Τα παιδικά χρόνια ενός νεαρού στα Γρεβενά, η σχέση του με τη φύση και οι εμπειρίες του από το χωριό
Segment 1
Παιδικά χρόνια στα Γρεβενά, παιχνίδια, εκδρομές, φύση
00:00:00 - 00:24:44
Partial Transcript
Καλησπέρα. Θα μου πεις το όνομά σου; Καλησπέρα. Αποστόλης Μέρμιγκας λέγομαι. Είναι λοιπόν, Τρίτη 23 Αυγούστου 2022, είμαι με τον Αποστό…νει το καλοκαίρι σ' ένα χωριό. Άμα όμως έχεις κάθε μέρα να πηγαίνεις και τον χειμώνα και το φθινόπωρο στο χωριό, είναι τελείως διαφορετικά.
Lead to transcriptSegment 2
Έθιμα γάμου, πανηγύρια, βλάχικη παράδοση
00:24:44 - 00:37:11
Partial Transcript
Και για να κλείσουμε αυτό του σχολείου και των Γρεβενών γενικά, μου είπες πριν για ένα σχολικό έθιμο, τον γάμο; Τον γάμο, ναι! Τις απόκριες…νεβαίνουν και κυρίως λόγω νοσταλγίας. Πιο πολύ θα σύμφερε να μένουν κάτω. Αλλά το κάνουνε γιατί θέλουν να ανέβουν και αυτοί στο χωριό τους.
Lead to transcriptSegment 3
Η υλοτομία και η ζωή στα Γρεβενά σε αντίθεση με τη ζωή στην πόλη
00:37:11 - 00:55:20
Partial Transcript
Μάλιστα. Οπότε μου είπες ότι δύο από τις βασικές ασχολίες είναι η κτηνοτροφία και είναι και η υλοτομία; Ναι. Υπάρχουν άνθρωποι που ασχολο…. Ωραία, από μένα αυτά ήτανε, δεν ξέρω αν έχεις να προσθέσεις κάτι, αν σου ήρθε κάτι τώρα; Όχι, όχι. Ωραία, οπότε ευχαριστώ πολύ! Κι εγώ!
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα. Θα μου πεις το όνομά σου;
Καλησπέρα. Αποστόλης Μέρμιγκας λέγομαι.
Είναι λοιπόν, Τρίτη 23 Αυγούστου 2022, είμαι με τον Αποστόλη Μέρμιγκα, εγώ είμαι ο Αντώνης Περίχαρος, ερευνητής στο Istorima, βρισκόμαστε στα Γρεβενά και ξεκινάμε. Αποστόλη, εσύ μεγάλωσες στα Γρεβενά, πήγες σχολείο εδώ, όλη σου, η περισσότερη τέλος πάντων ζωή σου είναι στα Γρεβενά. Μπορείς, έτσι για αρχή, να μου πεις μερικά πράγματα που θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια εδώ;
Εντάξει, ρε φίλε, ναι. Στα Γρεβενά ήταν πολύ ήσυχα η ζωή όταν μεγάλωνα, είναι μια μικρή πόλη, δεν έχει πάρα πολύ κόσμο, 10.000-12.000 κόσμος είμαστε. Όταν μεγαλώναμε ήτανε πολύ ήσυχα τα πράγματα, δεν υπήρχε φόβος, όπως σε μεγάλες πόλεις, όπως ξέρω. Σχολείο πήγα εδώ, δημοτικό και γυμνάσιο και λύκειο, αργότερα. Μετά κανονικά, με τα παιδιά όσοι ήμασταν κάναμε όλοι παρέα, βγαίναμε έξω το απόγευμα μέχρι το βράδυ, μαζευόμαστε πολλά παιδιά και κάναμε ό,τι δραστηριότητες είχαμε να κάνουμε.
Γενικά, πώς είναι, ας πούμε, επειδή μου ανέφερες το σχολείο, να πηγαίνεις σχολείο σε μια πόλη που λίγο-πολύ όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, που έχεις αυτή την άνεση ότι μπορεί να ξέρεις τους γονείς τους; Υπάρχει αυτή η αίσθηση της κλειστής κοινωνίας; Θέλω να σου πω, σε μια πόλη σαν τα Γρεβενά;
Σίγουρα, ρε φίλε. Όσο πιο μικρή κοινωνία γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας, μπορείς πιο εύκολα να επικοινωνήσεις με κάθε παιδί, οι γονείς μας ήξεραν τους γονείς του κάθε παιδιού, δεν φοβόμασταν, ήταν άνετα τα πράγματα. Μπορούσαμε να βρεθούμε όποτε θέλαμε με τους φίλους μας, δεν υπήρχαν αποστάσεις.
Οπότε θεωρείς ότι είναι έτσι ένα συν αυτών των πόλεων σαν τα Γρεβενά;
Για ένα παιδί σίγουρα, μπορεί να κάνει πιο εύκολα φίλους, μπορεί να κοινωνικοποιείται πιο γρήγορα με άλλα παιδιά, δεν είναι καθόλου δύσκολο.
Ένιωσες, δηλαδή, ότι είναι σαν να σε «σπρώχνει» η ίδια η πόλη, λόγω του ότι είναι μικρή και κλειστή να κοινωνικοποιηθείς;
Ναι, είναι πιο εύκολο και είναι και πιο θεμιτό, έτσι κι αλλιώς. Μπορείς να κάνεις και με παιδιά παρέα που δεν είναι στο σχολείο σου. Και στη γειτονιά σου, οτιδήποτε. Δηλαδή τα όρια της πόλης είναι μικρά και μπορείς να βγαίνεις όπου θέλεις.
Υπάρχει δηλαδή αυτή η αίσθηση της γειτονιάς; Άσχετα–
Εννοείται. Ναι, είναι όλη η γειτονιά, αυτό είναι.
Δηλαδή πώς θα το περιέγραφες σε κάποιον από την Αθήνα, ας πούμε, αυτό που ζήσατε στα παιδικά χρόνια σε μια πόλη σαν τα Γρεβενά;
Όλη μέρα ήμασταν στους δρόμους, όλη μέρα πηγαίναμε από δω και από κει, δεν είχε όριο. Δεν υπήρχε ότι θα κάτσεις εδώ, σε αυτό το συγκεκριμένο, σε αυτή τη συγκεκριμένη γειτονιά. Μπορούσες να πας ανά πάσα στιγμή στο άλλο άκρο της πόλης και να πας στο δασάκι δίπλα, δεν υπήρχε φόβος. Πηγαίναμε. Κάθε μέρα αυτό κάναμε βασικά, μια ήμασταν εδώ μια ήμασταν εκεί.
Μάλιστα. Και γενικότερα έχεις κάτι να θυμάσαι από το σχολείο; Θέλω να σου πω, και χειμώνες δύσκολοι, πολλές φορές ίσως έκλεινε από τα χιόνια κλπ. Δηλαδή, αυτά τα χρόνια πώς ήτανε; Τα χρόνια του σχολείου;
Αυτά τα χρόνια ήτανε πολύ καλά, θέλαμε πάντα να κλείσει το σχολείο, εννοείται, δεν θέλαμε να πηγαίνουμε. Τον χειμώνα αυτό βοηθούσε γιατί ήτανε πολύ κρύο με θερμοκρασίες κάτω του μηδενός και -10 άλλες φορές, και πολύ χιόνι – ε, με χιόνια έκλεινε το σχολείο. Τότε όχι μόνο επειδή έκλεινε το σχολείο, μπορούσαμε να κάνουμε κι άλλα πράγματα, όταν χιόνιζε πολύ έκλειναν οι δρόμοι, βγαίναμε μεις έξω, πηγαίναμε σε λόφους, σε διάφορα μέρη, στο δάσος, π.χ., που έχει κατηφόρα, περνάμε σακούλες, κάναμε τσουλήθρα, κάναμε τέτοια πράγματα. Αλλά, ναι, αυτό βέβαια εμάς μας άρεσε, άλλους τους δυσκόλευε, γιατί δυσκολευόταν στις μετακινήσεις, έχει πολύ κρύο, έσπαγαν, γίνονταν ζημιές στην πόλη... Αλλά εμάς μας άρεσε γιατί περνούσαμε πολύ καλά, ήταν ευχάριστα.
Περιέγραψέ μου λίγο τους χειμώνες. Τους κρύους χειμώνες.
Τους κρύους χειμώνες συνήθως στις αρχές πάντα έκανε πολύ κρύο. Εντάξει, τα είπαμε και πριν, -10, -15. Εντάξει, -15 στη χειρότερη περίπτωση, αλλά έκανε. Γύρω εκεί στον Ιανουάριο, Φεβρουάριο. Χρειαζόταν πάντα... πολλή δυσκολία στη θέρμανση, αλλά, εντάξει. Είτε με πετρέλαιο είτε με ξύλα στο σπίτι, υπήρχε αυτή η δυνατότητα. Βέβαια έκανε ζημιές στα σχολεία κι όλα αυτά, τα σχολεία έκλεισαν είτε άνοιγαν αργότερα πολλές φορές. Δηλαδή αντί για 8 άνοιγαν 10. Και ήταν έτσι δύσκολα γενικά, από το θέμα χειμώνα. Αλλά ήμασταν συνηθισμένοι έτσι κι αλλιώς. Δεν είχαμε πρόβλημα, αλυσίδες στο αμάξι, όλα αυτά τα είχαμε συνηθίσει. Ο δήμος–
[00:05:00]Άρα αυτά που οι άλλοι δεν παίρνουνε χαμπάρι, δηλαδή φέτος στην Αθήνα έγινε αυτό που έγινε επειδή χιόνισε μια φορά, για εσάς ήτανε–
Κάθε χρόνο το ίδιο γινόταν. Υπήρχαν, ο δήμος ήταν προετοιμασμένος, εντάξει, πόσο προετοιμασμένος να 'ναι κιόλας. Αλλά, ναι, δεν υπήρχε, δεν ήταν ζήτημα, κάθε χρόνο το ξέραμε ότι θα έρθει.
Μάλιστα. Και από τα παιχνίδια που μου είπες πριν, με πλαστικές σακούλες;
Αυτό ήταν επειδή, όταν χιόνιζε πολύ έπρεπε... Να, η πλαστική σακούλα γλιστράει. Και παίρναμε τις σακούλες, πηγαίναμε όπου είχε ύψος, συνήθως είναι σε ένα μέρος στο Βαρόσι, είναι ένας λόφος εκεί, Γκισλάς λέγεται. Είτε στο Καστράκι. Αλλά εκεί έχει πολύ δέντρα και έπεφταν πάνω στα δέντρα. Και περνάμε τις σακούλες και τσουλούσαμε από πάνω μέχρι κάτω. Φορούσαμε τις φόρμες σκι που είχαμε, για τη Βασιλίτσα ή οπουδήποτε, και μαζευόμαστε εκεί πάρα πολλά παιδιά, όλα τα παιδιά το έκαναν, όταν ήμασταν μικροί, στο δημοτικό. Ε, μετά χιονοπόλεμο, όλα αυτά, κλασικά.
