© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Ο τελευταίος φαροφύλακας του Κάβο Μαλιά

Κωδικός Ιστορίας
9898
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ευάγγελος Κυνηγαλάκης (Ε.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
30/06/2020
Ερευνητής/τρια
Βικτώρια Δελακοβία (Β.Δ.)

[00:00:00]

Β.Δ.:

Καλησπέρα, βρισκόμαστε σήμερα εδώ, είναι ημέρα Τρίτη, 30 Ιουνίου του 2020. Βρισκόμαστε εδώ με τον κ. Κυνηγαλάκη Ευάγγελο, στη Νεάπολη Λακωνίας. Καλησπέρα κ. Κυνηγαλάκη.

Ε.Κ.:

Καλησπέρα.

Β.Δ.:

Χαίρομαι πολύ που μιλάμε.

Ε.Κ.:

Να είσαι καλά!

Β.Δ.:

Να πούμε πρώτα πέντε πράγματα για εσάς, να σας γνωρίσουμε καλύτερα. Από πού είστε;

Ε.Κ.:

Θα σας πω. Εγώ, η καταγωγή μου είναι από τα Αντικύθηρα, το νησάκι που κοντεύει να ερημώσει τώρα, έχει λίγους κατοίκους ακόμα απάνω, καμιά δεκαπενταριά. Και αφού απολύθηκα από στρατιώτης, το 1954, και αποφάσισα να πάω στην υπηρεσία αυτή. Έπαιρνε τότε φαροφύλακες, γιατί όπως σας είπα προ ολίγου, είχαν καταστραφεί οι φάροι με την Κατοχή, τους είχαν φυλάκια οι Γερμανοί και οι Ιταλοί εκεί πέρα και τα είχαν σχεδόν καταστρέψει και όπως ξέρεις, αυτά ήταν τα κύρια πράγματα τότε, τα μέσα για την ναυσιπλοΐα. Ο κυριότερος σκοπός δηλαδή της ναυσιπλοΐας ήταν οι φάροι, αφού προσανατολιζόντουσαν για κάθε… να πάρουν πορεία για να ταξιδέψουν. Αποφάσισα λοιπόν, έπαιρνε η υπηρεσία μας για να ξαναεπανδρώσει τους φάρους, αφού απελευθερωθήκαμε, και έπαιρνε, ζήταγε 35 άτομα τότε, πήγαμε λοιπόν, 36 ήμασταν; Δεν θυμάμαι. Και περάσαμε από σχολή τρία χρόνια τρεις μήνες, λάθος! Τρεις μήνες κάναμε στη σχολή αυτή, και αφού αποφοιτήσαμε από τη σχολή, με τον βαθμό του Διόπου, τον κατώτερο βαθμό του υπαξιωματικού τότε, γιατί οι φάροι ανήκουν στο Πολεμικό Ναυτικό και μας αποσπάσανε στους φάρους. Εγώ αποσπάστηκα εδώ, στον Κάβο Μαλιά, ήρθα εδώ στη Νεάπολη, με τα πράγματά μου, για να πάω στον φάρο, δεν έβρισκα μέσο, δρόμοι δεν υπήρχαν τότε με τα χωριά και με τα αυτά. Βρήκα έναν ψαρά εδώ πέρα, ο οποίος ήταν από το χωριό, από τον Άγιο Νικόλα, Γιανελής Δημήτριος λεγόταν και αυτός μου λέει: «Θα σε πάω εγώ στον φάρο με το καΐκι». Με πήρε λοιπόν από εδώ, φύγαμε, και πήγαμε στον Άγιο Λια και από εκεί συνεχίσαμε για το Κάβο Μαλιά. Όταν φτάσαμε όμως στον φάρο, αφού δεν μπορέσαμε να προσεγγίσει, γιατί είχε φουρτούνα και δεν μπορούσε να προσεγγίσει το καΐκι να με βγάλει έξω, ξαναγυρίσαμε στον Άγιο Λια με τον Γιανελή τον Μήτσο, που είχε το καΐκι και έμεινα δύο μέρες στον Άγιο Λια, δύο μερόνυχτα. Πήγαινα και έστρωνα μέσα στην εκκλησία μία κουβέρτα και κοιμόμουνα τη νύχτα. Την τρίτη ημέρα, ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος από τον Άγιο Νικόλα, Σαρμπάνης Σταύρος λεγόταν –νομίζω- και είχε αράξει ένα εμποροκάικο στον Άγιο Λια και φόρτωνε κρεμμύδια. Του έφερνε ο γέρος αυτός, του κουβάλαγε κρεμμύδια, ο μπάρμπα Σταύρος ο Σαρμπάνης και με δύο ζώα μουλάρια, είχε ένα άλογο -δεν θυμάμαι ακριβώς- και φόρτωνε κρεμμύδια να τα πάει επάνω στα νησιά να τα δώσει. Εκεί, αφού τελείωσε το βράδυ την αποστολή του ο γέρος, του λέει ο Μήτσος ο Γιανελής, ο καπετάνιος: «Μπάρμπα- Σταύρο -του λέει- δεν πας το παιδί στον φάρο, τον φαροφύλακα, γιατί πάμε εκεί πέρα με το καΐκι και δεν μπορούμε να τον βγάλουμε λόγω καιρού έξω, έχει κυματισμό». Ο καημένος ο Σαρμπάνης, μου λέει: «Ξέρεις να ανεβείς στο ζώο επάνω, να καβαλήσεις να πάμε, να σου βάλω και τα πράγματά σου;» του λέω: «Αλίμονο που δεν ξέρω, αλλά εσύ κουρασμένος, τώρα, πώς θα πας εκεί πέρα που είναι μακριά;» «Θα ανεβώ και εγώ στο άλλο ζώο -μου λέει- και θα πάμε». Πράγματι λοιπόν, φύγαμε με τα ζώα και βάλαμε τα πράγματα μου επάνω και ξεκινήσαμε και πήγαμε στον φάρο. Εκεί φτάσαμε νύχτα, εβρήκα δύο παλιούς φαροφύλακες που κάνανε βάρδια στον φάρο. Αυτοί είχαν σχεδόν συμπληρώσει τα χρόνια τους, ήταν έτοιμοι για να συνταξιοδοτηθούν πια, είχαν συμπληρώσει τα χρόνια. Έμεινα στον φάρο, κλείστηκα εκεί πέρα, 26 χρονών παιδί εγώ τότε, δεν έβγαινα έξω καθόλου. Μια μέρα, μου λέει ο προϊστάμενός μου -ήταν ένας από τους παλιούς, ήταν ανθυπασπιστής προϊστάμενος- μου λέει -έμενε στα Βελανίδια- «Έβγα ρε παιδί μου -μου λέει- και εσύ στο χωριό να σε γνωρίσει ο κόσμος, θα σε φιλοξενήσω εγώ στο σπίτι το δικό μου». Και βγήκα στο χωριό μια μέρα, ήταν η εποχή των ελιών, που μάζευαν τις ελιές. Αυτοί φεύγανε το πρωί και πηγαίνανε και μάζευαν ελιές, εγώ στο καφενείο δεν γνώριζα κανέναν, τους λέω τη δεύτερη μέρα «Θα έρθω και εγώ μαζί σας -τους λέω- να σας βοηθήσω». Εγώ ήξερα από αυτή τη δουλειά, γιατί πήγαινα στα Κύθηρα και από παιδί και μάζευα ελιές. Πήγα λοιπόν στο κτήμα, ήτανε κοντά στο χωριό, μαζέψαμε ελιές πολλές, εγώ έβγαινα στην κορυφή της ελιάς, τότε παιδί δεν λογάριαζα τίποτα, ήξερα τη δουλεία. Την τρίτη ημέρα έπιασε βροχή και πιο πέρα ήταν ένα καλύβι -ένα σπιτάκι μικρό- το οποίο το είχαν έτσι για να απαγκιάζουν οι αγρότες, δηλαδή αγροτικό σπιτάκι. Πήγα εκεί, πήγαμε όλοι δηλαδή, για να απαγκιάσουμε από τη βροχή. Μόλις πήγαμε στο σπιτάκι, έρχεται και μια γυναίκα μαυροφορεμένη γερόντισσα -όχι γερόντισσα, νέα ήταν, νεότατη- με ένα κορίτσι. Μαζεύανε και αυτοί ελιές. Εγώ μόλις είδα την κοπέλα… καταλαβαίνεις, δάγκωσα τη λαμαρίνα, που λένε, μου άρεσε τόσο πολύ δηλαδή! Ήταν όμορφη η συγχωρεμένη η γυναίκα μου, αλλά δεν ήξερα τώρα ούτε πως τη λένε ούτε ποια είναι, πρώτη φορά την έβλεπα. Τέλος πάντων, την κοίταζα διακριτικά βέβαια, μέσα στο σπιτάκι που καθόμαστε. Καμιά φορά, η κοπέλα λέει της μητέρας της «Πάμε να φύγουμε» της λέει. «Που θα πάμε παιδί μου -της λέει- αφού βρέχει, θα βραχούμε;» -αυτά μου τα έλεγε μετά που αρραβωνιαστήκαμε- «Με κοιτάζει εκείνος» -μου τα ‘λεγε σου είπα μετά- «Με κοιτάζει εκείνος ο ξένος και ντρέπομαι». Γιατί ήταν βρεγμένη με τα ρούχα της δουλειάς. Τέλος πάντων, να μη στα πολυλογώ, εγώ τη συμπάθησα με την πρώτη στιγμή την κοπέλα αυτή και λέω στον προϊστάμενό μου, που ήταν ανθυπασπιστής τότε αυτός στον βαθμό, έτοιμος να φύγει είχε συμπληρώσει τα χρόνια του, του λέω: «Εγώ συγγενείς και γονείς δεν έχω εδώ πέρα κανέναν, άμα θέλεις, θα πας να ζητήσεις αυτή την κοπέλα, τη ζητάω σε γάμο, αν με θέλουν, να παντρευτώ» και όπως πράγματι έγινε. Πήγε και το είπε στη μητέρα της και με καλέσανε και πήγα και τα τελειώσαμε, αρραβωνιαστήκαμε στον χρόνο απάνω, δηλαδή, το 1958. Το '57 πήγα στους φάρους, το '58 έγινε αυτό.

