© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Από τις εργατικές κατοικίες της Χαριλάου, στα γήπεδα με τη φανέλα του ΠΑΟΚ: Ο Κούλης Αποστολίδης αφηγείται

Istorima Code
25412
Story URL
Speaker
Κυριάκος Αποστολίδης (Κ.Α.)
Interview Date
12/09/2023
Researcher
Χρήστος Σαλαμπουκίδης (Χ.Σ.)
Χ.Σ.:

[00:00:00]Καλή σας μέρα! Πείτε μας τ΄ όνομά σας.

Κ.Α.:

Καλημέρα! Αποστολίδης Κούλης, Κυριάκος.

Χ.Σ.:

Καλή σας μέρα! Είμαι ο Χρήστος Σαλαμπουκίδης, ερευνητής στο Istorima, είναι Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου, βρισκόμαστε στο χωριό Λεβέντης του νομού Κοζάνης μαζί με τον κύριο Κούλη Αποστολίδη και είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας. Κύριε Αποστολίδη, αρχικά για να μπορέσουμε να καταλάβουμε και με ποιον μιλάμε, πείτε μας μερικά πράγματα για εσάς.

Κ.Α.:

Να ξεκινήσουμε απ΄ τον χώρο του ποδοσφαίρου ή γενικότερα;

Χ.Σ.:

Ας ξεκινήσουμε γενικότερα για να σας γνωρίσουμε πρώτα ως  άνθρωπο.

Κ.Α.:

Ωραία. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Η οικογένειά μου είναι μία οικογένεια προσφυγική από την Οινόη της Μικράς Ασίας, του Πόντου. Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1946. Δημοτικό τελείωσα στην περιοχή του κέντρου εκεί στα... Η γειτονιά η αρχική μου ήτανε στην Καρμπουλά 9, στην Πλατεία Δικαστηρίων, οπότε το δημοτικό το τελείωσα στο 56ο στην οδό Κρυστάλλη, δίπλα στο 4ο Γυμνάσιο. Στη συνέχεια, τελειώνοντας το δημοτικό, έτυχε το ’59 -ήταν η χρονιά που μετακομίσαμε από το κέντρο και πήγαμε Χαριλάου, στις εργατικές κατοικίες της Χαριλάου- παράλληλα ήταν κι η χρονιά που ξεκίνησα γυμνάσιο-λύκειο στο Κολλέγιο το Αμερικάνικο το «Ανατόλια», όπου είχα την τύχη τότε, γιατί ήταν τα δύσκολα χρόνια, όχι μόνο για την οικογένειά μας αλλά γενικότερα για τον περισσότερο κόσμο ήτανε δύσκολα χρόνια, αλλά ευτυχώς κέρδισα μία υποτροφία στο κολλέγιο, την οποία και τη διατήρησα όλα τα χρόνια μέχρι που αποφοίτησα το ‘65 με βάση τους βαθμούς και τις επιδόσεις. Στη συνέχεια ακολούθησε η περίοδος... Α! Στο διάστημα αυτό από την πρώτη λυκείου -τετάρτη τάξη εξαταξίου τότε- ξεκίνησα, βρέθηκα στον ΠΑΟΚ. Πριν από τον ΠΑΟΚ δεν ήμουνα σε καμία ομάδα, απλά έπαιζα μπάλα στα γήπεδα της Χαριλάου, στις αλάνες και στο «Ανατόλια». Το ότι πήγα στον ΠΑΟΚ ήτανε εντελώς τυχαίο γεγονός, εντελώς τυχαίο, γιατί επειδή είχα ακριβώς την υποτροφία έπρεπε να -σ΄ ένα δύσκολο γυμνάσιο-λύκειο τότε, όπως ήταν το κολλέγιο- έπρεπε να ασχολούμαι  πολύ με το σχολείο, με το διάβασμα κι έτσι μέχρι το ‘63 που πήγα στον ΠΑΟΚ δεν ασχολούμουν με το ποδόσφαιρο, δηλαδή δεν παρακολουθούσα, δεν ήξερα ποιος είναι ο ΠΑΟΚ, ποιος είναι ο ΑΡΗΣ δηλαδή τι... επειδή είχα αποκλειστική έτσι ενασχόληση το διάβασμα. Έπρεπε να κρατήσω την υποτροφία, γιατί άμα την έχανα δεν θα μπορούσα ούτε απ΄ έξω να περάσω. Επομένως, εντελώς τυχαία έγινε η γνωριμία με τον ΠΑΟΚ. Είχαμε έναν, εκεί έναν φίλο στη γειτονιά, στις εργατικές κατοικίες της Χαριλάου, τον Δούκα τον Ασίκη, ο οποίος έπαιζε τότε στη Β΄ ομάδα του ΠΑΟΚ. Τότε υπήρχανε πρωταθλήματα, αν θυμάσαι, εκτός από της Α΄ ομάδος, υπήρχε πρωτάθλημα Β’ ομάδος, Γ’ ομάδος κλπ. και ένα απόγευμα δηλαδή, τον Ιούνιο του ‘63,  είχαμε κανονίσει με τον Δούκα να πάμε ένα σινεμά, σ΄ ένα θερινό σινεμά, στη «Σελήνη», εκεί στην Παπαναστασίου στην «Αλυσίδα» απέναντι, και μου πρότεινε και έγινε έτσι. Πήγαμε στην Τούμπα για να κάνει προπόνηση και εγώ ήμουνα στην κερκίδα εκεί να παρακολουθήσω την προπόνηση και στη συνέχεια μετά απ΄ την προπόνηση θα κατηφορίζαμε στη Χαριλάου για να πάμε σινεμά. Έτυχε εκείνη την ημέρα στο δίτερμα που έγινε στο τέλος μεταξύ της Α΄ ομάδος και της Β΄ ομάδος -ήτανε 10 οι της Β΄ ομάδος, έλειπε ένας- οπότε ο Δούκας είπε στον Νίκο τον Γκολέμα, τότε ήτανε -ο Νίκος ο Γκολέμας, ήταν παλιός ποδοσφαιριστής, πολύ παλιός, του ΠΑΟΚ- και τότε ήτανε προπονητής της εφηβικής ομάδος, της Β΄ ομάδος. Μην τα πολυλογώ, με κατεβάσανε από την κερκίδα, μου δώσανε κάτι παπούτσια -ο Θεός να τα κάνει παπούτσια- σωβρακάκι, φανέλα ξέρω ’γώ, κι έπαιξα με τη Β΄ ομάδα. Ε, ευτυχώς δεν ασχολούμουν με το ποδόσφαιρο εγώ, όπως σου είπα, δεν ήξερα ποιος είναι ο ΠΑΟΚ, δεν ήξερα με ποιους παιχταράδες αντιπάλους έπαιζα, μέσα σε ποιο γήπεδο έπαιζα και αυτό με ωφέλησε γιατί δεν είχα τρακ. Έπαιξα, λοιπόν, όπως έπαιζα στη γειτονιά. Κερδίσαμε για πρώτη φορά, η Β΄ ομάδα την Α΄ ομάδα 3-2, έβαλα δυο γκολ εγώ και από κει με πήραν σηκωτό, με πήγαν στα γραφεία και με βάλαν και υπέγραψα [00:05:00]δελτίο. Έτσι ξεκίνησα στον ΠΑΟΚ.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, ακούγοντας αυτό που μας λέτε, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ουσιαστικά, ένα σινεμά, ένα ραντεβού για σινεμά κατέληξε σε μία ολόκληρη επαγγελματική πορεία και σε αυτό που τουλάχιστον οι περισσότεροι γνωρίζουν στην Ελλάδα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όπως είπατε, δεν υπήρχε ενασχόληση με το ποδόσφαιρο, δεν ασχολούσασταν τόσο. Υπήρχε κάποιος μες στην οικογένεια ο οποίος να ασχολούνταν με αυτό και να υπήρχε, ας το πούμε έτσι, η ροπή έστω και ισχνή- 

Κ.Α.:

Υπήρχε-

Χ.Σ.:

Προς το ποδόσφαιρο-

Κ.Α.:

Υπήρχε! Ήτανε ο μεγάλος μου ο αδερφός, ο Παύλος. Έχει συγχωρεθεί τώρα. Όπως σου 'πα πριν, εμείς ήμασταν μία οικογένεια με  5 αδέρφια. Εγώ ήμουνα ο μικρότερος με μεγάλη διαφορά από τον προτελευταίο, 12 χρόνια. Ο μεγάλος, λοιπόν, ο Παύλος, ήτανε τότε «πετσί». Τότε τους ΠΑΟΚτζήδες τους φανατικούς, ο όρος ήταν «τα πετσιά». Ήτανε πετσί, ήταν ΠΑΟΚτζής φανατικός. Και επειδή είχε πεθάνει ο πατέρας πολύ νωρίς, εγώ ήμουν 3 χρονών, εκείνα τα χρόνια στην οικογένεια όταν πέθαινε ο πατέρας νωρίς, ο μεγάλος ο αδερφός ήτανε νο «πάτερ φαμίλιας». Έτσι ήτανε αυτός που ανελάμβανε και την ευθύνη της οικογένειας αλλά είχε και την εξουσία της οικογένειας. Του το κράτησα κρυφό για κάνα δυο βδομάδες κάνοντας προπονήσεις με τον ΠΑΟΚ, γιατί ήταν δύσκολα χρόνια. Τότε προσπαθούσε να κρατήσει ένα μαγαζί που είχε αφήσει ο πατέρας ξαφνικά στη Σολωμού, κάτω στο Καπάνι, που ήταν τα παπουτσάδικα και όλη η Σολωμού, από τη Βενιζέλου, απ’ τον Ραζή μέχρι πέρα στην πλατεία Αριστοτέλους που έβγαινε, στο Επιμελητήριο, ήτανε η πιάτσα των παπουτσιών. Προσπαθούσαν να κρατήσουνε το μαγαζί με μεγάλη δυσκολία. Εγώ ήμουν στο κολλέγιο με υποτροφία κι έπρεπε να διατηρώ βαθμούς καλούς για να συνεχίσω να έχω την υποτροφία και φοβόμουν ότι δεν θα με άφηνε, παρόλο ότι ήτανε φανατικός ΠΑΟΚτζής, δεν θα με άφηνε ν΄ ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο γιατί θα παρατούσα, θα άφηνα τα μαθήματα, θα παραμελούσα τα μαθήματα και θα ήτανε μεγάλο το κόστος. Και το κρατούσα κρυφό. Βέβαια εκεί στις προπονήσεις που έκαμνα εγώ, πήγαινα καλά. Γράφανε οι τοπικές εφημερίδες, τότε τα «Σπορ του Βορρά», τα «Αθλητικά Νέα» ξέρω ’γώ: «Ένας μικρός, ο Αποστολίδης κάνει -ξέρω ’γώ ''παπάδες''» κλπ. Στην πιάτσα τώρα, την τσαγκαράδικη, εκεί της Σολωμού, ΠΑΟΚτζήδες οι περισσότεροι, λέγανε τον Παύλο, τον αδερφό μου: «Ρε συ, μήπως είναι ο πιτσιρικάς ο δικός σου» κλπ., λέει: «Δεν θα το ήξερα εγώ;» λέει. Κάποια στιγμή, μετά από περίπου 10 μέρες, δύο βδομάδες, δεν άντεξε, με πιάνει,  μου λέει: «Έλα εδώ, για πες μου -λέει- τι, είναι αλήθεια αυτό; Είσαι... ». Ε εκεί δεν μπορούσα να του πω ψέματα, του λέω: «Καρντάση, ναι» «Καλά ρε συ -μου λέει- δεν ντρέπεσαι λιγάκι; Θα παρατήσεις το σχολείο και θ΄ ασχοληθείς με την μπάλα;». Τότε η μπάλα δεν είχε εισοδήματα, ξέρεις, ήτανε ερασιτεχνικό. Μην τα πολυλογώ, του λέω: «Κοίταξε να δεις, θα κάνουμε μία συμφωνία. Θα μ΄ αφήσεις να συνεχίσω», γιατί η κουβέντα του ήτανε διαταγή, δεν υπήρχε, ήτανε ο «πάτερ φαμίλιας» έτσι; Έτσι ήμασταν τότε. «Εγώ -λέω- θα συνεχίσω την μπάλα, να μ΄ αφήσεις και σου υπόσχομαι ότι εάν στο επόμενο τρίμηνο δεις τους βαθμούς και είναι έστω κι ένας βαθμός σ΄ ένα μάθημα χαμηλότερος, σταματάω τότε. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι». Και το τήρησα, είχα και καλύτερους βαθμούς και έπαιξα και μπάλα και παράλληλα με το κολλέγιο. Και βέβαια ο Παύλος μετά αυτό το είχε κρυφό καμάρι -αυτό ήθελε κι αυτός βασικά- κι έλεγε: «Ρε το μπάσταρδο, το ’πε και το ’κανε!».

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, από εκείνη την πρώτη στιγμή, που σας κατέβασε ο κύριος Ασίκης από την κερκίδα ουσιαστικά-

Κ.Α.:

Πήγαμε, πήγαμε ποδαράτοι απ΄ τη Χαριλάου στο γήπεδο. Τότε δεν υπήρχαν ούτε ποδήλατα, ούτε αυτοκίνητα ούτε...

Χ.Σ.:

Κατεβήκατε, μπήκατε στο γήπεδο, όπως είπατε, μη γνωρίζοντας τι έχετε να αντιμετωπίσετε παικτικά απέναντί σας, παίξατε άνετα. Η στιγμή που αρχίζει πλέον αυτό το, ας το πούμε έτσι, τυχαίο γεγονός του ΠΑΟΚ  και γίνεται καθημερινότητα, πώς αισθάνεστε;

Κ.Α.:

Να σου πω. Καταρχάς όντως ήτανε πλεονέκτημα εκείνη τη στιγμή. Δεν είχα καθόλου τρακ, δεν ήξερα με ποια μεγαθήρια έπαιζα αντίπαλος, δεν ήξερα ποιος είναι ο Λέανδρος, ποιος είναι ο Γιακουμής, ποιος είναι ο Μουρατίδης, ο Νικολαΐδης, ο Ραπτόπουλος κι ένα σορό άλλα μεγάλα ονόματα τότε -τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη- και έπαιξα κανονικά[00:10:00]. Τώρα στη συνέχεια τι σήμαινε αυτό; Γι’ αυτό θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Η ενασχόλησή μου με το ποδόσφαιρο την εποχή εκείνη που στην Ελλάδα και στη Θεσσαλονίκη ειδικότερα που ζούσα, ήτανε απόλυτα διακριτές οι κοινωνικόοικονομικές τάξεις. Δηλαδή για κάποιους που μένανε από Εγνατία και πάνω, δεν μπορούσαν να περπατήσουνε Τσιμισκή. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ακόμη περισσότερο αυτοί που ήταν στα περίχωρα, Χαριλάου κλπ. Υπήρχαν απόλυτα διακριτές. Έτσι ήταν η κοινωνία τότε. Και δεν ήτανε πολύ εύκολο για ένα νέο παιδί να μεταπηδήσει από τη χαμηλότερη τάξη στην υψηλότερη κοινωνικοοικονομικά.  Το ποδόσφαιρο εμένα με πήρε από το χέρι και με πέρασε απέναντι και με βοήθησε σε όλα. Και αργότερα όταν τελείωσα το κολλέγιο με υποτροφία και μου δώσανε υποτροφία από πανεπιστήμιο της Αμερικής ήταν λόγω ποδοσφαίρου και μου δώσανε αθλητική υποτροφία απ’ το πανεπιστήμιο κι έτσι λόγω ποδοσφαίρου, γιατί έπαιξα στην ομάδα του πανεπιστημίου, στο NCΑΑ, και με πέρασε στην Αμερική και μου άλλαξε τη ζωή. Το ποδόσφαιρο, λοιπόν, γενικότερα εγώ το τιμώ, όπως όλοι οι ποδοσφαιριστές υποθέτω, αλλά εγώ για έναν λόγο παραπάνω, γιατί μου έδωσε όλα αυτά. Και στη συνέχεια, όταν παντρευτήκαμε με την Πέγκι, η οποία ήτανε γεννημένη, μεγαλωμένη στο Σαν Φρανσίσκο, όπου ήμουνα κι εγώ -ελληνικής καταγωγής- ήρθαμε εδώ, κάναμε τα δύο κορίτσια. Και η Πέγκι και τα δυο κορίτσια δεν ασχολιόταν καθόλου με το ποδόσφαιρο, καθόλου, και καμιά φορά -τότε είχαμε μία τηλεόραση, όπως όλοι στο σπίτι- που έβλεπα παιχνίδια ποδοσφαίρου, θέλαν να δουν κάτι άλλο και τους έλεγα: «Όχι, θα δούμε το ποδόσφαιρο» και γκρινιάζανε και τους λέω: «Σας αγαπώ, σας εκτιμώ, αλλά το ποδόσφαιρο θα το εκτιμάτε και δεν θα γκρινιάζετε». Κάπως έτσι έγινε η μετάβαση.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, προφανώς περνά εκείνη η περίοδος που έχετε μπει στον ΠΑΟΚ, αρχίζει σιγά σιγά να μετουσιώνεται σε πράξη εκείνο το όνειρο. Θέλω να μου πείτε λίγο ποια είναι η πρώτη στιγμή, με μία δυνατή προπόνηση στην Α΄ ομάδα, που αντιλαμβάνεστε πλέον πλήρως ότι: «Εδώ είναι η Τούμπα. Εδώ μέσα αυτή τη στιγμή είμαι με μεγαθήρια». Πώς αισθανθήκατε εκείνη την ώρα; 