Οπότε το ζούσατε!
Το ζούσαμε! Και το βράδυ μετά σπίτι, με τη σόμπα από γύρω.
Και μου είπες χιονοδρομικό.
Ναι.
Για πες μου τη δικιά σου εμπειρία.
Εγώ δεν πήγαινα υπερβολικά, όπως άλλοι γράφτηκαν στον Σύλλογο αργότερα που είχε γίνει. Εγώ πήγαινα δύο φορές τρεις το χρόνο, όπως κι οι περισσότεροι από τα Γρεβενά, πηγαίνανε. Είτε σκι είτε snowboard κάναμε, είναι πολύ ωραία. Είναι πολύ ωραία η φάση εκεί στη Βασιλίτσα, έχει πολλές πήγες στο βουνό είτε το τριπλό είτε το διπλό.
Για περιέγραψέ το μου.
Είναι είναι τα lift, είναι το τριπλό που είναι στο κάτω μέρος και είναι το διπλό που είναι πάνω. Kαι το πιατάκι. Επικοινωνούν όλες οι πίστες μεταξύ τους, ανάλογα με το πόσο ξέρεις σκι και snowboard ανάλογα, πας και κάνεις ανάλογα την πίστα που ξέρεις. Εγώ, επειδή δεν πήγα στον Σύλλογο, δεν ήξερα όμως άλλα παιδιά, αλλά ξέραμε όλοι τα βασικά, ξέραμε πώς θα κατέβουμε, πού μας παίρνει. Εννοείται ατυχήματα υπήρχαν. Ατυχήματα... Εδώ πέφταμε κάτω, κάναμε, είναι πολύ ωραία η φάση του βουνού.
Από ποια ηλικία θυμάσαι τον εαυτό σου να πηγαίνει;
Από μικρή, πέμπτη δημοτικού; Μας πήγαιναν και με το σχολείο, όσα παιδιά δεν είχανε πάει έτσι για να δούνε πώς είναι το βουνό.
Σαν εκδρομή;
Σαν εκδρομή. Μας πήγαιναν και όσοι δεν είχανε πάει γιατί οι περισσότεροι είχαν πάει από πριν τους άρεσε. Γιατί είναι πολύ ωραία. Και πήγαιναν κάθε χρόνο όσο μπορούσανε, όταν είχε λεωφορείο ο Δήμος. Ή και μόνοι τους με κάποια αυτοκίνητα ίσως, με τους γονείς.
Άρα ο Δήμος το μπουστάρει, το σπρώχνει το χιονοδρομικό; Υπάρχουν λεωφορεία που πηγαίνουνε;
Πέρσι ξέρω ότι ασχολήθηκε με αυτό, αλλά κάποιες χρονιές όχι τόσο. Γιατί, δεν ξέρω, για οποιοδήποτε λόγο. Βέβαια υπήρχαν ιδιώτες οι οποίοι ασχολήθηκαν να το προμοτάρουν, γιατί είναι ένα πολύ καλό χιονοδρομικό στην Ελλάδα. Πολλή φυσική ομορφιά, πολύ ωραίες πίστες, και γενικά ένα πράγμα που τρέχουνε πολύ. Δηλαδή ασχολούνται πολύ με αυτό και έχει είναι πολύ καλά. Δηλαδή ό,τι μπορείς θα βρεις πάνω στο βουνό και να νοικιάσεις εκεί και να κάνεις, δηλαδή δεν θα σου λείψει κάτι. Ό,τι χρειάζεσαι θα υπάρχει.
Μάλιστα. Χώρια από αυτές τις μέρες του χιονιού και του κρύου, άλλα παιχνίδια –επειδή μου είπες ότι ήταν άνετα στα Γρεβενά, δεν υπήρχε φόβος, ήτανε κλειστή κοινωνία–, άλλα παιχνίδια, ξέρω γω, που παίζατε πιτσιρίκια;
Μας άρεσε, θυμάμαι, πάρα πολύ να κάνουμε άλματα με το ποδήλατο και τα λοιπά. Επειδή παίρναμε πάντα παλέτες και παίρναμε φτυάρια, κασμάδες, πηγαίναμε σε διάφορους χωματόδρομους και φτιάχναμε δικά μας άλματα και τέτοια. Μαζευόμασταν πολλά παιδιά, και πίσω από το ποτάμι και στο Καστράκι που ήταν έτοιμα. Γιατί κάποιοι ήταν όντως πολύ καλοί και είχαν είχαν φτάσει σε ένα ψηλό επίπεδο. Άλλοι απλά πηγαίναμε, κατεβαίναμε με το ποδήλατο από το βουνό κάτω, κάναμε άλματα, χτυπούσαμε, σπάγαμε χέρια, πόδια... Αλλά–
Σου είχε τύχει–
Είχα σπάσει εγώ το χέρι μου, ντάξει, δεν ήταν κάτι, γιατί περνούσαμε πολύ καλά. Τα φτιάχναμε εμείς, τα σκάγαμε εμείς!
Είχατε και κόσμο, μου είπες, ότι ήταν και πολύ καλός;
Ήτανε κάνα δύο παιδιά, οι οποίοι αυτοί άρχισαν πρώτα, μεγαλύτεροι από μένα. Αυτοί άρχισαν πρώτα, και μετά όλοι τους είχανε δει, πόσο καλό ήταν αυτό το πράγμα, και όλοι προσπαθούσανε να πάρουν ένα ποδήλατο για βουνό, είτε ντερτάκι είτε mountain bike, για αρχή. Ή με ό,τι είχανε. Και προσπαθούσαμε κι εμείς να κάνουμε ό,τι κι αυτοί, αλλά δεν μπορούσαμε... Αλλά ο καθένας όπως το μπορούσε.
Και πού πηγαίνατε, ας πούμε;
[00:10:00]Στα Γρεβενά είναι το Καστράκι, που είναι ένα... «Άλσος Θεοδωρίδη», νομίζω λέγεται αλλιώς. Ναι, είναι εδώ παραπάνω, άμα πας προς τα πάνω, όχι εκεί που κάνουν τζόκινγκ, από την άλλη μεριά προς τα πάνω. Που άμα δεις όλα τα μέρη στο βουνό, μερικά είναι σκαλισμένα ακόμα, με αυτά που είχαν κάνει τα παιδιά τότε. Και αυτό κάναμε, ανεβαίναμε πάνω και κατεβαίναμε, κατεβαίναμε την πίστα... Πίστα... πίστα τη λέγαμε, ο Θεός να το κάνει, αλλά αυτό κάναμε. Κάναμε άλματα, παίρναμε στροφές αυτά κάναμε.
Άλλα παιχνίδια; Μου είχες αναφέρει–
Άρματα παίζαμε.
Για περιέγραψέ μου, σκέψου δηλαδή πώς θα το έλεγες σε κάποιον που είναι, ξέρω γω, από μια μεγάλη πόλη που δεν το έχει ζήσει όλο αυτό, την ελευθερία.
Άρματα, εντάξει, όταν μαζευόμασταν πάνω από 15-20 παιδιά, χωριζόμασταν σε ομάδες. Η μία ομάδα έψαχνε, η άλλη κρυβότανε. Έκανε έναν χάρτη για να δείξουν πού θα πάνε και βάζαμε όρια όσο θέλαμε. Μπορεί να βάζαμε όλη την πόλη, μπορεί να βάζαμε τη μισή πόλη. Και κρυβόμασταν και οι άλλοι μας έψαχναν μέχρι να μας βρούνε. Και ο σκοπός ήτανε απλά να πάνε να σβήσουν το χαρτί αυτοί που τους ψάχνουν. Και να πούνε ότι τους βρήκαμε. Ήταν ωραία κατάσταση γιατί μαζεύονται πολλά παιδιά, τσακωνόμασταν, είχε πλάκα, εντάξει. Ήτανε κιόλας που ήταν μεγάλα τα όρια στην πόλη, μπορούσαμε να πάμε όπου θέλαμε, μπαίναμε σε κτήματα αλλονών, μπαίναμε σε σπίτια, σε πάρκινγκ που είχανε από κάτω από το σπίτι. Ήταν ωραία μέχρι να μας βρούνε.
Σας βρίζανε μετά ή γλιτώνατε;
Γλιτώναμε, δεν μας έβρισκαν. Κι αν μας έβρισκαν και κάποιος θα ήξερε τον πατέρα κάποιου, «Θα το πω στον πατέρα σου», έλεγε, έλεγε ψεύτικο όνομα, γιατί τα παιδιά δεν μας ήξεραν. Ήτανε ωραία η φάση, περνούσαμε καλά, μετά πηγαίναμε... Μπορεί να κρατούσε και τέσσερις ώρες αυτό το πράγμα, δηλαδή ξεχνούσαμε. Και μετά μπάλα και μπάσκετ παίζαμε με τα παιδιά, κλασικά στην αλάνα. Είτε στα σχολεία.
Μου είχες πει και για ένα παιχνίδι «γκαζόζα»;
«Γκαζόζα», ναι. Είναι κι η «γκαζόζα». «Γκαζόζα» είναι ένα παιχνίδι με ένα κουτάκι από αναψυκτικό. Πατούσαμε το κουτάκι, το κλωτσούσαμε όλοι, οποίος το κλωτσούσε πιο κοντά φυλούσε και οι άλλοι έψαχνε να μας βρει. Άμα δεν μας έβρισκε όλους μπορούσαν να του κλωτσήσουν το κουτάκι και ξαναφυλούσε από την αρχή. Αυτό ήταν όλο το σκηνικό.
Σαν κρυφτό δηλαδή;
Σαν κρυφτό, απλά με ένα κουτάκι. Δηλαδή δεν ξέρω ποιος το σκέφτηκε αυτό και το κάναμε όλοι από τότε.
