© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Έθιμα και τραγούδια του Σαρακατσάνικου Γάμου

Istorima Code
10036
Story URL
Speaker
Νικόλαος Γιαννακός (Ν. .)
Interview Date
24/02/2021
Researcher
Θωμάς Βαγγελής (Θ.Β.)

[00:00:00] 

Θ.Β.:

Καλησπέρα! Είμαι ο Θωμάς Βαγγέλης. Είμαι ερευνητής για το Istorima. H ημερομηνία είναι 24 Φεβρουαρίου του 2021. Βρισκόμαστε στη Νέα Σελεύκεια Θεσπρωτίας και είμαστε εδώ με τον κύριο Νίκο Γιαννάκο, με τον οποίο πρόκειται να συζητήσουμε και να μιλήσουμε. Καλησπέρα κύριε Νίκο!

Ν. .:

Καλησπέρα Θωμά! Καλωσόρισες και εύχομαι πάντα να έχεις επιτυχίες!

Θ.Β.:

Να είστε καλά! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ! Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για εσάς; 

Ν. .:

Ναι. Εγώ γεννήθηκα εδώ στον Αετό Φιλιατών Θεσπρωτίας, τον Γενάρη του 1956. Μεγάλωσα μέσα σε σαρακατσάνικη στάνη. Ήμουν τυχερός που έζησα αυτό το μεγαλείο της στάνης, διότι όντως... Και αυτό με βοήθησε στην πορεία της ζωής μου να πατάω γερά στα πόδια μου, διότι ήταν μία δύσκολη ζωή, αλλά όμως ήταν και χρόνια ευλογημένα. Οπότε, σιγά σιγά, μεγαλώνοντας μέσα στη στάνη. Και το καλοκαίρι βγαίναμε στα Ζαγοροχώρια, στο ανατολικό Ζαγόρι, στο Μιτσικέλι και στο χωριό Ανθρακίτη, είχαμε τα κονάκια. Και εκεί έμαθα τα πολλά τραγούδια, που στην πορεία μου χρειάστηκαν. Δεν είχα σκοπό να γίνω τραγουδιστής αλλά από μικρός, όμως, γίνονταν γλέντια στη στάνη, στις ονομασίες που λέγαμε. Ας πούμε γιόρταζε ο Κωνσταντίνος, του Αγίου Κωνσταντίνου. Στο Κονάκι του Κωνσταντή γίνονταν γλέντι. Του Νικολάου, στο κονάκι το δικό μου, του πατέρα μου δηλαδή, γίνονταν γλέντι. Και γλένταγαν με το στόμα. Δεν είχαν οι Σαρακατσάνοι τότε, έτσι, όργανα. Μία Μίνια, να το πούμε σαρακατσάνικα. Μίνια βολά έπαιρναν οι άντρες, μίνια οι γυναίκες. Ήταν ένα... Μου έχει μείνει ας πούμε χαραγμένο στην ψυχή μου. Και ξέρεις, ο μικρός είναι... Πώς είναι τώρα το μαγνητόφωνο; Ξέρεις αποτυπώνει τα πάντα. Έτσι; Τα τραγούδια αυτά μου είχανε μείνει, ας πούμε, στο μυαλό μου. Και όταν ήρθε η δουλειά τυχαία να γίνω τραγουδιστής, δεν το είχα στο... Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Ήμουν πλέον 24 χρονών τότες στο πανηγύρι στο χωριό, στον Ανθρακίτη της Αγίας Παρασκευής. Μεγάλη της η χάρη! Ήταν μία ορχήστρα, η οποία δεν ήξερε σαρακατσάνικα. Και δικαιολογημένα, διότι τα σαρακατσάνικα τότε είχαν ξεκινήσει να ακούγονται. Είχε βγει ας πούμε στη Θράκη, ο αείμνηστος, ο Τάσος ο Γιαρίμης, Θεσσαλία πάλι ο αείμνηστος ο Κώστας ο Νάκας. Και η ορχήστρα δεν ήξερε τα τραγούδια. Μπήκαν οι δικοί μας... Μπήκαν μάλλον οι Σαρακατσάνοι στο χορό 04:00 η ώρα, γιατί οι Σαρακατσάνοι πάντα μπαίνουν πρωινές ώρες. Έτσι; Δεν θέλουμε να μας δει ο κόσμος, θέλουμε να το απολαύσουμε. Εμείς παραγγέλνουμε ένα τραγούδι, δύο, τρία. Να ‘μαστε…. Συγκεκριμένα ας πούμε λέει ένας ξάδερφός μου εκεί: «Πάρε λίγο ‘’Κράτα κατακαημένε Όλυμπε!’’». «Δεν το ξέρουμε» τα παιδιά λένε, η ορχήστρα. «Βαράτε το άλλο». «Πήγα και πήρα έναν αοιδό». Τέλος πάντων, τα παιδιά, με συγχωρείτε το συγκρότημα, μάζευε τις πλάτες. Λίγο το ούζο, λίγο το κρασί, λίγο αυτό, δημιουργούνταν ένα πρόβλημα ανάμεσα στην ορχήστρα και στην παρέα τη δική μας. Τότε, αφού είδα τα δύσκολα εγώ, είπα: «Ρε παιδιά, μήπως πρέπει να... Θέλετε να πούμε ένα τραγούδι;». Και μου λέει ο τραγουδιστής, λέει: «Τραγουδάς;». «Όχι, μωρέ- λέω- αλλά ξέρω. Αυτά τα ξέρω, θα τα πω!». Και έτσι λοιπόν, τους έβγαλα από τη δύσκολη θέση, τραγούδησα. Και αυτοί το χάρηκαν, ας πούμε, σου λέει: «Σωθήκαμε!», γιατί παρεξήγηση θα γινότανε. Έτσι ήταν. Αυτή ήταν η αιτία. Τραγούδησα εκεί στο πανηγύρι στην παρέα... Και ήταν ένας με το κλαρίνο, Χαρίλαος Μπούρμπος. Αυτός με κράτησε μετά. Λέει: «Θα έρθεις μαζί μου». Εγώ βέβαια το θεωρούσα... «Πού να πάω εγώ τώρα;», λέω. Τέλος πάντων, με έπεισε δηλαδή ότι είναι καλά. Και έτσι ξεκίνησα στο τραγούδι. Και τα τραγούδια αυτά, όπως σου είπα Θωμά, που τα είχα ακούσει από μικρός στα γλέντια της στάνης, τα βρήκα μπροστά μου μετά όλα, γιατί τα έλεγε ο πατέρας. Πολλά τραγούδια από τον πατέρα μου, τη μάνα μου και από όλους τους στανίτες εκεί, τους μεγάλους που τραγουδούσαν ας πούμε και... Έτσι λοιπόν έγινα τραγουδιστής.

