© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Μία ζωή με άρωμα από λεμονιές, αξίες και κλίση προς τη διδασκαλία
Κωδικός Ιστορίας
15147
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Θανάσης Τσαπλαρής (Θ.Τ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
13/05/2020
Ερευνητής/τρια
Ιόλη Αποστόλου (Ι.Α.)
[00:00:00]
Είναι Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020, είμαι η Ιόλη Αποστόλου και είμαι στο Λαγονήσι με τον;
Τσαπλαρή Θανάση, συνταξιούχο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, της Τριτοβάθμιας Τεχνικής Εκπαίδευσης και πολύ, πολύ καλό φίλο του πατέρα σου.
Γεννηθέντος;
Γεννηθέντος στο Δροσοχώρι Φωκίδας, το 1952, στις 22 του Θεριστή, 21:00 η ώρα το βράδυ, στο μπαλκόνι.
Ο Θεριστής είναι ο Ιούνιος.
Ναι.
Γιατί τον λέγανε έτσι;
Έχω πάρει το όνομα του πατέρα του πατέρα μου. Γεννήθηκα, λοιπόν, εκεί, η μητέρα μου ήταν δεκαοχτάχρονη, με πάρα πολλά προβλήματα, γιατί δεν υπήρχε και κάτι που να τη βοηθήσει ιατρικώς. Ιατρική δεν υπήρχε καμία βοήθεια, μόνο μία μαμή υπήρχε. Καλώς γεννήθηκα, γεννήθηκα. Καλώς πέθανα, πέθανα. Δεν υπήρχε, δηλαδή, κάτι που να, δεν υπήρχε τρόπος να πάω σε κλινική. Για να γεννηθώ δεν υπήρχε, σε ένα νοσοκομείο θα πήγαινα, στην Άμφισσα. Και ήμουνα η αιτία που η μάνα μου δεν ξαναέκανε παιδιά, γιατί την Κυριακή, που με γέννησε, Σαββάτο βράδυ, την Κυριακή το πρωί της λέει η μάνα, η πεθερά της: «Εγώ μεγάλωσα τρία παιδιά, να πας να φέρεις τα δεμάτια απ’ το χωράφι» και πήρε ένα μουλάρι της Ούντρας, που είχαμε, και πήγε φόρτωσε δεμάτια σιταριού να τα φέρει στ’ αλώνια, γι’ αυτό λέμε και Θεριστής. Κι εκεί έπαθε σαλπιγγίτιδα. Μολυνθήκανε οι σάλπιγγές της, καταστραφήκανε, οπότε ήταν αδύνατο να κάνει ξανά παιδί. Κι έτσι, λοιπόν, ένας καημός παιδικός, εφηβικός, αντρικός είναι ότι είμαι χωρίς αδέρφια.
Είστε χωρίς αδέρφια, αλλά με εγγόνια, με οικογένεια…
Ναι, έχω δύο παιδιά υπέροχα, έχω τρία εγγόνια αστέρια, θα τα πούμε παρακάτω και για τα παιδιά και για τα εγγόνια. Φανταστείτε ότι μέχρι 4 χρονών, φόραγα φούστα, δεν είχαμε παντελόνια. Μας βάζανε ένα κομμάτι ύφασμα και φοράγαμε για φούστα. Κάθε χρόνο μας κουρεύανε γουλί, για να μην πιάνουμε ψείρες και το φαγητό ήτανε πενιχρό: πατάτες, ρύζι, καλαμπόκι, μπομπότα.
Τι είναι η μπομπότα;
Η μπομπότα είναι το αλεύρι από το αραβοσίτι. Το καλαμπόκι. Η οποία, βέβαια, όταν την φτιάξεις, την ψήσεις και τη βγάλεις και δεν την φας ζεστή, άμα κρυώσει, είναι σαν την γαλέτα στον στρατό, δεν σπάει. Στον τοίχο να την πετάς, δεν σπάει. Εκεί ζούσα, γιατί η μάνα μου με τον πατέρα μου είχανε αιγοπρόβατα και μάνα μου, όσο με θήλασε, έναν μήνα-δυο μήνες, δεν ξέρω, ό,τι είχε, γιατί μετά έφευγε και πήγαινε στα γίδια και στα πρόβατα μαζί με τον πατέρα μου κι εγώ ζούσα με τη γιαγιά μου. Με τη γιαγιά, που ζούσα, καταλαβαίνεις ότι ήτανε πολύ λίγες οι ευκαιρίες να έχω κοινωνική ζωή σαν παιδί, να έχω παιδική ζωή. Τα άλλα τα παιδιά του χωριού ήτανε σαν κι εμένα, δηλαδή, δεν είχαμε κάτι που να ξεχωρίζει και γι’ αυτό και ήμαστε αγαπημένοι. Δεν ζήλευε ο ένας τον άλλον, γιατί δεν είχε ο ένας περισσότερα απ’ τον άλλον. Τα ίδια πράγματα είχαμε. Μετά μεγαλώνοντας, πηγαίνοντας στο Δημοτικό, το Δημοτικό ήτανε διθέσιο, είχε δύο δασκάλους δηλαδή, και ήμαστε Πρώτη, Δευτέρα, Τρίτη σε μία αίθουσα, Τετάρτη, Πέμπτη, Έκτη σε άλλη αίθουσα. Το ευτράπελο, απ’ τα πρώτα που θυμάμαι και μου δημιουργούν τώρα γέλιο, ήτανε ότι πηγαίναμε πρωί-απόγευμα σχολείο, για να μη γυρίζουν τα παιδιά στους δρόμους, να είναι σε ζεστό περιβάλλον, γιατί δεν υπήρχε, μόνο ένα τζάκι είχαμε για θέρμανση, δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Και πηγαίναμε και από ένα ξύλο στο σχολείο πρωί-απόγευμα, για να ’χουμε σόμπα. Όλα τα παιδιά. Μια φορά, όταν πήγα, λοιπόν, στην Πέμπτη Δημοτικού, έπρεπε να γίνω και μάγειρας στο σχολείο. Να πηγαίνω το πρωί, μαζί με έναν άλλο συμμαθητή μου, να φτιάχνουμε το γάλα, για να ’ρχονται τα παιδιά, στις 08:00 η ώρα, με το κυπελλάκι, ένα αλουμινένιο κύπελλο, να πίνουνε το γάλα. Γάλα σκόνη, εμείς το φτιάχναμε σε καζάνι. Και μια μέρα, καθόμαστε απ’ έξω, είχε βράσει το γάλα. Έρχεται η δασκάλα, η οποία ήταν σύζυγος του δάσκαλου και μου λέει: «Έβρασε το γάλα;», λέω εγώ: «Ναι, κυρία! Έβρασε!». «Αλήθεια;», λέει η δασκάλα. «Αμ, τι; Ρεβύθια;», λέει ο Θύμιος. Και μας έδερνε ο δάσκαλος για είκοσι μέρες, από είκοσι ξυλιές στο χέρι του καθενός.
Πώς αισθανθήκατε; Αδικία;
Συμπεριφορά παιδαγώγησης. Έτσι παιδαγωγούσανε τα παιδιά πρώτα, με το ξύλο. Και μιλάμε για παιδιά, θηρία. Άγρια. Δεν είχανε, ούτε εικόνες είχανε, ούτε κοινωνικές σχέσεις με άλλο κόσμο είχανε. Ήταν αποκλεισμένο το χωριό, τα χιόνια ήτανε μέχρι τον Ιούνιο στο χωριό. Φρούτα δεν τρώγαμε ποτέ, γιατί δεν υπήρχανε. Στο χιόνι δεν γίνεται κανένα φρούτο, κι όταν γινόντουσαν, ήταν μόνο τον Σεπτέμβριο.
Ποιο ήτανε το πρώτο φρούτο που φάγατε ποτέ;
Μήλο.
Και πώς αισθανθήκατε;
Το ’κλεψα από μία μηλιά, τι να αισθανθώ;
Πώς αισθανθήκατε τρώγοντάς το; Σαν γεύση, σαν–
Ήτανε μία αίσθηση πάρα πολύ έτσι ξαφνική, όμορφη αίσθηση, όμως. Έτρωγα γλυκό, Κατ’ αρχήν. Δεν μπορούσαμε να φάμε γλυκό. Δεν υπήρχε γλυκό. Εγώ γλυκό, θα σου πω παρακάτω, έφαγα 14 χρονών.
Υγεία!
Ναι. Λοιπόν, μετά το ξύλο απ’ τον δάσκαλο, μου λέει ο δάσκαλος μια μέρα –Ήμουν ο καλύτερος μαθητής στο σχολείο. Ήμουν το μοναδικό ξανθό παιδί στο σχολείο και το παρατσούκλι μου ήταν «ο Ασπρούλης». Ό,τι καλό ή κακό γινότανε, ο Ασπρούλης το έκανε. Και με ξύλο όλα αυτά, συνοδεία ξύλου, ξύλο αλύπητο. Μου λέει: «Θανάση, εσύ του χρόνου θα πρέπει να πας να δώσεις εξετάσεις». Τότε, για να μπούμε στο Γυμνάσιο, δίναμε εξετάσεις απ’ το Δημοτικό στο Γυμνάσιο. «Γιατί είσαι καλός μαθητής και πιστεύω ότι θα πας καλά». Πήγαμε και δώσαμε τρία παιδιά και πέρασα μόνο εγώ. Όταν πήγα στην πόλη, για να γράψω τις εξετάσεις, την προηγούμενο τριήμερο είχαμε πάει να κάνουμε μπάνιο σε μία στέρνα. Πισίνα το λέτε σήμερα. Μάζευε το νερό στα χωράφια, για να ποτίζει τα περιβόλια. Φύγαμε σουρουπώνοντας με τα παντελόνια και τα βρακιά στα χέρια, για να πάμε στο χωριό, ήταν έξω απ’ το χωριό αυτά. Κάπου έπεσα και έσκισα τον αγκώνα μου. Εδώ έχει ένα σημάδι. Αν το δεις…
Ακόμα φαίνεται.
Ναι. Αυτό το σημάδι στον αγκώνα, μετά από μια βδομάδα, μου λέει η μάνα μου: «Τι έπαθες, παιδάκι μου;», λέω: «Παίζαμε μπάλα και έπεσα και χτύπησα». Μπάλα, μη φανταστείς. Έναν τενεκέ για μπάλα. Πάω, λοιπόν να δώσω εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Ιούνιος με Ιούλιο, αν θυμάμαι καλά, το ’64. Και, αφού πήγα κι έγραψα έκθεση, την πρώτη μέρα γράφαμε έκθεση και μαθηματικά. Κοιτάει ο πατέρας μου το χέρι μου, μου λέει: «Τι έπαθες εκεί; Πάμε», μου λέει, «στο φαρμακείο να βρούμε φάρμακο». Βλέπω τον φαρμακοποιό, του λέει: «Έλα να σου πω, αυτό», του λέει, «έχει πιάσει σκουλήκια, θέλει ράψιμο, θέλει ράμματα, να τον πας στην κλινική να τον ράψεις. Να του βάλω εγώ ιώδιο τώρα». Τίναξε τα σκουλήκια και πάμε στο νοσοκομείο, για να μου κάνει ράμματα.
Το λέτε ψύχραιμος τώρα, αλλά τότε πώς αισθανθήκατε;
Το ίδιο, όπως σ’ τα λέω και τώρα.
Κοίτα να δεις.
Ναι. Εκεί που είδα, λοιπόν, που ετοιμάζανε τα συμπράγκαλα στο χειρουργείο, λέω: «Για μένα είναι αυτό», το σκάω απ’ το χειρουργείο και πάω με τα πόδια στο χωριό. Έφυγα! Αφού, για καλή μου τύχη, είχε βάλει ο φαρμακοποιός το ιώδιο, ψοφήσαν τα σκουλήκια και μετά από πόσο διάστημα, έκλεισε. Αυτό ήταν, έτσι, το πρώτο… Γιατί προηγουμένως είχα ένα άλλο ανδραγάθημα: Ανοίγαμε λακκούβες με έναν φίλο εκεί, στο χωριό, στον κήπο και σκύβω εγώ να αδειάσω το χώμα απ’ τη λακκούβα. Κι έχει αυτός το γκασμά στα χέρια και μου βαράει μία στο κεφάλι με τον γκασμά και είχα 7 πόντους άνοιγμα. Αν ήταν με το μυτερό του γκασμά, θα ‘μουνα μακαρίτης. Και τι να βάλουμε τώρα στο χωριό; Δεν υπήρχε τίποτα. Και πάμε στο μπακάλη, [00:10:00]τον μοναδική μπακάλη που είχαμε στο χωριό, κι έβγαλε καπνό, ο καπνός είναι αιμοστατικό προϊόν κι έβαλε πάνω, μου ‘βαλε και μια πετσέτα κι έκλεισε–
Πατέντες.
Το τραύμα. Έτσι ήταν τα πράγματα τότε, δεν υπήρχε καλύτερο. Ναι.
Άρα, τη ζωή στο χωριό πώς τη θυμάστε; Έτσι, μ’ ένα συναίσθημα.
Πάρα πολύ όμορφα, γλυκό συναίσθημα, γιατί γινόντουσαν κωμικοτραγικές καταστάσεις. Θα σου διηγηθώ μονάχα ότι ήμουνα Τρίτη Δημοτικού, στο χωριό τις Απόκριες ανάβαμε φωτιές. Πουρνάρια ολόκληρα! 20 μέτρα τα πουρνάρια! Τα βάζαμε ένα πάνω στο άλλο και κάναμε μια στοίβα και την Κυριακή πριν την Καθαρή Δευτέρα, το Σαββάτο, το βράδυ, βάζαμε φωτιά και χορεύαμε γύρω-γύρω απ’ τη φωτιά. Και βάζαμε φωτιά. Απ’ αυτό, βέβαια, υπήρχε και κίνδυνος να καεί το χωριό.
Τραγουδάγατε κιόλας γύρω-γύρω;
Ναι, τραγουδάγαμε. Τώρα, τι τραγούδια; Δημοτικής παράδοσης. Γιατί, φαντάσου, δεν υπήρχε ραδιόφωνο στο χωριό. Δεν ξέραμε τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο.
Θυμάστε κανένα τραγούδι απ’ αυτά;
Πώς, δεν θυμάμαι; Να ’σαν τα νιάτα δυο φορές, που είναι για μένα από τα καταπληκτικότερα τραγούδια και το χόρευα μετά, μεγάλος, σαν χορευτής. Τσάμικο. Είναι το τραγούδι που ’χει μεταφραστεί σε εκατόν σαράντα πέντε γλώσσες και δεν ξέρουμε ποιος είναι ο στιχουργός. «Να ‘σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία». Μέγα απόφθεγμα. Ποιος θέλει να είναι γέρος; Κανένας. Δυο φορές, όμως, νέος; Όλοι θέλουμε να ‘μαστε. Λοιπόν, την Κοντούλα Λεμονιά, το Λεμονάκι Μυρωδάτο, αποκριάτικα τραγούδια. Έρχεται ο δάσκαλος, τρομαγμένος, γιατί φοβότανε μην πάρει φωτιά το χωριό. Αχυρώνες, καλύβες. Και ήμαστε δεκατέσσερα παιδιά του σχολείου. Τα άλλα ήτανε μεγαλύτερα, δεν πηγαίνανε σχολείο. Πάρα πολλά παιδιά δεν πηγαίνανε καν στο σχολείο, μείνανε αγράμματα. Μετά ήρθε ένας νόμος και όταν ήμουν εγώ στην Έκτη Τάξη, αρχίσανε καμιά δεκαριά κοπέλες και αγόρια, τα οποία ήταν 20 χρονών, για να πάρουνε το απολυτήριο του Δημοτικού. Θηρία, παιδιά. Και μας λέει, λοιπόν, πέρα από το ξύλο που μας έδωσε όλη ημέρα, την επόμενη μέρα, ξύλο στα χέρια με τις χάρακες και με τις βέργες, να γράψουμε ένα εικοσάφυλλο τετράδιο: «Δεν θα ξανανάψω φωτιά στα αλώνια, δεν θα ξανανάψω φωτιά στα αλώνια». Είκοσι φύλλα, τα ‘παιρνε και τα μέτραγε ένα-ένα! Παιδαγωγική συμπεριφορά.
Η φωτιά, όμως, δεν ήτανε έθιμο του χωριού;
Ποιο;
Η φωτιά δεν ήτανε έθιμο;
Έθιμο, αλλά έθιμο για ποιους; Τους ενήλικες. Εμείς, τα παιδάκια, τι κάναμε εκεί; Κάλλιστα μπορεί ένα παιδί να το σπρώξεις, να πέσει όλο αυτό το βουνό απ’ τα κλαριά και να το κάψεις, να γίνει ένα ατύχημα. Ο δάσκαλος ήθελε να προστατέψει τα παιδάκια. Θα σας αναφέρω ένα ευτράπελο του Δημοτικού. Το σχολείο μας ήτανε στην κορυφή στο χωριό. Στα 40-50 μέτρα κάτω απ’ το σχολείο ήταν το κεφαλόβρυσο. Κεφαλόβρυσο είναι, απ’ το βουνό μαζεύεται όλο το νερό και είχαν φτιάξει βρύσες με χιλιάδες κυβικά την ημέρα να πηγαίνει χαμένο, για να ποτίζει τα περιβόλια, 3-4 χιλιόμετρα παρακάτω. Αλλά αυτό, το κεφαλόβρυσο, ήτανε κάτω απ’ το σχολείο. Και εκεί που χυνόταν το νερό ήταν ένα μακρόστενο, γουρνί το λέγαμε, με ξύλα, πολύ μεγάλους κορμούς δέντρων, που είχανε σκάψει, για να πίνουν τα ζώα νερό. Και μια φορά το τρίμηνο μας κατέβαζε ο δάσκαλος εκεί με κεραμίδι στο χέρι, να πλένουμε τα πόδια μας. Και ναι. Θα σου πω και πώς λουζόμαστε. Για μπάνιο δεν το συζητάμε. Τι θα πει μπάνιο; Κρύο, Κατ’ αρχήν. Λοιπόν, και το γουρνί αυτό θόλωνε απ’ τη βρώμα, απ’ τα παιδάκια. Και γιατί, τι κόλπο έβρισκε ο δάσκαλος; Κάθε Παρασκευή βράδυ, απόγευμα γινόταν αυτό, γιατί το Σαββάτο το πρωί θα ερχόταν ο επιθεωρητής. Δεν είχε έρθει ποτέ επιθεωρητής.
Η απειλή.
Η απειλή.
Ναι, ναι.
Για να πλύνουμε τα πόδια μας. Τώρα όσον αφορά την καθαριότητα, την παιδική, τη θυμάμαι και γελάω, τη διηγούμαι στα παιδιά μου, στα εγγόνια μου. Μας έλουζε, οι μανάδες μας μας λούζανε με αλισίβα. Τι είναι η αλισίβα; Είναι ζεστό νερό στο καζάνι και ρίχνουν μέσα στάχτη. Η στάχτη είναι το καλύτερο προϊόν για λούσιμο. Δεν υπάρχει καλύτερο, ούτε σαμπουάν, ούτε τίποτα. Κάνει τα μαλλιά πολύ απαλά, δεν βγαίνει, δεν κολλάει ψείρα για πολύ μεγάλο διάστημα και τα μαλλιά δεν φθείρονται, δεν πέφτουν με την αλισίβα. Οπότε μια φορά στο μήνα; Στον ενάμιση μήνα; Μας λούζανε οι μανάδες μας, αλλάζαμε ρούχα. Θα σου πω κάτι να γελάσετε. Πρέπει να ’τανε –εγώ γεννήθηκα το ’52– το ’58, το ’59, το ’60 λανσάραμε τη βερμούδα στο χωριό μου. Πώς λανσάραμε τη βερμούδα, όμως; Φοράγαμε… Τότε μας παίρνανε ένα ύφασμα, ήταν το λεγόμενο ντρίλι, ένα ύφασμα της πλάκας. Το φοράγαμε και με παντελόνι, με τιράντες. Βέβαια, τις τιράντες και τις δυο σπάνια τις έβρισκες σε αγόρι, γιατί πάντα η μία ήταν κομμένη και τη δέναμε στην άλλη, για να μην πέφτει το παντελόνι. Αυτό, λοιπόν, ήταν μακρύ το παντελόνι. Μετά από τρία-τέσσερα πλυσίματα μάζευε κι έφτανε μέχρι το γόνατο. Περιττό δε να σου πω ότι όλα αυτά τα χρόνια τα παπούτσια, που φοράγαμε, όλα αυτά τα χρόνια ήτανε γαλότσες. Τη γαλότσα τη βγάζαμε 31 Αυγούστου και τη φοράγαμε 1η Σεπτεμβρίου. Αυτά ήταν τα παπούτσια μας. Η γαλότσα για το νερό, για τις λάσπες, για τα χιόνια. Προστατευτικό.
Για τη ζέστη, όμως; Για τη ζέστη;
Δεν υπήρχε ζέστη στο χωριό.
Ούτε το καλοκαίρι;
Τίποτα.
Ξυπολυσιά;
Τίποτα, όχι ξυπολυσιά. Πώς να πατήσεις ξυπόλυτος; Όλο αγκάθια. Δεν ζεσταινόμαστε, δεν είχε ζέστη το χωριό. Σου λέω τώρα 1.000 μέτρα υψόμετρο.
Πότε νιώσατε για πρώτη φορά ζέστη στη ζωή σας;
Ζέστη στη ζωή μου ένιωσα, όταν ήρθα στην Αθήνα. 1967. Τότε ένιωσα ζέστη, γιατί… Όχι, ψέματα, ψέματα. Ζέστη ένιωσα, όταν πήγα απ’ το χωριό στο Γυμνάσιο, στην Άμφισσα. Η Άμφισσα είναι ένας τόπος λίγο ανώμαλος, θα χαρακτήριζα, καιρικά. Το χειμώνα είχε πάρα, πάρα πολύ τσουχτερό κρύο. Στον Παρνασσό επάνω, στο χωριό μου, δεν είχαμε τσουχτερό κρύο, είχαμε κρύο. Στην Άμφισσα κρύωνα, στο χωριό μου δεν κρύωνα. Στο χιόνι δεν κρύωνα, στην Άμφισσα κρύωνα. Όπως και στο χωριό μου, δεν ζεσταινόμουνα. Στην Άμφισσα ζεστάθηκα, εκεί κατάλαβα τη ζέστη. Γιατί είναι και γούβα, δεν έχει πού να εξατμιστεί η υγρασία, γιατί ζέστη σημαίνει υγρασία. Κι έτσι τότε κατάλαβα και τότε, βέβαια, μύρισα, όταν πήγα την Πρώτη Γυμνασίου, μετά τις διακοπές του Πάσχα, στην Άμφισσα, μου ’κανε φοβερή εντύπωση το άρωμα από τις λεμονιές. Τις ανθισμένες λεμονιές, που είχε η Άμφισσα, λεμονιές, νεραντζιές, πορτοκαλιές. Απίστευτο άρωμα! Ακόμα το ’χω στα ρουθούνια μου! Ναι, δεν το αλλάζω. Μετά πήγα στο Γυμνάσιο, την πρώτη χρονιά ήμουνα πάρα πολύ καλός μαθητής, γιατί διάβαζα. Γυμνάσιο για μένα σήμαινε ότι μου ’χαν νοικιάσει οι γονείς μου ένα δωματιάκι, 10 τετραγωνικών; 12; Στην καλύτερη περίπτωση, 15 πρέπει να ’τανε; Έμενα μόνος μου, ήμουνα εργένης, δηλαδή. Μόνος μου μαγείρευα, μόνος μου κοιμόμουνα, μόνος μου ξύπναγα, μόνος μου διάβαζα. Όλα μόνος μου. Εργένης. 12 χρονών. Πολλά παιδιά, δεν ήμουν μόνο εγώ. Όλα τα παιδιά απ’ τα χωριά αυτή τη συμπεριφορά είχαμε. Αυτή τη ζωή κάναμε.