Κ.Α.:

Καλά, αυτό ήδη μετά από την πρώτη μου επαφή με τον ΠΑΟΚ, δεν χρειάστηκε πολλές ημέρες, πολύς χρόνος για να καταλάβω πού ήμουνα, ποιος ήταν ο ΠΑΟΚ κλπ., γιατί ήμουνα καθημερινά στις προπονήσεις. Ξεκινήσαμε τη σεζόν εκείνη, τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο και ο Κούδας και εγώ στην εφηβική ομάδα, αλλά εκεί δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς, παίξαμε ζήτημα 1-1,5 μήνα στο εφηβικό. Είχα ήδη γνωρίσει τι είναι ο ΠΑΟΚ και πλέον κάποια στιγμή από την Α΄ ομάδα υπήρχανε ελλείψεις, διότι υπήρχαν τραυματισμοί, τιμωρίες, και ο Ούγγρος ο προπονητής τότε, που είχε την Α΄ ομάδα, ένας Μπάμπολτσαϊ, Γιούρι Μπάμπολτσαϊ, πήρε στο παιχνίδι με τον Εθνικό στο «Καραϊσκάκη» τον Κούδα απ΄ την εφηβική και στο επόμενο παιχνίδι αμέσως που ήτανε με τον Πανιώνιο στη Νέα Σμύρνη, πήρε και εμένα. Εν πάση περιπτώσει, ήτανε και αυτό ένα κομμάτι τύχης το ότι βρέθηκε η ευκαιρία. Βέβαια είχαμε και ο Γιώργος και εγώ τα προσόντα και αρπάξαμε την ευκαιρία  από τα μαλλιά. Όταν γυρίσαν οι τραυματίες, οι τιμωρημένοι ξέρω ‘γώ, εμείς ήμασταν στην ομάδα, δεν βγαίναμε. Και κάπως έτσι από τότε ήμασταν στην Α΄ ομάδα. Δηλαδή δεν πέρασε πολύς καιρός για να καταλάβω τι εστί Τούμπα, τόσο σε επίπεδο εφηβικό όσο και σε επίπεδο, ας πούμε, Α΄ Εθνικής.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, το πρώτο παιχνίδι στην έδρα του «Ιστορικού», όπως συνηθίζουνε να λένε τον Πανιώνιο, σίγουρα το συναίσθημα είναι μεγάλο, αντιλαμβάνεται ένα παιδί το ότι ξαφνικά «Είμαι άντρας ποδοσφαιρικά». Πώς το βιώσατε εκείνο το πρώτο παιχνίδι; Θυμάστε πώς ήταν απ΄ τα αποδυτήρια μέχρι και που βγήκατε στο γήπεδο-

Κ.Α.:

Ναι, ναι, βεβαίως! Κοίταξε, επειδή εγώ λίγο πολύ και από μικρός  είμαι άνθρωπος ο οποίος κατά το δυνατόν συνειδητοποιώ τι κάνω και πού είμαι, σαφώς συνειδητοποίησα ότι είναι μία μεγάλη ευκαιρία και μία μεγάλη στιγμή το να παίξεις στην Α΄ Εθνική με τον ΠΑΟΚ και μάλιστα  εκτός έδρας στη Νέα Σμύρνη με τον Πανιώνιο, τότε που ακόμα έπαιζε σέντερ φορ ο Σαραβάκος, ο μπαμπάς, και είχε μια πολύ καλή ομάδα ο Πανιώνιος τότε. Σαφώς ήτανε κάτι που με προβλημάτισε, αλλά, δόξα τω Θεώ, πήγαμε καλά. Βέβαια «πήγαμε καλά»... Προσωπικά πήγα καλά, γιατί σαν ομάδα χάσαμε 5-1 [00:15:00]εκείνο το παιχνίδι και μάλιστα έτυχε και το ντεμπούτο μου στην Εθνική αργότερα -ήτανε ένα φιλικό με την Ολλανδία, την τρομερή Ολλανδία τότε, Cruijff, Neeskens κλπ.- που πάλι χάσαμε 5-0 και με κολλούσανε για πεντάρες στο ντεμπούτο μου και στο ένα και στο άλλο. Αλλά εντάξει, ήτανε μία στιγμή που πραγματικά μου έμεινε το πρώτο παιχνίδι.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, πρώτο παιχνίδι μέσα στην Τούμπα. Συναισθήματα, απ΄ την ώρα που μπήκατε στα αποδυτήρια, το θυμάστε εκείνο το παιχνίδι-

Κ.Α.:

Βεβαίως το θυμάμαι, βεβαίως το θυμάμαι. 

Χ.Σ.:

Πώς ήταν εκείνη η μέρα;

Κ.Α.:

Μες στην Τούμπα ήταν διαφορετικά για έναν... Και ειδικότερα για μας τώρα, για εμένα που ήμουν νέος, και σε ηλικία αλλά και νέος στην ομάδα, η Τούμπα ήτανε κάτι, μία τρομερή ας πούμε στήριξη. Την ένιωθα με το που μπήκα στην Τούμπα και... Την ένιωθα και με βοήθησε περισσότερο. Είχα κάνει κι ένα παιχνίδι βέβαια εκτός έδρας, πήρα λίγο την κρυάδα, εν πάση περιπτώσει, οπότε ήμασταν καλά στη συνέχεια. Κοίταξε, στα νέα παιδιά και τότε και τώρα, πάντα θα δοθούνε κάποιες  ευκαιρίες. Από κει και πέρα σημασία έχει ότι και η τύχη παίζει ρόλο, αλλά με την τύχη μόνο δεν μπορείς να πας μακριά. Πρέπει να έχεις τις δυνατότητες και τις ικανότητες να μπορέσεις να αξιοποιήσεις την ευκαιρία που θα σου δοθεί και, δόξα τω Θεώ, αυτό έγινε τότε.

Χ.Σ.:

Με την πάροδο των ετών, κύριε Αποστολίδη, υπάρχουνε στιγμές σαφώς δυνατές. Ποιες είναι έτσι οι στιγμές σταθμοί μέχρι και την κατάκτηση του τίτλου σ΄ εκείνη την ομάδα που κι εσείς ήσασταν τότε;

Κ.Α.:

Κοίταξε, όπως θα ξέρεις... Βέβαια εγώ ξεκίνησα το ‘63. Ήμουνα τότε τετάρτη τάξη -πρώτη λυκείου- τετάρτη τάξη εξαταξίου στο κολλέγιο. Στη συνέχεια το τελείωσα το κολλέγιο, αποφοίτησα το ‘65, το καλοκαίρι, και στη συνέχεια, Ιανουάριο του ‘66, ήμουνα Σαν Φρανσίσκο. Ήτανε μία περίοδος πάρα πολύ καλή για μένα εκείνη, αλλά η περίοδος που έχει μείνει και σε μένα και πιστεύω και σ΄ όλο τον κόσμο είναι η περίοδος μετά, από το ‘71 όταν επέστρεψα, μέχρι το ‘79 που έπαιξα και ειδικότερα η περίοδος ‘71-‘77 που ήτανε τρομερή εκείνη η ομάδα που, ας πούμε, νομίζω ότι ήτανε μία από τις καλύτερες ομάδες που έχει περάσει ποτέ από την Ελλάδα. Εντάξει, για εκείνη την περίοδο θα μπορούσα να μιλήσω ώρες αλλά... Πες μου λίγο έτσι πιο συγκεκριμένα τώρα τι ακριβώς ήθελες να σου πω-

Χ.Σ.:

Πώς ξεκίνησε εκείνη η ομάδα; Πώς ήτανε να είσαι καθημερινά με παίκτες όπως ήτανε οι συμπαίκτες σας; Όπως ήτανε ο Σαράφης, ο Τερζανίδης...

