά όπου κι ας είναι… Σου λέω τ’ άρεσενε. Επιάσανε τόσο πολύ τα τανγκά, απού ίντα να σου πω.
Lead to transcriptSegment 10
Πώς διαχειριζόταν το γλέντι ο Στίνος, ο ανταγωνισμός μεταξύ των λυράρηδων, τα γλέντια σήμερα
00:49:22 - 01:03:32
Partial Transcript
Πολύ ωραία. Να ρωτήσω και κάτι για τα γλέντια; Ναι. Για τους γνωστούς λυράρηδες που λέτε ότι δεν πηγαίνανε τόσο πολύ. Εννοείται ότι δεν… πάνε με τσι κοπελιές τους, με την παρέα 'ντος. Ψώματα; Παλιά πηγαίνανε για την μουσική; Παλιά έπρεπενε βέβαια. Ε, ναι-ναι να παίζει, να…
Lead to transcriptSegment 11
Το καφενείο του Στίνου- η εξάσκηση στη λύρα και τα πανηγύρια του Άνω Μέρους
01:03:32 - 01:11:35
Partial Transcript
Ωραία. Θέλω να μου πείτε τώρα, ξεκινήσατε να παίζετε λύρα και παίζατε εδώ στα γλέντια κτλ., αλλά απ’ ότι μου είπατε δεν ζούσατε μόνο απ' αυ…δή άλλος λυράρης... Ερχότανε λυρατζήδες, αλλά ο υπεύθυνος του γλεντιού και φίλοι μου και ξέρω ‘γω... Αλλά υπεύθυνος του γλεντιού ήμουν εγώ.
Lead to transcriptSegment 12
Το γλέντι που του έμεινε αξέχαστο
01:11:35 - 01:14:22
Partial Transcript
Υπάρχει κάποιο γλέντι που να σας έχει μείνει; Θυμάστε να το ξεχωρίζετε; Ίντα να σου πω, ίντα να σου πω; Μια φορά έκανε ένα γλέντι στο Μονα…. Και φταίει απού έτσι δηλαδή, ευχαριστήθηκα, ικανοποιήθηκα. Τούτονα δηλαδή το γλέντι μου ‘χει μείνει,το θυμάμαι μου 'χει μείνει αξέχαστο.
Lead to transcriptSegment 13
Πώς γνώρισε τη γυναίκα του
01:14:22 - 01:21:59
Partial Transcript
Ωραία πράγματα. Είπα, θα ‘χω πει και τροζάδες, κι ας το γράφει. Την γυναίκα σας πότε την γνωρίσατε; Την γυναίκα μου μεγάλη ιστορία. Τα π…στο… Δεν είναι ωραία; Ναι πολύ. «Εσύ μωρέ… επήγα μωρέ προχθές και την γύρεψα και δεν στην δώκανε κι εδα μωρέ θα γυρές εσύ και…; Δεν πάω!»
Lead to transcriptSegment 14
Ο Στίνος κουρέας
01:21:59 - 01:30:48
Partial Transcript
Ωραία, εντάξει δεν θέλω να σας κουράσω πολύ ακόμη. Να δούμε και τι ώρα έχει πάει. Ωραία ασχοληθήκατε λοιπόν με το καφενείο; Με το καφενείο…ξα πάλι τσι μηχανές. Από πού μάθατε να κουρεύετε; Επήγα στου Σαλβαράκη στο Ρέθεμνος. Επήγα κι έκαμα ένα μήνα στου Σαλβαράκη στο Ρέθεμνος.
Lead to transcriptSegment 15
Η σχέση του Στίνου με τα χρήματα του γλεντιού
01:30:48 - 01:37:55
Partial Transcript
Μια τελευταία ερώτηση θέλω να σας ρωτήσω. Αν μπορούσατε να ζείτε από την λύρα, δηλαδή να βιοπορίζεστε απ' αυτό θα το κάνατε; Τι να σου πω …τα παλιά. Αυτό πρέπει να γίνει να φωνάξουν ούλοι. Να 'στε καλά, ευχαριστώ πολύ. Λοιπόν, ίντ' άλλο; Να πάμε στο σπίτι, κάτι θα βρεθεί...
Lead to transcript[00:00:00]
Το σταματάμε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, λοιπόν… Ωραία. Άρα είναι σήμερα 30 Μαΐου του 2021 βρίσκομαι εδώ, με τον κύριο; Πώς σας λένε; Θέλω να μου πείτε μια φορά το όνομα σας στο μικρόφωνο.
Ιουστινιανός Σοφιαδάκης.
Ωραία. Kι εγώ λέγομαι Αντώνης Λεοντίδης, είμαι ερευνητής του Istorima κι ας ξεκινήσουμε την συνέντευξη. Ωραία. Κύριε Στίνο εσείς πού μεγαλώσατε;
Στο χωριό, εδώ στο χωριό.
Πώς λέγεται το χωριό;
Άνω μέρος.
Ωραία κι έχετε αδέρφια;
6 αδέρφια είμαστε.
Ποιά; Πώς λέγονται τα αδέρφια σας;
Είναι 4 αρσενικά αγόρια και 2 κορίτσια. Και λέγονται Αντώνης, Θεμιστοκλής, Μιχάλης και Στίνος. Ιουστινιανός - Στίνος.
Το όνομα το δικό σας, «Ιουστινιανός», από πού, πώς σας το δώσανε οι γονείς σας;
Θα σου πω. Είμαστε 6 αδέλφια. Λοιπόν έχει βγάλει ο πατέρας μου όλα τα ονόματα που χρειαζότανε τα δικά του, δηλαδή του πατέρα του, του παππού του, ξέρω ‘γω να πούμε κι εγώ ήμουνα μικρότερος. Και λέει του Συντέκνου του, βρήκε τον σύντεκνο ας πούμε να με βαπτίσει… και του λέει: «Όπως θες βγάλε το κοπέλι. Έχω βγάλει τα ονόματα τους εγώ, αλλά όπως θες το βγάλε». Λοιπόν αυτός με βαπτίζει και με βγάζει Ιουστινιανό. Λοιπόν πάνε στην εκκλησία να με βαπτίσουν και δεν ξέρει τώρα ούτε ο πατέρας μου, ούτε η μάνα μου, πως θα με βγάλουνε, και ξέρω ‘γω να πούμε… Λοιπόν φεύγουνε απ' την εκκλησία και πάνε στο σπίτι δα να πιούνε το κρασί, μετά την αυτή… Ρωτούνε: «Πώς βγάλατε ας πούμε το κοπέλι;», λέει: «Ιουστινιανό». Κι αρχινά ο πατέρας μου: «Εχάσαμε το κοπέλι κι ήντα θα πει "Ιουστινιανός"; -και το 'να και τ' άλλο- για όνομα του Θεού...». Λοιπόν κι αρχίξανε και… Παραλίγο να μην δεχτούνε τον σύντεκνο να πιει το κρασί. Σου λέει: «Ίντα 'ναι Ιουστινιανός;» αυτοί τώρα αγράμματοι ανθρώποι, όπως κι εμένα. Εντωμεταξύ βέβαια εκάτσανε εκεί ήπιανε… Φάγανε κι ήπιανε. Κι από ‘κειά άρχιξε Ιουστινιανός, Στίνος, Ιουστίνο με λέγανε απ' το σπίτι Στίνο, Ιουστίνο, Στίνο κι έμεινε το Στίνος. Εγώ ‘θελα το Στίνος. Δεν ξέρω γιάντα το ‘θελα το Στίνος, ενώ μπορούσαν να με λέγανε Ιουστίνο ή Ιουστινιανό ή Ιουστινιανάκη ή ξέρω ‘γω να πούμε, κι όμως εγώ… Κι εκατοχυρώθηκενε. Εντωμεταξύ μεγάλωσα κι αρχίζω κι ασχολούμαι με πολλά πράγματα, με μαγαζιά, με λύρες, με ντοκουμέντα κι εκυκλοφορούσε το Στίνος και δε… Εδά οι χωριανοί, οι νέοι χωριανοί του χωριού, να βρεθεί κανείς τώρα από κανένα χωριό και να του πει: «Ίντα κάνει μωρέ ο Ιουστινιανός;» δεν κατέχει, δεν κατέχει ποιος είναι. Όλος ο κόσμος τώρα, όλα τα πάντα, όλα, όλοι Στίνος. Έχει κατοχυρωθεί Στίνος.
Και του σαντόλου σας πώς του ήρθε και σας έβγαλε… Του νονού σας πώς του ήρθε και σας έβγαλε…;
Αυτός ήτανε ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος και πολύ δραστήριος, ήτονε τζαμπάζης (ζωέμπορος). Έκανε καφενείο, Λινοξυλάκης λεγότανε, ήτανε με τον ποδοσφαιριστή συγγενής. Μπάρμπας του, ναι Λινοξιλάκης. Λοιπόν ήτανε αυτός… Δηλαδή εδώ πέρα έκανε το… Πώς το λένε μωρέ τότεσας… Επαίρνανε τα πρόβατα τα βόδια τα ξέρω 'γω να πούμε και τα πήγαινε στο Ηράκλειο. Μεγάλος επιχειρηματίας, τον εκάτεχε ούλη η Κρήτη. Ακούς, μεγάλος επιχειρηματίας και καφετζής κι ήτανε δηλαδή το Α του Άνω Μέρους και ήξερενε... Ήτανε και μορφωμένος λιγάκι, ξέρω ‘γω να πούμε και μ' έβγαλε Ιουστινιανό.
Άρα λοιπόν μεγαλώσατε στο Άνω Μέρος...
Ναι.
Πήγατε σχολείο εδώ;
Πήγαμε σχολείο εδώ ναι.
Το σχολείο που είναι εδώ στο χωριό ε;
Εδώ στο χωριό ναι. Τότε ήμαστονε 500 κοπέλια. Ήμαστονε… 70 παιδιά είχενε το σχολείο και τώρα δεν έχομε ούτε… Είχαμε και νηπιαγωγεία, είχαμε ξέρω ‘γω να πούμε και τώρα δεν υπάρχει μαθητές σχολείο στο χωριό αυτό. Πάνε ούλοι στην Αγία Φωτεινή επάνω.
Είχε και γυμνάσιο εδώ;
Όχι, παλιά είχενε γυμνάσια… Πήγαινες… Τότεσας πήγαινες στο Ρέθυμνος, στα γυμνάσια.
Για πείτε μου λοιπόν πως έλεγαν τον πατέρα σας;
Μανώλη.
Και τι συνέβη με τον πατέρας σας;
Τον σκότωσαν οι Γερμανοί, ναι τον σκοτώσανε οι Γερμανοί… Κι αν τον θυμάμαι; Ημούνε έξι χρονών και θυμάμαι μια περίπτωση, ότι… Είχε βέβαια ο πατέρας μου τότεσας είχανε μουλάρια όλοι ζώα… Και θυμάμαι μια φορά μια σκηνή απού μ΄έδεσενε στου μουλαριού την καπούλα, ‘θέλα πάμε κάτω ας πούμε κι ήμαστε στου μουλαριού την καπουλα. Ξέρεις τώρα ποια είναι η καπούλα; Και πήγαμε ας πούμε κάπου, για να μην πέσω απ' το μουλάρι. Αυτή την περίπτωση μόνο θυμάμαι. Και όταν μας είπαν πως θα μας κάψουν οι Γερμανοί και να φύγουμε απ' το χωριό και να πάμε ξέρω ‘γω, γιατί 'κάψαν το χωριό, σκοτώσανε δεν ξέρω πόσα άτομα… Λοιπόν, θυμάμαι μια περίπτωση ότι του ‘λεγενε κάτι γειτόνοι. Γιατί είχανε μάλλον ονοματίσει ποιους θα σκοτώσουνε. Τότεσας ήτανε οι Βενιζελικοί -δεν θυμάμαι να τα πω τούτα να τα πράγματα… Και λοιπόν του λέγανε, εκρυφτήκανε ορισμένοι γιατί ήτονε, όπως λένε, σημειωμένοι απ' όταν ήρθανε οι Γερμανοί ποιους θα σκοτώσουνε. Και του είπανε: «Άντε μρέ να χωστείς κι εσύ». Λέει: «Δεν έκαμα εγώ πράγμα και πού θα πάω;» κι έμεινε σπίτι. Οι άλλοι… Και τον εβάλανε μες το σχολείο και τον εσκοτώσανε. Και θυμούμαι όταν εφύγαμε και πήγαμε στο... Μας επήγανε στο Μέρωνα όσοι μείναμε και κάψανε το χωριό. Και θυμάμαι ότι πήγαμε στον Μέρωνα, και πήραν 'δα οι ανθρώποι, καθένας ορισμένα, ό,τι είχενε, ψωμί, ελιές, ξέρω ‘γω να πούμε, να αυτό… Και θυμούμαι ότι πήγαμε στον Μέρωνα σ' ένα αγκιναροκήπι, μας εβάλανε και κοιμηθήκαμε όξω. Κι εγώ έκλαιγα γιατί επείνουνε και βάσταγε η μάνα μου ξινόχοντρο κι έκλαιγα… Να μου δώσει τότεσας να φάω. Τούτηνα την περίπτωση θυμούμαι από τον πατέρα μου.
Δύσκολα χρόνια ε;
Ναι.
Πώς τον έλεγαν τον πατέρα σας ;
Μανώλη. Μανώλη.
Και τι επάγγελμα έκανε πριν;
Γεωργός, γεωργός.
Και μετά θυμάστε γιατί έκαψαν το χωριό οι Γερμανοί;
Μάλλον επέρασαν- αυτά τα ξέρουνε οι παλιοί. Επέρασαν από εδώ πέρα ο Κράιπε, πώς τον λένε. Κι επειδής ελέει επέρασε από 'δώ πέρα, κρυφά βέβαια, απ' όσα χωριά πέρασε ας πούμε να τα κάψουνε.
Ο πατέρας σας που τον είχανε σημειωμένο υπήρχε κάποιος λόγος;
Όχι ήτανε τότεσας ο τρόπος που ήτανε τα πράγματα δεν θυμάμαι, πώς να στο πω. Σαν να είναι τα κομματικά;
Είχε μια ιδεολογία;
Ναι ήτονε... Ποιοι είναι έτσι και ποιοι είναι αλλιώς.
Ήτανε με την αριστερά δηλαδή; Ωραία. Κάποιο άλλο περιστατικό από την κατοχή θυμάστε;
Δεν θυμάμαι.