Και αφού κάνατε και ποδήλατο και άλματα και τέτοια, μου είχες πει ότι είχατε πάει μέχρι το φαράγγι, μέχρι Πορτίτσα με τα ποδήλατα;
Ναι, μαζευόμασταν τότε αρκετοί, όσο μπορούσαμε πιο πολλοί, παίρναμε φαγητά και τέτοια και πηγαίναμε μετά με το ποδήλατο διαδρομή, μέχρι όσο πιο μακριά μπορούμε. Γιατί, εντάξει, θα μας έπαιρνε όλη μέρα. Ξεκινούσαμε το πρωί, πηγαίναμε μέχρι το πιο κοντινό χωριό ή πιο μακρινό. Εμείς το πιο μακρινό που φτάσαμε ήταν το Σπήλαιο που είναι 30 χιλιόμετρα. Περπατούσαμε με τα ποδήλατα, στις ανηφόρες στα χέρια, άμα βρούμε κάνα αγροτικό να μας πάρει πάνω στην καρότσα... Καθόμασταν, άμα ήταν ποτάμι πηγαίναμε κάναμε μπάνιο, κολυμπούσαμε. Ήταν το καλοκαίρι συνήθως, γιατί τον χειμώνα δεν γινόταν, είχαμε σχολείο, δύσκολο.
Σας παίρνανε τα αγροτικά;
Μας παίρνανε όλοι! Όποιος παππούς και γιαγιά ανέβαινε πάνω στο χωριό τον κάναμε νόημα αν μπορούσε να μας πάρει, γιατί άμα ήμασταν δέκα πού να μας βάλει; Δεν μπαίναμε. Αν ήμασταν λιγότεροι, μπαίναμε είτε μέσα στο αμάξι, βάζαμε τα ποδήλατα πάνω, μας έπαιρναν με το αγροτικό.
Άρα το είχες κάνει παραπάνω από μία φορά!
Ναι, ναι, το κάναμε!
Για πες κάνα μέρος που πήγατε. Δηλαδή μου είπες πήγατε στο Σπήλαιο–
Πήγαμε στο Σπήλαιο που είναι 30 χιλιόμετρα από τα Γρεβενά, και κάτω στο Φαράγγι, που είναι κάτω, στο φαράγγι της Πορτίτσας. Είχαμε πάει στην Καληράχη, εντάξει, αυτό είναι πιο κοντά. Είχαμε πάει στο Δοτσικό, είχαμε πάει στο Μεσολούρι. Και στους καταρράκτες μια μέρα είχαμε πάει.
Με ποδήλατα;
Με ποδήλατα!
Πόση ώρα σας έπαιρνε;
Άμα μας έπαιρνε το αγροτικό εννοείται πως μειωνόταν, άμα δεν μας έπαιρναν... Ας πούμε στο Δοτσικό που δεν μας είχαν πάρει, κάναμε πέντε ώρες.
Πέντε ώρες να πας;
Πέντε ώρες να πας.
Κι άλλες πέντε να γυρίσεις;
Όχι, να γυρίσεις ήταν... Τέσσερις ώρες ας πούμε να πας, γιατί είχε ανηφόρα, και να γυρίσεις το κάναμε σε μία ώρα συνήθως, πάντα. Μία ώρα. Είχε πολλή κατηφόρα, όλα τα χωριά είναι ορεινά. Το περπάτημα ήταν το σημαντικότερο. Μία ώρα δεν κάναμε, ντάξει, μιάμιση. Αλλά, ναι, τα περισσότερα χωριά είναι σε ύψωμα και οπότε αναγκαστικά ανεβαίνεις περπατώντας και όταν κατεβαίνεις... Το ποδήλατο μπορεί να φτάσει και 30-40 χιλιόμετρα, οπότε...
[00:15:00]Οπότε, πιο πολύ ποια διαδρομή σε είχε δυσκολέψει;
Η πιο δύσκολη πρέπει να ήταν όταν είχαμε πάει... νομίζω στο Σπήλαιο είναι πιο μακριά. Και στο Μεσολούρι, γιατί αυτά είναι τα πιο μακρινά, τα άλλα ήταν πιο κοντά, όπως οι Μαυραναίοι, η Καληράχη, το Μέγαρο ή το Σύδενδρο. Αλλά στο Σπήλαιο ειδικά είναι πιο δύσκολο, γιατί έχει πάρα πολύ ανηφόρα. Και είναι και εκεί η στροφή το Ταμπούρι, που είναι και στον γυρισμό ανηφόρα. Οπότε, ενώ στον γυρισμό είσαι φουλ και κουρασμένος και θες να γυρίσεις να κατέβεις κάτω, και όλα τα παιδιά ήμασταν πτώματα, δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε, γιατί είχαμε ήδη επτά ώρες έξω και, δεν ξέρω, δεν είχαμε να φάμε τίποτα... Όταν γυρνάς και βλέπεις πάλι ανηφόρα, ε, σε πιάνει ένα δράμα!
Και στο Δοτσικό και στο Μεσολούρι, που είναι «γούρνες», ρε παιδί μου, η ανηφόρα μετά σε σκοτώνει!
Ναι ήταν πολύ δύσκολο αυτό. Στο πήγαινε, εντάξει, έχεις συνηθίσει, το έλα είναι πιο δύσκολο.
Μάλιστα. Και εξακολουθείς να το κάνεις αυτό; Δηλαδή πότε τελευταία φορά πήρες ποδήλατο με παρέα να πάτε σε χωριό;
Τελευταία φορά το κάναμε πρόπερσι. Ψιλοβαριόμαστε τώρα, γιατί έχουμε βγάλει όλοι διπλώματα και δεν θέλουμε να πάρουμε το ποδήλατο, δεν βγάζει νόημα... Αλλά όλο το λέμε να το ξανακάνουμε, όπως παλιά, όπως παιδιά, αλλά πάντα κάποιος έχει να κάνει κάτι. Άλλος δουλεύει, άλλος δεν μπορεί...
Το νοσταλγείς δηλαδή;
Ναι, ήταν ωραία, περνούσαμε καλά! Αλλά τώρα με το αμάξι πάμε εκεί που ήταν να πάμε σε μία ώρα. Και λέμε θα πάμε να κολυμπήσουμε στο ποτάμι και τώρα, θα πάμε είτε στην Αγάπη είτε στο Δοτσικό είτε στο Μεσολούρι είτε στο Περιβόλι, και κάνεις μισή ώρα. Ή θα πάμε να ψήσουμε ξέρω γω. Εντάξει, τώρα με το ποδήλατο δύσκολα θα τους πείσεις. Κι άντε να πείσεις έναν δύο, δεν θα τους πείσεις όλους.
Μάλιστα. Οπότε αυτό σου έτρωγε, ρε παιδί μου, μία μέρα ολόκληρη.
Μία μέρα ολόκληρη, σίγουρα.
Και τρώγατε κιόλας όπου πηγαίνατε ή παίρνατε μόνο–
Παίρναμε κάτι σαντουιτσάκια και κάτι κρουασανάκια και κάτι τέτοια, αλλά πόσο να πάρεις; Και άμα ήταν ανοιχτή καμιά ψησταριά για να πάρουμε καμιά πορτοκαλάδα σε κάνα χωριό. Αλλά αν πήγαινες νωρίς το καλοκαίρι δεν έβρισκες και πολύ κόσμο.
Μάλιστα, και μου είχες αναφέρει ότι πήγαινες και με παππού και μπαμπά για κυνήγι;
Ναι, με τον πατέρα μου πήγαινα. Εγώ ήμουνα μικρός όταν πήγαινα θυμάμαι, δεν μου έδινε όπλο ο πατέρας μου. Πηγαίναμε μόνοι μας, εγώ και αυτός. Ξεκινήσαμε 5:00 το πρωί, στο χωριό, στο Περιβόλι πηγαίναμε. Πήγαμε 6:00 το πρωί, βάλε άρβυλα, πάρε φαγητό, πιο πολύ σαν βόλτα μου το έκανε και, εντάξει, εγώ ήμουνα μικρός, οπότε δεν πηγαίναμε με σκοπό να πάμε να κάνουμε δουλειά όντως. Πηγαίναμε εμείς οι δύο, γιατί θυμάμαι οι περισσότεροι πήγαιναν πάρα πολλοί, πήγαιναν άτομα αρκετά. Οργανωμένα. Με σκυλιά, με αμάξια, με γιλέκα. Εμείς πηγαίναμε μόνοι μας, γιατί φοβόταν να πάω σε ένα βουνό με πόσα άτομα με όπλα. Έπρεπε να προσέχεις πολύ. Με έπαιρνε, πηγαίναμε, θυμάμαι, το πρωί, περπατούσαμε πάνω στο βουνό, πού να βρούμε κάνα καρτέρι καλό να περιμένουμε, χωρίς σκυλί όμως. Οπότε γινόταν πολύ δύσκολο, σπάνια... Δηλαδή μία φορά, δύο θυμάμαι πετύχαμε. Εντάξει, κάνα γουρούνι, κάναν λαγό, επειδή πηγαίναμε έτσι πολύ απλά. Εντάξει, πατέρας μόνος του τα έκανε καλύτερα. Απλά εμένα ήθελε να μου δείξει και πιο πολύ για βόλτα πηγαίναμε. Πηγαίναμε, περιμέναμε, άμα δεν πετυχαίναμε κάτι κάναμε καμιά βόλτα, μαζεύαμε κάνα χόρτο, κάνα τέτοιο, κάνα τσάι, κάνα σαλέπι, πάνω στο βουνό είχε. Εντάξει, μανιτάρια εγώ ξέρω κάνα δυο, που είναι τα ζαρκαδίσια και κοκκινούσες, το φθινόπωρο, όταν πήγαινα. Δεν μαζεύαμε συχνά, αλλά όταν ήταν αποτυχία το κυνήγι, που συνήθως ήταν, πηγαίναμε μαζεύαμε. Μετά μου έδειχνε τα βασικά εκεί, εγώ κρατούσα την τσάντα με το φαγητό και το νερό, ο πατέρας μου το όπλο, πηγαίναμε, άμα πετυχαίναμε κάτι, με έδειχνε ο πατέρας μου πώς να κάνεις τη διαδικασία, και μετά πηγαίναμε, πώς να κάνεις το γδάρσιμο κλπ. Θα το πηγαίναμε στο χωριό και όποιον βρίσκαμε εκεί, μετά το ψήναμε στο...
Μάλιστα. Και μου είχες πει κιόλας ότι πήγαινες στη Βάλια Κάλντα περιπάτους και μια φορά να διανυκτερεύσεις κιόλας;
Ναι, μαζευόμασταν οικογένειες, πηγαίναμε με τον θείο μου, με τη θεία μου, και μετά αργότερα, και τώρα, πήγαινα με τους φίλους. Και πηγαίναμε στη Βάλια Κάλντα, που είναι μισή ώρα από το χωριό με το αμάξι, δηλαδή δεν είναι τίποτα – μισή ώρα είναι λόγω χωματόδρομου. Και πηγαίναμε στη Βάλια Κάλντα, περπατούσαμε στο αρκουδόρεμα, πηγαίναμε μέχρι τους καταρράκτες, και μια φορά κάναμε και μια διανυκτέρευση, εκεί [00:20:00]στον Σταυρό μείναμε. Που είναι το ίσιωμα πριν ανεβείς στο αρκουδόρεμα. Είναι πολύ ωραία τώρα να είσαι βράδυ στο βουνό, είναι άλλη, άλλη κατάσταση!
