«Φεύγεις από το σπίτι 12 χρονών»: Αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια στο χωριό και την αναγκαστική εγκατάσταση στην πόλη

Π.Ζ.

[00:00:00]Καλησπέρα. Θα μου πεις το όνομά σου;  

Β.Π.

Παύλου Βάγια.

Π.Ζ.

Είναι Τρίτη 30 Μαΐου του 2023, είμαι με τη Βάγια Παύλου στη Μεσοποταμία Καστοριάς, εγώ ονομάζομαι Ζυμπίδου Παρέση, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Πού γεννήθηκες; 

Β.Π.

Στην Πεντάβρυσο Καστοριάς.  

Π.Ζ.

Θέλεις να μου πεις λίγο για τα παιδικά σου χρόνια;  

Β.Π.

Πέρασα ωραία παιδικά χρόνια. Δεν είχαμε πολυτέλειες, αλλά ήτανε πάρα πολύ ωραία χρόνια. Ανέμελα. Εντάξει, δύσκολα στο σχολείο, στο δημοτικό που πηγαίναμε. Ο καθένας κουβαλούσε και από ένα ξύλο από το σπίτι του, για να ανάψουμε τη σόμπα. Κάθε βδομάδα ήτανε και κάποιοι επιμελητές στο σχολείο. Κι αυτοί ήτανε υπεύθυνοι να ανάβουν και τη σόμπα. Αυτό ήτανε τα πρώτα χρόνια. Μετά, στις πιο τελευταίες τάξεις αρχίσαμε και βάζαμε, είχε και πετρελαίου σόμπες. Και ανάβαμε τις σόμπες. Παλιό το σχολείο μας, αλλά καλοδιατηρημένο, δεν μπορώ να πω. Οι δάσκαλοι ήταν πολύ αυστηροί. Ο δάσκαλος... είχαμε έναν δάσκαλο ο οποίος χτυπούσε πάρα πολύ τα παιδιά. Αυτό μου 'χει μείνει, είναι κάτι που είναι πολύ χαραγμένο στη μνήμη μου. Εμένα βέβαια δεν με χτύπησε ποτέ, γιατί δεν το επέτρεψα εγώ να γίνει. Αλλά χτυπούσε πάρα πολλά παιδιά. Κάθε μήνα ερχόταν... τώρα από το Υπουργείο Παιδείας ήταν αυτός; Ερχόταν ένας για να ελέγξει. Μόλις ερχόταν, είχαμε μεγάλα ψηλά παράθυρα, με βαριές κουρτίνες, έκρυβε την γκλίτσα του. Για να είναι όλα ωραία. Παράδειγμα: έκανες τρία λάθη στην ορθογραφία; Άπλωνες το χέρι, έτρωγες τρεις στο χέρι. Αλλά ήταν ωραία στο σχολείο. Είχαμε γυμναστικές επιδείξεις. Και μετά δεν είχαμε, όπως είναι τώρα τα παιδιά, που έχουν τόσες πολλές δραστηριότητες, που δεν προλαβαίνουν να κάνουν τίποτα. Παράδειγμα εμένα ο μπαμπάς μου δούλευε στα χωράφια, είχε κουμπίνα. Κι εμείς μόλις τελειώναμε το σχολείο, πηγαίναμε, ξέραμε πού είναι το κλειδί από το σπίτι, αφήναμε την τσάντα και από κει πηγαίναμε να βρούμε τη μαμά και τον μπαμπά στα χωράφια, θέριζαν φακές. Το καλύτερό μας ήταν να παίζουμε στην κουμπίνα. Δεν ήτανε μια κουμπίνα όπως οι σύγχρονες κουμπίνες, είχανε μια γλίστρα, που έπεφταν τα τσουβάλια εκεί, και εμείς, μικρά ήμασταν, με τα ξαδέρφια μου, πηγαίναμε να κάνουμε γλίστρα. Εντάξει, δύσκολη η ζωή, όχι για μας, δύσκολη η ζωή για τους γονείς μας. Δηλαδή θυμάμαι μια μαμά που είχε τέσσερα παιδιά και δούλευε, πήγαινε και στα χωράφια. Είχε να συντηρήσει ολόκληρη οικογένεια, είχε ζώα, είχε κότες. Το πρωί θ' άρμεγε, θα ζύμωνε, γιατί δεν υπήρχαν φούρνοι τότε. Θα ζύμωνε για δεκαπέντε μέρες, θυμάμαι να ξυπνάει από τις 05:00, 04:00 το ξημέρωμα, για να ζυμώσει. Μια μέρα ήταν το ζύμωμα. Πλυντήρια δεν υπήρχαν, μια μέρα ήταν το πλύσιμο. Εντάξει, στην πορεία άρχισαν να αλλάζουν τα πράγματα, αλλά οι συνήθειες των παλιών δεν άλλαζαν. Να φανταστείς εμείς δεν είχαμε ούτε θερμοσίφωνα, είχαμε ένα σαν καζάνι ήταν αυτό, το οπoίο βάζαμε ξύλα για να ανάψει, για να ζεσταθεi το νερό, να κάνουμε μπάνιο. Σόμπα ξύλινη είχαμε, το καλύτερο βέβαια στην ξύλινη τη σόμπα ήταν το ότι βάζαμε το ψωμάκι μας και το ψήναμε και το τρώγαμε. Για μας ήταν εύκολα τα πράγματα, αλλά για τους μεγάλους ήταν δύσκολα. Τώρα που τα σκέφτομαι, σε αυτή την ηλικία εγώ, λέω ότι δηλαδή ειδικά οι γυναίκες ήταν ηρωίδες. 

Π.Ζ.

Ποια χρονιά γεννήθηκες; 

Β.Π.

Το 1966. 

Π.Ζ.

Θα σε πάω λίγο πίσω. 

Β.Π.

Μμ... 

Π.Ζ.

Στο σχολείο είπες ότι σας χτυπούσε με μία γκλίτσα.

Β.Π.

Ναι. 

Π.Ζ.

Σας χτυπούσε με κάτι άλλο, πού σας χτυπούσε, σε ποια σημεία του σώματος ο δάσκαλος; 

Β.Π.

[00:05:00]Παντού. Ο συγκεκριμένος. Μιλάω για έναν συγκεκριμένο, ο οποίος ήτανε και ο διευθυντής. Ναι. 

Π.Ζ.

Με τους  γονείς σου στα χωράφια, βοηθούσατε ή πηγαίνατε για παιχνίδι;  

Β.Π.