Θ.Β.:

Ωραία! Οπότε ήσασταν από μικρός μυημένος στη σαρακατσάνικη παράδοση, στα σαρακατσάνικα τραγούδια. Και έτσι αποφασίσατε, [00:05:00]λοιπόν, να γίνετε τραγουδιστής. Θα μπορούσατε να μου πείτε λίγο δύο πράγματα για τους Σαρακατσαναίους; Δηλαδή τι, ποιοι είναι ακριβώς οι Σαρακατσαναίοι; 

Ν. .:

Ναι. Οι Σαρακατσαναίοι είναι πληθυσμός ελληνικός, νομαδικός, οι ρίζες των οποίων αρχίζουν από τα αρχαία χρόνια. Με άλλα λόγια, δηλαδή είναι ένα αρχαιοελληνικό φύλο. Με τους Σαρακατσαναίους έχουν ασχοληθεί αξιόλογοι μελετητές όπως η Αγγελική Χατζημιχάλη, στην οποία, εμείς οι Σαρακατσάνοι χρωστάμε πάρα πολλά, ο Καββαδίας και άλλοι πολλοί. Όπως και πολλοί ξένοι μελετητές όπως, ο Άγγλος John Campbell και ο Δανός γλωσσολόγος Carsten Hoeg. Οι Σαρακατσαναίοι είναι βαθιά θρησκευόμενοι και έχουν ιδιαίτερη αγάπη για την Ελλάδα. Όπως είπα και πριν, είχαν μία δύσκολη ζωή, αλλά αντέξανε όμως στο χρόνο με τα κοπάδια τους. Το χειμώνα στα χειμαδιά, στους κάμπους και το καλοκαίρι βγαίναν στα βουνά. Η καταγωγή των Σαρακατσάνων είναι η αρχική, αρχική κοιτίδα, η ευρύτερη περιοχή των Αγράφων και της Ευρυτανίας. Και με το πέρασμα του χρόνου και με την τουρκοκρατία, που ήμασταν σκλαβωμένοι τόσα χρόνια, αναγκάστηκαν απ’ τα Άγραφα να φύγουν και να πάνε σε όλη την Ελλάδα. Διασκορπίστηκαν, έψαχναν για να βρούνε και εύφορα λιβάδια για τα πρόβατα τους, για τα κοπάδια τους. Και όπως επίσης πήγανε στις γειτονικές βαλκανικές χώρες, όπως η Βουλγαρία και στα Σκόπια. Βέβαια, σήμερα έχουν... Δεν ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Πάρα πολύ λίγοι είναι που ασχολούνται. Έχουν πάει σε άλλα επαγγέλματα, όπως ειδικά πάρα πολλοί στα γράμματα, τέχνες. Επιχειρηματίες έχουν γίνει, με την πολιτική, γεωργία. Η κτηνοτροφία δυστυχώς, επειδή ήταν δύσκολο επάγγελμα, μείνανε πάρα μα πάρα πολύ λίγοι.

Θ.Β.:

Το όνομά τους από πού το έχουνε πάρει;

Ν. .:

Ναι. Το όνομα τους το πήρανε. Ναι. Επί τουρκοκρατίας πάλι, όταν έπεσε η πόλη, η Κωνσταντινούπολη, οι Σαρακατσάνοι το θεώρησαν ότι ήταν ένα βαρύ πλήγμα για το έθνος και μαυροφορέθηκαν. Φόραγαν μαύρα. Οπότε προέρχεται από την τούρκικη λέξη: «Καρά κατσάν» δηλαδή «Μαύρος φυγάς». Οπότε ο Αλή Πασάς, ο Τούρκος δηλαδή, δεν μπορούσε να τους υποδουλώσει, γιατί ήταν... Ειδικά στα Άγραφα. Τα Άγραφα ήταν ειδικά μια κακοτράχαλη περιοχή και δεν ήταν εύκολο να τους βρει. Καρα κατσάν. Μαύρος φυγάς. «Καρά κατσάνος». Και έτσι έγινε ο «Σαρακατσάνος». Εγώ δεν είμαι ούτε ιστορικός, αλλά ξέρω πολλά πράγματα. Είναι κάποιοι θα έλεγα... Να τους πω ανιστόρητοι; Λένε πράγματα τα οποία δεν ισχύουν. Αυτά που λέω, επειδή έχει ασχοληθεί και ο Σαρακατσάνος ο Νίκος ο Κατσαρός, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής, και είναι πιστεύω ο μόνος που το έχει ψάξει και έτσι είναι. Τώρα, κάτι άλλα που λένε, για μένα πράγματα δεν ισχύουνε αυτοί. Είναι κατά την άποψή μου… Και επειδή λόγω της δουλειάς μου έχω πάει στα Άγραφα, στην Αργιθέα, σε όλα τα χωριά, είναι με τους μόνους Έλληνες που είμαστε πρώτα ξαδέρφια. Ταιριάζουμε στα τραγούδια, στα ήθη, στα έθιμα. Άρα λοιπόν, και από την εμπειρία που έχω τόσα χρόνια που τραγουδάω, 40 χρόνια πλέον. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η καταγωγή. Και έτσι πήραν και το όνομα. 

Θ.Β.:

Έχουν μία βαθιά ιστορία, όπως μας είπατε και έναν μεγάλο πολιτισμό. Άρα, φαντάζομαι ότι έχουν πάρα πολλά ήθη και έθιμα οι Σαρακατσαναίοι φαντάζομαι.

Ν. .:

Ναι. 