Είναι λίγο φοβιστικό;
Εννοείται πως είναι, αλλά εκεί είναι και το ωραίο.
Για πες λίγο.
Εκεί είναι και το ωραίο, γιατί είσαι τελείως διαφορετικά απ' όπως έχει συνηθίσει. Να κοιμάσαι κάτω στο πάτωμα –μια σκηνή, εντάξει, ψεύτικη τελείως– αλλά, ναι, είναι ωραία. Το βράδυ βλέπεις αστέρια πεντακάθαρα, είναι ησυχία, περπατάς λίγο, όταν έχει παιδιά πάμε λίγο πιο κει και φοβάσαι. Το βράδυ είναι τελείως διαφορετικό το δάσος και το βουνό. Είναι τελείως διαφορετικό. Και με τη δουλειά που αναγκαζόμαστε να μένουμε πάνω, καμιά φορά είναι πολύ διαφορετικά.
Για πες μου λίγο αυτήν την αίσθηση του «είμαι μέσα στο δάσος». Τότε, ας πούμε, που είχε πάει στη Βάλια Κάλντα. Και ξέρω ας πούμε ότι αν κάνω ένα βήμα προς τα εκεί, είναι σκοτάδι και άγνωστο;
Είναι πολύ ωραία, εμένα μου αρέσει. Δεν ξέρω, εντάξει. Ο φόβος αυτός είναι ωραίος, να περπατήσεις στο σκοτάδι, να μη βλέπεις, μόνο έναν φακό. Ακούς... Ό,τι και να ακούσεις νομίζεις ότι είναι αρκούδα, που πιο πιθανό να είναι ένα ξύλο που έσπασε ή κάτι τέτοιο. Είναι πολύ ωραίο, ό,τι και να πεταχτεί φοβάσαι, ησυχία πολλή, ακούς το νερό, το ποτάμι, είναι τρομακτικά. Ειδικά άμα, ξέρω γω, πεταχτεί κάνα ζωάκι.
Σου είχε τύχει ποτέ;
Μια φορά το βράδυ που είχα τρομάξει πολύ. Και ήμουνα με το αμάξι, πατέρας μου πήγε πιο πέρα, με λέει: «Πήγαινε μέχρι το αμάξι να μου φέρεις κάτι», το βράδυ. Και πάω και βλέπω κάτι μεγάλο, και λέω: «Τι είναι αυτό!» είχα χεστεί απάνω μου, λέω δεν ξέρω, τι; Δεν ξέρω τι να κάνω! Φώναζα εκεί, ο πατέρας δεν με άκουγε. Τελικά ήταν κάτι άλογα άγρια που είναι. Κάποιοι έχουν αφήσει, εν πάση περιπτώσει, και ήταν κάτι άλογα. Απλά πήγα, αλλά, ναι, το βράδυ όταν ακούς κάτι κρύβεσαι γρήγορα. Ντάξει, δεν έχω δει πολύ το βράδυ, το πρωί εντάξει, βλέπαμε και έχουμε δει και στη δουλειά και αρκούδες έχουμε δει και... εντάξει, λαγούς βρίσκεις κάθε μέρα το βράδυ. Αλεπούδες, τα πάντα έχουμε δει.
Όταν βρίσκεις την αρκούδα μπροστά σου; Έστω και πρωί να είναι, υπάρχει ένα μάζεμα, ένας φόβος; Ή έχεις συνηθίσει;
Εγώ εγώ όσες φορές έχω πετύχει... Να το συνηθίσεις δεν πρόκειται να το συνηθίσεις ποτέ. Είναι ζώο... Αλλά όσες φορές έχω τύχει κατευθείαν έφυγε. Οπότε είτε με το αμάξι κάθε φορά που μας βλέπει φεύγει. Κατευθείαν κρύβεται, είτε που έχουμε δει στη δουλειά ας πούμε, πήγε ένας παραπέρα να φάει –δεν θυμάμαι τι πήγε να κάνει– και πετάχτηκε επειδή ήτανε σκοτωμένο ένα ζώο εκεί πέρα και έτρωγε. Αλλά μόλις τον είδε έφυγε. Δηλαδή, δύσκολα σου κάνει κακό αυτό το ζώο, δεν είναι τόσο επικίνδυνο όσο νομίζουμε. Συνήθως τον φοβάται τον άνθρωπο. Όπως και όλα τα ζώα τον φοβάται τον άνθρωπο. Δεν θα σ' επιτεθούν ή κάτι τέτοιο. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει λόγος είτε να είναι πεινασμένο είτε να προκαλέσεις κάπως εσύ. Δηλαδή δύσκολα θα γίνει το οτιδήποτε μ' ένα ζώο.
Στο σχολείο, από τη στιγμή που πήγαινες, ρε παιδί μου, σχολείο στα Γρεβενά, που είναι μέσα στο δάσος, έτσι, είναι μία μικρή πόλη μέσα στα βουνά, σας είχανε ποτέ μιλήσει για όλα αυτά που μου περιγράφεις εσύ τώρα; Υπήρχε αυτό;
Εντάξει, στην πόλη μέσα... Πόλη... Κωμόπολη. Εντάξει. Δεν μας έλεγαν. Κάθε χρόνο –όχι κάθε χρόνο... Μας είχαν πάει μια εκπαιδευτική εκδρομή και καλά από παιδιά για να δούμε πώς είναι, στις κατασκηνώσεις στον Ζιάκα, ένα σημείο που ήταν παλιά κατασκηνώσεις. Μας εξηγούν ότι, το και το, αυτά είναι, η πόλη έχει έναν συγκεκριμένο βιότοπο, συγκεκριμένη πανίδα, συγκεκριμένη χλωρίδα. Μας λεν κάνα δυο πράγματα, μας έκαναν και μία βόλτα στο βουνό, έτσι, περίπατο, στοιχειωδώς. Αλλά ένα παιδί το οποίο δεν πηγαίνει στο χωριό του ή δεν ασχολείται με αυτό και ζει μόνο στην πόλη των Γρεβενών, δεν θα δει τόσα πολλά πράγματα, άμα ειδικά ζει στο κέντρο. Ντάξει, το κέντρο απέχει 10 λεπτά απ' την άκρη. Αλλά δεν θα δει τεράστια διαφορά με ένα παιδί από μεγάλη πόλη, όπως και εκείνο το παιδί λογικά θα πηγαίνει το καλοκαίρι σ' ένα χωριό. Άμα όμως έχεις κάθε μέρα να πηγαίνεις και τον χειμώνα και το φθινόπωρο στο χωριό, είναι τελείως διαφορετικά.
Και για να κλείσουμε αυτό του σχολείου και των Γρεβενών γενικά, μου είπες πριν για ένα σχολικό έθιμο, τον γάμο;
Τον γάμο, ναι! Τις απόκριες από παλιά θα υπήρχε πολύ φασαρία, υπήρχε πολλά όργανα, πολλές ορχήστρες και τα λοιπά. Έβγαινε [00:25:00]ο κόσμος έξω, από τις λίγες μέρες που έχει κόσμο τον χειμώνα συνήθως. Δεν έχει σημασία το κρύο. Ο γάμος τώρα είναι ένα έθιμο που δεν ξέρω καν πότε ξεκίνησε, αλλά έχει να κάνει με τα λύκεια κυρίως και συμμετέχουν και μικρότεροι. Κάθε σχολείο είναι στη μία άλλη άκρη της πόλης και ένα είναι στη μέση περίπου. Το ένα που είναι στη μία άκρη βάζει τη νύφη, ένα βάζει τον γαμπρό, και να βάζει τον κουμπάρο. Αυτό που είναι στη μέση. Η κατάσταση είναι ότι η νύφη και ο γαμπρός είναι και δύο άντρες, οπότε ντύνονται έτσι και ξεκινάει από το ΕΠΑΛ. Γιατί είναι στην άκρη το ΕΠΑΛ που είναι η νύφη, έχει ένα νταβαντούρι στην αρχή, με όργανα, γίνεται φασαρία, ανάβουν κροτίδες, ανάβουν καπνογόνα, με μηχανάκια εκεί γίνεται φασαρία. Ξεκινάνε αυτοί από κάτω, παίρνουν... αυτός που έχει τον κουμπάρο στη μέση, που είναι το δεύτερο το λύκειο, και μόλις πάρουν, να μαζευτεί κόσμος, κλείνουν τον κεντρικό, σταματάνε τα αυτοκίνητα, κάνουν εκεί φασαρία, κακό. Και μέχρι να πάνε στο πάνω. Μετά στο πάνω εκεί μαζεύονται όλα τα παιδιά από όλα τα γυμνάσια, λύκεια, τα δημοτικά όχι. Και γίνεται εκεί ο γάμος, τους παντρεύει ο παπάς, και μετά πάνε όλοι στην πλατεία και εντάξει, πίνουν όλοι, χορεύουν, είναι ωραία!
Και αυτό είναι ανεπίσημο στην ουσία;
Ανεπίσημο τελείως, αλλά, εντάξει, ο δήμος ξέρει ότι εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο θα κλείσει ο δρόμος. Και βοηθούν και οι μεγάλοι, κάθε χρόνο τώρα. Βοηθούν όσο μπορούν. Είτε με το να κλείσει τον δρόμο είτε στην πλατεία μετά, υπάρχει μουσική...
Μάλιστα, πολύ ωραία! Οπότε άμα περάσουμε έτσι λίγο στο Περιβόλι, που είναι το χωριό σου, είσαι από εκεί. Πάρ' το πάνω σου, πες μου έτσι δυο τρία πράγματα για τη σχέση σου με το χωριό για το ίδιο το χωριό, για να πάμε μετά σε πιο ειδικά θέματα.