Όχι, πηγαίναμε για παιχνίδι. Εμείς ήμασταν μικρά, μιλάμε για παιδιά δημοτικού, πηγαίναμε απλά εμείς για να παίξουμε. Μετά γυρνούσαμε, πάλι παιχνίδι και μετά, δεν είχαμε τηλεόραση. Ειδικά τα καλοκαίρια όλη η γειτονιά γινόταν ένα. Παίζανε μαζί μας και οι μπαμπάδες μας και οι μαμάδες μας κρυφτό. Το καλύτερό μας ήτανε να πιάνουμε τις κωλοφωτιές. Τρέχαμε το βράδυ. Δεν είχαμε και φώτα και αυτά φαινόντουσαν, ξέρεις. Παιδιά ήμασταν εμείς, τρέχαμε να τα πιάσουμε. Μας λέγανε ιστορίες οι παλιοί, καθόμασταν έξω εκεί στη γειτονιά. Αυτό ήτανε το παιχνίδι μας. 

Π.Ζ.

Τι ιστορίες σας έλεγαν;  

Β.Π.

Διάφορες, παλιές ιστορίες. Παλιές. 

Π.Ζ.

Ήταν αυστηροί οι γονείς; 

Β.Π.

Αυστηροί. Ναι. Μπορώ να πω ότι ήτανε, δεν είχαμε έλλειψη αγάπης, απλά ήτανε σε κάποια θέματα. Ζούσαμε σε ένα χωριό. Έτσι; Από αυτό το χωριό δεν είχαμε βγει. Πηγαίναμε στην πόλη που ήτανε μια στο τόσο. Εντάξει, εγώ βέβαια στα δώδεκα έφυγα. Και μου φάνηκε... Για μένα ήταν πολύ δύσκολο στα δώδεκα, όταν ένα παιδί αναγκάζεται γιατί δεν υπάρχει σχολείο, αλλά το φτιάχναν όλοι. 

Π.Ζ.

Τι σε ανάγκασε να φύγεις στα δώδεκα;

Β.Π.

Το ότι δεν είχαμε σχολείο, έπρεπε να πάω στο γυμνάσιο. Και αναγκαστικά πήγαμε στα δώδεκα που πήγα στο γυμνάσιο, έφυγα. Ήταν η αδερφή μου, που ήταν πιο μεγάλη, ήδη εκεί, με μια ξαδέρφη μου μέναμε σε ένα δωμάτιο, τρία άτομα σε ένα μικρό δωμάτιο. Και πηγαίναμε όλα τα παιδιά όλων των χωριών. Πηγαίναμε στο Κέντρο Νεότητος, έτσι λεγότανε, το οποίο μας παρείχε το πρωινό μας, μεσημεριανό, βραδινό, και στο οποίο μετά το σχολείο πηγαίναμε και διαβάζαμε.  

Π.Ζ.

Θυμάσαι καθόλου τα γεύματα;  

Β.Π.

Βέβαια, το αγαπημένο μας ήταν πατάτες τηγανητές με λαχανοσαλάτα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήτανε μια τεράστια αίθουσα, που είχε ξύλινα μεγάλα τραπέζια, και όχι καρέκλες, είχε αυτά τα... δεν μπορώ, πώς έχουνε τώρα στα πάρκα, ρε παιδί μου; Που είναι ξύλινα καθίσματα, πέρα για πέρα. 

Π.Ζ.

Παγκάκια. 

Β.Π.

Ναι. Και εκεί πηγαίναμε, είχε ένα μεγάλο ασανσέρ, που ήταν κάτω τα μαγειρεία, ερχόντανε επάνω τα φαγητά και ένας ένας περνούσαμε. Και ακόμα και εκεί εγώ πήγαινα σε... δεν ήταν μεικτά τα τμήματα. Ήταν αγόρια, κορίτσια. Ακόμα και στο Κέντρο Νεότητος ήτανε χωριστά τα αγόρια, χωριστά τα κορίτσια. Άσχετο αν τρώγαμε όλοι μαζί. Γιατί εμείς όλοι ήμασταν, είχα ξαδέρφια, που ήταν πιο μεγάλα από μένα, που πηγαίναμε όλοι και μέναμε όλοι στην ίδια γειτονιά. Το σοκ το έπαθα την πρώτη εβδομάδα. Το θυμάμαι δηλαδή σαν τώρα, είναι κάποια πράγματα που μένουν στη μνήμη σου. Που φεύγεις από το σπίτι δώδεκα χρονών, που αν δεν ήταν η αδερφή μου θα πάθαινα ακόμα μεγαλύτερο, και μπορεί να έκλαιγα και μια εβδομάδα. 

Π.Ζ.

Πόση ώρα ήσουν από το χωριό; Η πόλη από το χωριό δηλαδή.

Β.Π.

Η πόλη απ' το χωριό να ήτανε μισή ώρα; Μπορεί και λίγο παραπάνω. 

Π.Ζ.

Αλλά δεν υπήρχαν τα μέσα;

Β.Π.

Αλλά δεν υπήρχαν τα μέσα. Και μην ξεχνάς εμείς τότε είχαμε μάθημα και το Σάββατο. Και αν προλαβαίναμε το λεωφορείο το Σάββατο, είχε ένα λεωφορείο το μεσημέρι, εάν προλαβαίναμε το λεωφορείο, θα πηγαίναμε στο χωριό, αν δεν προλαβαίναμε δεν θα πηγαίναμε. 

Π.Ζ.

Δηλαδή θα πηγαίνατε στο χωριό για μια νύχτα;  

Β.Π.

Μμ... 

Π.Ζ.

Θα γυρνούσατε την Κυριακή. 

Β.Π.

Μμ... 

Π.Ζ.

Κι αυτό αν το προλαβαίνατε. 

Β.Π.

Μμ... 

Π.Ζ.

Οι γονείς σας δεν σας επισκεπτόντουσαν; 

Β.Π.

Ναι. Εγώ, κοίταξε, ο μπαμπάς μου δούλευε και στη γούνα. [00:10:00]Αλλά από κει που μέναμε εμείς και στο σχολείο ήτανε μια αρκετή απόσταση, και εννοείται δεν μπορούσε όλες τις ώρες να έρχεται, αλλά ερχόνταν, μας έβλεπαν. Ερχόντουσαν, δεν μπορώ να πω. 

Π.Ζ.

Μπορείς να μου περιγράψεις μια τυπική μέρα; Δηλαδή τι έκανες σε μια μέρα που ήσουν μόνη σου στην πόλη, έπρεπε να πας στο σχολείο, ήσουν δώδεκα, δεκατριών; 

Β.Π.