Άρα, υπήρχε κοινότητα στην εμπειρία; Αισθανόσασταν κοινότητα, παρέα, με τα υπόλοιπα παιδιά που βίωναν το ίδιο;
Ναι, αυτό είναι, γιατί δεν υπήρχε, αυτό που είπα στην αρχή. Δεν υπήρχε ζήλεια, δεν υπήρχε κάτι άλλο. Θα σου πω τι ζήλεψα, μετά πώς δημιουργήθηκε το αίσθημα της ζήλειας σε εμένα. Επειδή είχα κατέβει απ’ το χωριό κι εγώ στο χωριό δεν περπάταγα ποτέ, μόνο έτρεχα. Ο γυμναστής στο Γυμνάσιο μου λέει: «Έλα δω, ρε βλάχο». Του λέω: «Τι θέλετε, κύριε;». «Θα αρχίσεις να κάνεις αγώνες», «Ποιοι αγώνες;», «Θα τρέχεις και θα πας και στο ποδόσφαιρο». Μ’ άρεσε. Μ’ άρεσε, γιατί ξεχώριζα απ’ το σύνολο. Ήθελα πάντα να ξεχωρίζω, δεν ήθελα να κάνω ό,τι κάνουν οι πολλοί. Ήθελα να κάνω ό,τι κάνουν οι λίγοι. Ήτανε η φύση του χαρακτήρα μου αυτό. Ξέρω γω, την κληρονόμησα απ’ τον πατέρα μου;
Ο μόνος ξανθός στο χωριό.
Ο μόνος ξανθός στο χωριό!
Γι’ αυτό!
Δεν υπήρχε άλλο ξανθό παιδί στο χωριό. Λοιπόν, άρχισα να αγωνίζομαι πρώτα στον στίβο, με πολύ καλά αποτελέσματα, αφού ήμουνα και πεινασμένο παιδί. Τι να ’κανα; Όσο άντεχα, αλλά όσο άντεχα ήμουνα πολύ καλός. Την επόμενη χρονιά, στη Δευτέρα Γυμνασίου, με πήρανε στην ομάδα [00:20:00]της Άμφισσας. 13 χρονών. Προπονιόμουνα με τους μεγάλους και μόλις έγινα 14 χρονών και πήγαμε στην, για την Τρίτη Γυμνασίου, με βάλαν κι έπαιξα με την πρώτη ομάδα. Οι εμπειρίες απίστευτες και η πρώτη-πρώτη εμπειρία το ότι έφαγα γλυκό. Πώς το ’φαγα το γλυκό; Πάμε να παίξουμε στη Λαμία, Κυριακή μεσημέρι. Φάγαμε ψητό κοτόπουλο, με πατάτες στο φούρνο και μετά μας φέρανε και από ένα μικρό κομματάκι, το περίφημο γλυκό κοπενχάι, μία μορφή μπακλαβά. Αν το θυμάμαι καλά. Ήταν η πρώτη φορά που έφαγα γλυκό, γιατί δεν είχα λεφτά να πάρω γλυκό. Πέρναγα απ’ το ζαχαροπλαστείο απ’ έξω κι έλεγα: «Πω, πω, σοκολατίνα!». Οι σοκολατίνες τότε ήτανε στο φόρτε τους. «Πω, πω, να ’τρωγα μία σοκολατίνα!», μου πέρναγε, έφευγα. Τότε, με την ανάμειξή μου με το ποδόσφαιρο, έγινα και μαγκάκι. Τα παιδιά στο σχολείο με προσέχανε, τα κορίτσια, οι κοπελιές, μ’ άλλο ενδιαφέρον, με άλλη ματιά από τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού μου και αυτό μ’ έκανε και μαγκάκι. Αλλά, έχει κι ένα κόστος αυτό. Επειδή κι εγώ θεωρούσα ότι ήμουνα μαγκάκι, ψευδώς, τσακώνομαι με έναν, που πήγαινε στην Εβδόμη Γυμνασίου, και τονε έδειρα. Κι αυτό μ’ έκανε να θεωρήσω ότι είμαι και δυνατός. Δεν πέρασε καν ένας μήνας και μαλώνω με έναν της Ογδόης Γυμνασίου και μ’ έσπασε στο ξύλο. Έφαγα πολύ ξύλο! Το λέω αυτό, για να καταλάβει ο κόσμος ότι λειτουργούνε πολλά συναισθήματα στα παιδιά, που δεν έχουνε οικογενειακή βάση, δεν έχουνε συγγενικό περιβάλλον γύρω τους, κάπου ν’ απευθυνθείς, κάπου, κάτι, και όταν ήμουνα στη Δευτέρα Γυμνασίου, θα σου πω και κάτι, ζήτησα απ’ τον πατέρα μου, που είχε έρθει μια φορά απ’ τα γίδια στην Άμφισσα για ένα δικαστήριο δασικό, είχανε πάει τα γίδια σε ένα δασικό κομμάτι να βοσκήσουνε, και λέω: «Ρε πατέρα, δώσ’ μου μια δραχμή να πάω σινεμά», μου λέει: «Παιδί μου, δεν έχω, αλλά θα σου πω το κόλπο». «Ποιο κόλπο;» «Θα πας απ’ έξω», μου λέει, «και θα δεις τις φωτογραφίες. Ό,τι ήταν οι φωτογραφίες απ’ έξω, είναι και μέσα». Αλλά εμένα μ’ έκαιγε, ήθελα να δω σινεμά. Στο χειμώνα, λοιπόν, της Δευτέρας Γυμνασίου ήρθε ένα θέατρο στην Άμφισσα. Απ’ τα θέατρα, τα περιοδεύοντα.
Τα νομαδικά.
Κι αυτό το θέατρο στο cast των ηθοποιών είχε κι έναν νάνο. Νάνος; Να δω τον νάνο! Πώς θα τόνε δω, όμως, το νάνο; Πήγα και παρακάλεσα αυτόν που είχε το κυλικείο στο θέατρο, στο σινεμά, να μου δώσει μία τάβλα με προϊόντα να πάω στην ακρόαση να πουλάω, για να δω τον νάνο, να δω τι είν’ το θέατρο! Κι έτσι πήρα την πρώτη μου γεύση από θέατρο, το οποίο με μάγευσε, με…
Τι ήτανε το θέατρο για σας, λοιπόν;
Μια κωμωδία. Η ποιότητα της κωμωδίας και το θέμα του δεν το θυμάμαι. Αλλά μ’ άρεσαν τα φανταχτερά ρούχα, μ’ άρεσαν το πώς, μου ’κανε εντύπωση το πώς αγκαλιάζονταν οι ηθοποιοί. «Πω, πω, ντροπή!» Κι όλα αυτά τα συναισθήματα ενός χωριατόπαιδου που δεν είχε άλλες εικόνες. Δεν είχε δει ποτέ άντρα με γυναίκα να φιλιούνται. Επειδή ήμουνα και διαολάκι, τότε στο σχολείο μας μοιράζανε, τ’ αγόρια, στο διάλειμμα τ’ αγόρια απ’ τη μια μεριά, τα κορίτσια απ’ την άλλη, δεν κάναμε μαζί διάλειμμα, απαγορευότανε, και στη μέση ήταν οι καθηγητές.
Περιπολία.
Περιπολία! Τότε επειδή εγώ είχα σχέση τότε με τη μπάλα, είχαμε έναν συμπαίχτη, ο οποίος πήγαινε στην Ογδόη, τον Γιάννη, ο οποίος ήτανε ερωτευμένος με τη Λεμονιά. Αλλά πώς ν’ ανταλλάξουνε ραβασάκια; Δεν υπήρχε τρόπος. Ο Γιάννης σκέφτηκε εμένα. Μου λέει: «Εσύ είσαι μικρός, θα πηγαίνεις ζιγκ-ζαγκ, θα δίνεις το ραβασάκι και θα φεύγεις».
Κι έτσι γινότανε η συνεννόηση του Γιάννη με της Λεμονιάς. Ναι, μ’ έκανε έτσι μεγάλη εντύπωση, γιατί γέλαγα.
Τα ραβασάκια τι έλεγαν τότε; «Σ’ αγαπάω» και τέτοια;
Ναι, τέτοια. Μη φανταστείς. Πολύ κλειστά κλισέ, τι να πεις;
Τα βασικά.
Τα βασικά, εξαρτάται τώρα τι εννοούμε βασικό. Βασικό του σήμερα με το εκείνο ήτανε μακριά το ένα με τ’ άλλο. Ήθελα να ’χω και την εύνοια του μεγαλύτερου στην ομάδα, γιατί κι εκεί τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, ήταν δύσκολα. Κάποιον να ’χω, ν’ ακουμπάω. Μ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, είχα τον Γιάννη. Στη Δευτέρα και στην Τρίτη Τάξη έπαψα να είμαι καλός μαθητής, δεν διάβαζα, γιατί γύρω-γύρω παιδιά από άλλα χωριά, παιδιά από την Άμφισσα, μπάλα στις πλατείες και μπούρου, μπούρου, μπούρου, χανόταν ο χρόνος. Γύριζα πτώμα, είχα και το καλό φαγητό; Πείνα. Δεν ήμουνα καλός μαθητής. Και ντρεπόμουνα που δεν ήμουνα καλός μαθητής, έχασα τα ηνία που είχα απ’ το χωριό κι απ’ την Πρώτη Τάξη. Δεν μου άρεσε το κλίμα, αλλά απ’ την άλλη μεριά δεν είχα κάποιον να του μιλήσω, να με δει, να με παρατηρήσει. Εργένης. Το ότι δεν έμπλεξα με κλοπές, το ότι δεν έμπλεξα με μηχανάκια, που ήταν τότε απαγορευτικά, το ότι δεν έμπλεξα με ναρκωτικά, γιατί και τότε υπήρχαν ναρκωτικά.
Τι είδους;
Ό,τι υπάρχει σήμερα. Όλα, όλα. Το ότι δεν έγινα παιδί που μπορούν να του κάνουνε bullying –και τότε υπήρχε το bullying πάρα πολύ, πολύ–. Όλα αυτά, γιατί αναμείχθηκα με τον αθλητισμό, με το ποδόσφαιρο, κοινωνικοποιήθηκα γρήγορα, ήμουνα και, ας χαρακτηρίσω, εύστροφο μυαλό, δηλαδή δεν κόλλαγα, ήμουνα αναιδής, δεν μπορούσε ο άλλος να μου πει, του απάνταγα αμέσως. Αυτά ήταν θετικά του χαρακτήρα, που με βοηθήσαν κι αργότερα σε διάφορες άλλες καταστάσεις. Θα σου πω κάτι να γελάσεις. Όταν ήμασταν στο Γυμνάσιο, φοράγαμε καπέλο. Μπροστά στο καπέλο υπήρχε μία κουκουβάγια. Η θέα της Σοφίας. Τα παιδιά της Εβδόμης και της Ογδόης είχανε μεγάλα κεφάλια, το καπέλο το ’χαν πάρει απ’ την Πρώτη Γυμνασίου, τα μικρά το βάζαν στην κωλότσεπη. Δεν τους πολύ μαλώνανε στο σχολείο οι καθηγητές. Εμάς, τ’ άλλα παιδάκια, άμα κυκλοφορούσαμε, γιατί η κυκλοφορία τότε ήταν μέχρι τις 19:00 η ώρα το βράδυ–
Μετά τι;
Σπίτι. Ναι, απαγορευόταν. Δύο μέρες αποβολή είχες αν σ’ έπιαναν ο καθηγητής μετά τις 19:00 η ώρα έξω απ’ το σπίτι. Έπαυε η ζωή, τέλος. Αυτό που ήταν τραγικό για μένα και το κουβαλάω μέχρι σήμερα και είναι ένα απ’ τα αρνητικά που μ’ έχουνε κάνει κακό: υπήρχε τότε ένα ποδηλατάδικο, ο «Μπαρμπα-Μιχάλης», ο οποίος είχε δέκα ποδήλατα και τα νοίκιαζε μία δραχμή την ώρα. Τα παιδιά στην Άμφισσα είχαν ποδήλατα δικά τους, γιατί ήτανε επίπεδη η Άμφισσα, κάνανε ποδήλατο. Τα χωριατόπαιδα έπρεπε να παν να νοικιάσουν ποδήλατα στον Μπαρμπα-Μιχάλη, για να κάνουνε ποδήλατο. Είχε έρθει τότε ο ένας Γυμνασιάρχης, ο οποίος μας είχε πει ότι όποιος, χωριατόπαιδο, συλληφθεί να κάνει ποδήλατο, είχε τρεις μέρες αποβολή, γιατί; Γιατί πού βρήκε τη δραχμή να πα να νοικιάσει το ποδήλατο. Μία δραχμή. Πού τη βρήκε ένα παιδί απ’ το χωριό; Άρα, κάτι έκλεψε, κάτι έκανε, κάτι, κάτι. Κι ήταν κι ο λόγος που δεν έμαθα ούτε ποδήλατο, ούτε μοτοσικλέτα, γιατί μετά ήρθα στην Αθήνα, λιγοστέψανε οι πιθανότητες να έχω ποδήλατο και μοτοσικλέτα.
Όμως, εφόσον υπήρχε η δυνατότητα ενοικίασης ποδηλάτου με μία δραχμή για τα παιδιά του χωριού–
Ναι, απαγορευόταν, όμως!
Πώς απαγορευόταν;
Πού βρήκες τη δραχμή;
Δεν χάνει, όμως, έτσι και τον σκοπό της η ενοικίαση;[00:30:00]
Αυτό ήταν επιχειρηματικό, του παππού εκεί, το ποδήλατο. Κάποιος ήθελε να πάει από δω, από κει, βαριότανε, έπαιρνε το ποδήλατο, έδινε ένα πενηνταράκι και πήγαινε μισή ώρα. Αλλά για τα παιδιά, πού βρήκε τη δραχμή; Κάτι έκανε, κάτι κακό έκανε. Γιατί για τη δραχμή, για τα χωριατόπαιδα ήτανε τεράστιο ποσό–
Και αυτό ήτανε, ήτανε, ας πούμε, άτυπος νόμος της κοινωνίας στην Άμφισσα;
Ήτανε η, ήτανε σχολική διαταγή. Απαγορευόταν τα χωριατόπαιδα να κάνουν ποδήλατο.
Ήτανε απόφαση του σχολείου, δηλαδή.
Του σχολείου, του Γυμνασιάρχη. Έτσι και μάλλον, μπορεί να ’χαν και ένα μέρος δίκιο. Δεν υπήρχε δραχμή. Ήταν πολύ μεγάλο ποσό 1 δραχμή. Φαντάσου, θα σου πω κάτι τώρα να γελάσεις. Όταν γνώρισα το άσπρο ψωμί, ε; Είχα, δεν, μου είχε δώσει η μάνα μου ένα πενηνταράκι, 50 λεπτά και πήγα και αγόρασα μία γωνία άσπρο ψωμί κι απ’ το ’να χέρι κράταγα το άσπρο ψωμί κι απ’ τ’ άλλο χέρι κράταγα το καρβελίσιο το ψωμί και τα ’τρωγα ταυτόχρονα. Φαντάσου! Άσπρο ψωμί; Με όσα προηγούμενα έτρωγα στο χωριό, τι είναι το άσπρο ψωμί; Αυτό το ‘λεγα και στα παιδιά μου και γελάγανε. «Μα, ρε μπαμπά». Έτσι, δυστυχώς, άσπρο ψωμί με μαύρο.
Απ’ όλα.
Ναι. Για κουλούρι ούτε λόγος. Καμιά φορά, καμιά Κυριακή, αν πηγαίναμε στο χωριό και γινόντανε βαφτίσια και τα ρίχνανε, ρίχνανε τα πενηνταράκια στη ρεμούλα.
Τι είναι η ρεμούλα;
Όταν βαφτίζανε στο χωριό ένα παιδάκι, ο πατέρας του παιδιού δεν πήγαινε στην εκκλησία, καθότανε στο σπίτι. Και τα παιδάκια ήτανε ο ταχυδρόμος, που πηγαίνανε και λέγανε στον πατέρα πώς βαφτίστηκε το παιδί του. Κι αυτός, λοιπόν, έριχνε κέρματα ρεμούλα. Έτσι ήταν, η κίνηση αυτή, τη λέγαμε ρεμούλα. Τα έριχνε στον αέρα, δηλαδή. Πέφταν κάτω, γινόταν σκοτωμός, χαμός. Ναι. Απ’ αυτό, καμιά δεκαριά βαφτίσεις μάζευα 1,5 δραχμή, 2 δραχμές και τι έκανα; Τότε ήταν κάποιες σοκολατίτσες ΙΟΝ μικρές, που είχαν ένα πενηνταράκι. Και μία σοκολατίτσα μικρή, πόσο να σου πω τώρα; Ξέρεις πόσο; Τόση! Την έτρωγα μία βδομάδα. Κομματάκι, κομματάκι.
Το γλυκό!
Το γλυκό. Αυτά όλα ήταν κομμάτια που όταν τ’ αναπολώ, με γεμίζουνε ένα συναίσθημα ομορφιάς, ένα συναίσθημα χαράς, προβληματισμών. Αυτό που με είχε πειράξει, όταν ήμουνα στη Δευτέρα Γυμνασίου, που κατάλαβα τι σημαίνει εκπαίδευση, ήταν το ότι πόσο κατευθυνόμενη ήταν η εκπαίδευση και τότε. Δεν μπορούσαν όλα τα παιδιά να σπουδάσουν. Με τι προσόντα; Και καλός μαθητής να ήτανε και άριστος μαθητής να ήτανε, δύσκολα να σπούδαζε. Μία απ’ αυτές τις περιπτώσεις ήμουνα κι εγώ. Όταν, λοιπόν, το καλοκαίρι που έγινα 15 χρονών, λέω: «Τι κάνω τώρα;». Είχα καταλάβει ότι είχα χάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος απ’ την ικανότητά μου να διαβάζω λόγω του περιβάλλοντος. Λέω: «εγώ θα φύγω από την Άμφισσα και θα πάω στην Αθήνα».
Πώς;
Είχ’ ακούσει για διάφορα σχολεία στην Αθήνα. Εμένα, από μικρό, μου άρεσε η δημιουργικότητα. Να δημιουργώ, να φτιάχνω, ν’ ασχολούμαι. Και είχα ακούσει ότι ένα τέτοιο σχολείο, πολύ μεγάλο σχολείο, το μεγαλύτερο τότε, ένα απ’ τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη και πρώτο στα Βαλκάνια ήτανε η Σιβιτανίδειος Σχολή. Και λέω: «Θα πάω εκεί». Έμαθα ότι είχε οικοτροφείο, πόσο πλήρωνες το οικοτροφείο τον μήνα κι έμενες μέσα. Εσώκλειστος. Φαγητό, σχολείο, διάβασμα. Τότε, λοιπόν, λέω στον πατέρα μου: «Θα πάω στην Αθήνα». Μου λέει: «Δεν θα πας πουθενά». Λέω: «Θα πάω στην Αθήνα κι άμα δε μου δώσεις λεφτά, θα δουλεύω τα βράδια και θα πληρώνω το οικοτροφείο». Μοναχοπαίδι εγώ. Να μη σ’ τα πολυλογώ, του άρεσε του πατέρα μου, υπέκυψε σ’ αυτής της μορφής του εκβιασμού, είχε τα αδέρφια του εδώ, η μάνα μου είχε τον αδερφό της εδώ, ανακριτής στο επάγγελμα. Τέλος πάντων, ήρθα στην Αθήνα, έδωσα εξετάσεις, για να μπω στη Σιβιτανίδειο, έκθεση και μαθηματικά και μπήκα τρίτος στη σειρά.
Αστέρι!
Ναι! Μπήκα, λοιπόν, στο οικοτροφείο. Τότε πλήρωνε ο πατέρας μου –αν θυμάμαι καλά– 450 δραχμές τον μήνα, φαγητό και ύπνο. Πλύσιμο; Έκανα πρώτη φορά στη ζωή μου ντους. Ψέματα, έκανα ντους στα αποδυτήρια, που παίζαμε μπάλα, αλλά σαν φυσιολογική δραστηριότητα σ’ ένα παιδί, να πλυθεί–
Καθημερινή, ας πούμε.
Το ’κανα στο οικοτροφείο. Όχι καθημερινά, τρεις φορές τη βδομάδα. Ναι. Μάλλον, την πρώτη χρονιά ήτανε μόνο Σάββατα και μετά έγινε τρεις φορές τη βδομάδα. Κάθισα τρεις χρόνια στο οικοτροφείο. Εκεί, λοιπόν, την πρώτη χρονιά ξαναεπανήλθε πάλι η ικανότητά μου να είμαι καλός μαθητής. Αφού ήμουν μέσα στο οικοτροφείο, κλειστός, πέταγα. Γράψαμε μία έκθεση. Εγώ έχω κι ένα από τότε, μία αγάπη για τη γελοιογραφία, η γελοιογραφία είναι η ζωή μου.
Αλήθεια;
Υπήρχε ένα περιοδικό τότε, το «Ρομάντσο», που στην τελευταία του σελίδα ήταν τέσσερις γελοιογραφίες: Ήτανε ο χοντρός, η χοντρή και ο αδύνατος, ήταν το κόμμα των βαρελοφρόνων και ήταν και κάνα-δυο με γυναικείες μόδες, κάποιες χοντρές ντυνόντουσαν, κάποιες ψηλές έρχονταν, τέτοια η διαφήμιση. Αλλά η χοντρή με τον –πώς τον λέγανε, δε θυμάμαι τώρα–, τον, ο Μίμης; Ήταν μία πολύ χοντρή σύζυγος και εκείνος, ο καημένος, ήτανε αδυνατούλης και είχανε διαλόγους σήμερα τηλεοπτικούς.
Θυμάστε κανέναν; Έτσι, ενδεικτικά.
Αλλά είχε, όμως, και στην κάτω δεξιά γωνία, είχε το κόμμα των βαρελοφρόνων. Ήτανε οι άνθρωποι, ‘πίναν κρασί. Υποτίθεται ότι, λοιπόν, είχαν κάνει ένα κόμμα.
Ναι.
Και βγάζαν διάφορα πράγματα. Απ’ αυτό, εγώ, λοιπόν, μετά τις Απόκριες το διάβαζα πάρα πολύ, τελευταία σελίδα ήταν η ζωή μου, γιατί είχε και γελοιογραφίες, δεν μ’ ενδιαφέραν τ’ άλλα, δεν είχαν λόγο για μένα. Μας έβαλε ο καθηγητής, ο οποίος ήταν και καθηγητής στη Φιλοσοφική σχολή, ονόματι Παπαδέας, μία έκθεση. Απόκριες. Τα φτωχά παιδιά και τα μειωμένης ικανότητας. Και γράφω, λοιπόν, μία έκθεση για τους βαρελόφρονες. Επίκαιρο για τις Απόκριες. Δύο σελίδες και πήρε το γραπτό μου, το πήγε στη Φιλοσοφική Σχολή, με πήρε κι εμένα και το διάβασα.