Κ.Α.:

Ιωσηφίδης, Γούναρης-

Χ.Σ.:

Ο Ιωσηφίδης. Όλοι αυτοί-

Κ.Α.:

Φουντουκίδης.

Χ.Σ.:

Οι άνθρωποι που εμείς τουλάχιστον τους έχουμε μόνο ως φωτογραφίες, εσείς τους ζούσατε. Πώς είναι να είσαι-

Κ.Α.:

Κοίταξε να δεις τι έγινε-

Χ.Σ.:

Σ΄ αυτή την ομάδα μέσα;

Κ.Α.:

Βασικά το ‘71 ο ΠΑΟΚ είχε την τύχη να έχει τα βασικά κομμάτια της οντότητάς του, δηλαδή τον πρόεδρο, τη διοίκηση, τον προπονητή και τους παίκτες... Δεν παραλείπω τον κόσμο, τους φιλάθλους, που ήτανε μια μεγάλη δύναμις. Είχε, λοιπόν, αυτούς οι οποίοι αυτοί είχανε τις ικανότητες και τη διάθεση τότε, αυτές ακριβώς που χρειαζόταν τότε η ομάδα για να αναπτυχθεί. Παράδειγμα, τον Ιανουάριο του ‘71 ανέλαβε τη διοίκηση ο κύριος Σεργιανίδης - ο κύριος Παντελάκης ήτανε πριν- και στα χρόνια που ήμουνα, πριν φύγω Αμερική επίσης. Ανέλαβε τη διοίκηση ο κύριος Σεργιανίδης ο οποίος έφερε στην ομάδα -το λέω έτσι τώρα επί τροχάδην γιατί είναι ολόκληρη ανάλυση αυτό- ο οποίος ήσανε γερμανοτραφής, γερμανοεκπαιδευθείς, μηχανικός και γερμανοτραφής επαγγελματικά, και ήρθε στη Θεσσαλονίκη και έδωσε στον ΠΑΟΚ έναν αέρα ανωτερότητας. Θυμάμαι τότε πηγαίναμε, εκείνη τη χρονιά πήγαμε για φιλικά στην Ευρώπη και παίξαμε φιλικά στην Ευρώπη, μεγάλη υπόθεση τότε. Αύξησε τις αποδοχές των ποδοσφαιριστών, αύξησε γενικότερα το επίπεδο. Επίσης, υπήρχανε ποδοσφαιριστές τότε που είχανε μαζευτεί από μικρές ομάδες της περιφέρειας -τα χρόνια που έλειπα εγώ Αμερική- δηλαδή ο Σαράφης, ο Τερζανίδης, ο Παρίδης -όλοι αυτοί- και ο Ιωσηφίδης. Ήτανε από ομάδες Β΄, Γ΄ κατηγορίας της περιφέρειας κι ήρθαν στον ΠΑΟΚ. Εγώ το ‘71 όταν [00:20:00]γύρισα στον ΠΑΟΚ, το καλοκαίρι, υπήρχανε αυτοί οι παίκτες, υπήρχε το ταλέντο, αλλά δεν ήτανε δουλεμένο και τοποθετημένο όπως έπρεπε. Ο προπονητής που ήταν τότε, ο Shannon, είχε ακριβώς... Μπορεί σαν τεχνικός να μην ήτανε ο πρώτος τεχνικός ποδοσφαίρου. Ο Lóránt, φερειπείν, ήτανε πραγματικά ένας εξεζητημένος και μορφωμένος τεχνικός ποδοσφαίρου, τακτική κλπ. Ο Shannon όμως τότε είχε και έδωσε στην ομάδα αυτό το οποίο τότε χρειαζόταν η ομάδα για ν΄ αναπτυχθεί. Τι χρειαζότανε; Ήξερε, είχε το προσόν, ο κατάλληλος παίκτης στην κατάλληλη θέση. Ο Τερζανίδης όταν πήγα εγώ το ‘71 ήτανε αμυντικό χαφ. Είχε κι έναν ψιλοτραυματισμό και έπαιζε δεν έπαιζε, ήτανε για δόσιμο. Τον είδε, λοιπόν, τον Τερζανίδη, είδε την εκρηκτικότητά του, είδε τη δύναμή του, είδε την ταχύτητά του, είδε την τεχνική του και του λέει: «Έλα αγόρι μου εσύ, άσε το 6, πιάσε το 8», αυτό που λένε τώρα το «Box to Box» κλπ., ο Τερζανίδης το έτρωγε το γήπεδο με το στόμα συνέχεια πάνω κάτω. Ο Σαράφης απ΄ την αριστερή πλευρά το ίδιο. Ο Κούδας, όταν ήρθα εγώ, όταν γύρισα το ‘71, ακόμα έπαιζε εξτρέμ με το νούμερο 7 που του ’χε δώσει ο Λέανδρος το νούμερο, έπαιζε εξτρέμ. Εξαιρετικός παίκτης, δεν χρειάζεται να πω εγώ τώρα για τον Κούδα, φαντεζί παίκτης, ωραίο κορμί, ωραίες κινήσεις, χάρμα ιδέσθαι για τον κόσμο, αλλά η προσφορά του σαν εξτρέμ στην ομάδα ήτανε 20 απ’ το 100. Ο Shannon, λοιπόν, τι έκανε; «Έλα εδώ». Είδε τον Κούδα, είδε την ντρίμπλα του, είδε τα πετάγματά του, είδε τις μακρινές μπαλιές του, είδε την τεχνική του. Του λέει: «Έλα αγόρι μου πάρε το νούμερο 10» και εκεί έγινε ο Κούδας, ο Κούδας, με το νούμερο 10. Μη σου πω και άλλες περιπτώσεις. Μετά εμένα, μετά έπαιζα σέντερ φορ, μετά όταν έφυγε ο Μπέλλης από αμυντικό χαφ, ήθελε αμυντικό χαφ, μου λέει: «Κούλη έλα», γιατί είδε ότι έχω, ας πούμε, ένα ποδοσφαιρικό μυαλό, ότι προβλέπω, κρατώ ισορροπίες κλπ. Θέλω να πω, λοιπόν, ότι είχε την τύχη ο ΠΑΟΚ να έχει στελέχη είτε διοικητικά, είτε τεχνικά, προπονητές, είτε και παίκτες φυσικά, που μπορούσαν να κάνουν αυτό το σύνολο. Στη συνέχεια το ‘74-‘75, που ήρθε ο Lóránt... Με τον Shannon πήραμε δύο Κύπελλα: ‘72 με Παναθηναϊκό κάτω στην Αθήνα φυσικά -τότε όλα στην Αθήνα γινόντανε- και ‘74 με τον Ολυμπιακό στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ήρθε μετά ο Lóránt, ο οποίος Lóránt ήταν φοβερός τεχνικός, ήταν ο άνθρωπος ήταν σε τεράστιες ομάδες της Bundesliga, έτσι; Φρανκφούρτη κλπ. και Μπάγερν και έβαλε την τακτική του. Τότε η ομάδα για να πάρει πρωτάθλημα χρειαζόταν τακτική, γιατί το Κύπελλο, ξέρεις, είναι παιχνίδια 5-4 , 5-6 κι ένας τελικός, που είσαι σε μέρα, δεν είσαι σε μέρα. Ένα πρωτάθλημα όμως, έχει διάρκεια και πρέπει να έχεις και τακτική. Έβαλε την τακτική μέσα. Εκείνο το πρωτάθλημα του ‘75- ‘76, το βγάλαμε με... Ήμασταν 15 κι ένας καμένος. Ο Τερζανίδης έβγαλε το πρωτάθλημα με χαλασμένο γόνατο, πήγε μετά έκανε εγχείρηση. Αλλά με την τακτική του πήραμε πρωτάθλημα. Οπότε για να συμμαζέψω λίγο, να απαντήσω στην ερώτησή σου την αρχική, ότι το βασικό, τα βασικά στοιχεία του ΠΑΟΚ και η τύχη του ΠΑΟΚ, η ευλογία του ΠΑΟΚ, ήταν ότι είχε την τύχη εκείνα τα πρώτα χρόνια ‘72-‘73-‘74 να έχει ανθρώπους, παίκτες, προπονητές, διοικητικούς, που πραγματικά εκείνη την εποχή είχανε εκείνα τα προσόντα, εκείνες τις ικανότητες που χρειαζόταν η ομάδα εκείνη τη στιγμή.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, σας έχουνε χαρακτηρίσει ως τον «εγκέφαλο» πολλές φορές ποδοσφαιρικά. Ήτανε ο Les Shannon αυτός ο οποίος το  πιστοποίησε; Πώς ήταν να δουλεύεις μ΄ εκείνο τον άνθρωπο, τι θυμάστε από τη συνεργασία-