Τυπικά, τυπικά, αυτό το πράγμα, ήταν ένα καθαρό πρόγραμμα το τι είχες να κάνεις. Σηκωνόμασταν το πρωί, θα πηγαίναμε να πάρουμε το πρωινό μας, από εκεί γυρνούσαμε να πάμε στο σχολείο, δεν ήταν μακριά η απόσταση, με τα πόδια πηγαίναμε. Θα πηγαίναμε. Tο μεσημέρι σχολούσαμε, θα πηγαίναμε στο Κέντρο Νεότητος, θα τρώγαμε, όλο το απόγευμα θα διαβάζαμε, θα τρώγαμε το βραδινό μας και από εκεί στο σπίτι. Εμείς μέναμε σε ένα σπίτι κοντά στη μητρόπολη. Το οποίο σπίτι το είχε η υποδιευθύντρια του Κέντρου Νεότητος. Η οποία ήταν πάρα πολύ αυστηρή, ούτε τα ξαδέρφια μας δεν μας άφηνε να 'ρθούνε να μας επισκεφτούνε. Κι εμείς, το σπίτι, δεν ήμασταν σε όροφο, ήτανε κάτω, και ερχόταν ο ξάδερφός μου, χτυπούσε το παντζούρι, ανοίγαμε σιγά σιγά, έμπαινε μέσα. Σκέψου τώρα δηλαδή σε τι... και δεν είναι αυτό, δεν τολμούσαμε να το πούμε και στους δικούς μας ότι δεν μας αφήνει, δηλαδή εμείς με αυτά τα ξαδέρφια μου στο χωριό ήμασταν μέρα νύχτα μαζί. Και δεν λέγαμε τον πατέρα μας, τη μάνα μας, ξέρεις: «Αυτή δεν μας αφήνει ούτε τα ξαδέρφια μας να δούμε». 

Π.Ζ.

Γιατί;  

Β.Π.

Δεν ξέρω. Έτσι ήταν όλοι;   

Π.Ζ.

Τα σπίτια δηλαδή πώς γινόταν η επιλογή για το πού θα μείνετε; Ποιος το επέλεγε αυτό;  

Β.Π.

Ψάχνανε οι γονείς. Οι γονείς ψάχνανε και βρίσκανε, αλλά, κοίτα, ήτανε όλη η περιοχή εκεί, το Ντολτσό, στην Καστοριά, όλη αυτή η περιοχή ήτανε από παιδιά από τα χωριά. Και είχαμε ένα... τότε δεν το ξέραμε το μπούλινγκ, είχαμε ένα μπούλινγκ από τα παιδιά της πόλης. 

Π.Ζ.

Θες να μου πεις ένα παράδειγμα;  

Β.Π.

Πολλά. Πολλά παραδείγματα. Κατ' αρχήν δεν μας φτιάχναν παρέα. Βέβαια, μας κοιτούσαν υποτιμητικά. Ή όταν μπαίναμε στις αίθουσες πρώτη φορά, δηλαδή καθόσουν σε ένα θρανίο και έλεγε η καθηγήτρια: «Θα καθίσεις εσύ εκεί». «Α, όχι, δεν μπορώ εγώ με αυτή να καθίσω». Είχαμε πάρα πολλά τέτοια. Πάρα πολλά. Ότι εμείς ήμασταν παιδιά που ήρθαμε από το χωριό, δεν ήμασταν παιδιά της πόλης. 

Π.Ζ.

Οι δάσκαλοι πώς σας αντιμετώπιζαν;  

Β.Π.

Δεν μπορώ να πω, δεν είχαμε παράπονα από τους... όχι, πολύ σπάνιες περιπτώσεις δηλαδή να ήτανε, αλλά δεν είχαμε διακρίσεις δηλαδή. 

Π.Ζ.

Πρόλαβες ποδιά;  

Β.Π.

Βέβαια. Ποδιά και να παγώνουν τα πόδια. Και τότε, τώρα αυτή την εποχή δεν κάνει και χιόνια. Τότε είχε χιόνι η Καστοριά. Άσ' το. Κρύο, να γίνονται τα πόδια μελανιασμένα τα πόδια. Να φοράς από κάτω, ρε παιδί μου, απ' την ποδιά, αλλά να μην κρατάει. Να μην... Δύσκολα, εντάξει.

Π.Ζ.

Πόσα χρόνια έμεινες μόνη σου εκεί στο σχολείο;

Β.Π.

Στο... 

Π.Ζ.

Στην πόλη.

Β.Π.

Τρία.

Π.Ζ.

Μετά;

Β.Π.

Μετά, όχι, μετά έβαλαν συγκοινωνία.  

Π.Ζ.

Άρα γυρίσατε;

Β.Π.

Ναι, ναι, μετά βάλανε συγκοινωνία, ναι, ναι, μετά έκλεισε και το Κέντρο Νεότητος, γιατί σε όλα τα χωριά μετά μπήκε συγκοινωνία, μαθητικά λεωφορεία δηλαδή, και σταμάτησε.  

Π.Ζ.

Και ποιο ήταν το συναίσθημα;  

Β.Π.

Το ότι γυρίσαμε; Δύσκολο κι αυτό. Γιατί όταν μένεις κάποια χρόνια χωρίς τους γονείς, το συνηθίζεις. Μπορώ να πω όμως ότι αυτό μας ωρίμασε πολύ πιο γρήγορα. Γι' αυτό και όταν στα δεκαοχτώ μου έφυγα, δεν μου φάνηκε παράξενο. 

Π.Ζ.

Μέχρι αυτή την ηλικία, μέχρι τα δεκαοχτώ, πώς διασκεδάζατε και στην πόλη και στο χωριό; 

Β.Π.

Στο χωριό δεν είχε πολλά πράγματα, μη φανταστείς. Πέρα από το μεγάλο πανηγύρι που φτιάχναμε τον Δεκαπενταύγουστο, είχε μια καφετέρια. [00:15:00]Αυτή ήταν. Και τα καφενεία. Αλλά εμείς επειδή είχαμε και μεγαλύτερα ξαδέρφια, ήμασταν μεγάλη παρέα, βγαίναμε, πιο πολύ ήταν η ντίσκο τότε. Αλλά είχε και τα υποτιθέμενα μπουζουξίδικα, που λένε. Όχι ότι μου άρεσαν. 

Π.Ζ.

Αυτά στην πόλη; 

Β.Π.

Ναι, ναι, στην πόλη, όλα στην πόλη.  

Π.Ζ.

Πες μου λίγο για το πανηγύρι στο χωριό. 

Β.Π.

Ήτανε κάτι που το περιμέναμε όλο τον χρόνο. Ήταν ένα γεγονός που κρατάει μέχρι και σήμερα. Ένα από τα καλύτερα πανηγύρια, ποντιακό βέβαια. Έτσι; Αλλά το καλύτερο του νομού. Που μέχρι και σήμερα είναι το ίδιο. Βέβαια δεν γινότανε στο μέρος που γίνεται τώρα, γινόταν στην πλατεία του χωριού, μετά έγινε στο σχολείο. 

Π.Ζ.