Τι έλεγε αυτή η έκθεση;
Έλεγε ότι είχα έναν θείο, ο οποίος έπινε κρασί, έλεγε ευτράπελα, κλείδωνε τη θεια έξω απ’ το σπίτι, όταν μεθούσε, δεν έβρισκε την κλειδαρότρυπα να βάλει το κλειδί ν’ ανοίξει, γιατί ήτανε σουρωμένος, αυτά. Ό,τι μου ’κανε εντύπωση από τα πολλά, απ’ τις πολλές εικόνες, απ’ τη γελοιογραφία αυτή, τα ‘φτιαχνα με δικά μου λόγια. Αλλά το θέμα, όμως, ήτανε οι βαρελόφρονες. Και με εξετίμησε ο καθηγητής και είπε: «Πώς ένα χωριατόπαιδο μπόρεσε να γράψει ένα θέμα, το οποίο δεν το ζούσε στο χωριό του, δεν είχε εικόνες, αλλά επειδή του άρεσε η γελοιογραφία». Η γελοιογραφία και σήμερα με μαγεύει, γιατί είναι το αντικείμενο, που χωρίς να λέει πολλά, δείχνει πάρα πολλά.
Σας αρέσει μόνο να τη διαβάζετε ή και να τη σκαρφίζεστε εσείς;
Κάποιες φορές δοκίμασα να φτιάξω και δικές μου γελοιογραφίες – όχι στη ζωγραφική – στο κείμενο.
Στο κείμενο.
Έλειπε η ζωγραφική. Ναι, τα ’χω αφήσει… Μπορεί κάποιο απ’ τα εγγόνια μου να γίνει, ναι. Όταν ήρθα, λοιπόν, στη Σιβιτανίδειο, ο γυμναστής μας ήταν[00:40:00] και γυμναστής στον Πανιώνιο και με πήρε κι έπαιξα στον Πανιώνιο, στην εφηβική ομάδα του Πανιωνίου. Τελειώνοντας τη σχολή θα μπορούσα να γίνω απ’ τους βασικούς ποδοσφαιριστές του Πανιωνίου. Αλλά έπρεπε τότε να ’ρθει να υπογράψει ο πατέρας μου. Βέβαια, πρέπει να σου πω ότι μετά το δεύτερο χρόνο στη Σιβιτανίδειο, ο πατέρας μου με τη μάνα μου ήρθανε στην Αθήνα για δουλειά. Το εγκαταλείψανε το χωριό, πούλησε ο πατέρας μου γελάδια, πρόβατα, γίδια κι ήρθαν στην Αθήνα να με στηρίξουνε, το οποίο όχι μόνο δεν το ξεχνάω, όχι μόνο το ’χω στην κορφή στο κεφάλι μου, γιατί ήταν απ’ τους λίγους γονείς, που κάνανε αυτή την προσπάθεια. Αυτό για μένα ήτανε και είναι ιερή υποχρέωση να το αναγνωρίζω. Φτωχοί. Φτώχια. Αλλά εγώ ήμουν στο οικοτροφείο. Εκεί, σταθερή αξία. Έπαιζα, λοιπόν, μπάλα στον Πανιώνιο και προείπα ότι ο αδερφός της μάνας μου ήταν ανακριτής, έπρεπε ή να υπογράψω συμβόλαιο στη μεγάλη ομάδα του Πανιωνίου, θα ’παιρνα κι ένα χαρτζιλίκι, ή θα με δίνανε σε διάφορες ομάδες της Αθήνας ή και της επαρχίας, Αλλά λόγω του ότι ήμουνα μαθητής, λέει τότε ο αδερφός της μάνας μου: «Να μην πάτε να υπογράψετε, γιατί οι ποδοσφαιριστές είναι αλήτες». Κι ας ήξερε ότι υπήρχανε ποδοσφαιριστές φοιτητές στα πανεπιστήμια και απόφοιτοι πανεπιστημίων. Ελάχιστοι, αλλά υπήρχανε. Εγώ γιατί, δηλαδή, να είμαι απ’ αυτούς που θα γινόντουσαν αλήτες και όχι απ’ αυτούς που θα σπουδάζανε ταυτόχρονα; Ακόμα το ερώτημα αυτό με ταλανίζει. Δεν ήθελε, λοιπόν, να υπογράψουν ο πατέρας μου.
Εσείς θέλατε τότε συνειδητά; Εσείς θέλατε να υπογράψει;
Βέβαια! Μα, ήμουνα καλός, ταλεντάκι! Και με δώσανε σε μία γειτονική ομάδα της Αθήνας, τον Αθηναϊκό, στον οποίο έπαιξα πέντε χρόνια. Εκεί θα σας διηγηθώ ορισμένες ιστορίες, που θα σας κάνουν να γελάτε.
Θέλουμε, θέλουμε!
Μετά από την κατωτέρα τεχνική σχολή, έπρεπε να συνεχίσω να πάω στη σχολή εργοδηγών στη Σιβιτανίδειο. Ήτανε ό,τι καλύτερο για ένα νέο παιδί, που του αρέσει η δημιουργία, το «φτιάχνω». Έπρεπε, λοιπόν, να δώσω εξετάσεις από την κατωτέρα, για να πάω στην εργοδηγών, διάβασα κι έδωσα εξετάσεις και πέρασα μες στους δέκα πρώτους. Μεγάλη για μένα, έτσι, ιστορική, ιστορικής σημασίας απόφαση. Πάρα πολλά παιδιά, συμμαθητές μου, πήγανε στα εργοστάσια και δουλεύανε, εγώ ήθελα να σπουδάσω, ήθελα να εξελιχθώ. Τα καλοκαίρια, περιττό να σου πω, ότι δούλευα σε εργοστάσια. Όσο ήταν, δηλαδή. Δούλευα στα εργοστάσια με το χαρτζιλίκι. Φανταστείτε ότι το πρώτο μου ένσημο το έβαλα 15 χρονών. Όταν πήγα για να καταθέσω τα χαρτιά για τη σύνταξη, μετά, που βγήκα στη σύνταξη, μου λέει μία κοπέλα εκεί, στο Ι.Κ.Α., μου λέει: «Από πόσων χρονών δουλεύατε;», λέω: «Από παιδάκι», «Πω, πω», μου λέει. «Μιλάμε κι εμείς, σήμερα;», μου λέει, λέω: «Δεν ξέρω». Και σήμερα υπάρχουν μικρά παιδιά που δουλεύουνε. Τέλος πάντων. Όταν πήγα, λοιπόν, η εργοδηγών, η Σιβιτανίδειος, ήτανε απογευματινή, 15:00 με 22:00, 15:00 με 22:00. Κανένα Λύκειο τότε δε δούλευε εφτά ώρες, οχτώ μαθητικές, δηλαδή. Εμείς σχολάγαμε απ’ το εργοστάσιο και πηγαίναμε στο σχολείο. Θυμάμαι μου ’φτιαχνε η μάνα μου ένα κατσαρολάκι με φαγητό και το ’τρωγα μεταξύ εργοστασίου και σχολείου. Στον δρόμο. Τώρα το διάβασμα ήταν λίγο δύσκολο απ’ την άποψη του χρόνου, αλλά τα καταφέρναμε. Ναι. Διάβαζα. Δεν μπορώ να πω ότι όσο θα έπρεπε, αλλά διάβαζα τόσο, για να είμαι μέσα στους μεσαίους μαθητές. Τότε, βέβαια, δούλευα και σ’ ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε τα φερμουάρ, τα ZAMA, το μοναδικό εργοστάσιο στην Ευρώπη, τριακόσιοι εβδομήντα εργαζόμενοι. Εκεί ήμουνα σε ηλικία 18 χρονών. Δε μίλησα μέχρι τώρα για τα κοτσομπολίστικα θέματα.
Για πείτε.
Εκεί λόγω του ποδοσφαίρου, λόγω του ότι ήμουνα έτσι, έτσι, αλλιώς, αλλιώτικα, είχα πολλές κατακτήσεις. Πάρα πολλές κατακτήσεις. Αυτό μου έδινε και την αίσθηση ότι μετράω. Κάνω και κάτι, πολλά. Εκεί με πάρα πολλές κοπέλες απ’ το εργοστάσιο.
Πώς τα θυμάστε αυτά;
Ευχάριστα. Ναι, γιατί ήτανε–
Έτσι, παιχνιδιάρικα;
Ναι!
Ναι.
Θέλω να σου πω ώρα μια δυσαναλογία. Είχε πάρα πολλές ανύπαντρες κοπέλες. Έλα που, όμως, εμένα η σχέση μου, με τις περισσότερες κοπέλες που έκανα σχέση ήταν παντρεμένες.
Ωπ.
Ωπ. Γινότανε θέμα, το οποίο έχει ερμηνεία και για παρακάτω. Πρέπει να σου πω ότι τα τρία χρόνια που δούλεψα εκεί και σε άλλα εργοστάσια και σ’ τα… θα σου πω, τώρα υπάρχουν τα Jumbo, που πουλάνε παιχνίδια. Τότε υπήρχε το εργοστάσιο που στήθηκε το Jumbo. Τα παιδικά παιχνίδια Fino, εγώ δούλευα στα καλούπια στο μηχανολογικό κομμάτι. Ήταν τα, κάτι κουκλάκια τότε, που τα κουρδίζαμε και κουνάγαν τα χέρια, πόδια, περπατάγανε. Πρωτοφανή τώρα, ας πούμε, για το ’70. Ήταν πολύ μεγάλο εργοστάσιο, διακόσια άτομα πρέπει να δουλεύαν τότε στο εργοστάσιο αυτό.
Υπήρχε κοινωνική επαφή μες στο εργοστάσιο;
Ναι! Υπήρχε, υπήρχε, αλλά ένας μικρόκοσμος. Δηλαδή, υπήρχανε κάποιοι που νομίζανε ότι όλος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από αυτούς. Και κάποιοι και κάποιες. Αλλά η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική, ζούσαμε στο ίδιο καζάνι, δεν υπήρχε διαφορά. Τώρα αν έπαιρνε και κάνα δεκάρικο παραπάνω, λόγω του ότι ήταν μεγαλύτερος, πιο έμπειρος, νόμιζε ότι έχει όλη την Ελλάδα στα χέρια του. Συμβαίναν αυτά κι ακόμα συμβαίνουνε. Στις κλειστές επαγγελματικές κοινωνίες συμβαίνει αυτό. Σαν να γινόντουσαν και χειρότερα, τότε ήταν και η καρδιά της Χούντας. Υπήρχαν και άλλα δύσκολα πράγματα, δεν μπορούσες να αναπτύξεις πρωτοβουλίες πέρα από το πολύ σκληρό νομικό καθεστώς. Υπήρχε μία μορφή δοσιλογισμού, ο ένας κάρφωνε τον άλλον, για να έχει καλύτερη εύνοια απ’ τ’ αφεντικό, την αστυνομία. Εκεί κατάλαβα πώς δινόντουσαν οι άδειες στους μικροπωλητές, πώς δινόντουσαν οι άδειες στην Αθηνάς, σ’ εκείνους που πουλάγανε κέρματα, χρυσαφικά και τέτοια, όλοι αυτοί ήτανε, στα περίπτερα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήτανε καρφιά της αστυνομίας. Για να μαζεύει πληροφορίες η αστυνομία για διάφορους. Μου είχε κάνει εντύπωση την εποχή εκείνη. Μετά δημιουργήθηκε μία, σε μένα, μια δυνατότητα στο επόμενο εργοστάσιο που θα πήγαινα, να απαιτούσα μεγαλύτερο μεροκάματο, γιατί ήξερα πάρα πολλά πράγματα, και σαν φοιτητής αλλά και σαν εργαζόμενος. Κι είχα πετύχει να πάρω κάπου 15-17 δραχμές αύξηση απ’ την προηγούμενη δουλειά, την ημέρα. Μεγάλη υπόθεση! Αυτό μου ’δινε τη δυνατότητα, τα προηγούμενα χρόνια, που ’μουνα στη μικρή σχολή της Σιβιτανιδείου, δεν είχα τη δυνατότητα να πάω ούτε κινηματογράφο. Αναγκαζόμουν να δουλεύω τα καλοκαίρια και πηγαίναμε τότε στα θερινά, τα σινεμά, που είχε 2 δραχμές το εισιτήριο, αν είχε 2 δραχμές, έπρεπε να πάρουμε 3 δραχμές μαζί μας, 2 για το σινεμά και 1 δραχμή για το σουβλάκι, τον γύρο. Πίτα γύρο. 1 δραχμή είχε τότε, μία, 1,20 κι έτσι πέρναγε την Κυριακή τ’ απόγευμα κομπλέ, ευχαριστημένα, γιατί δεν είχες τη δυνατότητα να πας άλλη μέρα.
Τι ταινίες φέρνανε τότε στα σινεμά; Τι ταινίες φέρνανε στα σινεμά;
Φέρνανε κωμωδίες, Louis de Funès, Σαρλό, Χοντρό-Λιγνό, πού και πού φέρνανε και κανένα έτσι, πάρα πολλές ελληνικές ταινίες. Οι περισσότερες μελό[00:50:00] και κωμωδίες. Αλλά αυτά τα βλέπαμε, δεν μπορούσαμε να πάμε να τα δούμε στις κλειστές αίθουσες, γιατί, με τι λεφτά; Οπότε αναγκαζόμαστε να πηγαίνουμε το καλοκαίρι κι αν δεν είχαμε λεφτά, επειδή ήταν ανοιχτοί οι κινηματογράφοι, απ’ τους φράχτες. Κι απ’ τα δέντρα.
Έτσι, το αντάρτικο.
Ναι. Είχε κι αυτό την πολύ γλυκιά του έτσι, διαδικασία. Πολύ καλό! Κάποια στιγμή, μου λένε απ’ την ομάδα που ήμουνα: «Σε θέλει μία ομάδα Α΄ Εθνικής Κατηγορίας, θες να πας;», λέω: «Το συζητάτε; Θέλω να πάω». Τότε γενικός αρχηγός στην ομάδα μας, στον Αθηναϊκό ήτανε ο τραγουδιστής, ο Στράτος, ο Διονυσίου. Πολλά θα ’θελα να πω γι’ αυτό τον άνθρωπο, αλλά δεν λέω, γιατί είναι πλέον μακαρίτης. Δεν μ’ αρέσει να μιλάω για… Και θετικά και αρνητικά. Τότε, λοιπόν, τα λεφτά που ζητάγανε αυτοί για μένα, απ’ την ομάδα της Α΄ Εθνικής, ήτανε πάρα πολλά. Με είχανε ή υπερεκτιμήσει ή δεν θέλανε να με πουλήσουν. Ένα απ’ τα δυο συνέβαινε. Τελικά δεν πήγα στην ομάδα και, αφού γύρισε το καλοκαίρι που γινόντουσαν μεταγραφές, δεν πήγα, ο Στράτος, ο Διονυσίου, το είχε μετανιώσει. Που με είχε, κατά κάποιον τρόπο, τιμωρήσει. Δεν μπορώ να πω τιμωρία, αλλά δεν μου είχε δώσει τη δυνατότητα να εξελιχθώ. Και μου λέει: «Ρε βλαχάκι, επειδή σ’ αδίκησα, θες», μου λέει, «να σου δώσω μια δουλειά;». «Τι δουλειά, ρε Στράτο;» «Να σου δώσω ένα ΠΡΟΠΟ στο κέντρο της Αθήνας».
Καινούριο για σας.
Λέω εγώ: «Είμαι μαθητής, φοιτητής». «Πάρ’ το!», λέω «δεν θέλω, δεν μπορώ». Μετά από καμιά εικοσαριά μέρες μου λέει: «Έλα να σου πω, να σου δώσω μία δουλειά» – 1971. «Τι δουλειά;» «Να σου δώσω την αντιπροσωπεία της Coca Cola απ’ την Αγία Παρασκευή και πέρα;» «Τι μου λες;», του λέω, «τι να τα κάνω αυτά εγώ;» Σήμερα ένα παιδί, όμως, με τα δικά μου δεδομένα, τα τότε, σήμερα θα ’λεγε: «Ναι». Γιατί εγώ είχα στον επιχειρηματικό κόσμο ένα αρνητικό. Δεν υπήρχε στο περιβάλλον μου ούτε έμπορος κανένας, ούτε βιομήχανος, να έχω εικόνες. Υπήρχανε το πολύ-πολύ δημόσιος υπάλληλος. Εγώ έβλεπα, βέβαια, στα εργοστάσια που πήγαινα ανθρώπους που μπαινοβγαίνανε και μου άρεσε αυτό το κομμάτι, μου δημιουργούσε ερωτηματικά. Μήπως μπορώ αύριο να κάνω αυτό; Μήπως μπορώ να κάνω το άλλο; Μου είχε κάνει εντύπωση, δούλευα σ’ ένα μηχανουργείο, 1971; ’71-’70 εκεί. Ημερομηνίες τώρα δεν μπορώ να είμαι έτσι και τόσο, απόλυτα συνεπής στις ημερομηνίες. Εκεί που δούλευα στο μαγαζί έρχεται ένας, φτιάχνανε τότε, επισκευάζαμε τα αργαλειά από τη Νέα Ιωνία για το Ηράκλειο. Περιττό να σου πω ότι τότε η Νέα Ιωνία και το Ηράκλειο πρέπει να ’χε πάνω από εκατό χιλιάδες εργαζόμενους σε αργαλειά. Και ακούω που λέει ο επισκέπτης αυτός, ο πελάτης μας, στο αφεντικό μου: «Κωστή, δυστυχώς φέτος χάσαμε και το ένδυμα». Μου ‘χε κάνει εντύπωση. «Και γιατί;», του λέει ο μπαρμπα-Κώστας. «Γιατί», του λέει, «πέρσι χάσαμε το υπόδημα, φέτος χάσαμε το ένδυμα». «Γιατί, ρε;», του λέει. «Φύγανε όλοι οι οίκοι του εξωτερικού, που ράβανε στην Ελλάδα, στην Τυνησία και στο Μαρόκο». Και τα παπούτσια, τα παπουτσάδικα, που είχε πάρα πολλά παπουτσάδικα η Ελλάδα, πήγανε Ιταλία. Από εκεί άρχισε ουσιαστικά η επίσημη βιοτεχνική και βιομηχανική καταστροφή της Ελλάδος. Το ’70. Αυτά τα χρόνια, συν, πλην. Και αυτό γιατί τότε από μετέπειτα εικόνες, μελέτες, γνώσεις επιβεβαιωνότανε το γεγονός πως αυτοί, οι οποίοι διοικούσαν την Ελλάδα τότε, την πουλάγανε.
Και άρχισαν και οι εισαγωγές φαντάζομαι και η εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες.
Έτσι, πολλά πράγματα. Θα σου επιβεβαιώσω αυτό που λες, όταν το 1954, Υπουργός, ’55, Πρωθυπουργός, ο υποτιθέμενος εθνάρχης Καραμανλής, Κατ’ αρχήν παντρεύτηκε ο αδερφός του, ο Αχιλλέας Καραμανλής, ο οποίος πήρε –αν θυμάμαι καλά κι αν δεν κάνω λάθος–, πήρε την κόρη του Διαμαντή, με τα πολυκαταστήματα «Διαμαντής». Δεν τα γνωρίζεις εσύ, γιατί έχουνε κλείσει πάρα πολλά χρόνια. Θα σου επιβεβαιώσω αυτό και χαίρομαι, γιατί μου κάνεις κλικ, γιατί είσαι πολύ ανοιχτό μυαλό και σκεπτόμενο παιδί. Τότε, λοιπόν, έδωσε στον συμπέθερό του, ο εθνάρχης, το μονοπώλιο του μπακαλιάρου, των τσιγάρων και του φωτιστικού πετρελαίου. Δεν μπορούσε να φέρνει άλλος στην Ελλάδα, μόνο αυτός. Μία άλλη μορφή. Μου είχε κάνει εντύπωση! Μπακαλιάρο; Φωτιστικό πετρέλαιο; Σπίρτα;
Ναι.
Εντάξει, αυτά περάσανε στα ψιλά γράμματα. Άλλοι τα καταλάβαιναν, άλλοι δεν τα καταλαβαίνανε. Τέλος πάντων, κυλούσε η ζωή. Εγώ από την εποχή εκείνη, απ’ την ηλικία των 18, 19, 20 χρονών, ήθελα να βάλω τη ζωή μου σε μια ρότα. Έβαζα τη ζωή μου σε μια ρότα μέσα από τις εμπειρίες που είχα, απ’ τα διάφορα εργοστάσια, από τις προσωπικές εμπειρίες, με τις σχέσεις που είχα. Κι έβαλα, λοιπόν, τα πράγματα σε μία, κατά τη δική μου άποψη, λογική σειρά. Δηλαδή έλεγα ότι όταν θα παντρευτώ, θα πρέπει να έχω τη δυνατότητα να μπορώ να προσφέρω στα παιδιά μου βασικές προϋποθέσεις, που εγώ δεν τις είχα ποτέ.
Ποιες ήταν αυτές;
Οι βασικές προϋποθέσεις ήτανε να μη τους λείπει διατροφικά βασικές ανάγκες.
Το γλυκό, βρε παιδί μου!
Και το δεύτερο, να υπάρχει η δυνατότητα να μορφωθούνε, όσο γίνεται σε υψηλότερο επίπεδο. Αυτό απ’ την ηλικία 18, 19 χρονών. 20. Κι έλεγα: «Τι γυναίκα πρέπει να πάρω, για να μορφώνει τα παιδιά μου;». Αυτομάτως πήγαινε το μυαλό μου σε μία παιδαγωγό. Κι έλεγα: «Ή γυμνάστρια ή δασκάλα θα πρέπει να παντρευτώ». Αυτό μου ’χε μπει για καλά στο μυαλό και ψαχνόμουνα. Μία φορά, δούλευα σ’ ένα εργοστάσιο, που φτιάχνανε –το εργοστάσιο είχε δύο δραστηριότητες: Φτιάχνανε μεταλλικά έπιπλα και προφυλακτικά. Δε χρειάζεται να πω το όνομα, γιατί σήμερα ένας απ’ τους απογόνους είναι σε σημαίνουσα θέση. Δούλευα, λοιπόν, σ’ αυτό το εργοστάσιο και από μία απροσεξία και δική μου και των βοηθών μου στο δεξί χέρι, τον δείκτη, το ‘κοψα σ’ ένα μηχάνημα, πήγε πίσω το δάχτυλο, πήγα, το πήρα–
Εσείς;
Ναι. Με είδε η εργοδηγός που είχαμε, ήρθε και μου το ’δεσε παρακάτω, για να σταματήσει η αιμορραγία, το βάλαμε σε φορμόλη το δάχτυλο, το κάναμε και πήγαμε να το ράψουμε σ’ ένα νοσοκομείο. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα φόβο. Γιατί; Γιατί ένας χαζός χειρουργός μου λέει: «Πρέπει να το κόψω στον κάτω κόμπο, γιατί δεν μπορούμε να το φτιάξουμε». Για καλή μου τύχη, όμως, δεν εφημέρευε το Ι.Κ.Α. της λεωφόρου Αλεξάνδρας και εφημέρευε μία κλινική στην Καλλιθέα. Καλή του ώρα, ένας παππούς εκεί, χειρουργός, έρχεται, μου λέει: «Ηρέμησε, εμείς φτιάχνουμε δάχτυλα», μου λέει, «δεν κόβουμε δάχτυλα». Κι έφτιαξε ένα σύστημα με –έχεις δει τους λαμπτήρες, που έχουν την τρίχα μέσα;
Ναι.
