Age Restricted Interview
This interview is only available to users who are eighteen years old or over.
64 χρόνια τυπογράφος
Segment 1
H στοά του Μπεζεστενίου, παιδικές αναμνήσεις και η άφιξη στη Θεσσαλονίκη
00:00:00 - 00:27:21
Partial Transcript
Καλησπέρα. Καλησπέρα. Θα μπορούσατε να μου πείτε το όνομά σας; Αγάπιος Χατζηλάρης του Ιωάννου. Είναι 11 Μαρτίου του 2022 και βρισκόμα…κανε, σκάψαν, σκάψαν, αλλά επειδή έχει τεράστιους όγκους από πέτρες κι αυτά, στο τέλος τα παρατήσαν και φεύγανε, ας πούμε. Τώρα, τα άλλα...
Lead to transcriptSegment 2
Η δουλειά στο τυπογραφείο, διαφορές του τότε με τώρα και η στοιχειοθεσία
00:27:21 - 00:52:15
Partial Transcript
Είπατε ότι η πρώτη σας δουλειά ήταν στο χαρτοπωλείο του θείου σας, έτσι; Στο τυπογραφείο. Στο τυπογραφείο. Ναι. Πού βρισκόταν το τυπογρ…λλα να τα βάλεις, να τα γωνιάσεις, να το πάρει, να το τυπώσει, να το βγάλει να πούμε. Ήταν εξειδικευμένη δουλειά αυτή. Και ήταν περιζήτητη.
Lead to transcriptTopics
Segment 3
Η δουλειά στο Μπεζεστένι και ιστορικά γεγονότα
00:52:15 - 01:05:00
Partial Transcript
Υπήρχαν πολλά τυπογραφεία; Δεν ήταν πολλά -ήταν τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ πόσα-, αλλά υπήρχαν μεγάλα τυπογραφεία. Ήταν ο Βαφειάδης, ήταν έν…ούμε- και στο πρόσωπο του είχε εδώ πέρα και αυτά. Δεν θυμάμαι το όνομά του, αλλά είχαμε, με όλους μιλούσαμε και λέγαμε τα διάφορα πράγματα.
Lead to transcriptSegment 4
Η διατήρηση της παραδοσιακής τέχνης, απολογισμός και κλείσιμο συνέντευξης
01:05:00 - 01:12:45
Partial Transcript
Βλέπω ότι έχετε ακόμα τις παραδοσιακές μηχανές. Ναι, γι’ αυτό και λέγεται παραδοσιακό τυπογραφείο. Και κάνω τα παραδοσιακά, δηλαδή είναι ο…ρεί να μάθεις κάτι το οποίο δεν το έχεις ακούσει ή δεν το ήξερες. Έτσι πρέπει να είναι κανονικά. Σας ευχαριστώ πολύ. Και εγώ σε ευχαριστώ!
Lead to transcriptSegment 1
H στοά του Μπεζεστενίου, παιδικές αναμνήσεις και η άφιξη στη Θεσσαλονίκη
00:00:00 - 00:27:21
[00:00:00]Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα μπορούσατε να μου πείτε το όνομά σας;
Αγάπιος Χατζηλάρης του Ιωάννου.
Είναι 11 Μαρτίου του 2022 και βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη με τον κύριο Αγάπιο Χατζηλάρη. Ονομάζομαι Ελπίδα Χριστάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε τη συνέντευξή μας. Κύριε Αγάπιε, θα μπορούσατε να μου πείτε λίγα πράγματα για τη ζωή σας;
Βεβαίως. Γεννήθηκα στον Εύρωπο του νομού Κιλκίς. Είμαι παιδί της Κατοχής, το ’44. Σχολείο τελείωσα στο χωριό μέχρι το ’66. Και ύστερα, αποφασίσαμε να κατεβούμε Θεσσαλονίκη. Θεσσαλονίκη που κατεβήκαμε ήταν πολύ δύσκολα, γιατί ο πατέρας μου δεν είχε κάποια μόνιμη δουλειά. Και πήγαμε, κατεβήκαμε με ένα μπαούλο μόνο, με δύο κουβέρτες και λίγα ρούχα που είχαμε. Το πρώτο μας σπίτι ήταν πάνω στις Συκιές και η κουζίνα ήταν σκαμμένη στο βουνό. Και από κει τρέχανε τα νερά της βροχής. Kαι εκεί πέρα είχαμε και το μουσλούκι που λέγαμε. Δηλαδή είναι ένα είδος που βάζαμε νερό και είχε μια βρυσούλα και πλενόμασταν. Το κυρίως δωμάτιο ήταν 4x4, τόσο. Πολύ φτωχοί. Και ο θείος μου ο Αλέκος είχε ένα τυπογραφείο και πήγαινα να βλέπω πώς γίνεται η δουλειά. Και τον είπα αν μπορώ να καθίσω να μάθω τη δουλειά και με λέει: «Να ‘ρθεις Αγάπιε, θα σε μάθω εγώ τη δουλειά». Εν τω μεταξύ, δεν πληρωνόντουσαν τότε τα παιδιά σε μικρή ηλικία. Και όταν μαθαίναν προπαντός δουλειά. Και έπαιρνα τον μήνα 10-15 δραχμές τότε. Ο πατέρας μου έλεγε: «Τώρα όχι με αυτά, πάνε σε ένα εστιατόριο που είναι και το φαΐ δωρεάν και σου δίνουν παραπάνω αυτά». Το είπα στον θείο μου τον Αλέκο ότι έτσι κι έτσι με λέει ο πατέρας μου, μου λέει: «Κοίταξε να σου πω, μπορείς να πας όπου θέλεις, αλλά το χαρτί κυριαρχεί στην αγορά και χωρίς χαρτί δεν γίνεται τίποτα. Αν θελήσεις και μάθεις τη δουλειά, την αγαπήσεις, εγώ νομίζω ότι θα μπορέσεις να ανταπεξέλθεις στις δυσκολίες που υπάρχουν, ας πούμε». Και πραγματικά, έτσι έγινε. Αμέσως πήγα, δηλαδή το ’56 τελείωσα το Δημοτικό, ’57 κατέβηκα κάτω, αμέσως έπιασα δουλειά και επειδή ήταν ενδιαφέρουσα και με άρεσε, έδωσα μεγάλο ενδιαφέρον και σιγά σιγά, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα, άρχισα -ας πούμε- να μπαίνω στο νόημα της δουλειάς και να εξελίσσομαι. Αλλά υπήρχε μια ατυχία στον θείο μου, δεν μπόρεσε να τα βγάλει πέρα, γιατί είχε πάρει μια μηχανή γερμανική της Heidelberg και εγγυητής μπήκε κάποιος άλλος, κάποιος Συλλελόγλου να πούμε Γεώργιος μπήκε. Και για να μην το πάρει η αντιπροσωπεία πίσω, την πήρε τη μηχανή αυτός. Μαζί με τη μηχανή ήρθα και εγώ εδώ στο Μπεζεστένι και είμαι στο Μπεζεστένι απ’ το ’58. Λοιπόν, και σιγά σιγά... Αλλά τότε και ο εργοδότης μου ήταν καλός και με ασφάλιζε -το ’59 με ασφάλισε- γιατί επιτρεπόταν λόγω φτώχειας να εργάζονται τα παιδιά, εφόσον έχει και την κατάλληλη ασφάλιση. Και έτσι απ’ το ’59 ως το ’69 έχω παιδικά ένσημα. Σε αυτό το διάστημα, μέσα στο Μπεζεστένι δημιούργησα μια καλή εντύπωση, γιατί μέσα στη στοά είχε γύρω στα 18 μαγαζιά. 18 μαγαζιά, ήταν μικρά μικρά. Και είχε τα ίδια είδη, φερμουάρ, κάλτσες, παντελόνια, κατσαρόλες, είδη οικιακής χρήσης, χρυσοχοεία και ήταν αυτά, μπορεί να είχε και 2-3 που είχαν τα ίδια. Οι άνθρωποι σαν από χωριό που κατέβηκα και ήμουν μικρός και έδειχνα μια καλή συμπεριφορά -ας πούμε-, γιατί είχα αρχές και από την οικογένειά μου, με αγκάλιασαν και με σε κάτι καίριο ζήτημα με διδάσκανε, με λέγανε πώς να συμπεριφερθώ και να κάνω. Και, έτσι, δημιούργησα μια καλή εντύπωση. Γι’ αυτό και ο μόνος που μπορούσε να καθίσει αργά μέσα στο Μπεζεστένι ήμουν εγώ. Και επειδή δεν πήγαιναν στα σπίτια τους, ας πούμε έλεγε ο γείτονας, κάποιος Εμιρτζόγλου εδώ, που είχε υφάσματα: «Αγάπιε, θα πάω να φάω και θα γυρίσω» και έτσι ήμουνα και σαν φύλακας, όταν πηγαίναν για… Αλλά μέσα στη στοά υπήρχε μια ομόνοια. Το μεσημέρι οι άνθρωποι δεν πήγαιναν στα σπίτια τους, πηγαίνανε τρώγανε, παίζανε τάβλι, γελούσανε, κάνανε. Παρόλο ότι είχαν τα ίδια πράγματα, αν δεν είχε ένας το ίδιο που ζητούσε ο πελάτης, τον έλεγε: «Πάνε στο δίπλα που έχει το ίδιο». Δηλαδή υπήρχε αυτή η καλοσύνη, ας πούμε. Και έτσι παράλληλα με αυτά, με συμβούλευαν για κάτι που θα βλέπανε και τους ρωτούσα εγώ και μου απαντούσαν με τον καλύτερο τρόπο πάνω στη δουλειά. Με έλεγαν ότι αυτό το μαγαζί... Γιατί το χαρτοπωλείο είναι από το ’44, ήτανε ο Συλλελόγλου Γεώργιος και είχε και ένα καλό όνομα -ας πούμε- στην αγορά. Για να 'ρθούμε στο προηγούμενο, τη μηχανή την πήρε ο Συλλελόγλου. Όπως είπα, ήρθα με εκείνον. Δημιουργήσαμε απ' το ’59 ως το ’69. Και από κει -από το ’69- και πέρα συνεταιρίστηκε με κάποιον άλλον συνάδελφο. Τέλος πάντων, δεν τα πήγαν καλά, χωρίσανε και πήρα τα μηχανήματα. Και μου είπε: «Αγάπιε εσύ είσαι τεχνίτης, εγώ θα βάλω τα λεπτά και εσύ θα βάλεις την τέχνη. Και μου τα δίνεις λίγα λίγα». Και, έτσι, συνέχισα τη δουλειά σαν εργοδότης απ’ το ’69. Έδωσα όλες μου τις δυνάμεις που είχα τότε και σαν νέος. Δυνάμεις λέγοντας -ας πούμε- την όρεξη μάλλον. Και δούλευα χωρίς ωράριο, δηλαδή μπορεί απ’ τις 7:30 η ώρα που είχα τα κλειδιά εγώ και έμπαινα μέσα, να πάω να φάω το μεσημέρι και να ‘ρθω να δουλέψω μέχρι τις 12 η ώρα. Ε, σιγά σιγά εξελίχθηκε η δουλειά, γιατί τότε υπήρχανε και οι προϋποθέσεις για να κάνεις κάτι παραπάνω, γιατί υπήρχε δουλειά και οι πληρωμές γινόντουσαν κανονικά, γιατί όλοι είχαν -ας πούμε- την ευχέρεια για να παραγγέλνουνε μπλοκάκια και αυτά. Και μέσα στη στοά -όπως είπα- και μετά δηλαδή που έγινα -ας πούμε- εργοδότης, πάλι είχαμε τις ίδιες συμπεριφορές. Με βοήθησαν διάφοροι άνθρωποι που ξέρανε