Τι περιλάμβανε αυτό το πανηγύρι; Είχε φαγητό, είχε γλυκά; 

Β.Π.

Βέβαια, βέβαια, είχε φαγητό. Βέβαια. Είχαμε από πάντα στο χωριό σύλλογο, που ο σύλλογος αναλάμβανε και τα σουβλάκια. Το παραδοσιακό που κάνουν σε όλα τα πανηγύρια, αλλά εντάξει, ήταν αυτό, που το περιμέναμε. Περιμέναμε αυτό το πράγμα, ρε παιδί μου, ότι θα πάμε στο πανηγύρι. Ήτανε... 

Π.Ζ.

Κάποια έτσι ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια που να είναι πολύ σημαντική για σένα; 

Β.Π.

Η τηλεόραση όταν πρωτοήρθε. Που δεν θα ξεχάσω κάθε Πέμπτη είχε το «Λούνα Παρκ» και έπρεπε όλοι να στηθούμε να δούμε το «Λούνα Παρκ». Δεν υπήρχε περίπτωση να μη δούμε το «Λούνα Παρκ». Μετά, που ακόμα το θυμάμαι, ότι έλεγε, όταν άνοιγε 06:00 η ώρα, νομίζω, τότε άνοιγε η τηλεόραση, και έλεγε τον εθνικό ύμνο. Είχα έναν θείο, τον συγχωρεμένο, μόλις άκουγε τον εθνικό ύμνο, εμείς ήμασταν μικρά, «σηκωθείτε πάνω», μας έλεγε, «γρήγορα», να χαιρετίσουμε, γιατί έλεγε τον εθνικό ύμνο. Εντύπωση μας έφτιαχναν όλα. Και μιλάμε όλα ασπρόμαυρα, έτσι;  

Π.Ζ.

Πού βλέπατε τηλεόραση; 

Β.Π.

Στο σπίτι.

Π.Ζ.

Είχατε εσείς τηλεόραση; 

Β.Π.

Ναι, πήραμε, είχαμε πάρει τηλεόραση, γιατί βλέπαμε το...   

Π.Ζ.

Δεν πρέπει να είχαν όλοι τηλεόραση τότε.

Β.Π.

Όχι, σιγά σιγά όμως άρχισε, εδώ δεν είχαμε τηλέφωνο. Έβγαινε ο θείος μου ο συχωρεμένος στην πλατεία και φώναζε: «Πέστε τον τάδε να 'ρθει, τον θέλουν στο τηλέφωνο!», αφού δεν είχαμε τίποτα, τι; Τίποτα δεν είχαμε.

Π.Ζ.

Άρα να υποθέσω ότι και οι γείτονες ερχόντουσαν να δουν μαζί σας το «Λούνα Παρκ».

Β.Π.

Ναι, ναι, ναι.

Π.Ζ.

Και στο σπίτι μέσα… 

Β.Π.

Ναι.  

Π.Ζ.

Ήταν γεγονός η τηλεόραση εκεί. 

Β.Π.

Βέβαια! Όποιος δεν είχε, μα η γειτονιά τότε, κατ' αρχήν δεν κλειδώναμε σπίτια. Δεν κλειδώναμε σπίτια, εγώ θυμάμαι μια ζωή η μάνα μου, οι γειτόνισσες οποιαδήποτε ώρα της ημέρας μπορούσαν να έρθουν στο σπίτι. Κάτι που δεν συμβαίνει τώρα. Έτσι; Και εμείς με τις φιλενάδες μας που ήμασταν, ανοίγαμε την πόρτα και μπαίναμε μέσα. Εγώ πήγαινα στη θεία μου, την έλεγα: «Θεία, πείνασα». Πώς να σου πω, ήταν τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Πολύ διαφορετικά, έχω μνήμες από παιδί πάρα πολλές. 

Π.Ζ.

Πέρα από το πανηγύρι στο χωριό, που είπαμε πριν, και την τηλεόραση, κάτι που σαν παιδιά έτσι ανυπομονούσατε γι' αυτό πάρα πολύ;  

Β.Π.

Είχαμε τις μπουμπούνες. Τις απόκριες που φτιάχναμε, τώρα βέβαια δεν γίνεται έτσι, τώρα γίνεται μια μπουμπούνα για όλο το χωριό. Τότε ήταν τρεις μεγάλες γειτονιές και κάθε γειτονιά μάζευε τα δικά της ξύλα. Αυτό όμως γινότανε έναν μήνα πριν. Και σ' αυτό βοηθούσανε και οι μεγάλοι.  

Π.Ζ.

Μάζευαν ξύλα.

Β.Π.

Ναι. Και πηγαίναμε και κλέβαμε από τους άλλους, γιατί έπρεπε κάποιος να κάνει τη μεγαλύτερη μπουμπούνα. Κατάλαβες; 

Π.Ζ.

Αυτό πότε γινόταν περίπου δηλαδή;

Β.Π.

Τις απόκριες.

Π.Ζ.

Τις απόκριες. 

Β.Π.

Τις απόκριες, βέβαια, βέβαια. Κι άμα κάθε βράδυ από κάθε γειτονιά καθόταν κάποιος και φύλαγε τα ξύλα. 

Π.Ζ.

Γιατί;

Β.Π.

Γιατί ερχόντουσαν για να τα κλέψουνε.

Π.Ζ.

Oι άλλες γειτονιές;

Β.Π.

Οι άλλες γειτονιές.  

Π.Ζ.

Υπήρχε ανταγωνισμός δηλαδή.  

Β.Π.

Nαι, όχι εμείς τα παιδιά, οι μεγάλοι καθόντουσαν. Ναι!

Π.Ζ.

Έτσι κάποια άλλη ανάμνηση;

Β.Π.

[00:20:00]Ανάμνηση από τι;

Π.Ζ.

Από τα παιδικά χρόνια, που να θυμάσαι έτσι έντονα.  

Β.Π.

Σου λέω, παίζαμε πάρα πολύ. Τα μήλα, τα τσάλτικα.  

Π.Ζ.

Τι είναι τα τσάλτικα; 

Β.Π.

Τα τσάλτικα. Τα τσάλτικα είναι δύο ξύλα.  

Π.Ζ.

Ναι. 

Β.Π.

Τα οποία το ένα το κρατάς και το άλλο το έχεις κάτω. Και ανάλογα ποιος το πετάει πιο μακριά, κερδίζει.  

Π.Ζ.

Δεν το ξέρω, ομολογώ, αυτό το παιχνίδι. 

Β.Π.

Δεν το ξέρεις, ναι.

Π.Ζ.

Δεν το πρόλαβα εγώ, ναι. 

Β.Π.

Είναι τα τσάλτικα, έτσι τα λέγαμε. Μπορεί σε άλλες περιοχές να έχει άλλη ονομασία, δεν ξέρω. 