Ναι. Αυτό είναι μαγγάνιο, πολύ ποιοτικό προϊόν. Γι’ αυτό και αντέχει κι αυτή τη θερμοκρασία. Το μαγγάνιο αντέχει 3.500 βαθμούς θερμοκρασία. Το ‘φτιαξε σε μορφή οστού, το πέρασε…
Να τ’ ακουμπήσω;[01:00:00]
Ναι, ναι, παιδί μου. Εδώ θα δεις ότι είναι ραμμένο. Μετά από δεκαπέντε-δεκαεφτά χρόνια εδώ δεν ένιωθα τίποτα, το ’βαζα πάνω στο μάτι, στο μπρίκι που φτιάχνανε τον καφέ και καιγόταν το δέρμα κι εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα.
Πειράματα.
Όχι πειράματα, δεν το καταλάβαινα. Τώρα, βέβαια, μετά… Αν δεις και το νύχι είναι κομμένο στα δύο.
Ναι, ναι. Το βλέπω.
Το βρήκα απ’ την πίσω μεριά. Τότε γλύτωσα, γιατί τότε, για να θρέψει καλά, έπρεπε να ανοίξουν τρύπα στην κοιλιά μου, για να βάλουν το δάχτυλο μέσα στην κοιλιά. Κι ακόμα σήμερα υπάρχει αυτή η μέθοδος. Αλλά, εντάξει. Η μάνα μου, ο πατέρας μου τρομοκρατηθήκανε. Ήταν στο χωριό. 15 Αυγούστου, της Παναγίας. Έπαθα τη ζημιά αυτή. Κάθισα καμιά δεκαπενταριά μέρες στο νοσοκομείο. Βγήκα απ’ το νοσοκομείο, πήρα ένα μήνα άδεια. Όλο τον Σεπτέμβριο. 29 Σεπτεμβρίου, λέω: «Δεν πάω για καμιά γκόμενα;». Να πάω, λοιπόν. Πού θα πήγαινα; Στο Σύνταγμα. Στην Πλατεία Συντάγματος βλέπω μία κοπέλα στο φανάρι, γιατί καμιά φορά το κάρμα, που λέτε εσείς, οι νεαροί, οι νεότεροι, κι εγώ λέω: «Το πεπρωμένο φυγής αδύνατον». Είδα μία κοπέλα, απ’ την πίσω όψη της. Σε απόσταση 10 μέτρων. Όπου το λέω, δεν το πιστεύουνε. Μόνο αυτή η κοπέλα το πίστεψε, κι αυτή μετά από χρόνια, γιατί έγινε η γυναίκα μου. Είπα ότι: «Εγώ αυτή τη γυναίκα θα την παντρευτώ». Δεν την είχα δει στη φάτσα τι λόγια ήτανε. Δηλαδή, αν μ’ άκουγε κανείς τότε, θα ’λεγε: «Ή τρελός είναι ή με Μ μεγάλο». Παρ’ όλα αυτά, δεν καταλάβαινα, δεν καταλάβαινα ότι αυτή η γυναίκα δεν πέφτει. Δεν πέρναγε απ’ το μυαλό μου ότι υπάρχει γυναίκα που να μην πέφτει. Τώρα αναφέρομαι σε ορολογίες της εποχής εκείνης, έτσι; Είχα κερδίσει πολλά στοιχήματα τέτοιου είδους. Λοιπόν, πάω, την πλησιάζω –Τώρα, βέβαια, να κάνω εδώ μία παρένθεση: Αν είχα μία ανάψει το φανάρι και δεν την έβλεπα, πού να τη δω; Αλλά το φανάρι στο Σύνταγμα υπάρχει ακόμα, ανάβει και σήμερα και περνάς απέναντι. Το ίδιο συνέβη και το 29 Σεπτεμβρίου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 11:10. Το λέω στη γυναίκα μου και τρελαίνεται. Μου λέει: «Πού τα θυμάσαι;». Θυμάμαι τις χαρακτηριστικές ημερομηνίες. Μπούρου, μπούρου, μπούρου, μπούρου, αυτή τίποτα. Μπούρου, μπούρου, μπούρου εγώ και το θεωρούσα και ήττα.
Μπούρου, μπούρου στο φανάρι;
Ναι. Άναβε το φανάρι, συνέχισα εγώ, μπούρου, μπούρου. Κάποια στιγμή ή βαρέθηκε ή σου λέει: «Να τον αποφύγω». Ενέδωσε, μιλήσαμε. Η κοπέλα αυτή είχε τελειώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία στη Λάρισα και ήρθε 28 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα, στην αδερφή της, να πάει να γραφτεί στο Πάντειο Πανεπιστήμιο που γραφόντουσαν τότε οι απόφοιτοι Παιδαγωγικών Σχολών, γραφόντουσαν στο Πάντειο χωρίς εξετάσεις. Πήγε, γράφτηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πήρε το πράσινο από τη Συγγρού κι ήρθε στο Σύνταγμα και την παρέλαβα. Αλλάξαμε τα τηλέφωνα, με το τηλέφωνο της αδερφής της. Την πήρα κάνα-δυο φορές, αρνητική και λογικό ήτανε, αλλά εγώ επέμενα.
Τι προτείνατε εσείς;
Να βγούμε, να πάμε να πιούμε έναν καφέ. Ναι, μια βόλτα. Αυτό το βιολί κράτησε από Σεπτέμβριο, μέχρι τέλος Μαΐου. Εγώ εκεί, επέμενα. Αυτή η κοπέλα πήγε τότε, βρήκε ένα ιδιωτικό σχολείο και δούλεψε σαν δασκάλα, αλλά είδε την επιμονή μου και προφανώς προβληματίστηκε. «Τι σόι υπεράνθρωπος είναι αυτός, που επιμένει τόσο;» και αυτή είχε έρθει απ’ το χωριό, δεν είχε παρέες, δεν έβγαινε, περιορισμένα τα πράγματα. Της λέω τώρα και γελάει, έκανε το λάθος και είπε: «Ναι, θα βγούμε». Βγήκαμε, εντάξει. Μου άρεσε, γιατί ήταν δασκάλα. Μου άρεσε, γιατί είχε ένα επίπεδο. Εγώ γύρναγα πάλι, τι θα κάνει η γυναίκα μου, η κοπέλα που θα διαλέξω για γυναίκα. Αυτή συμπλήρωνε όλα τα θετικά στοιχεία που είχα βάλει εγώ στο πρόγραμμα. Υπήρχανε και γάμοι της εποχής εκείνης, οι οποίοι στηριζόντουσαν σε μία αψυχολόγητη συμπεριφορά.
Δηλαδή;
«Να παντρευτώ, μωρέ, καλή είναι, καλός είναι και τι έγινε;» Υπήρχανε και οι έρωτες των σημερινών ταινιών.
Αυτό πήγα να σας πω. Ότι εμείς φανταζόμαστε την εποχή εκείνη, ακριβώς επειδή υπήρχε και μία μεγαλύτερη συστολή και απαγόρευση κοινωνική, το φανταζόμαστε σαν πιο κρυφό και πιο δυνατό και πιο παθιασμένο και πιο ότι αυτή η δυσκολία–
Παραμύθι. Αυτό που λες ήτανε της τάξεως από 15 μέχρι 20%, όλο το υπόλοιπο ήτανε καθαρά συμφεροντικό. Όλο. Ένθεν και κείθεν. Και για τις γυναίκες και για τους άντρες. Υπήρχανε άντρες που μέχρι να παντρευτούν δεν είχανε πάει ποτέ με γυναίκα. Άρα, τι τον έκαιγε αυτόν; Να βρει μία κοπέλα, να παντρευτεί, να αποκτήσει σεξουαλική ζωή. Τώρα τι θα γινόταν από κει και πέρα, τι σόι οικογένεια θα κάνανε, τι χαρακτήρες ήτανε, ταιριάζανε, δεν ταιριάζανε... Υπήρχανε άλλοι που λέγανε: «Καλή η γκόμενα, αλλά έχει και προίκα. Θα πάρω κι ένα σπίτι, να μπω μέσα». Αυτό έπαιζε πάρα πολύ. Ή η κοπέλα έλεγε: «Καλή δουλειά έχει, δημόσιος υπάλληλος είναι, έχει κι ένα σπιτάκι, καλά είναι». Δηλαδή, το συναισθηματικό κομμάτι, αυτό του πόθου, πάνω από 20% δεν υπήρχε. Κι αυτό το 20% κράταγε πολύ λίγο μετά τον έγγαμο βίο. Γι’ αυτό γεννήθηκε και το εφτάχρονο.
Τι είναι αυτό;
Τα περισσότερα διαζύγια...
Ναι.
Μάλλον, οι περισσότεροι γάμοι λήγουν μετά από εφτά χρόνια έγγαμης ζωής.
Στατιστικό είναι αυτό;
Στατιστικό. Ετών. Γιατί όλο αυτό το κομμάτι διαδραματιζότανε συμφεροντικά. Και αν έβρισκες και κάποια κοπέλα ή η κοπέλα κάποιο αγόρι που της έκανε και κλικ παραπάνω, είχε ένα φαινομενικά ευτυχές γεγονός, αλλά υποδόρια δούλευε και το αποτέλεσμα φαινόταν όταν μετά από εφτά χρόνια χωρίζανε. Πιστεύω ότι στα παιδικά σου χρόνια και στα μαθητικά και στα φοιτητικά θα γνώρισες πάρα πολλά παιδιά, τα οποία ήταν από χωρισμένους γονείς.
Βεβαίως.
Πάρα πολλά. Αυτοί δε χωρίζανε απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Περνάγανε μία χρονιά, τρία χρόνια, τέσσερα χρόνια, πέντε χρόνια, στα εφτά…
Εσείς, λοιπόν, παντρευτήκατε…
Εγώ γνώρισα τη δασκάλα, την κυρία Χρυσαυγή, γνώρισα το οικογενειακό της περιβάλλον, το οποίο μου άρεσε. Ήταν δομημένο από αγροτική οικογένεια με αρχές, όχι αυστηρότητα, με αρχές. Στηριζόταν, δηλαδή, στην ικανότητα των ανθρώπων να συμπεριφέρονται. Κι έτσι, επειδή είχα και τις εμπειρίες, τις προηγούμενες, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση και το περιβάλλον της. Ήτανε νοικοκυρά, μετά γνώρισα τις δομικές της ικανότητες. Νοικοκυρά, ήτανε καθαρή, ήτανε… Μαγείρευε. Πάντα ο έρωτας περνάει μέσα απ’ το στομάχι και–
Τι καλό σας μαγείρευε;
Πολλά.
Το αγαπημένο σας.
Πολλά, πολλά, πολλά.
Ήξερε και έπαιζε.
Ντολμαδάκια μας έφερε τις προάλλες.
Ντολμαδάκια.
Εξαιρετικό.
Τα ντολμαδάκια τα ’μαθε απ’ τη μάνα μου. Με τη μάνα μου ήταν σαν κόρη με μαμά. Δεν είναι σαν νύφη. Εντάξει, δεν μπορώ να πω το αυστηρό γονικό στοιχείο, αλλά υπήρχε σεβασμός, υπήρχε διάθεση, χαβαλές. «Θα με μάθεις αυτό; Θα με μάθεις αυτό;» Ήθελε να μαθαίνει[01:10:00] και έδειχνε διάθεση να μαθαίνει. Εγώ, τότε, τελείωσα και τη σχολή εργοδηγών και δίνω εξετάσεις στην πολυτεχνική σχολή λοιπών μηχανικών. Ήτανε ένα όνειρο άπιαστο, ένα όνειρο άπιαστο. Έδωσα εξετάσεις, πέρασα και μετά πήγα φαντάρος. Δεν φοίτησα. Πήγα φαντάρος και υπηρέτησα τριάντα τέσσερις μήνες, της σειράς μου υπηρετούσαν είκοσι οχτώ. Εγώ είχα έξι μήνες φυλακή.
Γιατί;
Κατ’ αρχήν, ήμουνα, επειδή ήμουνα παιδί του Πολυτεχνείου, μ’ είχανε ψάξει, μ’ είχανε βρει, με στείλανε να υπηρετήσω για τιμωρία σε μία αμερικάνικη μονάδα. Αριστερών εγώ τάσεων, όπως και όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, φοιτητές, της εποχής εκείνης, ήταν αριστερών τάσεων. Πιο πολύ από αντίδραση, όχι ότι ήταν κομμουνιστές. Αριστερών τάσεων λόγω αντίδρασης απ’ την χουντική συμπεριφορά. Πήγα στην αμερικάνικη μονάδα για τιμωρία, αλλά εμένα εκεί μου κάνανε πολύ καλό.
Δηλαδή;
Επειδή ήμουν αυτός που ήμουνα, επειδή έπαιζα μπάλα, με κάνανε γραφιά, με κάνανε οδηγό μεταφοράς πυραύλων, τέσσερις ήμαστε σε όλη τη μονάδα τέτοιοι. Οδηγούσαμε ένα αυτοκίνητο 37 μέτρα, το οποίο έφερνε πυραύλους επάνω. Ήξερα και λίγα αγγλικά και είχε, ήταν ένας επίσημος μεταφραστής, ένας φαντάρος, δεκανέας, Εβραίος, ο Μωυσής, ο οποίος ήτανε επίσημος μεταφραστής του Αμερικάνου διοικητή με τον διοικητή τον δικό μας. Αυτός πήρε άδεια μία φορά και με τα λίγα που ήξερα εγώ, βάλανε εμένα. Για καλή μου τύχη, ο διοικητής των Αμερικάνων ήταν ελληνικής καταγωγής και γίναμε φίλοι. Οικογενειακοί φίλοι. Πήγαινα στο σπίτι του, εκεί έμαθα το περίφημο ότι τότε ήταν που έλεγε ο Παπανδρέου: «Βυθίσατε το “Χώρα”». Το «Χώρα» ήτανε ένα καράβι, όπως είναι τώρα το Συσμείικο, όπως είναι αυτά. Και του λέω: «Ρε συ φίλε, θα γίνει πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;». Τότε ήτανε τα πράγματα ζεστά για πόλεμο. «Ούτε μία στο δισεκατομμύριο», μου λέει. «Πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν θα γίνει ποτέ». «Γιατί;» και μου εξήγησε. Αξίζει να το αναφέρω ιστορικά, τι μου εξήγησε ο Αμερικανός διοικητής.
Πείτε μας.
Μου λέει: «Εμείς έχουμε σαν και σας και σαν την Τουρκία καμιά πενηνταριά κράτη. Εμείς θέλουμε να σας έχουμε στην τσίτα, για να φτιάχνουμε πολεμικό υλικό εμείς, να το αγοράζετε εσείς. Να λειτουργεί η πολεμική βιομηχανία. Άντε», μου λέει, «αύριο το πρωί γίνεται ένας πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ό,τι όπλα έχει η Ελλάδα, έχει και η Τουρκία. Σε ποιους θα δίνουμε; Σ’ εσάς ή στους Τούρκους; Υλικό, να πολεμήσετε. Τώρα», μου λέει, «μικροεπεισόδια θα υπάρχουν, πάντα θα υπάρχουν. Εδώ υπάρχει η Αμερική με το Mexico, που έχουν μικροεπεισόδια. Πόσο μάλλον χώρες που δεν έχουν ούτε τη δυνατότητα της Αμερικής, ούτε την πληθυσμιακή ικανότητα του Μεξικού. Οπότε», μου λέει, «μικρά και για εσωτερική κατανάλωση, για πολιτικές σκοπιμότητες, εσωτερικού πάντα δρώμενου, σα μικροεστίες. Μικροεστίες», μου λέει, «ένας σκοτωμένος, δυο σκοτωμένοι».
Ψυχροπολεμικές εντάσεις.
Ναι. «Αλλά πόλεμος, με την έννοια του πολέμου, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν θα γίνει ποτέ. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα», μου λέει, «που άμα μας δοθεί ο χρόνος, θα σ’ τα πω». Ήθελε να μου πει για τον υπόγειο πλούτο της Ελλάδος. 1975. «Αυτά», μου λέει, «είναι πράγματα, τα οποία» –μου τα ‘πε μετά– «είναι πράγματα», μου λέει, «που πρέπει να ’ρθουνε στην αμερικάνικη δύναμη, να μην τα πάρουνε οι Ρώσοι. Όχι», μου λέει, «ότι με τους Ρώσους έχουμε διαφορές, απλώς», μου λέει, «έχουμε μοιράσει τον κόσμο: Αυτά είναι δικά μας, αυτά είναι δικά σας. Στα δικά μας μη μπαίνετε, στα δικά σας δεν μπαίνουμε».
Και η Ελλάδα υπάγεται στα δικά τους;
Η Ελλάδα είναι αμερικανική. Η Ελλάδα πουλήθηκε απ’ τους Εγγλέζους στους Αμερικανούς το ’48. Όλος ο ελληνικός στρατός, απ’ το ’48 και εντεύθεν, αεροπορία, ναυτικό και στρατός ξηράς, φτιάχτηκε, ώστε να εξυπηρετεί τον αμερικάνικο πολεμικό σκοπό. Εισπρακτικό, να φτιάχνουν, δηλαδή, όπλα. Εμείς δεν πήραμε όπλα από πουθενά αλλού, μόνο απ’ την Αμερική. Μετά μας εμπλάκησαν και με το ΝΑΤΟ, ήρθε και το δόγμα Truman κι έκλεισε. Αμερική. Θα ήμασταν σαν τη Βουλγαρία. Αλλά είπε ο Churchill τότε με τον, ήτανε ο Stalin, ο Churchill και ο; Της Αμερικής ο Πρόεδρος; Τον ξεχνάω. Μοιράσαν τον κόσμο. Ο Stalin λέει: «Να πάρω και την Ελλάδα», «Όχι», του λέει, «την Ελλάδα θα την αφήσεις σε μένα». «Αλλά, σου λέω, επειδή», του λέει, «πρέπει να ’χεις και στην Ελλάδα ένα σκοπιμότητα, θα έχεις το 10%». Το 10% έχει το Κ.Κ. και έχει και θα συνεχίσει να έχει. Όταν μοιράστηκε ο κόσμος. Ο Truman. Όταν μοιράσανε τον κόσμο, η Ελλάδα δεν μπήκε στο Ανατολικό Μπλοκ. Πέρασε στην από δω μεριά. Να ξαναεπανέλθω πάλι, λοιπόν, στον στρατό. Ήμουνα στο γραφείο, στο Υπασπιστήριο, έφτιαχνα όλη τη γραφική διαδικασία και μια μέρα ο λοχαγός, που είχα εγώ στην πυροβολαρχία μου, ήτανε –τους λέγαμε τότε «Παπαδοπουλάκια»–, ήτανε του Παπαδόπουλου. Επειδή, όταν ήρθαν τα χαρτιά μου, ήξερε ποιος ήμουνα, ερχόταν κάθε πρωί στην προσευχή, εγώ ήμουν τελευταίος στην προσευχή πάντα, στην αναφορά. Ερχόταν και μου ’λεγε κάθε πρωί: «Ζήτω η Ε.Ο.Κ.Α. Β΄», κάθε πρωί. «Ζήτω η Ε.Ο.Κ.Α. Β΄», δεν έλεγε: «Η 21 Απριλίου», μου έλεγε: «Ζήτω η Ε.Ο.Κ.Α. Β΄», κάθε πρωί! Εγώ δεν καταλάβαινα, τον είχα γραμμένο. Έρχεται, λοιπόν, ένα χαρτί. Πρέπει να στείλουνε στη Θεσσαλονίκη, σε μία σχολή τριών μηνών, τη λέγαν τότε Α.ΡΑ.ΒΟ.Χ.Π., Ατομικός Ραδιενεργός Χημικός Πόλεμος, για εκπαίδευση. «Θα πας», λέω: «Θα πάω» –Εγώ ήθελα να φύγω για να πάω και στη Θεσσαλονίκη, για να προπονούμαι και είχα και πρέπει να σου πω ότι τις κακές συνήθειες, των κατακτήσεων και των αυτών, τα έκοψα αφού γνώρισα τη δασκάλα, και καμιά φορά αυτοθαυμάζομαι κιόλας, πώς άντεξα μετά από τόσες καταστάσεις, μετά να σταθεροποιηθώ σαν άνθρωπος. Προφανώς αυτός ο άνθρωπος ήτανε το κερασάκι στην τούρτα μου. Ναι και νιώθω όμορφα. Υπήρξανε ευκαιρίες, τεχνητές ή μη, αλλά δεν καταλάβαινα. Δεν είχα και λόγο, ας πούμε.
Αφοσιωμένος.
Ναι. Δηλαδή, δεν μου έλειπε κάτι, δεν έψαχνα να βρω κάτι που μου λείπει. Είχα μια σχέση πολύ δυνατή και με λογικές απαιτήσεις. Εγώ φαντάρος, αυτή στην Αθήνα, σε ένα ιδιωτικό σχολείο δασκάλα. Γράφαμε κάθε μέρα από ένα γράμμα, ένα εγώ, ένα αυτή. Πήγα, λοιπόν, σ’ αυτή τη σχολή και έκανα το λάθος να αριστεύσω.
Λάθος, γιατί;
Αν δεν ήμουνα ο πρώτος που θα αποφοιτήσει απ’ τη σχολή αυτή, δεν θα πήγαινα στην μονάδα του ανορθοδόξου πολέμου. Τώρα τους λένε Rangers. Είναι η ομάδα, είναι η μοναδική μονάδα στην Ελλάδα, που διοικείται από έναν λοχαγό, όχι μεγαλύτερης ηλικίας, είναι η ομάδα που κάνει τον καταστροφικό πόλεμο. Κάτι σαν Ο.Υ.Κ., αλλά πάνω απ’ τα Ο.Υ.Κ. Εμείς περνάγαμε –δεν πέρασα εγώ καμιά φορά– αλλά τα παιδιά που πήγα εγώ μετά εκεί και τα ’φτιαχνα να φτιάχνουνε βόμβες.
Πω, πω…
Περνάγανε δύο-τρία απ’ αυτά τα παιδιά, πολύ δυνατά παιδιά, περνάγανε με καλαμάκι απ’ τον Έβρο στην Τουρκία και υποτίθεται ότι πηγαίναν να κάνουνε μία δολιοφθορά.[01:20:00] Να ρίξουν μία γέφυρα, πολεμικά καράβια, τρένα, διυλιστήρια, τα ανατινάζανε. Αυτό σημαίνει, δηλαδή κάνανε πόλεμο πριν τον πόλεμο.
Πώς αισθανθήκατε που είχατε, ας πούμε, διδακτικό ρόλο σ’ αυτή την κατάσταση; Γιατί τους μαθαίνατε να φτιάχνουν εκεί, εσείς τη βόμβα.
Ναι. Ήταν μια στρατιωτική διαδικασία. Το είδα με την έννοια ότι ήταν μία δουλειά που έπρεπε να κάνω. Όχι με τη δουλειά να φτιάξω μια βόμβα, να σκοτώσω.
Δεν το διαλέξατε εσείς, ας πούμε;
Όχι, ούτε καν. Μου άρεσε, γιατί είχε προβληματισμούς πολλούς.
Όπως;
Παράδειγμα: Όταν κάθισα στη μονάδα αυτή τέσσερις μήνες, έτυχε να ζήσω την «βδομάδα του διαβόλου», που λένε.