και λόγω γνωριμίας σε αυτό και σαν υπάλληλος που ήμουνα ήρθανε πελάτες λόγω συμπεριφοράς ή λόγω καλοσύνης, δεν ξέρω. Πάντως άρχισα να έχω μια δουλειά. Αυτό που προσπάθησα να κάνω, δηλαδή που με βοήθησε να έχω μια εξέλιξη -ας το πω-, είναι η φτώχεια που υπήρχε στην οικογένεια μου και ήθελα να δημιουργήσω κάτι το οποίο και στη συνέχεια της ζωής μου να μπορέσω να κάνω. Γιατί χαρακτηριστικά θυμάμαι που έλεγε η μητέρα μου στον πατέρα μου: «Βρε Γιάννη, δώσε μία δραχμή –τότε- να πάρω...», «Βρε γυναίκα, δεν έχω». Και αυτά όλα μου μείνανε και ήθελα να δημιουργήσω κάτι, δηλαδή να μπορέσω και εγώ εφόσον θα μεγαλώσω και θα κάνω μια οικογένεια να μην έχω αυτά τα προβλήματα. Γι’ αυτό πάντα κοίταζα ψηλά και έλεγα ο φίλος μου ο τάδε πήρε εκείνο, θα κοιτάξω κι εγώ να πάρω. Δηλαδή η προσπάθεια αυτή ήτανε να κάνω και να (…) Και γι’ αυτό -όπως είπα- ήθελα να είμαι αυτόνομος, να βοηθήσω και την οικογένεια μου, γιατί κι ο πατέρας μου συγχωρέθηκε φυσικά. Είχα κι έναν αδερφό, ο οποίος πήγαινε στο σχολείο. Επωμίστηκα εγώ όλα τα έξοδα του αδερφού μου, της μητέρας μου που δεν είχε, τέλος πάντων αυτά. Και σιγά σιγά πήραμε -μια μηχανή είχαμε- ύστερα πήραμε ένα πιεστήριο. Και δημιουργήσαμε μια μεγάλη, αρκετά μεγάλη πελατεία. Πηγαίναμε σε δημοπρασίες των νοσοκομείων και ό,τι ήταν σχετικά με έντυπο και δουλέψαμε καλά. Δημιουργήθηκαν, είχα γνωριμίες δηλαδή και σαν νέος, αλλά αυτό που με κρατούσε να μην δημιουργήσω από νωρίς οικογένεια ήταν ότι ήθελα πρώτα να σταθώ στα πόδια μου οικονομικά. Όπως σου είπα, τα βιώματα τα παιδικά μου μείνανε και δεν ήθελα να δημιουργήσω πάλι αυτά τα πράγματα. Και έτσι πορεύτηκα και προσπάθησα να κάνω. Και όταν έφτασα σε ένα σημείο όπου μπορούσα να ανταπεξέλθω στα έξοδα -ας πούμε- της οικογένειας τότε αποφάσισα να παντρευτώ. Και έκανα δύο παιδιά, τον Χρήστο και τον Γιάννη, που όσο μπορούσα τους βοήθησα να γίνουν και σαν χαρακτήρες και να σπουδ[00:10:00]άσουνε και να γίνουνε, στη ζωή τους να προχωρήσουν. Όσο για τη στοά, το Μπεζεστένι, όταν ήρθα και είπαμε ότι ήταν εδώ πέρα πολλά μαγαζιά και υπήρχε δουλειά και αυτά, ήτανε και το πιο ασφαλή μέρος. Γιατί εδώ πίσω στη Σπανδώνη υπήρχαν καροτσάκια -όπως βλέπουμε, δεν ξέρω, παλιά στην Τουρκία που ήταν και εδώ πέρα- τα οποία είχαν την πραμάτια τους. Καροτσάκια χειρός, με το χέρι. Είχαν πάνω τις τέντες να μην βρέχεται η πραμάτια και το βράδυ όταν κλείνανε τα βάζαν εδώ μέσα, γύρω στα 5-6 καροτσάκια. Τα βάζανε μέσα εδώ και για προφύλαξη. Ήταν το πιο ασφαλές μέρος. Και απ’ ότι ήρθαν και της αρχαιολογίας, και επί τουρκοκρατίας -γιατί αυτό χτίστηκε το 1453- και τουρκοκρατίας ήταν το πιο ασφαλές μέρος που είχανε όλα τα επίσημα έγγραφα του τότε τουρκικού, ας πούμε. Και γιατί οι πόρτες κλείνουν με αμπάρες σιδερένιες και κάτι κλειδιά μεγάλα. Το ‘χουμε κάπου, θα σας το δείξω άμα θέλετε να το φωτογραφίσετε, είναι απ' τα μεγάλα τα κλειδιά εκείνα, ναι. Και πάνω είναι όλο με σίδερα με αυτά και ήταν το πιο ασφαλές μέρος -ας πούμε- της Θεσσαλονίκης. Το Μπεζεστένι ήταν παραμελημένο, γιατί όταν έγινε ο σεισμός, πέσανε τόσοι σοβάδες, να το πω. Γιατί όταν έτρεχε πάνω ρίχνανε λάσπη, κεραμίδια, λάσπη, κεραμίδια. Και είχε γίνει πολύ, είχε βαραίνει πάρα πολύ οι τρούλοι του επάνω. Και όταν έγινε ο σεισμός όλα αυτά και απ’ έξω και εσωτερικά πέσανε. Και με το που ήρθε και η Αρχαιολογική Υπηρεσία, δηλαδή μετά τον σεισμό και καθάρισε, φάνηκαν τα τούβλα, η αρχική κατασκευή του κτιρίου. Και όταν έρχονται οι επισκέπτες εδώ: «Μα -λέει- πώς -ας πούμε- με τον σεισμό τότε δεν έπεσε αυτά;». Και τους εξηγούσανε, γιατί πολλά χρόνια ήταν εδώ οι υπάλληλοι της αρχαιολογίας και τα διορθώνανε. Ήταν τόσο μελετημένα δηλαδή και τα τόξα κάτω για τα θεμέλια κι αυτά. Γιατί τους ήταν πολύ... Δεν έπαθε τίποτα το κτίριο, δηλαδή το Μπεζεστένι δεν έπαθε τίποτα, να πούμε. Όλα τα μαγαζιά είχαν και υπόγεια. Και σκάψανε κάποια υπόγεια εδώ και βρήκαν όστρακα, θαλασσινά όστρακα εδώ πέρα βρήκανε. Τώρα ποιος ξέρει πότε η θάλασσα ήταν κάπου εδώ πέρα; Και είχε, γενικά, το Μπεζεστένι αυτά τα εξωτερικά είναι έξτρα κατασκευασμένα, δεν είναι τούρκικα. Αλλά κατασκευασμένα έξω και έμεινε, είναι όλο χρυσοχοεία και απαγορευόταν οτιδήποτε άλλο. Όπως και μέσα εδώ δεν έχουμε νερό, δεν έχουμε αποχέτευση, τίποτα. Έμεινε όπως ήτανε παλιά. Απαγορεύεται δηλαδή να έχεις. Και έξω, μόνο χρυσοχοεία μπορεί να είναι. Και είναι σημερινοί υπάλληλοι από εκεί, πάλι έχει χρυσοχοεία.
Κύριε Αγάπιε, θα σας γυρίσω λίγο πίσω. Θα μπορούσατε να μου πείτε, αρχικά, τι θυμάστε απ' το χωριό σας, όσο ήσασταν ακόμα εκεί;
Απ’ το χωριό μου θυμάμαι πάρα πολλά πράγματα, γιατί ο πατέρας μου ήταν απ’ το χωριό. Η μάνα μου ήταν από Θεσσαλονίκη. Και με τον πόλεμο το ’43 αποφάσισαν από εδώ η μάνα μου -απ’ ότι με είπε- και ξεκίνησαν να φύγουν από τη Θεσσαλονίκη λόγω του πολέμου και φτάσανε στο χωριό μου το ’43. Εκεί γνώρισε τον πατέρα μου, ο οποίος -απ’ ότι με έλεγαν οι θείες μου- ήταν παλικάρι, γιατί ήρθανε από την πατρίδα, από το Φούλατζικ της Μικράς Ασίας, απ’ τη Νικομήδεια. Ήρθε -το ’15 ήταν γεννηθείς- το ’23 -πόσο 8 ετών;- 8 ετών. Ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο χωριό. Τον παππού μου τον σκότωσαν οι Τούρκοι εκεί και ήρθε ορφανός. Στο χωριό που ήρθανε τους δώσανε κλήρο γεωργικό, αλλά ο πατέρας μου δεν ήθελε να ασχοληθεί μ' αυτά τα πράγματα. Και -όπως είπα- η μητέρα μου τότε ήταν 18 ετών και παντρεύτηκαν. Αλλά επειδή δεν είχε σχέση με τη γεωργία, μάς δώσανε γύρω στα 35 στρέμματα χωράφια που μπορούσε να τα καλλιεργήσει, αλλά -όπως είπα- δεν ήθελε και έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού. Εγώ γεννήθηκα το ’44 -όπως είπα-, 7/05 του ’44, μέσα στο αυτό. Και ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Μεγάλωνα, πήγαινα στο σχολείο. Τα σπίτια ήταν του εποικισμού, τα οποία -ας πούμε- δεν ήτανε τόσο κατασκευασμένα ούτως ώστε να σε προφυλάσσει και απ' το κρύο αυτά. Και πολλές φορές πάνω απ’ τα τζάμια... Και το δικό μας το σπίτι -όπως είπα και προηγουμένως- ο πατέρας μου δεν ήταν για αγρότης, δεν ασχολήθηκε τίποτα αυτά. Δεν είχαμε και εισοδήματα. Και το σπίτι μας, πολλές φορές, το παράθυρο που έσπαγε δεν είχαμε να το αντικαταστήσουμε και βάζαμε κάποια λαμαρίνα, γιατί δεν υπήρχαν τότε τα νάιλον κι αυτά. Εγώ πήγαινα στο σχολείο πρώτη, δευτέρα. Πολλή φτώχεια. Η θέρμανσή μας ήταν ένα μαγκάλι, το οποίο το έχω ακόμα, ανάβαμε ό,τι βρίσκαμε ξύλα και βάζαμε τα πόδια επάνω στο μαγκάλι. Εγώ απ’ τη μια μεριά, η μάνα μου απ’ την άλλη για να ζεσταθούμε. Γύρω στα 8-9 ετών πήγα και δίπλα στο χωριό, στη Μεσιά όπου λέγεται, εκεί βάζανε πολλά βαμβάκια. Και πηγαίνανε εργάτες και μαζεύαν το βαμβάκι και το ζυγίζανε. Εγώ φυσικά σαν μικρός τι θα πάρω; Αλλά πήγα κι εκεί, ό,τι μπορέσω, έστω μισή δραχμή; Μια δραχμή; Ήταν βοήθεια για την οικογένεια. Μεγαλώνοντας, δηλαδή μεγαλώνοντας 10-11 ετών, πηγαίναμε με τα παιδιά άλλα πηγαίναμε πάνω στα τσαΐρια που λέγαμε και μαζεύαμε ξύλα, διάφορα άλλα και τα σέρναμε με το σκοινί μέχρι το σπίτι για να ανάψουμε και να κάνουμε φαΐ . Είχαμε τις γκαζιέρες τότε, με τα φυτίλια ήταν. Μπορούσαμε εκεί να προμηθευτούμε λίγο πετρέλαιο και εκείνο με δανεικά. Αυτό που με έμεινε δηλαδή -όπως είπα και προηγουμένως- για να μπορέσω να γίνω κάτι, που θυμόμουνα αυτά τα παλιά, που πήγα σε έναν μπακάλη και του λέω: «Κυρ-Παναγιώτη, σε χρωστάμε 5 δραχμές, αλλά ο πατέρας μου δεν έχει αυτή τη στιγμή. Να μου δώσεις 150 δράμια –τότε με τα δράμια ήταν- 150 δράμια λάδι;». Λέει: «Δεν μπορώ να σε δώσω, Αγάπιε, γιατί χρωστάτε». Και αυτό με