Π.Ζ.

Είναι ποντιακή ονομασία ή κάτι άλλο; 

Β.Π.

Τα τσάλτικα, ναι. 

Π.Ζ.

Ποντιακό είναι, ε;  

Β.Π.

Ναι, ναι, ναι. Μετά τι άλλο να θυμηθώ; Θυμάμαι το Πάσχα, κάθε Πάσχα, που μας πήγαινε ο πατέρας μου για ψώνια. Παίρναμε σίγουρα καινούργια παπούτσια, καινούργια φορέματα.  

Π.Ζ.

Πού σας πήγαινε για ψώνια; 

Β.Π.

Στην Καστοριά μας πήγαινε, εμένα και την αδερφή μου, γιατί τα παιδιά ήτανε… τα παιδιά ήτανε μικρά, ήταν δίδυμα τα δύο τα αδέλφια μου.  

Π.Ζ.

Τρία αδέλφια δηλαδή. Είχες τρία αδέρφια, έχεις τρία αδέλφια. 

Β.Π.

Έχω τρία αδέλφια, τα δύο είναι δίδυμα. Αλλά η μαμά μου με τόσες δουλειές που είχε δεν προλάβαινε, ο πατέρας μου μας πήγαινε, μας ψώνιζε παπούτσια, φορέματα. Έπρεπε να πάμε με καινούργια... δεν μας έλειψε τίποτα σε αυτά. Ναι. Ωραία ήτανε, πολύ ωραία. Άλλο τι να θυμηθώ, ήμουνα λίγο ζωηρή ήμουν εγώ. Ναι, πείραζα λίγο τις γιαγιάδες. Το χωριό μας λέγεται Πεντάβρυσος, γιατί έχει πέντε βρύσες, μέσα στο χωριό, μεγάλες βρύσες. Δεν είχαμε νερά εμείς. Μετά από κει παίρναμε νερό, το είχαμε κοντά. Μετά ήρθε το νερό. Είχαμε μια γιαγιούλα εκεί. Μικρή ήμουν εγώ, κάνα εφτά χρονών θα ήμουνα. Έπαιρνε το γκιούμι της και πήγαινε να το γεμίσει στη βρύση. Μόλις την έβλεπα εγώ, από πίσω της έτρεχα, μόλις έβαζε το γκιούμι. Το γκιούμι, ξέρεις ποιο είναι το γκιούμι.

Π.Ζ.

Η στάμνα, που λέμε. 

Β.Π.

Ναι, αλλά σε τσίγκινο. Αυτό μόλις πάει να γεμίσει, καταλαβαίνεις ότι πάει να γεμίσει. Αυτή η καημένη κρατούσε και το μπαστουνάκι της, δεν μπορούσε, ώσπου να σηκωθεί εγώ το έριχνα κάτω, σηκωνόταν, «Θα σε χτυπήσω!», με έλεγε, τίποτα εγώ, εκεί ξανά. Ερχόταν η καημένη. Τώρα το θυμάμαι και λέω τι έκανα, ερχόταν, έλεγε: «Σωτήρη, θα τη χτυπήσω!», «ε, άμα την πιάσεις», την έλεγε.

Π.Ζ.

Ο πατέρας σου. 

Β.Π.

«Άμα την πιάσεις, χτύπα τη». Με μάλωνε. «Βρε, γιατί την κάνεις έτσι τη γυναίκα;», εγώ εκεί πάλι. Μετά μας φοβέριζαν. Θα 'ρθει ο... πώς τον έλεγαν, ο Τακούρης.

Π.Ζ.

Ποιος είναι ο Τακούρης;  

Β.Π.

Μας φοβέριζαν. Η γειτονιά μας ήταν λίγο περίεργη, είχε μια γέφυρα και με πολύ ψηλά δέντρα. Αυτή τη γέφυρα τη φοβόμουνα πάντα, από μικρή. Και ένας άλλος λόγος γιατί εκεί μέσα στη γέφυρα, κάτω εκεί στο ρέμα είχε και ένα σπιτάκι, όπου ζούσε μια γυναίκα με τον γιο της. Και μας φοβέριζαν με αυτόν, ότι αυτός παίρνει παιδιά. Ξέρεις πόσες φορές ξυπνούσα στον ύπνο μου γιατί νόμιζα θα 'ρθει αυτός να με πάρει; Και όταν πήγαινα να φωνάξω τον ξάδερφό μου τον Λευτέρη για να 'ρθει να φάει, γιατί η μαμά του έλειπε στο εξωτερικό, έπρεπε να περάσω από κει. Και από κει, πηγαίναμε μαζί με την αδερφή μου, και μόλις φτάναμε εκεί για να περάσουμε να πάμε στον Λευτέρη, δίναμε ένα τροχάδι κατοστάρι.  

Π.Ζ.

Είχατε μεγάλο φόβο δηλαδή.

Β.Π.

Ναι, ναι.  

Π.Ζ.

Γιατί σας φοβέριζαν με το συγκεκριμένο άτομο; 

Β.Π.

Γιατί ήταν έτσι μαύρος. Σαν πολύ μαύρος, ρε παιδί μου, ήταν ο άνθρωπος.

Π.Ζ.

Μελαχρινός δηλαδή πολύ. 

Β.Π.

Πολύ, ναι, ναι. Δεν ήταν μαύρος, αλλά ήτανε πολύ μελαχρινός. Ωραία χρόνια ήτανε, βάζαμε τις σακούλες στο χιόνι και παίρναμε το αυτό, στο ποτάμι πηγαίναμε για μπάνιο. Αν και δεν μας άφηναν, αλλά εμείς τρέχαμε. Μετά, εντάξει, μεγαλώσαμε, άρχισε να έρχεται η εξέλιξη. [00:25:00]Τηλεόραση. Κουζίνες. Όλα στη σόμπα τα μαγείρευαν.  

Π.Ζ.

Θυμάσαι κάτι από τη διατροφή σου την παιδική;  

Β.Π.

Ναι, την παπάρα.  

Π.Ζ.

Τι είναι αυτό;  

Β.Π.

Είναι γάλα με ψωμί. Είχαμε την αγελάδα μας, άρμεγε η μαμά μου και μας έφερνε, το γάλα ήτανε... ακόμα και σήμερα το τρώω. Γάλα, ζάχαρη, κακάο και ψωμάκι. Ψωμάκι φυσικά χωριάτικο. Το 'φτιαχνε η μαμά μου και όσο πιο μπαγιάτικο ήταν, τόσο πιο ωραίο ήταν το γάλα. Μετά, άλλο, το μακάλο, που μας έφτιαχνε η μαμά μου. 

Π.Ζ.

Τι είναι το μακάλο; 

Β.Π.