Ποια είναι αυτή;
Η βδομάδα του διαβόλου σ’ αυτούς ήτανε ότι κλείνονται σε φυλακή και το όπλο τους είναι ένα μαχαίρι. Πρέπει να αποδράσουνε απ’ τη φυλακή, να πάνε να κάνουνε τις ζημιές και να επιστρέψουν. Πάντα είναι δύο-δύο, ποτέ ένας μόνος του. Εκεί που πραγματικά ένιωσα –δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω– δέος θα το χαρακτηρίσω. Υπάρχει μία άγραφη οδηγία εκεί, διαταγή: Εάν πας να κάνεις ένα σαμποτάζ και ο φαντάρος που ’σαστε μαζί… Κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει όνομα εκεί, μόνο αριθμοί υπάρχουν– τραυματίζεται και δεν μπορείς να τον μεταφέρεις σε σίγουρο μέρος, τον εκτελείς. Για να μην τον πιάσουνε και μαρτυρήσει, βασανιστεί. Εκεί ένιωσα, δεν ξέρω. Ακόμα δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω. Ναι. Τέλος πάντων. Εκεί απαγορευότανε η αλληλογραφία με το οικείο περιβάλλον. Δεν ήξερε κανείς ότι εγώ είμαι εκεί. Υπήρχε μία μορφή τρομοκράτησης, μη από τηλέφωνο μάθουνε πού περπατώ και μας είχαν περάσει ότι το κάθε τι μας ελέγχεται, για να υπάρχει απόλυτη διαδικασία ότι δεν θα μάθει κανείς πού είμαστε–
Απόρρητο και υπακοή, ναι.
Εκεί πάνε πλέον Λ.Ο.Κ.ατζήδες, αλλά το top. Ο διοικητής αυτής της ομάδας είναι ο μοναδικός Έλληνας πολίτης, στρατιωτικός ή πολιτικός, που μπορεί να επισκεφθεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Πρωθυπουργό, χωρίς να πάρει άδεια από πουθενά.
Ακόμα;
Ακόμα. Φαντάζομαι ακόμα. Λοιπόν, μετά απολύθηκα, παιδί μου, και, με το που απολύθηκα, παντρεύτηκα, γιατί είχα έναν πατέρα, ο οποίος ήτανε πολύ δημιουργικός, μας είχε πάρει ένα διαμέρισμα στην Καλλιθέα, ένα ρετιρέ πολύ ωραίο, πάνω σ’ ένα βράχο κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να έχουμε πού την κεφαλή κλίνη. Δημιουργήσαμε οικογένεια, παντρευτήκαμε. Τώρα να κάνουμε παιδί, μπουρμπού, από δω, από κει: «Άσ’ το και παραπίσω, άσ’ το και παραπίσω, άσ’ το και παραπίσω», πέρασαν πέντε χρόνια. Και έγινε ο Γιώργος και μετά από άλλα πέντε χρόνια έγινε η Δήμητρα.
Πώς αισθανθήκατε;
Είναι συναισθήματα που δε νομίζω ότι μπορούν να περιγραφούν. Ίσως η δική μου ικανότητα να τα περιγράψω δεν είναι ικανή, τόσο. Τα παιδιά, Κατ’ αρχήν, σου αλλάζουν όλη τη δομή του χαρακτήρα. Όταν θες ν’ αλλάξεις, όταν θες να προσγειωθείς. Άμα δεν θες, τ’ αφήνεις και γίνονται όλα τα προηγούμενα που είπαμε. Γιατί πιστεύω σε λογικό κόσμο, σε λογικούς ανθρώπους, πρυτανεύει ο παράγοντας οικογένεια. Και εμείς τότε, θα μπορούσαμε να κάνουμε διάφορα πράγματα. Περιττό να σου πω ότι ήμαστε δυο δημόσιοι υπάλληλοι. Ψέματα. Υπήρχαν, εγώ δούλευα σε εργοστάσια όταν απολύθηκα. Η γυναίκα μου ήταν δημόσιος υπάλληλος, είχε διοριστεί δασκάλα. Δεν είχαμε τις δυνατότητες να έχουμε αυτοκίνητα διάφορα, χλιδάτη ζωή και μετρημένη, αλλά καλή ζωή. Ποιοτικά καλή ζωή. Μικρών δυνατοτήτων, αλλά με ποιοτικά χαρακτηριστικά. Κι αυτό μας άρεσε. Τα συναισθήματα περί της οικογένειας εγώ τα είχα απ’ την αρχή, που, σου είπα, έλεγα: «Τι δουλειά θα κάνει η γυναίκα μου, για να μεγαλώσει τα παιδιά σωστά». Για να το διακωμωδήσουμε και λιγάκι, λένε ότι το ζώδιο του καρκίνου έχει οικογενειακό. Έγινε το πρώτο παιδί, έγινε και το δεύτερο. Η γυναίκα μου ήτανε δασκάλα στη Βουλιαγμένη, λέω εγώ τώρα: «Γιατί να μην πάω να γίνω εκπαιδευτικός, να έχουμε κοινό και να έχουμε καλοκαίρι, Πάσχα, Χριστούγεννα και παράλληλα να ’χω και τις δουλειές μου». Εγώ δεν μπορούσα να δεχτώ ότι ο δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να κάνει κι άλλες δουλειές. Κι έτσι, το ’80 πήγα και τελείωσα το παιδαγωγικό τμήμα της ΣΕ.ΛΕ.ΤΕ. και έγινα καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Τεχνική Εκπαίδευση και παράλληλα άρχισα να σπουδάζω αυτά που είχα αφήσει στη μέση, στην Πολυτεχνική Σχολή. Τελείωσα κι από κει. Επειδή είχα την βιομηχανική εμπειρία και την αγάπη για το επάγγελμα που έκανα, με αναβαθμίζανε οι ανάγκες των σχολείων, γιατί δεν είμαι και απ’ τα παιδιά του: «Yes, ma’m» ούτε κι απ’ αυτά παιδιά που δεν βγαίνουν απ’ τα γραφεία των διαφόρων. Εγώ δεν μπήκα ποτέ σε κάνα…
Ανεξάρτητος.
Ε;
Ανεξάρτητος.
Όχι ανεξάρτητος. Έλεγα: «Αφού μπορώ να τα κάνω μόνος μου, τι να τους κάνω αυτούς;». Δεν υπήρχε και λόγος. Μάλλον όχι, θα σου πω ένα στοιχείο, που με απογοήτευσε. Όταν απολύθηκα, λοιπόν, από φαντάρος, είχε βγάλει η διοίκηση των Τρόλεϊ, ζητάνε έναν μηχανικό, τεχνολόγο μηχανικό, με εργοστασιακή εμπειρία και με και με και με και με και είχα όλα τα προσόντα. Ο αδερφός του πατέρα μου είχε σχέσεις με τη Χούντα. Ήτανε ανώτερος υπάλληλος του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου. Έμπαινε στις επιτροπές, διάφορα κόλπα τότε. Μου λέει μια φορά: «Θες να σε διορίσω στην Ολυμπιακή;», λέω: «Από φασίστες δεν θέλω χάρη εγώ, θα βρω τον δρόμο μου». Πάω, λοιπόν, κοντό μαλλί ακόμα εγώ, από φαντάρος, και καταθέτω τα χαρτιά στον Πρόεδρο του ΗΛ.ΠΑΠ. Ηλεκτρικά Αυτοκίνητα Πειραιώς-Αθηνών. Μου λέει αυτός: «Λείπει ένα χαρτί». Πρώτη φορά που πήγα σε δημόσιο χώρο, για να βρω δουλειά. Μου λέει: «Λείπει ένα χαρτί», λέω: «Τι χαρτί;», μου λέει: «Πρέπει να μου φέρεις ένα χαρτί απ’ τον βουλευτή που ψηφίζεις». «Εγώ;», του λέω. Ναι, δεν μπορείς να κάνεις βήμα χωρίς αυτό. Ούτε φυλλάδιο ναυτικού δεν μπορούσες να βγάλεις. Λέω: «Αδερφέ, εγώ έχω δεκαπέντε μέρες που απολύθηκα από φαντάρος. Ούτε έχω ψηφίσει» –γιατί, όταν ήταν η ψηφοφορία εγώ κρυβόμουνα, πήγαινα σκοπός– «και δεν έχω και κανέναν άνθρωπο. Τι να σου φέρω;». Μου λέει: «Πρέπει να μου φέρεις». Τα παίρνω, δίνω μία στην πόρτα και, έτσι όπως πηγαίνω, λέω από μέσα μου: «Άι και…» κι έφυγε η πόρτα απ’ το κούφωμα! Δεν πέρασαν τρεις-τέσσερις μέρες, αφού είδε αυτός στα χαρτιά μου, το: «Τσαπλαρής», ήξερε τον αδερφό του πατέρα μου, αυτόν που σου λέω, τον… Και του λέει: «Ήρθε εδώ ένας», λέει: «Είναι ανιψιός μου, του αδερφού μου παιδί». «Τον αλήτη, μ’ έβρισε», έτσι αλλιώς. Με παίρνει τηλέφωνο, μου λέει: «Δεν ντρέπεσαι, μ’ έκανες ρεζίλι των σκυλιών». «Τι λες, μωρέ;», του λέω. «Κι εσύ, ποιον να ντρέπομαι και πού να ξέρω εγώ ποιους έχεις εσύ φίλους και γνωστούς;» «Δεν μου ’λεγες», μου λέει, «ότι θες να πας στα Τρόλεϊ να σε βάλω;» «Όχι, ρε!», του λέω. «Άμα έχω ικανότητες, θα μπω. Άμα δεν έχω…» «Κι αν δεν έχεις, τι να πάω, να κάνω ένα μεροκάματο», εγώ λέω: «Θέλω να γίνω προϊστάμενος του μηχανολογικού τομέα εκεί, θέλω να πάρω λεφτά και να το χρωστάω και σε σένα;», του λέω. Τώρα μου λέει καμιά φορά: «Α, ρε ανιψιέ».
Να κάνω μία παρένθεση; Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τα ζήσατε;
Πολύ καλά. Και την κυρία Χρύσα τη γλύτωσα στο τσακ, την έβαλα μέσα σ’ ένα γουρνί με νερό. Εγώ στα γεγονότα του Πολυτεχνείου κουβάλαγα τα φάρμακα απ’ την είσοδο στον Λαλιώτη και κάτι βρεθήκαμε, έκανε πως δεν με γνωρίζει αυτός. Εγώ δεν το… ποτέ, γιατί κι εμείς του Παπαχρήστου, που λέει: «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο», δεν το εκμεταλλεύτηκε ποτέ το γεγονός αυτό, ότι ήταν μες στο Πολυτεχνείο. [01:30:00]Ο Λαλιώτης, η Δαμανάκη, ο Τσουμάκας και και και και και και, πού να σου λέω ονόματα τώρα; Το εκμεταλλευτήκανε, γίνανε βουλευτές, υπουργοί.
Τα συναισθήματά σας ποια ήτανε τότε;
Τότε ή τι κατάλαβα τώρα; Μετά.
Και τα δύο, αλλά ας ξεκινήσουμε από τότε καλύτερα.
Τότε ήτανε ένα συναίσθημα το οποίο είχε την αντίδραση για το καθεστώς που επικρατούσε στην Ελλάδα. Αντίδραση, το οποίο είχε διάφορες πτυχές, διάφορες αντιδράσεις, διάφορες –πώς να το χαρακτηρίσω;– εικόνες. Άλλος έτσι, άλλος έκανε αυτό, άλλος έκανε αυτό. Ο καθένας έδειχνε την αντίδρασή του, όπως νόμιζε αυτός ότι θα προσφέρει κάτι, αν καταλάβαινε τα… Όταν κατάλαβα τι έγινε, είπα: «Πόσο χαζά παιδιά ήμαστε!».
Γιατί;
Γιατί ήταν στημένο το παιχνίδι. Να πέσει ο Παπαδόπουλος, να ’ρθει ο Ιωαννίδης, να πουλήσουν την Κύπρο, έπρεπε να βρουν έναν τρόπο, και ο καταλληλότερος τρόπος ήταν να φτιάξουν το φοιτητικό κίνημα. Το φοιτητικό κίνημα διαβαλλότανε, διαβάλλεται και θα διαβάλλεται από συμφέροντα, γιατί οι φοιτητές είναι το Α και το Ω μιας χώρας, η πιο ζωντανή μάζα. Όταν έχεις την ικανότητα να το διαχειριστείς αυτό το κομμάτι, με διάφορους τρόπους, έχει ενδιαφέροντα γι’ αυτούς που θέλουν να το διαχειριστούνε για τους σκοπούς τους. Τώρα, ας πούμε, εδώ βλέπουμε διάφορα κόλπα, που κάνουνε. Έζησες φοιτητικά χρόνια, διαπίστωσες πώς κινούνται όλοι αυτοί. Ποια είναι τα κριτήριά τους, ποια είναι τα, οι επιδιώξεις τους, οι στόχοι τους. Ο ελληνικός λαός είναι ένας λαός, ο οποίος είναι εύπλαστος και έχει και κοντή μνήμη. Ξεχνάει πάρα πολύ γρήγορα, πάρα πολύ εύκολα. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα πιστεύω ότι η ίδια ήτανε, η ίδια είναι και ίδια θα παραμείνει. Απλώς, οι Αμερικάνοι αλλάζουνε, ανάλογα με τις συνθήκες που θέλουνε να εφαρμόσουνε, ποιοι θα κυβερνήσουνε. Δηλαδή, από ποιους θα πάρουν τα πιο πολλά. Μόλις σε στύψουνε, σε πετάνε. Δεν γίνεται στην Ελλάδα μόνο αυτό, σε όλες τις χώρες που είναι σαν την Ελλάδα και γι’ αυτό δεν μπορεί να αναπτυχθεί και μία υγιής πολιτική διακυβέρνηση της Ελλάδος. Κάποτε είπε κάποιος: «Εσείς, οι βουλευτές, δεν είστε Έλληνες, μόνο μιλάτε Ελληνικά». Κάποτε –θα το πω, αξίζει να το πω και να γραφτεί– γνώρισα σ’ έναν γάμο έναν Πρόεδρο της Βουλής. Του λέω: «Τι σημαίνει πολιτική;», μου λέει: «Νεαρέ, πολιτική σημαίνει μόνο ένα πράγμα». «Τι;», του λέω. «Μπίζνα». Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αυτό το κατανόησα από διάφορες παραδοχές, από εμπειρίες, από συμμετοχές, από διαβάσματα, από, από, από… Τώρα πλέον στα 66, στα 67. Όταν κάνεις κάποια συγκέντρωση στοιχείων, που τα επεξεργάζεσαι με άλλο πνεύμα τώρα, με άλλο μυαλό, με άλλη γνώση είναι εντελώς διαφορετικό με εκείνο που το εισέπραττες σε μία ηλικία εκρηκτικότητας, δυναμικής, άλλο τώρα, που λες: «Αυτό ήταν έτσι, έπρεπε να είναι έτσι, το κάναμε έτσι, έπρεπε να το κάνουμε αλλιώς».
Μετανιώνετε;
Δεν νομίζω, θα έκανα πάλι τα ίδια πράγματα. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Κάποτε με φωνάξανε για μια δουλειά. Εγώ, σκεπτόμενος ότι πρέπει να κάνω όσο γίνεται σωστά αυτή τη δουλειά, έβγαλα ένα ποσόν, που όταν το είδαν αυτοί που μου δίναν τη δουλειά, έβαλαν τα γέλια. Μου δώσαν να καταλάβω ότι: «Πόσο χαζός μπορεί να είσαι!».
Αχ, το θυμάμαι που μας το ’χατε πει αυτό! Ναι.
Ναι. Αυτός ήμουνα εγώ. Ίσως να μετάνιωσα τώρα για τότε, αλλά πρέπει να είναι και θέμα χαρακτήρα. Είναι και θέμα υπόστασης. Είναι και θέμα σοβαρότητος. Είναι και θέμα… Ας πούμε, παρεμπιπτόντως, μου είπαν να με κάνουνε γραμματέα σ’ ένα Υπουργείο, διευθυντή σε διάφορες υπηρεσίες. Λέω: «Παιδιά, θα υπογράφω;», μου λένε: «Ναι», λέω: «Δεν σας κάνω», γιατί, όταν έχεις μια ζωή που διατηρείς, με τα λάθη σου, με τις παραλείψεις σου, με τις υπερβολές, μία γραμμή, η οποία σου δίνει τη δυνατότητα να ισορροπείς, πώς απ’ αυτή την ισορροπία μπορεί να πας σ’ ένα περιβάλλον που δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει; Και όταν υπάρχουνε διάφορες μορφές εκβιασμού. Και πήγα στον ορθόδοξο πόλεμο, κάνανε πάρα, πάρα πολλά πράγματα. Φαντάσου, να σου πω, μια φορά μας βάλανε δέκα-δώδεκα από μας, υπάρχει ένας πρόξενος στην Τουρκία, Τούρκος, πώς θα τον εκβιάζαμε; Και τους στείλαμε δύο γυναίκες αξιωματικούς, το παίξανε γκόμενες και τον φωτογραφίζαμε για τρεις μέρες από ένα ξενοδοχείο. Τέτοια συμβαίνουνε εδώ σε καθημερινή βάση. Υπάρχει κι ένα ανέκδοτο σ’ αυτό. Θα σ’ το πω να γελάσεις. Είναι δύο φίλοι, παντρεμένοι, κι έχουν από μία γκόμενα. Το ’χουνε μάθει οι σύζυγοι, αλλά εντάξει. Το πιστεύουνε και δεν το πιστεύουνε, αλλά επειδή είναι τα συμφέροντα τεράστια, το καταπίνουνε. Κάποια στιγμή, πάνε σε μία ταβέρνα, το ένα ζευγάρι, να φάνε και βλέπουνε κι έρχεται ένα ζευγάρι και κάθεται στο διπλανό τραπέζι. Λέει αυτή: «Ρε Γιάννη, αυτή δεν είναι του Θανάση η γκόμενα;». Λέει: «Ναι, αυτή είναι». «Αυτή είναι και την έχει ο…» «Άσ’ το καλό», λέει, «η δική μας είναι καλύτερη!» Κάτι τέτοια τα συναντάμε στην καθημερινότητα σε απίστευτες καταστάσεις. Και ξαναρχόμαστε πάλι στο γεγονός ότι πολλοί χρησιμοποιούν πολύ αθέμιτους τρόπους. Πέρα απ’ τη βιομηχανική ή την εμπορική κατασκοπεία και άλλους τρόπους, για να πετύχουνε σκοπούς άλλους. Θα τα μαθαίνεις σιγά-σιγά, μεγαλώνοντας.
Πώς τα έχετε συνειδητοποιήσει εσείς αυτά; Πώς τα έχετε συνειδητοποιήσει εσείς αυτά; Λόγω του ραδιοφώνου;
Όχι, αυτά τα έχω συνειδητοποιήσει, γιατί πάντα σκεφτόμουνα: «Έχω έναν άνθρωπο απέναντί μου. Τι μπορεί να κάνει αυτός ο άνθρωπος; Πού μπορεί να φτάσει; Το καλύτερο και το χειρότερο» κι έπεφτα πολύ λίγο έξω. Απ’ αυτά που σκεφτόμουνα, κάποια στιγμή βγαίνανε. Κάτι υποτιθέμενες θρησκόληπτες και θρησκόληπτους, κάποιους υποτιθέμενους σοβαρούς συζύγους και έτσι κι αλλιώς κι αλλιώς. Μια λέξη που δεν θα την καταλάβεις, όταν είσαι στην πιάτσα, άμα είσαι ξενέρωτος, τι να καταλάβεις; Συνέχισα, λοιπόν, να σπουδάζω, για να ρθούμε πάλι στο θέμα μας, δούλευα, ήμουνα καθηγητής, παρότι σπούδαζα, ήμουνα καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Τεχνική Εκπαίδευση, τελείωσα και μετά έγινα καθηγητής στην Τριτοβάθμια Τεχνική Εκπαίδευση. Λόγω της βιομηχανικής εμπειρίας και της εμπειρίας της διδασκαλίας και προφανώς με είχανε κρίνει ότι ήμουνα καλός δάσκαλος, μεταδοτικός δάσκαλος, μου αναθέτανε πάντα να κάνω μαθήματα εξειδικευμένα στην ειδικότητα του μηχανολόγου μηχανικού. Θέλω να σου πω ότι εκεί έκανα κι ένα μπαμ. Πάντα πίστευα ότι ο μηχανολόγος μηχανικός, επειδή είναι το επάγγελμα που δεν επιτρέπεται λάθος… Στον μηχανολόγο μηχανικό, δεν επιτρέπεται η λέξη «λάθος», γιατί είναι άγνωστα τα αποτελέσματα που θα επιφέρει αυτό το λάθος. Σε όλα τα επίπεδα. Πίστευα ότι πρέπει να τον διακρίνει η διάθεση κάθε μέρα να μαθαίνει, η διάθεση κάθε μέρα να ακούει κι η διάθεση κάθε μέρα να συνεργάζεται. Αν αυτά δεν τα ’χει ο μηχανολόγος μηχανικός, δεν μπορεί να γίνει ποτέ μηχανολόγος μηχανικός. Θα γίνει μελετητής ψύξης και θέρμανσης σ’ αυτό το δωμάτιο. Άρα, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα[01:40:00] να θέλω τα παιδιά, τα δικά μου, γιατί εμένα όλα τα παιδιά ήταν δικά μου, δεν ήτανε παιδί δικό σου, παιδί του αλλουνού… Δικά μου παιδιά. Και γι’ αυτό δεν είχα ποτέ με τα παιδιά, ποτέ προβλήματα. Ποτέ, ποτέ. Θέλανε ταβέρνα, μαζί τους. Θέλανε μπάλα, μαζί τους. Θέλανε χαβαλέ, μαζί τους. Αλλά όταν ερχότανε η ώρα ο καθένας να κάνει ως ων ετάχθη, εκεί κάναμε σοβαρά πράγματα. Φαντάσου ότι εγώ τους έκανα ένα μάθημα, που το μάθημα αυτό έπρεπε να συλλάβει μία ιδέα, να υλοποιήσει την ιδέα, να τη σχεδιάσει την ιδέα, να την υλοποιήσει την ιδέα, να την εμπορευτεί την ιδέα ή την εικόνα. Για να το κάνει αυτό, θέλει δύο βασικά πράγματα: Συνεργασία και σκέψη. Όταν το ’κανα, λοιπόν, όταν είπα ότι: «Σε μένα θα φέρνετε computer, βιβλία, μεταξύ σας μπορείτε να συνεργάζεστε, μπορείτε να καθόσαστε στο ίδιο θρανίο». Η λέξη «αντιγραφή» δεν ταιριάζει σε έναν μηχανικό, γιατί δεν μου αρέσει η παπαγαλία. Τι να… Να θυμάται έναν τύπο απέξω; Τι θα γίνει; Και να μην τον θυμάται, τι έγινε; Θα γίνει μηχανικός; Μηχανικός είναι να τον φέρεις εδώ μέσα και να του πεις: «Έχω αυτό το πρόβλημα» και να σου δώσει λύση. Αυτός είναι ο μηχανικός.