Θ.Β.:

Τι ακριβώς, ας πούμε, ήθη και έθιμα γενικότερα έτσι είναι πολύ γνωστά και ξακουστά;

Ν. .:

Κοίταξε να δεις. Καταρχήν είπαμε ότι έχουνε το δικό τους πολιτισμό, τα δικά τους ήθη και έθιμα. Όπως ας πούμε και στην Ελλάδα θα έλεγα το κάθε σινάφι έχει τα δικά του ήθη και έθιμα. Έτσι και οι Σαρακατσάνοι. Όπως ήτανε και μία κλειστή κοινωνία που είχαν ζήσει όλα τα χρόνια. Ήταν μία κλειστή κοινωνία. Έχουν τη δική τους παράδοση και τα δικά τους έθιμα. Καταρχήν οι [00:10:00]Σαρακατσάνοι έχουν τα τραγούδια, που είναι ένας μεγάλος θησαυρός, θα έλεγα. Άμα το ψάξει κανείς, όντως είναι θησαυρός. Και αυτό είναι κληρονομιά που μας άφησαν οι πρόγονοί μας. Και φυσικά, εμείς οι τραγουδιστές δεν έχουμε και δικαίωμα να τα πειράξουμε και να τα ταλαιπωρήσουμε, όπως γίνεται συνήθως. Τα σαρακατσάνικα τραγούδια είναι πάρα πολλά, αλλά έχουνε πάρα πολύ καλό στίχο, διότι είναι βγαλμένα απ’ τη ζωή. Θα έλεγα ότι ο κάθε στίχος, η κάθε λέξη κρύβει μέσα έναν πόνο, ένα καημό, μία χαρά, μία λύπη. Και επειδή είμαι απάνω στη δουλειά αυτή που κάνω και το έχω ψάξει, αν κάτσει κάποιος και το αναλύσει ένα τραγούδι θα δει ότι είναι… Λέει πολλά πράγματα, όχι μόνο εμείς, αλλά και άλλοι που δεν είναι Σαρακατσάνοι, έτυχε να γνωρίσω ας πούμε. Με το δικό μας τραγούδι ενθουσιάζονται, ακούνε τι λέει και βγαίνει, τέλος πάντων, στο τέλος ένα νόημα. Μου λέει κάποιος, κάποτε. Λέει ένα τραγούδι: «Θέλω να τα καταραστώ τα τρία βιλαέτια την Πόλη και τη Βουλγαριά και τη Βλαχιά αντάματης Πόλης τα κρασόπουλεια λαμπάδα να τα κάψειτης Βουλγαριάς τα πρόβατα γκλαμπάτσα να τα πιάσεικαι της Βλαχιάς τις έμορφες, χολέρα να τις πιάσειπαίρνουν παιδιά ανύπαντρα κ’ έρχονται γηρασμέναπήραν κ’ τα αδερφάκια μου δε φάνηκαν να έρθουν» Και μου λέει: «Βγάζει πολλή πίκρα». Ναι. Όταν το αναλύσαμε και λέει: «Τα τρία βιλαέτια, η Πόλη, η Βουλγαρία...», γιατί παλιά και οι Σαρακατσάνοι πηγαίνανε και στα παράλια της Μικράς Ασίας, πολύ παλιά. Και καταλήγει ότι λέει: «Της Βουλγαριάς τα κρασόπουλεια να πάει να τα κάψει, της Βουλγαρίας τα πρόβατα γκλαμπάτσα να τα πιάσει». Γιατί στη Βουλγαρία σήμερα ζουν και πολλοί Σαρακατσάνοι, κάπου 20.000 κόσμος. Έτσι; Άρα πήγανε εκεί και δεν ξαναγύρισαν. Επίσης, πήγανε και στη Βλαχιά. «Και της Βλαχιάς τις έμορφες, χολέρα να τις πιάσει, παίρνουν παιδιά ανύπαντρα κ’ έρχονται γηρασμένα, πήραν κ’ τα αδερφάκια μου δε φάνηκαν να έρθουν», δηλαδή αυτό βγήκε από κάποιες αδερφές. Έφυγαν τα αδέρφια τους και δεν ξαναγύρισαν. Γι’ αυτό έχει και τόσο… Τόσο πόνο. Και έτσι λοιπόν, όταν δίνεις την εξήγηση, άρα λοιπόν, έχουμε πάρα πολλά τραγούδια βγαλμένα από τη ζωή. Και φυσικά ένα μεγάλο κομμάτι της παράδοσής μας είναι ο γάμος. Ο γάμος είναι ολόκληρη ιστορία, δηλαδή με το γάμο δεν χωράει μία συνέντευξη της μιας ώρας. Έτσι; Τώρα να ασχοληθείς πολλές συνεντεύξεις, να πεις ότι θα ολοκληρώσω μία ο γάμος. Και έχει και κρατάει ακόμα σήμερα ο παραδοσιακός γάμος με εμάς τους Σαρακατσάνους. Και κρατάει ακόμα σήμερα. Διότι οι νέοι μας, πιστοί στην παράδοση, ακολουθούν

Ν. .:

τα χνάρια και τα μονοπάτια της παράδοσης. Διότι ακούγοντας αυτά τα τραγούδια σήμερα, οι νέοι είναι και... Έχουνε μάθει γράμματα, ασχολούνται με πολλά πράγματα. Οπότε εγώ έχω καταλήξει ότι έχουν ψάξει και τραγουδάνε και χορεύουν τα τραγούδια των προγόνων τους. Και αυτό τιμά ιδιαίτερα τη νεολαία μας. Εγώ από την πλευρά μου, όσο μπορούσα, προσπάθησα, προσπαθώ και πιστεύω το έχω πετύχει σε ένα μεγάλο βαθμό, να περάσω σαρακατσάνικα τραγούδια στη νεολαία. Εξάλλου ήταν και υποχρέωσή μου να το κάνω αυτό. Έτυχε ο λαχνός σε εμένα. Άρα λοιπόν, ο γάμος μεγάλη ιστορία, ο γάμος, ο σαρακατσάνικος γάμος, ο οποίος ξεκίναγε την Τετάρτη και τελείωνε την Τρίτη το πρωί. Έχω τύχει εγώ σε γάμο δικό μας Γιαννακαίικο... Τελείωσε ο γάμος την Τρίτη το πρωί, όσο παράξενο και αν φαίνεται. Ήτανε κάτι ξεχωριστό. Εντάξει, σήμερα ο κόσμος έχει χορτάσει από γλέντια. Τούτος ο γάμος [00:15:00]τον περίμεναν να γίνει... Ένας γάμος να γίνει, ένα πανηγυράκι... Να ξεσκάσουν, να γλεντήσουν. Ναι, αλλά ο γάμος ήτανε κάτι... Ήταν όνειρο ζωής. Ήταν και είναι θα έλεγα για τους γονείς όνειρο ζωής. Ξεκινούσε από την Τετάρτη και τελείωνε την Τρίτη το πρωί. Τώρα θα μου πεις: «Τόσες μέρες τι γινότανε», έτσι; Η κάθε μέρα είχε και το δικό τους γλέντι, το δικό τους χαρακτήρα. Την Τετάρτη ανάπιαναν τα προζύμια. Τα προζύμια ήταν ένα παλιό έθιμο των Σαρακατσάνων που γινόταν, ας πούμε, την Τετάρτη. Ζύμωνε μία κοπέλα ανύπαντρη αλεύρι και μετά ήτανε για να στεριώσει ο γάμος... Ξεκίναγε ας πούμε να γίνει... Αυτό το λόγο είχαν τα προζύμια. Και μετά άλειφαν με το αλεύρι στο πρόσωπό, τους καλεσμένους, πού ήταν... Δεν ήταν πολλοί οι καλεσμένοι, στενοί συγγενείς. Και έλεγαν και ένα τραγούδι. Θέλεις να τραγουδήσουμε; Να το πούμε το τραγούδι αυτό; Ναι... «Ανάχλιο, ανάχλιο είν’ το νερόκι αφράτο το προζύμικόρη ξανθιά τ' έπιανε, μωρέμε μάνα και πατέρακαι κίνησα να πάω να δω, και οι βίγλιες δε με αφήνουν». Δηλαδή: «Κίνησα να πάω να ιδώ και οι βίγλες να με αφήνουν», δηλαδή. Από τη νύφη, ήθελαν να πάνε να δουν. Οι βίγλες είναι το καραούλι, το καρτέρι. Άρα δεν μπορούσαν... Δεν επιτρέπονταν να πάνε να δουν, ας πούμε, στο γαμπρό. Γι’ αυτό και λέει: «...οι βίγλες δε με αφήνουν». Δεν μπορούσε να περάσει πλέον κάποιος, να πάει από τη νύφη, να πάει στο κονάκι του γαμπρού την Τετάρτη. Έτσι λοιπόν, ξεκίναγε η Τετάρτη τα προζύμια.

Ν. .:

 Την Πέμπτη είχαμε τον φλάμπουρα. Ο φλάμπουρας είναι ένα πάλι πολύ παλιό έθιμο, το οποίο... Πώς προέκυψε ο φλάμπουρας; Επί Τουρκοκρατίας δεν επιτρέπονταν, δεν μας άφηναν να υψώσουμε την ελληνική σημαία. Και οι Σαρακατσάνοι βρήκαν αυτό το, θα έλεγα το κόλπο. Έκαναν δικό τους φλάμπουρα. Πάντα με το σταυρό. Με χρώμα πάλι άσπρο και μπλε, που έχει η σημαία μας και κόκκινο. Λίγο το μπέρδεψαν κάπως το πράγμα για να μην…. Έτσι προέκυψε ο φλάμπουρας και τον ράβουμε την Πέμπτη. Έχει 5 τραγούδια ο φλάμπουρας. Ναι, 5 τραγούδια. Και γίνονταν γλέντι την Πέμπτη. Αυτοί που ήταν στενοί συγγενείς: αδέρφια, ξαδέρφια. Τώρα ο φλάμπουρας έχει Πέντε τραγούδια. Μας παίρνει ο χρόνος να τα πούμε; 

Θ.Β.:

Ναι, ναι βεβαίως. 

Ν. .:

Και τα πέντε;

Θ.Β.:

Άμα θέλετε; Βεβαίως.

Ν. .:

Μωρέ, τα λέω εγώ. 

Ν. .:

Ναι ,ναι, βεβαίως.

Θ.Β.:

«Μωρέ, τίνος είναι ο φλάμπουρας,τ’ άσπρο και το κόκκινο, μωρέ τ’ άσπρο και το κόκκινο, και το κατακόκκινο; Μωρέ του γαμπρού είν’ ο φλάμπουρας, τ’ άσπρο και το κόκκινο. Μωρέ τ’ άσπρο και το [00:20:00]κόκκινο και το κατακόκκινο». Τώρα, το δεύτερο: «Μωρέ για ράψτε τον δα, σιαδά σιαδάθα γείρει ράχες και βουνάθα γείρει ράχες και βουνά, θα τον ξεκλείσουν τα κλαριάθα τον ξεκλείσουν τα κλαριάθα το γελάσει η πεθεράθα το γελάσει η πεθεράδε θα μας δώκει τα προικιά». «Μωρέ, ποιος τον ράβειποιος τον φτιάνει και τον κατακοκινίζει; Μωρέ και τον κατακοκκινίζει μήλα, ρόδα τον γιομίζει. Μωρέ, ο πατέρας μου τον ράβει και τον κατακοκκινίζει. Και το κατακοκκινίζει, μήλα ρόδα τον γιομίζει. Μωρέ, η μανούλα μου τον ράβεικαιτον κατακοκκινίζει. Καιτον [00:25:00]κατακοκκινίζει, μήλα, ρόδα τον γιομίζει. Μωρέ, τ’ αδερφάκια μου τον ράβουνκαι τον κατακοκκινίζουν. Μωρέ, και τον κατακοκκινίζουν, μήλα, ρόδα τον γιομίζουν». «Μωρ’ όσα αδερφάκια του γαμπρού όλα τριγύρω να ‘ναι εδώ. Όλα τριγύρω να ‘ναι εδώκι όλα τουφέκια να ρίχνουν. Κι όλα τουφέκια να ρίχνουν,για να προκόψει ο φλάμπουρας. Για να πορκόψει ο φλάμπουραςγια να προκόψει ο γάμος μας. Και όσες αδερφούλες του γαμπρούόλες τρουύρω να ‘ναι εδώ. Όλες τριγύρω να ‘ναι εδώ κι όλες τραγούδια να του πουν. Για να προκόψει ο φλάμπουρας, για να προκόψει η νύφη μας. Μωρέ, για σένα φλαμπουριάρη μου, για να σε τραγουδήσουμε. Θελουμε να σε τραγουδήσουμε, να σε πολυχρονήσουμε. Να σε χαρεί η μανούλα σουνα στήσει και άσπρο [00:30:00]φλάμπουρα. Να σε πατρέψει αγλήγορα. Να ράψει και άσπρον φλάμπουρα. Να ράψει άσπρον φλάμπουρα. Άσπρον και κατακόκκινον». «Άντε Φλαμπουριάρη και στα δικά σου», έτσι έλεγαν. Μόλις τελείωνε το τραγούδι, «Φλαμπουριάρη και στα δικά σου! Η ώρα η καλή και εις άλλα με υγεία!», έλεγαν πάντα. Αυτά είναι τα τραγούδια του φλάμπουρα. Είναι... Έχουν ιδιαίτερη αξία. Και όπως είπα και προηγουμένως, ευτυχώς οι νέοι μας ακόμη σήμερα. Που εγώ πάω τώρα στους γάμους. Αφού κι εσύ τα ξέρεις Θωμά, γιατί από ό,τι είδα και εσύ τα τραγούδαγες τόση ώρα. Τα ξέρεις τα τραγούδια. Και αυτό είναι ένα σημάδι καλό. Οπότε θα έχουμε. Θα πάει για πολύ. Έρχεται από πολύ μακριά και θα πάει και πολύ μακριά.