Κ.Α.:

Κοίταξε, με τον Shannon εμείς, ίσως επειδή μιλούσα και τη γλώσσα και τον βοηθούσα και σε θέματα μεταφράσεων κλπ. πολλές φορές, είχαμε δεθεί πολύ και με τη σύντροφό του, τη Morin, η οποία ακόμα ζει και επικοινωνούμε και με τη γυναίκα μου κλπ. Ο Shannon ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος δεν μπορούσες να πεις ότι είναι κι ο καλύτερος τεχνικός στην τακτική, ας πούμε, αλλά είχε δύο μεγάλα πρ[00:25:00]οσόντα -επαναλαμβάνω, αυτά που χρειαζόταν τότε η ομάδα- πρώτον, ήξερε να  τοποθετεί παίκτες με βάση τα προσόντα τους στην κατάλληλη θέση για να 'χουνε την μάξιμουμ απόδοση και προσφορά στην ομάδα, διότι πίστευε και μας έμαθε κι εμάς να πιστεύουμε ότι η ατομική ωφέλεια έρχεται μέσα από την ομαδικότητα και μέσα απ΄ την ωφέλεια της ομάδος και έτσι από την ωφέλεια της ομάδος ωφελείται και το άτομο. Είχε, λοιπόν, και έφτιαξε την ομάδα, έκανε τους ποδοσφαιριστές να φανούνε στη συνέχεια -Κούδα, Τερζανίδη, Ιωσηφίδη, Γούναρη και όλους μας- και το δεύτερο που είχε ήτανε φοβερός, φοβερά αισιόδοξος άνθρωπος, φοβερά... κάτι σαν τον Παναγούλια ο οποίος είχε κόμπλεξ ανωτερότητος και σε έφτιαχνε, σε έκανε δηλαδή να πιστέψεις στον εαυτό σου. Κι έτσι πήραμε και το πρώτο Κύπελλο.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, πώς ήταν εκείνος ο πρώτος τίτλος, θυμάστε; Υπάρχει κάποιο-

Κ.Α.:

Πώς δεν θυμάμαι-

Χ.Σ.:

Παιχνίδι το οποίο να σας έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη κι εκείνες τις στιγμές της απονομής ή του τελικού; Πείτε μας λίγο.

Κ.Α.:

Ε κοίταξε, χαραγμένες στη μνήμη μένουνε. Καταρχάς το πρώτο παιχνίδι που έπαιξα με τον Πανιώνιο που ήτανε η περίπτωση του ξεκινήματος, ήτανε το πρώτο Κύπελλο που κερδίσαμε, γιατί ήτανε ο πρώτος επίσημος τίτλος στην ιστορία του συλλόγου μας και αυτό είναι ένα ρεκόρ το οποίο δεν μπορεί να σπάσει, να το πάρει κανείς, είναι δικό μας! Το πρωτάθλημα το πήραν κι άλλες ομάδες και το ’85 και πρόσφατα οι καινούριες ομάδες, ξέρω ’γώ, αήττητα, το ένα το άλλο. Όλα αυτά τα ρεκόρ σπάνε και καλά κάνουνε και σπάνε, πρέπει να σπάνε, γιατί πρέπει να προοδεύει ο ΠΑΟΚ. Όμως το ρεκόρ τού ότι ήμασταν εμείς, που έτυχε να ήμασταν η ομάδα, οι ποδοσφαιριστές, που πήραμε τον πρώτο επίσημο τίτλο στην ιστορία αυτού του συλλόγου, που είχε τόσο μεγάλη ιστορία, τόσο πολύπαθη διαδρομή, αυτό είναι κάτι που μας κάνει έτσι, -δηλαδή εγώ προσωπικά και πιστεύω και όλοι οι ποδοσφαιριστές- το έχουμε, δηλαδή λέμε: «Αυτό δεν μας το παίρνει κανείς», το πρώτο. Το δεύτερο ήτανε, το δεύτερο Κύπελλο που πήραμε στη Φιλαδέλφεια με τον Ολυμπιακό τότε, με την παράταση, με τα πέναλτι κλπ. κι επειδή έτυχε, χτύπησα και το τελευταίο πέναλτι που, ας πούμε, πήραμε το Κύπελλο, ήτανε πολύ μεγάλη ικανοποίηση, γιατί ξέρεις, υπήρχε και υπάρχει μια μεγάλη αντιπαλότητα με τον Ολυμπιακό. Προσωπικά για μένα η αντιπαλότητα περιορίζεται μόνο στον χώρο του αγωνιστικού χώρου και όχι μετέπειτα ή επαύριον ή εκτός αγωνιστικού χώρου, αλλά ήτανε φοβερά μεγάλη ικανοποίηση να πάρεις μέσα στην Αθήνα το Κύπελλο απ΄ τον Ολυμπιακό. Ήτανε μια τεράστια ικανοποίηση όχι μόνο για μένα, για όλους μας!

Χ.Σ.:

Εκείνο το παιχνίδι πώς εξελίχθηκε κύριε Αποστολίδη; Πώς ήταν όλη η ατμόσφαιρα-

Κ.Α.:

Φοβερό παιχνίδι ήτανε καταρχάς. Και για έναν ουδέτερο ήτανε φοβερό παιχνίδι. Είχε εναλλαγές, ήταν 1-0, 1-1, 2-1, 2-2, έφτασε στα πέναλτι, πήγε στο τελευταίο πέναλτι, ας πούμε, η διαδικασία. Ήταν ένα πολύ ωραίο παιχνίδι και πιστεύω ότι το χαρήκανε όλοι, ΠΑΟΚτζήδες- Ολυμπιακοί. Τώρα από κει και πέρα ο καθένας... Οι ΠΑΟΚτζήδες χαρήκαν γιατί το πήραμε κιόλας, οι Ολυμπιακοί οπωσδήποτε είχανε μια απογοήτευση που δεν το πήραν, αλλά ήτανε πολύ ωραίο παιχνίδι.

Χ.Σ.:

51 γκολ στην ιστορίας σας. Αν πούμε να ξεχωρίσουμε μία πεντάδα από τα σημαντικότερα ή απ΄ αυτά που έχουνε μείνει χαραγμένα στη μνήμη, ένα από αυτά σίγουρα είναι το πέναλτι μέσα στη Φιλαδέλφεια στον Ολυμπιακό. Τη στιγμή που παίρνετε την μπάλα, ποια σκέψη έχετε; Έχει πάει το παιχνίδι στα πέναλτι, ξέρουμε ότι είναι μια διαδικασία ψυχοφθόρα για όλους.