Β.Δ.:

Και ήσασταν πόσο χρονών το '58;

Ε.Κ.:

Ήμουν 27 [00:10:00]χρονών. Αφού τα τελειώσαμε τέλος πάντων, αρραβωνιαστήκαμε, αλλά που δεν υπήρχαν χρήματα, ο μισθός τότε που έπαιρνα ήταν τιποτένιος. Η πεθερά μου ήταν χήρα με τέσσερα μικρότερα παιδιά, η γυναίκα μου ήταν το μεγαλύτερο παιδί, 17 χρονών. Τα υπόλοιπα ήταν όλα μέχρι 4 χρονών, ο τελευταίος ο κουνιάδος μου. Και είχαν φτώχεια, γιατί σκοτώθηκε ο πατέρας τους και με τα ζόρια πήρε 250 δραχμές σύνταξη τότε, τους βγήκε. Και η πρόνοια άλλο ένα επίδομα, άλλες 200 δραχμές και με αυτά ζούσανε. Εγώ πρωτοδιόριστος δεν έπαιρνα λεφτά τότε, Δίοπος στο βαθμό ήταν τιποτένια τα λεφτά μου και κάτσαμε τρία χρόνια αρραβωνιασμένοι, για να συγκεντρώσουμε λίγα χρήματα, να πάμε να παντρευτούμε. Και παντρευτήκαμε το 1961 και το '62 απόκτησα το πρώτο παιδί, τον γιο μου. Τέλος πάντων, να μη στα πολυλογώ, πέρασαν τα χρόνια στον φάρο, συμβήκανε ό,τι συμβήκανε, φύγαν οι παλιοί, μείναμε εμείς οι νεότεροι, φέρανε και μετά νέους και διόρισαν και συνεχίσαμε. Εκσυγχρονιζόντουσαν και οι φάροι σιγά-σιγά, μεσολάβησε και η δικτατορία το 1987, το '67- έκανα λάθος, αυτά να τα διορθώσεις-που έγινε η δικτατορία. Φρόντισαν τους φάρους αυτοί οι στρατιωτικοί που αναλάβανε την κυβέρνηση τότε. Μας φέρανε κρεβάτια, που δεν είχαμε κρεβάτια να κοιμηθούμε, κάτι σανίδες είχαμε και κοιμόμασταν πάνω, και έπρεπε να πάμε εμείς στρώμα, ούτε στρώμα δεν είχαμε να κοιμηθούμε στον φάρο. Και φέρανε κρεβάτια, φέρανε στρώματα, φέρανε θερμάστρα πετρελαίου, έφερανε πετρέλαιο diesel, για να καίμε στις θερμάστρες, σόμπα που δεν είχαμε θέρμανση τίποτα και τέλος πάντων, εκσυγχρονίστηκε κάπως ο φάρος. Περάσανε τα χρόνια, το 1966 μου κάνανε μία μετάθεση και πήγα στη Φολέγανδρο στις Κυκλάδες, σε έναν φάρο και εκεί και κάθισα δύο χρόνια. Και μάλιστα, έγινε η δικτατορία τότε το '67 και φέρανε κάτι εξόριστους εκεί πέρα, βουλευτές του γέρο Παπανδρέου ήτανε, τους φέρανε εκεί καμιά δεκαπενταριά εξόριστους, φέρανε αστυνομική δύναμη, κάπου 20 αστυνομικούς, και φρουρούσαν αυτούς τους κρατούμενους. Περιφέρετο ένα πολεμικό του Πολεμικού Ναυτικού απέξω από το νησί, γύρω-γύρω όλη μέρα και όλη νύχτα για να… Είμαστε και εμείς στον φάρο επιφυλακή, μας φέρανε όπλα, μας φέρανε διόπτρες για να επιτηρούμε να μην προσεγγίσει κανένα σκάφος και τους φυγαδεύσει αυτούς τους κρατούμενους. Και κάθισα εκεί πέρα έναν χρόνο μόνος μου, δεν είχα πάρει την οικογένεια, η οικογένεια ήταν στα Βελανίδια, η γυναίκα μου με το παιδί. Στον δεύτερο χρόνο δεν μπορούσα πια και πήγα και τους πήρα την οικογένεια στη Φολέγανδρο. Από τη Φολέγανδρο μετά από έναν χρόνο με ξαναμεταθέσαν στο Ταίναρο, στον φάρο του Ταινάρου, εδώ στη Λακωνία, πάνω στη Μάνη. Έκατσα έναν χρόνο εκεί. Κατόπιν έβαλα μέσον, κάποιον πολιτικό εκεί πέρα και ξαναεπανήλθα στο Κάβο Μαλιά και έκανα πια τα πιο πολλά χρόνια, 13.

Β.Δ.:

Πότε επανήλθατε στον Κάβο Μαλιά;

Ε.Κ.:

Το 1969. Έμεινα από το '67 μέχρι το '69 στο Ταίναρο, στη Μάνη. Και αφού ήρθα στον Κάβο Μαλιά, έκατσα πάλι εκεί 23 χρόνια, προϊστάμενος, είχα τον βαθμό του ανθυπασπιστού. Μετά, στα 25 χρόνια έκανε ο γέρο Καραμανλής τον Νομό, οι υπαξιωματικοί που φτάνουν στον βαθμό του ανθυπασπιστού, να προάγονται στον βαθμό του κατώτερου αξιωματικού, του σημαιοφόρου δηλαδή, και κάθε τέσσερα χρόνια να παίρνουν προαγωγή στον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου, συνέχεια δηλαδή. Εγώ λοιπόν πήρα τον βαθμό του σημαιοφόρου, είχα τα χρόνια και σε τέσσερα χρόνια πήρα του ανθυποπλοιάρχου και με μεταθέσανε, έγινε αυτόματος ο φάρος του Κάβο Μαλιά, ήρθανε και κάνουνε μία επισκευή εκεί πέρα και το αυτοματοποίησαν με αέριο δούλευε, όχι με ρεύμα. Βάλανε, τοποθετήσαμε ηλιακά συστήματα και δούλευε πια με μπαταρίες, με ρεύμα, φορτίζουν οι μπαταρίες, τις είχανε κλείσει σε έναν κλειστό χώρο... δηλαδή, για να μην μπαίνει η θάλασσα και η υγρασία και έδινε ρεύμα με τον ήλιο και λειτουργούσε και έτσι λειτουργεί δηλαδή και μέχρι σήμερα ο φάρος αυτός. Κατόπιν, με μεταθέσανε εμένα το '83, και πήγα στα Κύθηρα, εδώ απέναντι, στον φάρο αυτόν. Αυτός ο φάρος ήταν ακόμα με το πετρέλαιο το φωτιστικό, δούλευε όπως παλιά, όλοι οι φάροι οι επιτηρούμενοι, έτσι ήταν. Αφού έγινε του Κάβο Μαλιά αυτόματο, με μεταθέσαν εκεί τέσσερα χρόνια και από εκεί πήρα και τη σύνταξη. Συνταξιοδοτήθηκα από αυτόν τον φάρο και έφυγα ήρθα εδώ, είχα χτίσει το σπίτι από το 1970, έβαλα μπροστά, είχαμε αγοράσει το οικόπεδο εδώ και έχτισα το σπίτι και βγάλανε το σχολείο τα παιδιά μου. Μετά είχα αποκτήσει και το δεύτερο παιδί το 1969, που ήμουνα στο Ταίναρο, αλλά ήταν άτυχος και σκοτώθηκε 28 χρονών, άντρας, παλικάρι σε τροχαίο. Και μου έχει μείνει τώρα το ένα μου παιδί. Αυτά είναι, που λες, η ζωή μου. 

Β.Δ.:

Ωραία, να σας ρωτήσω και εγώ κάποια πράγματα. Μου είπατε προηγουμένως ότι ήσασταν 10 χρονών όταν ξεκίνησε η Κατοχή. Πού σας βρήκε καταρχάς η Κατοχή;

Ε.Κ.:

Στα Αντικύθηρα. Τα χρόνια αυτά της Κατοχής είχαμε τους Ιταλούς και τους Γερμανούς εκεί πέρα. Οι Γερμανοί δεν κάθισαν πολύ στο νησί, λιγότερο διάστημα, οι Ιταλοί όμως, ήταν όλο το διάστημα της Κατοχής πάνω στο νησί. Και εγώ τότε ήμουν παιδί 10 χρονών και καταγινόμουν με τα ζώα που είχαμε, με τα αυτά. Αντιμετώπιζα τους Ιταλούς που κάθε τόσο ερχόντουσαν και μας γύρευαν σφαχτά, μας γύρευαν κρασί, μας γύρευαν ό,τι είχαμε, λεηλατούσαν τα σπίτια, κάνανε πολλά. Αλλά σε μια περίπτωση, εκδώσαν μια διαταγή οι Γερμανοί-που είχαν και αυτοί φυλάκιο φτιάξει απάνω στο νησί- και δώσανε τη διαταγή να εκκενώσει το νησί. Ότι θα μεταφερθεί όλος ο κόσμος, όλοι οι κάτοικοι του νησιού δηλαδή, στην Κρήτη. Ήρθαν κάτι καΐκια, εμποροκάικα μεγάλα και ένα ποταμόπλοιο, πολύ μεγάλο, που ήταν όλο μέσα κενό, μια αμπάριζα, σκεπαστό, αλλά ήταν όλο κενό μέσα, και εκεί άρχισαν λοιπόν, τους πρώτους κατοίκους του νησιού, τους πήρανε και τους βάζανε τα ζώα τους μέσα όλα, βόδια, γαϊδούρια[00:20:00]-με συγχωρείς- κατσίκια, πρόβατα, τα βάζανε μέσα στο ποταμόπλοιο. Και τους ανθρώπους τους βάζανε στα καΐκια τα μεγάλα, τα εμποροκάικα, και τους μεταφέρανε στα Χανιά, στην Κρήτη.

Β.Δ.:

Και αυτό γιατί το έκαναν;

Ε.Κ.:

Για να εκκενώσουν το νησί.

Β.Δ.:

Ναι, γιατί να το εκκενώσουν;

Ε.Κ.:

Από ανθρώπους, για να μην υπάρχουν κόσμος εκεί πέρα, να μπορεί να συντηρηθεί το υποβρύχιο, για να φύγει το υποβρύχιο από την περιοχή, να μην τους βουλιάζει τα καράβια. 

Β.Δ.:

Υπήρχε όντως υποβρύχιο;

Ε.Κ.:

Υπήρχε εγγλέζικο υποβρύχιο, που την έκανε αυτή τη δουλειά. Τα περισσότερα καράβια που φεύγανε για τη Μέση Ανατολή με πολεμικό υλικό, τα βύθιζε εκεί στο Μυρτώο Πέλαγος και στο αυτό. Τώρα το υποβρύχιο, πού ήταν ακριβώς δεν ξέρω. Μπορεί να ήταν στα Αντικύθηρα, μπορεί να ήταν στο Τσιρίγο, μπορεί να ήταν στην Κρήτη, δεν ξέρω ακριβώς. Πάντως είχε έρθει και στα Αντικύθηρα, ήταν βέβαιο ότι κάποτε ήταν εκεί στα Αντικύθηρα, η οδός εκείνη.

Β.Δ.:

Και σας πήγανε στην Κρήτη δηλαδή-

Ε.Κ.:

Μας κουβαλήσανε όλους στην Κρήτη. Εμείς μας πήγανε σε ένα χωριό στα Μεσόγεια, σε ένα χωριό, πιο πέρα από το Καστέλι και κάτσαμε εκεί από τον Μάιο μήνα μέχρι και το φθινόπωρο, τον Οκτώβριο μήνα, όπου το μέτωπο στη Μέση Ανατολή άρχισε και έπαιρνε την κάτω βόλτα. Κατάρρεανε δηλαδή οι Γερμανοί εκεί, υποχωρούσαν δεν ξέρω τι είχε συμβεί, τους χτυπούσαν οι Εγγλέζοι και μας άφησαν ελεύθερους να ξαναεπιστρέψουμε στο νησί. Όταν επιστρέψαμε στο νησί με βάρκες, με καΐκια, ό,τι μπορούσαμε ναυλώναμε και κουβαλούσαμε τα ζώα μας, που τα είχαμε πάρει στην Κρήτη και τα ξαναφέρναμε πάλι στο νησί. Όταν γυρίσαμε στο νησί, τα σπίτια μας ήταν λεηλατημένα από ψαράδες Κρητικούς, διάφορους, από διάφορους που λυμαινόντουσαν τον τόπο εκεί πέρα. Δεν βρήκαμε τίποτα, ξαναρχίσαμε από την αρχή πάλι. Ίσα-ίσα τα τοιχία βρήκαμε στα σπίτια μας. Και δεν σας είπα, όταν ήμασταν στην Κρήτη, που μας είχαν εξορίσει, είχαμε κάτι προβατάκια, κάτι ζώα και τα είχαμε πάρει μαζί μας. Τα είχαμε λοιπόν σε ένα χωριό που μας περιέθαλψαν εκεί, σταβλίσει σε ένα σημείο, και τα έβγαζα κάθε μέρα στο βουνό επάνω και τα βόσκαμε και τα ξαναγύριζα το βράδυ. Εκεί λοιπόν, μία μέρα τα είχα βγάλει πάνω στο ύψωμα για να βοσκήσουν, είχαν οι Γερμανοί -κοντά στο Καστέλι σε ένα ύψωμα- ένα οχυρό φτιάξει εκεί πέρα, για να επιτηρούν την περιοχή και είχαν εξοπλισμό βαρέα όπλα και αυτά στο σημείο αυτό. Όπως βγήκα λοιπόν πάνω στο βουνό, για να μαζέψω τα προβατάκια και τα ζώα, ακούω ένα «μπαμ» και έρχεται μία οβίδα και σκάει παραπέρα. Αυτοί κάνανε βολή, οι Γερμανοί, κάνανε δηλαδή βολή εξοικειωτική, σημάδι-