Άλλαξε κάτι μέσα σας, όταν γίνατε δάσκαλος;
Όχι, ίσως να είδα με περισσότερη αγάπη τα παιδιά. Και είδα με περισσότερη αγάπη τα παιδιά, που είχανε ιδιαίτερα προβλήματα. Μια φορά έρχεται ένας γιος απ’ τον μεγαλύτερο μεταλλοκατασκευαστή στην Ελλάδα. Φτιάχνει ο πατέρας του –και τώρα πρέπει να ‘χει μπει κι αυτός–, στην Ελλάδα φτιάχνει γερανογέφυρες. Φτιάχνει γερανούς για λιμάνια, φτιάχνει πολύ υψηλές, σοβαρές δουλειές. Τον είχα μαθητή, λοιπόν, στο Τ.Ε.Ι., φοιτητή. Κάθε μέρα ερχότανε, κάθε χρόνο μάλλον, ερχότανε μ’ άλλο αυτοκίνητο, μαγκιές. Θα πω χαρακτηριστικά ότι αυτός ο πατέρας, απ’ το γεγονός που θα σας αναφέρω, όχι με συγκίνησε, τον αγάπησα και παρότι τον είδα μια φορά. Έρχεται ο νεαρός και μου λέει: «Κάτι τέτοιους καθηγητές, που κάνουνε τους δύσκολους, εμείς οι πλούσιοι τους πηδάμε», που λες. Λέω: «Επειδή τώρα εάν εγώ δεν είμαι καθηγητής και είμαι ο Θανάσης Τσαπλαρής και σε πλακώσω στο ξύλο, θα με γράψουν οι εφημερίδες, θα με γράψουν, θα με γράψουν, θα με γράψουν, αλλά όσο θα ’μαι εγώ εδώ και εσύ εκεί, από μένα δεν θα περάσεις ποτέ!». Πέρασαν κάνα-δυο εξεταστικές περίοδοι, άσπρη την έδινε την κόλλα, άσπρη τη γύριζα. Με παίρνει ο πατέρας του τηλέφωνο. «Ρε δάσκαλε», μου λέει, «τι δεν πάει καλά;». Λέω: «Αγαπητέ μου, κύριε, θα σου πω το και το, το γεγονός τι ελέχθηκε με τον γιο σου και τι του είπα εγώ» και του ανέφερα τα γεγονότα, του λέω: «Μπορείς να το επιβεβαιώσεις, γιατί πρέπει ν’ ακούσεις και τον άλλον, όχι τι λέω εγώ». Γιατί κάποτε με πήρε κι ένας πρώην Πρωθυπουργός τηλέφωνο, ένας που ήτανε βουλευτής, λέει: «Έχουμε ένα παιδί δικό μας», λέω: «Εμένα όλα τα παιδιά δικά μου, γιατί δικό σου δεν ξέρω αν είναι», του λέω. «Ε», μου λέει, λέω: «Όχι», του λέω, «θα κάνουμε μια συμφωνία», μου λέει: «Τι;», «Θα ‘ρθει να γράψει, θα την πάρω την κόλλα, θα τη βάλω σε εμπιστευτικό φάκελο και θα σ’ τη στείλω να τη βαθμολογήσεις εσύ». Κρακ και μου ’κλεισε το τηλέφωνο. Τέλος πάντων, μπορεί να ερχόταν ένας πατέρας και από ένα χωράφι και να μου ’λεγε: «Κάνε κάτι», θα το ’κανα. Αλλά να το έκανα γι’ αυτόν, γιατί; Του λέω: «Το και το», του πατέρα του, «αλλά πρέπει να το επιβεβαιώσεις και με το παιδί σου». Το επιβεβαίωσε. Μου ’πε δύο πράγματα, τα οποία μου αρέσανε. Το ένα δεν μου άρεσε, γιατί πάμε στα προβλήματα τα οικογενειακά. Μου λέει: «Το πρώτο κομμάτι που θα σου πω, επειδή εγώ», μου λέει, «είμαι στο εργοστάσιο συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια, έχω και τον μεγάλο γιο μου και τη μεγάλη κόρη μου στο εργοστάσιο, αυτόνα», μου λέει, «η πουτάνα, η γυναίκα μου, τον έκανε να σκέφτεται έτσι». «Αλλά», μου λέει, «εάν έρθει να γράψει και δεν γράψει και τον περάσεις, θα σε στείλω στον εισαγγελέα». Ναι. Δεν σου κρύβω, αυτό με χαροποίησε ιδιαίτερα. Μετά έφυγα εγώ με τη σύνταξη, τι έκανε αυτός τώρα; Πρέπει να πέρασε. Αλλά μου ’κανε εντύπωση αυτός ο πατέρας, που αυτός ο πατέρας ήθελε ένα παιδί, που να μπορεί να ‘χει τα φόντα να κάνει μία δουλειά. Έτσι; Με το άρπα κόλα ή με το βουβού; Σου λέει: «Εδώ κάνουμε σοβαρές δουλειές, κάνουμε δουλειές δισεκατομμυρίων, να τον έχουμε αυτόν να κάνει τι; Φύρα θα είναι! Ή θα γίνει σαν τ’ άλλα τα δυο παιδιά και θα τον πάρω μαζί μου ή ας κάνει ό,τι νομίζει». Δεν έχω μετανιώσει για ό,τι έκανα, όπως τα έκανα. Καμιά φορά μπορεί να ’χω μετανιώσει για θέματα, λόγω και του χαρακτήρα της εκρηκτικότητας, με τη σύζυγο να είπα καμιά κουβέντα παραπάνω, αλλά είμαι πάντα του δευτερολέπτου, που ό,τι γίνει σ’ ένα δευτερόλεπτο. Μετά, απ’ το χαρακτήρα μου. Να καταλάβεις ότι ποτέ δεν έχω μαλώσει με άνθρωπο μετά τα εφηβικά χρόνια. Ποτέ. Τώρα διαλεκτικά, έστω ν’ αλλάξουμε διάφορες αυτές, μπορεί να έχει συμβεί. Αλλά το να μαλώσω ότι δοσμένα μαλώνω, κάνω… Είμαι πάντα, ήμουνα, άνθρωπος του διαλόγου, άνθρωπος της λογικής σειράς των πραγμάτων. Προσπαθούσα να εξηγήσω σ’ έναν που σκέφτεται χαζά. Παραδείγματος χάριν, με την οδήγηση. Φταίει ο άλλος, βγαίνει κι από πάνω. Εγώ θα προσπαθούσα να του εξηγήσω γιατί κάνει λάθος. Και συνέβη και αρκετές φορές αυτό στην καριέρα μου. Πιστεύω να μεταλαμπάδευσα και στα παιδιά μου κάποιες τέτοιες αρχές, συμπεριφορές και πιστεύω εκεί να ’χω δικαιωθεί πολύ περισσότερο.
Μου είπατε πριν ότι κάνατε ραδιόφωνο.
Ναι.
Θέλω να μου πείτε ποια είναι η πιο ωραία απάντηση που έχετε πάρει ποτέ σε ερώτησή σας και τη θυμάστε ακόμα.
Ναι. Είναι ποδοσφαιρική. Είπα σε μία εκπομπή τότε ότι: «Αύριο προπονητής σ’ αυτή την ομάδα θα είναι αυτός». Χωρίς να ξέρω τίποτα, ούτε είχα πληροφόρηση. Από τα στοιχεία που συγκέντρωνα έβγαλα αυτό το συμπέρασμα, ότι θα είναι η Ιόλη προπονητής. Κι αφού την επόμενη μέρα έγινε, την παραπάνω μέρα: «Καλά, μάγος ήσουνα ή φακίρης;». Εντάξει, κι άλλες ερωτήσεις, αλλά που είχανε πολιτικό… Έχω μία αποστροφή στους δήθεν. Δεν μπορώ τους δήθεν. Προτιμώ έναν άνθρωπο να κάνει κάτι και να συνειδητοποιεί ότι το έκανε και να ζητάει συγγνώμη απ’ τον εαυτό του, παρά κάποιον ο οποίος δεν… τη λέξη «συγγνώμη» δεν την έχει, κι ας είναι το παιδί μου. Η λέξη «συγγνώμη» είναι ένα απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά που πρέπει να διέπει έναν άνθρωπο, γιατί κατανοεί ότι έκανε λάθος, ότι πείραξε άνθρωπο, ότι έκανε κακό σε άνθρωπο και ζητάει συγγνώμη. Αλλά να είναι συγγνώμη.
Είναι ωραίο αυτό που είπατε: «Και συγγνώμη και στον εαυτό σου».
Ναι.
Πολύ βασικό.
Ναι.
Δεν το είχα σκεφτεί μ’ αυτά τα λόγια ποτέ.
Κι εγώ, βέβαια, ποτέ δεν είχα αυτό που έχουν πάρα πολλοί άνθρωποι. Και στο οικογενειακό περιβάλλον και στο χαρακτήρα μου. Το κτητικό κομμάτι. Δεν μας ανήκει απολύτως τίποτα. Τίποτα. Φαινομενικά λέμε: «Είναι δικό μου το παιδί», αυτό το ξέρει μόνο η μάνα, οι άντρες. Μόνο η μάνα ξέρει ποιανού είναι το παιδί, κι αυτή, άμα δεν είναι μεθυσμένη.
Γενικά η ιδιοκτησία είναι κοινωνική κατασκευή. Η έννοια της ιδιοκτησίας, πιστεύω ότι είναι κοινωνική κατασκευή.
Τώρα σε μία γυναίκα που λέει: «Ο δικός μου», τι κοινωνική κατασκευή; Δεν της κόβει και λέει! Τι δικός της είναι; Γατί; Το ’χεις αγοράσει και είναι κτητικό δικό σου; Ή κάποιες άλλες – περισσότερο το λένε γυναίκες: «Θα τον φτιάξω εγώ!». Τι να φτιάξεις, μωρέ; Τι να φτιάξεις; Στραβό είν’ το στραβό. Ισιώνει το στραβό; Δεν ισιώνει! Βρε δεν πά’ να το κάνεις, το στραβό του θα το ’χει. Κι εγώ έλεγα με τις φοιτήτριες, μου μίλαγαν οι φοιτήτριες, ερχόντουσαν και μου λέγανε,[01:50:00] δεν μπορείς να φανταστείς. Σε επίπεδο φίλου και πατέρα. Αλλά πιο πολύ φίλου. Ανθρώπου, δηλαδή, που ξέρανε ότι δε θα εκτεθούνε, δε θα το μάθει ο διπλανός. Έχω κι αυτό το πλεονέκτημα. Το δεξί μου χέρι δεν ξέρει τι ξέρει τ’ αριστερό. Με την έννοια ακόμα και του εξομολογητή δάσκαλου. Ήρθε μία κοπέλα κάποτε –όχι ήρθε, την είχα στο μηχανουργείο. Ήταν απ’ το Βόλο. Πολύ ωραία κοπέλα, η γκόμενα. Κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Μια μέρα της λέω: «Έλα να σου πω κάτι, έλα στο γραφείο μου». Λέει: «Γιατί δεν κάθεσαι να περάσεις το μάθημα κι άλλα δυο, που χρωστάς, να πάρεις το πτυχίο; Η ομορφιά έρχεται και παρέρχεται. Αυτό εδώ είναι ένα αβαντάζ, το οποίο θα σ’ οδηγήσει…», μπούρου, μπούρου, μπούρου, μπούρου…. Μετά από δύο μέρες, που την ξαναείχα πάλι, μου λέει: «Κύριε, με προβληματίσατε πάρα πολύ κι επειδή δεν έχω άνθρωπο να μιλήσω, κρατάτε λόγο;». Λέω: «Είναι σαν να μην το είπες», λέω, «πες μου. Κάτι έχω καταλάβει, αλλά δεν μπορώ να προσδιορίσω». «Εγώ», μου λέει, «κάνω βίζιτες». «Ε;», λέω. Μου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι. «Πώς;», της λέω. Μου λέει: «Στο κόλπο με έβαλε η αδερφή της μάνας μου». Λέω: «Η αδερφή της μάνας σου;», «Ναι» μου λέει, «έκανε κι αυτή αυτή τη δουλειά. Έχει κάνει μεγάλη περιουσία». «Τι ήτανε», λέω, «το κομμάτι που σε οδήγησε εσένα; Ποιο ήταν», λέω, «το κομμάτι που σε οδήγησε εσένα σ’ αυτό;» «Να», μου λέει, «να σου πω, γιατί τώρα», μου λέει, «μιλάμε ξεκάθαρα. Άμα», μου λέει, «πάω μ’ αυτόν τον συμφοιτητή, τι θα πει; “Το πήδηξα, το πουτανάκι”. Αν πάω με τον άλλον, τι θα πει; Το ίδιο. Αν πάω με σένα, τι θα πει; Το ίδιο. Πουτάνα; Πουτάνα. Να τα παίρνω κιόλας». Και λέω: «Τι σκέφτεσαι να κάνεις;», «Επειδή τώρα», μου λέει, «είμαι 24, έχω μαζέψει», μου λέει, «150.000.000 σε δραχμές. Θα τα φτάσω 200». «Γιατί;», της λέω. «Να είμαι», μου λέει, «οικονομικά ανεξάρτητη». «Ωραία, και τι θα κάνεις;» «Θα βρω», μου λέει, «γιατί μ’ αρέσει πολύ η οικογένεια, αυτή που δεν είχα εγώ ποτέ, θα βρω έναν πολύ καλό μηχανικό, γιατρό, στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξανδρούπολη, στα Γιάννενα, στο Ηράκλειο, στην Καβάλα, θα φύγω», μου λέει, «από δω και θα κάνω δύο με τρία παιδιά, για τα οποία», μου λέει, «σε πληροφορώ, θα είμαι η καλύτερη μάνα». Λέω: «Αυτό το πιστεύω», γιατί είχα εγώ καμιά-δυο περιπτώσεις παιδιά που ήτανε ιερόδουλων γυναικών. Αστέρια. Αστέρια! Ναι, εκεί τα συναισθήματα, μ’ έπιανε το στομάχι μου, μ’ έκανε… Θα σου πω κάτι απ’ την καθηγητική μου διαδρομή. Ήμουνα στο Τ.Ε.Ι., στη Σιβιτανίδειο κι έκανα μάθημα, ένα πολύ δύσκολο μάθημα, Θερμικές Κατεργασίες το λένε, είναι αυτό που λέμε βαφές μετάλλων, πώς μεταποιούμε τα μέταλλα βάσει διαφόρων μεταλλουργικών διαδικασιών και έκανα και στο Λύκειο στη Σιβιτανίδειο. Κάποιο απ’ τα παιδιά, όχι απ’ τα δικά μου, από άλλο συνάδελφο, γιατί μπαίναμε δυο-τρεις, σπάσανε ένα σκληρόμετρο το λέμε, ένα όργανο, το οποίο… Επειδή εγώ δεν είχα ποτέ προσβάσεις, ούτε στα γραφεία, ούτε σε χώρους με γραμμένους: «Ποιος το ’κανε; Το τμήμα του Τσαπλαρή». Αυτός που ήτανε, που έγινε το αυτό, ήταν αυτός τον οποίο είχα μάθει εγώ να κάνει αυτή τη δουλειά. Είχαμε έναν διευθυντή τότε, ο οποίος ήταν ο μαθηματικός μου το ’69, το ’70 και μετά συνάδελφος. Ήξερε τι πράμα είμαι και διορίζει Ε.Δ.Ε.: Ένορκη Διοικητική Εξέταση. Και αφού αυτοί, λοιπόν, λέγανε διάφορα και διάφορα και διάφορα, πέντε-έξι βοηθοί μου, οι οποίοι μάθανε και κάνανε και τον, έμαθαν αυτόν και τον μάστορά μου τονε… Τους λέει: «Αυτά τα έκανε ο Τσαπλαρής;», λένε αυτοί: «Ναι». Αυτός δεν μπορούσε να κάνει κάτι, αφού ήταν έγγραφες, ενυπόγραφες οι καταγγελίες, έπρεπε σαν διευθυντής ν’ αποσυμφορήσει το περιβάλλον. Και με στέλνουνε ένα χρόνο σε σχολείο για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Προϊστάμενο του μηχανολογικού τομέα. Εκεί έπαθα το black out. Εκεί είδα τι σημαίνει υγεία, τι σημαίνει πάνω απ’ όλα ψυχική υγεία και τι σημαίνει υγεία από ασθένειες που είχανε σχέση με τη γέννηση των παιδιών με μειωμένη διανοητική κατάσταση. Φαντάσου ότι πήγα εκεί Σεπτέμβριο και μέχρι τα Χριστούγεννα δεν μπορούσα να φάω το μεσημέρι. Φεύγοντας απ’ το σχολείο αυτό, ήρθε και ο διορισμός μου μέσα από το –τότε ήμουνα, μέχρι τότε ήμουνα αναπληρωτής–, ήρθε κι ο διορισμός μου μέσα απ’ την επετηρίδα και πήγα στη ΣΕ.ΛΕ.ΤΕ., σ’ ένα άλλο μεγάλο σχολείο τεχνικό. Εκεί τα πρώτα τρία-τέσσερα χρόνια έκανα στο Λύκειο, στο τεχνικό Λύκειο μάθημα και έπαιρνα και λίγες ώρες μετά στο Τ.Ε.Ι. Όταν φέρανε κάποια εξελιγμένα μηχανήματα για τον μηχανολογικό τομέα, λόγω της εμπειρίας που είχα απ’ τη βιομηχανία, που δούλευα παράλληλα εγώ στη βιομηχανία, έγινα και καθηγητής του Τ.Ε.Ι. Κι απ’ αυτή την εμπειρία που είχα μετά, έκανα και μαθήματα στο Πολυτεχνείο. Ιδιαίτερα στις θερμικές κατεργασίες, που οι θερμικές κατεργασίες είναι ένα σπουδαίο κεφάλαιο της μεταλλουργίας. Πώς χρησιμοποιούμε τα μέταλλα, προσθέτοντάς τους ή αφαιρώντας τους διάφορα υλικά. Τα κάνουν πιο σκληρά, πιο μαλακά. Ένα κομμάτι που θέλω να αναφέρω εδώ, έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα, είναι –και το λένε και πολλοί υποτιθέμενοι, που ξέρουν τα μέταλλα–, λένε: «Αυτό είναι ατσάλι». Στην ελληνική γλώσσα η λέξη «ατσάλι» δεν υπάρχει, γιατί δεν προσδιορίζει τίποτα. Δεν προσδιορίζει, η λέξη «ατσάλι», λένε: «Σκληρό». Πού σκληρό; Πόσο σκληρό; Αυτό είναι κομμάτι της μεταλλουργίας που φτιάχνουμε τους χάλυβες. Οι χάλυβες έχουνε ονοματεπώνυμο. Χάλυβας stahl τάδε, χάλυβας stahl τάδε, χάλυβας stahl τάδε. Μετά πάμε στις προσμίξεις, που είναι τα χαρμάνια, για να γίνει κατανοητό, που λέμε: «Ανοξείδωτος χάλυβας με μαγνήσιο, με μαγγάνιο, με νικέλιο, με, με, με», εκατόν τόσοι ανοξείδωτοι χάλυβες. Αυτό εννοεί η πιάτσα κι η αγορά «ατσάλι», ενώ δεν υπάρχει. Όπως –παιδαγωγικού χαρακτήρα αυτό, που θα πω, πάλι– ο περισσότερος κόσμος και εξειδικευμένος κόσμος και ιδιαίτερα αυτοί που προσπαθούν να δώσουνε γνώση στα παιδιά μεταξύ Γυμνασίου και Λυκείου δεν μιλάνε την ελληνική γλώσσα σε κάποια πράγματα ή δεν κατανοούν την ελληνική γλώσσα σε κάποια πράγματα. Ρώταγα, ας πούμε, δασκάλους, καθηγητές, μη τεχνικούς: «Πώς λέμε στα ελληνικά το ρουλεμάν;» και: «Τι», λέει, «ρουλεμάν;». Να, εσύ είσαι απόφοιτη Νομικής, πώς να το ξέρεις; Από εσένα δεν είχα την απαίτηση να το ξέρεις, γιατί δεν είσαι δάσκαλος. Αλλά λέμε: «Ρουλεμάν», είναι μία ξένη γλώσσα, τι σημαίνει «ρουλεμάν»; Για την ελληνική γλώσσα δεν σημαίνει τίποτα. Το «ρουλεμάν» στην ελληνική γλώσσα έχει την ταυτότητα αυτουνού που εννοεί: Ένσφαιρος τριβέας. Ένα σύνολο τρυπημένων επιφανειών με σφαιρίδια. Ή, ξέρω γω, άλλη ελληνική γλώσσα, που δε λέγεται: Τι είναι το γρανάζι; Κανείς δεν ξέρει το γρανάζι τι είναι στην ελληνική γλώσσα. Ελάχιστοι το ξέρουν.
Τι είναι ή πώς το λένε; Γρανάζι.