Το Περιβόλι είναι ένα λίγο απομακρυσμένο χωριό, στα Γρεβενά, δηλαδή απέχει πενήντα πέντε λεπτά από την πόλη, κυρίως λόγω κακού δρόμου, επειδή έχει πολλές στροφές. Είναι ένα μεγάλο χωριό, έχει αρκετά σπίτια, κάποτε έλεγαν για εννιακόσια οκτακόσια. Είναι μέσα στο βουνό, είναι μες στη Βάλια Κάλντα, στον Εθνικό Δρυμό, στην Πίνδο γενικά, είναι στην καρδιά μέσα. Και έχει πολύ κόσμο το καλοκαίρι. Ανέκαθεν... τον χειμώνα έχει δέκα κατοίκους ή δεκαπέντε μόνιμους. Κυρίως μεγάλης ηλικίας είτε γιατί ασχολούνται εκεί γύρω με κάποιες ασχολίες που έχουν. Και το καλοκαίρι, τώρα τελευταία, ειδικά τα τελευταία χρόνια, έναν μήνα θα μαζέψει αρκετό κόσμο. Δεν θέλω να πω συγκεκριμένο αριθμό αλλά φαντάζομαι γύρω στις τρεις χιλιάδες τέσσερις χιλιάδες και λίγο παραπάνω ίσως μαζεύει.
Μάλιστα. Όποτε στην ουσία είναι ένα χωριό που τον χειμώνα είναι άδειο και–
Και το καλοκαίρι έχει κόσμο. Αλλά πάντοτε έτσι ήταν, από παλιά το χωριό αυτή ήταν η κατάσταση που επικρατούσε. Γιατί είτε με πρόβατα οι άλλοι... Είχαν τρεις ασχολίες οι άνθρωποι: κυρίως ήταν κτηνοτρόφοι ή ήτανε αγωγιάτες –κυρατζήδες, πώς τους λένε, ανάλογα την περιοχή– ή ήταν υλοτόμοι, λίγοι ήτανε. Αλλά το καλοκαίρι όσοι μπορούν να δουλέψουν στην υλοτομία. Όχι τον χειμώνα. Και από παλιά οι άνθρωποι λόγω των... πολύ κακός χειμώνας εκεί πάνω, ακόμα χειρότερα απ' τα Γρεβενά, λόγω υψομέτρου. Αέρας, χιόνι, δεν μπορούσες εύκολα να ζεις.
Είναι πάνω από 1.000 έτσι;
Είναι 1.200 υψόμετρο. Και, εντάξει, συγκεκριμένα δεν θυμάμαι αριθμό, αλλά είναι εκεί γύρω. Συνήθως οι άνθρωποι ανέβαιναν πάνω καλοκαίρι, στην άνοιξη-καλοκαίρι. Και φθινόπωρο-χειμώνα κατεβαίναν κάτω στη Θεσσαλία συνήθως έμεναν, στη Λάρισα, στο Βόλο, στο Βελεστίνο ξέρω, στη Λάρισα και στα Τρίκαλα πολλοί. Τώρα μένουν παντού, εννοείται, όπως από όλα τα μέρη. Αλλά τότε έμεναν κυρίως Θεσσαλία, λόγω από τα πρόβατα, και οι περισσότεροι ξεχειμώνιαζαν κάτω, στα χειμαδιά τα έλεγαν. Και το καλοκαίρι ανέβαιναν πάνω. Και υπήρχε και... Τα παιδιά αναγκάζονταν να πηγαίνουν σχολείο, ξέρω. Και κάτω στη Θεσσαλία και πάνω στο Περιβόλι, υπήρχε σχολείο παλιά. Που ήταν το...
Οπότε η ζωή είναι το καλοκαίρι περισσότερο, που έχετε και το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής;
Ναι.
[00:30:00]Θέλεις να μου περιγράψεις αυτές τις μέρες, δηλαδή αφού το χωριό ζωντανεύει έτσι κι αλλιώς εκείνο τον μήνα-δίμηνο, το πανηγύρι πώς το ζείτε ας πούμε; Είναι μία μέρα, είναι παραπάνω;
Το πανηγύρι είναι τρεις μέρες. Μαζεύεται πολύς ο κόσμος, όλοι χαίρονται γιατί είχαν καιρό να δουν τους συγγενείς τους και λοιπά γιατί όλοι είναι σε άλλα μέρη. Έχει πολύ κόσμο. Στην αρχή, από ό,τι θυμάμαι, πηγαίνουν στο γήπεδο, όλοι. Μαζεύονται και πηγαίνουν πάνω στο γήπεδο. Και μαζεύονται όλοι σε έναν τεράστιο κύκλο, άλλοι βλέπουν κι άλλοι χορεύουν. Είναι μία συγκεκριμένη ορχήστρα –κλαρίνα και βιολιά έχει πολύ το χωριό. Κάνουν έναν μεγάλο κύκλο και χορεύουν για αρκετή ώρα. Όσα πιο πολύ πιο πολλά άτομα μπορούν να μαζέψουν. Από ό,τι θυμάμαι, για κάποιο λόγο στην αρχή είναι μόνο οι άντρες και στην άλλη, στο άλλο μισό, είναι οι γυναίκες και τα παιδιά. Δεν θυμάμαι γιατί, αλλά μου είχε εξηγήσει ο παππούς μου γιατί. Μόλις τελειώσει αυτό, σιγά σιγά κατεβαίνουμε προς το χωριό. Και από ό,τι θυμάμαι, κάποια χρόνια, όχι πάντα, όσο κατέβαιναν προς το χωριό, ήταν μπροστά κάποιοι, πίσω κάποιοι άλλοι, πολύς κόσμος, όσο κατεβαίναν τα σοκάκια τραγουδούσαν τα τραγούδια χωρίς όργανα, μερικές φορές. Ήτανε μόνο με τη φωνή. Πολυφωνικά; Κάπως έτσι λέγονται αυτά. Και έλεγαν το ένα τραγούδι και μετά συνέχιζε από μπροστά. Εντάξει, δεν γινόταν, μία φορά θυμάμαι το έχω δει αυτό στο χωριό. Τραγουδάνε και στα ελληνικά και στα βλάχικα, τραγούδια του χωριού.
Τα βλάχικα υπάρχουν σήμερα στο χωριό; Τα ακούς άμα κάτσεις; Δηλαδή, αν είσαι ένα μήνα εκεί, ακούς από τους μεγαλύτερους ανθρώπους;
Από τους μεγάλους σε ηλικία σίγουρα θα ακούσεις. Άτομα πάνω των 50, οι περισσότεροι γνωρίζουνε, που έχουν καταγωγή από το χωριό, και μεταξύ τους μιλάνε. Και γιατί έχουν συνηθίσει, αλλά περισσότερο γιατί θέλουν κιόλας. Θέλουν να διατηρηθεί η γλώσσα, αυτό το ιδίωμα. Αλλά τα παιδιά δύσκολα θα συναντήσεις κάποιον μικρό που να ξέρει να μιλάει και να μιλάει καλά. Και να κατανοεί ακριβώς τι λένε. Αλλά, εντάξει, υπάρχουν πολλά παιδιά οι οποίοι επειδή οι γονείς είναι και οι δύο από κάποιο χωριό που μιλάνε, θα ξέρουν. Ας πούμε, εγώ, η μάνα μου δεν είναι από το Περιβόλι, οπότε δεν μιλούσαμε στο σπίτι. Και ο παππούς μου έχει πεθάνει, οπότε δεν μπορούσαμε, δεν ξέραμε τη γλώσσα. Κάνα δύο βασικά για να μπορούμε να καταλαβαίνουμε αν μιλάνε για μας ή όχι.
Οπότε, υπάρχουν δηλαδή και οικογένειες που μιλάνε κυρίως στα βλάχικα έτσι; Κυρίως της προηγούμενης γενιάς από τη δικιά μας.
Της προηγούμενης γενιάς από τη δικιά μας υπήρχανε, πλέον όχι. Παλιά υπήρχανε παιδιά τα οποία μητρική τους γλώσσα ήταν αυτή –αυτοί είναι γύρω στα 60 με 50 τώρα–, αλλά μιλούσανε στο σπίτι αρχικά μόνο βλάχικα, δεν ήξεραν ελληνικά, και ελληνικά έμαθαν αργότερα.
Μάλιστα. Σαν ξένη γλώσσα δηλαδή, σχεδόν...
Τα ελληνικά, ναι. Εντάξει, οι περισσότεροι ήταν δίγλωσσοι, ήξεραν και τις δύο. Η γλώσσα αυτή δεν θεωρείται γλώσσα, θεωρείται διάλεκτος, αλλά η διάλεκτος αλλάζει μόνο από ότι ξέρω μια νομική προϋπόθεση δεν είναι...
Μα έτσι κι αλλιώς δεν μοιάζουνε με τα... Περισσότερο έχουνε νομίζω κάτι το λατινικό–
Έχουνε, ναι, είναι λατινική διάλεκτος. Έχουνε πολλά κοινά στοιχεία με άλλες λατινικές. Αλλά έχει πολλή επιρροή από την ελληνική γλώσσα, κάποιες λέξεις είναι πολύ...
Ξέρεις καθόλου καμιά φράση;
Εμείς ξέρουμε μόνο τα βασικά, ξέρω να μετράω μέχρι το 10, ξέρουμε–
Για μέτρα!
Unu, doi, trei, patru, tsintsi, shase, shapti, optu, nuaua, dzatsi. Kαι τα κλασικά, καλημέρα, bune dzua, καληνύχτα, noapti bune. Είναι, ναι, το σπίτι είναι casa, όπως είναι το ξενοδοχείο ας πούμε το "Casa La mundi" στη Βασιλίτσα, που σημαίνει «σπίτι στο βουνό». Είναι λατινογενής η γλώσσα κυρίως αλλά έχει πολλές ελληνικές. Έχει πάλι επιρροή από την ελληνική γλώσσα, όπως ας πούμε οι λέξεις ευχαριστώ, παρακαλώ, αυτές είναι όλες στα ελληνικά.