Β.Δ.:

Εξάσκηση-

Ε.Κ.:

Εξάσκηση! Εξάσκηση βολής, φτάνω εκεί που ήμουνα, άλλη οβίδα, άλλη οβίδα. Τα ζώα μαζεύτηκαν ένα κουβάρι σε ένα σημείο, πέφτει οβίδα δίπλα τους, δεν σκότωσε κανένα. Κάθε φορά που ακούγανε αυτό το «μπαμ» που εκτοξευόταν από το πυροβόλο η οβίδα, ήταν ένα πράγμα τέτοιο τεράστιο και την έβλεπα τώρα, που κατευθυνόταν στο σημείο που ήμουνα εγώ. «Τώρα -λέω- θα με σκοτώσουν εδώ πέρα» έτρεχα όσο μπορούσα! Μόλις έσκαζε η οβίδα πιο πέρα, έτρεχα σε ένα ρεματάκι που ήτανε πιο κάτω, να χωθώ εκεί μέσα, μήπως με χάσουνε! Γιατί το καταλάβαινα ότι ο παρατηρητής επάνω στο βουνό, έβλεπε τη διάρρηξη των βλημάτων που ασκούσαν και με είχε βάλει στόχο να με σκοτώσει! Το έφερνε δηλαδή, έδινε διόρθωση, γιατί όταν υπηρέτησε στρατιώτης εγώ μετά, υπηρέτησε σε αυτά τα όπλα και ήξερα πώς λειτουργούν αυτά τα όπλα. Ο παρατηρητής, ο Γερμανός, που ήταν απάνω στο βουνό να βλέπει τη βολή που έκανε, αν πράγματι χτυπάει τον στόχο που ήθελε και έδινε διόρθωση, έφερνε το κάθε βλήμα πάνω μου για να με σκοτώσει, με είχε βάλει στόχο! Και προσπαθούσα να ξεφύγω! Μόλις έφευγα 50 μέτρα, 20 μέτρα, δεν προλάβαινα παρακάτω, ερχότανε η άλλη οβίδα καταπάνω μου! Σου ορκίζομαι σε ό,τι έχω ιερό έσκασε η οβίδα ένα μέτρο από δίπλα μου! Εγώ έπεφτα πρηνηδόν και στο σημείο αυτό άνοιγε ένα χάος κάτω στη γη και γύριζε το χώμα και με σκέπαζε εμένα, που είχα πέσει χάμω. Πέσανε τουλάχιστον πέντε-έξι οβίδες γύρω μου!

Β.Δ.:

Για να σας σκοτώσει-

Ε.Κ.:

Για να με σκοτώσει. Έφευγα 20 μέτρα, 20 μέτρα ερχόταν διόρθωση, γιατί σου λέω ξέρω από αυτά τα όπλα, έδινε διόρθωση ο παρατηρητής και το έφερνε πάνω μου. Να μην στα πολυλογώ τώρα, καμιά φορά, εσταμάτησε τη βολή αυτή, επέσανε τουλάχιστον 25 οβίδες, γύρω μου εκεί χάμω, και δυο-τρεις στα πόδια μου, δίπλα μου και ο Θεός δεν ξέρω... με προστάτευε κάποια δύναμη-

Β.Δ.:

Και πώς δεν σκοτωθήκατε;

Ε.Κ.:

Ήμουν παιδί και έπεφτα κάτω πρηνηδόν και γύριζε το χώμα και με σκέπαζε, με την έκρηξη που γινόταν… με σκέπαζε το χώμα.

Β.Δ.:

Και σας έκρυβε-

Ε.Κ.:

Προσπαθούσα να ξεχωθώ για να συνεχίσω... Αφού δεν προλάβαινα, ερχόταν η άλλη οβίδα πάλι πίσω μου, συνέχεια! Αυτοί κάνανε βολή πάνω μου και ερχόντουσαν να με σκοτώσουν! Σου είπα, πέσανε γύρω στις 25-30 οβίδες. Άλλες δίπλα μου, άλλες... ξέρω ‘γω... Εγώ φώναζα: «Παναγία μου!» και έπεφτα πρηνηδόν χάμω. Προσγειωνόμουν με το χώμα κόλλαγα επάνω! Έσκαζε η οβίδα δίπλα μου και εγώ σηκωνόμουν ακέραιος! Όταν ξαναπήγα, σε αυτή την περιοχή, μετά από έναν μήνα, ήταν ολόκληρη η περιοχή οι πλαγιές διάσπαρτη, από κομμάτια, σίδερα, από τις οβίδες και από τα βλήματα που είχαν μέσα! Κάτι στρογγυλές μπίλιες μολυβένιες, για να έχουν μεγαλύτερη απόδοση, να κάνουν μεγαλύτερη καταστροφή! Κομμάτια σίδερα, από τις οβίδες και τα μαζεύαμε και τα τηρούσαμε με άλλα παιδιά, που είχαμε πάει στο μέρος αυτό. Θέλω να σας πω, από αυτή την κόλαση εβγήκα χωρίς να έχω μια γρατζουνιά, αλλά την ώρα που έβλεπα την οβίδα, το ‘βλεπα το βλήμα που ερχόταν ένα τεράστιο πράγμα, και κατευθυνόταν πάνω μου και έπεφτα χάμω πρηνηδόν και φώναζα: « Παναγία μου!» Τίποτε άλλο δεν μπορούσα! Την έζησα αυτή την κατάσταση! 

Β.Δ.:

Στα Αντικύθηρα. Εκεί καταλάβατε-

Ε.Κ.:

Πήγαινα σχολείο, στην τρίτη τάξη στο Δημοτικό και αφού μεσολάβησε η Κατοχή σταμάτησαν τα σχολεία, σταμάτησαν όλα και περάσαμε τρία χρόνια με την Κατοχή και δεν λειτουργούσε τίποτα, εκεί οι απομονωμένοι εκεί πέρα στο νησί ήταν Ιταλοί επί το πλείστον. Οι Γερμανοί φύγανε, γιατί είχαν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Οι Γερμανοί πολεμούσαν και κάτω στην Αφρική, εκεί πέρα στην Αίγυπτο να πούμε τότε. Και αφού πέρασαν τα τέσσερα χρόνια και απελευθερωθήκαμε, ξαναήρθε ένας δάσκαλος στα Αντικύθηρα και ξανασυνέχισα. Μάλιστα ντρεπόμουν και να πηγαίνω, γιατί ήμουν μεγάλο παιδί τότε, να πηγαίνω στο Γυμνάσιο. Και ο πατέρας μου, ο συγχωρεμένος, με πίεσε να πάω και πήγα και τελείωσα το Δημοτικό στα Αντικύθηρα. Αφού τελείωσα το Δημοτικό, εκεί το νησί ήταν [00:30:00]φτωχός ο κόσμος, πάλευε με τη γεωργία, με την κτηνοτροφία, με αυτά ζούσαμε. Πήγα στην Κρήτη, έναν χρόνο εργάστηκα, πέρασα από περιοδεύων, ήμουν τότε 19 χρονών. Και το 1952 με καλέσανε, πήγα στρατιώτης και υπηρέτησε στα βαριά όπλα στους όλμους, στα πυροβόλα και αυτά τα όπλα και υπηρέτησα συνολικά δυόμιση χρόνια στρατιώτης. Και όταν απολύθηκα ξαναγύρισα πάλι στο νησί, δεν ήθελα να μείνω πια εκεί πέρα, γιατί δεν μπορούσε… δεν είχε προοπτικές για έναν νέο άνθρωπο το νησί. Έπρεπε να ζήσω πάλι τη ζωή των γονιών μου, με τη γεωργία και με τα ζώα και με αυτά να… Και σας είπα, έπαιρνε τότε φαροφύλακες, προκήρυξε διαγωνισμό για 30 άτομα και πήγαμε-

Β.Δ.:

Εσείς πώς το αποφασίσατε να πάτε; Δηλαδή θα μπορούσατε να κάνετε κάτι άλλο; Γιατί αυτό;

Ε.Κ.:

Ή ναυτικός έπρεπε να γίνω, δεν είχα άλλες προοπτικές, γράμματα αρκετά δεν είχα, το Δημοτικό είχα τελειώσει και πήγα σε αυτή την υπηρεσία, δεν είχα και βεβαιότητα αν περάσω. Λέω: «Μπορεί να με κόψουνε», γιατί περνούσαμε κάτι τεστ, κάτι αυτά, γράφαμε κάτι γραπτά εξέταση και όπως σας είπα, τα γράμματά μου ήταν του Δημοτικού, αλλά έστω και αυτά τα λίγα που έμαθα, τα καλλιέργησα κάπως και μπόρεσα και τα κατάφερα και πέρασα. Και μάλιστα από κάτι που ήταν του Γυμνασίου που δώσανε, επέρασα μπροστά εγώ που ήμουνα του Δημοτικού στις εξετάσεις. Ήμουν 6ος στην επετηρίδα και είχαμε οκτώ του Γυμνασίου τελειόφοιτους τότε, που ήταν ένα το Γυμνάσιο, και εγώ ήμουν 6ος στην επετηρίδα. Τέλος πάντων, να μην στα πολυλογώ-

Β.Δ.:

Και φτάνετε στον φάρο-

Ε.Κ.:

Και πήγα στον φάρο.

Β.Δ.:

Το '57 σωστά; 

Ε.Κ.:

Το '57.

Β.Δ.:

Όταν πήγατε στον φάρο, είχατε καταλάβει το πόσο μόνος θα είστε; Δηλαδή πολλές ώρες μόνος-

Ε.Κ.:

Η σύνθεση του φάρου ήταν για τέσσερα άτομα, αλλά ποτέ δεν ήταν πλήρες το προσωπικό ή κάποιος αρρώσταινε και έφευγε ή κάποιος θα ζήταγε μετάθεση, έβαλε δρακόντεια μέτρα, γιατί δεν τον θέλανε τον Κάβο Μαλιά, ήταν ανθυγιεινός φάρος απάνω στο βοριά, τον εχτύπαγε η θάλασσα, είχε υγρασία πολύ, ήταν απομονωμένος φάρος. Το πλησιέστερο χωριό ήταν τα Βελανίδια τότε, και δεν τον θέλανε, οι ξένοι που έρχονταν κοιτάζανε με κάθε τρόπο να φύγουνε...

Β.Δ.:

Εκεί πώς ήταν; Δηλαδή, πώς ήταν οι συνθήκες ειδικά τον χειμώνα;

Ε.Κ.:

Τον χειμώνα ο Θεός να φυλάει! Το κτίριο μέσα έτρεχε νερό, από την αρμύρα που είχε το τοιχίο ποτίσει και κατέβαζε νερό. Δίπλα στο κρεβάτι μου έβαζα ένα χαρτόνι στον τοίχο για να μην μουσκεύουν οι κουβέρτες μου. Το καλοκαίρι έκανε αλάτι δύο δάχτυλα από μέσα ο τοίχος, αφού έπηζε η θάλασσα, η αλμύρα του τοίχου. Ναι, δηλαδή ήταν η ζωή ήταν πολύ δύσκολη!