Κ.Α.:

Τώρα, υπάρχουν αρκετά γκολ, αλλά τώρα, το συγκεκριμένο που λες, υπάρχει κι ένα θέμα που είχα... Ήτανε πολύ σημαντικό για εμένα τότε. Για κάποιους λόγους το γκολ εκείνο το είχα ζητήσει εγώ προσωπικά από τον Shannon να με βάλει, γιατί όταν τελείωσε ισοπαλία το ματς και κάτσαμε εκεί στο γήπεδο στην άκρη για να ορίσει αυτούς που θα χτυπούσαν τα πέναλτι, εμένα με έβαλε δεύτερο, να χτυπήσω το δεύτερο πέναλτι. Κι εγώ εκεί καθόμουν δίπλα του, ας πούμε, στα αγγλικά τού  λέω: «Put me last» δηλαδή «Βάλε με τελευταίο». Μου λέει: «Γιατί;», λέω: «Θα σου πω μετά» και μ΄ έβαλε τελευταίο να το χτυπήσω. Το έκανα αυτό επειδή σου είπα, ότι πάντα έτσι συνειδητοποιώ καταστάσεις και ξέρω τι λέω, ξέρω τι κάνω, υπάρχει λόγος δηλαδή. Εκείνη τη χρονιά ήτανε το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό στην Τούμ[00:30:00]πα. Στον πρώτο γύρο το 1-0 που κερδίσαμε μ΄ εκείνη τη φοβερή κεφαλιά του Σαράφη που έκανε ο Ιωσηφίδης τη σέντρα από αριστερά, προς την πλευρά της Αγίας Βαρβάρας, από αριστερά κάνει τη σέντρα, στην απέναντι γωνία της περιοχής ήταν ο Σαράφης, έτρεχε, και με φόρα και σηκώνεται στον αέρα. Ο Αγγελής σηκώθηκε κι αυτός αλλά το πρόσωπο του Αγγελή ήτανε -με συγχωρείς- στη μέση του Σαράφη. Και την καρφώνει στην απέναντι γωνία. Κερδίσαμε 1-0! Είχε γίνει ένα θέμα, μην πολυλογώ τώρα έτσι, γιατί είναι μεγάλη ιστορία, απλά είχε γίνει ένα θέμα την εβδομάδα πριν, κι εγώ είχα, μαζί με κάνα δυο άλλους, είχα πρωτοστατήσει. Την Παρασκευή το διοικητικό συμβούλιο του ΠΑΟΚ πήρε απόφαση να διώξει τον Shannon για κάποιους λόγους, δεν έχει σημασία τώρα. Ερχόταν το παιχνίδι του Ολυμπιακού, το 'μαθε ο κόσμος φυσικά και αρχίσαν συγκεντρώσεις στην Καμάρα κλπ. υπέρ του Shannon και παίζαμε Κυριακή με τον Ολυμπιακό σημαντικό παιχνίδι μες στην Τούμπα. Και τον διώξανε τον Shannon, τον απέλυσαν Παρασκευή βράδυ, και θα πηγαίναμε στην Τούμπα χωρίς τον Shannon! Εάν πηγαίναμε στην Τούμπα χωρίς τον Shannon, ο κόσμος θα ήταν εναντίον μας εξαρχής και αν χάναμε το παιχνίδι εκείνο θα γινότανε... Δεν ξέρω πώς θα συνεχιζότανε η ιστορία του ΠΑΟΚ. Γιατί ο Shannon ήταν πολύ δημοφιλής τότε. Και μες στο ξενοδοχείο το Σάββατο το πρωί, εν πάση περιπτώσει, ήμουνα, πάντα ήμουνα έτσι, ό,τι ποδοσφαιριστές ερχόταν σε εμένα, ξέρω ’γώ «Τι θα κάνουμε» κλπ. κλπ. και είπα ότι: «Να συζητήσουμε με τη διοίκηση να επανέλθει ο Shannon». Πήραμε τηλέφωνο, δεν ερχότανε, δεν γινότανε, πήραμε τις τσάντες, φύγαμε απ΄ το ξενοδοχείο, να φύγουμε, και τελικά με εξουσιοδότησαν εμένα και πήγα στο σπίτι του Shannon εκεί στην Καλαμαριά και από δω από κει τον είπα ότι: «Πρέπει να ’ρθεις οπωσδήποτε, γιατί αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε το παιχνίδι και να γίνουν όλα τα επακόλουθα». Από τη διοίκηση δεν ερχότανε κανείς στο ξενοδοχείο για να το συζητήσουμε κλπ., να πούμε τις απόψεις μας -η πλειονότης των ποδοσφαιριστών- και, τέλος πάντων μην τα πολυλογώ, επειδή ήταν να φύγουμε, τελικά τον επανάφεραν τον Shannon. Πήγαμε, λοιπόν, στο παιχνίδι, παίξαμε μια μπαλάρα, κερδίσαμε 1-0 μ΄ εκείνη την γκολάρα του Σαράφη και στο τέλος του παιχνιδιού, με τη λήξη, ας πούμε, μπαίνει μέσα ο Σεργιανίδης, αγκαλιάζεται με τον Shannon, να δείξουν στον κόσμο ότι όλα είναι μια χαρά πλέον κλπ., χαρές, χαράς Ευαγγέλια όλος ο κόσμος κι έτσι το ξεπεράσαμε. Από τότε όμως, εμένα με είχανε κάποια -όχι όλοι- κάποια άτομα μέσα από την διοίκηση, δεν το χωνέψανε αυτό και με θεωρήσαν εμένα σαν, ας πούμε, το κέντρο της απόφασης για να γίνει αυτή η ιστορία και μου κάναν δύσκολη τη ζωή. Κι επειδή εγώ είμαι ανθρωπος ο οποίος μ’ αρέσει παντού όπου βρίσκομαι, ό,τι αντικείμενο δουλειάς, μ’ αρέσει να δουλεύω με πολύ καθαρά και σταράτα και συγκεκριμένες σχέσεις, όχι από πίσω και από μπρος και από πλάγια, δεν μπορούσα. Όλο τον δεύτερο γύρο δηλαδή εγώ ήμουνα σε έξαρση. Δεν μπορούσα να λειτουργήσω σε συνθήκες, ξέρεις, πολεμάει ο ένας, πολεμάει ο άλλος κλπ. Εγώ ήμουν άνθρωπος παντού και πάντα straight ξέρω ’γώ, που όπως σκέφτομαι αυτό λέω. Ετσι θέλω και οι άλλοι να έχουν τις σχέσεις τους μαζί μου κι εγώ μαζί τους κλπ. Και όταν έφτασε την ίδια σεζόν, στο τέλος της σεζόν ήταν ο τελικός με τον Ολυμπιακό και εκεί σκέφτηκα και είπα -γι’ αυτό ζήτησα το τελευταίο- τον εξήγησα μετά τον Shannon φυσικά και μου λέει: «Εντάξει, καλά έκανες». Εάν έφτανε το θέμα, το παιχνίδι, το Κύπελλο να κριθεί στο τελευταίο πέναλτι, να είμαι εγώ. Εάν μεν το έβαζα καθαρίζανε δηλαδή, δεν μπορούσε να πει κανείς κουβέντα πλέον και καθάριζε η ιστορία, εάν το έχανα, θα έπρεπε να πάω κάπου αλλού, σε καμιά άλλη ομάδα. Και πήρα αυτή την απόφαση και τον παρακάλεσα και του λέω: «Put me last». Μ΄ έβαλε ο άνθρωπος επειδή ήξερε ότι πάντα όταν λέω κάτι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι έτσι αυθόρμητο ή επιπόλαιο, το λέω κατόπιν σκέψης, και μετά όταν τον εξήγησα συμφώνησε απόλυτα. Άρα, λοιπόν, έχει μείνει αυτό το γκολ στο μυαλό μου και στην ψυχή μου και για όλους αυτούς τους λόγους. Ήτανε δηλαδή ένα πολύ κομβικό σημείο και για τη δική μου καριέρα και, πιστεύω, πιστεύω, και για την πορεία του ΠΑΟΚ γιατί, πιστεύω, όπως πιστεύουν και πολύ [00:35:00]ποδοσφαιριστές τότε, γι΄ αυτό και αντιδράσαμε, ότι αν χάναμε εκείνο το παιχνίδι χωρίς τον Shannon δεν ξέρω πώς θα συνεχιζότανε η πορεία της ομάδος μετά. Ο κόσμος θα ήταν εξοργισμένος κλπ. γιατί εκείνη την εποχή ο Shannon λατρευόταν σαν Θεός.