Άρα λοιπόν μετά μεγαλώσατε-
Ναι στο χωριό-
Και μου είπατε αργότερα πήγατε σε κάποια σχολή;
[00:10:00]Μεγάλωσα μετά. Ήτονε οι σχολές, Βασιλικές Τεχνικές Λέρου και ήτονε και στην Κω, πηγαίνανε… Στην Λέρο μαθαίνανε τέχνες και τα φτωχά παιδιά ξέρω ‘γω, τα παίρνανε και πηγαίνανε 'κεί πέρα και μαθαίνανε δουλειές… Ήτανε όπως ο στρατός . Όπως ο στρατός. Εγώ μάθαινα επιπλοποιός και μαθαίνανε δουλειές… Ναι και κάμαμε ένα χρόνο. Μετά ασχολήθηκα… Εγώ ήμουνε γλάνι, μικιός κι ασχολήθηκα με την λύρα. Έκαμα λύρα με κουκουμάδες, με ταβλιά, με ξύλα, με τέλια έβανα για κόρδες, στο δοξάρι έβανα του μουλαριού τρίχες, με αθάνατο, ξέρω ‘γω να πούμε και τριγούνιζα… Επόριζα κάθε μέρα τα οζά. Κάθε μέρα. Κάθε μέρα πορίζανε τότεσας στα χωριά και βλέπαμε τα οζά, κι ασχολούμουνε με την λύρα που λες. «Ντούρου, ντούρου, ντούρου, ντούρου» και ξεκαρπούλιζα κάτι μόνο-μόνο… Και μετά με το να πάω στην Λέρο, πλιά μπρος εξεκαρπούλιζα εγώ κάτι τις. Λοιπόν ήθελα ν' αγοράσω μια λύρα. Είχα κάμει εγώ πλιά μπρος, σου λέω, το ταβλί… Μπρόκωνα από πίσω ένα κουκουμά για καπάκι της λύρας, είχα κάνει πολλές... Λοιπόν κι ήθελα που λες να πάρω μια λύρα να πάω στην Λέρο. Σκέψου δα, δεν είχα πάει ούτε στο Ρέθεμνος ακόμα. Άβγαλτος, άβγαλτος... Ήμουνε από τα καλύτερα γλάνια (νεαρός). Κι ήθελα να πάρω την λύρα να πάω στην ξενιτιά να την κρατώ να τριγουνίζω. Λοιπόν κι ήλεγα τση μάνας μου να μου πάρει λύρα και δεν είχενε λεφτά κι εγώ έκλαιγα κάθε μέρα. Κι ύστερα μου παίρνει μια λύρα και πάει και βρίνει το… Είχαμε έναν Μπακάλη στο χωριό, κι ας είναι καλά… ο Θεός να τσοι συγχωρέσει. Λοιπόν και πήγε και πήρε ένα εικοσάρικο δανικό, 20 δραχμές. Δραχμές τότεσας. Και πήρενε αυτό να μου πάρει μια λύρα να… Και πήγαινε… Λοιπόν και πάω εγώ εκεί, γυρεύω το εικοσάρικο απ' τον Μπακάλη κι είχενε ένας… Κι ήτονε από τσι Κουρούτες, δεν λέω τ' όνομα. Από τσι Κουρούτες ήτονε επαέ ένα βοσκάκι, κι είχενε επαέ μια παλιόλυρα και την έδινε 20 ευρώ. Λοιπόν δεν κατέω εγώ πως ήθελα ν' αγοράσω ‘κεινα την λύρα να, αυτό… Και πήγα, απου λες κι έπαιρνα την λύρα κι αγοράζω την λύρα και παω να… Αυτός ο βοσκός ήτονε σ' ένα σπίτι επαέ και πάω εγώ να μου δώσει την λύρα και του δίνω το εικοσάρικο και του λέω να μου δώσει την λύρα και παίρνει το εικοσάρικο και μετά… Δεν ήθελε να μου δώσει την λύρα! Και παίζω μια και του αρπώ την λύρα! Και με ζύγωνε και με ζύγωνε και με ζύγωνε και με κατέβασε από κιονά το σπίτι ένα χιλιόμετρο και κατέβηκα τσι όχθους και με ζύγωνε να μου την πάρει. Να του δώσω τα λεφτά και να μην θέλει να μου δώσει την λύρα. Αυτός ήτονε μεγάλος και τον εφοβόμουνε. Δεν εμπόρουνα, δεν εμπόρουνε ν' αντισταθώ.
Λοιπόν και αυτός μου λέει και μετά… Ναι και πάω στην Λέρο και πάω εγώ στην Αθήνα. Πήγαμε άλλα τέσσερα κοπέλια Ανωμεριανάκια και μαθαίνανε διάφορες τέχνες επήγα εγώ, επήγε ο Γιώργης ο Κυριακάκης, επήγενε ο Γιάννης ο Μπαγουράκης, επήγαινε ο Νίκος ο Μπαγουράκης, επήγαμε παρέα. Είχαμε δηλαδή παρέα… Επειδής επήγαμε με την λύρα και δεν εγάτεχα... Και πάω λοιπόν, την βάνω σ' ένα βουργίδι, απού τότεσας την λύρα όπου κι αν είχα πάμενε μας εφωνάζανε: «Κρητσικάτσα», δηλαδή μας εκοροϊδεύανε. Εις στην ξενηθιά εννοώ. Και βάνω σ' ένα μαξιλάρι κόκκινο την λύρα και πάμε ‘δα Αθηνά και μας εβάνουνε στο γκαράζ, στο καράβι και πάμε στην Λέρο. Η Λέρο είχε 1200 άτομα και μαθαίνανε δουλειές και φεύγανε 600 κι επηγαίνανε 600. Με κατάλαβες δηλαδή; Λοιπόν με το να πάει δηλαδή, αποστολή δική μας στην Λέρο, με θωρούν εμένα και κατεβαίνω απ' το καράβι και κράτουνα την λύρα, τα γλάνια δα απου ‘ταν ‘κει ‘δα: «Ουυυ, κι ήρθενε λυρατζής!» και με βάνουνε και με ντύνουνε. Και με ντύνουνε στολές και με ντύνουνε βράκες κι έπαιζα την λύρα και τριγουνίζανε και χορεύανε, ακούς! Και χορεύανε και δεν εγάτεχα… Δεν εγάτεχα… Πράμα δεν εγάτεχα! Λοιπόν ήτονε πολύ πειθαρχία στην Λέρο. Είχαμε τμηματάρχιδες, είχαμε αξιωματικούς. Ό,τι γίνεται ο νεοσύλλεκτος στο στρατό... Κρεβάτια τεντωμένα, απαγορεύεται το τσιγάρο, απαγορεύεται αυτό, λοιπόν... Εγώ ήμουνα επιπλοποιός κι ήμασταν 30 άτομα στο επιπλοποιείο. Μαθαίναμε ορισμένα πράγματα, εγώ ήμουνε επιπλοποιός άλλοι μαθαίνανε βαρελάδες, άλλοι καλαϊτζήδες. Τέλος πάντων... Το τσιγάρο απαγορευότανε, αλλά εμείς καπνίζαμε, τα γλάνια 'κεί πέρα παίρναμενε γόπες. Γόπες από κάτω, δεν είχαμενε εμείς λεφτά; Και καπνίζαμε κι εκειά που ήτονε το συνεργείο και δουλεύαμε, απέναντι ήτανε μια τουαλέτα, ήτανε ένα καμεράκι και πηγαίναμε και αυτό... Λοιπόν παίρνω εγώ μια μέρα… Ήυρηκα καμία γόπα και την παίρνω και πάω στην τουαλέτα να καπνίσω... Λοιπόν το κάνει ο διάολος και πάει τ' αφεντικό μετά στην τουαλέτα. Λοιπόν, θωρεί τον καπνό του τσιγάρου στην τουαλέτα και σου λέει: «Ήρθε κιανείς και κάπνισε». Και μπαίνει στο συνεργείο και μας εβάνει και τα τριάντα άτομα γύρου – γύρου, να δεις δηλαδή… Κι αυτός στην μέση και πέρνανενε από τον καθένα και του κάνανε: «Χα - χα - χα», ποιός βγάνει την καπνουλέ. Λοιπόν όταν επέρασενε σε μένα του κάνω: «Χα…» και μου παίζει ένα σκαμπίλι άπου το θυμούμαι ακόμα. Και παίζω έναν πήδο και σηκώνομαι και φεύγω.
Τ' άλλα γλάνια, άπου πήγαμενε, αυτά δεν εκάνανε και φύγαμε κι απόμεινα εγώ αμοναχός και ένας άλλος Γιάννης Μπαγουράκης. Αυτός εμάθαινε ράφτης. Είχανε φύγει για τα χωριά, δεν των άρεσε αλλά εγώ με το λυράκι με το αυτό... Λοιπόν και παίζω απου λες έναν πήδο με το να με δείρει και φεύγω και πάω στον τμηματάρχη να με ζυγώξει, να μου δώσει τα χαρτιά να σηκωθώ να φύγω κι εγώ. Και μου λέει: «Να φύγεις;» -έτσι ακριβώς- «θα σε στείλω στην Κω». Εις στην Κω… Δεν εκάτεχα εγώ μούδε ίντα εκάνανε στην Κω… Εις την Κω λοιπόν ήτανε αναμορφωτήριο, πώς το λένε. Και πηγαίναν κειδά ούλα τα ζούμπερα γλάνια. Εμαθαίνανε κι εκει πέρα κάτι τις αλλά ήτονε χαλαρά τα πράγματα δεν ήτονε… Λοιπόν την πρώτη μέρα που πήγα δα στη… Με στέλνανε στην Κω, δεν με στέλνανε στο χωριό. Δεν μ΄αφήκανε. Μου λένε: «Θα σε στείλουμε…» Λοιπόν, και πάω λοιπόν στην Κω και μόλις επήγα στην Κω πάω σε μιαν αίθουσα, σαν ένα σχολείο ήτονε. Ήτονε μεγάλη μιαν αίθουσα… Και η Κως είχενε 120 κοπέλια 100, δηλαδή λίγα άτομα ενώ η Λέρος είχενε 1200. Λοιπόν και πάω που λες εκειδά… Και θωρώ ένα λυρατζή, ο Θεός να του συγχωρέσει. Γιώργης Καλόγερος απ’ τσι Μέλαμπες. Καλόγερος παρανομιάζεται Γιώργης από τσι Μέλαπμες. Σπυριδάκης είναι το επίθετο του. Λοιπόν και κάθεται χάμε, κι ένα άλλο κοπέλι, χάμαι ετσέ, και κράθιενε δυο κουτάλια και τα καταχτύπανε χάμαι για [00:20:00]πάσο. Και που λες χορεύανε 30-40 άτομα και κρατούσανε ένα τσιγάρο κι έδινενε ο ένας, έστριβε ο ένας και το 'δινε το τσιγάρο τα αλλουνού. Και λέω: «Ίντα ναι μωρέ τουτο να το πράγμα; Να μην το κατέχω ρε γαμώ τη, να σηκωθώ να φύγω από την πρώτη μέρα να ‘ρθώ ‘παέ». Και παίζαμε 'κεί πέρα και γλεντούσαμε και γινότανε τση κακομοίρας, τση κακομοίρας. Τελείωσα δηλαδή… Ό,τι θέλαμε εκάναμε. Λοιπόν ήρθενε ο αυτός να φύγουμε. Δίνανε διπλώματα για τσι τέχνες απου κάναμενε. Ένα χρόνο έπρεπε να κάνεις μετά έφευγες. Λοιπόν ήρθενε ο καιρός για να φύγομε κι έρχομαι στο χωριό. Εντωμεταξύ με το να παίζομε εκεί πέρα ο Γιώργης ο Καλόγερος τρομερός λυράρης. Απόθανε ο κακομοίρης οπέρσις, ο καλύτερος μου φίλος! Επαε ερχόντανε εδά ούλοι οι Μελαμπιανοί, τέλος πάντων... Λοιπόν ίντα ‘θελα πω δα; Εξέχασα το…
Ναι. Έρχομαι λοιπόν στο χωριό, αμα ετελείωσενε η παραμονή μας στο χωριό… Εις τη αυτό. Και μετα μια δεκαπενταρέ μέρες... Ο αδερφός μου έπαιζενε λαγούτο, καλός λαγουθιέρης. Επήγενε με τον Κλάδο τότεσας στις Μοίρες, έπαε ίσα κάτω κι έπαιζενε λαγούτο. Τρομερός λαγουθιέρης κι έπαιζενε επαέ μ' ένα άλλο λυράρη. Τον Καπαρό τον Λευτέρη κι αυτός δεν υπήρχενενε, καλύτερος λυράρης στην Κρήτη. Αλλά ήτονε κι αυτός σαν κι εμένα, του λέγανε να βγάλει κασέτες κι έβγαλε αυτός μια φορά τσι δίσκους με βελόνες, με ξέρω ‘γω να πούμε δηλαδή για… Αλλά λυράρης! Από 'κειά έχω πάρει εγώ… Γιατί επαε ήμασταν πολλοί λυράρηδες στο χωριό, πάρα πολλοί λυράρηδες στο χωριό κι ήτανε κι ένας Μπαρμπαγιάννης λεγότανε, τυφλός ήτανε κι ήπαιζενε πεντοζάλια, αλλά ήπαιζενε τρομερά πεντοζάλια ο Μπαρμπαγιάννης. Αλλά ήτονε ωραία βέβαια, μπορώ να σου πω καλύτερα απ' του Λεύτερη. Αλλά ο Λευτέρης αυτά που έπαιζενε τα έπαιζενε… Δηλαδή αεράτα! Τα έπαιζενε με διαφορετικό στιλ, με διαφορετικό αυτό. Κι εγώ, ήτονε το είδωλο μου ο Καπαρός και παρακολούθουνα τον Λευτέρη τον Καπαρό, γιατί αλλάζουνε τα πεντοζάλια ορισμένα κι επήρα του Λευτέρη τα αυτά... Γι' αυτό τώρα με ψάχνουνε ούλοι για τα παραδοσιακά, όχι πως είμαι καλός λυρατζής, άλλα επειδής είμαι γέρος και πώς γλεντούσανε μια φορά… Λοιπόν και... Όπως λες, κι ίντα ‘θελα πω; Ναι. Κι ήρθα επαε, απου λες και γινόταν ένα γλέντι, σ' ένα σπίτι παρέα κάτι γινότανε… Κι έπαιζενε ‘δα ο Αντώνης και παρέα οι χωριανοί και μου λένε σε λιγάκι- ήμουνα κι εγώ ‘κεια- και μου λένε: «Άμε να φέρεις την λύρα», «Δεν πάω» -εγώ λέω- «δεν πάω να σας επαίζω επαε να πούμε», «Άμε μωρέ, να αυτό…» Λοιπόν και με βάνουν και πάω και την παίρνω την λύρα απ' το σπίτι. Κιονά το ψευτολυράκι… Και πάω και παίρνω την λύρα. Άμα παίξεις κατευθείαν με λαγούτο… Κι εγώ είπα τ' αμοναχού μου: «Ίντα ‘ναι μωρέ κιονέ το πράγμα;» Δηλαδή εκατάλαβά το αμοναχός μου, ότι κάτι έκανα. Λοιπόν ξεμυγιστήκανε οι χωριανοΊ, η παρέα και: «Έχομε τον λυρατζή μας!» και «Έχομε τον λυράρη μας!» και ξέρω ‘γω να πούμε και το ‘να και τ' άλλο. Ο Αντώνης έπαιζενε μ' έναν άλλο λυρατζή, τον Καπαρό απου σου λέω, ήτανε συγκρότημα μαζί. Ήτονε επαέ κι άλλοι λυράρηδες κι άλλα γλέντια. Τρία γλέντια γινότανε στο κάθε χωριό τότε σας.