Β.Δ.:

Στη βάρδια πόσοι ήσασταν;

Ε.Κ.:

Στη βάρδια μέναμε δύο-δύο, για να μπορούμε να βγαίνουμε και στο χωριό, γιατί οι περισσότεροι μετά μείναμε ντόπιοι, από εδώ από τη Νεάπολη, από τα Κύθηρα, μας κάνανε και μία έξοδο με τη δικτατορία, να μπορούμε να εναλλάσσεται το προσωπικό κάθε εβδομάδα. Να μένουν οι μισοί να κάνουν βάρδια και όπου ήτανε τρεις μένανε δύο στον φάρο, έβγαινε ένας, την άλλη εβδομάδα έβγαινε πάλι ένας. Όπου ήταν τέσσερις φεύγανε οι δύο και έμεναν οι άλλοι δύο και εκτελούσαν βάρδια.

Β.Δ.:

Και η βάρδια πόσο ήταν;

Ε.Κ.:

Τη μισή νύχτα ο ένας τη μισή ο άλλος...

Β.Δ.:

Δηλαδή το μεγαλύτερο διάστημα που έχετε μείνει μέσα στον φάρο χωρίς να βγείτε στο χωριό;

Ε.Κ.:

Είχα μείνει και μοναχός τρία βράδια, μόνος μου στον φάρο -να πούμε- εκείνο ήταν το δύσκολο, γιατί ήταν τον χειμώνα, πιάνανε οι κακοκαιρίες… Αντιμετώπισα μία νύχτα που μου έχει μείνει στη ζωή μου... και ακόμα βλέπω εφιάλτες.

Β.Δ.:

Για πείτε μου...

Ε.Κ.:

Έπιασε μία φουρτούνα φοβερή, βοριάς και κοπάναγε τον φάρο. Ο φάρος όταν τον χτίσανε, δεν υπολόγισαν ότι μπορεί να φτάσει η θάλασσα εκεί πάνω. Εντωμεταξύ, σε μία επισκευή που κάνανε, είχε κάτι προφυλακτικά, είχαν βάλει οι παλιοί, το 1883 που χτίστηκε ο φάρος, είχαν κάτι σανιδένια προφυλακτικά παράθυρα και κλείνανε απέξω με σιδερένια μπάρα και προστάτευαν τα τζαμιλίκια από μέσα, να μην τα χτυπάει θάλασσα και τα σπάζει. Σε μία επισκευή που κάνανε, τα θεώρησαν περιττά αυτά τα απέξω και τα πετάξανε και αφήσανε το τζαμιλίκι, δεν φανταζόντουσαν ότι θα βγει η θάλασσα εκεί πάνω. Μία νύχτα λοιπόν, που έτυχε να είμαι μόνος μου, γιατί ο άλλος μού ζήτησε να έρθει εδώ στο Λάχι, στο χωριό που ήταν η οικογένειά του και είχε μικρά παιδιά και είχαν αρρωστήσει, και μου λέει: «Αν μπορείς να κάτσεις δυο-τρία βράδια μόνος σου, να βγω να δω τι θα κάνω να τα πάω στον γιατρό». Και έμεινα μόνος μου, τη νύχτα έπιασε μία θύελλα, μία κακοκαιρία φοβερή, ήταν Φεβρουάριος μήνας, αρχές. Να πιάσει μία φουρτούνα! Τρικυμία! Να βγαίνει η θάλασσα στον φάρο, να κοπανάει, να πέφτουν τόνοι θάλασσα πάνω στην ταράτσα... Το κτίριο ήταν από την υγρασία… η ταράτσα είχε σε πολλά σημεία πέσει το ταβάνι, ο σοβάς από μέσα και φαινόντουσαν τα σίδερα του μπετόν και ήταν όλα κομμένα, τα είχε φάει η αλμύρα. «Τώρα -λέω- αν υποχωρήσει η ταράτσα, θα με πλακώσει εδώ μέσα, θα με θάψει!». Να έρχεται το κύμα, να μπάσει το παράθυρο με την κάσα όπως ήταν μέσα, να σπάσει ένα παράθυρο του πύργου, να μπαίνουν τα νερά από κει, να μπαίνει στο δωμάτιο, να πλέουν όλα τα πράγματα τώρα εκεί μέσα! Δεν είχε μείνει στεγνό τίποτα και εγώ με δύο σάρωθρα, με δυο σκούπες, να πολεμώ να βγάλω τη θάλασσα από την είσοδο έξω και ώσπου να βγάλω λίγα νερά, να έρχεται άλλο κύμα να μπαίνει μέσα... Εκείνη τη νύχτα τα χρειάστηκα, η μόνη φορά δηλαδή! Ποτέ μου δεν απογοητεύτηκα στη ζωή μου, όσο δύσκολα και να αντιμετώπιζα μία κατάσταση δύσκολη. Κάποια λύση έβρισκα πάντα να το παλέψω! Εκείνη τη νύχτα, είπα: «Θεέ μου, τελείωσα!» Το θυμάμαι και… Πέρασε η νύχτα εκείνη, την άλλη μέρα κάπως εκόπασε η θάλασσα, πέρασε και το άλλο βράδυ, ήρθε και ο άλλος ο συνάδερφος στον φάρο και τέλος πάντων, συνήλθαμε από την κατάσταση αυτή. Καρφώσαμε κάτι σανίδες στον τοίχο εκεί πέρα στο παράθυρο, για να μπορέσουμε να το κλείσουμε, να μην μπαίνει ο αέρας και η βροχή μέσα και η θάλασσα και έτσι, διορθώθηκε κάπως η κατάσταση, πέρασε και αυτό!

Β.Δ.:

Τον χειμώνα πώς ζεσταινόσασταν; Μιλάω τα πρώτα χρόνια, όχι μετά που σας φέρανε...

Ε.Κ.:

Σας είπα με τη δικτατορία που-

Β.Δ.:

Πιο πριν;

Ε.Κ.:

Πιο πριν δεν υπήρχε τίποτα! Τίποτα δεν είχαμε ούτε χώρο να ανάψουμε φωτιά για να κάνουμε κάρβουνα. Ανάψαμε ένα μαγκάλι κάνα δύο φορές και ο άλλος φύλακας, που κάναμε παρέα, το πήρε στο δωμάτιό του, έκλεισε και την πόρτα και αυτός ο παλαβός… Σηκώνομαι στη 01.00 η ώρα να του παραδώσω βάρδια, ανοίγω την πόρτα και κάνει ένα «παφ» μόλις άνοιξα την πόρτα και αυτός ξάπλα στο κρεβάτι και είχε βγάλει αφρούς από το στόμα. Ήταν δηλαδή, ακόμα λίγο και θα πέθαινε ο άνθρωπος, είχε δηλητηριαστεί[00:40:00] με το μαγκάλι! Και τον αρπάζω και τον τραβάω έξω, τον βγάζω έξω στην πόρτα, στο αέρα τον καθαρό, σιγά-σιγά τον συνέφερα! Του έκανα ό,τι μπορούσα εκεί πέρα, τεχνικές αναπνοές, και τον συνέφερα και συνήλθε από τη… Δεν είχαμε θέρμανση, τίποτα δεν είχαμε, χώρο βοηθητικό να ανάψουμε μια φωτιά να ζεσταθούμε. Μόνο με τη δικτατορία, σας είπα, μας φέρανε μία θερμάστρα πετρελαίου και ένα πλαστικό, μια πλαστική δεξαμενή, η οποία έπαιρνε diesel-πετρέλαιο, γιατί ο φάρος έκαιγε φωτιστικό πετρέλαιο, δούλευε δηλαδή με φωτιστικό πετρέλαιο-

Β.Δ.:

Άρα προσέχατε να μην σβήσει;

Ε.Κ.:

Ναι, και ο φάρος δεν έκαιγε το ίδιο πετρέλαιο -θέλω να σου πω- με την θερμάστρα. Το πετρέλαιο της θερμάστρας ήτανε το diesel που καίνε τα καράβια, το συνηθισμένο, ενώ το πετρέλαιο που έκαιγε ο φάρος ήταν το καθαρό πετρέλαιο, που καίγαμε στις λάμπες, τα παλιά χρόνια, για φωτισμό. Με αμίαντο δούλευε ο φάρος, φωτοβολίδα και με πίεση αέρος, πήγαινε το πετρέλαιο και καιγόταν.  Αυτά που λες…

Ε.Κ.:

Ναυάγια να σου πω τώρα τι είδα στον Κάβο Μαλιά τα χρόνια αυτά... Ένας ψαράς ήρθε, από δω από την Καστανιά ήτανε, με τη βάρκα ένα βράδυ, ήντουσαν δύο στη βάρκα και ήτανε μπουνάτσα ο καιρός, ωραία μέρα, τους κουβέντιασα, πήγα εκεί στην παραλία και τους κουβέντιασα, γνωστοί ήτανε δηλαδή και μου λένε: «Θα ρίξουμε κανένα παραγάδι τη νύχτα για να ψαρέψουμε». Τη νύχτα όμως κατέβηκε το καθούρι με τον βοριά και τη βροχή, ένα καθούρι, πήγανε να φύγουν, να σταβεντώσουν στην Αγία Ειρήνη, που έκοβε ο καιρός εσηκώσανε το πανί, γιατί δεν είχε μηχανή η βάρκα και φύσηξε απότομα ο αέρας και τους σοβερτάρισε η βάρκα, ναυάγησε, βούλιαξε, αλλά ήταν κοντά στη στεριά και σιγά-σιγά το κύμα τους κόλλησε στα βράχια έξω στη στεριά. Ο ένας λοιπόν, που είχε τη βάρκα, δεν ήξερε ούτε μπάνιο ο ναύτης που είχε μέσα στη βάρκα και μόλις ζύγωσε η βάρκα στη στεριά, πετάχτηκε έξω στα βράχια και έφυγε, έπιασε τη στεριά τη νύχτα και έφυγε. Ο άλλος που είχε τη βάρκα, ήταν πολύ δυνατός άνθρωπος, κατόρθωσε, όπως κάθισε η βάρκα στην άκρη στα βράχια, έγειρε και έφυγε όλο το νερό που είχε μέσα, την τουμπάρισε δηλαδή, και έφυγε όλο το νερό που είχε μέσα η βάρκα και έπλευσε που ήρθε το κύμα. Τηνε σπρώχνει μέσα και αγωνιζόταν με ένα ξύλο, που του είχε μείνει, γιατί τα κουπιά όλα είχαν φύγει, τα είχε πάρει θάλασσα όταν ναυαγήσαν. Και με το ξύλο αυτό που έβανε για άλμπουρο να κάνει το πανί, εκατόρθωσε, πότε από τη μία μεριά πότε από την άλλη, και το έβανε -ας πούμε- για κουπί, και την έφερε τη βάρκα κοντά στον φάρο, περίπου 200 μέτρα ήταν από τον φάρο ένας βράχος και έκανε λίγο, απάγκιαζε από το μέσα μέρος, έκοβε λίγο η θάλασσα και την κατόρθωσε, και βγήκε εκεί πέρα αυτός έξω και πήρε το σχοινάκι που είχε στην πλώρη δεμένο, το παλαμάρι, και το δέσε στον βράχο, σίδερο δεν είχε άγκυρα για να πετάξει από πίσω. Παράτησε τη βάρκα και ήρθε στο φανάρι τη νύχτα 24.00-01.00 η ώρα και μου βάζει μία φωνή απέξω, τον άκουσα. Λοιπόν εγώ τον γνώρισα από τη φωνή: «Τι έγινε ρε Κώστα;-του λέω-Έλα!» «Πνιγήκαμε!» μου λέει, του λέω: «Που είναι ο άλλος; Πνίγηκε ο άλλος άνθρωπος;» «Όχι -μου λέει- βγήκε στο τάδε μέρος, κόλλησε η βάρκα στη στεριά και του είπα να έρθει στον φάρο. Βγήκε έξω και του πα να έρθει στον φάρο». Του λέω: «Πού θα έρθει στον φάρο με αυτή την κατάρα -του λέω- βροχή, κατακλυσμός, σκοτάδι πίσσα;» Ο φάρος δεν φαινότανε από εκεί, ήταν πολύ μακριά 2-3 χιλιόμετρα που είχε βγει αυτός έξω. Τέλος πάντων, πήρα τον άλλον μέσα, του έδωσα ό,τι παλιό ρούχα  είχα και άλλαξε που ήτανε σούρωνε βρεγμένος, του λέω: «Κάθισε εδώ και θα φύγω θα πάρω το λαμπάκι αυτό που έχω και -μία λάμπα θυέλλης- να πάω, να τονε βρω τον άνθρωπο, θα χαθεί αυτός δεν ξέρει να έρθει στον φάρο -του λέω- μέσα στο δάσος, στα ρουμάνια, πού θα βρει το μονοπάτι για να…» το μονοπάτι ήταν γιδοπάτι, που περνούσαμε και πηγαίναμε για τα Βελανίδια. Δεν είχε δρόμο να φαίνεται. Τέλος πάντων πήγα τη νύχτα. Υπολόγισα μόλις έφτανα στο μέρος που μου είπε αυτός ότι βγήκε στη στεριά, εφώναξα και αυτός είχε χάσει τον προορισμό του, είχε πέσει μέσα σε μία πλαγιά δασωμένη, ξυπόλητος, κατόρθωσα και τον κατέβασα σιγά-σιγά στον δρόμο, στο μονοπάτι που πήγαινε για τον φάρο. Τα πόδια του ματωμένα, τον είχανε με τα κλαδιά, με το δάσος εκεί πέρα, τα βάτα τον είχανε πληγώσει. Τον πήγα στον φάρο τον άλλαξα και αυτόν, του έδωσα ό,τι ρούχα είχα και αφού φάγαμε κάτι εκεί στον φάρο, ο καιρός έσπασε, ο πολύς αέρας, δηλαδή, η φουρτούνα αυτή το καθούρι που είχε φέρει και άρχισε να ηρεμεί. Τους λέω: «Η βάρκα εκεί πού την έχεις, θα τη σπάσει οπωσδήποτε, θα τη χτυπήσει στα βράχια -του λέω- θα τη σπάσει. Άμα θέλεις να γλιτώσεις τη βάρκα -του λέω- θα πάτε, θα μπείτε μέσα και θα πάρετε τα κουπιά της βάρκας μου -τους λέω, γιατί δεν είχανε, τίποτα δεν είχε μείνει στη βάρκα- και προσπαθήστε να καβατζάρετε τον Κάβο και να γυρίσετε στο υπήνεμο μέρος, στην Αγία Ειρήνη, που κόβει ο βοριάς, είναι μπονάτσα, να γλιτώσεις τη βάρκα σου» του λέω. Γιατί του είχε σπάσει πιο μπροστά άλλο ένα καΐκι και ο κακομοίρης είχε πάει και είχε κάνει αυτή τη βάρκα. Αυτός λοιπόν που μάζεψα από το ρουμάνι, φοβόταν να μπει ο κακομοίρης στη βάρκα, αλλά τον έπεισα τέλος πάντων, του λέω: «Τώρα έχει κοπάσει η θάλασσα, μην φοβάσαι! Είναι η θάλασσα βουβή δεν σκάει για να μπει στη βάρκα». Εντάξε,ι το κατάφερα και τους πήγα και τους έβαλα στη βάρκα, τους έδωσα τη λάμπα που είχα με το φως και τα κουπιά της βάρκας μου και έφυγαν και πήγαν και γλιτώσανε. Την άλλη μέρα το πρωί είχε μπουνατσάρει τελείως ο καιρός και περνούσαν από κάτω από τον φάρο και μου φώναζαν: «Πάμε στο χωριό και όποτε μπορέσουμε θα σου φέρουμε τα ρούχα σου και τα κουπιά της βάρκας» Και έτσι γλιτώσανε και αυτοί.

Β.Δ.:

Τους βοηθήσατε να σωθούν!

Ε.Κ.:

Ναι! Σου λέω, ήταν δράμα η κατάσταση!

Β.Δ.:

Άλλο περιστατικό έτσι;

Ε.Κ.:

Άλλα περιστατικά πολλά! Έβλεπα τα αλιευτικά, τότε ήταν οι ανεμότρατες που πηγαίνανε και ψαρεύανε στην Αφρική κάτω. Περνούσαν με μεγάλες φουρτούνες και πάλευαν ώρες απέξω από τον φάρο, για να προχωρήσουν από τον δυνατό αέρα που κατέβαζε, γιατί πενταπλασιαζόταν o αέρας στο σημείο αυτό, ήταν η διαμόρφωση του εδάφους έτσι, τα βουνά, οι πλαγιές από πάνω ψηλά. Ο [00:50:00]Καβομαλιάς είχε μεγάλο υψόμετρο απάνω και όπως ήταν οι πλάγιες, χτύπαγε ο αέρας εκεί και έριχνε προς τη θάλασσα, ξεθύμαινε προς τη θάλασσα. Δεν μπορούσε να ξεθυμάνει προς το βουνό επάνω και εκεί γινόταν το σώσε. Και έβλεπες τώρα το καΐκι με μηχανές μεγάλες και δεν μπορούσε να προβετζάρει, να προχωρήσει δηλαδή, από τη δύναμη του βοριά του αέρα και το βάζανε στις βόλτες γυρίζανε προς το πέλαγο, γυρίζανε προς τη στεριά και με τις βόλτες αυτές, κατορθώσανε να περάσουν τον Κάβο. Αυτά ήταν πολύ... Τώρα για το ιστορικό του Κάβο Μαλιά μπορεί να τα έχεις ακούσει… Εκεί από την αρχαιότητα είχαν μονάσει πάρα πολλοί καλογήροι στο σημείο. Είχε μεγάλο μοναστήρι μπροστά στον Κάβο κατάχαμα, υπήρχε ένας ναός, δεν ξέρω ακριβώς τι ναός ήταν, ο Άγιος Γιώργης ήταν; Δεν ξέρω... τώρα σώζονται μόνο κάτι κομμάτια από τα τοιχία στον βράχο μέσα. Και έχουν χτίσει ένα μικρό εκκλησάκι εκεί, στο σημείο αυτό. Είχαν εξορύξει οι καλογήροι μέσα στον βράχο, δύο δεξαμενές τεράστιες για να μαζεύουν το νερό της βροχής, να υδρεύονται.

Β.Δ.:

Εσείς από αυτό πίνατε;

Ε.Κ.:

Όχι, εμείς είχαμε μέσα στο κτίριο, στον φάρο, είχαμε μία μικρή στερνούλα, η οποία έβαζε από την ταράτσα του κτηρίου...

Β.Δ.:

Βρόχινο νερό;

Ε.Κ.:

Βρόχινο νερό, όταν έβρεχε!

Β.Δ.:

Και όταν δεν έβρεχε;

Ε.Κ.:

Όταν δεν έβρεχε, προσπαθούσαμε να περάσουμε με αυτό το νερό, με οικονομία. Εντωμεταξύ, πολλές φορές που έπιανε η φουρτούνα και έβγαινε η θάλασσα πάνω στον φάρο, κλείναμε από πάνω την παροχή, γιατί έμπαινε η θάλασσα μέσα και ήταν υφάλμυρο το νερό. Τέλος πάντων, μας έφερνε ο αγωγιάτης, που μίσθωνε η υπηρεσία έναν και ερχόταν κάθε μία φορά την εβδομάδα, και μας έφερνε τροφοδοσία, μας ψώνιζε δηλαδή απέξω-

Β.Δ.:

Και μαγειρεύατε εκεί στον φάρο;

Ε.Κ.:

Ναι, και μας έφερνε τροφοδοσία, αυτόν τον πλήρωνε η υπηρεσία, με δύο ζώα, πουλάρι και αυτό, και ερχότανε στον φάρο και μας έφερνε την τροφοδοσία και του δίναμε και κανένα δοχείο και μας έφερνε από τον Άγιο Μύρο, που ήταν το τρεχούμενο νερό εκεί πέρα, η πηγή δηλαδή. Αν έχεις ακούσει, ακόμα αυτό το νερό υπάρχει! Έτσι υδρευόμαστε, αλλά το νερό του φάρου ήταν λίγο. Μετά είχε ένα μαντρί πιο πέρα περίπου 300 μέτρα από τον φάρο και τα πρώτα χρόνια ερχόταν ο τσοπάνης και έβγανε δυο-τρεις μήνες τον χειμώνα εκεί, έφερνε τα ζώα του, αλλά μετά καταστράφηκε το μαντρί, είχαν κάνει ένα στερνάκι αυτοί εκεί, για να ποτίζουν τα ζώα τους στο μαντρί και εκεί πηγαίναμε, αφού φύγανε οι τσοπάνηδες από την περιοχή, πηγαίναμε και πλέναμε κανένα ρούχο. Κανένα παλιό ρούχο εκεί πέρα που πήγαινα στο ψάρεμα, που θαλασσοβρεχόμουνα και πήγαινα σε αυτό το στενάκι και έπλενα τα ρούχα μου. Στο χωριό έβγαινα, όποτε ήτανε μπουνάτσα με τη βαρκούλα, πήγαινα στο σπίτι, γιατί τα πρώτα δέκα χρόνια που παντρεύτηκα, έμεινα στα Βελανιδιά, μετά πήρα το οικόπεδο αυτό και έχτισα το σπίτι εδώ. Κατεβήκαμε στη Νεάπολη το '70-'71.

Β.Δ.:

Και η ώρα στον φάρο πώς περνούσε; Δηλαδή είχατε μόνο την ευθύνη να μη σβήσει το φως; Τι σκεφτόσασταν; Πώς το διαχειριζόσασταν;

Ε.Κ.:

Η κύρια ευθύνη ήταν βέβαια να μη σβήσει ο φάρος, γιατί πολλές φορές συνέβαιναν και τέτοια περιστατικά! Τον χειμώνα ιδίως που πάγωνε το πετρέλαιο! Και ενώ πήγαινε πρώτα ατμοποιημένο, ζεσταμένο, είχε το μηχάνημα δηλαδή, έναν προθερμαντήρα, το οποίο πέρναγε το πετρέλαιο και ζεσταινόταν και πήγαινε ατμοποιημένο και καιγόταν. Όταν όμως έσβηνε αυτός ο προθερμαντήρας με το κρύο, πέρναγε το πετρέλαιο ζωντανό και πήγαινε ρευστό απάνω, δεν καιγόταν και έσβηνε ο φάρος. Έπρεπε να αποκατασταθεί η βλάβη μέσα σε… το μεγαλύτερο όριο που μας δίνανε η υπηρεσία ήταν 20 λεπτά. Σε 20 λεπτά μέσα έπρεπε, ό,τι η βλάβη υπήρχε, να αποκατασταθεί. Και για αυτό εμείς φροντίζαμε να μην συμβεί τίποτα -ήμασταν στο πόδι δηλαδή- ειδικά αυτός που έκανε βάρδια, έπρεπε να είναι συνέχεια ξύπνιος, στο πόδι, να φροντίζει, να επιβλέπει τον φάρο να μη σβήσει. 