Οδοντωτός τροχός. Απεικονίζει ακριβώς αυτό πού είναι. Τι σημαίνει γρανάζι; Αν θα το μεταφράσουμε στα Ελληνικά, σημαίνει ένας τροχός που έχει δόντια. Οδοντωτός τροχός. Και πολλά άλλα ακόμα. [02:00:00]Αυτό το αναφέρω για έτσι, για την ιστορία. Εκεί νομίζω ότι όταν πήγα και στο Τ.Ε.Ι. και στο Πολυτεχνείο κάποιες ώρες που έκανα εκεί σαν ωρομίσθιος, μ’ άρεσε, γιατί ξεδίπλωνα τα χαρακτηριστικά του εαυτού μου και τα τεχνικά και τα γνωστικά σε συνάρτηση με το παιδαγωγικό κομμάτι και έβλεπα πόσο ευχαριστημένοι ήτανε οι φοιτητές. Και πέρασα πολύ ωραία χρόνια με τους φοιτητές, ενώ άλλοι αγανακτούσανε, δεν μπορούσαν να μπούνε στα τμήματα… Πρωτοτύπησα και σε κάνα-δυο στιγμές φοιτητικές όπως, ας πούμε, το θέμα το εξετάσεων. Εγώ επέτρεπα στους φοιτητές να συνεργάζονται μεταξύ τους στις εξετάσεις, να έχουνε βιβλία, να έχουνε… Γιατί θεωρώ ότι ο μηχανολόγος μηχανικός δεν είναι υποχρεωμένος να ξέρει απ’ έξω πράγματα. Αυτό που είναι υποχρεωμένος να ξέρει είναι να σκέφτεται. Και στις υπόλοιπες ώρες εγώ δούλευα και στον ιδιωτικό τομέα, πάντα σε τεχνικά θέματα και μετά και σε νομικά τεχνικά θέματα. Είχα την τύχη να είμαι από τους, αυτούς που δημιουργήσαν τη νομοθεσία για την υγιεινή και την ασφάλεια στην εργασία. Επειδή είχα την βιομηχανική εμπειρία, λύσαμε πάρα, πάρα πολλά προβλήματα, αλλά δημιουργήθηκαν και άλλα προβλήματα από τους μη γνώστες του αντικειμένου, όπως ένας Υπουργός που ήταν της εποχής εκείνης. Μ’ έφερνε διατάξεις φωτογραφικές κι εγώ του ’λεγα: «Αυτό δεν το περνάω» και σκοτωνόμασταν. Και κάποια στιγμή μαλώσαμε και χοντρά και δεν πήγαινα στην επιτροπή για τρεις μήνες. Δεν μπορούσα τις φωτογραφικές διατάξεις. Το θεωρώ άδικο και άστοχο για τους υπόλοιπους. Τέλος πάντων, η εμπειρία μου και η ενασχόλησή μου με τον ιδιωτικό τομέα ταυτόχρονα μου έδινε πάρα πολλές γνώσεις σε πολλά γνωστικά αντικείμενα, που ενδιαφέρανε τους φοιτητές. Κι ήταν για μένα, εγώ ήμουν πάντα της φιλοσοφίας ότι όσο αναπνέω, μαθαίνω. Όσο έχω τα μάτια μου και τ’ αυτιά μου ανοιχτά, μαθαίνω. Και δεν μπορώ να δεχτώ ότι ένας εκπαιδευτικός, παράλληλα τεχνικός, κλείνεται σε κουτιά, που του υπαγορεύουνε, σε παρένθεση, παιδαγωγικές συνθήκες. Ήμουνα ο δάσκαλος που πήγα τους φοιτητές μου στα πιο πολλά εργοστάσια, γιατί έπρεπε να δούνε, ν’ ακούσουν, να καταλάβουν ποια είναι η ζωή τους. Και ήτανε, είχα τύχει καλής αποδοχής απ’ αυτή τη συμπεριφορά. Δηλαδή, με τα παιδιά ήμουνα φίλος και δάσκαλος όποτε χρειαζόταν το ένα και όποτε χρειαζόταν το άλλο. Να σου πω ένα επεισόδιο που είχα μια φορά στο Τ.Ε.Ι. Πειραιά. Έκανα το μάθημα Θερμικές Κατεργασίες και μάλιστα είχαμε φτάσει να είχαμε βάψει κάποια μέτρα και θα πηγαίναμε να τα σκληρομετρήσουμε. Στο τμήμα των δέκα ατόμων που είχα, ήταν κι ένα ζευγάρι φοιτητών, που τάχα είχανε γίνει ζευγάρι. Καθόντουσαν στα τελευταία θρανία και φιλιόντουσαν, λέω: «Παιδιά, περάστε έξω, δεν… για μένα καμία επίπτωση για σας και κάντε ό,τι θέλετε, αλλά εδώ…». Μια, δυο, τρεις φορές δεν εισακούστηκα και είχα ένα λαδικό στα χέρια μου. Νευρίασα πάρα πολύ, τους πέταξα το λαδικό στο κεφάλι. Σκύψανε και το λαδικό πήγε στον τοίχο, γιατί ήτανε το τελευταίο θρανίο και άνοιξε και τα γέμισε λάδι. «Θα πάμε στον προϊστάμενο του τμήματος». Για καλή μου τύχη ήταν, ο πρόεδρος του τμήματος των φοιτητών ήτανε στο τμήμα. Λέει: «Σας είπε ο άνθρωπος πενήντα φορές: “Μη” και: “Μη” και: “Μη” και: “Μη” , το παρακάνατε. Σας είπε: “Βγείτε έξω, καμία επίπτωση”, εσείς το συνεχίζετε, θα βρει και τον μπελά του;». Ήτανε ένα απ’ τα δύο επεισόδια που είχα άσχημα στα τριάντα πέντε χρόνια. Άλλο ένα ήταν όταν ήμουνα, έκανα, στο τεχνικό Λύκειο Αργυρούπολης είχα πάει για έναν χρόνο και στην αρχή όταν ξεκίνησε το σχολείο, τον Σεπτέμβριο, τους έκανα το μάθημα του μηχανολογικού σχεδίου, το οποίο ήταν τέσσερις ώρες κάθε Παρασκευή, Σάββατο, Σάββατο νομίζω. Γινόταν Σάββατο το μάθημα τότε, κάθε τέσσερις ώρες. Μπήκαν τα παιδιά μέσα, με τα όργανα και ξέρω γω, μπαίνει και ένας τύπος, μάγκας. Αυτό πρέπει να έγινε το ’84, ’85. «Ποιος είναι σήμερα εδώ, να πούμε;» Ποιος καθηγητής μπήκε στο μάθημα. Τα παιδιά, ξέρεις, γελάγανε, εγώ δεν είπα τίποτα, αυτός κάθισε στο τελευταίο θρανίο κι έλεγε διάφορα. Χτυπάει το διάλειμμα, βγαίνουν τα παιδιά και τον κρατάω στην πόρτα. Επειδή ήμουν κι εγώ νεαρός τότε και το καθηγητηλίκι και ο καθωσπρεπισμός δεν μου πήγαινε και πολύ έτσι assorti, τον έπιασα απ’ το λαιμό τον μαθητή αυτόν. Κι αφού του είπα κάποια Γαλλικά, άδειασε, έπεσε, έπεσε κάτω. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένας καθηγητής θα του φερόταν έτσι. Του λέω: «Θα έρχεσαι, εγώ στο τέλος θα σου βάλω 10, αλλά στο μάθημα θα έρχεσαι, δεν θα κάνεις τίποτα, θα είσαι Παναγία. Συμφωνείς;». «Ναι», μου λέει. Κι έτσι πέρασε όλη η χρονιά μας. Πίστευα ότι ήταν καλό παιδί, όμως. Τώρα γιατί παραφέρθηκε εκείνη τη στιγμή… Περάσαν δέκα χρόνια. Κάνω μάθημα σε μία αίθουσα στο Τ.Ε.Ι. και μου χτυπάει την πόρτα ένας κύριος και μπαίνει μέσα, μου λέει: «Μπορώ να σας απασχολήσω;», λέω: «Θα ’ρθω εγώ», γιατί ήτανε ώρα μαθήματος. Βγαίνω απέξω: «Ποιος είσαι;», του λέω. Μου λέει: «Δεν με θυμόσαστε;». Λέω: «Δεν σε θυμάμαι». Μου λέει: «Είμαι ο Σταύρος». «Σταύρος», λέω, «για θύμισέ μου παρακάτω». «Αυτόν που πιάσατε στην Αργυρούπολη απ’ τον λαιμό;» «Και τι έγινε, ρε Σταύρο;», του λέω. «Πώς από δω;» Μου λέει: «Ήθελα να σου πω ένα ευχαριστώ, αλλά θα σ’ το πω με διαφορετικό τρόπο». Του λέω: «Τι, ρε Σταύρο;». Μου λέει: «Ήρθα να σου πω ότι θέλω να με στεφανώσεις, να με παντρέψεις». «Γιατί;», του λέω. «Γιατί ίσως», μου λέει, «να ’σουν ο άνθρωπος που δεν πήγα φυλακή μετά», που δεν έγινε κακό παιδί… «Ίσως να ’σουν ο άνθρωπος», λέει, «που μ’ έκανε να σκέφτομαι κι αυτό θέλω να στο ξεπληρώσω». «Πότε παντρεύεσαι;», μου είπε μία ημερομηνία που εγώ είχα τότε κανονίσει να πάω στην Αμερική. Κι έτσι λέω: «Σταύρο, δε γίνεται». «Όχι!», μου λέει, λέω: «δε γίνεται, παιδί μου, σ’ ευχαριστώ, με κάνεις και νιώθω όμορφα, αλλά δε γίνεται». Αυτά ήταν τα δυο αρνητικά στοιχεία στα τριάντα πέντε χρόνια που έκανα τη δουλειά του δάσκαλου, γιατί εγώ καθηγητής δεν μπορώ να πω ότι ήμουνα, αλλά δάσκαλος μπορώ να πω ότι ήμουνα.
Ποια η διαφορά για εσάς;
Η μέρα με τη νύχτα. Δάσκαλος ο Σωκράτης, δεν ήταν καθηγητής. Δάσκαλος ο Αριστοτέλης, δεν ήταν καθηγητής. Δάσκαλος ο μέντορας του περίφημου Einstein, δεν ήταν καθηγητής. Ενώ ήταν μαθηματικός, απαιτούσε οι φοιτητές του να τον λένε: «Δάσκαλο». Όχι ότι κόλλησα αυτή την ψώρα. Πιστεύω ότι ο δάσκαλος είναι μια άλλη φιλοσοφία στο «διδάσκω». Άλλο στο να καθοδηγώ και άλλο στο να διδάσκω. Τόσο απλά. Δική μου εξήγηση, δεν ξέρω και δεν διεκδικώ το αλάθητο του Πάπα, αλλά αυτή την έννοια μπορώ να δώσω εγώ μεταξύ δάσκαλου και καθηγητή. Άλλο να καθοδηγώ έναν άνθρωπο κι άλλο να τον διδάσκω, έναν άνθρωπο. Όσα χρόνια, λοιπόν, ήμουνα στην εκπαίδευση, παράλληλα είχα και εξωτερικές εργασίες με πολλές και διαφορετικές δραστηριότητες. Έκανα μελέτες επενδυτικού ενδιαφέροντος, μελέτες που είχανε επενδυτικό ενδιαφέρον σε μηχανολογικούς χώρους, έμαθα πάρα πολύ καλά το κομμάτι που ήτανε για την αντικατάσταση βιομηχανικών εγκαταστάσεων, όσον αφορά τον εξοπλισμό και το νομικό κομμάτι και το οικονομικό και το τεχνικό και συνεργάστηκα με πολύ μεγάλους ομίλους, φτιάχνοντας φακέλους για επιδοτήσεις, κάνοντας εκπαίδευση σχεδόν σε όλους τους βιομηχανικούς ομίλους στην Ελλάδα στο κομμάτι υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία, δημιούργησα πάρα πολλούς τεχνικούς ασφαλείας και είχα και πλήρη αναγνώριση από τον κόσμο της βιομηχανίας στο πώς θα πρέπει να επενδύουμε [02:10:00]στην υγιεινή και την ασφάλεια γιατί ο εργαζόμενος είναι το σπουδαιότερο εργαλείο σε μία επιχείρηση. Οι Αμερικάνοι λένε: «Θέλω να ’χω έναν εργαζόμενο που να μου αποδίδει το 30% ή το 98%;». Όταν έχω έναν εργαζόμενο, πρώτα πρέπει να ’χει νιώσει ο ίδιος ότι είναι ασφαλής στη δουλειά του, δουλεύει με μεγαλύτερη διάθεση, με μεγαλύτερη άνεση. Μαθαίνει πολύ περισσότερα πράγματα που έχουν στόχο τη βελτίωση της δουλειάς του. Αν έχω έναν εργαζόμενο ο οποίος είναι άρρωστος απ’ τις συνθήκες εργασίας –και οι αρρώστιες είναι από ψυχολογικές μέχρι τραυματικές–, δεν μου αποδίδει, δεν μου είναι χρήσιμος για τη βιομηχανική μου δράση και γίνονται πάρα πολλά λάθη από τους φόβους του, από τις αγωνίες του, από, από, από, και τα λάθη αυτά δεν αφορούν μόνο αυτόν, δεν ξέρουμε και τι επίπτωση μπορεί να ’χουνε και στους υπόλοιπους εργαζόμενους. Όσοι υπεύθυνοι βιομηχανιών κατανοούσανε αυτά τα οποία λέγαμε, βελτιώσαν κατά πολύ τις συνθήκες εργασίας και κατά πολύ το εργασιακό περιβάλλον και το οικονομικό περιβάλλον γι’ αυτούς. Μύησα πάρα πολλούς ανθρώπους στα bonus, λόγω ιδιαίτερης απασχόλησης ή πολλαπλής απασχόλησης μέσα στον χώρο. Ένα απ’ τα πράγματα που έκανα σε τέσσερις-πέντε μεγάλες βιομηχανίες ήτανε ότι δεν υπάρχει αυτό που λένε «ο αντικαταστάτης», τον αντικαταστάτη τον δημιουργώ στη θέση εργασίας, γι’ αυτό έλεγα σε πολλούς ότι πρέπει να κάνουν την εργασία-ρολόι. Στο γκρουπάρισμα θα πρέπει: Σήμερα κάνω αυτή τη δουλειά, αύριο θα πρέπει να ξέρω να κάνω κι αυτή τη δουλειά, μεθαύριο να ξέρω να κάνω κι αυτή τη δουλειά, ούτως ώστε οποιαδήποτε στιγμή βρεθώ στη σειρά παραγωγής, στην αλυσίδα παραγωγής, να μην υπάρχει κενό κομμάτι και πάει η παραγωγή πίσω και όλα όσα συμπλέανε με το αρνητικό κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτό εκτιμήθηκε από αρκετούς. Πρέπει να σου πω ένα πολύ καλό ευτράπελο. Όταν ήμουνα εργοδηγός στη ΖΑΜΑ, φοιτητής ων, μ’ άρεσε να ψάχνομαι, να ερευνώ. Είχα ένα γραφείο, το οποίο έβλεπε όλο το εργοστάσιο, σ’ ένα πατάρι. Επειδή κάναμε καθημερινές μετρήσεις παραγωγής έβλεπα ότι Δευτέρα και Πέμπτη πέφτει η παραγωγή. Κι έψαχνα να βρω τι γινότανε. Μιλάμε τώρα για το 1972. Τι γίνεται; Γιατί; Και τι ανακάλυψα; Εκεί, λοιπόν, διαπίστωσα ότι η παραγωγή έπεφτε, γιατί υπήρχαν δυο αθλητικές εφημερίδες και πηγαίναν ανά μισή ώρα, ανά δύο άτομα στις τουαλέτες να διαβάσουν τις εφημερίδες. Τους ανακάλυψα, λοιπόν, τους τύπους και τότε καθιερώσαμε δύο πράγματα. Πρώτο πράγμα ήταν ότι κάναμε το διάλειμμα το τέταρτο 11:00 με 11:15. Μπορούσαν όλοι να κολατσίσουν –δεν υπήρχε προηγουμένως–, να κολατσίσουν, να πάνε στην τουαλέτα, να κάνουν τσιγάρο, να, να, να, να… Οτιδήποτε. Μέσα σ’ ένα τέταρτο-εικοσάλεπτο. Και το άλλο κομμάτι που διεπίστωσα ήταν ότι –κι αυτό με βοήθησε αργότερα στη νομοθεσία για την υγιεινή και την ασφάλεια στην εργασία, να δούμε σε ποιες χρονικές στιγμές γίνονται τα ατυχήματα. Όλα αυτά είναι αναλυμένα επιστημονικά. Διεπίστωσα ότι θα μπορούσε να συμβεί ένα ατύχημα μεταξύ 09:00 και 10:00 το πρωί. Γιατί; Επηρεαζόντουσαν πάρα πολύ, επηρεάζεται πάρα πολύ ο εγκέφαλος απ’ την επισταμένη προσοχή στο αντικείμενο κι απ’ τον πρωινό οίστρο να θέλει να κοιμηθεί. Μεταξύ 09:00 και 10:00, που στη βιομηχανία δε χωράνε αστεία, ούτε περίπου, ούτε παρά πέρα, ούτε παρά κάτω. Γίνεται ατύχημα και το ατύχημα δεν ξέρουμε τι έκταση μπορεί να πάρει. Έχει ατύχημα για τον ίδιο τον εργαζόμενο που το προκαλεί ή είναι μεταδοτικό και για άλλους ακόμα; Γιατί είχαμε πολλά, πάρα πολλά τέτοια γεγονότα. Και το δεύτερο κομμάτι, που πάλι έρχεται η υπνηλία είναι μετά το κολατσιό. Και για το πρώτο καθιέρωσα τη μουσική στο εργοστάσιο. Τότε δε υπήρχανε δύο κατηγορίες μουσικής, ήτανε η –ας τη χαρακτηρίσω–, η νεανική μουσική και ήταν και η λαϊκή μουσική. Επίσης, στο εργοστάσιο ο περισσότερος κόσμος ήτανε μιας κάποιας ηλικίας, δηλαδή δεν ήταν νεαροί, βάλαμε λαϊκή μουσική. Τ’ αφεντικό κάποια στιγμή μου λέει: «Τι κάνεις;», λέω: «Στις μετρήσεις θα φανεί τι κάνω» και διαπιστώθηκε ότι λιγοστέψαν τα μικροατυχήματα, οι μικροπαρατηρήσεις όσον αφορά τ’ ατυχήματα και βελτιώθηκε κατά πολύ το ποιοτικό έργο, το παραγόμενο, γιατί δεν κοιμόντουσαν ή δεν είχαν υπνηλία στην καλύτερη περίπτωση. Αυτά με βοηθήσαν περισσότερο πάρα πολύ μετά στη διαδικασία της υγιεινής και της ασφάλειας στην εργασία.
Άρα, αποδεικνύεται ότι κανόνας βγαίνει μέσα απ’ τη ζωή.
Πάντα.
Ότι την εξυπηρετεί.
Πάντα, πάντα. Όταν έχω την ικανότητα να δημιουργώ νέα πράγματα στον χώρο της δουλειάς που είμαι, σε όλα τα επίπεδα, το ίδιο το είχα προτείνει και στην Α.Δ.Ε.Δ.Υ. για την κυκλική εργασία, το ρολόι και στις δημόσιες υπηρεσίες. Δε σταματάει η δημόσια υπηρεσία. Τι; Έλειψε ο υπάλληλος και; Κλείνει το μαγαζί; Δεν θα ’πρεπε ένας υπάλληλος απ’ το group, που είναι εκεί, να ξέρει να διεκπεραιώνει τις δουλειές; Βέβαια, αυτό μου κόστισε και κάποιες θέσεις εξέλιξης. Οι παρατηρήσεις αυτές. Αλλά, εντάξει, εγώ αρκούμαι σ’ αυτά τα οποία έκανα και μ’ άρεσε και τα ’κανα, γιατί άρεσαν σ’ εμένα πρωτίστως και δεν είχα καμία διάθεση να, ούτε τίτλους να παίρνω ούτε… Γιατί δεν είχα ανάγκη τίτλων. Εγώ ό,τι έκανα το έκανα μέσα απ’ τη δουλειά και απ’ τη δουλειά πορευόμουνα στους τίτλους, όχι από τους τίτλους στη δουλειά. Και βέβαια, δεν χρησιμοποίησα ποτέ στη ζωή μου, ούτε εγώ ούτε η οικογένειά μου, πολιτικό μέσο, για να βελτιώσω τη δουλειά μου. Η γυναίκα μου ήταν δασκάλα, δεν είχε λόγο να έχει πολιτικές συντεχνίες. Εγώ, η πολιτική με άφηνε παγερά αδιάφορο. Μου άρεσε η πολιτική, αλλά όχι με την έννοια της κομματικοποίησης. Και γινόντουσαν διάφορα ευτράπελα στους χώρους δουλειάς με μένα και με τους κομματάρχες. Κάθε μορφής κομματάρχη και κάθε κόμματος κομματάρχη. Είχαμε και ρίξεις, είχαμε και επεισόδια καλαμπουριού, είχαμε και διάφορα, πολλά, διάφορα. Τους έβαζα και μαλώναν μεταξύ τους, ναι, τη στιγμή που είχανε το ίδιο αντικείμενο, είχανε την ίδια οικονομική δυσπραγία κι αυτοί ενδιαφερόντουσαν αν θα γίνει πιο πλούσιος ο Βαρδινογιάννης ή ο Λάτσης. Βρε, κοίταξε τι θα κάνεις με τον εαυτό σου. Άσ’ τα συμφέροντα. Δηλαδή, τους πήγαινε η πολιτική διαδικασία κι αυτό το μεγάλο για μένα αμάρτημα, που λέγεται ελληνική τηλεόραση, οδηγεί τον κόσμο σε καταστάσεις, που να μην ελέγχει τον εαυτό του, αλλά να τον ελέγχουνε χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα. Να μην ελέγχει ο ίδιος τις αδυναμίες του, τις δυνατότητές του, τις ικανότητές του, τις πράξεις του, αλλά εύκολα να σύρεται και να άγεται και να φέρεται από τα γνωστά μικροκομματικά συμφέροντα ή τότε γινόντουσαν και στην εποχή τη δική μου ήταν και πολύ έντονα τα κομματικά δρώμενα. Υπήρχε μεγάλη αντιπαλότητα, υπήρχε αυτό το χαζό: οι δικοί σας και οι δικοί μας. Το θεωρώ το πιο βλακώδες που μπορεί να είναι σ’ ένα χώρο δουλειάς, όποιος κι αν είναι αυτός. Οι δικοί σας κι οι δικοί μας. Ιδιαίτερα στον χώρο της παιδείας. Στον χώρο της παιδείας η δουλειά μας είναι τα παιδιά, τίποτα άλλο. Κάποτε μου επιτεθήκανε συνάδελφοι απ’ τον χώρο της εκπαίδευσης, όταν είπα ότι… Επειδή ήμουνα βιομηχανικός, δεν ήμουνα της καρέκλας, έβλεπα ότι η τεχνική εκπαίδευση φθίνει. Κι αν πάρουμε το γνωμικό «το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι», όταν ο εκπαιδευτικός δεν είναι ενημερωμένος, [02:20:00]όταν ο εκπαιδευτικός είναι μακριά από την εξέλιξη κι απ’ την πραγματικότητα, τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί; Στα Τ.Ε.Ι. και στα τεχνικά σχολεία είχαμε και ευτράπελα. Υπήρχαν μαθητές και φοιτητές, που ξέραν πιο πολλά απ’ τους καθηγητές, γιατί τα παιδιά ήταν στη βιομηχανία, ήταν στην πράξη, ήτανε στη φωτιά. Οι άλλοι ήτανε στην καρέκλα και γινόντουσαν διάφορα ευτράπελα. Πού να σας τα διηγούμαι; Είναι τόσα πολλά, που… Αυτό είχα σαν συνέπεια να πω, λοιπόν, τότε εγώ, να κάνω μία πρόταση στο συλλογικό όργανο των εκπαιδευτικών για την τεχνική εκπαίδευση. Από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου στα τεχνικά σχολεία είναι οι φιλόλογοι, είναι οι μαθηματικοί, είναι οι φυσικοί, είναι οι… Που μπορούν να κάνουν τη γραφική δουλειά. Εγγραφές, ό,τι έχει η υπηρεσία για γραφική δουλειά. Οι τεχνικοί καθηγητές να πηγαίνουνε στην ειδικότητά τους, σε εργοστάσια για ένα μήνα. Πόσες ώρες μάθημα θα είχα, ας πούμε, τον Σεπτέμβριο την ημέρα; Τέσσερις ώρες; Έπρεπε υποχρεωτικά να με στέλνει η υπηρεσία τέσσερις ώρες να πάω σ’ ένα εργοστάσιο πάνω στο αντικείμενό μου. Να μπορέσω να βλέπω την εξέλιξη. Και βέβαια, τότε με είπανε γραφικό και με στολίσανε και μ’ ένα «Μ» μεγάλο. Αλλά πιο πολύ μου κόστισε το «γραφικός», γιατί το «Μ» μεγάλο το άκουγα στα γήπεδα σαν ποδοσφαιριστής από χιλιάδες χρόνια, οπότε το ‘χε συνηθίσει τ’ αυτί μου και δεν το καταλάβαινα. Ναι. Η επαγγελματική δραστηριότητα ήταν αυτή που μου ‘δωσε τη δυνατότητα να μπορώ να έχω ένα καλύτερο επίπεδο ζωής, γιατί το καθηγητικό ήταν πολύ περιορισμένο. Όταν σπουδάζεις δυο παιδιά, όταν η οικογενειακή σου κατάσταση δεν σου επέτρεπε ποτέ να είσαι σε επίπεδα οικονομικά πάνω απ’ το μεσαίο… Έτσι, λοιπόν, αυτός ο αγώνας που έκανα με τις εξωτερικές δουλειές, που δραστηριοποιούμουνα, μου έδινε τη δυνατότητα να κάνω πάρα πολύ καλή ζωή. Αξιοπρόσεκτη ζωή, με σεβασμό στα δρώμενα της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής. Μέσα απ’ όλα αυτά δημιουργηθήκαν κι άλλες δραστηριότητες, απ’ το 2002-’03 και μετά επέστρεψε και ο γιος μου σαν μηχανολόγος από το Imperial, που σπούδαζε στο Λονδίνο, θέλησα να τον βάλω στο κομμάτι της δουλειάς –όχι της εκπαίδευσης, αλλά της παραγωγικής διαδικασίας–. Προσπάθησε, δύσκολοι οι καιροί τότε για μηχανικούς, για τα δικά μου δεδομένα, τι θέλω από έναν μηχανικό, δε θέλω έναν μηχανικό να πάει να κάνει μελέτες θέρμανσης, ούτε να πάει να κάνει επιμετρήσεις σε μία μηχανολογική κατασκευή. Θέλω να είναι στην παραγωγική διαδικασία. Η παραγωγική διαδικασία τότε ήταν σε πολύ φθίνουσα κατάσταση, δεν υπήρχε. Και τότε αποφασίσαμε… Α! Πριν έρθει ο γιος μου, επειδή είχα ασχοληθεί, σας λέω, με το κομμάτι της υγιεινής και της ασφάλειας στην εργασία, ήτανε και το πρώτο μου κομμάτι, η πρώτη φορά που δραστηριοποιήθηκα σε εκδοτικό δρώμενο. Έφτιαξα το πρώτο περιοδικό στην Ελλάδα για υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία, το οποίο τα πρώτα δύο-τρία χρόνια πήγε καλά οικονομικά. Μετά, φανταστείτε ότι οι επιχειρήσεις με βιομηχανικό προσανατολισμό δεν μου δίνανε –τότε ήταν ακόμα οι δραχμές– δεν μου δίνανε 12.000 δραχμές τον χρόνο να τους στέλνω τα δώδεκα έντυπα που βγαίνανε, γιατί το οικονομικό, ο οικονομικός διευθυντής δεν ενέκρινε 12.000 δραχμές, όταν η επιχείρηση αυτή έβγαζε εκατομμύρια. Αλλά επειδή… κατανοητό, γιατί δεν δεχόντουσαν, γιατί μέσα εκεί θίγαμε πρόσωπα και πράγματα όσον αφορά την ασφάλεια των εργαζομένων. Οπότε δεν άρεσε στον βιομηχανικό χώρο, κάτι που ήταν εξειδικευμένο. Γιατί, επειδή είμαι κι από χωριό ίσως, πάντα οι παροιμίες ήτανε για μένα ένας πολύ μεγάλος δείκτης προσανατολισμού. «Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται». Όταν υπάρχει μία συγκεκριμένη και μία κατάσταση, η οποία έχει αρχή, μέση και τέλος, τα παιχνίδια είναι πολύ μικρά, λιγοστεύουνε. Όταν υπάρχει αναμπουμπούλα, γίνονται όλα, είναι επιτρεπτά όλα. Μετά μπήκαμε στη διαδικασία με τον γιο μου να βγάλουμε άλλα τέσσερα περιοδικά τεχνικού ενδιαφέροντος, ένα απ’ αυτά ήτανε για την ψύξη, θέρμανση, κλιματισμό, ένα ήτανε για την τεχνολογία των μεγάλων αυτοκινήτων, λεωφορείων και φορτηγών. Το άλλο ήτανε για την τεχνολογία του χώρου εστίασης στα μηχανήματα και το υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία. Όταν βγάλαμε το περιοδικό για την επαγγελματική αυτοκίνηση, τότε με κάνανε και επίτιμο δοκιμαστή αυτοκινήτων στο εξωτερικό. Πήγαινα τρεις-τέσσερις φορές τον μήνα στο εξωτερικό και έκανα test drive σε φορτηγά, σε λεωφορεία, σε βαρέα μηχανήματα.