Segment 7
Διευκρινήσεις για την Λέρο, την ασχολία με τη λύρα και αναμνήσεις από γλέντια
00:23:56 - 00:40:31
Συγνώμη θα σας διακόψω ένα λεπτάκι για να κάνω… Να καταλάβω κάποια πράγματα. Ο Αντώνης ήταν ο αδερφός σας;
Ναι.
Ωραία. Να το πάμε λίγο να μου πείτε , θα μου συνεχίσετε αυτήν την ιστορία. Αυτή ήτανε η πρώτη στιγμή που γυρίσατε στο χωριό και παίξατε λύρα;
Ναι.
Σε τι ηλικία πήγατε στην Λέρο;
Εγώ πήγα στην Λέρο - δε θυμούμαι καλά, ή το 54 ή το 55. Μάλλον το 55 ήρθα εγώ στο χωριό, θα σε γελάσω ή 54 ή 55. Και τότεσας... Ναι το 55 ήρθα εγώ στο χωριό.
Πότε γεννηθήκατε;
Άρα λοιπόν είπαμε γεννήθηκα το '38 και 2, 40.
Γράφει, γράφει αλλά δεν μας...
Το '55.
Το '55, Ωραία.
Το '55 γύρισα.
Κάτσατε ένα χρόνο;
Στην Λέρο; Στην Κω, μαζί με την Κω, ένα ναι, ένα χρόνο.
Κι αυτά τα… Και πώς πήγατε εκεί; Σας είπε κάποιος να πάτε, πώς και πήγατε;
Όχι, ξέρω ‘γω τα ραδιόφωνα τα τότε… Σ' όλη την αυτή... Σου λέει να κάνει κανείς χαρτια να πάει στην… Λέρο ξερω 'γω-
Και θυμάστε και τι-
Έκανε ο παπάς του χωριού τα χαρτιά και πήγαμε.
Και τι ηλικία ήσασταν τότε;
Δε σου λέω πως… Αφαίρεσ' ένα χρόνο απ' την Λέρο, ίντα ηλικία ήμουνε;
Ήσασταν 18 χρονών περίπου, 17.
Όχι-όχι, το '38 γεννηθείς κι ήρθα εδώ πέρα το '55 απ' την Λέρο. Λοιπόν από'το '38 αφαιρείς;
16 πόσο είναι;
Ναι κάπου 16-17 χρονών ήμουνε.
Ναι-ναι. Ωραία κάτι ακόμα μια απορία. Ο κουκουμάς που είπατε βάζατε στην λύρα τι είναι;
Είναι ένα… Ακόμα υπάρχουν στα μαγαζιά. Είναι ένα σαρδελάκι, γραμόνα την λένε και το ‘βανα από κάτω κι έκαμα εγώ την λύρα καπάκια, έκαμα δοξάρια κι έφερα επαέ. Γιατί εγώ έμαθα και στην Λέρο. Παρόλο που ήμουνα ατσούμπαλος έκαμα βαλίτσες με δρυ δηλαδή, αν εσυνέχιζα το επιπλοποιείο, μα τα παράτησα εγώ όλα κι ασχολήθηκα με την λύρα με αυτό… Με την λύρα. Ναι κι έκανα σ' ένα ταβλί τα μάτια της λύρας, έβανα τον κουρκουμά από πίσω… Τη λύρα. Έκαμα τσι καβαλάριδες ούλα, ούλα από δικό μου. Δεν μου είπενε άνθρωπος κουβέντα. Πώς να κουρδίσω, πώς να κάνω, πώς να φτιάξω, ίντα να κάνω. Και τριγούνιζα και τριγούνιζα και τριγούνιζα. Γιατί δα πάνε ορισμένα παιδιά σε δασκάλους, να πάνε να μάθουνε. Ο δάσκαλος είναι το αυτί. Το αυτί. Θα παίζεις… Εγώ δα να τραγουδήξω ορισμένα πράγματα, δεν τα τραγουδώ καλά όπως θα τ' ακούσω στην κασέτα όπως θα τα παίζει ο Κλάδος, ο κάθε λυράρης. Ο Σκοδαλός, ο Μουντάκης, αυτά. Δεν μπορώ να τα… Πολεμώ να τα μάθω στην λύρα και απ' τ' αυτί καταλαβαίνω αν το έπαιξα καλά ή αν δεν το έπαιξα και που φάλτσαρα και πολεμώ και πολεμώ, δεν καταλαβαίνω δεν... Σκέφτομαι τώρα πως, όπως το τραγουδώ άμα το παίξω με κατάλαβες τι θέλω να πω; Λοιπόν και αυτό και ναι...
Δεν πήγατε ποτέ σε δάσκαλο δηλαδή;
Ποτέ! Ούτε μου ‘πενε κανείς τίποτα. Τίποτα. Είχα ‘παε ένα κι ήτονε λυρατζής, δεν μού ‘πενε κάνεις δεν...
Ο πρώτος λυρατζής που ακούσατε ποιός ήταν;
Οι χωριανοί ητανε, οι χωριανοί. Ο Μπαρμπαγιάννης, ο Λευτέρης κι είχαμε κι έναν άλλο καλό λυράρη, τον Μανώλη τον Μαθιουδάκη αλλά αυτός ήτονε… Από παιδί, ήτονε νεαρός είχενε πάει στη Θεσσαλονίκη, έπαιζε στην Θεσσαλονίκη χρόνια στα κέντρα, χρόνια. Καλός λυράρης κι αυτός . Έχει το χωριό μας δηλαδή είχε πολλούς μερακλήδες. Δηλαδή το καλύτερο χωριό δηλαδή, είχε τσι μερακλήδες μπορεί να μην υπήρχενε, δεν πρέπει να το πω διότι μπορεί να παρεξηγηθώ, στ' Αμάρι. Ειδικά στσι χορευτές κι έτσα το συνεικάζουμενε εμείς ‘παε, και λένε και στο τραγούδι λένε τσι Μελαμπιανούς. Δηλαδή πραγματικά στο χωριό, μερακλήδες απου δεν υπάρχουν σε… Ακούς; Αυτό βέβαια δεν έπρεπε να το πω σαν να αυτό, τ' άλλα χωριά. Τέλος πάντων.
Όχι-όχι ο καθένας για το χωριό του... Απου που αλλού ερχόντουσαν, εδώ στο χωριό και κάνανε…;
Τότεσας ήτονε όμορφα πράγματα βρε τότεσας τα πράγματα... Γινότανε ένα πανήγυρι και ερχότανε 500 νομάτοι, ερχότανε μωρέ 500 κι απο το Τυπάκι κι απο τον Άη Γιάννη, απ' τσι Λαμπιώτες απ’ τσι… Ούλα επαε τα χωριά. Και μόνο η παρέλαση που κάνανε οι αυτό στα χωριά εκείνα και καθίζανε οι ανθρώποι στο κάθε χωριό, τρείς, τέσσερεις μέρες και γλεντούσανε. Άλλα μωρέ πράγματα εκεί πέρα. Γιατί εδά τα 'χουνε, τα 'χουνε τελείως αυτό... Εδα έχουνε κάνει και τσι χορούς μπαλέτα έχουνε κάμει… Κι όλα τα ‘χουνε κάμει, ναι . Γλέντια ωραία πράγματα.
Μάλιστα.
[00:30:00]Πανηγύρια τότεσας; Να σου κάμω μια ιστορία... Λοιπόν, ήρθα ‘γω ‘παε. Μόνο δεν εσυνέχισα την πρώτη, επήγα κι έπαιξα στο… «Έχομε τον λυρατζή μας! έχουμε τον…» Σε μια δεκαριά-εικοσαριά μέρες παντρεύεται ένας, συγγενής μου. Ήτονε με την μάνα μου πρώτα ξαδέρφια. Τον πατέρα μου σου είπα τον είχανε σκοτώσει. Πρώτα ξαδέρφια κι έρχεται και μου λέει: «Θα παίζεις στον γάμο μου». Τότεσας το γάμο… Εκρατούσενε τρεις μέρες. Πρέπει να παίζεις, να πας να πάρεις τα προυκιά στον δρόμο, να πάρεις την νύφη, να την πας στην εκκλησιά, να πάρεις τα προικιά, να πας στο σπίτι να πας δηλαδή... Ποιος ‘θελα μου κρατεί να παίζω εγώ στον δρόμο; Λοιπόν: «Δεν παίζω, δεν παίζω, δεν παίζω» λοιπόν... Και με βάνει ο αδερφός μου, γιατί να ‘χα λείπει ο αδερφός μου εγώ δε ‘θελα να 'μαι λυράρης. Να σου πω γιάντα. Διότι τότε έπρεπε να 'χεις άνθρωπο να παίζει λαγούτο. Εγώ πού ‘θελα βρω το λαγούτο; Πού ΄θελα βρω το λαγούτο να παίζω; Και μου λέει ο Αντώνης: «Εγώ θα παίξω». Και παρατά τον Λευτέρη τον Καπαρό, και κλείνω 'γώ τον γάμο και δυο τρεις μέρες διασκεδάζαμε... Εγίνηκενε χαμός βέβαια. Λοιπόν από ‘κεια κι ύστερα δεν έμεινε... Δεν έχασα κανένα γλέντι απ' τ' Άνω Μέρος. Κανενα γλέντι... Τα άλλα γλέντια... Γιατί ήμουνε νέος, ο Λευτέρης ο Καπαρός ήτονε μεγάλος κι εγώ είχα άλλες διασυνδέσεις. Έκαμα ύστερα το μαγαζί, καφετέρια, δουλειά, ντοκουμέντα κι είχα αποκτήσει ας πούμε φίλους. Δεν έχασα κανένα γλέντι απ' τ' Άνω Μέρος. Κανένα γάμο, κανένα γλέντι. Λοιπόν και κάποια στιγμή- απου ‘θελα σου πω για τα πανηγύρια- γινότανε πανήγυρι στον Άη Γιώργη. Ένα ωραίο πανήγυρι στον Άη Γιώργη, γιατί είχε ακόμη τότε στην Καλοείδενα πανήγυρι στις 8 Σεπτέμβρη γιορτάζουμε επαέ. Ωραία πανηγύρια και ζωηρά γλέντια. Λοιπόν, εις τον Άη Γιώργη- ήτονε απάνω στ’ αόρι και κατεβαίνανε οι βοσκοί και φέρνανε μυζήθρες και φέρνανε ντοκουμέντα, αριστούργημα πράμα, ωραίο το μέρος. Ερχότανε Τυμπακιανοί σου λέω, απ' όλη την αυτή. Μονομερίζανε τότεσας 500 άτομα, 600 άτομα. Λοιπόν και πήγαμε που λες στον Άη Γιώργη. Ήμουνε καθιερωμένος λυράρης από πλιά μπρος. Κι ύστερα ξενοχώρια πήγαινα και ξέρω ‘γω… Γιατί ύστερα πήγα με ούλους τσι λαουτιέρηδες, σε ούλη την πάντα. Λοιπόν, όπως έπαιζα εγώ στον Άη Γιώργη, κάτσαμε ετσά σε δυο πέτρες μόνο και παίζαμε. Εκάτσαμε και φάγαμε τα γουλιδάκια μας χάμαι κι εφάγαμε και ήπιαμε. Λέει: «Το χορό». Και πάμε που λες και καθίζαμε. Αρχινούνε λοιπόν οι ανθρώποι και χορεύανε, ξέρω ‘γω να πούμε. Χαμός ε! Αλλά εγώ είχα βγει στο κέφι, ήτονε κόσμος, κοπελιές ήτονε εκειά πέρα… Το λέω τ’ Αντώνη -ήτονε μωρέ λαουτιέρης εγώ...: «Παίζε» του λέω. Δηλαδή να μου βοηθήσει πλιά γερά. Λέει: «Να ‘πα να φέρεις τον Μαρκογιάννη». Σε λιγάκι: «Παίζε μωρέ» του λέω, λέει: «Να ‘πα να φέρεις τον Μαρκογιάννη». Αν σου λέω ψόματα. Και του λέω: «Παίζε για θα σπάσω την λύρα» και μου λέει… Και παίζω ένα κοπανίδι! Και μου λέει: «Σπάστηνε!», και παίζω ένα κοπανίδι εκειά που καθόμουνε... Δηλαδή μια τροζάδα απου έπρεπε να με κάνουνε 800 οκάδες στο ξύλο. Έπρεπε να με κάνουνε, να με δέρνουν ακόμα. Και παίζω ένα κοπανίδι στην πέτρα που κάθομουνε όπως έπαιζα κι απομένει μόνο το χέρι τση λύρας. Σταματάει το γλέντι, οι ανθρώποι απου τρώγανε γυρίζουν και λένε ρωτούνε «Τι…;» τα 500 άτομα… Σηκώνομαι εγώ από 'κει δα, δηλαδή έπρεπε να με δείρουνε, κι όμως δεν με άγγιξε άνθρωπος. Λοιπόν, ήρθανε τα γλάνια, οι σόκαιροι μου και ήτονε κάτω-κάτω ένα νερό και πάω εγώ εκει πέρα και καθίζω στο νερό με τα κοπέλια. Και εμαζώνανε οι ανθρώποι τα βουργιαλιάκια 'ντονε, σκέψου να κοπεί το πανήγυρι στην μέση. Εφύγαν οι ανθρώποι! Και αυτό και διαλύει το γλέντι και σε λιγάκι πάω πάλι απάνω. Είχανε μείνει ορισμένοι νομάτοι απάνω και λέγανε: «Σωπάτε μωρέ, σωπάτε!» σου λέει μην μπει και φασαρία. Τελικά, εφύγανε, εδιάλυσε το γλέντι. Κατεβαίνουμε λοιπόν το βράδυ στο χωριό. Το βράδυ είχαμενε στα καφενεία γλέντι, στα πανηγύρια. Λοιπόν: «Ποιός θα παίξει την λύρα;». Απού εμείς ημασταν δηλαδή που… Ήτονε και σου λέω κι άλλοι λυρατζήδες, αλλά εγώ ήμουνε ο λυρατζής. Εγώ ήμουνε και στο πανηγύρι κι ο καθένας έπαιζε σε άλλο καφενείο. Είχενε κι ο αδερφός μου καφενείο. Ένα ωραίο καφενείο κι εκειά χορεύαμε τότε σας. Εγώ δεν είχα καφενείο τότεσας. Κι ήθελα κι εγώ… Να κάμω μια κι αυτό… Και λέω: «Δεν παίζω», ξέρω ‘γω να πούμε. Και πάει και μου βρίνει μια άλλη λύρα να πούμε σου λέω, ήτονε παε πολλοί και μαθαίνανε λύρα. Και πάνε και μου φέρνουνε μια άλλη λύρα, από 'να σπίτι και με σιβάζουνε. Εγώ έκανα πως δεν ήθελα το βράδυ, αλλά υστέρα με πιάσανε ορισμένοι πολλοί ξέρω ‘γω και… Κατάλαβες; Έπρεπε να μου κολλούν (δέρνουν) ακόμα. Να πάει τόσος κόσμος, να έχει τόσος κόσμος από τα γύρω χωριά και να φύγουνε μεσόσπερα. Δηλαδή ίσα ίσα που 'χανε φάει, είχανε φάει τα φαγητά. Είχα παίξει τον πεντοζάλη εκεί δα. Στο πεντοζάλη μας επιάνουνε δυο-τρεις κύκλοι ούλοι. Και μετά αρχινώ τα συρτά και λέω: «Παίζε μωρέ! Παίζε μωρέ!». Και κατάλαβες…
Πόσων χρονών;
Ε τότεσας θα ’μουνε, θα ‘μουνε... Ήμουνε εγώ λυρατζής κανονικός. Θα ‘μουνε 20 χρονών θα ‘μουνε.