Β.Δ.:

Με τι μέσα τον φροντίζατε τον φάρο; Αν προέκυπτε βλάβη εννοώ.

Ε.Κ.:

Η περιστροφή του φάρου, γιατί επεριστρέφετο ο φάρος, το οπτικό, και έδινε το χαρακτηριστικό του φάρου. Περιστρεφόταν με τη δύναμη κάποιας μηχανής, ένα σύστημα με γρανάζια, το οποίο είχε ένα συρματόσχοινο με τη δύναμη ενός βάρους και κατέβαινε σιγά-σιγά το βάρος με ρυθμιστή και μόλις πάταγε κάτω, σταμάταγε η περιστροφή του φάρου και έδειχνε ένα φως στάσιμο. Αυτό δεν ήταν καλό βέβαια έπρεπε να ξανανεβεί το βάρος απάνω στον πύργο, να ξεκινήσει πάλι, σιγά-σιγά, να περιστρέφει τον φάρο και αυτό το φροντίζαμε. Κουρδίζουμε κάθε δυόμιση ώρες, έπρεπε να ανεβάσουμε το βάρος επάνω, γιατί όταν πατούσε κάτω, έμενε στάσιμο σε ένα σημείο το φως και ο ναυτικός μπερδευόταν. Έβλεπε ένα στάσιμο φως πια, δεν έβλεπε τις αναλαμπές του φάρου, να ξέρει πού βρίσκεται, αυτό ήταν. 

Β.Δ.:

Άγρια η θάλασσα στον Κάβο Μαλιά; Όντως ισχύει η έκφραση που λέει ότι «Άμα θες να περάσεις τον Κάβο Μαλιά, ξέχνα το σπίτι σου»;

Ε.Κ.:

Εκεί για τον Κάβο Μαλιά ήταν τόσο δύσκολο πέρασμα τότε που τα πλοία αρμένιζαν με τα πανιά με τα ιστία -ήταν ιστιοφόρα- και αρμενίζαν, δεν είχαν τα μέσα μηχανές και τέτοια… Και μέχρι ο Όμηρος και ο Στράβωνας, οι αρχαίοι, είχαν γράψει για τον Κάβο Μαλιά, τι δυσκολίες δηλαδή αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί στην αρχαιότητα και γράψανε το ρητό που λέει: «Μαλέαν δε κάμψας, επιλάθου των οίκαδε». Δηλαδή «Πέρασες τον Μαλέα; Έκανες μεγάλο κατόρθωμα». Από λάθος τον πέρασες δηλαδή...

Β.Δ.:

Ισχύει οπότε, η θάλασσα ήτανε-

Ε.Κ.:

Ναι. 

Β.Δ.:

Άγρια και επικίνδυνη-

Ε.Κ.:

Βέβαια, αυτά.

Β.Δ.:

Θέλω να σας ρωτήσω τώρα… Μου είπατε ότι το 1966 πήγατε στη Φολέγανδρο;

Ε.Κ.:

Στη Φολέγανδρο.

Β.Δ.:

Εκεί πώς ήταν;

Ε.Κ.:

Εκεί, ο φάρος ήταν στο δυτικό μέρος του νησιού σε ύψος 80 έως 100 μέτρα ήταν ο βράχος που είχαν χτίσει τον φάρο επάνω. Εκεί ούτε υγρασία υπήρχε ούτε τίποτα, ήταν ένα κτίριο πολύ ωραίο. Από εδώ μέχρι εκεί που είναι οι καρέκλες στο κράσπεδο, ήταν ο γκρεμός, ο βράχος, από το κτίριο και κατέβαινε λες και ήταν ντουβάρι σοβατισμένο μέχρι τη θάλασσα. 80 μέτρα με 90 μέτρα ύψος. Και πάνω εκεί ήταν ο φάρος κτισμένος, ήταν πολύ ωραίος ο φάρος. Το χωριό ήταν 20 λεπτά από τον φάρο. Όταν πήρα τη γυναίκα μου με το παιδί εκεί, πέρασα πολύ ωραία, [01:00:00]γιατί εκεί ήμασταν τέσσερα άτομα στον φάρο, ήταν πλήρες το προσωπικό και το είχαμε κανονίσει δύο-δύο, αυτοί μένανε στο άλλο χωριό, στη Χώρα που λέγανε, γιατί είχε δύο χωριά το νησί επάνω. Ήταν η πρωτεύουσα-ας την πούμε- η Χώρα κάτω χαμηλά και το πάνω χωριό που εμένα εγώ, κοντά στον φάρο. Εκεί που λες, κανονίζαμε και ερχόντουσαν οι δύο, πηγαίνανε οι δύο και κάνανε δύο βράδια στον φάρο, την άλλη μέρα το πρωί κλειδώνανε τον φάρο και φεύγανε αυτοί και πηγαίναμε εμείς, οι άλλοι δύο, και πάλι δύο βράδια. Έπαιρνα τη γυναίκα μου στον φάρο, το παιδί, είχα το ένα παιδί τότε, και πηγαίναμε και περνούσαμε ωραία, ψάρευα εκεί πέρα, πιάναμε ψάρια.

Β.Δ.:

Ήταν καλύτερες οι συνθήκες από τον Κάβο Μαλιά;

Ε.Κ.:

Οπωσδήποτε δεν είχαμε αυτό το χάλι, το ανθυγιεινό του Κάβο Μαλιά. Το καλοκαίρι τους έπαιρνα και εδώ στον φάρο. Ερχοντούσαν όταν κάνανε διακοπές τα παιδιά, όταν πια μεγάλωσε και το δεύτερο παιδί, ερχόντουσαν και κάνανε δέκα μέρες δεκαπέντε, όταν έκαναν διακοπές στο Γυμνάσιο και τους άφηνα και το βαρκάκι και ψάρευαν εκεί πέρα-

Β.Δ.:

Δεν φοβόσασταν; Επειδή ήταν άγρια η θάλασσα;

Ε.Κ.:

Τους επιτηρούσα από πάνω από τον φάρο με τα κιάλια, τους φώναζα... Ψάρευαν, έπιαναν και ψάρια. Τότε ήταν τα ψάρια γεμάτο, αψάρευτη η θάλασσα. Κάνανε το κέφι τους, κάνανε τα μπάνια τους και η γυναίκα μου ερχόταν πολλές φορές, αλλά δεν μπορούσαν να καθίσουν πολλές μέρες, γιατί δεν επαρκούσε το νερό, ήταν το πρόβλημα, της στέρνας το νερό ήταν λίγο και το κάναμε οικονομία.

Β.Δ.:

Όταν αρρωσταίνατε, αφού οι συνθήκες δεν ήταν καλές καθόλου στον Κάβο Μαλιά, έμπαινε η θάλασσα μέσα και... Όταν αρρωσταίνατε τι γινότανε;

Ε.Κ.:

Βγαίναμε έξω, όποιος μπόραγε να περπατήσει, αλλιώς ερχόταν ο τροφοδότης και τον έβανε απάνω στο μουλάρι και τον έφερνε εδώ στο γιατρό. Να δεις ένα περιστατικό που μου έτυχε... Ήμαστε με έναν από τα Κύθηρα φαροφύλακα, Σούγιαννης Τάσος λεγόταν, και κάναμε βάρδια στον φάρο για μία εβδομάδα. Ξαφνικά μου αρρώστησε αυτός και πέφτει με 40 πυρετό. «Τι έπαθες ρε Τάσο;» Του έκανα ό,τι μπορούσα εκεί πέρα. Μου λέει: «Πήγαινε έξω -που πηγαίναμε και κάναμε το νερό μας- να δεις εκεί που πήγα, γιατί σαν να είδα αίμα», αλλά αυτός δε καταλάβαινε και πολλά πράγματα. Πάω λοιπόν, τι να δω; Αυτός είχε πάθει γαστρορραγία-

Β.Δ.:

Τι είχε πάθει;

Ε.Κ.:

Γαστρορραγία, και είχε αιματοκυλιστεί εκεί χάμω που πήγε να ενεργηθεί. Ο πυρετός όλο ανέβαινε, τι να κάνω εγώ τώρα; Αύγουστος μήνας, ζέστη... Τι να κάνω; Πώς να ειδοποιήσω; Τηλέφωνα δεν είχα… Στον φάρο τότε δεν είχα τηλέφωνο. Μόνο στα Βελανίδια υπήρχε τηλέφωνο. Φεύγω μέσα στο μεσημέρι. Όσο μπορούσα έτρεχα, τώρα τις τρεις ώρες για να φτάσω στα Βελανίδια, τις έκανα εγώ μιάμιση ώρα. Έρχομαι στα Βελανίδια, παίρνουμε τηλέφωνο το Λιμεναρχείο εδώ στη Νεάπολη, και τους λέω: «Αυτό και αυτό συμβαίνει στον φάρο. Ο άνθρωπος αυτός θα πεθάνει αν δεν τον μεταφέρουμε θα πεθάνει». Το Λιμεναρχείο λοιπόν παίρνει πάνω το αρχηγείο Ναυτικού και ειδοποιούν στη βάση της Σούδας στην Κρήτη και σηκώνεται ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού και έρχεται στον Κάβο Μαλιά για να τον επάρει. Το ελικόπτερο όμως μπερδεύτηκε, δεν ήξερε ακριβώς πού είναι ο φάρος και έρχεται στον Άγιο Λια εδώ πέρα, εκεί που είναι η σπίθα τώρα, που έχει το αυτόματο στον Άγιο Ηλία. Νόμιζε ότι εκεί είναι ο φάρος και αφού ήρθε εκεί πέρα, προσγειώνεται σε ένα χωράφι εκεί χάμω και πιάνει έναν τσοπάνη, Δελακοβία- δεν ξέρω πώς τονε λέγανε- και του λέει: «Που είναι ο φάρος του Κάβο Μαλλιά;» « Ο φάρος -του λέει- είναι ανατολικά από εδώ!» Και σηκώνεται πάλι το ελικόπτερο και έρχεται από εκεί, και τώρα εκεί οι πλάγιες δεν είχε τόπο ούτε να προσγειωθεί. Σε ένα σημείο υπήρχε ένα υψωματάκι, έτσι ένα ίσιωμα λίγο, και φεύγω από τον φάρο με μία πετσέτα και του 'γνεφα τώρα που να πάει- δηλαδή αυτό στο τάδε μέρος- και πήγε και προσγειώθηκε εκεί. Και βγαίνει ένας γιατρός, ήταν μέσα στο ελικόπτερο, με τους ορούς με τα αυτά, πήραν ένα φορείο από το ελικόπτερο και έρχονται στον φάρο, ήταν περίπου τα 200 μέτρα από εκεί προσγειώθηκε, έρχονται στον φάρο. Μου λέει: «Γιατί δεν τον μεταφέρατε στο σημείο αυτό τον άρρωστο;» Του λέω: «Τι να τονε μεταφέρω; Τι ήξερα εγώ -του λέω- εγώ ειδοποίησα το Λιμεναρχείο -του λέω- ήξερα εγώ τι θα γίνει; Ποιος θα έρθει να τονε πάρει; Θα στείλουν καράβι; Ήξερα εγώ -του λέω- ότι θα έρθει ελικόπτερο;» Μου έβαλε πόστα δηλαδή,ε ότι γιατί να μην το έχω έτοιμο εκεί πέρα να τον πάρει. Λέω: «Δεν γινότανε αυτό, τι να τονε φέρω εδώ… Να τονε φάνε τα κοράκια -του λέω- να πεθάνει; Πού ήξερα εγώ-του λέω, τσακώθηκα εγώ ένας ανθυποπλοίαρχός ήταν, δεν θυμάμαι, ο πιλότος- Πού ήξερα εγώ ότι θα έρθει ελικόπτερο; Ποιος να με ειδοποιήσει;» Τέλος πάντων, τον πήραν τον άνθρωπο, τον βαλάνε στο ελικόπτερο και απογειώθηκε και πήγε στη Σούδα στην Κρήτη, τονε πήγανε στα Χανιά. Τον πήγαν στο νοσοκομείο και γλύτωσε. Του κάναν τις πρώτες βοήθειες εκεί καμιά εβδομάδα και μετά τον μεταφέρανε στο Ναυτικό Νοσοκομείο που ανήκουμε εμείς οι ναυτικοί, στο Μαράσλειο στην Αθήνα, στο Κολωνάκι επάνω που είναι το Ναυτικό Νοσοκομείο, και έκαμε άλλες 20 μέρες εκεί πέρα, τονε περιέθαλψαν και έγινε καλά ο άνθρωπος, γλίτωσε.