Θ.Β.:

Ήθελα να ρωτήσω από τι απαρτίζεται; Πώς ράβανε το φλάμπουρα; Πώς ακριβώς; Τι στοιχεία είχε πάνω ένας φλάμπουρας; Είχε τη σημαία, το ξύλο, τα μήλα νομίζω.

Ν. .:

Ναι. Ο φλάμπουρας είχε... Το ξύλο που λέγεται φλαμπουρόξυλο. Ήταν ένα ξύλο που το έκοβαν μόνοι τους στη στάνη ή από λεπτοκαρυά ή από φράξο. Και φυσικά του έκαναν και κάποια κεντίδια. Το κένταγαν το ξύλο. Σταυρό πάντα. Και το πανί, το οποίο το έφτιαχναν οι Σαρακατσάνες μόνες τους, υφαντό κεντημένο, κεντημένο. Το κένταγαν. Όπως είπα τα χρώματα ήταν άσπρο, μπλε, κόκκινο. Ήδη το λέει και το τραγούδι: «Άσπρος και κατακόκκινος». Και διάφορα κεντίδια. Είχαν μέσα και διάφορα κεντίδια. Τα μήλα, ή μήλα ή ρόδα, συνήθως μήλα. Τα μήλα συμβολίζουν την γονιμοποίηση για να… Και τα ρόδα. Χαρούμενα πράγματα. Κόκκινα, πάντα κόκκινα μήλα είχαν. Ράβονταν με 3 βελόνια. Μονά πάντα. 3 βελονιά, 3 κλωστές. Ο φλαμπουριάρης πάντα ήταν ελεύθερος, ανύπαντρος. Έτσι είναι το έθιμο. Και μόλις τελείωνε το ράψιμο, τότες τον χόρευαν τον φλάμπουρα. Μπροστά ο φλαμπουριάρης και στη συνέχεια, συνήθως παιδιά, ξαδέρφια του γαμπρού, τα αδέρφια. Έλεγαν, χόρευαν. Τον πέρναγαν όλοι από ένα χορό, από ένα τραγούδι σχεδόν όλοι. Πόσοι; 10-15 παιδιά. Και μετά τον έστηναν στο κονάκι. Σήμερα τον βάζουμε στο σπίτι. Τότε σε κονάκι. Και διαρκεί όλη την εβδομάδα ο φλάμπουρας, μέχρι να τελείωνε ο γάμος. Και μετά το γάμο πάλι και για κάποιες μέρες ήταν εκεί στημένος. Φαινόταν ότι εκεί έγινε γάμος. Όπως και σήμερα βλέπεις και περνάμε σήμερα. «Να εδώ- λέμε- εδώ έγινε γάμος. Είναι ο φλάμπουρας ακόμα στημένος». Αυτά έχει ο φλάμπουρας.

Ν. .:

Τώρα, την Παρασκευή, είχαν τα ξύλα. Πήγαιναν για ξύλα οι γυναίκες, διότι τότες, Θωμά, δεν υπήρχαν... Δεν υπήρχε ρεύμα, να ψήσουμε τα σφαχτά, τα αρνιά, τα κρέατα, να μαγειρέψουν τα φαγητά στα καζάνια. Έβαζαν καζάνι. Ούτε φλόγιστρα υπήρχαν, ούτε αυτά που υπάρχουν σήμερα. Αλλά την Παρασκευή πήγαιναν οι γυναίκες για ξύλα. Και εκεί έραβαν ένα φλαμπουράκο μικρό. Και σχεδόν έλεγαν τα ίδια τραγούδια. Δεν έλεγαν κάποιο άλλο τραγούδι, ας πούμε, το φλαμπουράκο. Και έλεγαν και ένα τραγούδι. Άντε ας το πάρω... Ας το πούμε καλύτερα με λόγια, μήπως δεν μας πάρει ο χρόνος;

Θ.Β.:

Ό,τι θέλετε. 

Ν. .:

Πολύ ωραία λόγια. «Τριανταφυλλιά εκκίνησες, να πας να κόψεις ξύλα». «Μωρέ τριανταφυλλένια κίνησε, μωρέ, να πάει να κόψει ξύλα.Μωρέ τα [00:35:00]ξύλα, α είναι τα δεντριά μωρέ, κόρη ήταν μικρούλα.Μωρέ και κει που τα δεμάτιαζε και τα κανε σαλίκια.μωρέ, έκοψε το χεράκι της μωρε, το μικρό δάχτυλό της. Μωρέ και έβγαλε το μαντήλι της μωρέ, το χρυσό κεντημένο. Μωρέ, να δέσει το χεράκι της, μωρέ, το πολυπονεμένο». Έτσι γύριζαν οι γυναίκες στο κονάκι. Είχαν κονάκια. Φορτωμένες από τα ξύλα και αμέσως έπεφτε δουλειά. Έβαζαν τα καζάνια να γίνει η φωτιά. Και ήταν πάρα πολύ ωραία. Βοηθούσε ο κόσμος. Τον γάμο τον περίμεναν αμάν και πώς να γίνει ο γάμος. Δεν υπήρχε αυτή η πολυτέλεια που υπάρχει σήμερα. Κάπως σήμερα το παρακάναμε κιόλας το θέμα. Αγνά, ρακί, ούζο είχανε. Απλά πράγματα. Κάθονταν μέχρι τα μεσάνυχτα και γλένταγαν σταυροπόδι. Σήμερα το θέμα, κάπως έχουμε ξεφύγει, από το ένα άκρο στο άλλο. Δεν χρειάζεται τόσο πολλή πολυτέλεια. Και επειδή ήτανε... Επειδή εγώ έχω τύχει σε τέτοιους γάμους, και μάλιστα, έχω ράψει και φλάμπουρα, ήμουνα 7 χρόνων. Εδώ στον Αετό, σε έναν ξάδερφό μου, στον Αετό, το Λάμπρο τον Λούτσαρη. Και μου έχει μείνει αυτό. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Πέρασαν 58 χρόνια. Και αυτή η στιγμή μου έχει μείνει χαραγμένη, ότι ήμουν 7 χρονών και έραβα φλάμπουρα. Και έραψα και έναν φλάμπουρα μετά, σε ένα πρώτο μου ξάδερφο, το Λάμπρο το Γιαννακό. Τότες ήμουν 14 χρόνων. Είναι κάτι πάρα πολύ ωραίο πράγμα, όταν… Να το ζεις. Και μου έχει μείνει αυτό το πράγμα, έτσι… Χαραγμένο στην ψυχή μου. Αυτές οι στιγμές είναι ανεπανάληπτες στιγμές. 