Και γιατί πιστεύετε ότι το κάνατε αυτό;
Ε;
Γιατί πιστεύετε ότι κάνετε αυτό;
Γιατί το έκανα εγώ; Οι κοπελιές φταίνε. Ε νεαρός είσαι, δηλαδή όχι… Εμείς τότεσας ήμαστονε, ποτέ δεν επειράξαμε γυναίκα ποτέ. Σου μιλάω ειλικρινά. Τύχανε 100 περιπτώσεις, ουδέποτε στην ζωή. Ναι. Ε, ναι, με αρρωστήσανε, είχα όρεξη τώρα να παίξω και του λέω: «Παίξε μωρέ», «Να φέρεις τον Μαρκογιάννη», «Παίξε μωρέ! Παίζε για θα σπάσω την λύρα». Ντάκα το κοπανίδι... Μου λέει: «Σπάσ' τηνε». Να ‘χα του πω: «Παίζε για θα σπάσω το λαγούτο» ‘θελα σπάσω το λαγούτο. Ευτυχώς και είπα... Ναι και εντωμεταξύ πάω και κάνω μια λύρα. Δώσε ‘δα ‘παε σημασία. Πάω στου Σταγάκη, εμείς δα με τον Σταγάκη καλοί φίλοι κι ούλοι, με τον Σταγάκη, οι λυράρηδες τότεσας. Αυτός ήτονε η κορυφή στο Ρέθεμνος, θα τον έχεις ακούσει. Να φτιάξομε λύρα. Μου λέει ο Σταγακης, ο Μανώλης: «Θα σου κάνω την λύρα», η λύρα είχενε 800 δραχμές, «θα σου δώσω να πάρεις την λύρα, θα σου την φτιάξω την λύρα. Θα την πάρεις να την παίζεις ένα μήνα. Αν δεν σ’ αρέσει η λύρα, θα μου την γυρίσεις και θα μου δίνεις 200 ευρώ, να σου κάμω μίαν άλλη». Με κατάλαβες; Λοιπόν: «Και ούτω βοήσομεν, αν δεν σ΄ αρέσει θα μου δίνεις 200…» Τρείς φορές την άλλαξα, την έπαιρνα, δεν μ’ άρεσενε, την γύριζα, έκανε άλλη... Όντεν έκανε την τελευταία, την έχω ακόμα να δεις μια λύρα και την έχω πάει, την είδενε προ καιρού ο Σιδερής και σου λέει: «Ίντα ‘ναι μωρέ τονέ το πράμα; Ίντα ‘ ναι μωρέ 'κείνη η αντίκα;» 53 χρονών. Γιατί εγώ στον Άη Γιώργη ήμουνε απάντρευτος, ήμουνε λοιπόν μεγάλος όντε έσπασα εγώ την... Ήμουνε απάντρευτος. Ίντα θελα να πω 'δα. Θέλω να πω ότι ήμουνε μεγάλος τότε σας. Εξέχασα δα ίντα ‘θελα πω.
Για την λύρα που ήτανε 53 χρονών.
Ναι και πήγα στου Σταγάκη, ναι, 53 χρονών η λύρα κι είναι- πως το λες δηλαδή 53 χρόνια είναι απου την έχω. Κι είναι ακόμα, έχει σκεβρώσει το καπάκι αλλά μου λέγανε από τότεσας... Άλλαξα μόνο ένα καπάκι, γιατί μου λέγανε: «Μην τ' αλλάξεις, γιατί μπορεί να βουβαθεί η λύρα, να χαλάσει». Λοιπόν και πήγαινα που λες και άλλαξα τρεις φορές. Και την τελευταία -επα δα στάθηκα. Και την [00:40:00]τελευταία φορά που είδα την λύρα, πάω και την παίρνω, στο λέω όπως σου λέω δα, διαμάντι. Και μου λέει ο Σταγάκης: «Μου την εγύρεψενε ο Σκορδαλός. Μου την εγύρεψενε ο Σκορδαλός...» γιατί την δοκιμάζανε εκειά ούλοι την λύρα, «και μου έκανε αυτό και δεν του την έδωκα». Να… Ψώματα μου το ‘πενε ο Σταγάκης, ψώματα; Και την έχω ακόμα. Ακούς. Δηλαδή ντοκουμέντα. Ναι.
Μάλιστα. Πολύ ωραία. Θα σας πάω λίγο πίσω πάλι. Μου είπατε ότι όταν φτάσατε στην Λέρο σας κοροϊδεύανε εκεί οι ντόπιοι;
Ε, ναι μωρέ τότεσας 13 χρονών. Πόσο δέκα... Πόσο χρονών επήγα στην Λέρο, πόσο είπαμε προηγούμενως; Μικρός, πήγα 14 χρονών, 15 στην Λέρο. Ούλα τα κοπελιά δεν είχανε πάει ποτέ στην χώρα, άβγαλτα, δεν κατέχανε τότεσας. Λοιπόν την λύρα την ανέβασενε ο Ξυλούρης. Μετά τον Ξυλούρη όλοι… Εγώ είχα συγγενείς στην Αθήνα τότεσας και τσι Κρητικούς μας ελέγανε… Δεν την υπολογίζανε καθόλου οι ξένοι την λύρα. Και μόλις επήγε ο Ξυλούρης και την ανέβασε εκεί πέρα… Με κατάλαβες; Τότεσας μας κοροϊδεύανε όλοι: «Τα Κρητσικάτσα, τα Κρητσικάτσα, και τα κοπέλια…» και ξέρω ‘γω να πούμε και ναι, ναι… Θέλω να πω οτι είχα το θάρρος, παρόλο που δεν εκάτεχα και παρόλο που δεν αυτό, επήρα την λύρα και πήγα στην ξενιθιά. Το καταλαβαίνεις να μην έχεις πάει ακόμα στην χώρα και να σηκωθείς να πας στην ξενιθιά; Ναι.
Και για πείτε μου. Πώς μάθατε λύρα; Πώς ξεκινήσατε πως πιάστε πρώτη φορά στα χέρια σας;
Όπου ‘θελα δω λυρατζή τον... Τον Λευτέρη τον Καπαρό, επήγαινα και τονε παρακολουθούσα και ξάνοιγα και… Ναι .
Και παίζατε στο σπίτι, πηγαίνατε πουθενά και παίζατε αλλού;
Κι αμέ; Επαε είχαμενε εμείς. Κι όντεν ήμουνε ατζαμής, γλάνι, αμα ήρθα 'γω από την Λέρο, όλες οι παρέες, όλα τα γλέντια, όλη η νεολαία... Κι ας ήμουνε ατζαμής, να μην έκανα πράγμα… Όλα, όλα εγώ...
Γυρίζετε λοιπόν απ' την Λερό;
Ναι.
Και ξεκινάτε να παίζετε 'δώ.
Ναι.
Ξεκινήσατε λοιπόν επαγγελματικά πλέον να ζείτε απ' αυτό;
Εγώ δεν έπαιξα ποτέ μου για να πάρω λεφτά. Το λέω και δεν λέω ψώματα. Εγώ όταν πήγαινα… Εμένα μ΄ άρεσενε η λύρα, δεν ήξερα που ‘θελα καταλήξω ας πούμενε. ‘Θελα γίνω λυρατζής; Πως ‘θελα πηγαίνω σε πανηγύρια; Μ’ άρεσενε η λύρα, σιγά-σιγά. Αφού βέβαια αρχήνισα να έπαιζα, βάνανε και το χάρισμα και το έπαιρνα. Δεν επήγα όμως ποτέ… Έχω παίξει με όλους τσι λαουθιέρηδες, με όλους τσι λαουθιέρηδες μπορώ να σου πω τση Κρήτης, έχω παίξει. Αλλά τότεσας για να ‘χα παίξει κάνεις σε γλέντι- τότεσας τα παλιά χρόνια- εγώ ειδικά επειδής δεν τραγουδούσα. Δεν τραγουδούσα. Εγώ τραγουδούσα καλά αλλά δεν ξέρω δεν... Όντεν εμάθενα λύρα έπρεπενε, μόνο αλλάζω την μια κουβέντα και παω στην άλλη. Όντεν εμάθενα λύρα στο σπίτι, ερχότανε η μάνα μου… Δεν μπορώ κι εδαέ να παίζω και να μιλήσω και τότε σας οι λυρατζήδες επαίζανε και τραγουδούσανε. Επαίζαμενε και τραγουδούσαμενε. Λοιπόν ‘θελα έρθεις τώρα εσύ να παίζω λύρα και να έρθεις να μου πεις: «Στίνο ίντα κάνεις; Γειά σου Στίνο!» αυτό. Δεν μπορώ να σου πω γειά σου ή για αν σου έλεγα: «Γειά σου Αντώνη» θα σου έλεγα: «Γειά σου Α-Α-Α-Α Αντώνη» ‘θελα χάσω τον χρόνο, ‘θελα χάσω… Κι ερχότανε η μάνα μου και μου ‘βανε ένα κομμάτι ψωμί, μίαν ελαί και το μάσουνε με τον χρόνο. Δηλαδή μπορούσα να κάνω… Αυτά είναι ούλα εκέ… Λοιπόν και το μάσουνε ύστερα σιγά-σιγά. Εντωμεταξύ έμαθα κι έπαιζα και τραγούδενε μόνο Ντανγκα και Καλαματιανά. Ντα εγώ αναγνωρίστηκα και με μάθανε ούλοι, στην επαρχία τότεσας, γιατί ούλα τούτα ‘ναι τα χωριά τα κοντοχώρια, Αγία Παρασκή, Άη Γιάννη, Πετροχώρι, Λαμπιότες, Μοναστηράκι ο Θεός να πήγαινε, ο Σηφογιώργης… Τον έχω κόψει. Να πήγαινε ο Μουντάκης, Πετροχωριανός γαμπρός, ο Σκορδαλός γινότανε… Εκειά που ‘χανε εμένα... Δεν το λέω πως ήμουνα καλός λυρατζής, είχα φίλους, είχα.. Των άρεσε το αυτό μου... Γιατί εμείς οι κακοί λυρατζήδες, εμείς δεν ήμαστονε λυρατζήδες, απ’ τσι πρώτοι. Εμείς βγάνουμε τα καλά γλέντια. Εγώ ‘θελα ‘πα να βάλω τον κέφαλο στην λύρα, να φάω την λύρα και δεν μ’ ένοιαζε εμένα ούτε αν βάνεις λεφτά, ούτε αν δεν βάνεις. Ήθελα να ευχαριστηθεί ο κόσμος, να ευχαριστηθεί ο κόσμος. Και προσπαθούσα κι ήθελα κι εδαέ ακόμα καλιά γλέντια κάνει ένας λυράρης μικρομεσαίος, ετσά τσι συνεικάζω εγώ, γιατί εγώ συνεικάζω δα τσι πρώτους, τσι μεγάλους. Στην δική μου παρτίδα είναι ο μικρομεσαίος κι είναι κι οι καινούργιοι απου μαθαίνουνε. Λοιπόν, καλιά γλέντια κάνουνε και εδά οι νέοι… Η βεντέτα θα πάει ν' ανέβει στην εξέδρα απάνω, ν' ανάψει το τσιγάρο του, να κάνει το εφέ του και θα παίξει… Ξέρεις τι θα κάνει; Θα παίξει, έχει τύχει περίπτωση -σου μιλάω ειλικρινά- να έχουνε πάει Ανωμεριανοί σε γλέντια και φίλοι και παίζει Σκορδαλός και παίζει και Μουντάκης και πήγαν και λέγανε του Σκορδαλού... Γιατί τότεσας δίνανε λύρες, εδίνανε οι λυρατζήδες. Εδά δεν δίνουνε, μα καλά το κάνουνε και δεν δίνουνε γιατί χάνει ο λυρατζής το πρόγραμμα, του χάνει... Και δίνανε απου λες και λέγανε του Σκορδαλού να μου δώσει να παίξω για να χορέψουνε. Δηλαδή καλιά χορεύανε με την λύρα μου, καλιά. Κι εδαέ, εδαέ απου 'μαι γέρος, καλιά χορεύουνε με την λύρα μου παρά με τον Σκορδαλό και με τον Σκουλά. Άριστοι λυράρηδες δεν τσι κατηγορώ. Γιατί εγώ είχα μάθει μια σειρά Κισσαμίτικα. Τώρα αυτά τα έχω παίξει ούλα ούλα στο CD απού θα βγάλουμε τώρα. Με βάλανε κι έπαιξα και τα ‘κανα χάλια, επειδή δεν εθυμόμουνα. Τα ‘κανα θάλασσα. Τα ‘κανα… Μου λένε πως: «Ωραιότερο πράγμα-λέει- δεν υπάρχει. Ωραιότερο πράγμα δεν υπάρχει» μου λέει κι ο Σγουρός και ούλοι έχουνε τροζαθεί μου λένε: «Ίντα 'ναι τούτο ‘ναι το πράγμα;» Με βάλανε και τραγούδησα κιόλας απου δεν αυτό… Αυτό ήτανε ένα πράγμα για τον… Αυτό το τελευταίο τον Καπαρό. Που ο Λευτέρης ο Καπαρός έπαιζενε τα καλαματιανά και τα τανγκά κι από ‘κεια πήρα εγώ τα καλαματιανά και τανγκά απου ετροζένοντανε οι άνθρωποι… Δε ετσα λύρα… Λοιπόν. Μόνο αλλάζω την μια κουβέντα και πάω στην άλλη.
Λοιπόν, όντεν ήμουνε φαντάρος, και πήγαινα στην σκοπιά. Εγώ άπου λες μ’ αρέσανε τα λαϊκά τραγούδια ορισμένα: «Φτωχολογιά», «Μένω σε κάποια γειτονιά», βλέπω ορισμένα τέτοια τραγούδια και χόρευα στην σκοπιά, να δω πηγαίνουνε με τανγκό, να τα παίζω τανγκό όταν ‘θελα να κατέβαινα να… Γιατί σου λέω εγώ ‘μουνε λυρατζάκι. Να τα παίζω, αν χορεύουνται κι είχα μια σειρά τρομερά. Εδα που με κάλεσενε ο Σγουρός να πάω να παίξω τα παλιά και του λέω: «Κοίταξε να δεις εγώ…» κι έκατσα κι έφτιαξα που λες και πήρα τα τανγκά κι έφτιαξα τα τανγκά και τα καλαματιανά. Απου αυτά δεν είναι τανγκά, αυτά δεν είναι τανγκά.