Χ.Σ.:

Εποχή Lóránt, κύριε Αποστολίδη. Εμβληματική μορφή για τον ΠΑΟΚ. 

Κ.Α.:

Βέβαια.

Χ.Σ.:

Πώς βιώσατε καταστάσεις μαζί του, τι αναμνήσεις έχετε και από σημαντικά παιχνίδια που να σας είπε: «Πάρε τα ηνία Κούλη. Κάνε ό,τι  πιστεύεις για να μπορέσουμε να το κερδίσουμε», αλλά και πώς τον ζήσατε μέχρι και δυστυχώς εκείνη τη δυσάρεστη στιγμή που, αν δεν έχετε πρόβλημα, θα ήθελα να μου πείτε κι εσείς πώς την έχετε στο μυαλό σας που έφυγε κυριολεκτικά...

Κ.Α.:

Ναι.

Χ.Σ.:

Μέσα στο γήπεδο.

Κ.Α.:

Κοίταξε, ο Lóránt ήταν ένας εξαιρετικός τεχνικός ποδοσφαίρου, εξαιρετικός. Όλα τα κομμάτια, ας πούμε, που έχει μία ομάδα, το κομμάτι  της φυσικής κατάστασης, γιατί τότε -μην κοιτάς τώρα, η φυσική κατάσταση και η τακτική τώρα κυκλοφορεί σε κασέτες- δηλαδή δεν... Τώρα άλλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον καλό προπονητή απ΄ ό,τι ήταν τότε. Τότε ο Lóránt ήξερε το ποδόσφαιρο, ήξερε να προπονεί, ήξερε φυσική κατάσταση, ήξερε προπόνηση τεχνικής, αλλά κυρίως, κυρίως, ήτανε πολύ καλός στην τακτική, δηλαδή το πώς θα παίξει η ομάδα και ο κάθε ποδοσφαιριστής, ποιους θα χρησιμοποιήσει και πώς θα παίξει η ομάδα και πώς θα παίξει ο κάθε ποδοσφαιριστής ανάλογα με τον αντίπαλο και όλα αυτά μέσα σε μία γενικότερη στρατηγική να πάρεις το πρωτάθλημα. Ήτανε φοβερός σ΄ αυτό και πραγματικά ήτανε φοβερά μεγάλη η συμμετοχή του στην κατάκτηση του πρωταθλήματος λόγω  αυτού. Γιατί σου είπα ότι εκείνη τη χρονιά ήμασταν και λίγοι ποδοσφαιριστές, ήμασταν λίγοι ποδοσφαιριστές, αλλά ήξερε να αξιοποιήσει εμάς όπως έπρεπε για να μπορέσουμε να βγάλουμε τη σεζόν. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος ήτανε ευθύς, ωμός αλλά δίκαιος. Για τους ποδοσφαιριστές, πιστεύω και όλους τους εργαζόμενους, είναι πολύ σημαντικό ο προϊστάμενος... Δηλαδή δεν παραπονούνται αν είναι ο προϊστάμενος αυστηρός, αρκεί να είναι δίκαιος. Άμα ξέρεις ότι είναι δίκαιος και δεν πρόκειται να σε ρίξει, τότε όσο αυστηρός και να 'ναι μαζί σου, καταλαβαίνεις, αντιλαμβάνεσαι ότι είναι για το καλό σου. Το είχε αυτό ο Lóránt σε υπέρτατο βαθμό.

Χ.Σ.:

Είναι από τους πρωτεργάτες εκείνης της χρονιάς στο πρωτάθλημα.

Κ.Α.:

Εγώ πιστεύω ότι είναι ο πρωτεργάτης!

Χ.Σ.:

Θέλω λίγο να μου πείτε εκείνο το παιχνίδι που έχει μείνει χαραγμένο ακόμα και στη μνήμη του κόσμου όπου ο Lóránt φεύγει. Εκείνο το παιχνίδι το θυμάστε;

Κ.Α.:

Το θυμάμαι σαν φίλαθλος γιατί είχα σταματήσει. Εγώ το ‘79 σταμάτησα. Αυτό συνέβη στη δεύτερη θητεία του Lóránt στον ΠΑΟΚ. Το είδα κι εγώ σαν φίλαθλος, όπως όλοι, όλος ο κόσμος, απλά επειδή τον ήξερα τον Lóránt... Ο Lóránt είχε ανέκαθεν κάποια προβλήματα με την καρδιά του και μάλιστα πολλές φορές οι γιατροί της ομάδας, κυρίως ο συγχωρεμένος ο Παναγιώτης ο Γιγής, που ήταν ο επίσημος γιατρός της ομάδος, αλλά και ΠΑΟΚτζής και πολύ καλό παιδί, τον είχε προειδοποιήσει πολλές φορές, γιατί στο ξενοδοχείο κάποιες φορές είχε κάποια έτσι μικροαυτά, μικροεπεισόδια, αλλά δεν καταλάβαινε τίποτε αυτός, δεν... Κι ήταν και λίγο, ξέρεις, απόπαιρνε όταν του λέγανε, «Άσε μας -λέει- δεν θέλω». Τέλος πάντων, είχε θέματα με την καρδιά του, τον προειδοποίησαν, αλλά δεν ήθελε να κάνει και εξετάσεις. Του άρεσε το κρασάκι το κόκκινο, το έπινε ωραία, είχε το πούρο του... Και πήγε εκεί, ήταν η στιγμή που πλέον έμεινε, που άφησε την τελευταία του πνοή στο γήπεδο, στον πάγκο με όλη τη γνωστή διαδικασία. Ήτανε τραγικό, αλλά όντως ήταν, γιατί μετά είχε έρθει κι η γυναίκα του, κάποιοι μετά από χρόνια, και βρεθήκαμε όλοι και κάτσαμε, τα είπαμε κλπ. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος πραγματικά είχε δεθεί με τον ΠΑΟΚ, είχε δεθεί με τον ΠΑΟΚ.

Χ.Σ.:

Μάλιστα-

Κ.Α.:

Κι όχι μόνο αυτός. Κι ο Shannon και όλοι δένονται με τον ΠΑΟΚ.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, μιλάτε για το δέσιμο των παικτών ή των ανθρώπων γενικότερα που υπηρετούν τον σύλλογο με τον σύλλογο. Τι είναι για έναν πιτσιρικά, όπως ήσασταν κι εσείς τότε, μικρός, αλλά και για έναν μετέπειτα παίκτη εγνωσμένης [00:40:00]αξίας να φορά τη φανέλα του ΠΑΟΚ; Πώς το βιώνει; Πώς το βιώσατε εσείς; Τι σήμαινε για εσάς ότι: «Είμαι σε αυτόν τον σύλλογο»;

Κ.Α.:

Να σου πω την αλήθεια φυσικά και ήμασταν αφοσιωμένοι, γιατί έτυχε τότε -ήτανε πολύ καλά χρόνια- έτυχε -να μην είμαι υπερβολικός- οι περισσότεροι συμπαίκτες ποδοσφαιριστές ήταν πολύ καλά παιδιά, είχαμε δεθεί πάρα πολύ. Τότε, ξέρεις, εκείνα τα χρόνια, ήτανε πολύ δύσκολες οι μεταγραφές και συνήθως μία ομάδα, οι ποδοσφαιριστές, η πλειονότητα των ποδοσφαιριστών, μέναν μαζί πολλά χρόνια και αυτό ήτανε καλό για το δέσιμο και την απόδοση της ομάδος, αλλά ήταν καλό και για τη δημιουργία φιλικών, αδελφικών σχέσεων. Και πραγματικά δεθήκαμε και αυτό δεν το λέω εγώ μόνο, το λένε όλοι, αλλά και αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων γιατί ακόμα, μετά από τόσα χρόνια που έχουνε περάσει -γιατί οι σχέσεις φιλίας, ξέρεις, δοκιμάζονται μέσα  από τη διάρκεια- ακόμα μετά από τόσα χρόνια που έχουν περάσει, βρισκόμαστε αρκετά οι περισσότεροι, ανάλογα όπου είναι, βρισκόμαστε. Κάνουμε παρέα με τον Κούδα, με τον Τερζανίδη είμαστε πολύ κοντά, είμαστε γείτονες, δηλαδή βρισκόμαστε κάθε τόσο, όπου και να βρεθούμε. Είμαστε -πώς να σου πω- λαϊκά να το πω «τακίμια», δηλαδή είμαστε φίλοι. Και αυτό το πράγμα, αυτό το στοιχείο ήταν πολύ βασικό, ξέρεις, και για την απόδοση της ομάδος τότε. Δεν λέω ότι ήταν όλα τέλεια ή ήταν όλα αγγελικά πλασμένα κλπ. Σαφώς και τσακωθήκαμε, τσακωνόμασταν πολλές φορές, τα λέγαμε ξέρω ’γώ, αλλά αυτά περνούσανε.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, λίγο πριν κλείσουμε, είπατε οι μεταγραφές δεν γινόντουσαν εύκολα εκείνη την περίοδο, ήτανε ένας πιο ρομαντικός κόσμος για το ποδόσφαιρο ενδεχομένως. Όταν γινόντουσαν κάποιες μεταγραφές σκεφτήκατε ποτέ να εγκαταλείψετε τα ασπρόμαυρα; Πέρασε ποτέ απ΄ το μυαλό σας-