Ν. .:

Και έτσι λοιπόν, φτάναμε μετά το Σάββατο, που ήταν οι τελευταίες ετοιμασίες. Ήταν το ξύρισμα του γαμπρού. Πώς λέμε: «Στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό». Άρα λοιπόν, την εβδομάδα το Σάββατο έγινε... Πριν να φύγουν να πάνε να πάρουν τη νύφη. Ξύριζαν το γαμπρό και μετά ξεκινούσε το Ψίκι. Εγώ, βέβαια, είχα την τύχη να πάω Ψίκι το 1970, με τα άλογα. Τελευταίος γάμος, δεν ξανά έγινε μετά, ας πούμε, πήγαμε και πήραμε νύφη. Εγώ ήμουν μικρός. Ήμουν τότε... Είναι ο φλάμπουρας που λέω ότι ήμουν 14 χρόνων, το ’70. Και ήτανε φοβερή εμπειρία, να πας να πάρεις νύφη με το ψίκι, με ψίκι, με τα άλογα. Είχαμε πάει εδώ σε στάνη τον Χασακαίων, στο Μιτσικέλι ήταν και αυτοί. Κοντά ήμασταν δηλαδή. Κοντά... 2-3 ώρες μακριά δηλαδή με τα άλογα. Τόσο κοντά. Και πήγαμε εκεί πέρα με τη νύφη με το... Εγώ ήμουν φλαμπουριάρης. Αυτά τα πράγματα δεν ξεχνιούνται, είναι χαραγμένα στην ψυχή και στην μνήμη. Γι’ αυτό η παράδοση η δική μας έχει μεγάλη ιστορία. Πατάει πολύ γερά και γενιά σε γενιά μεταφέρεται. Και ακόμα σήμερα ,ευτυχώς, γίνονται οι γάμοι με [00:40:00]τον φλάμπουρα με τα προζύμια. Τελευταία έχω πάει και σε έναν γάμο που πήγαμε για ξύλα. Ναι, βέβαια. Άρα λοιπόν αυτή είναι. Αλλά όπως σου είπα, για να κάτσεις να αναλύσεις το σαρακατσάνικο γάμο θέλεις πολλές συνεντεύξεις. Δεν είναι... Γιατί μετά πας στο κονάκι της νύφης. Άλλη ιστορία από εκεί. Να στολιστεί η νύφη, άλλα τραγούδια τώρα. Είπαμε αυτό το κομμάτι του... Ναι το Σάββατο λοιπόν, να πούμε λίγο, ξυρίζαν το γαμπρό και είχε τραγούδια: «Μωρέ, την ευχή σου δώσε μ’ πατέρα.Α, μωρέ τώρα στο ξύρισμά μου. Με την ευχή μ’ παιδάκι μου, μωρέ, Θεός να σε προκόψει». «Ευχήσου με μανούλα μου. Ευχήσου με αδερφάκι μου». Και μετά είναι άλλα δύο τραγούδια: «Μωρέ, ξουράφια από την Πρέβεζα,και ακόνια απ’ την Άρτα.Για να ξουρίσουν το γαμπρό,για να ‘ναι ο βασιλέας.Μωρέ, γεια γαμπρέ μ’ τα ρούχα σου με γεια να τα φορέσεις. Με γεια γαμπρέ μ’ και η νύφη σου,να την καλοκερδίσεις.Πώς λάμπει η φούντα η κόκκινηστα πράσινα λιβάδια;Έτσι πρέπει κι ο νιόπαντροςκαι τ’ άλλα παλληκάρια». «Μωρέ, μπερμπέρη μ βρέξ’ τα χέρια σου, έχουμε στράτα αλαργινή.Έχουμε στράτα αλαργινή,μας έπιασε ψιλή βροχή.Μας έπιασε ψιλή βροχή, γιοφύρια να περάσουμε. Γιοφύρια να περάσουμε, τη νύφη [00:45:00]μας να πάρουμε». Και μετά ξεκίναγε το Ψίκι να πάνε να πάρουν τη νύφη. Έχουμε κάτι άλλος; Θέλεις να ρωτήσεις άλλο;

Θ.Β.:

Εσείς…Όχι. Εγώ θα ήθελα λίγο να ρωτήσω τη δική σας προσωπική εμπειρία, που μου είπατε προηγουμένως με το ψίκι. Εγώ αυτό ήθελα να πω. Να μου πείτε δηλαδή λίγο τι ακριβώς ήταν το ψίκι και να μου πείτε εσείς λίγο πώς το βιώσατε, όταν πήγατε εσείς το ψίκι τους.