έμεινε, έτσι το θυμάμαι και -ας πούμε- στεναχωριέμαι. Εκεί όπου κατεβήκαμε, τέλος πάντων, η γειτονιά μας έδινε, τότε υπήρχανε τα βουβάλια, πάρα πολλά. Δηλαδή στο χωριό μπορεί να είχε 500 ζώα από βουβάλια. Γιατί είναι ο Αξιός κοντά στο χωριό και τα βουβάλια θέλουν νερό. Και, έτσι, είχανε πάρα πολλά βουβάλια και μας βοηθούσανε είτε με το γάλα είτε με αυγά ή οτιδήποτε, τέλος πάντων, πορευτήκαμε. Και -όπως είπα- μόλις τελείωσα το δημοτικό κατεβήκαμε και πήγα στον θείο μου -όπως είπα- τον Αλέκο και έτσι η πορεία μου ήταν κάπως δύσκολη, ας το πούμε έτσι στενάχωρα. Και υπήρχε και ένα, τότε δεν ξέραμε τη λέξη bullying, αλλά αυτό υπήρχε. Γιατί όταν κατέβηκα απ' το χωριό -ας πούμε- και ήρθα εδώ και πήγαινα στη γιαγιά μου, που καθόταν στο Διοικητήριο, τα παιδιά «χωριάτη» με ανεβάζανε, «χωριάτη» με κατεβάζανε, με ξεχωρίζανε. Στη γιαγιά μου δίπλα καθόταν ο αδερφός του παππού μου που ήταν εκτελωνιστής και είχε την οικονομική ευχέρεια -ας πούμε- και οι άλλοι, εκεί στη γειτονιά. Μετά που παίζαμε -ας πούμε- και είχαμε και αυτή φωνάζανε: «Ελάτε πάνω να σας κάνω να φάτε, να κάνετε». Κι εμένα δεν με φώναζε κανένας. Και έβλεπα -ας πούμε τώρα- τότε το βούτυρο, το μέλι τι ήταν και εγώ... Δεν με πείραζε, όμως, εντάξει είχα σαν παιδί δηλαδή την... Στεναχωριόμουνα αυτό που γίνεται, δηλαδή εγώ να μην έχω να φάω σε αυτά τα πράγματα και να γίνονται τόσα άλλα. Ακόμα και κρατάω μια κακία και τον παππού μου, γιατί κράτησαν και στον πατέρα μου κράτησαν αυτήν τη στάση. Τώρα, φυσικά, αυτά δε λέγονται, αλλά έτσι η πίκρα δηλαδή που είναι, επειδή ήταν από το χωριό. Και υπήρχε, δηλαδή όπως φερόντουσαν εμένα έτσι φερόντουσαν και τον πατέρα μου, επειδή ήταν από το χωριό. Ενώ ο πατέρας μου ήταν ανήσυχος άνθρωπος -εντάξει μπορεί να μην ήθελε τη γεω[00:20:00]ργία- αλλά προσπαθούσε κάτι να κάνει. Είναι πολλοί άνθρωποι που δεν τους κάνει. Και όταν ερχόταν -ας πούμε- τον βάζαν και κοιμόταν μέσα, γιατί ήταν τα τούρκικα τα σπίτια και υπήρχαν δύο οικογένειες, μπορεί να υπήρχαν τρεις οικογένειες σε κάθε όροφο –όροφος λέγοντας πρώτος και δεύτερος ήτανε- με ξύλινες κατασκευές τα τούρκικα εκείνα. Και τον βάζαν να κοιμάται σε ένα παραβάν εκεί. Γι’ αυτό έχω και παράπονα πολλά, γι’ αυτό και προσπάθησα να γίνω και να προσφέρω και να γίνω καλός άνθρωπος. Δηλαδή χαρακτήρα, γιατί οι περιστάσεις σε κάνουν να έχεις και χαρακτήρα -ας πούμε- και να προσέχεις. Γι’ αυτό και όταν έκανα το μαγαζί και πήρα, είχα υπαλλήλους -προπαντός και τον αδελφό μου- πάντα κοίταζα να τους ικανοποιώ. Και όταν βγήκαν στη σύνταξη, με ευχαρίστησαν πάρα πολύ, γιατί στα 35 χρόνια που δούλεψαν εδώ τρεις άνθρωποι ούτε μισό μεροκάματο δεν τους έκλεψα. Και όταν πήγαν στο ΙΚΑ, λέει: «Μπράβο». 35 χρόνια και να μην έχει ούτε το παραμικρό, δηλαδή να μη λείπει ούτε μισό ένσημο. Και αυτά όλα είναι από βιώματα τα οποία είχα και δεν ήθελα να αδικήσω και να κάνω, γιατί όπως σου είπα στα παιδικά χρόνια και το bullying -ας το πω έτσι- ένιωσα και την πολλή φτώχεια και γι’ αυτό έκανα όσο μπορούσα να γίνω κι εγώ καλός άνθρωπος. Αυτά δίδαξα και στα παιδιά μου και νομίζω ότι έχουν και τα δύο παιδιά μου έχουν ένα πολύ καλό όνομα και με συγχαίρουν γι’ αυτό το πράγμα, να πούμε.
Πόσο χρονών ήσασταν όταν ήρθατε;
Όταν ήρθα, ήμουνα 14 ετών. Δηλαδή το ’44, το ’56 τελείωσα, ’57 κατέβηκα. Και από εκεί δουλεύω ανελλιπώς μέχρι σήμερα, ορθοστασία. Ποτέ δεν είχαμε θέρμανση, ποτέ δεν είχαμε θέρμανση, γιατί έτσι ήταν εδώ πέρα στο Μπεζεστένι, απαγορευόταν να βάλουμε οτιδήποτε. Και χιόνια, τότε ήταν ο χειμώνας ήταν πραγματικά. Τώρα οι κλιματικές αλλαγές μάς έφεραν σε αυτό το σημείο. Και πήγαινα και 12 η ώρα και 1 η ώρα στο σπίτι, δεν υπήρχε φόβος από τίποτα. Δεν υπήρχε αυτό που είναι σήμερα -να πούμε- η κοινωνία μας. Γιατί τότε είχε -ας πούμε- το λεωφορείο 30-40 λεπτά; Τα λογαριάζαμε και εκείνα δηλαδή και πηγαίναμε με τα πόδια και ερχόμασταν. Τότε νέος ήμουνα, δεν είχα πρόβλημα το να το κάνω. Γενικά, στη ζωή μου δούλεψα πάρα πολύ. Δηλαδή ό,τι έχω κάνει με πολλές προσπάθειες, με τίμιο τρόπο και δόξα τω Θεώ και από υγεία -το βασικότερο- είμαστε καλά. Και τώρα το μαγαζί το συνεχίζει ο γιός μου, που κι αυτός νομίζω ότι έχει αποκτήσει ένα πολύ καλό όνομα και συμπάθεια σε όλους τους πελάτες του και, γενικά, σε όλη την κοινωνία εδώ πέρα της Θεσσαλονίκης που μας γνωρίζει.
Τι θυμάστε από τις μέρες τις πρώτες στη Θεσσαλονίκη;
Ήταν μια -για μένα που κατέβηκα απ' το χωριό- ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Παίζαμε πολύ στο Διοικητήριο. Στο Διοικητήριο εκεί η πλατεία ήταν μαρμάρινη. Και εκεί παίζαμε όλοι οι μικροί -ας πούμε έτσι- που κάναμε παρέα παίζαμε. Εγώ, φυσικά, για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια να έχω παίξει πολύ, γιατί δούλευα συνέχεια. Δηλαδή από τις 7:30 η ώρα που έμπαινα θα έφευγα πολύ αργά γιατί είχαμε δουλειά και δουλεύαμε και δύο βάρδιες και αυτά. Και δεν είχα χρόνο να παίξω πολύ. Και απ’ τα παιδικά μου χρόνια δεν θυμάμαι ούτε παιχνίδια ούτε τίποτα. Είχα αφοσιωθεί στη δουλειά και αυτό με ευχαριστούσε. Η δουλειά με ευχαριστούσε, γιατί και λεπτά κέρδιζα, και πήγαινα περισσότερα λεπτά στην οικογένεια και αυτό ήταν η χαρά μου δηλαδή να μην υστερούμαστε τα βασικά πράγματα. Σοκολάτα έφαγα στα 15-16 ετών, σοκολάτα, μια σοκολάτα. Και αυτά τα παιδικά χρόνια. Εδώ η αγορά, η Βενιζέλου τότε ήταν με δύο κατευθύνσεις, ανέβαιναν και κατέβαιναν, ας πούμε. Οι τροχονόμοι στη μέση με το κουβούκλιο τους εκείνο να ρυθμίζουν την κυκλοφορία. Υπήρχε γενικά, οι άνθρωποι ήταν πολύ πιο διαφορετικοί. Φυσικά δεν συγκρίνονται με τους σημερινούς. Παρόλο μικρός οτιδήποτε τους ρωτούσα μου απαντούσανε, κάνανε. Πάντα ήταν συμβουλευτικοί, μιλούσαν μεταξύ τους για δουλειές όμορφα, ωραία, όπως προηγουμένως είχα πει. Με τάβλι, φωνάζανε, κάνανε. Μπορεί εκείνη τη στιγμή πάνω στο αυτό να μαλώνανε, αλλά ύστερα ήταν αρκαρντάσια, που λέγαμε στα τούρκικα, αδέλφια. Ήταν τα κάρα. Κάτω στην παραλία ερχόντουσαν τα καΐκια με τα τεράστια βαρέλια με τις ρετσίνες και τα κρασιά από τα νησιά και υπήρχαν κάρα με άλογα -πολύ δυνατά έτσι αυτά- τα οποία τα ανέβαζαν τα βαρέλια επάνω και τα κατέβαζαν στις ταβέρνες. Εδώ μια ταβέρνα -αν θυμάμαι καλά, στη γωνία υπάρχει ακόμα, Φιλίππου και Βενιζέλου- πηγαίναμε με τον θείο μου τον Αλέκο και πίναμε. Σαμπανιζέ. Δηλαδή κατεβαίναμε κάτω στα υπόγεια είχαν τα βαρέλια, όταν άνοιγε και έφερνε το κρασί ή τη ρετσίνα ήταν αφρός, αφρώδη έτσι, μύριζε πραγματικά. Μαζεύαμε τα χαρτιά από αυτά που κόβαμε, τα ρετάλια, τα μαζεύαμε και με τα καροτσάκια αυτά πηγαίναμε και τα πουλούσαμε για να παίρνουμε κάτι παραπάνω, ας πούμε. Γενικά, ήταν ήρεμη πόλη, δεν υπήρχαν φυσικά -όπως είπα- μεγάλη διαφορά στις συμπεριφορές και όλα. Κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα και εδώ πέρα στη στοά δεν υπήρχε φόβος να γίνει κάτι. Ενώ τα τελευταία χρόνια εδώ πέρα και μπήκανε μέσα και προσπάθησαν να μπουν σε χρυσοχοεία που είναι. Πολλές φορές μπήκανε μέσα στο Μπεζεστένι, αλλά το Μπεζεστένι, τα θεμέλια του είναι γύρω στο 1 μέτρο είναι το πάχος των τοιχίων γύρω γύρω. Και αυτοί που μπήκανε, σκάψαν, σκάψαν, αλλά επειδή έχει τεράστιους όγκους από πέτρες κι αυτά, στο τέλος τα παρατήσαν και φεύγανε, ας πούμε. Τώρα, τα άλλα...
Segment 2
Η δουλειά στο τυπογραφείο, διαφορές του τότε με τώρα και η στοιχειοθεσία
00:27:21 - 00:52:15
Είπατε ότι η πρώτη σας δουλειά ήταν στο χαρτοπωλείο του θείου σας, έτσι;
Στο τυπογραφείο.
Στο τυπογραφείο.
Ναι.
Πού βρισκόταν το τυπογραφείο;
Αντιγονιδών.
Αντιγονιδών.
Αντιγονιδών ήταν το τυπογραφείο.