Πέρα από αυτό, μου είχες αναφέρει και για 8 Σεπτεμβρίου, της Μικρής Παναγίας, που είχατε ένα άλλο έθιμο στο χωριό. Θες λίγο να μου το περιγράψεις;
Ναι, 8 Σεπτεμβρίου. Κάποιοι έλεγαν ότι 8 Σεπτεμβρίου αποχαιρετίζουμε το χωριό, γιατί πολύ κατεβαίναν προς τα κάτω, αλλά έτσι κι αλλιώς Οκτώβριο κατέβαιναν. 8 Σεπτεμβρίου γίνεται, της Μικρής Παναγίας λέγεται, είναι μία μικρή λιτανεία. Κάποτε, κάποια χρόνια, είχε μια επιδημία τότε. Χολέρα; Κάποια... Όχι... Κάποια επιδημία τέλος πάντων, κάποια αρρώστια, απ' την οποία πέθαναν και πολλοί άνθρωποι και πρόβατα πολλά. Είχε επηρεάσει και τα ζώα. Είχε προκαλέσει μια πολύ μεγάλη αναστάτωση στο χωριό. Δεν ήξεραν τι να κάνουν, και σκέφτηκαν ότι να μας προστατεύσει ο Θεός, με τη θρησκεία ήταν πολύ... [00:35:00]Ήταν πολύ σημαντικό η θρησκεία, είναι πολύ σημαντική η θρησκεία στο χωριό... Και αποφάσισαν να κάνουν μια λιτανεία. Πήρανε εικόνες, πήρανε λάβαρα, ξεκίνησαν και έκαναν τον κύκλο από όλο τότε, τα σύνορα του χωριού. Για να αγιάσουν τον τόπο και να προστατευτούν και τα ζώα και οι άνθρωποι που ζούσαν. Και από τότε είναι έθιμο πάντα, κάθε χρόνο πρέπει να γίνει, μαζευόμαστε όλοι από το χωριό, παίρνουμε τις ίδιες εικόνες, την ίδια εικόνα τη μεγάλη, τα λάβαρα. Και κάνουμε και εμείς τον κύκλο. Ψέλνουν, ψέλνει ο παπάς και ποιοι είναι μαζί του, και κάνουν τη λειτουργία στην εκκλησία και αργότερα σ' όλο το χωριό περπατώντας σιγά σιγά. Μας πάει καμιά ώρα και λίγο παραπάνω, και γίνεται αυτό. Και την εικόνα γίνεται κάπως πλειστηριασμός από ό,τι θυμάμαι, που τη χτυπάνε. Ανάλογα ποιο σπίτι θα την πάρει για να την προστατεύσει για την επόμενη χρονιά. Και αργότερα πανηγύρι.
Δηλαδή συνεχίζει αυτό με κλαρίνα;
Συνεχίζει το βράδυ κανονικά! Όσοι είναι!
Αφού θα είμαστε καλά, ας χορέψουμε!
Ναι! Το βράδυ γίνεται η λειτουργία και κάνουν το γύρο της εκκλησίας, σαν... δεν ξέρω, σαν πρόβα, δεν ξέρω πώς δουλεύει; Και κάνουν τον κύκλο στην εκκλησία το βράδυ, σηκώνονται το πρωί λειτουργία, και μετά όλο αυτό. Και το βράδυ κλαρίνα. Και μετά φεύγουν όλοι για να πάνε στις πόλεις τους συνήθως.
Μάλιστα. Οπότε τότε και επίσημα ας πούμε κλείνει η καλοκαιρινή–
Εκεί τότε επίσημα κλείνει. Πλέον αυτό γίνεται. Αποχαιρετούμε όλοι το χωριό, και του χρόνου πάλι.
Μάλιστα. Οπότε αρχίζει μετά ας πούμε ο χειμώνας, που στην ουσία τελειώνουνε και οι κτηνοτρόφοι; Φαντάζομαι από το χωριό δεν μένει κάποιος;
Όχι, μόνο τον Οκτώβριο φεύγουν και οι τελευταίοι. Φεύγουν γιατί πρέπει να πάνε και αυτοί κάτω. Εκεί που πλέον μένουν μόνιμα, ουσιαστικά, γιατί εκεί πλέον είναι η ζωή τους η κανονική. Στο χωριό ανεβαίνουν... Πολλοί καταλαβαίνω ανεβαίνουν και κυρίως λόγω νοσταλγίας. Πιο πολύ θα σύμφερε να μένουν κάτω. Αλλά το κάνουνε γιατί θέλουν να ανέβουν και αυτοί στο χωριό τους.
Μάλιστα. Οπότε μου είπες ότι δύο από τις βασικές ασχολίες είναι η κτηνοτροφία και είναι και η υλοτομία;
Ναι.
Υπάρχουν άνθρωποι που ασχολούνται στο Περιβόλι, τώρα, με την–
Ναι, ναι! Είναι αρκετοί! Υπάρχει ο Συνεταιρισμός και ανήκουν πολλά άτομα, όπως και στα γύρω χωριά, κάθε χωριό έχει έναν συνεταιρισμό που ασχολείται με την ξυλεία.
Και εσένα ο πατέρας σου μένει ακόμη και τώρα μόνιμα στο Περιβόλι, τις περισσότερες μέρες.
Ναι, τέσσερις στις επτά μέρες μένει στο Περιβόλι.
Μάλιστα, και μιας και έχεις αυτή την επαφή, έστω και μέσω του πατέρα σου, με τους χειμώνες –που μου είπες και πριν ότι είναι πιο άγριοι, στα 1.200– πώς ακριβώς τσουλάει το πράγμα τους χειμώνες εκεί;
Εκεί είναι τον χειμώνα, δεν μπορείς να δουλέψεις, να ανέβουμε στο βουνό για να δουλέψουμε, γιατί έχει χιόνι είτε πολλά νερά, και δεν μπορεί να μπει, δύσκολα θα μπει το μηχάνημα μέσα και να τραβήξει τα ξύλα. Οπότε, ό,τι υπάρχει σε καβάτζα. Γιατί υποτίθεται τον χειμώνα, όταν είναι πολύ δύσκολος ο καιρός, δεν μπορείς να δουλέψεις. Οπότε ασχολούνται κυρίως με τα καυσόξυλα. Για να πηγαίνουμε σε σπίτια να μπορέσουν να βγάλουν τον χειμώνα. Είτε με τζάκι είτε με σόμπες. Οπότε τον χειμώνα αυτό κάνουμε, όταν έχουμε τις καβάτζες απ' όσα έχουμε κόψει που είναι για καυσόξυλα, τα δέντρα, είτε είναι οξιές είτε είναι δρύινα. Τα χτυπάμε το τσεκούρι, τα βάζουμε στο αμάξι, και τα πάμε σε σπίτια παραγγελίες, όποιος ζητήσει.
Οπότε όλη η δουλειά είναι το καλοκαίρι, και τον χειμώνα είναι να μπεις στη διαδικασία να τα μοιράσεις, να τα πουλήσεις και να τα στείλεις όπου είναι–
Ναι, ανάλογα τι κάνει ο καθένας. Όλο τον χρόνο μπορείς να δουλέψεις από την άνοιξη και μετά που ανοίγει ο καιρός. Μπορείς να ανέβεις πάνω στο βουνό. Απλά τους φθινοπωρινούς και του χειμώνα μήνες είναι πιο δύσκολο. Γίνεται πιο δύσκολη η πρόσβαση, στο να μπορείς να κόψεις. Είναι και επικίνδυνη δουλειά, οπότε δεν μπορείς να το κάνεις πάντα. Το συνηθισμένο, απ' ό,τι με έχουνε πει, είναι το φθινόπωρο εκεί και προς χειμώνα, Ιανουάριο, να έχεις τελειώσει παραγγελίες που αναλαμβάνεις, ανάλογα με ποιον συνεργάζεσαι, να του δώσεις κολώνες, να του δώσεις τα κούτσουρα, που θα γίνουνε σκεπές, θα γίνουνε πόρτες, οτιδήποτε. Αυτά τελειώνουνε, τον χειμώνα αυτά πρέπει να έχουν τελειώσει. Αναλαμβάνουν μετά αυτοί που τα μεταφέρουν. Στα εργοστάσια και τα λοιπά. Εμείς, το κομμάτι μας τελειώνει στο βουνό τον χειμώνα. Και μετά μένουν μόνο τα καυσόξυλα, που είναι για τη θέρμανση.
[00:40:00]Μάλιστα. Και υπάρχουν και δυσκολίες λόγω καιρικών συνθηκών στο να στείλεις τα καυσόξυλα παράδειγμα; Δηλαδή ένας χειμώνας με πολύ χιόνι.
Ναι. Βέβαια, και οι άνθρωποι κατανοούν ότι όταν είναι δύσκολες οι καιρικές συνθήκες, δεν μπορείς να περάσεις με το φορτηγό από στενούς δρόμους, με πάγο, με το χιόνι, πού να μπει το αμάξι; Πρέπει να είναι δύσκολα είτε με το μικρό το φορτηγάκι, το αγροτικό, είναι δύσκολο να μπει το αυτοκίνητο μέσα για να κάνεις την παραγγελία. Όταν το επιτρέπει ο καιρός, που μεν έχει κρύο έχει λίγο πάγο, εντάξει, θα περάσει το αυτοκίνητο. Ε, πρέπει κάπως να πάρουν κάπως τα ξύλα για να ζεσταθούν οι άνθρωποι. Δηλαδή είναι δύσκολο. Και για αυτό δεν μπορείς να μείνεις σε ένα τέτοιο χωριό χωρίς θέρμανση τον χειμώνα. Δηλαδή δεν προβλέπεται!
Έχει τύχει λόγω καιρού να υπάρξει κάποια μεγάλη περίοδος που να μην μπορείς να κουνηθείς; Χιόνια κυρίως, πάγοι και σχετικά;
Ευτυχώς πάνω από μία εβδομάδα, τα τελευταία χρόνια ειδικά, είναι πιο εύκολο. Αλλά δεν θυμάμαι κάποτε πάνω από μία εβδομάδα να είχαμε. Ναι, δεν... Στο χωριό είχαν αναφέρει, ειδικά παλιότερα που δεν υπήρχαν τα γκρέιντερ και όλα αυτά, για να μπορεί να καλύψει ο Δήμος τη συγκεκριμένη ανάγκη. Αλλά πλέον με τα γκρέιντερ, με το αλάτι που ρίχνουν, εν πάση περιπτώσει, είναι πιο εύκολη μετακίνηση. Αλλά σίγουρα σε σταματάει, δεν γίνεται να κάνεις τις δραστηριότητες που θέλεις.