Σε ποια χρονολογία όλα αυτά;
Αυτό έγινε από το ’04 μέχρι το ’11. Εκεί γνώρισα έναν άλλον κόσμο με τον χώρο του αυτοκινήτου, αλλά κι εκεί πάλι διαπίστωσα ότι ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζαμε. Δεν ήταν αυτό που ήθελα εγώ από τον περιοδικό κόσμο του αυτοκινήτου τότε. Γράφανε αυτά που τους δίνανε οι εταιρείες. Δεν ενημερώναν τον κόσμο, ενημερώναν ό,τι θέλαν οι εταιρίες. Αυτοί δεν είχανε κρίση, γιατί στην εξειδικευμένη δημοσιογραφία –κι ήταν απ’ τα μεγάλα μου παράπονα και το ’χα πει και σε διάφορους κύκλους δημοσιογραφικούς– εάν δεν έχεις, το αντικείμενο που ασχολείσαι, δεν το ’χεις σπουδάσει, δεν μπορεί ποτέ να έχεις γραφή, που να έχει ουσία. Θα έχεις περιφερόμενη. Ό,τι σου ακούγεται κι ό,τι λέγεται, δεν θα ’χεις δική σου άποψη. Και διαπίστωσα, λοιπόν, στον χώρο των τεχνικών ότι σε κανένα περιοδικό, κανένας δημοσιογράφος, που ήταν τεχνικά τα θέματα, δεν ήτανε απόφοιτος είτε Πολυτεχνείου, είτε Τ.Ε.Ι., είτε σχολών. Ήταν όλοι από σχολές δημοσιογραφίας της σειράς. Ακούγανε και μεταφράζανε τα εγκόλπια που μας δίνανε οι εταιρίες. Δική τους κρίση δεν είχανε. Κι όταν μια φορά θέλησα να τους πω ότι σκέφτομαι να φέρω το περιοδικό «Test», το γερμανικό, στην Ελλάδα, το οποίο είναι ένα περιοδικό που κάνει μετρήσεις για κάθε προϊόν που υπάρχει, ποιοτικών χαρακτηριστικών, οικονομικών χαρακτηριστικών και δυνατότητα αγοράς. Μου είπανε: «Είσαι τρελός, θα πας αύθαντρος, γιατί εδώ θα σε βουλιάξουν οι εταιρίες οι ίδιες, δεν θέλουνε ν’ ακούνε το “Test”», που το «Test» μπορούσε να βγάλει ένα κάθισμα αυτοκινήτου που δεν έπρεπε να το φοράει τ’ αυτοκίνητο. Τι θα πήγαινες; Κόντρα στ’ αυτοκίνητα; Από πού θα ’παιρνες διαφήμιση; Αφού το αντικείμενό σου θα ήταν η διαφήμιση. Τα περιοδικά ζούσαν απ’ τη διαφήμιση και ζουν απ’ τη διαφήμιση. Κι έτσι ήταν ένα κομμάτι μου, που θα μ’ άρεσε πάρα πολύ και δε σου κρύβω ότι ακόμα το σκέφτομαι, τώρα που δεν έχω εξαρτήσεις από κανέναν, να φέρω αυτό το περιοδικό στην Ελλάδα. Αλλά είναι δύσκολο και δεν είμαι και γόνος εκδοτικών δραστηριοτήτων, για να με εμπιστευτεί τώρα ο εκδοτικός οίκος του περιοδικού αυτού απ’ τη Γερμανία.
Είστε, όμως, αγωνιστής!
Το παλεύω. Και το πάλεμα είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να βάλεις στη φαρέτρα σου. Λες ότι: «Εγώ έκανα αυτό κι αυτό κι αυτό, αλλά μέσα από πάλεμα, μέσα από αγώνα και μέσα από αρχές». Τώρα, βέβαια, οι αρχές –μην κάνω και τον ρομαντικό των αρχών–, κάπου έβαζα και λάδι, νερό στο κρασί μου, γιατί ήταν και θέμα επιβίωσης, δεν ήταν μονάχα ότι θα έπρεπε σώνει και καλά να κάνω τις αρχές, γιατί δεν υπήρχε λόγος να διατηρώ με τα δεδομένα το γραφείο, την εμπορική δραστηριότητα ή την τεχνική δραστηριότητα σε επίπεδο συμβούλου. Αφού θα είχα το θέμα των αρχών ότι δεν πρέπει να δέχομαι πιέσεις ή δεν πρέπει να κάνω το Α, το Β ή το Γ, δεν υπήρχε λόγος να το έχω. Προσπαθούσα, όμως, να κρατάω τις ισορροπίες όσο γίνεται περισσότερο, όσο περισσότερο γινόταν. Μετά ήρθε η κρίση του ’08. Θα σου πω κάτι που έμαθα στην Αμερική το 2008 από έναν οικονομολόγο, δικηγόρο, που ήταν το νούμερο τρία στη μασονία της Νέας Υόρκης. Έλληνας. Μου λέει: «Φίλε μου[02:30:00] καλέ και δάσκαλε, σας έχουνε ενημερώσει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση οικονομική;». Το 2008. Λέω… Πιθανόν να είναι μεγαλύτερη απ’ την αμερικάνικη κρίση, γιατί τότε, το 2008, λόγω της Lehman Brother και του real estate, είχε βουλιάξει η Αμερική οικονομικά. Στην Ελλάδα ήταν ισχυρότερη, αλλά δεν μας λέγαν τίποτα. Ξέρανε αυτοί που ξέρανε, ο υπόλοιπος κόσμος δεν ήξερε περί κρίσης. Η κρίση ήρθε το ’10. Έγινε γνωστή μάλλον, όχι ήρθε, είχε έρθει, αλλά έγινε γνωστή στο πλατύ κοινό το ’10, το ’09 προς ’10. Τότε γίνανε διάφορα. Πώς να τα χαρακτηρίσω τώρα; Διάφορα παιχνίδια οικονομικά. Η κρίση ήταν ένα οικονομικό παιχνίδι, που το καρπωθήκανε συγκεκριμένοι άνθρωποι: Αυτοί που ασχολούντουσαν με εξαγωγές, αυτοί που ασχολούντουσαν με χρηματιστηριακές πονηριές, αυτοί που χρησιμοποιούσανε ξένο χρήμα, ελληνικό χρήμα προς τα έξω, προς τα μέσα. Αυτοί κερδίσανε απ’ την κρίση. Οι υπόλοιποι όλοι χάσανε απ’ την κρίση. Στον χώρο των δραστηριοτήτων τότε ανέπτυξα και άλλα πράγματα, γιατί η τρέλα δεν πάει στα βουνά, στους ανθρώπους θα πάει. Μ’ άρεσε. Άρχισα ν’ ασχολούμαι κι από πολύ νωρίτερα με τα επαγγελματικά καθαριστικά προϊόντα. Μπήκα στο χώρο, μπήκα στις μεγαλύτερες ξενοδοχειακές μονάδες, στα μεγαλύτερα ιδιωτικά σχολεία, γιατί τα προϊόντα που έβγαζα εγώ δεν ήταν προϊόντα που διαφημιζόντουσαν στην τηλεόραση, ούτε προϊόντα super market. Ήταν προϊόντα που δίνανε λύσεις συγκεκριμένες εκείνη τη στιγμή.
Όπως;
Λέγαμε, ας πούμε, ότι το χλώριο απολυμαίνει. Εάν δεν κάνω ένα swap test, πώς διαπιστώνω ότι το χλώριο απολυμαίνει. Τι είναι το swap test; Έχω μία επιφάνεια, έναν πάγκο κουζίνας ανοξείδωτο και πάνω θέλω να καθαρίσω, να φτιάξω διάφορα φαγητά, κοτόπουλα, κρέατα... Παίρνω, λοιπόν, ένα κοτόπουλο, ένα στήθος κοτόπουλου. Το πετάω πάνω στον πάγκο, το περιστρέφω και παίρνω ένα βαμβάκι απ’ τ’ αυτιά και παίρνω δείγμα. Απ’ αυτό. Απ’ το ανοξείδωτο και το κοτόπουλο, που αυτό που έφτιαχνα. Το βάζω σ’ ένα ειδικό υγρό και μου δείχνει το μικροβιακό φορτίο. Ρίχνω μετά το όποιο απολυμαντικό, ξαναπαίρνω πάλι με το βαμβακάκι δείγμα και βλέπω πόσο έχω αφαιρέσει μικροβιακό φορτίο. Αυτό είναι η φιλοσοφία του swap test. Ποιο, λοιπόν, είναι το προϊόν το οποίο κάνει αυτή την πολύ σπουδαία δουλειά; Κατά την ταπεινή μου άποψη –πολύ καλύτεροι σ’ αυτό, εξειδικευμένοι, είναι οι χημικοί, αλλά εγώ διαπίστωνα εκ των πραγμάτων– το καλύτερο προϊόν για να κάνουν απολύμανση σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους είν’ το ξύδι. Το μοναδικό φυσικό προϊόν που δεν επηρεάζει πουθενά και κανέναν. Τέτοια προϊόντα, λοιπόν, έφτιαξα και μέχρι τώρα ασχολούμαι με τα προϊόντα αυτά, δίνοντάς τα σε ξενοδοχεία που ενδιαφέρονται να έχουν πραγματικά καθαριότητα, σε σχολεία και ιδιαίτερα τώρα δημόσιο, που αλλάζουν οι συνθήκες με τα παιδιά και θέλουν οι γονείς να έχουν τα παιδιά τους και καθαρό σχολείο. Αλλά, επειδή εδώ υπάρχει τώρα ένα θέμα πάλι με τα σχολεία, το πρότεινα σε κάποιους υπεύθυνους των δήμων, αλλά δεν καταλαβαίναν τι τους έλεγα. Όταν βγάζεις προδιαγραφές για ένα σχολείο για καθαριστικά, καθαρίζεις τον χώρο του σχολείου ή του βάζεις και άλλα προβλήματα από πάνω; Ένα πρώτο κομμάτι είναι η τοξικότητα των προϊόντων.
Σωστός.
Άρα, θα πρέπει να υπάρχει στη συγγραφή των υποχρεώσεων: «Το προϊόν που θα μας φέρετε, τουλάχιστον να μην είναι τοξικό». Δεν υπάρχει ακόμα τέτοια περίπτωση, γιατί ένα μη τοξικό προϊόν με ένα προϊόν ανακατεμένο με χρώμα και νερό είναι πολύ φθηνότερο. Δεν μπορούν να καταλάβουν, όμως, τι ζημιά φέρνει στα παιδιά. Δεν μπορούν οι νοικοκυρές να καταλάβουν στο σπίτι τι ζημιές κάνουν με όλα αυτά τα προϊόντα, γιατί οι γυναίκες είναι ο πιο εύκολος αντίπαλος της πώλησης. Καμία γυναίκα, όταν παίρνει ένα απορρυπαντικό, δεν διαβάζει από πίσω τι γράφουν οι οδηγίες, δεν μπορεί να καταλάβει τα σήματα της Χημείας που είναι απεικονισμένα πάνω στο χαρτί με τις οδηγίες, άρα το παίρνει. Θα σου κάνω κι εσένα ένα test, που είσαι νοικοκυρά, θα γίνεις νοικοκυρά, είσαι, έχεις ασχοληθεί. Πού έχω περισσότερα μικρόβια στη λεκάνη της τουαλέτας ή στο, στη λεκάνη της κουζίνας;
Ποια είναι η λεκάνη της κουζίνας; Ο νεροχύτης;
Ο νεροχύτης. Το 95% –
Εξίσου, ξέρω γω.
Απαντάνε: «Στη λεκάνη». Επειδή εγώ είμαι από χωριό, θα σου πω κάτι που κάναμε στο χωριό. Μας το επιβάλλανε και οι δάσκαλοι, γιατί δεν είχαμε ιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα, αλλά ήταν και μία πάρα πολύ καλή λύση και εύκολη και γρήγορη. Αν κόβαμε το χέρι μας, αν χτυπάγαμε το γόνατό μας, μας λέγανε οι μεγαλύτερο: «Να κατουρήσεις πάνω στο τραύμα» και το τραύμα απολυμαινότανε. Γιατί, λοιπόν, να υπάρχουν μικρόβια στην τουαλέτα τώρα απ’ τα ούρα; Και τότε εμείς κάναμε θεραπεία με τα ούρα. Ενώ στο νεροχύτη έχουμε σαλμονέλες, έχουμε χημικά, έχουμε, έχουμε, έχουμε, έχουμε. Κι όμως, το σύνολο των… που χρησιμοποιούνε τον νεροχύτη και τη λεκάνη κάνουν ανάποδα πράγματα. Ενώ και στη λεκάνη –κατά την ταπεινή μου άποψη και δεν διεκδικώ το αλάθητο του Πάπα–, και στη λεκάνη και στην κουζίνα πρέπει να χρησιμοποιούμε ξύδι για απολύμανση και για καθαριότητα.
Χρησιμοποιείτε ξύδι εσείς;
Ναι, όποτε δε με βλέπει η γυναίκα, χρησιμοποιώ. Κι αυτή με τη χλωρίνη, δεν μπορεί να καταλάβει. Λέει: «Η χλωρίνη…». Ποια χλωρίνη απολυμαίνει; Έχεις δοκιμάσει; Έχουμε κάνει test εδώ, στο σπίτι μας, να δούμε αν η χλωρίνη, που χρησιμοποιούμε, σκοτώνει μικρόβια; Πώς το διαπιστώνει; Επειδή το λέει στην τηλεόραση; Στα νοσοκομεία γιατί δεν χρησιμοποιούν χλωρίνη και χρησιμοποιούν διάφορα προϊόντα που σκοτώνουν τα μικρόβια; Ένα απλό παράδειγμα σας λέω. Είναι κάτι που μ’ αρέσει πάρα πολύ. Ναι. Αυτά και πιθανόν να μας δοθεί ο χρόνος, η σκέψη μάλλον στο χρόνο να σου πω και κάποια άλλα πράγματα περί επαγγελματισμού, περί επαγγελματικότητας. Αλλά αυτό που θέλω να βγει προς τα έξω είναι για τα νέα παιδιά, για σας τους νέους, δεν υπάρχει «ξέρω», υπάρχει «μαθαίνω». Δεν υπάρχει: «Α, δε θέλω να το μάθω αυτό». Δεν είναι η επιλογή σου να μη το μάθεις, είναι ότι κάποια στιγμή ίσως χρειαστεί να το χρησιμοποιήσεις. Άρα πρέπει να ’χεις μία εικόνα κάποιων πραγμάτων. Θα πρέπει τα νέα παιδιά, σήμερα, να βλέπουνε τη δουλειά σαν ψυχική λειτουργία, γιατί είναι ψυχική λειτουργία η δουλειά, η απασχόληση. Το αραλίκι, καφετέρια, το club κι όλα αυτά είναι γι’ ανθρώπους, που δεν έχουν ανάγκη τη δουλειά. Οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη τη δουλειά δεν μπορούν να πλησιάσουν αυτούς τους χώρους, γιατί δεν προλαβαίνουν. Και τρίτο –σπουδαιότερο, για μένα– σε συνάρτηση με τη δουλειά είναι όλος ο κόσμος, οποιασδήποτε ηλικίας, να κάνει χρήση των αθλητικών δρώμενων, να μπορεί να αθλείται. Η άθληση είναι το σπουδαιότερο δώρο της φύσης. Κι εύχομαι η ενασχόλησή σου με το αντικείμενο που κάνουμε σήμερα να έχει το ξεκίνημα για σένα, γιατί πιστεύω ότι επιλέγεις δύσκολα πράγματα. Πολλά εύκολα δεν κάνουν ένα δύσκολο. Ένα δύσκολο δεν ξέρουμε πόσα είναι τα εύκολά του. Άρα, ξεκίνησες, για μένα, ορθολογικά και δεν το λέω ούτε για σου χαϊδέψω τ’ αυτιά, ούτε γιατί είσαι η Ιόλη, η φίλη μου. Θεωρώ ότι έχω ένα παιδί απέναντί μου και το προτρέπω να μη σταματάει ούτε να παλεύει, ούτε ν’ αγωνίζεται[02:40:00] και πάνω απ’ όλα να μη σταματήσει ποτέ να ‘χει όνειρα και φιλοδοξίες.
Είναι πολύ όμορφο αυτό που λέτε, ευχαριστώ!
Και επειδή έχω εγώ, λόγω και ηλικίας, ανήκω στους fan του Καζαντζίδη, έχει γραφτεί για ένα τραγούδι, που τραγούδησε ο Καζαντζίδης, το οποίο λέει: «Ξέρω νεκρούς που το πρωί πάν’ και χτυπάνε κάρτα, το μεσημέρι ξαναχτυπάνε κάρτα και μπαίνουν μες στο σπίτι, αυτοί έχουν πεθάνει και τα όνειρά τους πριν ξεκινήσουν να χτυπήσουν την κάρτα». Σημαντικό τραγούδι, που πρέπει, αλλά δυστυχώς, τα σημαντικά τραγούδια δεν τ’ ακούμε. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να κάθεται, δεν υπάρχει «κάθομαι», υπάρχει μόνο «κουράζομαι» και η κούραση να ’ναι από παραγωγική διαδικασία. Όχι κούραση από το ένα πλευρό στο άλλο.
Έλεγε ένας δάσκαλος μου στη μουσική ότι η γνώση κερδίζεται μόνο με ζωή.
Μόνο με;
Ζωή.
Ναι!
Την εμπειρία.
Ναι! Ναι! Το επιβεβαιώνω και το συνυπογράφω.
Αυτό λέτε κι εσείς.
Δεν μπορώ να δεχτώ ότι υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να κάθεται. Ας είναι οποιασδήποτε οικονομικής στάθμης. Η εργασία είναι εργασία. Μα η πνευματική, μα χειρωνακτική, μα που να μπορεί να επιφέρει βελτίωση και πρόοδο σε αντικείμενα, μα, μα, μα, μα… Είναι η μεγαλύτερη ευλογία. Δεν πιστεύω εγώ σε θρησκείες και σε Θεούς και τη λέξη ευλογία δεν την χρησιμοποιώ με την έννοια τη θρησκευτική, αλλά με την έννοια του χαρισματικού. Αγαπητή Ιόλη, αυτά είχα να σου πω και επιφυλάσσομαι ότι μπορούμε να πούμε κι άλλα, αφού θα ρθούνε πιο ώριμες σκέψεις.
Θέλω να σας κάνω μόνο μία ερώτηση, για να κλείσουμε.
Οποιαδήποτε, οτιδήποτε, όποτε θέλεις.
Θέλω να μου πείτε μία στιγμή της ζωής σας την οποία δεν θέλετε να ξεχάσετε ποτέ.
Ναι, μπορώ να την πω. Όχι που δεν θέλω να την ξεχάσω ή που θέλω να την ξεχάσω όσο γίνεται γρηγορότερα; Αυτή που δεν θέλω να ξεχάσω ποτέ είναι τη χαρά που μου προσφέραν τα παιδιά μου σαν μαθητές, σαν φοιτητές, σαν οντότητες. Μ’ αρέσει. Αυτή που θέλω να ξεχάσω κάθε στιγμή είναι όταν μέσα από διάφορες δραστηριότητες στον βιομηχανικό χώρο είχα διάφορα ατυχήματα. Έκοψα δάχτυλα, χέρια, ήτανε κακές εμπειρίες. Για κάθε άνθρωπο φαντάζομαι.
Τις φέρατε βόλτα.
Ναι.
Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, κύριε Θανάση, για την εμπιστοσύνη.
Η εμπιστοσύνη ξεκινάει από τον άνθρωπο που ’χεις απέναντί σου. Δεν έρχεται τυχαία, δεν είναι επιφοίτηση. Άμα έχεις έναν άνθρωπο απέναντί σου που σου έχει τις προδιαγραφές, τα χαρακτηριστικά, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, να τον εμπιστευτείς, τον εμπιστεύεσαι. Ένας άνθρωπος που δεν σου δίνει την εικόνα ότι πρέπει να τον εμπιστευτείς, ότι μπορείς να τον εμπιστευτείς, δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς.
Χίλια ευχαριστώ, θα πω εγώ.