Και πώς ήταν η δουλειά εκεί;
Η δουλειά, είχε δουλειά, είχε δουλειά. Η δουλειά γινότανε με τη στοιχειοθεσία. Ήταν κάσες δηλαδή με... Αυτή η κάσα ήταν μέχρι 276 τόσα κουτάκια, γιατί ήταν το πολυτονικό που ήταν δύσκολη δουλειά. Γι’ αυτό και τους τυπογράφους τους θεωρούσαν διαφορετικά, δηλαδή: «Μορφωμένοι, ασχολείστε εσείς». Και πραγματικά δηλαδή η τυπογραφία, επειδή γινόταν σε συναλλαγές με πολλούς ανθρώπους, γνώριζες πολλούς, έκανες συζητήσεις για διάφορα πράγματα. Δηλαδή και πάνω στη δουλειά αποκτούσες μια άλλη κουλτούρα, να το πω; Πώς δηλαδή; Γιατί ερχόταν ο έμπορας να παραγγείλει τα έντυπά του, ερχόταν ο δικηγόρος να παραγγείλει τις κάρτες, ερχόντουσαν -ας πούμε- διάφορα, πολλά επαγγέλματα κι έτσι αποκτούσες και μια πείρα και μάθαινες διάφορα πράγματα τα οποία ίσως σε άλλο επάγγελμα να μην τα μάθαινες. Ύστερα και αυτά που δημιουργούσαμε, τις δουλειές με τη στοιχειοθεσία και αυτά, μαθαίναμε διάφορα πράγματα, γιατί τυπώναμε και μερικά περιοδικά τα οποία γινόντουσαν στο χέρι. Και απ' αυτά μπορούσες να μάθεις διάφορα πράγματα -ας πούμε- και να πλουτίσεις το λεξιλόγιο σου και αυτά. Και εγώ πήγα, προσπάθησα να πάω, μ’ άρεσαν και τα γράμματα, πήγα στη Χ.Α.Ν.Θ. Και τελείωσα την πρώτη τάξη γυμνασίου, αλλά στη δεύτερη λόγω οικονομικών δυσχερειών σταμάτησα, δεν πήγα. Αλλά -όπως είπα- με βοήθησαν, με βοήθησε σαν επάγγελμα επειδή ερχόμασταν -όπως είπα προηγουμένως- με πολλούς ανθρώπους, με διάφορα επαγγέλματα, μπόρεσα να πάρω πολλά πράγματα και να μάθω και να μπορέσω -ας πούμε- και το δικό μου λεξιλόγιο. Γιατί και στο χωριό διαφορετικά κι εδώ πέρα να γίνει πιο σωστό, με διάφορες εκφράσεις -ας πούμε- που μπορούσα, αποκτούσα απ' αυτούς τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι, γιατί τα εμπορεύματα τα πηγαίναν πάντα με καροτσάκι. Κι αυτοί οι άνθρωποι ήταν καλοάγαθοι, μπορεί να ήταν -ας πούμε- αγράμματοι να το πω, αλλά είχαν μια καλοσύνη, βοηθούσαν σε οτιδήποτε. Δηλαδή αν υπήρχε μια δυσκολία, κάτι να σηκ[00:30:00]ώσουμε, ερχόντουσαν. Με χαρά να μας βοηθήσουν να μας κάνουνε. Πράγμα το οποίο σήμερα δεν υπάρχει. Σήμερα δεν υπάρχει αυτή η καλοσύνη. Εγώ και στο χωριό μου δηλαδή το βλέπω. Πρώτα, οι δουλειές στο χωριό γινόντουσαν -φερ’ ειπείν- μια οικογένεια πήγαινε και θέριζε το χωράφι του ενός. Ύστερα, πήγαιναν οι ίδιοι πήγαιναν σε άλλα, υπήρχε μια συλλογική βοήθεια στα χωριά. Και τότε υπήρχε και εδώ πέρα, δεν υπήρχε πονηράδα, δεν υπήρχε. Ακόμα, οι εργοδότες μας δεν κρατούσαν αυτή την απόσταση απέναντι στους εργάτες, δηλαδή ήταν καλοί, τουλάχιστον το δικό μου το αφεντικό -ας πούμε- ήταν έτσι. Αλλά κι από συναδέλφους που είχα, αυτή η συμπεριφορά υπήρχε, δεν υπήρχε... Δηλαδή όταν προσπαθούσες, σε έβλεπε ότι προσπαθούσες για το καλό του μαγαζιού, σε αντάμειβε, σε έδινε κάτι παραπάνω, γιατί προσπάθησες. Γιατί αυτό πρέπει να γίνει. Πρέπει δηλαδή -δουλεύει κάποιος- να προσπαθήσει να έχει τ’ αφεντικό δουλειά για να κρατήσει το μαγαζί για να μην κλείσει. Αλλά και τ' αφεντικό πρέπει να ανταποκριθεί και απέναντι στους υπαλλήλους του, για να υπάρχει μια αρμονία, για να προοδεύσουν και οι δύο. Ο μεν ένας να έχει δουλειά, γιατί η δουλειά εξαρτάται από την απόδοση των εργατών. Αν ο εργάτης είναι ικανοποιημένος, θα δουλέψει παραπάνω, στην ώρα του θα δώσει τη δουλειά και ο εργοδότης θα είναι ικανοποιημένος, θα κερδίσει χρήματα. Αυτό πρέπει να υπάρχει. Υπήρχε εκείνη την εποχή αυτό το πράγμα. Μπορεί να ήταν λίγο αυστηροί, αλλά η αυστηρότητα ήταν προς όφελός μας. Γιατί αν κάναμε κάτι στραβό, αν δεν μας έκανε παρατήρηση –και τότε ήταν λίγο πιο αυστηρά-, θα το ξανακάναμε. Αλλά όταν κάναμε κάτι στραβό και μας έλεγε: «Αυτό προσέξτε το, μην το ξανακάνετε, γιατί δεν πρέπει να ξαναγίνει». Δεν το ξανακάναμε. Δεν κρατούσαμε κακία δηλαδή και στον εργοδότη μας, αν μας φώναζε καμιά φορά, γιατί ήταν για καλό μας και αυτό διαπιστώθηκε στην περαιτέρω -ας πούμε- πορεία μας. Και αυτό εφάρμοσα κι εγώ στα παιδιά, πάντα ήμασταν φίλοι και πάντα ήταν ικανοποιημένοι οικονομικά, γιατί δεν ήθελα να φανώ ότι είμαι εγώ εργοδότης. Δούλευα περισσότερο απ' αυτούς και εφόσον ήξεραν τα παιδιά τις δουλειές που παίρνουμε και τα κέρδη που είχαμε, πάντα τους δίναμε παραπάνω χρήματα. Όταν παίρναμε μια δημοπρασία και τους έλεγα: «Θέλετε να πάρουμε κάποιον για υπερωρία ή θα δουλέψετε τις υπερωρίες; Αλλά άμα πάρουμε αυτή τη δουλειά, θα σας δώσω τόσα παραπάνω». Και πάντα δίναμε δηλαδή, τύχαινε να δώσουμε -γιατί ήταν μεγάλες οι δουλειές- να δώσουμε και αρκετά λεπτά και 50.000 στον καθένα δραχμές κι αυτά. Και ήταν ικανοποιημένοι και –όπως είπα προηγουμένως- βγήκαν στη σύνταξη με τα καλύτερα λόγια και τις καλύτερες αναμνήσεις απ' το μαγαζί που δημιούργησα.
Η δουλειά με τον θείο σας πώς ήταν τότε;
Ήταν πολύ δύσκολη, γιατί προτού πάρει την αυτόματη που λέμε, την Heidelberg, ήταν χειροκίνητη, το μποστονάκι. Το οποίο μποστονάκι ήταν, θα βγάζαμε 300 φύλλα την ώρα, 250-300 φύλλα την ώρα. Γιατί γινόταν, βάζαμε το χαρτί... Τώρα, εντάξει, το 'χω εκεί πέρα άμα τύχει να το βγάλουμε καμιά φωτογραφία να κάνει. Αλλά επειδή πληρωνόντουσαν οι δουλειές, τον σύμφερε και μπορούσε να κάνει. Το πιο δύσκολο και χρονοβόρο ήταν η κατασκευή της φόρμας, γιατί για να γίνει ένα έντυπο, χρειάζεται πρώτα να σκεφτεί ο τεχνίτης τη φίρμα, πώς θα γίνει η φίρμα. Το όνομα του θα γίνει μεγαλύτερο, από κάτω η ειδικότητα του, να γίνει λίγο πιο μικρό. Οι διευθύνσεις, τα τηλέφωνα, αυτά. Και ύστερα όλο το έντυπο, να ξέρεις ανάλογα τι δουλειά έχει αυτό. Είχε -ας πούμε- αύξοντα αριθμό στα είδη που είναι 1, 2, 3. Είδος. Το είδος αυτό να υπολογίσεις τι θα γράψει. Η τιμή είναι ανάλογα με τι ασχολείται δηλαδή αυτός που μας έχει φέρει το έντυπο, ο έμπορας. Αυτά όλα έπρεπε να τα γράψουμε σ' ένα χαρτί, γι’ αυτό είχαμε μολύβια και χαρτιά ξοδεύαμε, να πούμε. Γιατί έπρεπε να κάνουμε τον υπολογισμό, πώς ακριβώς θα γίνει το έντυπο και σε τι μέτρα θα βγει. Έπρεπε να βγει ακριβώς. Γιατί αν δεν βγει ακριβώς, δεν θα μπορούσαμε να το σφίξουμε, να το τυπώσουμε στη μηχανή, γι’ αυτό. Το μυαλό μας δούλευε πάρα πολύ, δηλαδή -ας πούμε- είχαμε ένα μολύβι στο αυτί και σε κάθε δουλειά υπολογίζαμε. Δηλαδή όλα γινόντουσαν με το μυαλό. Και είχαμε μια καλή διαύγεια, δηλαδή είχαμε πάντα ενεργό το μυαλό μας, το είχαμε πάντα να δουλεύει και να σκέφτεται και να κάνει. Τώρα φυσικά με τους υπολογιστές και λέω και τον γιο μου, που λέει ο λόγος 5+5 δεν βασίζονται και κάνουν το computer. Γιατί το να κάνεις... Φερ’ ειπείν, έρχεται μια δουλειά 20 μπλοκ -ας πούμε- στο Α4 και είναι 3 χρώματα. Πρέπει να υπολογίσεις πόσα βγάζει το σχήμα, πόσα φύλλα θέλει. Φερ’ ειπείν, θέλει 1000 φύλλα. Θα υπολογίσεις πόσα φύλλα πρέπει να κόψω, πόσα βγάζει. Όλα αυτά τα κάναμε με το μολύβι και ήταν ευχάριστα. Ενώ τώρα με τους υπολογιστές έχουν ατονίσει. Και το άλλο το βασικό, το πιο βασικό, ήταν ότι στη συνεργασία και με τα παιδιά που είχαμε μιλούσαμε συνέχεια πώς θα γίνει, πώς θα κάνει. Δηλαδή είχαμε άμεση επαφή όλοι μαζί, να γίνει δηλαδή ήταν συλλογική η δουλειά, δεν ήταν μεμονωμένα. Αυτή η προσέγγιση, δηλαδή η επαφή που είχαμε, δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα χαρούμενη -ας το πούμε-, γιατί ο ένας έλεγε: «Καλύτερα να βάλεις αυτήν τη γραμματοσειρά -ας πούμε- των 12 των 14, καλύτερα θα είναι αυτά» και ασπαζόταν ο ένας τη γνώμη του άλλου. Υπήρχε δηλαδή