Τι είναι;
Η «Φτωχολογιά» τανγκό είναι; «Μένω σε κάποια γειτονιά» τανγκό είναι; «Τα τρένα που φύγανε» τανγκό είναι; Δεν είναι τανγκά. Μα δα τα ξεχνώ και πολλά. Και τα 'παιζα σε ούλα τα χωριά κι αυτά τσι είχανε τροζάνει. Είχανε τροζάνει. Κι εδαέ να είναι, να βάλουνε καμία φόρα ένα ψευτομαγνητόφωνο, δικό μου παλιό… Ένας άνθρωπος να ‘ναι στο κρεβάτι κειτόμενος, 90 χρονών, 200 χρονών να ‘ναι, ν΄ ακούσει τα τανγκά όπου κι ας είναι… Σου λέω τ’ άρεσενε. Επιάσανε τόσο πολύ τα τανγκά, απού ίντα να σου πω.
Segment 10
Πώς διαχειριζόταν το γλέντι ο Στίνος, ο ανταγωνισμός μεταξύ των λυράρηδων, τα γλέντια σήμερα
00:49:22 - 01:03:32
Πολύ ωραία. Να ρωτήσω και κάτι για τα γλέντια;
Ναι.
Για τους γνωστούς λυράρηδες που λέτε ότι δεν πηγαίνανε τόσο πολύ. Εννοείται ότι δεν βγάζανε όρεξη;
Κοίταξε να δεις… Όχι παίζανε οι άνθρωποι ωραία αλλά, δηλαδή γενικά στο γλέντι, καλοί, άριστοι σε ούλα. Αλλά στο γλέντι προσπαθούσανε, δηλαδή ο καλός λυράρης γενικά. Δεν μιλάω εγώ για τον Σκορδαλό, για τον Μουντάκη, για τον Κλάδό, τον κάθε [00:50:00]λυρατζή, τον αυτό... Δεν τσι πολύνοιάζει για τα... Δεν τσι πολυνοιάζει για τον χορευτή. Εγώ γινόμουνα μονότονος. Ειδικά στο χωριό μου. Στο χωριό μου να ‘χα μ΄ακούσει… ‘Θελα ‘ρθει κάνεις να μ΄ακούσει στο χωριό μου, ‘θελα πει: «Μα δεν κατέχει μωρέ 'κείνος ο άνθρωπος να παίξει άλλο σκοπό;» Είχα μια σειρά επιλεγμένη, παλιά σειρά. Την έχω παίξει εγώ ‘παε 'δα την άλλη μέρα, αλλά δεν την έπαιξα όλη γιατί ορισμένα τα έχω ξεχάσει και τα φάλτσαρα. Και μπορούσα εγώ να βάλω το γαμημένο… Αλλά καλύτερα, καλύτερα γιατί μου ‘πενε ο Σγουρός: «Θέλω να παίξεις τα παλιά. Δεν μ' ενδιαφέρει αν τα παίζεις καλά αν τα παίζεις κακά και θα παίξεις και Μπόσα Νόβα και θα παίξεις και Τσάρλενστον, θα παίξεις κι αυτό θα παίξεις και τονέ». Και του λέω του Σγουρού: «Δέχομαι να παίξω τ' αυτά...», μου λέει: «Όποιον θες θα πάρεις, κι ό,τι θέλεις λυρατζή κάνεις, ό,τι θες θα αυτό. Εμείς δεν έχουμε καμία δουλειά...» τέλος πάντων. Και αναγκάστηκα και τα έπαιξα ούλα, τα οποία μπορεί να 'ναι χάλια. Διότι είχα ξεχάσει λόγια, είχα ξεχάσει να πούμε… Ναι.
Μια χαρά θα 'ναι.
Κάτι μου πες για τσ’ άλλους λυρατζήδες.
Ναι.
Δεν δίνουνε σημασία στον χορευτή δεν δίνουνε σημασία στον χορευτή. Όχι πως δεν παίζουνε καλά.
Τα κισσαμίτικα εσείς πού τα 'χατε μάθει;
Ε τ' άκουγα εκεί από ραδιόφωνα. Τ' άκουγα από γλέντια, πήγαινα στα γλέντια όπου κι αν παίζανε, πήγαινα. Ύστερα για να κάνει ένας λυρατζής καλό γλέντι… Εμένα το καλό μου ήτανε, όπου ‘θελα πάω, εγώ πολλές φορές ήμουνε ανώτερος απ' τον Θεό- το λέει ο λόγος! Και πολλές φορές χειρότερος απ' τον χειρότερο διακονιάρη, και θα σου πω γιάντα. Εγώ όντε ‘θελα πάω σε γλέντι, και στο χωριό μου ακόμα, ή σε οποιοδήποτε χωριό. Αν δε ‘θελα σηκωθούν να χορέψουνε. Να σηκωθούν να χορέψουνε για μιας, να παίξω ένα κομμάτι, να παίξω δυο κομμάτια, όπως το κάνουν τώρα. Να σου πω ένα περιστατικό μα δεν το λέω διότι θα ονοματίσω... Όπως το κάνουν τώρα, και να μην σηκωθούν να χορέψουνε εγώ θα ποθάνω. Κι έπαιρνα παρέα απ' το χωριό, δικούς μου ανθρώπους, φίλους μου. Των έδινα λεφτά, 10 δραχμές τότεσας, 20 δραχμές, ό,τι δικαιότανε, «Θα ξεκινήσω να παίζω την λύρα και θα σηκωθείς να χορέψεις». Τα λεφτά δεν κάνουνε καλό, γιατί τα θωρεί ο άλλος και μπορεί να μην έχει να βάλει. Αλλά να ξεκινήσει το γλέντι, θα σηκωθείς να χορέψεις να κάμεις αυτό, να ξεκινήσει το γλέντι. Εγώ ήθελα να ξεκινήσει το γλέντι. Η αρχή είναι το παν. Λοιπόν και μετά θα ‘ρθουν οι άνθρωποι να χορέψουνε. Λοιπόν, στην περίπτωση άπου θα βρεθεί παρέα να χορέψει για μιας, άκου εδά να δεις ίντα ‘καμα. ‘Θελα παίξω συρτό, εγώ ‘θελα παίξω να χορέψουνε ούλοι οι ανθρώποι, έπαιζα ας πούμε αυτό… Τότεσας επαίζαμε και τρείς φορές και τέσσερεις φορές επαίζαμε τανγκά. Εθέλανε τότεσας τανγκα, γιατί ο κάθε νεαρός ‘θελει να χορέψει την κοπελιά του, την γκόμενα του ε; Ναι. Ε γιατί εδα παρατήσανε… Εδά συρτό μαλεβιζιώτη, συρτό μαλεβιζώτη, συρτό, μαλεβιζιώτη. Επαίζανε τανκγό, επαίζανε Τσάρλεστα, επάιζανε Μπόσα Νόβα, επαίζανε Γιάνγκες. Ωραία γλέντια μωρέ. Επαίζανε ορισμένα πράγματα. Λοιπόν όντε ‘θελα παίξω τανγκό, και ό,τι άλλο και να ‘ναι, δεν άφηνα τον χορευτή -ή Καλαματιανό- να κάτσει. ‘Θελα παίξω καλαματιανό απου ‘ναι ομαδικός χορός, σηκώνονται ούλοι δεν παραγγέλνουν και να πληρώσουνε. Γιατί κι αυτό είναι σοβαρό πράγμα. Δεν μπορεί ο καθένας, κάθε που σηκώνεται να πληρώνει και να κάνει και να φτιάξει… Αυτό δεν είναι… Λοιπόν και ‘θελα το κόψω, να πετάξω Μπόσα Νόβα, να πετάξω Σούστα, δεν άφηνα τον χορευτή να κάτσει και μετά να τον επαίξω τανγκό, να κάτσουνε και μετά να τον επαίξω σούστα. Το γλέντι πάει τελείωσενε. Μόνο ‘θελα παίξω το καλαματιανό, να χορέψουνε ούλοι και κατευθείαν, δεν ‘θελα φύγει ο κόσμος, να το γυρίσω Μπόσα Νόβα. Να κόψω το Μπόσα Νόβα, να το γυρίσω Γιάνγκα. Και γινότανε τση πουτάνας, τση πουτάνας απου λέει ο λόγος. Και έκανα γλέντι όπου κι αν είχα πάω. Ο Θεός μου φαίνεται πώς να 'χα πάει να παίζει ‘θελα τον εκλείσω. Και το ‘χα κάνει, σε καλούς λυράρηδες. Σου μιλάω ειλικρινά. Δηλαδή ‘θελα πω δεν είναι να παίζεις καλή λύρα, για να 'σαι καλός, είναι πώς να ξέρεις να διασκεδάζεις και πώς να ξέρεις να… Καλά το λέω;
Ναι.
Να παίζεις τώρα καλή λύρα και να κάνεις σαν την Παναγία και να κάθεσαι και να... Ο Ροδάμανθος. Σε πολλά τον έχω καλιά απ' τον Κλάδο και πλια καλά ακόμη έχει βγάλει από τον Κλάδο. Εκάθουντονε… Δεν θέλω να τα λέω. Εκάθουντονε, τρομερός άνθρωπος ανθρωπάκι τρομερό, λυράρης τρομερός. Και κάθουντονε σαν την Παναγία να πούμε και… Βάλε μωρέ την κεφαλή σου μωρέ, άλλαξε μωρέ, βάλε μωρέ… Έχω δίκιο;
Να ρωτήσω κάτι;
Λέω πολλά τώρα και θα σε βάλω να τα κόψεις.
Γιατί να τα κόψω; Πρέπει να τ' ακούσουμε αυτά, ο κόσμος να τ' ακούσει.
Δεν θίγω.
Κανένα δεν έχετε θίξει, κανένα. Για το γλέντι. Τώρα στο γλέντι είναι κάποιοι που κάθονται κι είναι και κάποιοι που χορεύουνε. Εσείς τους παίρνατε υπ’ όψη καθόλου αυτούς που κάθονταν την ώρα που παίζατε; Γιατί αν παίζετε ας πούμε συνεχόμενα…
Τι;
Δηλαδή παίζατε γι' αυτούς που χορεύουνε πιο πολύ ή σας ένοιαζε κι αυτός που κάθεται ν' ακούει;
Εις στα συρτά, χορευτή. Συρτά χορευτή. Τα άλλα πράγματα, ευχαριστιότανε οι ανθρώποι. Στα τανγκά, στα καλαματιανά εχορεύανε ούλοι. Γιατί τότεσας ήτονε περιπτώσεις, αν έπαιζα δηλαδή χώρια το κάθε κομμάτι. Να σου πω κάτι, κι αυτό είναι πολύ βασικό. Τότεσας έπρεπε να σηκώσεις την κοπελιά για να χορέψεις τανγκό. Έπρεπε να ‘πα τση πεις,’θελα παίξεις τανγκό, να τση πεις: «Χορεύετε Δεσποινίς;» ή τση συγγένειας σου, αλλιώς δεν μπορούσε να σηκωθεί αυτή η κοπελιά αμοναχή τση να χορέψει. Ενώ άμα παίζω ας πούμε καλαματιανό και χορεύουνε γυναίκες άντρες και να διακόψω, οι ίδιοι χορευτάδες θα πιάσουνε τις κοπελιές. Δηλαδή ήτονε κοπελιά απου ερχότανε στο χωριό μερακλίνες κοπελιές, ωραίες κοπελιές, χορευτές και δεν εχορεύανε καθόλου . Δεν τσι γύρευενε καβαλιέρος να χορέψουνε. Δεν είναι κρίμα; Δεν εχορεύανε καθόλου, τρομερές κοπελιές. Ακούς; Δεν, δεν… Καθένας δίσταζε να πάει να τσι σηκώσει, τέλος πάντων. Ενώ με το σύστημα που έκαμα εγώ εχορεύανε όλοι. Διότι έπαιζα ομαδικό και στον ομαδικό μπαίνουνε ούλοι και κοπελιές κι αυτό. Μετά το κόβεις κατευθείαν και βάνεις σούστα και βάνεις αυτό... Η ίδια παρέα που χορεύει πιάνει ο ένας τον άλλο.
Αυτό το συνεχόμενο πράγμα που κάνατε, που σταμάταγε λοιπόν ο ένας χορός κι άρχιζε ο επόμενος το κάνατε για όλο το βράδυ;
Ναι, ναι σε όλο τον χορό άπου έπαιζα .
Παίζατε και κομμάτια που κάθονταν;
Τραγουδιστά μόνο;
Ναι.
Δεν έπαιζα τότεσας. Τότε τραγουδιστά κομμάτια δεν επαίζαμε. Επαίζαμε και χορεύανε. Και το ζόρι μας τότεσας τον λυρατζήδων, ειδικά εμένα. Γιατί ορισμένοι λυρατζήδες μπορεί να πήγαιναν για λεφτά. Να πάνε σ' ένα γλέντι και να οικονομήσουν, το λέει ο λόγος, ένα χιλιάρικο και να κλείσουνε ας πούμε στη 10 η ώρα, ή στη 12 η ώρα και να σηκωθούν να τσι κλείσουνε δεν τσι νοιάζει. Έπέρνανε αυτοί το χιλιάρικο. Εγώ δεν εξάνοιγα τέτοια πράγματα. Εγώ δεν… Εγώ ‘θελα... Δηλαδή να ‘χαμε κλείσει άλλο γλέντι κι εμείς οι λυρατζήδες και ούλοι. Κι οι μεγάλοι λυρατζήδες ηθέλανε ποιό καφενείο θα κλείσει το άλλο, διότι… Πηγαίναμε στο Πετροχώρι είναι ένα χωριό, οι Δρυγιές. Τρία γλέντια, το ίδιο βράδυ. Στο Πετροχώρι, έπαε είναι η πλατεία εκέ η λύρα . Μια φορά έπαιζα εγώ εκε… Επαέ, εκέ ο Κατσαμάς ο Βασίλης ο γέρος, ο πατέρας του κακομοίρη, εδα ποθάνανε… Και δίπλα ένας άλλος [01:00:00]καλός λυρατζής και προσπαθούσαμε δηλαδή ποιος θα κλείσει τον άλλο. Το καλύτερο πράγμα δηλαδή ήτανε ποιος θα κλείσει το άλλο καφενείο. Ετούτονα ψάχναμε ούλοι κι εγώ να 'χα μην κάνω τονα ‘θελα τροζαθώ . Για αυτό έδινα ούλα μου τ' αυτά... Ακούς; Τροζάδες λέω.
Την ώρα που παίζατε, που λέτε να μην κάθετε ο λυράρης ήσυχος και να παίζει, πώς επικοινωνούσατε με τον κόσμο τι κάνατε;
Ε, εντάξει ερχόταν οι ανθρώποι μου μιλούσανε, των εμίλουνε . Εγίνηκε τότεσας επικοινωνία. Επαίζαμε όλη νύχτα δεν σταματούσαμε καθόλου. Πιάνεις το γλέντι όλη νύχτα. Πιάνεις το γλέντι παιδί μου όλη νύχτα. Παίζαμε! Και ούτε τραπέζια ούτε… Επαε στο χωριό, πηγαίνανε όντε ‘θελα χορέψεις την κοπελιά σου την ντάμα... Θελα πάνε μετά στο τεζάκι, να πιούνε τα ρακάκια 'ντονε να κεράσουνε το μαγαζί ούλο να... Δεν καθόντανε τοτε σε τραπέζια και να κάθεται ο καθένας στην παρέα ντονε και να τρώνε και να πίνουνε. Ήτανε ο χορός όλη νύχτα, και παρέα.