Ν. .:

Ναι. Το ψίκι ήταν την Κυριακή το πρωί. Συνήθως Κυριακή πήγαιναν τότε για να πάνε να ήταν... Ποιοι θα πήγαιναν να πάρουν τη νύφη. Ήταν 50-100 άτομα. Συγκέντρωναν τα αλογομούλαρα της στάνης. Και αυτός που έκανε το κουμάντο έλεγε... Κανόνιζε ποιοι θα μπούνε καβάλα στα άλογα. Ο γαμπρός είχε καλό μπινέκι στολισμένο. Ένα άλλο άλογο που θα έπαιρνε τη νύφη, επίσης στολισμένο με κάποιες καλές βελέντζες και τα λοιπά. Και ήτανε... Αυτό Θωμά μου δεν περιγράφεται. Αυτά τα συναισθήματα που έχω ζήσει εγώ τότε... Ξέρεις ήταν και αυτή η ηλικία εκεί 14 χρονών τότε, και εγώ μου φαίνονταν όλα αυτά σαν όνειρο. Έτσι λοιπόν, αφού συγκεντρώνονταν όλοι οι καλεσμένοι που είχαν αποφασίσει. Δεν μπορούσαν να πάνε και όλοι βέβαια, γιατί δεν είχανε τόσα πολλά αλογομούλαρα, ζώα. Ξεκίναγαν λοιπόν. Ο φλαμπουριάρης μπροστά στο άλογο και πίσω όλοι οι άλλοι. Και στο δρόμο τραγούδαγαν. Πήγαινε το τραγούδι. Χαμός. Σε όλη τη στράτα τραγούδαγαν. Βέβαια, τα άλογα τα είχαν στολισμένα όλα, μην τους γελάσουν οι συμπέθεροι εκεί που θα πάνε οι άλλοι οι Σαρακατσάνοι, ξέρω γω. Τα είχαν όλα με καλές κουβέρτες στολισμένα με βελέντζες, με βελεντζάκια. Ήταν, όπως είπα, δεν μπόρεσα να τα... Άμα δεν τα έχει ζήσει, δεν περιγράφονται. Έτσι λοιπόν πήγαινε το ψίκι. Πήγαινε στη στάνη αυτή, που ήτανε η νύφη. Εκεί βέβαια, τους υποδέχονταν με ανάλογα συναισθήματα. Και εκεί συνέχιζε πάλι γλέντι κάποια ώρα. Και έπαιρναν μετά τη νύφη και γυρνάγαμε στο... Μετά από 2-3 ώρες στα... Γυρίσαμε στο... Στα δικά μας τα κονάκια. Γιατί και εμείς ήμασταν στο χωριό, αλλά είχαμε κονάκια τότε. Στο χωριό στην άκρη είχαμε κονάκια, ναι. Παλαιότερα βέβαια γίνονταν πιο μεγάλα πράγματα. Γι’ αυτό λέω να υπήρχαν τότε τα βίντεα που υπάρχουν σήμερα, η τεχνολογία, να έγραφες ένα σαρακατσάνικο γάμο, όπως προαναφέραμε από την Τετάρτη μέχρι την Τρίτη το πρωί. Δυστυχώς δεν υπήρχαν τότε. Δεν υπήρχε αυτή η τεχνολογία, εγώ ώσπου το φαντάζομαι. Δηλαδή επειδή έχω ζήσει κάποια πράγματα, επειδή έχω ζήσει, θα ‘τανε μεγαλούργημα να έχεις αυτόν τον γάμο τώρα γραμμένο, ας πούμε, στο... Να τον παρουσιάσει σήμερα. Διότι οι Σαρακατσάνοι ήταν και είναι και μερακλήδες. Το γλέντι, το χορό τον αισθάνονται. Δεν το κάνουν ας πούμε έτσι, για να μας δει κάποιος πως χορεύουμε καλά. Γι’ αυτό και όπως είπα, προείπα ότι πάντα και σήμερα ακόμα— το ζω εγώ— επιλέγουν ας πούμε τις πρωινές ώρες να γλεντήσουν. Να είναι μόνοι τους. Να υπάρχει ησυχία. Δεν θέλουν εκείνη τη βαβούρα στις 12:00 και 01:00. Φεύγουν οι άλλοι και να... Γιατί αυτό είναι το μεράκι. Και επίσης αυτό που ήταν μερακλήδες... Και πάντα τουλάχιστον, όσα χρόνια εγώ γνωρίζω, τα τελευταία χρόνια, τα τελευταία 150 χρόνια, είχανε καλά κλαρίνα. Δηλαδή δεν γλεντούσαν με κλαρίνα έτσι παρακάτω βαθμίδας ήθελαν να είναι, καλά κλαρίνα. 70 χρόνια έχουν το Γρηγόρη τον Καψάλη οι Σαρακατσάνοι. Πριν τον Γρηγόρη Καψάλη είχαν τον Χρόνη τον Καψάλη, ξάδερφος του... Θείος του Γρηγόρη. Πριν ήταν ο Φίλιππος ο Ρούντας μεγάλο κλαρίνο. Μετά το Φίλιππο ήταν ο Μαλλιάρας. Δηλαδή δεν ήθελαν... Το μεράκι το ζούσανε. Ήθελαν ένα καλό κλαρίνο. Τότες τραγουδιστές δεν υπήρχαν, αλλά γλεντούσαν αυτοί. Τώρα, τα πολύ πολύ [00:50:00]παλιά χρόνια δεν είχανε κλαρίνα, δεν είχανε μουσικά όργανα, με το στόμα, καμία φλογέρα. Αργότερα, εντάξει, μπήκαν τα μουσικά όργανα. Και εδώ πρέπει να πω κάτι για εδώ το σαρακατσάνικο τραγούδι, που... Όταν οι Σαρακατσάνοι έμειναν στα χωριά και στις πόλεις, το σαρακατσάνικο τραγούδι πέρασε μία μεγάλη παρακμή τότες, διότι δεν υπήρχαν, αυτά που είπα. Δεν υπήρχαν τραγουδιστές να πουν τα τραγούδια. Είχαν καλά κλαρίνα, αλλά στερούσαν όμως στο τραγούδι. Μου έχει τύχει εμένα τα χρόνια που βγήκα ας πούμε, όταν βγήκα εγώ και είπα αυτά τα τραγούδια, ο κόσμος τα είχε μέσα στην ψυχή του, αλλά δεν είχαν ποιος να τους τα πει. Και όταν εγώ τότε βγήκα ας πούμε το ’80. Τι να σου πω ρε Θωμά; Ήταν έτσι... Δηλαδή όταν είπα τραγούδια που είχαν να τα ακούσουν χρόνια αυτοί, παραδείγματος χάρη: «Η Άρτα πέτρα να γινεί», το ‘πα εδώ μία φορά στο Καλπάκι και έκλαιγαν αυτοί οι άνθρωποι. Εντάξει τότε αυτή η ηλικία η δική μου 60-65 χρόνων. Και μετά που βγήκαμε εμείς οι τραγουδιστές, άρχισε πάλι και άνθισε. Και ακόμα σήμερα έχει φτάσει στα ύψη. Έτσι, που λες ήταν οι Σαρακατσάνοι, η σαρακατσάνικοι γάμοι ήτανε ιστορία. Εγώ είχα την τύχη να ζήσω πολλούς γάμους παλιότερα. Βέβαια, στην πορεία μετά τους έζησα ως τραγουδιστής. Και ακόμα σήμερα είναι αυτό ευχάριστο, γίνονται γάμοι και καλά γλέντια. Οπότε άντε και εσύ βρες ένα καλό κορίτσι να έχουμε γάμο!