μια φιλικότητα και μια -ας πούμε- συνεργασία καλή. Τώρα είναι απομονωμένοι. Δηλαδή κάθεται στο computer και κάνει χωρίς να σκεφτεί, όλα τα κάνει ο υπολογιστής. Και έχουμε απομονωθεί, αυτό φαίνεται και στις οικογένειες. Ακόμα και τώρα -ας πούμε φερ’ ειπείν- πάμε στο σπίτι, τι θα κάνουμε; Να ανοίξουμε την τηλεόραση. Ή να πάρει το λάπτοπ να παίξει ή το κινητό κι αυτά. Έχουμε απομονωθεί εντελώς, γι’ αυτό δεν υπάρχει ούτε συνεργασία, ούτε φιλικότητα, ούτε τίποτα. Πάμε σε ταβέρνες και τα παιδιά βλέπεις είναι... Βγαίνουμε με φίλους, τα παιδιά μας θα παίξουν χωριστά χωρίς να μιλάνε, χωρίς να ακούνε τίποτα και παίζουνε με τους υπολογιστές. Αυτό είναι πολύ άσχημο, γιατί άμα δεν υπάρχει επικοινωνία προπαντός στην οικογένεια, δεν διαμορφώνεται χαρακτήρας. Υπάρχουνε δυσκολίες φυσικά οικονομικές, που οι γονείς δουλεύουνε, κάνουνε, αλλά υπάρχουν τρόποι προσέγγισης. Γιατί και οι μεγάλοι τώρα, οι γονείς, και αυτοί αρχίζουν να ασχολούνται πολύ με το κινητό. Μες στα λεωφορεία βλέπεις κάθεται, ενώ ο άλλος είναι με το μπαστούνι, αλλά είναι τόσο αφοσιωμένη στο κινητό δεν βλέπει ότι δίπλα ο άνθρωπος αυτός ο μεγάλος θέλει κάποια βοήθεια. Είναι απορροφημένη εκεί πέρα. Είναι και πολύ άσχημο για τη σημερινή κοινωνία. Γι’ αυτό βλέπουμε και τόσα τέτοια, απειθαρχία. Τα παιδιά μας δεν μπορούμε να τα μιλήσουμε, εκνευρίζονται. Ή δεν θέλουμε να τα στεναχωρήσουμε. Κι όμως, το παιδί πρέπει να το καθοδηγήσεις εσύ, τα οικονομικά σου, οτιδήποτε, πρέπει να τα συζητάς με το παιδί. Δεν μπορεί να του δίνεις ό,τι ζητάει, για να μπορέσει να μάθει κι αυτό να σκέφτεται μελλοντικά πώς μπορεί να προοδεύσει. Δεν πρέπει να δείχνουμε το αυτό που δεν είμαστε. Πρέπει να δείξεις αυτό που είσαι. Μας έρχεται κάτι: «Παιδί μου...». Αυτό έγινε και στα δικά μου τα παιδιά, στη δικιά μου οικογένεια. Τους έλεγα, με ζητούσανε: «Κοιτάξτε, δεν εισπράξαμε αυτά τα λεπτά. Δεν υπάρχει. Έχουμε να δώσουμε εδώ κι εδώ κι εδώ. Όταν θα έχω, θα σας δώσω και να κάνουμε». Πρέπει -λέει- τα παιδιά να τα λέμε την αλήθεια. Και άμα ζητάνε κάτι παραπάνω: «Παιδί μου, δεν μπορώ να σου το πάρω αυτό. Αντί να σου πάρω των 100 ευρώ, θα σου πάρω των 30», το παπούτσι, το μπουφάν, ό,τι είναι. Δηλαδή να μπουν στο νόημα να αρχίσουν τα παιδιά και να σκέφτονται, γιατί στη μετέπειτα που θα μεγαλώσουν, να μπορούν να έχουν κάποιους περιορισμούς είτε στα έξοδα τους και να σκέφτονται κάπως διαφορετικά. Αυτό -όπως σου είπα και στην αρχή- όταν κατέβηκα απ' το χωριό στον θείο μου τον Αλέκο, από εκεί πέρα ξεκίνησε να βλέπω τα πράγματα διαφορετικά. Κ[00:40:00]αι λόγω της οικογενειακής κατάστασης οικονομικά, αυτά πρέπει να τα έχουμε στον νου ούτως ώστε να κοιτάζουμε πάντα ψηλά να γίνουμε και όχι με διάφορους άλλους τρόπους, με πλάγιους να θελήσω εγώ, να κάνω. Με την υπομονή και τη θέληση, όλοι μπορούμε σιγά σιγά να αποκτήσουμε αυτά που... Να τα αποκτήσουμε σιγά σιγά. Δεν μπορούμε να πάμε σε παράνομα μέσα για να καταστρέψουμε τον άλλον και να επωφεληθούμε εμείς σε διάφορα πράγματα. Γι’ αυτό η κοινωνία η τότε με τώρα δεν μπορεί να συγκριθεί σε τίποτα. Μπορεί να εξελίχθηκε, να εξελίχθηκαν τα πράγματα σε όλους τους τομείς, αλλά ο χαρακτήρας των ανθρώπων έγινε χειρότερος. Δηλαδή δεν υπάρχει η συμπόνια αυτήν τη στιγμή για κανέναν, γιατί; Δεν ξέρω. Φταίει και η οικογένεια και το σύστημα ίσως. Εκεί το σύστημα, εμάς τότε μας τραβούσανε το αυτί οι δάσκαλοι ή αν ήταν κάποιο ζωηρό παιδί ερχόταν ο πατέρας: «Κοίταξε, και να το δείρεις δεν με πειράζει, αρκεί να γίνει καλό παιδί, καλός χαρακτήρας». Δεν ήταν άσχημο το να -ο δάσκαλος- να με τραβήξει, δηλαδή να με τραβήξει το αυτί. Εγώ έφαγα και δυνατό χαστούκι απ' τον δάσκαλό μου. Φυσικά, εκείνη την ώρα μπορεί να με έκανε, να με πείραξε, αλλά ήταν για καλό μου. Γιατί το σχολείο στο χωριό ήταν διώροφο και εγώ ανέβηκα απ' την κουπαστή που έχει, τα κάγκελα, έκανα τσουλήθρα, κατάλαβες; Και με λέει: «Τι κάνεις, Αγάπιε;». Και μου 'δωσε ένα. «Αν πέσεις από κει και σκοτωθείς και κάνεις». Δηλαδή -ας πούμε- δεν το ξανάκανα. Δηλαδή και τα παιδιά μας θέλουν κάποια αυστηρότητα. Δηλαδή όταν κάνουν κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται πρέπει να είναι αυστηρός και να αφήσουμε τους δασκάλους να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν πειράζει άμα το φωνάξουν το παιδί για κάτι που έκανε. Δηλαδή όχι να το δείρει και να το κάνει, αλλά να το μαλώσει. Και αυτή τη στιγμή δεν επιτρέπει ο γονιός, δεν επιτρέπει στον δάσκαλο ή στον καθηγητή να τον φωνάξει. Κι αυτό είναι -νομίζω- ένα μείον για το παιδί, γιατί όταν βλέπει ότι ο δάσκαλος πάει να τον βάλει, να τον συνετίσει, να γίνει ένας καλός, να μην το ξανακάνει εκείνο, μπορεί να το είπε με έντονο τρόπο, το παιδί πάει στο σπίτι και λέει: «Μαμά, ο δάσκαλος έτσι». Πάει η μάνα ύστερα στον δάσκαλο και κάνει φασαρία και να φύγει και να κάνει. Πρέπει και ο δάσκαλος να είναι λίγο αυστηρός πάνω στα παιδιά, γιατί έτσι πρέπει για να μπορέσουνε κι αυτά, όταν πάνε να το ξανακάνουν εκείνο, να θυμηθούν: «Α, αυτό το έκανα και ο δάσκαλος με μάλωσε». Ενώ τώρα έχουνε των γονιών τη συμπαράσταση, γι' αυτό έχει γίνει αυτό που έγινε.
Εσάς ο θείος σας που σας μάθαινε τη δουλειά ήταν αυστηρός;
Όχι. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Δεν συνάντησα στην πορεία έτσι αυστηρούς ανθρώπους και δύσκολους που να βρίζουνε και να κάνουνε αυτά, δεν συνάντησα. Όλοι ήταν άνθρωποι -ας πούμε- με καλοσύνη, με ευγένεια. Όσο μπορούσανε και ο αγράμματος. Εγώ νομίζω ότι όσο πιο απλός είσαι... Δηλαδή τότε δεν λέγανε: «Αυτός είναι του Πανεπιστημίου». Υπήρχε σεβασμός. Αυτός προς τον επιστήμονα, αλλά και ο επιστήμονας προς τον απλό, τον εργάτη να πω, ας πούμε. Δεν υπήρχε, δηλαδή δεν συνάντησα άνθρωπο που να πω: «Πω πω, κοίταξε αυτός τι κακός ήταν». Δεν ξέρω. Και ο θείος μου ήταν πολύ καλός, γλυκομίλητος, διαβασμένος. Διάβαζε πάρα πολύ. Δηλαδή με έλεγε η θεία μου ότι και στο σπίτι μετά από τη δουλειά παίρνει εφημερίδες και βιβλία και διαβάζει. Τον άρεσε να διαβάζει και ήτανε πολύ γνώστης πολλών πραγμάτων, ας πούμε. Δηλαδή και ένας επιστήμονας μπορεί να μην ήξερε δηλαδή από ιστορίες, ημερομηνίες, χρονολογίες, όλες ήταν… Ναι, όπως σου είπα, γι’ αυτό όταν κάνεις με τόσους ανθρώπους, αποκτάς εσύ καλύτερο χαρακτήρα, κατάλαβες; Εδώ στο μαγαζί και στον θείο μου ποτέ δεν είπαμε: «Αι στο διάολο». Ή οτιδήποτε, καμιά βρισιά. Κι εδώ πέρα τα παιδιά το ίδιο πράγμα. Ήταν τόσα χρόνια, δεν μάλωσαν, δεν λογόφεραν, τίποτα. Παρόλο νέοι που είχανε δηλαδή άλλες αυτές, δεν δεν. Δεν είχαμε τέτοια πράγματα.
Στο τυπογραφείο ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που σας έμαθε ο θείος σας, όταν πήγατε για δουλειά;
Με έμαθε να τυπώνω στο μποστονάκι που λέμε. Στο χειροκίνητο. Ύστερα με έμαθε να κάνω διάλυση, γιατί αυτά που συναρμολογούσαμε -που στοιχειοθετούσαμε μάλλον- έπρεπε να τα διαλύσουμε, να τα βάλουμε στη θέση τους, για να ξανακάνουμε άλλες φόρμες. Γιατί υπήρχαν -ας πούμε- τα κεφαλαία τα γράμματα, τα κεφαλαία και τα τονούμενα. Και τα τονούμενα -όπως σου είπα- ήτανε, είχε γύρω στα 270 κουτάκια και έπρεπε με το πολυτονικό ήταν πολύ δύσκολο γιατί ψιλή οξεία, ψιλή δασεία, περισπωμένες, υπογεγραμμένη, περισπωμένη, υπογεγραμμένη. Γι’ αυτό, ήταν η καθαρεύουσα. Τη διάλυση για να μάθω δηλαδή που είναι το κουτάκι. Και ύστερα σιγά σιγά άρχισα να γίνομαι στοιχειοθέτης.