Β.Δ.:

Εσείς ο ίδιος δεν αντιμετωπίσατε ποτέ κάποιο πρόβλημα;

Ε.Κ.:

Εγώ; Εγώ μου είχε σπάσει η μύτη μου και έφυγα από τον φάρο περπατώντας και ήρθα στα Βελανιδιά και πήρα ένα γαϊδουράκι, από κει νοίκιασα. Δρόμος δεν υπήρχε τότε αμαξώματος, για να πάει στα Βελανιδιά τίποτα, με τα ζώα επικοινωνούσαν με τη Νεάπολη. Και ήρθα εδώ, στον γιατρό τον Ανδρόνικο, τον συγχωρεμένο, που ήταν εδώ πέρα γιατρός γενικός της Νεάπολης και μου τάπωσε τη μύτη. Αιμορραγούσα όλο τον δρόμο αυτόν, που ήρθα από τον φάρο στα Βελανιδιά. Έσταζε το αίμα και ήρθε εδώ πέρα ξεματισμένος στον γιατρό, με κατόρθωσε εκεί με κάτι φάρμακα και μου βούλωσε τη μύτη και σταμάτησε η αιμορραγία.

Β.Δ.:

Σας ρωτάω γιατί οι συνθήκες ήταν μέσα στον φάρο -έτσι όπως μου τις περιγράψατε- ήταν πολύ δύσκολες για έναν άνθρωπο, νομίζω.

Ε.Κ.:

Η ζωή σου λέω ήταν πολύ δύσκολη. Ήταν απόκεντρος φάρος, μακριά από κατοικημένη περιοχή, τα Βελανίδια ήταν τρεις ώρες, το πλησιέστερο χωριό, αλλά τι να κάνουμε; Έμεινε εκεί πέρα, γιατί αφού παντρεύτηκα σε αυτό το χωριό, πού να πάω πια; Με εξυπηρετούσε, έστω και δύσκολα… με εξυπηρετούσε.

Β.Δ.:

Θέλω να ρωτήσω κάτι το '66 για τη [01:10:00]Φολέγανδρο, μου αναφέρατε ότι είχαν έρθει κάποιοι εξόριστοι-

Ε.Κ.:

Τους βουλευτές όλους του Παπανδρέου.

Β.Δ.:

Πείτε μου ήταν κοντά στον φάρο που ήσασταν εσείς; Ήταν στο νησί, τι ήτανε, για εξηγείστε μου, πείτε μου περισσότερα.

Ε.Κ.:

Το νησί ήταν μακρόστενο έτσι και εδώ κάτω ήταν το λιμάνι στο νότιο μέρος, εδώ ήταν η Χώρα, το μεγάλο χωριό και εδώ πάνω ήταν το πάνω χωριό και εδώ ήταν ο φάρος στο πάνω χωριό κοντά. Λοιπόν, αυτούς τους φέρανε τους εξόριστους στη Χώρα, στο κάτω το χωριό, και φέρανε κάπου 20 αστυνομικούς. Είχε εκεί έναν σταθμό με έναν ενωμοτάρχη με δύο χωροφύλακες πρώτα. Όταν φέρανε όμως τους κρατούμενους, 15 άτομα βουλευτές του Παπανδρέου, που τους εξόρισαν η Δικτατορία, φέρανε και αστυνομική δύναμη κάπου 25 άτομα, για να φρουρούν τώρα τους κρατούμενους. Και εμείς ήμαστε στον φάρο, μας επιβάλλανε, μας φέρανε οπλισμό, διόπτρες, για να επιτηρούμε την περιοχή, να μην προσεγγίσει κανένα σκάφος και τους φυγαδεύσει αυτούς από κανένα παράσκαλο τώρα. Αλλά δεν συμβήκε, τέλος πάντων, τίποτα, περιφερόταν και ένα πολεμικό, ένα τορπιλικό απέξω όλο το νησί μέρα-νύχτα φρουρούσε την περιοχή.

Β.Δ.:

Τελικά οι κρατούμενοι;

Ε.Κ.:

Οι κρατούμενοι, έφυγα εγώ εντωμεταξύ για το Ταίναρο, τους άφησα εκεί. Δεν ξέρω τι απέγιναν… τους πήγαν στη Μακρόνησο; Τους αφήσαν ελεύθερους; Δεν ξέρω τι απέγινε στο τέλος. 

Β.Δ.:

Και στο Ταίναρο πώς ήταν τα πράγματα;

Ε.Κ.:

Στο Ταίναρο ήταν πολύ καλά εκεί, όταν πήγα το '68. Το '68 τον Απρίλιο πήγα στο Ταίναρο. Πήγα την οικογένειά μου εκεί πέρα, για να βρω να νοικιάσω σε κανένα χωριό, αλλά όταν πήγα στον φάρο, μου λέει ο προϊστάμενος: «Πού θα νοικιάσεις παιδί μου εδώ πέρα, δεν υπάρχει. Σε κάθε χωριουδάκι ήταν από δύο σπίτια. Ένας άνθρωπος, δύο σε κάθε χωριό». Αν πάω στο Πόρτο Κάλιο που ήταν το λιμανάκι που προσέγγιζε το καράβι την άγονο γραμμή, ήτανε δυο οικογένειες -μία ήταν- και από έξω στην πόρτα είχαν δέσει δύο-τρία γουρούνια και τα θρέφανε. «Πού θα πας να νοικιάσεις; Δεν υπάρχει περίπτωση... » ή έπρεπε να πάω στον Γερολιμένα που ήταν  τεσσεράμισι ώρες δρόμο, να νοικιάσω. Και μου λέει ο προϊστάμενος… ήταν εκτός του κτιρίου δυο δωμάτια, απέξω είχαν χτίσει, τα οποία το ένα το είχαν αποθήκη για να αποθηκεύουν τα υλικά του φάρου, το πετρέλαιο κλπ., το άλλο όταν ερχόταν τέταρτο άτομο στον φάρο, οικογένεια ή ξέρω ‘γω, το χρησιμοποιούσε αυτό το δωμάτιο για να μείνει. Μου λέει: «Θα πας να συγυρίσεις το δωμάτιο αυτό, να το ασβεστώσεις, να το στρώσεις και να μείνεις με τη γυναίκα σου και το παιδί εκεί». Το παιδί ήταν τότε 4,5-5 χρονών.

Β.Δ.:

Στο ένα δωμάτιο δηλαδή.

Ε.Κ.:

Ναι στο ένα δωμάτιο. Μέσα το κτίριο είχε ένα δωμάτιο που μένανε... Είχε τρία κρεβάτια μέσα για να μένουνε τρία άτομα και το δωμάτιο του προϊσταμένου, που είχε χωριστά το δωμάτιό του και μία κουζίνα. Μία κουζίνα με τη στέρνα μέσα που έβαζε νεράκι. Δεν υπήρχε δηλαδή, μπορούσα τώρα εγώ να πάω στο δωμάτιο αυτό που μένανε τρεις φύλακες μέσα εκεί πέρα; Και έτσι, αναγκάστηκα και πήγα στο απέξω. Μείναμε εκεί μέχρι τον Σεπτέμβρη, που άνοιγαν πια τα σχολεία και έπρεπε να πάει το παιδί στην πρώτη τάξη και πήρα την οικογένεια και τηνε μετέφερα στα Βελανιδιά, κράταγα το σπίτι, δεν το είχα ξενοικιάσει όταν πήγα στη Νεάπολη. Και τους έφερα στα Βελανιδιά, για να πάει το παιδί σχολείο και γύρισα εγώ πάλι στο Ταίναρο. Τον χειμώνα, τον Σεπτέμβρη, αποστρατεύτηκε ο προϊστάμενός μου από το Ταίναρο, είχε συμπληρώσει 35 χρόνια αυτός, ήταν και ηλικιωμένος και έφυγε. Έμεινα εγώ προϊστάμενος, ανάθεσε σε εμένα, γιατί ήμουν αρχαιότερος και έμεινα πια στον φάρο προϊστάμενος. Αλλά τον Σεπτέμβριο μήνα εκεί έπεφτε πολύ διαβατικό κυνήγι και μου έρχονται μια μέρα, δύο άνθρωποι, ένας πολύ ηλικιωμένος και ένας πιο νεότερος για να κυνηγήσουν. Τους έφερε ένα καΐκι και τους έβγαλε εκεί πέρα, να μείνουν ένα βράδυ ήθελαν, να μείνουνε για να κυνηγήσουν την άλλη μέρα και να έρθει το καΐκι πάλι να τους πάρει. Ήρθαν λοιπόν και με παρακαλούσαν να μείνουν στον φάρο «Αν είναι δυνατόν -λέει- να κοιμηθούμε εδώ». Μου συσταθήκανε και μου λέει ο γέρος «Εγώ -μου λέει- είμαι του Δαβάκη του Δημάρχου -με τη δικτατορία, ήταν ο γιος του δήμαρχος στο Κερατσίνι, στον Πειραιά- και είμαι ο πατέρας του -μου λέει- και ήρθα να κυνηγήσουμε -λέει- εδώ πέρα με τον συμπέθερό μου τον άλλον, τον αστυνομικό -απόστρατο αστυνομικό-. Αν μπορείτε -λέει- να μας φιλοξενήσετε εδώ ένα βράδυ, για να κυνηγήσουμε και αύριο θα ‘ρθει το καΐκι να μας πάρει». Λέω: «Πολύ ευχαρίστως, τα κρεβάτια είναι άδεια -του λέω- θα σας φιλοξενήσω». Μαγείρεψα και εκεί κάτι, φάγαμε και είχα και ένα γαλόνι κρασί, τα έτσουξε ο γέρος το βράδυ. Ήταν 84 χρονών. Τέλος πάντων, φάγαμε το βράδυ και κοιμήθηκε, αλλά ο γέρος είχε αναπνευστικό. Και όλη νύχτα, ήπιε και το κρασάκι του, να ξενυχτίσει ο κακομοίρης. Την άλλη μέρα το πρωί βγήκαμε για κυνήγι εγώ με τον άλλον, που τον συνόδευε, και βγήκαμε στο βουνό, τέλος πάντων, μαζέψαμε κάτι ορτύκια, ο γέρος πήρε το μονοπάτι και πήγε στην παραλία, για να περιμένει το καΐκι. Δεν είχε κουράγιο να βγει πιο πάνω. Τέλος πάντων, βαρέσαμε από καμιά δεκαριά ορτύκια ο καθένας, με τον άλλον και κατεβήκαμε, συναντήσαμε τον γέρο, του δώσαμε τα ορτύκια. Εγώ του τα φίλεψα δηλαδή ό,τι είχα βαρέσει. Και την ώρα που καθόμουν και τα άδειαζα από την τσάντα για να του τα δώσω, κάποιος ντουφέκισε από πάνω και μας ήρθαν τα σκάγια πάνω μας, αλλά ήταν εξασθενημένα πια, δεν είχαν δύναμη και πέσανε στα ριχτά. «Βρε θα μας σκοτώσεις!» φώναζε ο γέρος. Τους ‘έδωσα τα πουλιά και φύγανε και πήγανε στο καλό. 