Θ.Β.:

Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ. Έχετε κάτι άλλο που θέλετε να προσθέσετε; Κάτι άλλο να μου πείτε;

Ν. .:

Όχι, δεν έχω κάτι άλλο. Σου είπα ότι η πλευρά του γάμου... Είναι μετά ο γάμος από την πλευρά της νύφης, από εκεί άλλη ιστορία. Τέλος πάντων, νομίζω ότι καλύψαμε ένα κομμάτι της παράδοσής μας με κάποια τραγούδια. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Θέλω να σου ευχηθώ πάντα να έχεις επιτυχίες στη ζωή.

Θ.Β.:

Σας ευχαριστώ.

Ν. .:

Και όπως είπα, πάντα με τον πατέρα σου ήμασταν φίλοι, συναυλίτες. Και χαίρομαι που ήρθες σήμερα εδώ να πάρεις αυτή τη συνέντευξη. Εξάλλου υποχρέωσή μου είναι να είστε καλά, να βοηθήσουμε τους νέους.

Θ.Β.:

Είναι τιμή δική μου που δεχτήκατε να μιλήσετε. Για μένα είναι μεγάλη τιμή. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που είστε τόσο προσιτός και τόσο καλός-

Ν. .:

Όχι, όχι.

Θ.Β.:

Και τόσο δεκτικός, ώστε να μιλήσετε. Και μία τελευταία ερώτηση. Τι εντυπώσεις σας αφήνουν όλα αυτά που μου διηγηθήκατε, όλα αυτά που είπατε;

Ν. .:

Ναι. Εγώ είμαι άνθρωπος αισιόδοξος. Καταρχήν, όλη αυτή η ιστορία που είπαμε και όλα αυτά τα γεγονότα είναι κάτι το οποίο δεν πρέπει να χαθεί, καταρχήν, έτσι; Εμένα οι εντυπώσεις μου είναι… Είναι γεμάτη η ψυχή μου και η καρδιά μου που όλο αυτό το... που αναφέραμε. Τα γλέντια, οι γάμοι, η ζωή στη στάνη, όλα αυτά είναι μία πλούσια παράδοση, που, όπως είπα, δεν... Πράγματα τα οποία δεν περιγράφονται. Οι εντυπώσεις μου είναι πάρα πολύ καλές. Έχω, καταρχήν έχω γνωρίσει όλους τους Σαρακατσάνους λόγω της δουλειάς μου. Έχω γνωρίσει πάρα πολύ σχεδόν όλους τους Σαρακατσάνους. Δεν έχω παράπονο από όλα αυτά τα χρόνια που είμαι στο επάγγελμα. Είμαι 40 χρόνια τώρα στο επάγγελμα. Με έχουν στηρίξει Σαρακατσάνοι. Εγώ από την πλευρά μου, νομίζω, κάνω ό,τι μπορώ για να μείνει και θα μείνει. Είμαι αισιόδοξος άνθρωπος. Θα μείνει το τραγούδι μας και θα τραγουδιέται για πολλά χρόνια. Κάποιοι καμιά φορά μου λένε: «Όχι δεν...». Δεν συμφωνώ. Θα μείνει για πολλά χρόνια, αρκεί να... Εμείς οι μεγαλύτεροι έχουμε μεγάλη ευθύνη, πού θα πάει και πώς θα πάει. Άρα, λοιπόν, εγώ είμαι ευχαριστημένος, από την ώρα που γεννήθηκα στη στάνη και μεγάλωσα στη στάνη στα βουνά. Έζησα γλέντια στη στάνη, έζησα γάμους. Μέχρι που με αξίωσε ο Θεός και το ‘80 έγινα τραγουδιστής και εκεί είναι ένα άλλο κομμάτι, που επίσης όπως είπα είμαι γεμάτος. Είμαι ευχαριστημένος. —Δόξα τω Θεώ— με αγαπάει ο κόσμος. Και αυτό το εισπράττω από τον κόσμο. Οπότε είμαι ευχαριστημένος με το παραπάνω. Να είμαστε καλά, να περάσει αυτή η συρμή, που λέγαμε εμείς οι Σαρακατσάνοι. Να ξαναζήσουμε πάλι χαρές και γάμους, γιατί ο κόσμος κάπου πλέον, τα μηνύματα που παίρνω είναι σκασμένος είναι στα... Ναι. Έτσι λοιπόν, εμείς σήμερα, Θωμά, με έφερες σήμερα και [00:55:00]έτσι σε παλιές... Θυμήθηκα πολλά πράγματα, παλιές μνήμες. Με έφερες πολύ σε πάρα πολλά χρόνια πίσω. Και πιστεύω να συνεχίζεις να κάνεις αυτές τις συνεντεύξεις, διότι αυτά θα μείνουν και θα τα... Οι νέοι μας θα τα επεξεργάζονται αυτά. Όπως είπα είναι η σήμερα η τεχνολογία δίνει πολλές μεγάλες δυνατότητες. Άρα λοιπόν, πολύ καλά κάνεις και ασχολείσαι με αυτό το θέμα. Και ό,τι θες από εμένα και ό,τι άλλο θελήσεις, εδώ είμαι εγώ και να τα ξαναπούμε.

Θ.Β.:

Να είστε καλά! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ! Σας ευχαριστώ για όλα! Να είστε καλά!

Ν. .:

Τίποτα.

Θ.Β.:

Ευχαριστώ πολύ κ. Νίκο!

Ν. .:

Να είσαι καλά! Ευχαριστώ εγώ! Να είσαι καλά!