Μπορείτε να μου περιγράψετε τη διαδικασία της στοιχειοθέτησης;
Η στοιχειοθεσία είναι... Δηλαδή χρειάζεται πρώτα ο τεχνίτης της στοιχειοθεσίας το συνδετήριο και το τσιμπιδάκι, το τσιμπίδι. Αυτά τα δύο είναι, όπου και να πηγαίναμε έπρεπε να έχουμε αυτά εδώ. Το συνδετήριο είναι ένα εργαλείο -πρέπει να σας το δείξω δηλαδή αυτό- που βάζαμε το σχήμα το οποίο θέλουμε να κάνουμε. Δηλαδή αν λέγαμε ότι πρέπει να κάνουμε μια κάρτα σε είκοσι τετράγωνα το βάζαμε, βάζαμε το διάστιχο το εξαράκι -που λέγαμε- σε 20 τετράγωνα και συναρμολογούσαμε αυτά τα οποία θέλαμε να γράψουμε. Ένα ένα γράμμα, αυτά τα βάζαμε. Τα γράμματα αυτά έχουν μια εγκοπή για να μπορέσουν να πηγαίνουνε όλα στην ίδια, γιατί αν δεν υπήρχε, το όμικρον, το γιώτα μπορεί να πηγαίναν ανάποδα. Γι’ αυτό το δάχτυλο αυτό, ο αντίχειρας, εκατομμύρια φορές δούλεψε εδώ για να -ασυναίσθητα πήγαινε έτσι- για να βλέπει άμα είναι όλες οι εγκοπές στην ίδια ευθεία. Συναρμολογούσαμε αυτά που είχαμε να γράψουμε, δηλαδή τη φίρμα ενός καταστήματος και όλη τη φόρμα και το βγάζαμε διόρθωση. Η διόρθωση γινότανε, βρέχαμε ένα χαρτί, το olifant που λέγαμε, επειδή ήταν πιο πορώδες. Με έναν κύλινδρο τον οποίο είχαμε πρόχειρο ο οποίος ήταν μελανωμένος περνούσαμε στη φόρμα επάνω τον κύλινδρο τον μελανωμένο. Μαυρίζαμε όλα τα γράμματα, βάζαμε το βρεγμένο χαρτί το olifant επάνω και ύστερα, με έναν άλλο κύλινδρο καθαρό πατούσαμε πάνω και έβγαινε το αντίγραφο. Και εκεί διαβάζαμε αν είναι σωστά, οτιδήποτε, γιατί όταν δουλεύεις, δουλεύαμε πολύ γρήγορα -να πούμε- και μπορεί αντί άλφα να παίρναμε όμικρον οτιδήποτε. Αλλά βγάζοντας τη διόρθωση αυτή -θα έχετε δει και στις εφημερίδες παλιά πώς γινόντουσαν αυτές οι διορθώσεις- και διαβάζαμε και ό,τι ήταν σημειώναμε. Και με το τσιμπίδι ύστερα, προσεκτικά όμως, γιατί εάν δεν το πιάναμε καλά και πήγαινε πάνω στο γράμμα, χαλούσε το γράμμα, γιατί τα γράμματα ήταν από μολύβι και αντιμόνιο. Ήταν πολύ ανθυγιεινό αυτό το πράγμα, γιατί πολλοί τυπογράφοι παθαίναν τα πνευμόνια τους κι αυτά και πηγαίναν πάνω στο Παπανικολάου, στο Ασβεστοχώρι, ήτανε φυματίωση. Αλλά το μόνο φάρμακο, που ήτανε, ήτανε το γάλα. Εγώ έπινα πάρα πολύ, δηλαδή μπορεί να έπινα και δύο λίτρα γάλα, δύο κιλά τότε την εβδομάδα. Το βράδυ είχα ποτήρι και έπινα -να πούμε-, γιατί ήταν το μόνο φάρμακο το οποίο μπορούσε να καθαρίσει το αντιμόνιο από τα αυτά. Και έτσι που λες, όταν γινόταν, βγάζαμε και κάναμε όλες τις διορθώσεις. Πολλές φορές το δείχναμε και στον πελάτη. Τότε το συναρμολογούσαμε, το βάζαμε στο τελάρο. Είχαμε πάρει και τη Heidelberg τη μηχανή -ας πούμε- την όρθια. Το συναρμολογούσαμε, το σφίγγαμε και αρχίζαμε να τυπώνουμε. Αν ήταν... Τα περισσότερα έντυπα, φυσικά, ήταν τρίχρωμα, δηλαδή ήταν λευκό, κίτρινο, ροζ και κίτρινο. Τυπωνόντουσαν και μετά γινόταν η σύνθεση. Δηλαδή παίρναμε ένα άσπρο, ένα ροζ, ένα κίτρινο. Αυτά ανά 50 μπλοκ γινόντουσαν, ανά 50 φύλλα γινόταν το μπλοκ συνήθως. Το ράβαμε χειροκίνητα, το ξακρίζαμε γύρω γύρω για να είναι πιο όμορφο το έντυπο. Και έτσι, τελείωνε μια δουλειά, δηλαδή έτσι γινόταν, ολοκληρωνόταν η δουλειά. Και μετά από αυτό διαλύαμε αυτό που κάναμε για να ξανακάνουμε άλλες δουλειές. Υπήρχαν πολλά είδη γραμμάτων, όπως λέμε γραμματοσειρές μάλλον. Και έπρεπε να διαλέξουμε για κάθε πελάτη -όπως είπα προηγουμένως- τι δουλειά θα είναι. Τα πεζοκεφαλαία, αυτά π[00:50:00]ου λέμε πεζά, είναι τα τονούμενα κεφάλαια. Γιατί στην ίδια κάσα ήτανε και κεφάλαια και πεζά, γιατί τα κύρια ονόματα γινόντουσαν, πάντα με κεφαλαίο αρχίζαμε και τα πεζά. Σε αυτά είχαμε πάνω από 300, 200 κιλά γράμματα. Και ανάλογα δηλαδή με το τι ήθελαν, στα φέιγ βολάν -που λέει ο λόγος- έπρεπε να βγάλουμε μεγάλα γράμματα για να διαβάζονται αυτά. Αλλά όταν κάναμε διάφορα βιβλιαράκια, συνταγές ή οτιδήποτε, βάζαμε μικρότερα, γι’ αυτό είχαμε μεγαλύτερη ποικιλία και πολλά γράμματα. Υπήρχαν -αν θυμάμαι καλά- 3 εργοστάσια που κατασκεύαζαν γράμματα. Γιατί όλοι -όπως σου είπα- δεν υπήρχανε τα σημερινά. Ό,τι γινόταν γινόντουσαν με το χέρι και με τη στοιχειοθεσία. Υπήρχαν τυπογραφεία, όπως ο Βαφειάδης -μεγάλο τυπογραφείο-, που τυπώνανε τα εισιτήρια του ΟΑΣΘ. Φύλλο φύλλο, φύλλο φύλλο, μεγάλα φύλλα. Και τώρα φαίνεται κάπως παράξενο δηλαδή, πώς γινόταν η αρίθμηση, πώς γινόταν η αρίθμηση. Δεν υπήρχαν ο αυτοματισμός τώρα που έχουμε, δηλαδή που βάζουμε στα μπλοκ αυτόματα, λέμε: «Θέλουμε 1 ως το 300», το βάζουμε στο 300 και μόνο του με την εκτύπωση τακ τακ τακ κατεβαίνει. Τότε γινόντουσαν διαφορετικά. Δηλαδή άμα θέλανε να το κάνουνε το 1000, 1001, 1002, βάζανε ας πούμε το 100 και βάζαν ύστερα και τον άσσο. Τυπώνανε πόσα, ύστερα βγάζαν, βάζανε το 2, το 3 και έτσι ήταν δηλαδή πολύ δύσκολη η δουλειά. Και αυτοί οι πιεσταί στα μεγάλα πιεστήρια ήταν ειδικοί, γιατί εκείνα δούλευαν, έπρεπε να προλάβεις εσύ ολόκληρα φύλλα να τα βάλεις, να τα γωνιάσεις, να το πάρει, να το τυπώσει, να το βγάλει να πούμε. Ήταν εξειδικευμένη δουλειά αυτή. Και ήταν περιζήτητη.
Υπήρχαν πολλά τυπογραφεία;
Δεν ήταν πολλά -ήταν τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ πόσα-, αλλά υπήρχαν μεγάλα τυπογραφεία. Ήταν ο Βαφειάδης, ήταν ένας Σεβασλιάν, τα οποία -ας πούμε- ήταν αρκετά μεγάλα. Δηλαδή εμείς ήμασταν με μία μηχανή και αυτά. Υπήρχαν και εργοστάσια που βγάζαν το χαρτί. Ήταν του Λαδόπουλου το εργοστάσιο που ήταν το μεγαλύτερο στην Πάτρα κάτω και έβγαζε. Και, μάλιστα, θυμάμαι και έκανε και εξαγωγές -ας πούμε- από αυτά. Σιγά σιγά κλείσανε αυτά τα εργοστάσια και αναγκαστήκαμε... Και σήμερα δηλαδή όλη η εισαγωγή γίνεται, όλα τα χαρτιά γίνονται εισαγωγές. Δεν έχει όλα, δεν ξέρω για ποιο λόγο, ενώ κάναμε εξαγωγές σε φάκελα, σε τόσα άλλα. Δυστυχώς κλείσανε, τώρα για ποιο λόγο... Στη σημερινή εποχή, φυσικά, αυτό γίνεται. Τώρα τα εργατικά μεροκάματα, υπάρχουν δηλαδή χώρες που έχουν μικρότερα μεροκάματα και τους συμφέρει, όπως οι γύρω μας Βουλγαρία, Σκόπια και αυτά, με πολύ χαμηλό συντελεστή -ας πούμε- εφορίας και όλα αυτά. Τυπώνονται πάρα πολλά εκεί. Και εδώ πέρα σιγά σιγά τα εργοστάσια, που παρήγαγαν το χαρτί ή οτιδήποτε, έχουνε κλείσει λόγω υψηλού κόστους.
Και στο Μπεζεστένι πότε ήρθατε;
Στο Μπεζεστένι ήρθα το ’58. Δηλαδή ήτανε στα πρόθυρα του κλεισίματος δηλαδή του θείου μου του Αλέκου εκεί το ‘58. Και από το ‘59 άρχισα να κολλάω ένσημα. Ναι. Ήταν ευχάριστη δουλειά. Δεν ξέρω, εμένα μ' άρεσε και μέχρι σήμερα μ' αρέσει, γιατί είναι δημιουργική. Δεν είναι κάτι το στερεότυπο. Πάντα σε δημιουργεί -ας πούμε- μία φαντασία και όταν -προπαντός εμείς τότε με τα στοιχεία- όταν κάναμε κάτι και ήταν ευχαριστημένος ο πελάτης, νιώθαμε μία ικανοποίηση, γιατί λέγαμε από μέσα μας: «Είμαι ικανός, κατάλαβα τι θέλει ο πελάτης και μπόρεσα να τον εξυπηρετήσω για να κάνω αυτό που θέλει». Τότε υπήρχαν τα προσκλητήρια, πολλά προσκλητήρια. Και είχαμε καλλιγραφικά -και αυτά- γράμματα. Όταν δεν μας άρεσε, διαλύαμε τα γράμματα και κάναμε, γιατί ο πελάτης έλεγε: «Α, δεν μ' αρέσει αυτή η γραμματοσειρά». Όταν δεν αρέσει στον πελάτη, διαλύουμε όλο, ό,τι κάναμε -μπορεί να κάναμε και δύο ώρες, τρεις ώρες να κάνουμε ένα προσκλητήριο- και βάζαμε μία γραμματοσειρά άλλη που από κάποιο άλλο προσκλητήριο κρατούσαμε δείγματα και λέγαμε: «Αυτή η γραμματοσειρά σ’ αρέσει;». Και έλεγε: «Α, ναι, αυτή μ' αρέσει». Και κάναμε ξανά, κάναμε την επιθυμία του πελάτη. Αλλά επειδή πληρωνόντουσαν καλά, δεν μας ενδιέφερε δηλαδή να διαλύσουμε και να κάνουμε άλλη δουλειά. Ναι, τότε ήταν και το κέρδος ήταν μεγαλύτερο, πάρα πολλή δουλειά. Κάθε τέλος του έτους γινόταν ο χαμός -να το πω-, γιατί όλες οι επιχειρήσεις και όλα αυτά έπρεπε να αρχίσουν τα έντυπα τους από το ένα. Κατάλαβες; Τα τιμολόγια, αποδείξεις. Όλα να είναι από το ένα, να πάνε στην εφορία να τα τρυπήσουν για να μπορέσουν να δουλέψουνε από πρώτη του μηνός, του έτους. Και για να εξυπηρετήσουμε, κάναμε πέντε μπλοκ τον έναν, δύο τον άλλον για να εξυπηρετήσουμε τους άλλους. Αλλά υπήρχε... Και επειδή υπήρχε και δουλειά, δεν έκαναν παζάρια πολύ, να το πω έτσι. Και ήμασταν ικανοποιημένοι. Δηλαδή και σαν τα δέκα χρόνια που δούλεψα σαν υπάλληλος, όλες οι απαιτήσεις μου, απαιτήσεις λέγοντας όχι, η προσπάθεια που έκανα ικανοποιήθηκε. Πήγαινα και δούλευα εκτός απ' το μαγαζί, πήγαινα και δούλευα και σε άλλα μαγαζιά υπερωρίες. Μου έδιναν τα κλειδιά και, μάλιστα, έλεγα -εδώ ένας Αλεξιάδης ήταν στη γωνία Ερμού και Ίωνος Δραγούμη και είχε τότε τα Parker, ήταν οι πιο ακριβοί στυλοί- λέω: «Κύριε Χατζηαλεξιάδη, φεύγετε με δίνετε τα κλειδιά -και έφευγα 2 η ώρα το βράδυ- έχετε τόσα πράγματα». Λέει: «Αν δεν ήξερα ποιος είσαι, δεν θα σε έδινα τα κλειδιά», να πούμε. Δηλαδή υπήρχε εμπιστοσύνη σ' αυτά τα πράγματα. Και δηλαδή μπορεί να έπαιρνα σχεδόν τον μήνα διπλάσια, γιατί δούλευα υπερωρίες και έβγαζα δηλαδή διπλάσια χρήματα απ' ό,τι που ήμουνα εδώ στο μαγαζί. Και άρχισα σιγά σιγά -δηλαδή και η οικογένειά μου- να ζούμε λίγο καλύτερα και διάφορες απαιτήσεις δηλαδή που θέλαμε να μπορούν να πραγματοποιηθούν. Εντάξει, ο άνθρωπος, δηλαδή και χαμηλά να είσαι, εάν έχεις θέληση και αγαπάς αυτό που κάνεις θα προοδεύσεις. Εγώ αυτό το διαπίστωσα και στα δικά μου τα παιδιά. Ο ένας, ο Γιάννης μου, ήτανε παιδί για γράμματα, δηλαδή διάβαζε πάρα πολύ. Ο Χρήστος ήταν πάνω στο τεχνικό. Τον γράψαμε -για να πάει στο πανεπιστήμιο- σε φροντιστήριο, πήγε δύο μήνες και λέει: «Μπαμπά μη χάνεις τα λεπτά σου, εγώ δεν θέλω να πάω πανεπιστήμιο και να κάνω. Θα κάνω αυτό που θέλω». Και, έτσι, πήγε και έγινε ηλεκτρονικός. Πήγε στη Νεάπολη στο τεχνικό λύκειο -πώς λέγεται, τέλος πάντων;- τελείωσε. Και σεβάστηκα και εφόσον τον άρεσε, μπόρεσε να προοδεύσει σε αυτό. Ο άλλος ο Γιάννης, ο γιος μου, πάνω στα γράμματα και εκείνος με τα γράμματα έκανε αυτό που ήθελε και δόξα τω Θεώ και οι δύο είναι... Σεβάστηκα δηλαδή, ο ένας ήθελε γράμματα, ο άλλος ήθελε... Σήμερα, όμως, πολλοί θέλουν να στείλουν τα παιδιά τους, δεν ρωτάνε. Μάλλον να διαπιστώσουν που κλίνει, γιατί μπορεί ο γονιός να καταλάβει αν θέλει τα γράμματα ή θέλει κάτι άλλο. Γιατί υπάρχει ανεργία. Όταν -ας πούμε- με το έτσι θέλω ο γονιός να στείλει το παιδί του στο πανεπιστήμιο, το παιδί του δεν θέλει να πάει. Αν μία σχολή είναι 5 χρόνια, 4 χρόνια και την πάει 6-7. Ε, τελειώνει, βγαίνει στην κοινωνία άτεχνος, κατάλαβες; Γιατί πολλές ειδικότητες -ας πούμε- απ' τα πανεπιστήμια δεν υπάρχουν στην Ελλάδα ούτως ώστε να απορροφηθούν, κατάλαβες τι γίνεται; Και το στέλνεις σε μία σχολή που δεν έχει αντικείμενο, δηλαδή δεν μπορεί να τον προσλήψει. Μην το στέλνεις. Πρώτον, ξοδεύεις εσύ τα χρήματα σου, με αυτά μπορούσες να κάνεις κάτι άλλο στον γιο σου, άμα ήθελε να γίνει κάτι άλλο. Ακόμα οτιδήποτε, τσαγκάρης θέλει να γίνει; Ηλεκτρολόγος θέλει να γίνει; Υδραυλικός; Εφόσον τον αρέσει, θα προοδεύσει. Τον έστειλες εκεί, ξόδεψες τα λεπτά σου, βγήκε, δεν βρήκε δουλειά. Γιατί όταν ένα παιδί φτάνει τα 25 και σπουδάζει ακόμα και βγαίνει ύστερα είναι άτεχνος, ποιος θα τον πάρει; Και πώς θα του δώσει -ας πούμε- το μισθό που θέλει; Για να σε δώσει κάποιος μισθό, πρέπει να τον αποδώσεις κιόλας. Δεν μπορεί από την πρώτη στιγμή να σε δώσει -φερ’ ειπείν- αυτά που ζητάς. Αν έχεις υπομονή, όμως, και αγαπάς τη δουλειά, θα μάθεις εκεί που μπαίνεις ούτως ώστε ύστερα να έχεις και τις απαιτήσεις που θέλεις να σε δώσουν.