Το μακάλο είναι... γίνεται με αλεύρι. Με αλεύρι γίνεται. Νερό και αλεύρι. Και έφτιαχνε και κεφτεδάκια, ήταν από τα αγαπημένα μας φαγητά. 

Π.Ζ.

Τι προέλευσης είναι το μακάλο, που λέμε, δεν το έχω ξανακούσει.  

Β.Π.

Από αλεύρι, αλεύρι. 

Π.Ζ.

Αλεύρι.

Β.Π.

Αλεύρι, ναι, αλεύρι. Εντάξει, πολλά φαγητά της μαμάς μου.  

Π.Ζ.

Δηλαδή συνολικά ήταν ωραία χρόνια, έχουν αφήσει ωραία επίγευση. 

Β.Π.

Ναι. Ναι. Ωραία, δεν είχαμε τις ανέσεις, βέβαια, όλες αυτές, αλλά για μας ήταν ωραία, για τους μεγάλους θα το ξαναπώ ότι δεν ήτανε. Για τη μαμά τη δικιά μου δηλαδή δεν ήτανε. Ήτανε δηλαδή νομίζω πολύ κουραστική ζωή. 

Π.Ζ.

Εσείς με την αδερφή σου είπες ότι ήσασταν... είχατε μεγάλη διαφορά ηλικίας με τα δίδυμα αδέρφια σου.

Β.Π.

Ναι, εγώ με την αδερφή μου δύο χρόνια διαφορά, και με τα αδέρφια μου τα άλλα εφτά. 

Π.Ζ.

Άρα βοηθούσατε και εσείς τη μαμά να υποθέσω.

Β.Π.

Ναι, και θυμώναμε, και τώρα λέω μετανιώνω. Ναι, γιατί ήτανε δύο, αυτή ήθελε να κάνει κάποια πράγματα και δεν μπορούσε, και μας έλεγε να κρατάμε μία το ένα το παιδί, μία το άλλο. Και εγώ θύμωνα, γιατί εγώ ήθελα να πάω να παίξω. Γιατί ήμουν επτά, οκτώ χρονών.  

Π.Ζ.

Και έπρεπε να κοιτάς τα μωρά.  

Β.Π.

Ναι, ναι, αλλά... Τώρα που το σκέφτομαι είχα άδικο, αλλά τότε... 

Π.Ζ.

Ήσουν παιδί.  

Β.Π.

Ήμουν παιδί. Ναι. Αλλά, εντάξει. Καλά ήτανε, καλά, καλά χρόνια. 

Π.Ζ.

Έχεις κάποια ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια από την περίοδο της δικτατορίας;  

Β.Π.

Έχω κάποια, δεν μπορώ όμως να προσδιορίσω... Κατ' αρχήν έχω στην εισβολή της Κύπρου. Που εκεί άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες, αυτό δεν θα το ξεχάσω. Εκεί πήρανε και τον πατέρα μου. 

Π.Ζ.

Στην επιστράτευση. 

Β.Π.

Στην επιστράτευση. Αλλά λόγω του ότι είχαν γεννηθεί τα δίδυμα, επέστρεψε. Αλλά αυτό το πράγμα που χτυπούσαν οι καμπάνες και άρχισαν οι μεγάλοι να μας μαζεύουν από τους δρόμους, δεν ξέρω τι ήταν αυτό που τους φόβισε τόσο δηλαδή. Στη δικιά μας, για τη δικιά μας την περιοχή μιλάω. Πίστευαν ότι θα γίνει και εδώ κάτι; Δεν ξέρω, μας φώναζαν να μπούμε στα σπίτια... 

Π.Ζ.

Θυμάσαι πού ήσουν όταν έγινε;  

Β.Π.

Στον δρόμο κάπου, θυμάμαι, δηλαδή αυτή η εικόνα μου έχει μείνει. Δεν θυμάμαι όμως πολλά πράγματα. Αυτή η εικόνα όμως μου έχει μείνει. Πολύ. Μετά θυμάμαι και στο σχολείο, θυμάμαι τον αετό του Παπαδόπουλου; Πότε έπεσε η χούντα; Τα θυμάμαι, ναι, δηλαδή κάποιες εικόνες έτσι, όχι πάρα πολύ καλά, αλλά θυμάμαι κάποια πράγματα. Ήταν φοβισμένος ο κόσμος, και ειδικά τώρα, ξέρεις, σε ένα μικρό χωριό ακόμα περισσότερο. Και ξέρεις, έτσι αυτή η ταραχή, δηλαδή πώς να σου πω, θυμάμαι τη γιαγιά μου, της μάνας μου, που μας έλεγε: «Δεν θα βγαίνετε έξω». Φοβότανε, φοβότανε, «δεν δεν θα βγαίνετε», μας έλεγε, «δεν θα βγαίνετε»

Π.Ζ.

Βλέπατε δηλαδή σαν παιδιά τον φόβο των μεγάλων; 

Β.Π.

Ναι, ναι.

Π.Ζ.

Σας επηρέαζε αυτό.

Β.Π.

Ναι, ναι, ναι. Βέβαια. Αλλά εντάξει, μετά όλα κύλησαν καλά, για μας που ήμασταν στα χωριά, ρε παιδί μου. Όλα ήταν ήσυχα. Ήσυχα, δεν ήτανε κάτι το... Δηλαδή εμείς πράγματα που κατ' αρχήν δεν ξέραμε πώς είναι μια πόλη μεγάλη. Τα είδαμε όλα μετά με τις τηλεοράσεις. [00:30:00]Δεν ξέραμε τι θα πει μεγάλη πόλη. 

Π.Ζ.

Κάτι άλλο;

Β.Π.

Άλλο τι να πω; Ο παππούς μου ήτανε παπάς. Της μαμάς μου. Ακόμα τον έχω έτσι, τον φέρνω εικόνα, ρε παιδί μου, ήταν έτσι ψηλός και αυτός, ήρεμος. Ήρεμος, θυμάμαι τα χέρια του. Γιατί είχε μακριά δάχτυλα. Ναι, ήτανε αυστηρός σαν παπάς όμως. 

Π.Ζ.

Δηλαδή; 

Β.Π.

Βρε παιδί μου, ήταν από τους αυστηρούς, αυστηρούς, παράδειγμα, δηλαδή, αν πήγαινε κάποια γυναίκα να κοινωνήσει με κραγιόν, θα την έλεγε: «Δεν μπορώ να σε κοινωνήσω, πρέπει να πας να βγάλεις το κραγιόν». Η μάνα μου τον φώναζε. Τον έλεγε: «Τι σε νοιάζει εσένα τι κάνουν;». Και έλεγε: «Δεν μπορώ». Να φανταστείς, δεν θυμάμαι τώρα ποιος δεσπότης ήταν στην Καστοριά τότε, ο οποίος πέρασε να πάει σε ένα διπλανό χωριό, και σταμάτησε και στην εκκλησία. Ο παππούς μου είχε Εσπερινό. Ήταν μόνος του, ολομόναχος. Μπήκε ο δεσπότης μέσα... 