Υπήρχε τότε που λέτε να κλείσετε τα καφενείο του ενός και του… Υπήρχε ανταγωνισμός;
Σ' εμάς τσι λυρατζήδες, οπωσδήποτε υπάρχει ανταγωνισμός και τσι καφετζήδες και στα μαγαζιά και σε ούλα, οπωσδήποτε υπάρχει. Υπάρχει, υπάρχει. Γι' αυτό ψάχνουνε εδά τσι καλούς λυράρηδες να τσι πάνε στο κάθε γλέντι. Άκου να δεις, εσύ για παράδειγμα. Αυτή την στιγμή ο καλός λυράρης να τονε καλέσουνε σ' ένα πανήγυρι, σ' ένα γλέντι, σ' ένα σύλλογο, άπου γυρεύει 3 και 4 και 5 και 2000 εγώ σε διαβεβαιώ ότι δεν κάνει καλό. Δεν κερδίζει τίποτα ο σύλλογος, δεν κερδίζει τίποτα κανείς. Είναι καλύτερα να καλέσουνε έναν ερασιτέχνη όπως το είπα και προηγουμένως, και να διασκεδάσει ο κόσμος. Δεν τραβάει η πελατεία. Η πελατεία ξέρεις που θα πάει; Πάει κανείς τώρα σοβαρός γέρος, ηλικιωμένος -αυτό θέλω να το προσέξεις, ηλικιωμένος γέρος. Όχι ηλικιωμένος, πενηντάρης, εξηντάρης, πάει τώρα πως θα παίζει τώρα ο Σκουλάς, πως θα παίζει ο χωριανός σου πως τον λένε; Καλός κι άξιος το κοπέλι, ωραίος λυράρης τα πάντα. Πάει; Θα πάει ούλος ο κόσμος θα μαζέψει 2000 άτομα, 3000 άτομα γιατί έτσι κι αλλιώς θα παει. Θα πάει ο κάθε νεαρός να πάει να δει την κοπελιά του να περάσει η ώρα του, να δει τον φίλο του. Ψώματα το λέω; Δεν πάει δηλαδή για ν' ακούσει μουσική. Για ν' ακούσει μουσική θα πάει ένας μεγάλος ένας πενηντάρης ένας... Ψώματα;. Εδα που πάει όλη η νεολαία και μαζώνονται στα πανηγύρια και μεθούνε και διασκεδάζουνε, πάνε να κάνουνε εμφάνιση να πάνε με τσι κοπελιές τους, με την παρέα 'ντος. Ψώματα;
Παλιά πηγαίνανε για την μουσική;
Παλιά έπρεπενε βέβαια. Ε, ναι-ναι να παίζει, να…
Segment 11
Το καφενείο του Στίνου- η εξάσκηση στη λύρα και τα πανηγύρια του Άνω Μέρους
01:03:32 - 01:11:35
Ωραία. Θέλω να μου πείτε τώρα, ξεκινήσατε να παίζετε λύρα και παίζατε εδώ στα γλέντια κτλ., αλλά απ’ ότι μου είπατε δεν ζούσατε μόνο απ' αυτό; Κάνατε και κάποιο άλλο επάγγελμα ;
Ναι όλα στις ελιές, γεωργικές κι όλα αυτά. Το καφενείο, έκανα και τον κουρέα, το καφενείο αλλά το καφενείο... Το καφενείο εμένα με σταμάτησε το παντέρμο το καφενείο γιατί ‘θελα παίζω πλια καλή λύρα. Εμένα με καλούσανε συνέχεια όπως σου είπα προηγουμένως, εντωμεταξύ αμα άνοιξα επαέ γινότανε τσι πουτάνας. Το πρώτο σουβλατζίδικο απου ανοίχτηκενε στην επαρχεία Αμαρίου, ανοίχτηκενε το δικό μου. Η πρώτη τηλεόραση η μεγάλη, το πρώτο nova που μπήκενε προ 20-30 χρόνιά… Όλα, όλα έτσι στην επαρχεία, απ’ όλα τα καφενεία ήτανε το δικό μου. Ήτονε ένα καφενείο σύγχρονο με όλα τα κομφόρ. Ναι και ‘θελα με καλέσουν σ' ένα γλέντι και δεν επήγαινα. Ναι δεν επήγαινα κι εκρέμουνα και την λύρα, δεν μ' άφηνε η δουλειά. Εγώ εφόρου ζωής έκλεινα το πρωί, τόσονα πολύ δουλειά. Παλιά χρόνια μιλάμε τώρα. Έκλεινα το πρωί το μαγαζί και τόσα… Δεν μπορούσα να εξασκηθώ να κάτσω να μάθω ένα κομμάτι, να κάτσω να εξασκηθώ να παίξω την λύρα. Αλλιώς θα είχα μεγαλύτερη απόδοση εις το παίξιμο μου.
Όταν είχατε χρόνο και καθόσασταν να μελετήσετε;
Δεν έκατσα εγώ ποτέ να μελετήσω. Σου μιλάω ειλικρινά, ποτέ στην ζωή μου. Ποτέ στην ζωή μου. Ό,τι έπαιζα στα γλέντια, αυτά που τα 'παιζα… ‘Θελα κάτσω, όχι επίτηδες στην παρέα απου κάναμε. Γιατί τότεσας κάναμε κάθε μέρα μωρέ κάναμε παρέες. Κάθε μέρα, κάθε μέρα κάναμε παρέες! Και γυρίζαμε στα σπίτια κάναμε γλέντι στο χωριό. Λοιπόν και παίζοντας σ' αυτά τα πράγματα τα μαθαίναμε τα έπαιζα.
Δηλαδή αν θέλατε να βάλετε ένα σκοπό;
Εγώ να βγάλω σκοπό δεν εδοκίμασα εγω ποτέ μου. Καμιά φορά μοναχό του μπαίνει κάτι. Και στα πεντοζάλια... Καμιά φορά μπαίνει κάτι χωρίς να το θέλω. Αν ακούσω κακό λυράρη. Δηλαδή να ‘ναι καλός λυράρης, και να παίζει ορισμένα κομάθια απου μ΄ αρέσουνε. Και δηλαδή κιονε το κομμάτι είναι καλό χορευτικό. Δεν θέλω να το ακούσω από αυτόν, διότι αν το ακούσω πολλές φορές από αυτόν, θέλω δεν θέλω, χωρίς να θέλω, μπορώ να το βάλω. Κι ο Λευτέρης ο Καπαρός στα καλαματιανά και στα πεντοζάλια ήτονε- ο χωριανός μου- ήτονε άπιαστος. Ητονε άπιαστος σε όλα. 100 φορές 1.000.000 φορές καλιά από μένα. Άπιαστος. Εις στα συρτά, δεν μ΄ άρεσενε τοσο να πολύ. Δεν μ΄ άρεσενε πολύ και δεν ‘θελα τον παρακολουθώ. Δηλαδή ‘θελα παίζει συρτά να χορεύουνε κι ήθελα πάω πέρα-πέρα, ήθελα σηκωθώ. Διότι θες δεν θες, και το ‘χω πάθει, όπως θα παίξεις τώρα την εισαγωγή, το ‘βανενε αυτός ένα κομματάκι ξερω 'γω να πούμε… Το οποίο του ανθρώπου τ’ άρεσενε και το ‘βανενε και ‘θελα το βάλω κι εγώ.
Μάλιστα ωραία. Για πείτε τώρα κάτι και για τα γλέντια πάλι παλιά. 6 του Αυγούστου υπάρχει εδώ ένα γλέντι, κάνετε ένα γλέντι;
Ναι, η Καλοείδενα.
Και για πείτε μου εκεί πού πηγαίνετε;
Τι πού πηγαίνουμε;
Απάνω, απάνω σε μια ωραία τοποθεσία. Να ‘πα να πιάσεις να πας εκεί, μια ωραία τοποθεσία. Τρομερό, τρομερό γλέντι.
Αυτό γινόταν από παλιά εκεί;
Ναι πάντα.
Και το-
Του Τιμίου Σταυρού, του Τιμίου Σταυρού γιορτάζουμε.
Και το άλλο γλέντι του χωριού;
Το κανονικό γλέντι του χωριού ήτονε εδώ πέρα στον πλάτανο. Εδά το διατηρούμενε εμείς. Κι έχει πάρει και μια συνέντευξη ο Πατακοστελής. Την έχει πάρει κι είπα πολλά πράγματα για το χωριό όλα. Πατακοστελής, ήρθενε επίτηδες και μαζέμαστονε επαε χωριανοί, κατεβαίναμε εμείς οι χωριανοί δεν το ξέρει κάνεις για να έρχονται δηλαδή ξένοι ότι έχει δα πανήγυρι. Και κατεβαίναμε επαε 8 Σεπτέμβρη το βραδύ, μαζευότανε όλοι και γινότανε ένα ωραίο πράγμα, να διανυκτερεύσουμε ούλοι επαε στο χωριό. Εκέ στον πλάτανο.
Το κάνετε αυτό ακόμα;
Αλλά το επίσημο γλέντι απου κάνουνε το κάνει τώρα ο σύλλογος, και το κάνανε την ημέρα της Καλοείδενας, αλλά αυτό ήτονε παράλογο κι οφέτως εδα θα το καταργήσουνε. Την ίδια μέρα δηλαδή γίνεται το γλέντι, το πανήγυρι στην Καλοείδενα και το βράδυ γίνεται. Δηλαδή κι ο κόσμος κουράζεται, φεύγει όλη μέρα, τσι μουσαφίρηδες και πρέπει να ετοιμάζεται να πηγαίνει το βράδυ στον σύλλογο. Απου καλούνε απ' όλο τον κόσμο. Και θα το κάνουνε από παε και πέρα άλλη μέρα το άλλο.
Μάλιστα. Εσείς παλιά που παίζατε στα γλέντια παίζατε με ηχεία;
Εγώ είχα πάρει ένα ψευτοενισχυτή. Είχα πάρει ένα μαγνητόφωνο καρόλι Philips και το ‘βαζα κάπου-κάπου έπαε στου αδελφού μου το αυτό. Είχα πάει και μια-δυο φορές, γιατί τότεσας έπρεπε να νοικιάσεις απ' την χώρα, να έχει ο λαγουθιέρης, δηλαδή ντοκουμέντα. Και το ‘βανα κάπου-κάπου εγράφαμε εμείς επαέ παρεάκια, εγράφαμε… Αλλά το παντέρμο, το παντέρμο έσπασαν τα καρόλια κι ήρθενε και μου το πήρανε και το ‘δωκα ορισμένων να το φτιάξουνε. Ωραία παλιοπράματα, παρέες, τροζάδες, πράγματα να πούμενε. Κι ήρθενε ένας και: «Δώσε μου το μωρέ» και το ‘δωκα να μου φτιάξει τα καρόλια. Κι είχανε διαλύσει όλα τα [01:10:00]καρόλια και τελικά του τα΄αφηκα και δεν μπορούσε να κάνει πράγμα. Ναι, επαε στο χωριό έβανα κάπου-κάπου.
Φασαρίες σας είχανε τύχει ποτέ;
Δεν τσι θέλω τσι φασαρίες. Ε, κάπου-κάπου. Να κουμπουροβγάζουνε στα καφενεία μέσα και να κάνουνε. Όμορφα πράγματα παλιά...
Ερχόντουσαν και λυράρηδες κι απ' την Αθήνα καμια φορά;
Επαε στο χωριό δεν έπαιξενε και το ‘χενε παράπονο ο ΡοδάμανΘος. Μόνο δα τελευταία, εδα και μια- μπορεί να πω και πριν 10 χρόνια… Και πρέπει να φέρουνε, φέρνουνε στο γλέντι του χωριού. Έχουνε φέρει όλους τους λυράρηδες, σχεδόν ούλους τσι λυράρηδες, τσι καλούς. Στο γλέντι. Να οφέτος νομίζω είχανε τον χωριανό σου. ‘Θελα παίξει οφέτος νομίζω ο Μαρούλης. Άλλα χρόνια παίζουνε άλλοι, καλοί λυράρηδες. Αλλά σε γλέντι Ανωμεριανό -το ‘χενε παράπονο ο Ροδάμανθος. Ήθελε να -κι ο Κλάδος- να τον καλέσουνε μια φορά σ' ένα γάμο, σε μια βάπτιση στο Άνω Μέρος, σ' αυτό. Όλα, όλα εγώ, δηλαδή άλλος λυράρης... Ερχότανε λυρατζήδες, αλλά ο υπεύθυνος του γλεντιού και φίλοι μου και ξέρω ‘γω... Αλλά υπεύθυνος του γλεντιού ήμουν εγώ.
Υπάρχει κάποιο γλέντι που να σας έχει μείνει; Θυμάστε να το ξεχωρίζετε;
Ίντα να σου πω, ίντα να σου πω; Μια φορά έκανε ένα γλέντι στο Μοναστηράκι. Το Μοναστηράκι τώρα, ίντα να σου πω έχει… Ίντα να σου πω έχει… Οι καλύτεροι μου φίλοι, δεν έχω λόγια να περιγράψω. Σε ούλα τούτανε τα χωριά, Άη Γιάννη, Αγία Παρασκευή, Πετροχώρι, Λαμπιότες και Μοναστηράκι, ο Θεός να ‘χα πάει εκειά… Λοιπόν και μου 'μείνε κάτι στο Μοναστηράκι, για τον εαυτό μου θέλω να πω. Γινότανε ένα γλέντι κι εγίνικενε μια μικρή παρεξήγηση εκεί πέρα, τώρα πώς την κάνανε, πώς δεν την κάνανε; Στο γλέντι γίνονται παρεξηγήσεις. Κάποια στιγμή άπου λες και πήγε να διαλύσει το γλέντι. Χορεύανε σε μαγαζιά μέσα. Πήγε λοιπόν κάποια στιγμή να… Όπως σε πολλά χωριά έχει συμβεί αυτό το πράγμα. Πολλές φορές. Λοιπόν και διαλύει το γλέντι. Βγήκαμε όξω, γίνηκε δηλαδή άνω κάτω το γλέντι και για να σιβάσω 'γώ, να σιβάσω την παρέα να τα φτιάξουνε, επολεμούσα δα να ξαναμπούνε μέσα, να συνεχίσει το γλέντι. Λοιπόν ανάλαβα εγώ… Κλαίω. Και των λέω: «Παιδιά ξέρω ‘γω, έτσι κι έτσι» δεν κατέω ίντα των είπα. Να μπούμε μέσα να συνεχίσουμε και τόνα και τ’ άλλο. Και καταφέρνω και μπαίνουμε μέσα, ξαναμπαίνουνε οι άνθρωποι, οι μισοί είχανε φύγει, ξαναμπαίνουνε οι ανθρώποι στο μαγαζί. Αισθάνθηκα πλια… Και στην εξέδρα αυτό... Κι εγώ συγκινήθηκα με το να τον επώ δηλαδή εγώ να συνεχίσουμε και να μ΄ ακούσουνε. Εβγήκα επάνω και θυμάμαι εκειά τον εαυτό μου. Έφαγα την λύρα! Δεν λέω άλλο πράγμα. Και φταίει απού έτσι δηλαδή, ευχαριστήθηκα, ικανοποιήθηκα. Τούτονα δηλαδή το γλέντι μου ‘χει μείνει,το θυμάμαι μου 'χει μείνει αξέχαστο.