Και μου είπες ότι το καλοκαίρι, που είναι η δουλειά του να κόψεις τα ξύλα και να προετοιμαστείς στην ουσία για τον χειμώνα, μου είπες ότι είναι και επικίνδυνη δουλειά. Μπορείς να περιγράψεις μια μέρα; Δηλαδή πηγαίνεις μια μέρα στη δουλειά με τον πατέρα σου να κόψετε ξύλα. Περιέγραψέ τη μου, ας πούμε, πώς κυλάει;
Θα σηκωθούμε πολύ νωρίς το πρωί, γιατί οι αποστάσεις για τη δουλειά είναι μεγάλες, γιατί είναι μέσα στο βουνό, ψηλά. Και οι δρόμοι όλοι είναι χωματόδρομοι, δεν υπάρχει άσφαλτο πουθενά. Θα σηκωθούμε νωρίς, θα ξεκινήσουμε, θα πάρουμε φαγητά, θα πάρουμε τα μηχανάκια, θα πάρουμε τα πετρέλαια, θα πάρουμε τα λάδια. Θα πάρουμε ό,τι χρειαζόμαστε για να δουλέψουμε. Θα μαζευτούμε πόσα άτομα, ανάλογα, θα πάμε για δουλειά. Μπορεί να είμαστε πέντε, μπορεί να είμαστε δυο, μπορεί να είμαστε και εφτά. Θα πάρουμε το αγροτικό, θα πάμε εκεί, και σιγά σιγά θα ξεκινήσουμε. Θα ξεκινήσουμε, ανάλογα τι έχει να κάνει ο καθένας. Άμα έχουμε να κάνουμε τις ρίψεις... Οι ρίψεις είναι να ρίξεις το πεύκο, να ρίξεις την οξιά. Εκεί συνήθως πάνε αυτοί που ξέρουν όντως πολύ να κάνουν καλά τη δουλειά, γιατί θέλει εμπειρία, δεν είναι το πιο εύκολο να ρίξεις ένα δέντρο 15-20 μέτρα και παραπάνω. Να το ρίξεις κάτω σε κλήση 45 και παραπάνω μοίρες. Δηλαδή είναι δύσκολο πράγμα. Και να μην πατάς και καλά. Αυτός είναι να κάνει τις ρίψεις θα πάει, θα πάρει και το τσεκούρι, θα πάρει τη σφήνα, μπορεί να πάρει και κανέναν ακόμα. Εγώ, ας πούμε, μικρός πήγαινα με τον πατέρα μου να τον βοηθάω να του γεμίζω το μηχανάκι. Να κουβαλάω τα πράγματα. Πηγαίνεις, πρέπει να προσέξεις το δέντρο, πού θα το ρίξεις για να μην κάνει... Τα δέντρα που ρίχνουμε είναι σημαδεμένα από το Δασαρχείο. Το Δασαρχείο αναλαμβάνει από πριν πάμε εμείς μες στο βουνό, να χτυπήσει συγκεκριμένα είτε πεύκα είτε οξιές, οτιδήποτε, και να τα σημαδέψει να τα ρίξουμε εμείς. Μετά θα πάμε εμείς, θα δούμε ποια είναι σημαδεμένα μες στο βουνό, και θα δούμε πώς θα κάνουμε τη λιγότερη ζημιά στο δάσος. Ώστε και να πέσει και το δέντρο εκεί που πρέπει να πέσει, για να μπορούμε να τραβήξουμε και εύκολα μετά με το μηχάνημα. Η διαδικασία για να πέσει είναι να κοιτάξεις. Κοιτάς το δέντρο, πού έχει κλίση, πού έχει τα πιο πολλά κλαδιά, εκεί έχει το πιο πολύ βάρος. Εκεί θα πέσει. Και το κατευθύνουν κιόλας, μετά κάνουν τη σκάλα. Τώρα δεν μπορώ να σου εξηγήσω, γιατί θέλει να το δεις. Και μετά θα ρίξουν το δέντρο, το δέντρο θα πέσει, θα θα μπούνε με μηχανάκια μετά να κόψουν τα κλαδιά, να το κάνουν ίσιο το ξύλο, και αφού το κάνουν ίσιο... Το κάνουν ίσιο, τέλος πάντων, κόβεις τα κλαδιά και τους ρόζους. Θα αποφασίσεις αν μπορούν να το κάνουν εκεί, για να βγουν και τα μέτρα που θέλουν. Ανάλογα με ποιον συνεργάζεσαι θα σου πει και παραγγελίες. Άλλοι θέλουν οχτάρια, άλλοι θέλουν να είναι 13 μέτρα. Ανάλογα. Μπορεί να βγούνε κούτσουρα, μπορεί να βγουν και κολώνες, που χρησιμοποιεί η ΔΕΗ. Και μετά, αφού γίνει αυτή η διαδικασία και πέσουν όλα τα δέντρα, καθαριστούν, όσο καλύτερα γίνεται πάνω στο βουνό, γιατί έχει πολλή κλήση και θα καθαριστούν και κάτω αργότερα, θα μπει το μηχάνημα είτε τρακτέρ, με τον εργάτη, θα πάρουμε το σύρμα, θα το δέσουμε με αλυσίδες, και θα το τραβήξει το μηχάνημα, θα το βγάλει έξω στον δρόμο, μέχρι να περιμένουμε να έρθει να κάνει παραλαβή. Αυτό φυσικά παίρνει πολύ χρόνο. Ας πούμε, μία μέρα θα κάνεις τη ρίψη, μία μέρα θα πάρεις το σύρμα. Δύσκολο να τα κάνεις ταυτόχρονα, μόνο αν είστε πολλά άτομα.
[00:45:00]Πόσα δέντρα προλαβαίνεις να ρίξεις την ημέρα;
Ανάλογα πόσο ξέρεις. Εγώ, καλές μέρες, θυμάμαι, ο πατέρας μου θυμάμαι που μου έλεγε: «Καλά είναι σήμερα να ρίξουμε τριάντα -ας πούμε- να ρίξουμε σαράντα». Μου έλεγε τόσα είναι καλά να ρίξουμε σήμερα. Τόσο μας παίρνει, είμαστε δύο άτομα, δεν μπορούμε να κάνουμε παραπάνω. Αλλά άλλοι φαντάζομαι, οι οποίοι θα είναι πιο πολλοί, θα μπορούν να ρίξουν περισσότερα. Και όταν ρίχνει κάποιος, αναγκαστικά πρέπει να είστε μακριά όλοι. Να είστε μακριά, γιατί δεν μπορείς να δουλέψεις ταυτόχρονα με κάποιον που ρίχνει δέντρα. Δηλαδή δεν γίνεται εγώ να καθαρίζω το άλλο κι άλλος να ρίχνει. Γιατί μπορεί να το ρίξει πάνω μου δηλαδή.
Ναι, μπορεί να έχεις ατύχημα.
Ναι, ατύχημα, όπως και υπάρχουν ατυχήματα, συνεχώς.
Δηλαδή, για πες κανένα κακό της δουλειάς;
Ατυχήματα γίνονται και λόγω εμπειρίας και λόγω... Δηλαδή, μερικές φορές δεν μπορείς να το ελέγξεις κιόλας. Εγώ δεν έχω πάθει κάτι, εντάξει, ευτυχώς. Αλλά ένα κλασικό, είναι ένας άνθρωπος που είχαμε στη δουλειά πρόσφατα, έκοβε κάτι οξιές και ήταν κάτω πεσμένες, στην κλήση. Και το δέντρο πεσμένο, αλλά ανά πάσα στιγμή, άμα κόψεις μια άκρη που δεν πρέπει, κάτι, μπορεί να κατρακυλήσει. Αυτό είναι το πιο συχνό που γίνεται. Αυτός έκοψε μια άκρη και του πλάκωσε το πόδι. Έτσι όπως κατέβηκε από την κατηφόρα του πλάκωσε το πόδι. Έσπασε το πόδι ο άνθρωπος. Ευτυχώς υπάρχει και η ασφάλεια, προσπαθούμε να είμαστε ασφαλείς με κράνη, με τέτοια, αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Ο πατέρας μου θυμάμαι κάποτε, κάτι είχε κάνει είτε με το μηχανάκι είτε με το μηχάνημα. Δεν θυμάμαι τι είχε γίνει, ήμουνα πιο μικρός. Και ένα ξύλο του καρφώθηκε στην κοιλιά. Αργότερα τον πήγε ο θείος μου στο νοσοκομείο και είχε ρήξη σπληνός. Δηλαδή ένας άνθρωπος που έχει από τα 16 χρονών, είναι αυτή τη δουλειά, μπορεί να τραυματιστεί. Δεν είναι μια δουλειά η οποία μπορεί να την κάνει οποιοσδήποτε και να πει... Είναι δύσκολη.
Και πώς τα αντιμετωπίζεις αυτά τα ατυχήματα εκείνη τη στιγμή;
Εκείνη τη στιγμή πώς; Το μόνο μπορείς να κάνεις, άμα είναι ένα σπάσιμο ποδιού, εντάξει, θα τον κατεβάσεις, πρέπει να κουβαλήσεις τον άνθρωπο από το βουνό κάτω, μέχρι να πάμε στο κοντινότερο νοσοκομείο που είναι μία ώρα, μιάμιση. Είναι... όχι, δυο ώρες είναι, γιατί μέχρι να βγούμε από τον χωματόδρομο και να πάμε στον δρόμο θέλουμε δύο ώρες. Τώρα άμα είναι κάτι τέτοιο, πολύ σοβαρό, τότε θυμάμαι εγώ ήμουνα και μικρός. Μπορεί και να μη σε... –αυτό το χειρότερο– μπορεί και να μη σε ακούσουν ότι έπαθες ζημιά, γιατί είστε μακριά ο ένας από τον άλλον, μες στο βουνό. Μέχρι να καταλάβουν ότι έχει γίνει η ζημιά, είναι πολύ... Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. Θυμάμαι ότι μέχρι να τον πάνε κάτω στο νοσοκομείο πέρασε μιάμιση ώρα. Είναι δύσκολο, είναι επικίνδυνο.
Οπότε, πέρα από το ότι πρέπει να είσαι εκεί πέρα τον χειμώνα, που έχει και μια μοναξιά–
Ναι, μοναξιά έχει σίγουρα, ειδικά όταν πάμε ξύλα σε διάφορους ηλικιωμένους που μένουν σε χωριό. Δηλαδή βλέπεις, θέλουν να κάτσουν, θέλουν να κάτσεις, να μιλήσουνε. Δεν... Είναι χωριά τα οποία πλέον έχουν μείνει όχι έρημα, είναι πολλές φορές στενάχωρο να είσαι σε κάποια χωριά τα οποία το καλοκαίρι είναι γεμάτα ζωή, και τον χειμώνα να πηγαίνεις και να είναι 15-20 άτομα. Άντε να είναι 40, να είναι 50. Κυρίως ηλικιωμένοι είναι, συνταξιούχοι. Και κάποιοι άλλοι που εργάζονται εκεί γύρω. Αλλά πηγαίναμε ξύλα στον Ζιάκα, στο Σπήλαιο, στη Λάβδα. Στο Σπήλαιο πηγαίναμε –μικρό το χωριό, όχι πολύ, δεν είναι μικρό. Και πηγαίναμε ξύλα σε κάποιες γιαγιάδες και κάποιους παππούδες, και τους έβλεπες τους ανθρώπους, ήτανε... Μας έλεγαν πως μιλάνε μόνο με τα παιδιά του στο τηλέφωνο: «Έχουμε καιρό να τα πούμε, καιρό να τους δούμε, περιμένουμε το καλοκαίρι να έρθουνε». Όλοι αυτά τα παράπονα είχανε, ότι είναι μόνοι τους, ότι φοβούνται. Εντάξει, λίγοι λένε ότι φοβούνται. Αλλά καμία γιαγιά μόνη της τώρα, πάνω σε ένα χωριό που απέχει από τα Γρεβενά μία ώρα με το αυτοκίνητο, ούτε έχει να οδηγήσει, ούτε να πάει κάτω. Δηλαδή αυτό το παράπονο όλοι έχουν, ότι είναι μόνοι τους, ότι δεν έχει κόσμο, ότι δεν μπορούν να καλύψουν εύκολα τις ανάγκες τους. Εδώ το βλέπεις κάθε μέρα αυτό.