Π.Ζ.

Δεν είχε κόσμο στην εκκλησία; 

Β.Π.

Δεν είχε κανέναν, είχε Εσπερινό, ρε παιδί μου, στον Εσπερινό συνήθως δεν πάνε και... Αλλά δεν είχε κανέναν, ούτε και ψάλτη. Έφτιαχνε και τον ψάλτη ο παππούς μου. Και μπήκε ο δεσπότης μέσα, ο παππούς μου δεν τον κατάλαβε. Ο παππούς μου έκανε τον Εσπερινό του κανονικά. Και αφού τελείωσε τον Εσπερινό και βγήκε έξω, βλέπει τον δεσπότη. Και ο δεσπότης τον έδωσε συγχαρητήρια, γιατί τον λέει ότι «Πρώτη φορά είδα παπά, που ενώ δεν έχει κανέναν μέσα στην εκκλησία, να τελεί τον Εσπερινό κατά γράμμα». 

Π.Ζ.

Ήταν αφοσιωμένος.

Β.Π.

Αφοσιωμένος. Και να φανταστείς ότι τα πρώτα χρόνια δεν ήτανε στο χωριό στο δικό μας παπάς, ήταν σε διπλανό χωριό. Και δεν είχε ούτε αμάξι, πήγαινε με το γαϊδούρι. Χρόνια. Πήγαινε με το γαϊδούρι, χειμώνα-καλοκαίρι, πήγαινε με το γαϊδούρι.  

Π.Ζ.

Μιλάς πολύ τρυφερά για τον παππού σου. 

Β.Π.

Ναι, ναι, γιατί τον αγαπούσα. Δηλαδή η εικόνα του αυτή, και κάθε φορά που θα πήγαινα στη γιαγιά μου, η εικόνα του που καθόταν, είχε μια συγκεκριμένη θέση στο παραθυράκι του, με τη γάτα του δίπλα, αυτή δεν μου φεύγει. Γιατί μόνο αυτόν τον παππού γνώρισα, δεν γνώρισα από τον μπαμπά μου. Ήταν ο παππούς μου. 

Π.Ζ.

Του είχες αδυναμία. 

Β.Π.

Ναι, ναι. Γιατί πηγαίναμε... Πώς να σου πω; Όλο κάτι θα μας έδινε, όλο έλεγε τη γιαγιά όλο να μας δίνει κάτι να φάμε, όλο: «Ήρθαν τα παιδιά, βάλε να φάνε», πώς να σου πω, και ήτανε και έτσι το δωμάτιο που καθόντουσαν έτσι πολύ ζεστό, είχε από αυτά τα παλιά τα κρεβάτια, που ήτανε, ξέρεις, και το σπίτι τους έτσι πολύ ζεστό ήτανε, θέλαμε πολύ να πηγαίνουμε εκεί. Ναι. Ήταν ωραία, ωραία ήτανε. Πολύ ωραία.

Π.Ζ.

Μάλιστα, και μετά φθάνουμε στα δεκαοχτώ.

Β.Π.

Μμ...

Π.Ζ.

Στα δεκαοχτώ είπες ότι έφυγες. 

Β.Π.

Έφυγα. Πήγα στη Θεσσαλονίκη, πήγα εκεί, τελείωσα βοηθός μικροβιολόγου. Είχα γνωρίσει ήδη τον άντρα μου. Και στα είκοσι ένα μου παντρευτήκαμε, είκοσι τέσσερα αυτός, είκοσι ένα εγώ. Από μεγάλο έρωτα. 

Π.Ζ.

Μεγάλος έρωτας; 

Β.Π.

Πολύ μεγάλος. 

Π.Ζ.

Θέλεις να μου πεις μερικά πράγματα; 

Β.Π.

Τι να σου πω, ήτανε.. 

Π.Ζ.

Κεραυνοβόλος; 

Β.Π.

Ναι. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να ξέρω αν ήταν... ήτανε όμως, και πιστεύω ότι σαν να ήτανε ένα λαχείο για μένα και ένα γι' αυτόν. Έτσι το βλέπω.  

Π.Ζ.

Θυμάσαι πώς γνωριστήκατε;  

Β.Π.

Ναι, γνωριστήκαμε ένα βράδυ σε κοινή παρέα. Κι από κει… και μετά δεν χωρίσαμε.  

Π.Ζ.

Πόσα χρόνια είστε μαζί;  

Β.Π.

Παντρεμένοι; 

Π.Ζ.

Συνολικά. 

Β.Π.

Άμα πάρω... τριάντα πέντε είμαστε παντρεμένοι, και τρία, τριάντα οχτώ.   

Π.Ζ.

Μια ζωή. 

Β.Π.

Τριάντα οχτώ χρόνια. Αλλά τι να πω... Δεν μπορώ να πω κάτι γι' αυτόν τον άνθρωπο, είναι το στήριγμά μου, ο βράχος μου. [00:35:00]Δεν μ' άφησε ποτέ σε τίποτα μόνη μου κατ' αρχήν. Είναι... τώρα δεν... ό,τι και να πω γι' αυτόν είναι λίγο. Ό,τι και να πω. Μπορεί να έχουμε σαν αντρόγυνο, να λέμε... Αλλά από εκεί και πέρα, σημασία δεν έχει αυτό, σημασία έχει τι νιώθεις μέσα. Και πολλές φορές το λέω. Δεν είναι αυτό που λες, είναι αυτό που νιώθεις και δείχνεις. Αυτό έχει σημασία. Δεν μπορώ να ξεχάσω, τι να ξεχάσω. Που έκανα εγχείρηση και κοιμόταν στα πόδια μου, δώδεκα μέρες, δεκατέσσερις.  

Π.Ζ.

Τι εγχείρηση έκανες; 

Β.Π.

Θυρεοειδή. Δεν με άφησε ποτέ, σε τίποτα. Σε τίποτα, είναι... Και όταν εγώ χάνω το κουράγιο μου, αυτός είναι το στήριγμά μου, είναι ο βράχος μου. Ναι. 

Π.Ζ.

Μεγάλη αγάπη. 

Β.Π.