Καταλαβαίνω ότι έχετε περάσει πολλά μες στο Μπεζεστένι. Θα μπορούσατε να μου πείτε και για τον σεισμό του ’78;
Ναι. Στον σεισμό, ότα[01:00:00]ν ήρθαμε την άλλη μέρα του σεισμού, είχαν πέσει όλοι οι σοβάδες -όπως είπα- έβρεχε, βάζανε σοβάδες, οτιδήποτε. Δηλαδή λάσπη με ασβέστη και αυτά. Επάνω -το Μπεζεστένι- ήταν το κάθε μαγαζί είχε και το πατάρι του, που λέμε. Εμείς εδώ είχαμε πατάρι που γινόταν η σύνθεση επάνω και δουλεύαν τα κορίτσια για να κάνουνε τη σύνθεση. Όλα τα μαγαζιά είχαν, σαν αποθήκη το είχαν επάνω, αλλά μετά τον σεισμό έπεσαν όλα, καταστράφηκαν. Είχε ένα μέτρο χαλάσματα εδώ πέρα, μέσα στο Μπεζεστένι. Όλα είχανε πέσει και άρχισε ο καθαρισμός -ας πούμε- απ' το Μπεζεστένι επάνω, καθάρισαν όλα. Αυτό το έβαλε και η Αρχαιολογία και καθαρίσαμε. Μέρες ολόκληρες καθαρίζαμε το Μπεζεστένι. Ήταν κάτι τρομερό. Εμείς, φυσικά, εκείνη τη μέρα ήμασταν, ήμουνα στο σπίτι στο σεισμό τον μεγάλο. Τώρα, δεν ξέρω, το σπίτι μας δεν έπαθε τίποτα, ήταν στις Συκιές. Ίσως επειδή ήταν πάνω σε βράχους και αυτό χτισμένο έτσι δεν έκανε, αλλά πολλά άλλα σπίτια πάθανε ζημιές, όπως αυτό εδώ που έπεσε η πολυκατοικία του Νίκου που λέγαν το ζαχαροπλαστείο και σκοτώθηκαν εκεί 20-25 άτομα πόσα. Γιατί όλοι κατέβηκαν κάτω για να βγουν. Η είσοδος είχε από τον σεισμό είχε κάνει, δεν μπόρεσαν να βγούνε και έπεσε. Και, κατά τα λεγόμενα, έκανε μία αυθαίρετη παρέμβαση στο... Έκοψε κάτι κολώνες, κάτι είπαν τότε, γι’ αυτό έπεσε και έγινε αυτό που έγινε. Γενικά, ήταν κάτι το τρομερό να πούμε. Κάτι το τρομερό. Να βλέπεις -ας πούμε- να κουνιέται η γη και να βλέπεις να πηγαίνουν έτσι τα διάφορα αντικείμενα και αυτά. Το άλλο που ήταν, τη δολοφονία του Λαμπράκη. Εγώ δούλευα φυσικά μέχρι... Δούλευα πάντα, δηλαδή δουλεύω μέσα εδώ αργά μες στο Μπεζεστένι. Φωνές κακό έξω, βγήκα και εγώ να πούμε, κόσμος αστυνομία εδώ πέρα έξω. Πότε ήταν; Το ‘63 ήτανε; Ναι, το '63 έγινε μου φαίνεται του Λαμπράκη η δολοφονία. Και αστυνομία, κακό. Και επειδή εγώ δούλευε η μηχανή η αυτόματη δούλευε, την άφησα, πηγαινοερχόμουν και έκανα. Και σε κάποια στιγμή έγινε αυτό που έγινε, δηλαδή που χτύπησαν τον Λαμπράκη, το τρίκυκλο και αυτά. Άρχισαν τότε να φωνάζουνε όλοι, έγινε χαμός. Βγήκα και εγώ. Φυσικά, ύστερα η αστυνομία μάς απαγόρευσε -ας πούμε- για να είμαστε κοντά εκεί. Ήταν μία τραγική εμπειρία αυτή. Και ύστερα την άλλη μέρα που μάθαμε ότι τον σκότωσαν και έκαναν. Και ήταν και αυτό μία εμπειρία δηλαδή στην πορεία μου και στα αυτά.
Από τον σεισμό είχατε και απώλειες εδώ;
Όχι. Υλικές ζημίες. Δεν έπαθε τίποτα, δεν έπεσε τίποτα. Εντάξει, είχε πάει πίσω λίγο η δουλειά, ωσότου να... Γιατί ορισμένα κτίρια ώσπου να περάσουν οι εμπειρογνώμονες, οι μηχανικοί, να διαπιστώσουν ποιά θα κατοικηθούν, ποιά μαγαζιά θα μπορέσαν να λειτουργήσουν να κάνουν. Τα ζήσαμε και αυτά. Και το άλλο που είχε γίνει. Απ' την επάνω μεριά του Μπεζεστενίου είχε χρυσοχοείο. Και το εργαστήριο ήταν κάτω. Και είχε ξεχάσει τη φιάλη ανοιχτή του υγραερίου. Και όταν ήρθε ο ιδιοκτήτης κάτω να ανοίξει το μαγαζί -και δεν ξέρω τώρα τι πήγε να ανοίξει με το τσακμάκι- κάτι έκανε και ανατινάχθηκε. Και σκοτώθηκε και ένας άνθρωπος από την επάνω μεριά. Εν τω μεταξύ, όλα τα δαχτυλίδια και αυτά ήταν στον δρόμο πεταμένα. Και λέω: «Ρε παιδί μου, δηλαδή, αν μάθεις την εντιμότητα, είσαι έντιμος σε όλη τη ζωή». Δεν σκύψαμε να πάρουμε κάτι. Αμέσως ήρθε η αστυνομία -ας πούμε- και περικύκλωσε το αυτό, τέλος πάντων, και έκανε. Και αυτή ήταν μια αυτή, γιατί είχε αρπάξει και φωτιά και όλο. Μία φλόγα είχε την επάνω -έχει έξι τρούλους το Μπεζεστένι- και η φλόγα είχε καλύψει όλο τον θόλο εκείνο εκεί, αλλά ήρθε η πυροσβεστική -ας πούμε- και το έσβησε και έκανε, αλλά το τραγικό ήταν ότι σκοτώθηκε ένας άνθρωπος. Και ο άλλος ο εργοδότης είχε εγκαύματα, το θυμάμαι. Δηλαδή όταν καίγεσαι και ύστερα περνάει, το δέρμα σου γίνεται λείο επειδή καίγονται όλα ας πούμε, οι τρίχες και αυτά που λέμε. Και τον έβλεπα -ας πούμε- και στο πρόσωπο του είχε εδώ πέρα και αυτά. Δεν θυμάμαι το όνομά του, αλλά είχαμε, με όλους μιλούσαμε και λέγαμε τα διάφορα πράγματα.
Segment 4
Η διατήρηση της παραδοσιακής τέχνης, απολογισμός και κλείσιμο συνέντευξης
01:05:00 - 01:12:45
Βλέπω ότι έχετε ακόμα τις παραδοσιακές μηχανές.
Ναι, γι’ αυτό και λέγεται παραδοσιακό τυπογραφείο. Και κάνω τα παραδοσιακά, δηλαδή είναι οι χρυσοτυπίες, τα γκοφρέ. Γιατί δεν μπορεί να αντικατασταθούν σε όλα τα πράγματα τα χέρια. Κάπου χρειάζεται -ας πούμε- και αυτά. Και σπάνια, αλλά συμβαίνει, να θέλει ο άλλος με στοιχειοθεσία γράμματα. Γιατί η στοιχειοθεσία όταν τυπώνεις το έντυπο, έχει κάποια πίεση. Πιέζεται το γράμμα πάνω στο χαρτί και πίσω απ' το χαρτί φαίνεται αυτή η πίεση. Και τον αρέσει, δηλαδή σου λέει και είναι κάτι παραδοσιακό. Και, μάλιστα, είχαν έρθει -πριν πολλά χρόνια φυσικά- κάτι Γερμανοί τουρίστες εδώ πέρα και λένε: «Πω πω, εγώ θέλω αυτήν». Και έχω μέσα ακόμη τη φόρμα, δεν τη διέλυσα των Γερμανών. Και τους τύπωσα, γιατί τον άρεσε αυτό το πράγμα. Δηλαδή το βαθούλωμα που κάνει το γράμμα πάνω στο χαρτί είναι κάτι το διαφορετικό. Και έχουμε έναν απ' την Αθήνα -ο Χρήστος έναν γνωστό, οδοντίατρος τι είναι;- και στέλνει από κει πέρα απ' την Αθήνα να τον κάνουμε με γράμματα παραδοσιακό θέλει αυτό, το πατημένο το γράμμα. Γιατί αυτά τα ψηφιακά -τώρα για μένα, έτσι, τους άλλους δεν- μου φαίνεται κάτι πολύ έτσι κρύο ρε παιδί μου, δεν είναι, βλέπεις γυαλίζει, κάνει, δεν. Γι’ αυτό λέγεται και το παραδοσιακό, γιατί και ο Χρήστος έμαθε. Κόβουμε τα κουτιά εδώ, ενώ τώρα υπάρχουν τα ψηφιακά, τα οποία τα προγραμματίζεις και σε κάνουν ό,τι άλλο σχέδιο, ό,τι σχέδιο θες το κόβουν. Έχουμε αυτά εμείς τα παραδοσιακά. Όπως σου είπα, και προσκλητήρια καμιά φορά κάνουμε με τα γράμματα και καρτούλες. Γιατί άμα θέλει ο άλλος τώρα: «Σας ευχαριστούμε πολύ» αντί τώρα έστω ψηφιακό και να σε στοιχίσει 5 ευρώ και 10, λες γιατί; Αφού έχω τα γράμματα, σε 10 λεπτά εγώ τα στοιχειοθετώ, τα βάζω στη μηχανή τα τυπώνω και μένει ο πελάτης ευχαριστημένος. Προπαντός άμα είναι και κάποιας ηλικίας. Οι γονείς, μάλλον, των παιδιών που θέλουν να κάνουν τα προσκλητήρια αυτά και ξέρουν από τα παλιά τους αρέσει πάρα πολύ.