Ωραία πράγματα.
Είπα, θα ‘χω πει και τροζάδες, κι ας το γράφει.
Την γυναίκα σας πότε την γνωρίσατε;
Την γυναίκα μου μεγάλη ιστορία. Τα παίζαμε καλά δηλαδή, όμορφα πράγματα αυτή… Τι να σου πω; Αν φτάνω σήμερο σ' αυτό το σημείο το οφείλω στην γυναίκα. Να! Σε όλα μέσα. Σε όλα! Δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος. Τίποτ' άλλο δεν λέω.
Από εδώ είναι, απ' το Άνω Μέρος;
Από εδώ είναι, αγαπιόμαστε... Έχουμε εμείς ιστορία με την γυναίκα, αγαπιόμαστε, τέλος πάντων. Δε…
Θέλετε να μου πείτε πώς γνωριστήκατε ή; Εντάξει αν δεν θέλετε…
Εγώ θα σου πω. Με την γυναικά μου τα παίζαμενε πολύ καιρό. Αυτή δεν έπαιρνε άλλο, την είχανε ζητήσει ανθρώποι, ο βασιλιάς να 'τονε, η Παναγία να 'τονε, ο Θεός να 'τονε, την είχανε ζητήσει ανθρώποι. Εγώ καθυστέρουνα να την αρραβωνιαστώ, επειδής με τον αδερφό τζη ήμαστονε αχώριστοι φίλοι. Το ‘ξερενε όλο το χωριό πως τα παίζαμε με την γυναίκα. Όλο το χωριό το ‘ξερενε. Αλλά επειδής με τον αδερφό τζη ήμαστονε σόκαιροι και ήμαστονε αχώριστοι φίλοι -και τώρα, αυτός μένει πάνω, είναι παντρεμένος- εντρεπόμουνα να πα' να την γυρέψω. Να πει: «Γιαε μωρέ τον μαλακά, φίλοι ήμαστονε κι αυτό την αδερφή μου;» Ακούς; Κάποια στιγμή μου λένε εδα κι οι δικοί μου κι οι άλλοι: «Άμε βρε να γυρέψεις την κοπελιά διότι πάει άσχημα να πούμενε. Αυτή δεν παίρνει άλλο, ίντα…» Εντωμεταξύ ο πατέρας τζη, παλιά τώρα, πρώτού να μάθει τώρα, αυτός δεν το γάτεχενε. Ότι τα ‘παιζα με την κόρη του, ήτονε ο καλύτερος μου φίλος: «Γεια σου σύντεκνε!». Ήμαστονε και συντέκνοι, έχει βαπτίσει τση αδερφής μου μια κόρη, τση γυναίκας μου, αδερφό. Λοιπόν κι εμείς λεγόμασταν συντέκνοι: «Γεια σου συντεκνάκι λεβεντόπαιδο! Χα-χα-χα!» Είχε το χάζι του ο άνθρωπος. Με αγάπανε απου τροζένουντονε. Λοιπόν στέλνω τον προξενητή τον κουνιάδο μου τον Γιώργη. Αυτός μου είχε πει πολλές φορές: «Άμε μωρέ να γυρέψεις την κοπελιά!» και του λέω: «Δε…» και μια μέρα με πείθει: «Άμε μωρέ» μου λέει και του λέω: «Άμε να την γυρέψεις, να της πεις δα ότι έτσι κι έτσι, ό,τι κάνουνε». Λοιπόν πάει άπου λες στο σπίτι και γυρεύει την κοπελιά ο κουνιάδος μου και λέει: «Έτσι κι έτσι, τώρα είμαι ο τάδες -όπως τα λένε εδά- κι αυτό την κόρη σας». Λοιπόν ήτανε ο γέρος ‘κεια κι η γρέ. Τα γλάνια δεν ήτονε εκεια. Ο γέρος: «Πώς είμαι λέει λυρατζής και του λυρατζή -λέει- και του ψαρά το πιάτο πλιά πολλές φορές είναι όφκερο πάρα πού ναι. ..» δεν κατέω πως διάολο ‘ναι. Την ξέρεις αυτή την ιστορία; Τούτη ‘να την ίστορια λέγανε μια φορά: «Του λυρατζή –λέει- και του ψαρά το πιάτο, πλιά πολλές φορές είναι –λέει- όφκερο παρά που ‘ναι γεμάτο» κάτι τέτοιο λένε δα… Λοιπόν λέει ο πεθερός μου: «Τούτα…» δεν εδέχτηκενε. Λοιπόν ήρθε και λέει το χαμπάρι ότι… Εντωμεταξύ η κοπελιά δεν προχώραγε ούτ' αυτή ούτε εγώ. Ίντα να κάνομε δεν, δεν! Δεν ήθελε ο γέρος να με κάνει γαμπρό, δεν ήθελε. Ενώ πλια μπροστά μου ‘λεγενε: «Γειά σου λεβεντόπαιδο! Γεια σου συντεκνάκι, γεια σου, γεια σου!» Λοιπόν και μετά ένα μήνα, άκου δα, μετά ένα μήνα -δεν κατέω πόσο καιρός επέρασενε- πάω και λέω του κουνιάδο μου: «Θα πας να γυρέψεις την γυναίκα. Πάλι. 'Θελα πας στου πεθερού μου να ζητήσεις την γυναίκα και θα ζητήσεις 20.000 και τουτονέ το μαγαζί» απου ‘ναι δα παέ, ήτονε χωράφι. Ήτονε ασβεστόλακος κι είναι και το διπλανό, από μου πες προηγούμενως, το ίδιο αυτό. Αδερφικά δηλαδή. «Θα ζητήσεις το μισό οικόπεδο», τουτονε το μαγαζί δα το [01:20:00]δικό μου, απου πήρα ‘γω ‘παε, «θα ζητήσεις το μισό». Έκαμα και τον κουρέα και κούρευα στου αδερφού μου το μαγαζί. Είχα βάλει ένα παραβάν και κούρευα, με τον σκοπό να κάνω επαέ ένα κουρεάκι. Να κάνω επαε ένα κουρεάκι, να εξασκήσω το επάγγελμα. Θέλω να πω, ενω δεν μου δίνουν την γυναίκα και μου λέει τότεσας, μου λέει ο Γιώργης: «Ίντα μωρέ ‘γω πήγα μωρέ προ καιρού και την γύρεψα και θα πάω δα να την γυρεύω; Και δεν εγύρεψα τοτεσάς πράμα κι εδά θα πάω δα να γυρεύω 20.000 κι εσένα να σου δώσουν το χωράφι; Δεν πάω». Του λέω: «Είσαι καλά; Άμε μωρέ να γυρέψεις και να γυρέψω 100.000 και θα τα πάρω. Ντα δεν μπορώ να την πάρω ‘κεινά;…» Αυτό. Λοιπόν και σηκώνεται ο γέρος, μα να μην γραφτεί κειονέ. Και σηκώνεται ο κουνιάδος μου και πάει ο γέρος και του λέει: «Το και το. Είπε μου ότι ζητάει τα 20.000, ζητάει το χωράφι και ξέρω ‘γω να πούμε». Και λέει μετά ο γέρος: «Ίντα δεν γίνεται –λέει- αλλιώς ίντα θα τον εκάνω;» και μου την δίνει και την παίρνω. Κι ας το πήρανε επαέ… Αυτό δεν έχει κυκλοφορήσει και δεν το κατέχει κανείς. Γιατί λένε όλο για τσι λυρατζήδες: «Ο τάδες με την τάδε ,ο τάδες με την τάδε ο Σκορδαλός με την τάδε, ο Σηφογιώργης με την...» Αυτό δεν έχει κυκλοφορήσει . Το 'πα την άλλη μέρα του Σιδερή, όχι του Σιδερή, ο Σγουρός μου πήρενε συνέντευξη. Δε θυμάμαι τίνος το 'πα. Αλλά των είπα να μην την γράψουνε στο… Δεν είναι ωραία;
Ναι πολύ.
«Εσύ μωρέ… επήγα μωρέ προχθές και την γύρεψα και δεν στην δώκανε κι εδα μωρέ θα γυρές εσύ και…; Δεν πάω!»
Ωραία, εντάξει δεν θέλω να σας κουράσω πολύ ακόμη. Να δούμε και τι ώρα έχει πάει. Ωραία ασχοληθήκατε λοιπόν με το καφενείο;
Με το καφενείο πολύ δουλειά, πολύ δουλειά...
Απ’ όλα αυτά που λέτε απ' τα γλέντια, τις παρέες τι σας έχει μείνει;
Δηλαδή τι;;
Τι θυμάστε πιο πολύ απ’ όλα, τι κρατάτε απ' αυτό;
Δεν έχω τι να σου πω, δεν έχω πρόβλημα, δεν έχω στενοχώρια δεν…-
Έχετε κάτι άλλο να…-
Όλα να ‘ναι όλα να... Λέω καμιά φορά, λέω μπορεί να ‘μαι και ο πιο ευχαριστημένος άνθρωπος στον κόσμο. Δεν μου 'λειψε πράμα, δεν έχω πράμα παράπονο. Σου μιλάω ειλικρινά.
Θέλετε να συνεχίσετε να παίζετε σε γλέντια;
Εγώ σταμάτησα. Εγώ σταμάτησα και το κουρείο. Τα πόδια μου είχανε προ καιρού, προ ένα-δυο χρόνια είχα πάει στον γιατρό, τον Σωπασουδάκη(;) και μου απαγόρεψενε να κουρεύω. Εγώ κούρευα μπορώ να σου πω όλη την επαρχεία Αμαρίου. Δηλαδή Άνω Μέρος, Ριζιές, Σκορδάκι, Αθηναίοι. Ερχότανε οι Αθηναίοι φίλοι μου και κουρευότανε επαέ και ‘θελα πάνε στην Αθήνα και ‘θελα γυρίσουνε. Όντεν ήτονε να κάτσουνε 10 μέρες και όντε ‘θελα φύγουν, ε με βάζανε και τον ξανάκανα ένα καθάρισμα και φεύγανε. Διότι κάνεις κουρέας δεν κάνει ψαλιδιές, ο κουρέας πρέπει να 'χει γούστο. Και μια μέρα κιόλας μου λέει κάποιος γέρος, απου ερχότανε- γιατί έπαε είχαμε κι άλλα κουρεία. Άλλα ήθελενε να κουρευτεί σ' εμένα κι ερχότανε από την άκρα του χωριού να τονε κουρέψω και ήτονε απέναντι... Στ' ορκίζομαι έκανε μισή ώρα για να 'ρθει, δεν εστέλιωνε. Και μια μέρα του λέω: «Γιάντα μπαμπά δεν καθίζεις να σε κουρέψουν εκεί πέρα;» 90 χρονών άνθρωπος, 90 χρονών, 85 με 90. «Έρχεσαι επαέ και κουράζεσαι», «Τι λες βρε; Εγώ βρε όντεν ήμουνα νέος επήγαινα στου Φουρφουρά και κουρευόμουνα». Ήτονε ‘κειά φαίνεται ένας καλός κουρέας. «Επήγαινα βρε στου Φουρφουρά και κουρευόμουνα. Ο κουρέας…» μου λέει. Αυτός ήτονε αρχιτέκτονας, έκανε καμπαναριά, έκανε ούλη την επαρχεία έκανε τα καμπαναριά κι αυτά. Αρχιτέκτονάς. Έκανα μωρέ ούλα τα επαγγέλματά. Έκανα και τον κουρέα: «Ο κουρέας βρε…» μου λέει, -γροίκα ‘παε μια κουβέντα. Τούτη να δεν την ξεχνώ ποτέ μου, γιατί εγώ ξεχνώ: «Ο κουρέας βρε δεν θέλει ούτε αλφέ, ούτε μέτρο, ούτε γωνία. Κοιτάζει μρε το κεφάλι- ετσά ακριβώς- κοιτάζει βρε το κεφάλι και κουρεύει. Ακούς; Ούτε αλφέ, ούτε γωνία, ούτε… Γιατί εγώ απου τσι πελεκώ τσι πέτρες, θα πελεκίσω, θα την γωνιάσω, θα την χτυπήσω, θα την μετρήσω…», ακούς εκειά μια κουβέντα; Θέλω να σου πω, είχα πολύ δουλειά στο κουρείο. Στο κουρείο και τοτεσας ξυριζότανε όλοι οι χωριανοί, γερόντοι όλοι. Και ξύριζα εκεί πέρα, ξύριζα την βδομάδα τι να σου πω. Και άνοιξα το καφενείο δεν μπορούσα, δεν μπορούσα ρε παιδι μου να κάτσω, δεν μπορούσα. Το καφενείο ‘θελα γενούμενε; Το κοπέλι μικρό, αυτά... Ίντα ‘θελα γενούμενε; Και αναγκάστηκα και κόβω το ξύρισμα. Το ξύρισμα το έκοψα διότι ερχότανε πολλοί ανθρώποι, γερόντοι. Και λουσμένοι να ‘τονε και καθαροί να ‘τονε, όπως ήτονε οι ανθρώποι λουσμένοι και καθαροί, είχανε δέρμα λαδερό κι έκανες απου λες την σαπουνάδα και τρέχανε... Εγώ θα κάθομαι λέω κι είχα τόση δουλειά. Και λέω των ανθρώπων κιόλας ότι: «Παιδιά με το συγγνώμη» και πηγαίνανε και ξυριζότανε αυτοί. Ήτονε επαε τρία κουρεία, τρία. Και μια μέρα κιόλας έρχεται κάποιος φίλος μου, από τσι Βρύσες. Δεν λέω τ' όνομα του, θα καταλάβουνε όσοι ξέρουνε. Λοιπόν και μου λέει, μπαίνει μέσα στο μαγαζί γιατί είχα στην πάνω μπάντα το κουρείο του μαγαζιού. Είχα χωρίσει κι είχα το κουρείο και το μαγαζί. Το μαγαζί έχει χαλάσει και το έχτισα απ τον πάτο, είχε πάθει κατολίσθηση. Και μου λέει: «Έλα να με ξυρίσεις». Ο Μαρίνος κι ΄όλας Μαρίνο τον λέγανε. Ένας ζωηρός άνθρωπος, καλός άνθρωπος, επιχειρηματίας, ωραίος. Ωραίος άνθρωπος και μου λέει: «Έλα να με ξυρίσεις». Τον εξύριζα εγώ όλο. Και του λέω: «Μαρίνο εδά είναι 5-6 μέρες απου είπα στους χωριανούς πως δεν ξυρίζω, λοιπόν για να σε ξυρίσω θα παρεξηγηθώ και δεν πάει όμορφα. Λοιπόν δεν θα σε ξυρίσω». Και παίζει μια και σηκώνεται απου το καφενείο απου κάθουντονε. Τάκα, τάκα, και πάει και μπαίνει στο κουρείο και πιάνει το πινέλο, και πιάνει τσι σαπουνάδες και πιάνει ντοκουμέντα. Και βάνει τσι σαπουνάδες κι είχα ετσά ένα φεγγίτη να επικοινωνώ το μαγαζί και μου κάνει ετσέ: «Έλα, έλα να με ξυρίσεις» λέω: «Ίντα θα κάμω να πάω να μην πάω; Ίντα θα γεννώ; Να πάω; Ίντα ‘θελα τσακωστούμενε; Να πάω». Και σηκώνομαι και πάω και τον εξυρίζω και μετά βγαίνω την πόρτα. Όλα πινέλα, γλαστράκια, ξυράφια, μηχανές πιάνω: «Ντάκα!» ένα σφεντουρίδι: «Ντάκα!» ένα σφεντουρίδι και τα πέταξα όλα κι εκόπηκε… Το ίδιο το ‘καμα και τώρα προ δυο χρόνια με το κουρέιο. Εκουρευότανε όλοι σ' εμένα, όλοι σε μένα. Και τσακονώμαστε γιατί ‘θελα μου παραγγείλουν να τσι κουρέψω και δεν μου ταίριαζε και τσι ‘λεγα: «Σε μια ολιά» ή δεν τσι κούρευα και ‘θελα τους πω αύριο. Παράπονα και ντοκουμέντα. Λοιπόν και αναγκάζομαι… Τσακώστηκα, τσακώστηκα με ορισμένους. Κι αναγκάστηκα και πέταξα τις μηχανές και τέλος.