Οπότε είναι και η μοναξιά, που αναγκάζεσαι τον χειμώνα να είσαι, για να στηρίζεις τη δουλειά, είναι και η επικινδυνότητα που έχει αυτή καθ' αυτή η δουλειά. Μάλιστα. Ωραία. Και από εκεί και πέρα, αν αφήσουμε τη δουλειά, κάτι άλλο που να θεωρείς ότι προσφέρει ο τόπος σαν τόπος; Δηλαδή μου είχες αναφέρει μπάνια σε ποτάμια, πράγματα που ένα παιδί, ας πούμε, της πρωτεύουσας δεν μπορεί να τα καταλάβει.
[00:50:00]Ότι έχεις έναν νομό ο οποίος έχει πολύ μεγάλη φυσική ομορφιά και είναι διαφορετικός από έναν άλλον, είναι πολύ σημαντικό. Δηλαδή έχουμε το βουνό που μπορείς να πας να περπατήσεις, να περιηγηθείς, να μείνεις άλλες φορές, που είναι μια ξεχωριστή εμπειρία. Ακόμα και να πας σε ένα χωριό βράδυ, θα καταλάβεις διαφορά. Χειμώνα, ας πούμε, που δεν έχει κόσμο. Μετά τα ποτάμια μας σε αφήνουν, μπορούμε να κολυμπάμε. Αν και είναι επικίνδυνα. Αν και είναι επικίνδυνα γιατί λέγανε ότι έχει ρουφήχτρες, παλιά, μας έλεγαν. Αλλά δεν φοβόμασταν. Είναι πολύ ωραία. Πηγαίναμε είτε στην Αγάπη, εκεί που έχει το ποτάμι, που είναι η σμίξη των ποταμών, Αλιάκμονας, Βενέτικος. Που μπορείς να κολυμπήσεις εκεί, και το καλοκαίρι πάνε πολλοί, γιατί έχει πολύ ζέστη, να κολυμπήσουν.
Στη γέφυρα;
Όχι στη γέφυρα. Και στη γέφυρα, αλλά και εκεί στην Αγάπη που είναι από την άλλη μεριά. Και, ντάξει, στο Σπήλαιο πιο πολύ πηγαίνουν για ψήσιμο και, εντάξει, κολυμπάνε λίγο γιατί δεν έχει πολύ βάθος. Όμως μετά, στο αρκουδόρεμα είτε στην Κρανιά, στο Μπολοβάρο είναι ωραία έτσι για μια βουτιά. Είτε στο Μεσολούρι. Εκεί είναι οι καταρράκτες. Εκεί και πιο πολύ βουτάς, δεν έχει πολύ βάθος για να κολυμπήσεις, καλά είναι να πηγαίνεις εκεί που πατάς. Και πηγαίναμε τότε με τα παιδιά, ψήναμε, κολυμπούσαμε, είναι ωραία.
Μάλιστα, και Πορτίτσα, φαράγγι;
Ναι, και εκεί πηγαίνουμε συχνά και ψήνουμε, και κολυμπάμε εκεί, είναι ωραίο, πολύ ωραίο μέρος, έχει το γεφύρι που είναι έτσι γραφικό, μέχρι το φαράγγι. Κάνει αντίλαλο μέσα, είναι πολύ γνωστό και πλέον έχουν κάνει και τον δρόμο. Οπότε είναι πολύ εύκολο, έχει πολύ εύκολη πρόσβαση. Γενικά ο νόμος είναι πολύ όμορφος για να πας να το δεις το καλοκαίρι. Έτσι πιστεύω. Είναι ωραία να πας να περιηγηθείς, λίγο από δω, λίγο από κει. Κάθε χωριό έχει τη δικιά του... Είναι διαφορετικό και έχει να δεις, είναι ωραίο. Άμα σ' αρέσει, ξέρω γω, η φύση και γενικά, είναι... Αξίζει! Αξίζει να το κάνεις. Δηλαδή δεν είναι...
Μάλιστα. Και, έτσι, το τελευταίο πράγμα που έχω εγώ σαν «ρεζουμέ», ας πούμε, όλων αυτών, έχοντας μεγαλώσει μεταξύ του χωριού και των Γρεβενών, που στην ουσία είναι αυτό το φυσικό τοπίο και λοιπά, πλέον σπουδάζεις Θεσσαλονίκη, σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, περιέγραψέ μου πώς βιώνει τη μεγάλη πόλη ένας άνθρωπος που έχει φάει, ρε παιδί μου, 18 χρόνια από τη ζωή του στα βουνά. Ή τέλος πάντων σε μία μικρή πόλη με τρομερή φυσική ομορφιά, που την έχει ζήσει όμως.
Τώρα είναι τελείως διαφορετικά. Γιατί η Θεσσαλονίκη είναι μεγάλη πόλη. Καμία σχέση με αυτό που είχαμε συνηθίσει εδώ. Έχει πολύ κόσμο, κάτι που δεν συνηθίζεις να έχεις εδώ. Το τσιμέντο πολύ, διαφορά... Εντάξει, και στα Γρεβενά μέσα η πόλη έχει τσιμέντο και τα λοιπά. Και πολυκατοικίες –για κάποιο λόγο παραπάνω απ' ό,τι θα χρειαζότανε. Αλλά είναι τελείως διαφορετικά στις νοοτροπίες, στις αποστάσεις, στο ότι δεν ξέρεις κανέναν. Μπορείς να βγεις έξω να κάνεις ό,τι θέλεις και να μην το μάθει κανένας.
Σε ενοχλεί αυτό, έχοντας μάθει αλλιώς;
Όχι, πιστεύω ότι όλοι θέλουν να πάνε κάπου. Όταν έχουν συνέχεια στο μυαλό τους: «Εδώ με ξέρουν όλοι»... Εκεί πας και λίγο ξεθαρρεύεις. Λες: «Θα κάνω ότι γουστάρω. Δεν με νοιάζει, εδώ πέρα δεν με ξέρει κανένας».
Σαν να μην έχεις ταυτότητα.
Ναι, σαν να μη με ξέρει κανένας, αυτό σου αρέσει στην αρχή. Από την άλλη έχει και τα κακά του ότι μπορεί να φοβάσαι το βράδυ. Ας πούμε άμα έρθεις στη λάθος γειτονιά εκεί πέρα δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις. Δεν σε ξέρει κανένας, μπορεί να πάθεις οτιδήποτε άμα δεν προσέχεις. Εδώ δεν σε νοιάζει, ότι και να κάνεις θα βρεις έναν γνωστό. Είναι τελείως διαφορετικό να ξέρεις ότι: «Αυτόν τον ξέρω, αυτόν τον ξέρω, αυτόν το ξέρω, όλοι γύρω μου είναι γνωστοί και οικεία πρόσωπα», σχετικά. Και άλλο να πας και να είσαι σε μια πόλη που είναι όλοι άγνωστοι. Από τη μία έχει τα καλά του, προφανώς, γιατί δεν θες να σε ξέρουν πάντα, είναι καλύτερα να μη σε ξέρουν, για να μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά την άλλη, άμα χρειαστείς κάτι, έχεις ανάγκη από κάτι, εκεί είναι το δύσκολο.
Και άμα έπρεπε να πεις, ρε παιδί μου, τι σου λείπει περισσότερο από αυτά που είχες στα Γρεβενά;
Σίγουρα μου λείπει το ότι μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω σε λίγα λεπτά. Γιατί αισθάνομαι ότι είναι μεγάλες αποστάσεις. Για να πάω στη σχολή μου, να πάω στο τέτοιο... Πρέπει να πάρω αστικό, πρέπει να μπω εκεί, από δω, από κει. Πολλή ταλαιπωρία. Βρίσκεσαι πιο εύκολα με τους με τους φίλους και γνωστούς, γιατί δεν ξέρω πώς τυχαίνει στη Θεσσαλονίκη να μην μπορείς... Όχι να βγεις κάθε μέρα. Πάντα κάποιος έχει κάτι να κάνει, λες: «Μέχρι να πάω μέχρι εκεί θα αργήσω, θα κάνω...».
[00:55:00]Άρα αυτή η αμεσότητα.
Ναι αυτή η αμεσότητα είναι που λείπει πιο πολύ. Η αμεσότητα είναι και, εντάξει, μετά οι φίλοι, η παρέα, οι γονείς, η οικογένεια που έχεις εδώ.
Μάλιστα. Ωραία, από μένα αυτά ήτανε, δεν ξέρω αν έχεις να προσθέσεις κάτι, αν σου ήρθε κάτι τώρα;
Όχι, όχι.
Ωραία, οπότε ευχαριστώ πολύ!
Κι εγώ!
Summary
Ο Αποστόλης Μέρμιγκας γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Περιγράφει τις εμπειρίες του από τα παιδικά του χρόνια, τόσο στην πόλη που ζούσε, όσο και στο χωριό του, λίγα χιλιόμετρα έξω από αυτή. Μιλά για την ενασχόληση του πατέρα του με την υλοτομία και τη δική του εμπειρία από τη συγκεκριμένη δουλειά, θυμάται τα παιχνίδια με τα οποία μεγάλωσε σε μια πόλη όπου δεν υπήρχε φόβος και αναδεικνύει τη σχέση του με τη φύση και τα έθιμα του τόπου του.
Narrators
Αποστόλης Μέρμιγκας
Field Reporters
Αντώνιος Περίχαρος
Tags
Interview Date
22/08/2022
Duration
55'
Summary
Ο Αποστόλης Μέρμιγκας γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Περιγράφει τις εμπειρίες του από τα παιδικά του χρόνια, τόσο στην πόλη που ζούσε, όσο και στο χωριό του, λίγα χιλιόμετρα έξω από αυτή. Μιλά για την ενασχόληση του πατέρα του με την υλοτομία και τη δική του εμπειρία από τη συγκεκριμένη δουλειά, θυμάται τα παιχνίδια με τα οποία μεγάλωσε σε μια πόλη όπου δεν υπήρχε φόβος και αναδεικνύει τη σχέση του με τη φύση και τα έθιμα του τόπου του.
Narrators
Αποστόλης Μέρμιγκας
Field Reporters
Αντώνιος Περίχαρος
Tags
Interview Date
22/08/2022
Duration
55'