Κύριε Αγάπιε, πώς και κατεβαίνετε ακόμα και δουλεύετε στο τυπογραφείο;
Κοίταξε, μετά από 62 χρόνια -σχεδόν τόσα είναι που δουλεύω- και όπως είπα στην αρχή, απ' την πρώτη στιγμή μ’ άρεσε η δουλειά, δεν τη βαριέμαι. Πολλές φορές, όταν ξαπλώνω για να κοιμηθώ, το μυαλό μου δουλεύει πάντα εδώ πέρα. Κάτι που έχουμε συζητήσει με τον Χρήστο, τον γιο μου, για μία δουλειά αυτά, και το δουλεύω αυτό. Και το πρωί τον παίρνω: «Χρήστο -ή όταν έρχομαι εδώ πέρα- Χρήστο σκέφτηκα αυτό. Αυτό το χαρτί πρέπει να πάρουμε γι' αυτή τη δουλειά ή να το κάνουμε σε αυτό το σχήμα». Ανυπομονώ να ξημερώσει με το καλό και να είμαι υγιής και να έρθω στο μαγαζί. Δηλαδή και η γυναίκα μου με λέει, βλέπω από το παράθυρο, γιατί ο δρόμος που περνάνε τα λεωφορεία φαίνεται: «Πω ρε γυναίκα, έχασα το λεωφορείο». «Καλά βρε -λέει- σε 10 λεπτά θα ‘ρθεί», να πούμε. Με έχει μείνει αυτό το ωράριο δηλαδή αν θα ‘ρθω 10 η ώρα με πιάνει άγχος. Θέλω να 'ρθω 9 η ώρα, 9:30 η ώρα, να μπω μέσα, να βάλω τις μηχανές, να κάνω. Ούτε μπορώ να φύγω 12 η ώρα. Θα φύγω 2-2:30 η ώρα, όπως ήταν αυτό. Να πάω στο σπίτι. Πρώτα κατέβαινα και απόγευμα, αλλά λέω: «Εντάξει». Και ο Χρήστος με μάλωσε, μου λέει: «Όχι, ρε μπαμπά εντάξει». Αλλά δεν μπορώ να καθίσω στο σπίτι. Θα δουλέψω εδώ μέχρι την Πέμπτη. Παρασκευή θα πάω στο χωριό μου που είναι η λατρεία μου εκεί. Έχω κάνει ένα σπιτάκι, έχω τον μπαξέ μου. Ασχολούμαι πολύ εκεί, θα σκάψω. «Πατόφτυαρο» με λένε, επειδή σκάβω με το φτυάρι με λένε: «Το πατόφτυαρο». Να βάλω το ζαρζαβάτι μου. Ασχολούμαι και εκεί, δεν πάω στο καφενείο, δεν πήγα ποτέ μου στο καφενείο. Δεν κάπνισα στη ζωή μου μισό τσιγάρο ποτέ μου. Παρόλο ότι έκανα με παιδιά σαν νέος και αυτά. Δεν ξέρω. Και τα βιώματα που λέμε, ο πατέρας μου, κοντά στα άλλα δηλαδή που δεν τον άρεσε πολύ η δουλειά έτσι η γεωργική, έπινε πάρα πολύ. Τον κουβαλούσαν και με το καροτσάκι στο χωριό -που λέει ο λόγος- στο σπίτι. Ξυπνούσε το βράδυ και κάπνιζε και έκανε. Και πέθανε απ' αυτό το πράγμα, νέος πέθανε, 52 ετών από το τσιγάρο και το αυτό. Και όλα αυτά με μείναν και δεν κάπνισα στη ζωή μου -όπως είπα- ούτε μισό τσιγάρο. Ούτε και ήπια. Τη μόνη φορά που ήπια ήταν όταν γνώρισα τη γυναίκα μου και εγώ ήμουν στο χωριό και εκείνη ήταν εδώ. Ήπια τόσο πολύ που τη ζητούσ[01:10:00]α. Είχαμε πάει -ήπια πάρα πολύ τότε δεν ξέρω πώς, έτσι ήρθα- και λέω: «Πω πω θέλω τη γυναίκα μου να τη φέρετε εδώ, να πούμε». Το μόνο μεθύσι που έκανα. Και επειδή και η δουλειά ήταν ανθυγιεινή, πάντα πρόσεχα -ας πούμε- να μην κάνω κάτι που δεν πρέπει. Και δόξα τω Θεώ μέχρι σήμερα είμαι 77, τώρα θα πάω στα 78 τον Μάιο, 7 Μαΐου. Και να μην ματιάξω τον εαυτό μου, δεν έχω κανένα πρόβλημα υγείας. Ίσως αυτό που κατεβαίνω με δίνει και ζωή, που λένε. Περνάω την ώρα μου χωρίς να σκέφτομαι διάφορα άλλα πράγματα. Το μυαλό μου είναι σε συνεχή ενέργεια εδώ με τον Χρήστο να βλέπουμε τις δουλειές, να υπολογίζουμε τα χαρτιά, να συζητάμε διάφορα άλλα πράγματα. Και έτσι, μ’ αρέσει. Και, δεν ξέρω, να 'μαι γερός και να συνεχίσω έτσι, να ασχολούμαι. Και είναι και δύσκολες και οι εποχές. Και ο Χρήστος θέλει λίγη βοήθεια τώρα, αλλά περισσότερο εγώ περνάω την ώρα μου εδώ πέρα ευχάριστα και με ευχαριστεί. Και με δίνει ζωή να το πούμε έτσι, με δίνει ζωή.
Υπάρχει κάτι άλλο που θέλετε εσείς να προσθέσετε;
Όχι, τα είπαμε όλα. Τα είπαμε λίγο ανακατεμένα, τώρα εντάξει.
Κύριε Αγάπιε, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Και εγώ σε ευχαριστώ. και σε είχα πει την πρώτη φορά που ήρθες ότι σκέφτομαι να γράψω, να αρχίσω να γράψω από μικρός πώς είναι όλα αυτά, αλλά θα δω. Αν δεν κατεβαίνω στο μαγαζί, μπορεί να έχω τον χρόνο να γράψω και αυτά εδώ πέρα. Αλλά τα έχω διηγηθεί στα παιδιά μου όλα αυτά. Πολλές φορές με λένε: «Ρε μπαμπά, μάς το 'πες τόσες φορές!». Κοίταξε, αυτά είναι και ανθρώπινα. Να θυμάσαι τα παλιά, να τα λες στους νέους, να ακούνε, να μαθαίνουν. Όσα πράγματα και να ξέρεις, όταν σε λέει ο άλλος κάτι, θα τον ακούσεις. Γιατί κάτι από αυτά που θα ακούσεις μπορεί να μην το έχεις συναντήσει και να σου μείνει. Γι’ αυτό ποτέ μην λες σε κάποιον: «Α, τα ξέρω αυτά!». Άσ’ τον να το πει, γιατί όπως σου είπα μπορεί να μάθεις κάτι το οποίο δεν το έχεις ακούσει ή δεν το ήξερες. Έτσι πρέπει να είναι κανονικά.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Και εγώ σε ευχαριστώ!
Photos

Στοιχεία
Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνταν στη στοιχ ...

Πιεστήριο Heidelberg
Το παραδοσιακό πιεστήριο Heidelberg, που υ ...

Συνθετήριο και τσιμπιδάκι
Το συνθετήριο και το τσιμπιδάκι που αναφέρ ...

Μηχανή Offset

Ο Αγάπιος Χατζηλάρης
Ο κύριος Αγάπιος δίπλα στο μποστονάκι, τη ...
Content available only for adults (+18)
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Ο Αγάπιος Χατζηλάρης εργάζεται ως τυπογράφος εδώ και 64 χρόνια. Γεννήθηκε την περίοδο της Κατοχής και έζησε πολύ φτωχικά. Οι δυσχέρειες και η φτώχεια που βίωσε τον ώθησαν στο να κυνηγήσει τη δουλειά για να μην ξαναπεράσει τα ίδια. Η οικογενειακή επιχείρηση του θείου του ήταν το πρώτο μαγαζί που δούλεψε ως τυπογράφος, όταν ήταν 14. Από τότε το μαγαζί άλλαξε τοποθεσία και ιδιοκτησία και ήρθαν στο Μπεζεστένι. Η πορεία του ως τυπογράφος στο Μπεζεστένι σημαδεύτηκε και από ιστορικά γεγονότα όπως ο σεισμός του '78 και η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το '63. Παρά το γεγονός ότι βγήκε στη σύνταξη και η ιδιοκτησία του μαγαζιού πέρασε στον γιο του, εξακολουθεί να βρίσκεται και να προσφέρει κάθε μέρα στο τυπογραφείο, γιατί αγάπησε και συνεχίζει να αγαπάει πολύ τη δουλειά του.
Narrators
Αγάπιος Χατζηλάρης
Field Reporters
Ελπίδα Χριστάκη
Tags
Interview Date
10/03/2022
Duration
72'
Interview Notes
Μουσλούκι: τενεκεδένιο δοχείο γύρω στο μισό μέτρο ύψος με μια βρυσούλα πολύ μικρού διαμετρήματος στο κάτω μέρος. Το μουσλούκι κρεμόταν στην κουζίνα ή στην αυλή και κάτω από τη βρυσούλα υπήρχε λεκάνη, μπακιρένια ή και χτιστή.
Content available only for adults (+18)
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Ο Αγάπιος Χατζηλάρης εργάζεται ως τυπογράφος εδώ και 64 χρόνια. Γεννήθηκε την περίοδο της Κατοχής και έζησε πολύ φτωχικά. Οι δυσχέρειες και η φτώχεια που βίωσε τον ώθησαν στο να κυνηγήσει τη δουλειά για να μην ξαναπεράσει τα ίδια. Η οικογενειακή επιχείρηση του θείου του ήταν το πρώτο μαγαζί που δούλεψε ως τυπογράφος, όταν ήταν 14. Από τότε το μαγαζί άλλαξε τοποθεσία και ιδιοκτησία και ήρθαν στο Μπεζεστένι. Η πορεία του ως τυπογράφος στο Μπεζεστένι σημαδεύτηκε και από ιστορικά γεγονότα όπως ο σεισμός του '78 και η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το '63. Παρά το γεγονός ότι βγήκε στη σύνταξη και η ιδιοκτησία του μαγαζιού πέρασε στον γιο του, εξακολουθεί να βρίσκεται και να προσφέρει κάθε μέρα στο τυπογραφείο, γιατί αγάπησε και συνεχίζει να αγαπάει πολύ τη δουλειά του.
Narrators
Αγάπιος Χατζηλάρης
Field Reporters
Ελπίδα Χριστάκη
Tags
Interview Date
10/03/2022
Duration
72'
Interview Notes
Μουσλούκι: τενεκεδένιο δοχείο γύρω στο μισό μέτρο ύψος με μια βρυσούλα πολύ μικρού διαμετρήματος στο κάτω μέρος. Το μουσλούκι κρεμόταν στην κουζίνα ή στην αυλή και κάτω από τη βρυσούλα υπήρχε λεκάνη, μπακιρένια ή και χτιστή.