Γιατί τσακωνόσασταν δηλαδή.
Ναι. Μα δεν εμπόρουνε παιδί μου να κουρεύω. Μου λέει ο Παπουτσιδάκης: «Για να κάνεις καφέ…» Κι εδά έχω παραδώσει στον Μανώλη το μαγαζί, εγώ δεν ανακατώνομαι καθόλου. Εγώ έρχομαι επαε τ' απόγευμα κι ανοίγω, για να μη έρχεται ο Μανώλης νωρίς, ναι και το πρωί… Εγώ πάντα το καφενείο είναι κλειστό πρωΐ, διότι εγώ είχα νεολαία, η πρωϊνή πελατεία δεν ερχότανε… Κι ήντα ‘λεγα δα;
Για το κουρείο.
Ναι και μου λέει ο Παπουτσιδάκης ο γιατρός: «Για να κάνεις καφέ -φταίει η ορθοστασία». Η ορθοστασία εμένα με… Τα γόνατα επαέ. [01:30:00]«Θα βάλεις ένα τούβλο στον πόδα, τον αριστερό απου με πονεί. Για να αναγυρίσεις τον… Για να ξεκουράζεται ο πόδας και θα παραιτήσεις το κουρείο, διότι όλοι -λέει- οι κουρείς, οι κομμωτές, του επαγγέλματος. Αυτή η στάση –λέει- για να κουρεύεις είναι η χειρότερη αυτή και παθαίνουνε όλοι αυτή την πάθηση στα πόδια». Εγώ δεν είχα βέβαια τόσο να πολλή δουλειά και μόλις μου το ‘πε ο γιατρός να σταματήσω. Και πολέμησα δυο-τρείς φορές να το σταματήσω. Δεν μ΄ αφήνανε, δεν μ΄ αφηνανε, δεν μ αφήνανε κι αναγκάστηκα και πέταξα πάλι τσι μηχανές.
Από πού μάθατε να κουρεύετε;
Επήγα στου Σαλβαράκη στο Ρέθεμνος. Επήγα κι έκαμα ένα μήνα στου Σαλβαράκη στο Ρέθεμνος.
Μια τελευταία ερώτηση θέλω να σας ρωτήσω. Αν μπορούσατε να ζείτε από την λύρα, δηλαδή να βιοπορίζεστε απ' αυτό θα το κάνατε;
Τι να σου πω τώρα. Αν δεν ημπορούσα να κάμω άλλο πράγμα, ναι. Δεν μπορούσα εγώ να παρατήσω την περιουσία μου, να παρατήσω το σπίτι, να παρατήσω… Σε όλα ασχολούμουνα, σε ούλα… Και να σου πω κάτι ο καλύτερος γεωργός στο Άνω Μέρος ήμουνε. Εγώ έχω αγοράσει από μηχανήματα, το πρώτο ξυλοκοφτικό, από έφτανε… Και βάνω ανθρώπους και βάνω εδα που είναι μεγάλος ο Μανώλης, και βάνω ανθρώπους και μου τα… Ό,τι υπάρχει στον κόσμο γεωργικό και χρειάζεται στο χωριό, ναι... Λίγη περιουσία έχω, δηλαδή, ναι.
Θεωρείτε ότι τα χρήματα, δηλαδή αυτό που λέγατε και πριν ότι οι πιο γνωστοί λυράρηδες, που παίζανε για τα χρήματα αυτό επηρέαζε την μουσική;
Αυτοί επηρεάζονται… Οι ίδιοι επηρεάζονται. Δηλαδή ικανοποιούνται με το να πιάσουνε χρήματα και δε τσι νοιάζει… Εγώ, δεν με νοιάζει εμένα αν είχα πάρω 5 δραχμές ή να ‘χα μην πάρω καθόλου. Εμένα δηλαδή σου ορκίζομαι στο φως μου, επήγαινα σε γλέντια, με καλούσανε ανθρώποι, φίλοι μου γνωστοί μου σε ορισμένες βαπτίσεις, σε γλέντια. Έπαιρνα βέβαια λαουτιέρηδες. Έχω παίξει με όλα τα λαγούτα, με ούλα τα λαγούτα επαε, ούλα. Αλλά τότεσας για να αυτό, για να κλείσω γλέντι- στο ‘πα και προηγούμενως αλλά δεν σου είπα τούτονα το πράγμα. Έπρεπενε επειδής εγώ δεν τραγουδούσα . Έπρεπε να βρω λαουτιέρη να τραγουδάει . Δηλαδή δεν μπορούσα να πάρω εγώ τον χωριανό μου απου τονε καλός λαγουθιέρης, γιατί δεν ετραγούδιενε μούδε αυτός. Δεν μπορούσε να πάρω τον Μαρκογιάννη. Τον Μαρκογιάννη είδα μια φορά προ 20-30 χρόνια εις στον Μασταμπά στον δρόμο. Του λέω: «Γιάννη ένα εκατομμύριο να με καλέσουν σ' ένα γλέντι να πιάσομενε, δεν μπορώ να παίζουμε μαζί. Μομός εσύ, μομός εγώ δεν μπορώ». Ακούς; Το ‘πα του Μαρκογιάννη προ 30-40 χρόνια. Λοιπόν, έπρεπενε να βρώ λαγουθιέρη να πάρω τον Χατζιδάκι, να πάρω τον Χατζηχρήστου, να πάρω τον Φουκάκη, τον καλύτερο μου λαγουθιέρη τον Φουκάκη τον Λευτέρη. Να πάρω ούλα τα λαγούτα που τραγουδούσαν. Τον Κλαψινό, τον Πετράκη απ' τα Γεράνια. Ούλα… Τσι ξεχνώ δεν πρέπει να λέω ας πούμε ονόματα, θα ξεχάσω τσι μισούς και θα παρεξηγηθούν... Λοιπόν, και να ‘χα μου πούνε πως 'θελα ρθουνε στο γάμο ας πούμε απου με κάλεσες. Τότε ‘θελα σε κλείσω και να σου πω: «Αντώνη θα ‘ρθω στον γάμο σου». Αν δεν έβρισκα λαγουθιέρη να τραγουδεί, δεν ερχόμουνα. Και μου ’χει τύχει και δυο-τρείς φορές, να το πώ κι αυτό. Δεν ήβρηκα λαγουθιέρη, ήταν ουλοι κλεισμένοι. Τα λαγούτα ήτονε τοτεσας λίγα, πολύ λίγα. Γιατί εδα κι οι λυρατζήδες και οι λαγουτιέριδες είναι εκατομμύρια. Λοιπόν πολλές φόρες ‘θελα μου πει κάνεις: «Να πάρουμε μωρέ κιονέ; Αλλά δεν τραγουδεί ο άνθρωπος καλά, δεν είναι τόσο καλός. Μην με παρεξηγήσεις», λέει: «Πάρτον». Ε και μια φορά κιόλας δεν είχα και πήρα έναν από ‘παε κοντά… Καλός, καλός… Μα του το ‘πα: «Μωρέ συ, δεν είναι κανείς και θα πάρω τον τάδε». Και ύστερα μου ‘καμε παρατήρηση: «Ίντα ‘ναι μωρέ κειονά;», «Μα δεν σου ‘πα απόψε αν δεν βρω καλό λαγουθιέρη να παίζει αυτό…;». Δηλαδή δεν πήγαινα ποτέ αν δεν ‘θελα βρω καλό λαουθιέρη.
Μάλιστα.
Τι για τα λεφτά; Εγώ πήγαινα σε γλέντια και πιάναμε ό,τι πιάναμε. Και λίγα και πολλά και ξέρω ‘γω να πούμε. Κι ερχότανε ανθρώποι, που είχανε το γλέντι. Και μου δίνανε 20000-10000 πουρμπουάρ. Ποτέ δεν τα πήρα να, να μην φτάξω αύριο, ποτέ… Και πολλές φορές με ξανοίγε ο λαγουθιέρης και μου έκανε… Ακούς; Ποτέ δεν επήρα. Δεν μ' ενδιαφέρουν τα… Ήθελα να κάνω καλό γλέντι. Ήθελα ν' άρεσε στον κόσμο. Τα λεφτά στο γλέντι δεν μ΄ ενδιαφέρανε καθόλου. Ό,τι ‘θελα 'χα πιάσω, ή λιγα ή πολλά. Ποτέ δεν έσκυψα να πάρω λεφτά από χάμαι. Ενώ ο λυρατζής είναι τ΄ αφεντικό . Ο λυρατζής είναι τ’ αφεντικό, ο λυρατζής παίρνει τα λεφτά, ο λυρατζής τα μοιράζει. Ετσά το κάνανε μια φορά, εδά δεν κατέω ίντα κάμανε. Και τσακωνόμασταν με τσοι λαγουθιέρηδες: «Πάρτα μωρέ!» Εγώ λεφτά από χάμαι, ποτέ στην ζωή μου δεν επήρα να τα πιάσω και να τα μοιράσω. Μοιράζουνε εξ ίσου αν είναι με τον Μαρκογιάννη παίζω και να ‘χω κι ένα άλλο κοπέλι, θα πάρει και το άλλο κοπέλι ό,τι πήρε ο Μαρκογιάννης κι ό,τι πήρα κι εγώ. Στην μέση! Δεν παίρνω δέκα δραχμές παραπάνω σαν λυρατζής, σαν εδά που το κάνουν ‘τσα λογιός και παίρνει ο λυρατζής ένα 1000 και το άλλο 1000 το μοιράζει σε 5 άτομα. Εγώ τέτοια πράγματα ποτέ δεν έχω κάνει. Κι είναι απαράδεκτα πράγματα, αυτά.
Πολύ Ωραία.
Είπα ορισμένα πράγματα χρήσιμα για την λύρα για τα γλέντια. Χρήσιμα και για τον Χορό. Αλλά δεν μπορεί κανείς να τα βάλει στο ιντερνέτ, διότι θα παρεξηγηθεί. Αυτά είναι μπαλέτα, δεν είναι αυτά χορός. Κι εδά εσείς, ο Σγουρός και κάτι άλλοι σ' αυτό τον τομέα. Ασχολείται δα ο Σγουρός με τα παραδοσιακά, που δεν υπάρχει καλύτερος στον κόσμο τέλος πάντων. Για τα παλιά, αυτά είναι. Μα θωρώ σιγά-σιγά κι επανέρχονται, να αυτό που κάνετε τώρα κι εσείς. Αυτό το πράγμα βοηθάει τα παλιά. Αυτό πρέπει να γίνει να φωνάξουν ούλοι.
Να 'στε καλά, ευχαριστώ πολύ.
Λοιπόν, ίντ' άλλο; Να πάμε στο σπίτι, κάτι θα βρεθεί...
Content available only for adults (+18)
Summary
Ο Στίνος Σοφιαδάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ορεινό χωριό του Αμαρίου, Άνω Μέρος. Απο παιδί έπιασε την κρητική λύρα. Έμαθε να παίζει μόνος και να φτιάχνει τα δικά του όργανα. Τον πατέρα του τον σκότωσαν οι Γερμανοί, όταν έκαψαν το χωριό το 1944. Το 1955 ο ίδιος πηγαίνει στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου και αργότερα στην Κω, όπου γνωρίζει εκεί κι άλλους Κρητικούς και καταξιώνεται ως λυράρης. Επιστρέφει στο χωριό του και αρχίζει να παίζει σε γλέντια, γάμους και βαπτίσεις σε όλη την περιοχή του Αμαρίου. Γίνεται περιζήτητος οργανοπαίχτης στην περιοχή και μετά τον γάμο του ανοίγει καφενείο στο χωριό, ενώ ταυτόχρονα είναι κουρέας και αγρότης. Ένας πολύ δυναμικός και ιδιαίτερος άνθρωπος που δεν συνδύασε τη λύρα με τα χρήματα. Παρόλο που έπαιξε σε αμέτρητα γλέντια στην περιοχή του δεν επεδίωξε την φήμη, «Ήθελα να ευχαριστηθεί ο κόσμος».
Narrators
Ιουστινιανός Σοφιαδάκης
Field Reporters
Αντώνης Λεοντίδης
Topics
Tags
Interview Date
30/05/2021
Duration
97'
Content available only for adults (+18)
Summary
Ο Στίνος Σοφιαδάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ορεινό χωριό του Αμαρίου, Άνω Μέρος. Απο παιδί έπιασε την κρητική λύρα. Έμαθε να παίζει μόνος και να φτιάχνει τα δικά του όργανα. Τον πατέρα του τον σκότωσαν οι Γερμανοί, όταν έκαψαν το χωριό το 1944. Το 1955 ο ίδιος πηγαίνει στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου και αργότερα στην Κω, όπου γνωρίζει εκεί κι άλλους Κρητικούς και καταξιώνεται ως λυράρης. Επιστρέφει στο χωριό του και αρχίζει να παίζει σε γλέντια, γάμους και βαπτίσεις σε όλη την περιοχή του Αμαρίου. Γίνεται περιζήτητος οργανοπαίχτης στην περιοχή και μετά τον γάμο του ανοίγει καφενείο στο χωριό, ενώ ταυτόχρονα είναι κουρέας και αγρότης. Ένας πολύ δυναμικός και ιδιαίτερος άνθρωπος που δεν συνδύασε τη λύρα με τα χρήματα. Παρόλο που έπαιξε σε αμέτρητα γλέντια στην περιοχή του δεν επεδίωξε την φήμη, «Ήθελα να ευχαριστηθεί ο κόσμος».
Narrators
Ιουστινιανός Σοφιαδάκης
Field Reporters
Αντώνης Λεοντίδης
Topics
Tags
Interview Date
30/05/2021
Duration
97'