Β.Δ.:

Επανήλθατε στον Κάβο Μαλιά το 1969;

Ε.Κ.:

Το '69.

Β.Δ.:

Είχατε μια ιδέα το πώς είναι, είχε καλυτερεύσει ο φάρος με τα όσα έκανε... η δικτατορία; 

Ε.Κ.:

Πολύ είχε καλυτερεύσει. Ναι. Μας βοήθησε πολύ η δικτατορία. Μας έβαλε τηλέφωνο, τράβηξε γραμμή από τα Βελανίδια και βάλανε στύλους και τραβήξανε γραμμή και μας ενώσανε δηλαδή με τα Βελανίδια. Το τηλέφωνό μας στον φάρο ήταν μαγνητικό, δηλαδή περνάμε τα Βελανίδια και μας έδινε γραμμή, είχαμε δικαίωμα μέχρι το Λιμεναρχείο εδώ να πάρουμε. Για ατομικά μας δεν μπορούσαμε να πάρουμε, τα σπίτια μας, δηλαδή, και το αυτό, μόνο το Λιμεναρχείο.

Β.Δ.:

Άρα δεν μπορούσατε να επικοινωνήσετε με τα σπίτια σας, μόνο με το Λιμεναρχείο...

Ε.Κ.:

Ναι, μόνο με το Λιμεναρχείο. Αλλά σιγά-σιγά, το τηλέφωνο αυτό, επειδή είχαν βάλει τη γραμμή που τραβήξανε κοντά στη θάλασσα, η αλμύρα της θαλάσσης και τα αυτά, κάθε τόσο δημιουργούσε προβλήματα στα σύρματα, κοβόντουσαν οι γραμμές, [01:20:00]οξειδώνονταν και κόβονταν οι γραμμές και μέναμε χωρίς τηλέφωνο, για αυτό και τότε που αρρώστησε αυτός, σου λέω αναγκάστηκα να-

Β.Δ.:

Να περπατήσετε.

Ε.Κ.:

Να περπατήσω με τα πόδια, να έρθω στα Βελανιδιά με τα πόδια, να ειδοποιήσω να τον πάρουν.

Β.Δ.:

Οπότε από όταν είχατε πάει, ήταν λίγο καλύτερα τα πράγματα, το '69 εννοώ.

Ε.Κ.:

Τα πρώτα χρόνια ήταν δράμα η κατάσταση! Όταν πήγα εκεί πέρα αντιμετώπισα χάλια μέσα, ανάβαν φωτιές στον φάρο, βρώμαγε όλο, μια μαυρίλα, ένας καπνός, τα ρούχα βρωμούσανε. Καταπιάστηκα σιγά-σιγά με ό,τι μπορούσα κι έξυνα τους τοίχους και τα ασβέστωνα. Φέρνανε το πλοίο λαδομπογιές για την τη χρήση του φάρου και όταν περισσεύανε, έκανα ένα κομμάτι χαμηλά, δηλαδή το… λαδομπογιά ένα μέτρο -ας πούμε- χαμηλά, τα δωμάτια, την κουζίνα. Και τα εκσυγχρόνισα σιγά-σιγά, πήραμε γκαζιέρες μαγειρεύαμε.

Β.Δ.:

Οπότε μόνος σας το εκσυγχρονίσατε...

Ε.Κ.:

Ό,τι μπορούσα έκανα εκεί πέρα.

Β.Δ.:

Πόσα δωμάτια έχει ο φάρος του Κάβο Μαλιά;

Ε.Κ.:

Ο φάρος είχε δύο δωμάτια κυρία και ένα μικρό, για ένα άτομο, το άλλο ήταν για δύο άτομα, το ένα πιο μεγάλο και το δωμάτιο το δικό μου, του προϊσταμένου, ήταν πάλι ένα μέτριο δωμάτιο και ένα μικρό κουζινάκι. Τέσσερα δηλαδή, ήταν μέσα στο τετράγωνο το κτίριο.

Β.Δ.:

Οπότε δεν είναι μικρός, ας πούμε...

Ε.Κ.:

Όχι, ήταν εντάξει. Τα δωμάτια ήταν κανονικά, το ένα ήταν μικρό, αλλά έμενε ένας άνθρωπος.

Β.Δ.:

Είχατε ξεμείνει ποτέ από προμήθειες;

Ε.Κ.:

Σπάνια. Επειδή είχαμε επικοινωνία με την ξηρά, δεν μέναμε εύκολα. Εντωμεταξύ, τους καλοκαιρινούς μήνες εγώ πήγαινα με το βαρκάκι, σχεδόν και δυο φορές την εβδομάδα τύχαινε να πάω στο χωριό να δω την οικογένεια, να δω το σπίτι μου και να γυρίσω, πάλι το βράδυ με τη βαρκούλα να πάω στο φανάρι. Άμα ήταν η φουρτούνα, πήγαινα δια ξηράς, κυνηγώντας, το βόλευα δηλαδή, έστω και μακριά που ήταν.

Β.Δ.:

Ωραία, αυτό που θέλω να σας ρωτήσω και είναι στη σκέψη μου από την αρχή της συζήτησης. Είχατε το νου σας να μη σβήσει το φως, ωραία. Όμως τι σκεφτόσασταν όλες αυτές τις ώρες; Δηλαδή, ήσασταν μόνος σας τις περισσότερες ώρες. Τι σκεφτόσασταν; 

Ε.Κ.:

Πολλές φορές έμενα μόνος μου, γιατί βρισκόμασταν στην ανάγκη. Η σύνθεση του φάρου -σας είπα- ήταν για τέσσερα άτομα, αλλά ποτέ δεν ήταν πλήρες το προσωπικό, κάποιος θα ήταν άρρωστος, κάποιος θα έφευγε με άδεια, ξέρω εγώ. Και προσπαθούσαμε δηλαδή, πριν μας γίνει η έξοδος η κανονική με την δικτατορία, προσπαθούσαμε μεταξύ μας να τα βολέψουμε. Μέναμε οι δύο στον φάρο και έβγαινε ένας έξω στο χωριό και έτσι βολευόταν η κατάσταση.

Β.Δ.:

Και σύνταξη πήρατε;

Ε.Κ.:

Σύνταξη… Πήρα σύνταξη υποπλοιάρχου, όταν αποστρατεύτηκα.

Β.Δ.:

Ναι, εννοώ σε ποια ηλικία πήρατε σύνταξη.

Ε.Κ.:

Ήμουν 58 χρονών, όταν βγήκα στη σύνταξη. Ακριβώς 58 χρονών.

Β.Δ.:

Και μπήκατε στον φάρο στα 20-

Ε.Κ.:

Στα 26 μου χρόνια, 27.

Β.Δ.:

Οπότε όλη σας η ζωή.

Ε.Κ.:

Υπηρέτησα 30 χρόνια πραγματικά και κάτι μήνες και με τα πλασματικά με του στρατού, έπιασα τριανταπενταετία. Έφυγα με πλήρες... χρόνια δηλαδή. 

Β.Δ.:

Αν γυρίζατε τον χρόνο πίσω, θα το ξανακάνατε;

Ε.Κ.:

Αν γυρίζαμε τον χρόνο πίσω... Σήμερα παρακαλάνε να πάνε φαροφύλακες, γιατί έτσι με την ανεργία που υπάρχει, πολλά νέα παιδιά θα θέλανε να πάνε. Λοιπόν και εγώ τα χρόνια που αντιμετώπιζα εκεί στο νησί, την κατάσταση δηλαδή και τη φτώχεια τότε, θα πήγαινα. Αλλά τώρα τα έχουν αυτοματοποιήσει όλα και έτσι δεν… Υπάρχουν νομίζω ακόμα δυο-τρεις φαροφύλακες σε ορισμένα έτσι που τα έχουν κάνει σαν μουσείο δηλαδή, τους φάρους.

Β.Δ.:

Τώρα επισκέπτεστε... Ποια ήταν η τελευταία φορά που τον επισκεφθήκατε τον Κάβο Μαλιά;

Ε.Κ.:

Πήγαμε με βάρκα πρόπερσι. Ήθελε ο γιος μου να πάει με τη νύφη μου, τα εγγόνια μου, να πάνε να δούνε τον φάρο που έζησα. «Πού έζησε ο παππούς μου» λέει, τα εγγόνια μου. Πήραμε ένα καϊκάκι από εδώ και πήγαμε, αλλά δυστυχώς τον βρήκαμε κλειδωμένο, δεν μπορέσαμε να μπούμε μέσα, τους είπα ορισμένα πράγματα. Καθίσαμε εκεί απέξω.

Β.Δ.:

Πως νιώσατε τότε;

Ε.Κ.:

Αναμνήσεις, πότε δυσάρεστες πότε ευχάριστες. Οι πιο ευχάριστες ήταν το καλοκαιράκι -σας είπα- που ερχόντουσαν τα παιδιά στον φάρο, η οικογένεια, κάνανε τα μπανάκια τους, παίζανε εκεί πέρα, κάναν τα μπάνια. Αυτά ήταν.

Β.Δ.:

Είναι απίστευτο το γεγονός ότι διαλέξατε από τις αναμνήσεις να μου πείτε τις ευχάριστες. Δηλαδή, παρότι ήταν πολύ δύσκολη η ζωή εκεί.

Ε.Κ.:

Τα δυσάρεστα στα 'πα. Ειδικά αυτήν τη βραδιά που σου εξιστόρησα είπα: «Θεέ μου, ό,τι θες κάνε με!» Βρέθηκα σε τόσο δύσκολη θέση, τι να έκανα; Τώρα μέσα στα μεσάνυχτα να παλεύεις με τα στοιχειά της φύσης, με τη θάλασσα. Και άλλοτε έτυχε, πολλές φορές, να συμβεί αυτό, να ανεβαίνει η θάλασσα πάνω, αλλά τύχαινε μέρα -ξέρω εγώ- είμαστε δυο-τρία άτομα και είχες άλλη παρηγοριά.

Β.Δ.:

Η νύχτα ήταν το πιο φοβιστικό.

Ε.Κ.:

Η νύχτα, ήταν κόλαση. Γιατί ήταν φοβερό το σκοτάδι εκείνη τη βραδιά, ήταν ο αέρας που ούρλιαζε… Νόμιζες ότι είναι όλοι οι δαίμονες του κόσμου μαζεμένοι εκεί πέρα και ουρλιάζουν τη νύχτα από την κακοκαιρία που επικρατούσε, βροχή, κακό. Τώρα σου είπα και… Μπορεί να είμαι και βραχνιασμένος κάπως δεν μπορώ να μιλήσω καθαρά, λόγω της ηλικίας μου τώρα, ό,τι μπορείς διόρθωσε από αυτά που είπαμε.

Β.Δ.:

Δεν θα διορθώσω τίποτα! Αυτά που μου είπατε είναι... Ήθελα πάρα πολύ να κάνουμε αυτή τη συνέντευξη.

Ε.Κ.:

Αυτά που σου είπα είναι πραγματικά, η ζωή μου ολόκληρη είναι αυτά. Λοιπόν, ό,τι νομίζεις. 

Β.Δ.:

Σας ευχαριστώ που με εμπιστευτήκατε και μου μιλήσατε!

Ε.Κ.:

Να είσαι καλά κορίτσι μου!