Μεγάλη... Κοίταξε, στην αρχή είναι ο έρωτας. Ο έρωτας όμως κάποια στιγμή καταλαγιάζει, και αν δεν υπάρχει η αγάπη, αυτό δεν βγάζει πουθενά. Και την αγάπη τη βλέπεις, τη νιώθεις μετά. Γιατί όσο είσαι ερωτευμένος, δεν βλέπεις. Δεν βλέπεις πράγματα. Και με τον πιο λάθος άνθρωπο να είσαι, δεν το βλέπεις. Γιατί η καρδιά χτυπάει αλλιώς. Όταν έρχεται όμως η αγάπη, εκεί τα βλέπεις. Κι εκεί καταλήγει στο αν αγαπάς ή όχι. Και το να αγαπάς έναν άνθρωπο, να πεις ότι αγαπάω αυτό τον άνθρωπο, είναι γιατί... είναι μικρά καθημερινά πράγματα. Είναι στο πώς θα σου φερθεί, στο πώς θα φερθεί στο παιδί. Πολύ βασικό για μένα. Τι να το κάνω εγώ αν αγαπάω έναν άνθρωπο ή αν με αγαπάει, αλλά είναι ένας αδιάφορος γονιός. Δεν μου λέει κάτι αυτό. Και δόξα τω Θεώ, τρελή αδυναμία στο παιδί του. Πολύ τρελή αδυναμία. Δεν μπορώ να βρω, δηλαδή περάσαμε δύσκολα, δεν λέω ότι περάσαμε.... δεν ήταν όλα ρόδινα. Αλλά δόξα τω Θεώ, δεν είχαμε σοβαρά προβλήματα.  

Π.Ζ.

Τον γάμο σου τον θυμάσαι; 

Β.Π.

Βέβαια. Βέβαια. 

Π.Ζ.

Πες μου μερικά χαρακτηριστικά, μερικά στοιχεία από τον γάμο.  

Β.Π.

Είχαμε γλέντι και οι δύο. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε εμείς μαζί τότε, γιατί ήμασταν πάρα πολύ μεγάλο σόι, και από τη δικιά μου τη μεριά και από τη δικιά του, δεν γινότανε. 

Π.Ζ.

Για ποιο λόγο; 

Β.Π.

Ε; 

Π.Ζ.

Για ποιο λόγο; 

Β.Π.

Γιατί ήμασταν πάρα πολλά άτομα και δεν υπήρχε μαγαζί που να μας χωράει. Και τότε δεν ήτανε αυτό που κάνουν έξω τώρα, βρε παιδί μου. Θυμάμαι που ήρθε ο μπαμπάς, που ήρθε στο γλέντι το δικό μου, το ρίξανε...

Π.Ζ.

Ο σύζυγος;

Β.Π.

Ναι, του ρίξανε ένα τσουβάλι αλεύρι. Τον κάνανε κάτασπρο, έτσι αλευρώνουν τον γαμπρό... 

Π.Ζ.

Παραμονές του γάμου αυτό, ε; 

Β.Π.

Ναι, ναι, παραμονή. Και μετά όταν ήρθα εγώ εδώ, με την παρέα μου από κει ήρθαμε, αυτοί από δω πήγαν να πάρουν κόκορα από της μάνας μου το κοτέτσι. Αλλά έκαναν λάθος και πήγανε στου θείου μου το κοτέτσι και πήραν από κει.  

Π.Ζ.

Τι έθιμο είναι αυτό; 

Β.Π.

Ναι. Μεθάν τον κόκορα, κλέβουνε τον κόκορα...  

Π.Ζ.

Απ' της νύφης; 

Β.Π.

Ναι, ναι, απ' της νύφης τη μεριά κλέβουν τον κόκορα, ρε παιδί μου, έθιμο τώρα, τι να σου πω. Κάναμε τον γάμο και μετά πήγαμε και έναν μήνα ταξίδι. 

Π.Ζ.

Έναν μήνα ταξίδι του μέλιτος; 

Β.Π.

Βέβαια, βέβαια. 

Π.Ζ.

Πού πήγατε; 

Β.Π.

Πήγαμε Σκιάθο. Μετά πήγαμε λίγες μέρες, γιατί ήταν η αδερφή μου Θεσσαλονίκη, πήγαμε εκεί κάμποσες μέρες, και μετά από κει πήγαμε Χαλκιδική.  

Π.Ζ.

Με την αδερφή σου, επειδή την αναφέρεις συνέχεια, και είχατε μικρή διαφορά, να υποθέσω ότι οι σχέσεις σας πρέπει να είναι πολύ στενές.

Β.Π.

Ναι, είμαστε πολύ δεμένες, γιατί ήμασταν από μικρά, είκοσι δύο μήνες διαφορά έχουμε. Ήμασταν από μικρά μαζί, σε όλα μαζί. [00:40:00]Δεν έχω μυστικά από την αδερφή μου, δηλαδή, ούτε και αυτή από μένα. Και με τα άλλα μου τ' αδέρφια δεν έχω θέματα. Τα αγαπάω τα αδέρφια μου όλα το ίδιο, δεν έχω... Και πιστεύω και αυτοί το ίδιο, γιατί αυτό μου δείχνουμε, έτσι.

Π.Ζ.

Μάλιστα. Βάγια, έχεις να προσθέσεις κάτι άλλο που θα ήθελες να πεις;  

Β.Π.

Τι να πω; Έχω ένα παιδί. Είναι η ζωή μου όλη. Και εγώ και ο πατέρας της τη λατρεύουμε, είναι... τι να πω; Είναι ο ήλιος που λάμπει.  

Π.Ζ.

Μοναχοπαίδι; 

Β.Π.

Μοναχοπαίδι. Εύχομαι να είναι καλά, να έχει την υγεία της, να κάνει αυτό που αγαπάει στη ζωή της. 

Π.Ζ.

Μάλιστα, σε ευχαριστώ πάρα πολύ.  

Β.Π.

Και εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ. 

Π.Ζ.

Να είσαι καλά. 

Summary

H Βάια Παύλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πεντάβρυσο Καστοριάς. Περιγράφει τα όμορφα παιδικά χρόνια που έζησε, τις αναμνήσεις της από τα παιδικά παιχνίδια, τα φαγητά της μαμάς της, αλλά και τις δυσκολίες που ζούσαν οι γονείς της. Ωρίμασε, όπως λέει, πιο γρήγορα, καθώς αναγκάστηκε στα δώδεκα να αφήσει το σπίτι της στο χωριό και να ζήσει μαζί με την αδελφή της στην πόλη, για να συνεχίσει το σχολείο. Επίσης θυμάται την αναστάτωση στο χωριό με την εισβολή στην Κύπρο. Τέλος, αναφέρεται με αγάπη στον σύζυγό της, τον βράχο της, όπως τον αποκαλεί.


Narrators

Βάια Παύλου


Field Reporters

Παρέση Ζυμπίδου



Locations

Interview Date

29/05/2023


Duration

41'


Interview Notes

Η αφηγήτρια είναι η μητέρα της ερευνήτριας.