Κ.Α.:

Όχι εγώ ποτέ, εγώ ποτέ, εγώ ποτέ. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Πρώτον -δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος ποδοσφαιριστής στον ΠΑΟΚ- εγώ ξεκίνησα να παίζω μπάλα στον ΠΑΟΚ απ΄ το πουθενά. Δεν έπαιζα σε άλλη ομάδα, ούτε καν μικρή, ας πούμε, Β’, Γ’, Δ’ Εθνικής, να πάω από κει μεταγραφή στον ΠΑΟΚ. Ούτε καν στους εφήβους πρόλαβα να παίξω,1-1,5 μήνα. Δηλαδή ξεκίνησα και έπαιξα στον ΠΑΟΚ. Όλη μου την καριέρα έπαιξα μόνο στον ΠΑΟΚ και όταν σταμάτησα το ‘79, δεν έπαιξα πουθενά. Ψέματα. Είχαμε στη γειτονιά μας εκεί, στη Χαριλάου, στις εργατικές κατοικίες, είχαμε κάνει μια ομάδα, την Ολυμπιάδα Χαριλάου, Γ’ τοπικό. Ήταν τα παιδιά της γειτονιάς, τα μικρά, κι εγώ ήμουνα σαν πρόεδρος και αξιοποιούσαμε τα παιδιά της γειτονιάς των φίλων, ας πούμε, και με ψήσανε μετά απ΄ τη δεύτερη χρονιά, με είχανε φάει να βγάλω δελτίο, να βγάλω δελτίο, και απ’ τα 40 μέχρι τα 44-45 έπαιξα στα τοπικά πρωταθλήματα με την Ολυμπιάδα. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, σε επίπεδο υψηλό έπαιξα μόνο στον ΠΑΟΚ και πουθενά αλλού! Επίσης, σταμάτησα το ‘79 επειδή είχα τραυματιστεί στα Γιάννενα. Είχα σπάσει αστράγαλο και περόνη και σταμάτησα. Ε μετά ξεκίνησα προετοιμασία το ‘79, τον Σεπτέμβριο, με τον Piechaczek, έναν προπονητή που ήρθε μετά από τον Lóránt. Αλλά όταν είδα εκεί πέρα ότι επειδή το πόδι το φοβόμουνα, ακόμα δεν το πατούσα καλά, δεν μ΄ έβαζε αρχικά, μ΄ έβαζε αλλαγή -ξέρω ’γώ- για να με δει κλπ., λέω: «Έφτασε η ώρα». Παράλληλα είχα και... Εγώ σαν ποδοσφαιριστής δεν ήμουνα της καφετέριας, των μπουζουκιών κλπ. Εγώ δραστηριοποιούμουν σε δουλειές, έκανα διάφορες επιχειρηματικές προσπάθειες παράλληλα, κι έτσι το ‘79 είχα ήδη ξεκινήσει πράγματα -μαζί με άλλους βέβαια- που χρειαζόμουν να είμαι περισσότερο χρόνο εκεί, ν΄ ασχοληθώ. Φερειπείν είχαμε ξεκινήσει το ‘74-‘75 το ICBS, το κολλέγιο πάνω στο Ωραιόκαστρο, όπου εξακολουθώ και είμαι ακόμα εκεί συνιδιοκτήτης κλπ. Είχα ξεκινήσει κάτι άλλα πράγματα. Με την Goody’s μετά ασχολήθηκα, ας πούμε, 10 χρόνια. Κι έτσι όταν ήταν να σταματήσω δεν είχα πρόβλημα, απεναντίας είχα πράγματα να με τραβήξουν ν΄ ασχοληθώ.[00:45:00] Κι έτσι εύκολα πήρα την απόφαση το ‘79 να σταματήσω στην προετοιμασία. Είχαμε τότε τον Βεζυρτζή τον Νίκο έφορο, που ήμασταν πολύ φίλοι από μικροί, μαζί με τον Κούδα στη γειτονιά και γυρνώντας, θυμάμαι, απ΄ την προετοιμασία στη Γερμανία για Θεσσαλονίκη, στο αεροπλάνο, του λέω: «Νίκο, άντε -λέω- ετοιμάστε ένα αποχαιρετιστήριο παιχνίδι, εδώ ήρθαμε» «Άντε ρε σταμάτα -λέει- που θα σταματήσεις», λέω: «Εδώ ήρθαμε» και έτσι κι έγινε. Δεν ήμουν, λοιπόν, ασχολιούμουν πάντα, παράλληλα με το ποδόσφαιρο ασχολιόμουν με δουλειές διάφορες. Κάποιες επιτυχημένες, κάποιες αποτυχημένες, δόξα τω Θεώ, καλά ήταν σε γενικές γραμμές. Επομένως είχα λόγο να σταματήσω και αυτό με βοήθησε. Ένα ο τραυματισμός, που δεν αισθανόμουν το πόδι μου γερό. Μετά ήταν εντάξει, αλλά σ΄ εκείνη την προετοιμασία, ξέρεις, φοβάσαι να το πατήσεις, να το κάνεις. Ένα ο τραυματισμός κι ένα το ότι είχα δημιουργήσει κάποια πράγματα που έπρεπε ν΄ ασχοληθώ στη συνέχεια, με βοήθησαν να σταματήσω έγκαιρα, όταν ήμουν ακόμα καλά ποδοσφαιρικά, γιατί πάντα θεωρούσα ότι είναι καλύτερα αντί να συνεχίζεις να παίζεις και να σε φωνάζουν απ΄ την κερκίδα: «Άντε ρε φύγε, σταμάτα», είναι προτιμότερο να σταματήσεις να παίζεις και όταν πας σαν φίλαθλος να δεις ένα παιχνίδι, να σου λένε: «Γιατί σταμάτησες;». Προτιμούσα το δεύτερο, αλλά είχα και όλο αυτό το κομμάτι που με βοήθησε να σταματήσω γιατί δεν είναι εύκολο για έναν ποδοσφαιριστή μετά από τόσα χρόνια να σταματήσει. Δηλαδή που βλέπω πολλούς παλιούς συναδέλφους ακόμα και τώρα, που το παρακάνουν, το παρακάνουνε, δηλαδή μένουνε και μένουνε σε βάρος της φήμης τους, στενοχωριέμαι. Αλλά ευτυχώς ήρθε ο τραυματισμός, είχα και τις δουλειές κι έτσι αποφάσισα να σταματήσω και σταμάτησα.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη-

Κ.Α.:

Δηλαδή έπαιξα μόνο στον ΠΑΟΚ και πουθενά αλλού.

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, κλείνοντας, εάν μπορούσαμε να κάνουμε αυτή την ανασκόπηση σύντομα και να την κλείσουμε μέσα σ΄ έναν τίτλο, ποιος είναι ο τίτλος που θα δίνατε στη μέχρι τώρα πορείας σας; Ποδοσφαιρικά πάντα.

Κ.Α.:

Ότι -πώς να σου πω, ο τίτλος πρέπει να 'ναι μικρός- ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, αν το τιμήσεις!

Χ.Σ.:

Κύριε Αποστολίδη, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο και για τη φιλοξενία!

Κ.Α.:

Να 'σαι καλά κι εσύ!